Κ. Λαπαβίτσας: «Έρχεται βαθιά ύφεση, μείωση εισοδημάτων» (Πριν, 30/5/2010)

Συνολική αποτυχία ήταν το σχέδιο ένταξης της δραχμής στη ζώνη του ευρώ καθώς επιτάχυνε την πορεία καταστροφής του παραγωγικού ιστού της χώρας, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε τα χρέη, υπογραμμίζει στο Πριν ο Κώστας Λαπαβίτσας. Στη συνέντευξή του αναφέρεται επίσης στις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου και τις δυνατότητες εξόδου από την κρίση, προς όφελος της εργατικής τάξης.

  • Σήμερα εφαρμόζονται οι πιο αποτυχημένες οικονομικές ιδέες της δεκαετίας του ’20

– Η μια χώρα της ευρωζώνης μετά την άλλη (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία) ανακοινώνουν μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζουν τις αιτίες της κρίσης και αποτελούν μονόδρομο για τους εργαζόμενους;

– Τα μέτρα αποτελούν εσπευσμένη αντίδραση στα φαινόμενα κρίσης που επανεμφανίστηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές από το τέλος του 2009. Το πρόβλημα του κρατικού χρέους οδήγησε σε πτώση του ευρώ τους τελευταίους μήνες. Έκανε έτσι ιδιαίτερα επισφαλή τη θέση των ευρωπαϊκών τραπεζών. Για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση, οι μηχανισμοί της ΕΕ και του ΔΝΤ παρείχαν τεράστια ποσά ρευστότητας, τα οποία ουσιαστικά πάνε στις τράπεζες. Ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις προσπαθούν βεβιασμένα να περιορίσουν τα ελλείμματά τους, ώστε να δείξουν ότι ελέγχουν το θέμα του δημοσίου χρέους.

Πρόκειται για πολύ κακή εξέλιξη για τους εργαζόμενους αλλά και την κοινωνία ολόκληρη. Το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης περνάει για μια ακόμη φορά στις πλάτες αυτών που δεν φταίνε για όσα συμβαίνουν. Αυτό γίνεται είτε ως  παροχή δημοσίων πόρων που καταλήγουν στις τράπεζες, είτε ως μείωση του λαϊκού εισοδήματος, περικοπή της κατανάλωσης και άνοδος της ανεργίας  λόγω της λιτότητας.

Τα μέτρα δείχνουν επίσης την ιδεολογική χρεοκοπία στην καρδιά της ευρωζώνης. Εν μέσω ήδη βαθειάς κρίσης, οι κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρή λιτότητα με τη λογική ότι πρόκειται για «φάρμακο» το οποίο θα εξυγιάνει την οικονομία, η οποία θα επανέλθει κατόπιν σε ταχείς ρυθμούς μεγέθυνσης. Πρόκειται για τις πιο αποτυχημένες ιδέες στο χώρο της οικονομικής πολιτικής, για την οικονομική ιδεολογία η οποία επικρατούσε κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 πριν την εμφάνιση του Κέινς. Είναι εντυπωσιακή η διαφορά με την αμερικανική αστική τάξη που ακολουθεί αντίθετη πορεία διευρύνοντας τα ελλείμματα σε μια προσπάθεια να απαλύνει την ύφεση.

Τα μέτρα βεβαίως δεν αντιμετωπίζουν το δομικό πρόβλημα στην καρδιά της ευρωζώνης, δηλαδή την εμφάνιση χωρών του κέντρου, με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, και χωρών της περιφέρειας, με αντιστοίχως μεγάλα ελλείμματα. Αντιθέτως, η επιβολή λιτότητας στην περιφέρεια θα κάνει τα πράγματα χειρότερα διότι θα εξασθενίσουν κι άλλο οι πιο αδύνατες οικονομίες. Θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η κυριαρχία των χωρών του κέντρου, κυρίως της Γερμανίας.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρξει αντίσταση από πλευράς των εργαζομένων. Δεν πρόκειται καθόλου για μονόδρομο, αλλά για την επιβολή απαρχαιωμένων και σκληρά ταξικών πολιτικών, οι οποίες θα κάνουν τα πράγματα πολύ χειρότερα για τους λαούς της Ευρώπης.

– Στην Ελλάδα, ποιο ήταν το απώτερο ζητούμενο από την ενεργοποίηση του περίφημου «μηχανισμού διάσωσης» και την προσφυγή στο ΔΝΤ;

– Η ελληνική οικονομία βρίσκεται καταπρόσωπο με τη χρεοκοπία ήδη από το 2009. Είναι άκρως απίθανο να μπορέσει από μόνη της να αντιμετωπίσει τον τεράστιο όγκο του χρέους. Εάν χρεοκοπήσει η Ελλάδα όμως, θα βρεθούν σε δύσκολη θέση οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες, ιδίως δε αν το φαινόμενο επεκταθεί και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η γερμανική κυβέρνηση άργησε να αντιληφθεί αυτή τη διάσταση της κρίσης, που της έγινε ξεκάθαρη μόνο μετά τη μεσολάβηση του ΔΝΤ με διάφορες επισκέψεις στο Βερολίνο.

Ο μηχανισμός, λοιπόν, αποβλέπει στην αποτροπή άμεσης χρεοκοπίας της Ελλάδας, η οποία θα ήταν αναπόφευκτη το Μάιο. Δε λύνει όμως το βαθύτερο πρόβλημα που είναι ο όγκος του χρέους που συνθλίβει την ελληνική οικονομία. Η χρεοκοπία παραμένει πιθανή στο εγγύς μέλλον. Ο μηχανισμός εξασφαλίζει ένα χρονικό περιθώριο για τις μεγάλες τράπεζες του κέντρου ώστε να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ελληνικής χρεοκοπίας. 

– Με βάση την διεθνή εμπειρία ποια θα είναι η επόμενη μέρα από την εφαρμογή του προγράμματος του ΔΝΤ; Τι θα σημάνει για την ελληνική οικονομία;

– Είναι προφανές ότι θα υπάρξει βαθύτατη ύφεση, με πτώση της κατανάλωσης, πτώση των επενδύσεων και μεγάλη άνοδο της ανεργίας. Η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί δραστικά, τα εισοδήματα θα πέσουν και οι εισοδηματικές διαφορές, που είναι ήδη πολύ μεγάλες, θα γιγαντωθούν. Είναι απίθανο να υπάρξει ουσιαστική άνοδος των εξαγωγών δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει υποτίμηση.

Από την άλλη, είναι πιθανό ότι θα περιοριστεί το έλλειμμα του δημοσίου και άρα θα πάψει η διόγκωση του χρέους. Το παράδοξο είναι όμως ότι, επειδή θα συρρικνωθεί δραστικά η οικονομία, το βάρος του χρέους  θα μεγαλώσει σημαντικά ως προς το εθνικό εισόδημα. Θα βρεθεί δηλαδή η Ελλάδα ακόμη πιο χρεωμένη, έστω κι αν περιοριστεί ο συνολικός όγκος του χρέους. Με τις εκτιμήσεις του ίδιου το ΔΝΤ, ο λόγος χρέους προς εθνικό εισόδημα θα είναι 120% το 2020, ενώ τώρα είναι περίπου 115%.

Με δυο λόγια, οι έλληνες εργαζόμενοι θα μπουν σε ένα τούνελ περικοπών, ανεργίας και μείωσης μισθών για μία δεκαετία, ενώ το αποτέλεσμα θα είναι να βρεθεί η Ελλάδα ακόμη πιο χρεωμένη. Πρόκειται για τραγική εξέλιξη διότι, αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο παραγωγικός ιστός θα βρεθεί πολύ πιο εξασθενημένος και είναι πιθανό να χαθεί μια ολόκληρη γενιά, είτε μέσω της ανεργίας, είτε μέσω της μετανάστευσης.

– Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, όπως προωθείται από κέντρα του ιμπεριαλισμού, συμφέρει τους εργαζόμενους ή είναι ολότελα εχθρική λύση;

– Η αναδιάρθρωση είναι στην ουσία ένας εύσχημος τρόπος για να αναλάβουν κάποιο από το κόστος του χρέους οι πιστωτές. Το ζήτημα είναι ποιός θα έχει τον έλεγχο της διαδικασίας. Αν τον κρατήσουν οι πιστωτές και τα κομμάτια του ελληνικού κεφαλαίου τα οποία επίσης κατέχουν δάνεια, οι εξελίξεις δεν θα είναι καθόλου καλές για τα λαϊκά στρώματα αλλά και την οικονομία γενικότερα. Μπορεί, για παράδειγμα, να οδηγηθούμε σε μεταβίβαση των ελληνικών τραπεζών στην ιδιοκτησία του ξένου κεφαλαίου. 

Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει παύση πληρωμών με λαϊκό και δημοκρατικό έλεγχο. Να υπάρξει καταρχήν διαφάνεια στο ποιός κατέχει το χρέος, με ποιούς όρους έχει συναφθεί και ποιός φέρει το βάρος. Οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές θα πρέπει να γίνουν συντεταγμένα, με ξεκάθαρους στόχους και αποβλέποντας σε σημαντική συρρίκνωση του χρέους ώστε να ανασάνει η οικονομία. Στη βάση της ιστορικής εμπειρίας, το λεγόμενο ‘κούρεμα΄ θα πρέπει να είναι τουλάχιστον της τάξης του 50%-60%.

  • Δυνατότητα για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό
  • Είναι ανάγκη η Αριστερά να οικοδομήσει ευρύτερα μέτωπα

– Τι μέλλον έχει ο ελληνικός καπιταλισμός εντός του ευρώ;

– Η ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού στο ευρώ είναι συνολική αποτυχία. Μετά μία δεκαετία, η Ελλάδα βρέθηκε με εξασθενημένο παραγωγικό μηχανισμό και εντάχθηκε για τα καλά στην περιφέρεια της Γερμανίας. Αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τις χώρες του κέντρου, το ελληνικό κεφάλαιο έδωσε βάρος στην εγχώρια κατανάλωση βασισμένη στο δανεισμό. Παράλληλα αξιοποίησε το ευρώ ώστε να επεκταθεί σε γειτονικές χώρες, κυρίως οι τράπεζες, που είναι ο μεγάλος ωφελημένος του ευρώ. Η στρατηγική αυτή απέτυχε διότι η παραγωγική υποχώρηση της εγχώριας οικονομίας τελικά δημιούργησε χρέη τα οποία δεν μπορούν να στηριχτούν. Στο πλαίσιο αυτό φάνηκαν ξεκάθαρα και οι εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού κράτους, δηλαδή η διαφθορά και ο σκληρός ταξικός του χαρακτήρας. Με τα μέτρα που πάρθηκαν τώρα και με τη προοπτική της χρεοκοπίας στο σύντομο μέλλον, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Είναι επιτακτική ανάγκη η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη.

– Σε ποιους στόχους μπορεί να συμπυκνωθεί μια φιλολαϊκή – αντικαπιταλιστική πρόταση διεξόδου από την κρίση;

– Η κρίση είναι μια τεράστια ευκαιρία για να υπάρξει βαθειά κοινωνική αλλαγή, η οποία θα αλλάξει την ισορροπία ισχύος υπέρ της εργασίας ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό οικονομίας και κοινωνίας. Η Αριστερά πρέπει να δημιουργήσει πρόγραμμα το οποίο θα λύνει τα προβλήματα της κρίσης υπέρ της εργατικής τάξης, ενώ θα βάζει τις βάσεις για σοσιαλιστική αλλαγή. Θα πρέπει δηλαδή το πρόγραμμα να είναι όχι μόνο αντικαπιταλιστικό αλλά και με σοσιαλιστική στόχευση σε βάθος χρόνου.

Ορισμένα μέτρα είναι προφανή, κυρίως αυτά που θα αντιμετωπίσουν την άμεση πίεση από την κρίση. Θα πρέπει να γίνει παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ. Αμέσως θα τεθεί θέμα δημοσίου ελέγχου των τραπεζών και μεγάλων τομέων της οικονομίας, ώστε αφενός να προστατευτούν και αφετέρου, να λειτουργήσουν ως βάση για τη συνολική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η έξοδος από το ευρώ θα φέρει υποτίμηση τονώνοντας έτσι την παραγωγή. Από την άλλη θα χτυπήσει το εργατικό εισόδημα και άρα θα χρειαστεί πολιτική αναδιανομής από τους πλούσιους στους φτωχούς ώστε να περιοριστεί το πλήγμα. Η εμπειρία από άλλες χώρες που έκαναν παύση πληρωμών με υποτίμηση είναι ότι η παραγωγή ανακάμπτει ταχέως, ενώ περιορίζεται πολύ η άνοδος της ανεργίας. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να διαμορφωθεί βιομηχανική πολιτική η οποία θα τονώσει τις επενδύσεις και θα κατευθύνει την οικονομία προς νέους τομείς που θα δημιουργούν απασχόληση. Θα γίνει δηλαδή εφικτή η σοσιαλιστική αλλαγή της χώρας.

Είναι προφανές ότι όλα αυτά απαιτούν δραστική αλλαγή του κράτους. Το σημερινό διεφθαρμένο και βαθειά ταξικό κράτος θα πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων. Είναι απαραίτητο να υπάρξει διαφάνεια και λαϊκός έλεγχος από τα κάτω. Η αλλαγή υπέρ της εργασίας στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού δε μπορεί να γίνει χωρίς δημοκρατία στους κρατικούς μηχανισμούς. Θα πρέπει οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις στη χώρα να αποκτήσουν κυριότητα επί του κράτους με διαφάνεια και δημοκρατία.

Μπορεί η Αριστερά να σηκώσει τέτοιο βάρος; Η ιστορική πρόκληση είναι πολύ μεγάλη, αλλά και οι κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να κάνουν την αλλαγή είναι ορατές. Υπάρχει μεγάλο πεδίο για συμμαχία εργατικών, μικροαστικών και αγροτικών στρωμάτων που θα στηρίξουν ένα τέτοιο πρόγραμμα. Απομένει να δούμε αν η Αριστερά έχει τη δύναμη να διαμορφώσει τα μετωπικά σχήματα που είναι απαραίτητα. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες.

Θέμα χρόνου η χρεοκοπία (Πριν, 30 Μαΐου 2010)

Αναπόφευκτο το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»

 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Θέατρο του παραλόγου είναι αυτό που παίζεται στην Ελλάδα με άξονα τις προοπτικές αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. «Πρόκειται να προβείτε σε αναδιάρθρωσή του», ρώτησε τον πρωθυπουργό ο ισπανός δημοσιογράφος της Ελ Παΐς την προηγούμενη Κυριακή, επαναλαμβάνοντας ό,τι ακριβώς συζητιέται καθημερινά σε όλο, μα όλο τον διεθνή Τύπο. «Όχι», απάντησε ορθά κοφτά ο Γιώργος Παπανδρέου για να συμπληρώσει ότι αποτελεί ζήτημα αξιοπιστίας για την Ελλάδα να επιστρέψει τα χρήματα στους δανειστές της! Ο πρωθυπουργός του ΔΝΤ κι όλη μαζί η κυβέρνηση, που προσποιείται ότι δεν υφίσταται θέμα αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, ψεύδονται. Κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό όταν υποστηρίζουν πως οι προοπτικές εξυπηρέτησης του είναι ομαλές και προβλέψιμες. Ρίχνουν στάχτη στα μάτια του προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο κι ευχόμενοι να είναι κάποιος άλλος, ο επόμενος, αυτός που θα επαναλάβει τα λόγια του Τρικούπη, «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Ο Παπανδρέου όμως και ο Παπακωνσταντίνου είναι πολύ φυσιολογικό να μη ενδιαφέρονται για τι θα γίνει το 2011 ή το πολύ το 2012, καθώς το πιο πιθανό είναι να έχουν εγκαταλείψει και τη χώρα: ο ένας για τις ΗΠΑ κι ο άλλος για την Ολλανδία ή κάποια άλλη χώρα όπου θα πάει να συνεχίσει να δουλεύει για κάποιον μισητό διεθνή ιμπεριαλιστικό οργανισμό, τον ΟΟΣΑ ή το ΔΝΤ, όπως έκανε πριν έρθει στην Ελλάδα. Το πρόβλημα όμως το έχουμε όλοι εμείς που θα συνεχίσουμε να ζούμε σε αυτή τη χώρα…

Αυτήν την περίοδο η κυβέρνηση εξαπατά τον κόσμο, κάνοντας επίδειξη δημιουργικής λογιστικής και απατών – ό,τι ακριβώς έκαναν κι οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι ανακοινώσεις του υπουργείου για αύξηση των δημόσιων εσόδων και μείωση του ελλείμματος δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα καθώς είναι αποτέλεσμα μιας άτυπης στάσης πληρωμών του δημοσίου προς όλους τους προμηθευτές που προετοιμάζει το έδαφος για απολύσεις, χρεοκοπίες και ύφεση της οικονομίας.

Η χρεοκοπία δεν ήταν δεδομένη για την Ελλάδα ούτε μέχρι τις αρχές του χρόνου. Όπως είχε φανεί με τον πιο καθαρό τρόπο την περίοδο της πρωθυπουργίας Σημίτη, μια σοβαρή αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ (που ομολογουμένως δεν είναι εύκολα επαναλαμβανόμενη όπως μαρτυρά το γεγονός πως καμιά άλλη χώρα της ΕΕ δεν άγγιζε τέτοιους ρυθμούς) εξασφάλιζε την αργή μεν αλλά σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους στην πάροδο του χρόνου. Ο τρόπος ήταν έμμεσος και τεχνητός, μιας και επιτυγχανόταν λόγω της αύξησης του ΑΕΠ – του παρανομαστή δηλαδή του κλάσματος. Παρόλα αυτά το δημόσιο χρέος μπορούσε να εξυπηρετείται ομαλά και η αποπληρωμή του φαινόταν θέμα χρόνου. Εδώ φυσικά εξετάζεται η δυνατότητα και μόνο εξυπηρέτησής του κι όχι η αναγκαιότητα, κατά πόσο δηλαδή είναι σκόπιμο να συνεχίσει να εξυπηρετείται ένα χρέος που δεν κάλυψε κοινωνικές ανάγκες, ενώ η αποπληρωμή του αποκλείει εκ προοιμίου την άσκηση και της πιο απλής αναδιανεμητικής πολιτικής. Θέμα αναδιάρθρωσης λοιπόν δεν υπήρχε μέχρι πρόσφατα, ούτε για την Ελλάδα, ούτε για καμία άλλη χώρα.

Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του έλληνα πρωθυπουργού και το πέπλο σιωπής του ελληνικού Τύπου, η προσφυγή στο μηχανισμό του ΔΝΤ και της ΕΕ κατέστησε το (απίθανο μέχρι πριν λίγους μήνες) ενδεχόμενο χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισμού κάτι παραπάνω από βέβαιο. Οι όροι ωστόσο της συζητούμενης αναδιάρθρωσης θωρακίζουν τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ξένων πιστωτών, αντίθετα με την επαναδιαπραγμάτευση – διαγραφή που ζητούν οι εργαζόμενοι.

 Και ΔΝΤ και χρεοκοπία(!) εξασφάλισε ο… μάγος των διαπραγματεύσεων Παπανδρέου

Το ζήτημα της δυνατότητας αποπληρωμής του ελληνικού χρέους τέθηκε σε εντελώς νέες βάσεις, μετά τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών κι ειδικότερα μετά την προσφυγή στον κατ’ ευφημισμό μηχανισμό σωτηρίας ΔΝΤ – ΕΕ κι όχι μετά την άνοδο των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων. Για να επιβεβαιωθεί εκ νέου ότι ήταν προτιμότερο να πληρώναμε 6%, 7%, 8% ακόμη και μεγαλύτερα επιτόκια αντί της προσφυγής στο ΔΝΤ, να υπενθυμίσουμε ότι όσο διάστημα το ελληνικό δημόσιο πλήρωνε αυτά τα απαράδεκτα και τοκογλυφικά επιτόκια δεν είχε δει το φως της δημοσιότητας κάποια προβολή της επίδρασης του επαυξημένου κόστους στο δημόσιο χρέος που να προοιωνίζεται την σημαντική του άνοδο.

Αντίθετα με σήμερα! Το μνημόνιο συνεργασίας της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα, προβλέπει με κάθε επισημότητα ότι το δημόσιο χρέος της Ελλάδας στο τέλος του 2012 θα φθάσει το 149%. Μετά δηλαδή την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, του θεσμού της διαιτησίας, των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την επίλυση επιτέλους του προβλήματος της γενιάς των 700 ευρώ με τον εντελώς απροσδόκητο τρόπο της μετατροπής τους σε γενιά των 550 ευρώ, το δημόσιο χρέος θα έχει φθάσει σε επίπεδα απλώς μη διαχειρίσιμα. Τότε η δυνατότητα να βγει το ελληνικό δημόσιο και να ζητήσει δανεικά από την αγορά (αυτό δεν ήταν επίσημα το ζητούμενο της δανειοδότησης με τα 110 δισ. και της θεραπείας σοκ που ακολούθησε;) απλώς δεν θα υφίσταται, γιατί αν οι τοκογλύφοι κάνουν πάρτι με το χρέος στο 115% του ΑΕΠ, αν τυχόν και πάει στο 149% τότε θα κάνουν όργια. Μάλιστα, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, το χρέος θα αυξηθεί πολύ παραπάνω από 149%, επειδή η ύφεση θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη (-4% για το τρέχον έτος και -2,5% το 2011 αναφέρεται στο μνημόνιο), επομένως το ΑΕΠ θα μειωθεί δραματικά κι έτσι το χρέος θα εκτοξευθεί. Τότε ο πρωθυπουργός θα έχει καταφέρει για μια ακόμη φορά το απίθανο: από τα δύο κακά (ΔΝΤ ή χρεοκοπία;) να πετύχει και τα δύο!

Σε αυτή την περίπτωση ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός θα επιβάλλει την αναδιάρθρωσή του με την ονομαστική του μείωση (το επονομαζόμενο κούρεμα) κι έναν διακανονισμό που θα μεταφέρει σε βάθος χρόνου την ωρίμανσή του με απεχθείς όρους και με μοναδικό στόχο να μην χάσει όλα του τα χρήματα. Κάτι αντίστοιχο έγινε με τις βαριά υπερχρεωμένες φτωχές χώρες (HIPC) πριν δέκα περίπου χρόνια, που είδαν το χρέος τους να μειώνεται σε λογικά επίπεδα μόνο και μόνο για να αποπληρωθεί κι ως αντάλλαγμα αποδέχθηκαν υπερδεκαετή κι εξοντωτικά προγράμματα λιτόητας. Το θέμα επομένως τίθεται από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό ανεξαρτήτως της δικής μας θέλησης κι άμεσα, όχι στο απώτερο μέλλον. Ακόμη κι ο Economist στο προηγούμενο τεύχος του ανέφερε ότι «οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης θα πρέπει από τώρα να αρχίσουν να σχεδιάζουν μια συντεταγμένη αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που θα περιλαμβάνει και τη ζημία τραπεζών που διατηρούν ελληνικά ομόλογα». Το ίδιο ζήτησε την προηγούμενη εβδομάδα και ο οικονομολόγος Ρόμπερτ Μαντέλ, νεοφιλελεύθερος θεωρητικός των νομισματικών ενοποιήσεων κι ο αμερικάνος θεωρητικός Στιβ Χάνκε, σύμβουλος του Ρέιγκαν κι αρχιτέκτονας της δολαριοποίησης της Αργεντινής τη δεκαετία του ’90. Για τον μεν πρώτο, «ίσως χρειαστεί αναδιάρθρωση χρέους για ένα ή δύο ασθενή δημοσιονομικά μέλη της ευρωζώνης», ενώ για τον δεύτερο, «το θανατηφόρο σπιράλ της Ελλάδας θα καταλήξει ή σε αναδιάρθρωση χρέους ή σε ολοκληρωτική στάση πληρωμών».

Η ουσία ωστόσο βρίσκεται στους όρους, με τους οποίους θα γίνει η αναδιάρθρωση του χρέους. Η «αχίλλειος πτέρνα» του ελληνικού δημόσιου χρέους (κατά την έκφραση της Wall Street Journal στις 29 Απρίλη) το οποίο ανέρχεται περίπου στα 300 δισ. ευρώ είναι ότι το 59% του βρίσκεται στα χέρια ευρωπαϊκών τραπεζών. Θεωρείται σίγουρο ότι αυτή η δομή θα αλλάξει άρδην κατά τους επόμενους μήνες καθώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα εκμεταλλευτούν την περίοδο χάριτος που προσφέρει ο μηχανισμός ΔΝΤ – ΕΕ, με τους εγγυημένους όρους δανειοδότησης, για να ξεφορτωθούν τα ελληνικά χαρτιά. Άλλωστε, δεν θέλει και βαθιά γνώση για να αντιληφθεί κανείς ότι αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο της ενεργοποίησης του μηχανισμού: να κερδίσουν χρόνο οι ξένες τράπεζες που είναι βαριά εκτεθειμένες, έχοντας στο ενεργητικό τους υψηλής αξίας ελληνικά ομόλογα, και να περιορίσουν τις θέσεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το απίθανο, με πραγματικούς όρους, ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Ελλάδας κατέστη μαθηματικά βέβαιο για να σωθούν οι τραπεζίτες, χώρια του αδιαμφισβήτητου οφέλους της αστικής τάξης από την καταστρατήγηση των κοινωνικών κατακτήσεων.

Ο χάρτης των επενδύσεων στα ελληνικά ομόλογα συμπληρώνεται από ένα ποσοστό της τάξης του 30% που βρίσκεται στα χέρια ελληνικών τραπεζών και εγχώριων ασφαλιστικών ταμείων. Ένα πρώτο, πρόχειρο σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους επομένως, που θα διαμορφωνόταν στα γραφεία του ΔΝΤ ή στο παράρτημά του στην πλατεία Συντάγματος ως βασική του παράμετρο θα είχε την διαγραφή εκείνου του τμήματος το οποίο κατέχουν τα ασφαλιστικά ταμεία και οι εγχώριες τράπεζες. Ενδεχόμενο που θα οδηγούσε τράπεζες και ταμεία στην χρεοκοπία (εξέλιξη εξαιρετικά αρνητικά για το εργατικό κίνημα μια και θα στερούσε όχι μόνο τις συντάξεις αλλά και τη δυνατότητα κρατικοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος) μόνο και μόνο για να διασφαλιστούν οι πιθανότητες να αποπληρώσει το ελληνικό δημόσιο τους ξένους πιστωτές του.

Το σενάριο της αναδιάρθρωσης δεν αποτελεί αποκύημα φαντασίας. Για την υλοποίησή του πιέζει αφόρητα ο ιμπεριαλισμός και εργάζεται εν κρυπτώ το ελληνικό δημόσιο που έχει προσλάβει κι εξειδικευμένο σύμβουλο.

Το σημαντικότερο ερώτημα όμως, από τη σκοπιά των εργατικών κι ευρύτερων λαϊκών συμφερόντων, δεν αφορά τη δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους, αλλά την αναγκαιότητα. Κι εδώ η απάντηση πρέπει να είναι σαφώς αρνητική! Η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους είναι εδώ και καιρό ο ελέφαντας στο στενόχωρο δωμάτιο (ελέω θεσμοθετημένων φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου) των ελληνικών δημόσιων οικονομικών. Απομυζά τους δημόσιους πόρους και τα λεφτά των φορολογουμένων απαγορεύοντας την παροχή αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις και τις προσλήψεις δασκάλων, καθηγητών, νοσοκομειακών και γιατρών, που συνιστούν αδήριτη κοινωνική ανάγκη. Προς επίρρωση: Ο φετινός προϋπολογισμός πρόβλεπε να δοθούν για πληρωμές τόκων 12,3 δισ. ευρώ, ενώ για συντάξεις 6,4 δισ. ευρώ. Οι τόκοι δηλαδή απορρόφησαν διπλάσια χρήματα από τις συντάξεις. Ενώ για χρεολύσια δόθηκαν 29 δισ. όταν για δαπάνες προσωπικού προβλέφθηκαν 26,5 δισ. Τα χρεολύσια επομένως ήταν περισσότερα από τους μισθούς των δημοσίων. Η ίδια ακριβώς κατάσταση υπάρχει εδώ και χρόνια. Το 2009 για παράδειγμα τα χρεολύσια ανέρχονταν σε 29 δισ. ευρώ, ενώ το κονδύλι για αποδοχές δημοσίων και συντάξεις 25 δισ.

Η αναγκαιότητα αποπληρωμής του δημόσιου χρέους πρωτίστως αμφισβητείται από τις σκοτεινές διαδρομές που διατρέχουν τα κρατικά ομόλογα, από τη στιγμή που τα εκδίδει οποιοδήποτε κράτος. Η συνεχής υποτίμηση της ονομαστικής τους αξίας κάθε φορά που αλλάζουν χέρι με σκοπό την εξασφάλιση του τόκου έχουν μετατρέψει το δημόσιο χρέος σε έναν πύργο από τραπουλόχαρτα με αποτέλεσμα ακόμη κι από το επονομαζόμενο κούρεμα να μην δημιουργούνται πραγματικές απώλειες εισοδήματος, έστω κι αν υποτεθεί ότι θα μας ενδιέφερε η αξιοπιστία του εκδότη κι η διασφάλιση του εισοδήματος του κατόχου του. Επομένως δεν πρόκειται καν για υποτίμηση. Εν προκειμένω η ονομαστική τιμή θα προσαρμοστεί στο επίπεδο της αγοραίας, που έχει διαμορφωθεί από τον πιο άγριο χορό τοκογλυφίας.

Υπάρχει κι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο το αίτημα παραγραφής του εξωτερικού δημόσιου χρέους ή επαναδιαπραγμάτευσής του με στόχο την διαγραφή μεγάλου μέρους του (κάτι που στην πράξη θα κριθεί από τους ταξικούς συσχετισμούς) είναι νόμιμο. Αρκεί να σκεφτούμε πόσα δάνεια υπέγραψε το ελληνικό δημόσιο φεσώνοντας τον ελληνικό λαό με δισεκατομμύρια για να αγοράσει με αυτά τα λεφτά κορβέτες που στάλθηκαν στον Περσικό Κόλπο υποστηρίζοντας τα αμερικανικά ιμπεριαλιστικά σχέδια ή πόσα εκατομμύρια ξοδεύτηκαν για να αγοραστεί το χαφιεδοσύστημα C4I που όχι μόνο δεν παραλείφθηκε ποτέ αλλά αποτέλεσε και όχημα μίζας προς ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.

Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι δικαιούνται να θέτουν ζήτημα παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους και επαναδιαπραγμάτευσης του, στο πλαίσιο μιας σειράς ακόμη μέτρων, που θα δίνουν διέξοδο προς όφελος των εργαζομένων στην σοβούσα κρίση και ταυτόχρονα θα θέτουν σε αμφισβήτηση την αστική κυριαρχία. Η ίδια τους δε η πάλη θα εξασφαλίσει ότι οι όροι της επαναδιαπραγμάτευσης θα είναι προς όφελός τους κι όχι προς όφελος της Ντόιτσε Μπανκ.

 Αναγκαία η παύση πληρωμών του χρέους

ΝΟΜΙΜΟ ΑΙΤΗΜΑ Η ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Στην βάση των παραπάνω προκαλεί απορία η επιμονή με την οποία η γραμματέας του ΚΚΕ, Αλ. Παπαρήγα και ο Ριζοσπάστης επιτέθηκαν στην «πρωτοβουλία οικονομολόγων και πανεπιστημιακών» με αφορμή το αίτημα για παύση πληρωμών. Η πρωτοβουλία των οικονομολόγων δέχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα μια «συμμετρική», «αμφίπλευρη» επίθεση, καθώς πέρα από τον Ριζοσπάστη δέχθηκε την «περιποίηση» και της Αυγής, η οποία σε δύο δημοσιεύματά της τόνισε ότι «πρόσκειται στο Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής» του Αλέκου Αλαβάνου. Κι αυτό παρότι ο ιδρυτής του ΣΥΡΙΖΑ μόλις την Δευτέρα, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε παρουσίαση βιβλίου, απέρριψε με σαφή τρόπο την λύση εξόδου από το ευρώ. Πρόταση που μαζί με την παύση πληρωμών αποτελούν την προμετωπίδα της πρωτοβουλίας, που έχει συναντήσει μέχρι στιγμής αναπάντεχα θετική υποδοχή σε εργαζόμενους που ζητούν μια ριζοσπαστική, φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.

Η κριτική του ΚΚΕ απέρριπτε το αίτημα παύσης πληρωμών συγχέοντας την αναδιάρθρωση που θα επιβάλλουν οι τραπεζίτες με την επαναδιαπραγμάτευση που οφείλουν να διεκδικήσουν μαχητικά κι επιθετικά οι εργαζόμενοι για να μην υποστούν τα βάρη της κρίσης. Η πλούσια εμπειρία του κινήματος και της Αριστεράς, από την Οκτωβριανή επανάσταση μέχρι το κίνημα του Φιντέλ Κάστρο στο πλαίσιο των Αδεσμεύτων τη δεκαετία του ’80, δεν έπεισε το ΚΚΕ για το κεκτημένο και κυρίως για τη δυνατότητα που έχει ένα τέτοιο αίτημα να συσπειρώσει ευρύτερα τμήματα των εργαζομένων σε μια – εκ των πραγμάτων – αντικαπιταλιστική κατεύθυνση για μια χώρα καταχρεωμένη, που το ζήτημα του εξωτερικού χρέους ανέκαθεν συμπύκνωνε ταξικές σχέσεις. Κι εδώ το ταξικό περιεχόμενο κι η αποτίμηση κάθε πρότασης προκύπτει όταν τεθεί το ερώτημα ποιος ωφελείται και ποιος βλάπτεται από το συγκεκριμένο αίτημα.

Κι επίσης όταν τεθεί στο συνολικό της πλαίσιο που με ρητό τρόπο, μαζί με την παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ, περιλαμβάνει: την χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις, αθρόες χρηματοδοτήσεις στην παιδεία και την υγεία, αύξηση των φορολογικών συντελεστών των ανωνύμων εταιρειών στο 45%, φραγμούς στην κυκλοφορία κεφαλαίων, κρατικοποιήσεις τραπεζών και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, άσκηση ενεργής βιομηχανικής πολιτικής με σκοπό την στήριξη της απασχόλησης και της παραγωγής κοινωνικά χρήσιμων αγαθών και υπηρεσιών, υποτίμηση του νομίσματος κ.α.

Πρόκειται για αιτήματα που είναι συνεκτικά και αλληλοσυμπληρούμενα παρότι ανολοκλήρωτα και στο σύνολό τους συνθέτουν ένα ασφαλές περίγραμμα άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής. Επίσης δεν απευθύνονται στην κυβέρνηση αλλά στους εργαζόμενους και διευκολύνουν το ξεδίπλωμα της εργατικής πάλης και την άνοδο της αυτοπεποίθησης των εργαζομένων.

 ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ

Όρος άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής

ΓΕΝΝΗΤΟΡΑΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Η έξοδος από το ευρώ αποτελεί αναγκαιότητα στον βαθμό που η υλοποίηση όλων των προηγούμενων στόχων (παύσης πληρωμών, κρατικοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κ.α.) θα σημάνει αναπόφευκτα την ρήξη των δεσμών νομισματικής ενοποίησης με την ιμπεριαλιστική ΕΕ. Η πάλη δε εναντίον της – όρος εκ των ων ουκ άνευ στη διαδικασία ρήξης με τα πολλαπλά επίπεδα αστικής κυριαρχίας – και η αναγκαία αποδέσμευση διευκολύνεται με την έξοδο από το ευρώ και δεν αναιρείται. Η νομισματική ενοποίηση άλλωστε αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο κι «ανώτερο στάδιό» της. Ποτέ δεν θα μπορούσε η Γερμανία να οδηγήσει στα δημοσιονομικά Τάρταρα το Μεσογειακό Κλαμπ, προκαλώντας τον εκτροχιασμό του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους του, αν πριν δεν είχε αλώσει τα εμπορικά του ισοζύγια, αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες που προσέφερε η ΕΕ της κατάργησης των εμπορικών φραγμών και της ενιαίας αγοράς. Τα αντεργατικά πραξικοπήματα στην Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα των τελευταίων εβδομάδων (πέραν των πανίσχυρων ταξικών συμφερόντων που εκπροσωπούν στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας) είναι η «φυσική» συνέπεια του γερμανικού εμπορικού πλεονάσματος των 12,1 δισ. ευρώ με την Ισπανία το 2009 (31 δισ. ευρώ εξαγωγές μείον 18,9 δισ. εισαγωγές), των 11,2 δισ. ευρώ με την Ιταλία (50,6 δισ. εξαγωγές μείον 39,4 δισ.), των 2,6 δισ. ευρώ με την Πορτογαλία (6,1 μείον 3,5) και των 4,7 δισ. με την Ελλάδα (6,5 δισ. ευρώ εξαγωγές μείον 1,8 δισ. ευρώ εισαγωγές) κοκ.

Τούτων δοθέντων, του αδιαμφισβήτητα ταξικού και ιμπεριαλιστικού προσήμου που φέρει εγγενώς η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τα πιο αθώα της παιδικά βήματα, η υπεράσπισή της δεν διευκολύνει την ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής πάλης. Πολύ περισσότερο σήμερα, που η συνεχής αντιδραστικοποίησή της ΕΕ, όπως επιτυγχάνεται με την συντηρητική αναθεώρηση από την Γερμανία των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας, δείχνει πιο καθαρά το αντιδραστικό της περιεχόμενο. Το αίτημα εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ δεν ισοδυναμεί επομένως με εθνικισμό, στο βαθμό που η υλοποίησή του θα συντελείται σε ένα πλαίσιο ευρύτερων φιλολαϊκών, αντικαπιταλιστικών στόχων. Οι δυνάμεις άλλωστε που χαρακτηρίζουν αναγκαιότητα την παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ, αποφεύγουν να απαντήσουν πώς θα εφαρμοστούν οι φιλολαϊκές μεταβολές εντός της ΕΕ, όταν η Γερμανία είναι αποφασισμένη να αναιρέσει ακόμη και τις πολιτικές αναδιανομής των προηγούμενων χρόνων, υποδεικνύοντας τις πιο ωμές ταξικές πολιτικές από την μια άκρη ως την άλλη, μέσω της οργανικής της διασύνδεσης με το ΔΝΤ. Υπό αυτή την έννοια αποδεικνύεται προφητική η επιλογή του γερμανικού ιμπεριαλισμού να τοποθετήσει στην προεδρία της Γερμανίας, τον Χερστ Κέλερ, πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ. Ο διορισμός δε του Μισέλ Καμντεσύ (επικεφαλής του ΔΝΤ την εποχή της ασιατικής κρίσης και υπευθύνου για τον θάνατο από πείνα χιλιάδων ανθρώπων) από τον γάλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζύ την προηγούμενη εβδομάδα ως υπεύθυνου για την αναμόρφωση των δημόσιων οικονομικών βεβαιώνει ότι η εμμονή με το ΔΝΤ δεν αποτελεί γερμανική ιδιαιτερότητα. Επιπλέον, όσοι θεωρούν αναγκαιότητα την παραμονή στο ευρώ (και τη θωράκιση της νομισματικής πολιτικής από τις λαϊκές πιέσεις) παραβλέπουν ότι το κοινό νόμισμα αποτελεί γεννήτορα αντιθέσεων και μηχανισμό όξυνσης των ανισοτήτων προς όφελος των ιμπεριαλιστικών σχηματισμών. Ακόμη κι από μηδενική βάση, χωρίς ελλείμματα δηλαδή, να ξεκινούσε η Ελλάδα ή η Πορτογαλία τις ανταλλαγές της με την Γερμανία στο πλαίσιο μιας νομισματικής ενοποίησης η πορεία δημοσιονομικής κρίσης θα ήταν προδιαγεγραμμένη.

Το ερώτημα από την άλλη που γεννιέται για την δυνατότητα επιβίωσης και αναπαραγωγής ενός κοινωνικού σχηματισμού αποκομμένου από μορφές ενοποίησης είναι προφανές. Ακόμη κι αν υπήρχε στο παρελθόν, σήμερα δεν υπάρχει. Παρόλα αυτά η ΕΕ δεν αποτελεί μονόδρομο. Αντίθετα το γνώρισμα που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μια μορφή οικονομικής ενοποίησης, ακόμη και χαλαρής συνεργασίας είναι τα λίγο πολύ συγκρίσιμα επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας (όπως αυτά που υπάρχουν μεταξύ των περισσότερων μεσογειακών χωρών ή των λατινοαμερικάνικων μεταξύ τους) έτσι ώστε να διασφαλίζεται η όσο το δυνατόν λιγότερο άνιση ανταλλαγή.

Με γερμανική βούλα πλέον ο κρατικός προϋπολογισμός (Πριν, 23/5/2010)

Δικαίωμα βέτο στις κρατικές δαπάνες αποκτά το Βερολίνο

Προανάκρουσμα νέων μέτρων οι δηλώσεις Στρος Καν για μειώσεις σε μισθούς

Με φυγή προς τα μπρος προσπαθεί να επιλύσει η Γερμανία τις αντιφάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της ευρωζώνης, με αφορμή την δημοσιονομική κρίση. Την εβδομάδα που πέρασε το Βερολίνο έθεσε με ακόμη πιο αυστηρό τρόπο την πρότασή του για ένα σύστημα κυρώσεων σε βάρος των χωρών που εμφανίζουν ελλείμματα. Πρόκειται ειδικότερα για ένα σύστημα κλιμακούμενων ποινών το οποίο θα ξεκινά από την στέρηση του δικαιώματος ψήφου για έναν χρόνο των χωρών που είναι υπόλογες για «δημοσιονομική κραιπάλη» στα συμβούλια υπουργών, θα συνεχίζει με χρηματικά πρόστιμα και θα φθάνει στην ελεγχόμενη χρεοκοπία κι ακόμη την έξοδο από την ευρωζώνη ή την ΕΕ. Καθοριστικός σταθμός σε αυτή τη διαδικασία θα είναι η υποχρέωση κάθε κυβέρνησης να στέλνει σε άλλες κυβερνήσεις προς έγκριση τον κρατικό προϋπολογισμό της πριν εισαχθεί για συζήτηση και ψήφιση στη δική της Βουλή!

Πρόκειται για μέτρα που θα οξύνουν στο έπακρο το δημοκρατικό ζήτημα μια κι εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι δεν θα είναι η Γερμανία αυτή η χώρα που θα στέλνει τον προϋπολογισμό της στον κάθε Γιωργάκη. Αντίθετα οι κυβερνήσεις των μεσογειακών χωρών θα είναι αυτές που θα εξευτελίζονται, λειτουργώντας σαν προτεκτοράτα, καθώς θα περιμένουν από το Βερολίνο το πράσινο φως για τη συζήτηση στη Βουλή. Απώτερος στόχος αυτής της διαδικασίας είναι να θωρακιστεί η πολιτική λιτότητας στις χώρες του νότου που οι κυβερνήσεις τους αποδεικνύονται ευάλωτες στις πιέσεις του εργατικού κινήματος κι επίσης, απώτερος στόχος θα είναι ο ίδιος ο γερμανικός ιμπεριαλισμός να εγγυηθεί τις περικοπές των κοινωνικών δαπανών και την μείωση μισθών και συντάξεων, προς όφελος του κεφαλαίου εν γένει. Αυτό που επιδιώκει η Γερμανία είναι να μην χρειαστεί ξανά να πληρώσει, όπως πλήρωσε πρόσφατα έστω κι αν τα χρήματα που έδωσε σε τελικά ανάλυση πήγαν στα ταμεία των γερμανικών τραπεζών που έχουν αγοράσει ελληνικά ομόλογα. Ακόμη κι έτσι όμως και παρότι η δημοσιονομική πολιτική έγινε ακόμη πιο σφιχτή με τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν Ισπανία κι Πορτογαλία, το Βερολίνο θέλει να αποτρέψει νέες αφορμές χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής – όπως συνέβη με την πρόσφατη αγορά κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ύψους 16,5 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο της απόφασης των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης της 9ης Μαΐου. Η διαδικασία έγκρισης των κρατικών προϋπολογισμών από την γερμανική Βουλή θα ευνοήσει άμεσα το ελληνικό κεφάλαιο καθώς οι διαταγές της Γερμανίας για άγριες περικοπές στον προϋπολογισμό θα στηρίξουν τα δικά του συμφέροντα. Παρόλα αυτά το δικαίωμα βέτο που αποκτά το Τέταρτο Ράιχ από τις μισθολογικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού μέχρι τις επιχορηγήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανοίγει τον δρόμο ώστε μετά τη νομισματική πολιτική το αστικό κράτος να παραιτηθεί κι από τον τυπικό έστω έλεγχο της δημοσιονομικής πολιτικής. Πρόκειται για μεγάλης σημασίας αλλαγή, πραγματική τομή στο πλαίσιο και το περιεχόμενο άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Είναι αναγκαίο ωστόσο να ειπωθεί πως ακόμη κι αυτό το μέτρο που συνιστά μια νέα οικονομική και πολιτική κατοχή και θα οδηγήσει σε πείνα, δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Οι αποκλίσεις των εσόδων από τα έξοδα μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται αντιμετωπίσιμες αν η εργατική τάξη οδηγηθεί στην εξαθλίωση, κατά βάθος όμως αποτελώντας διαθλασμένη έκφραση της άλωσης της ελληνικής οικονομίας από τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, συνιστούν το αποτέλεσμα κι όχι την αιτία. Υπό αυτή την έννοια ακόμη κι από μηδενική βάση, ισοσκελισμένο δηλαδή προϋπολογισμό, να ξεκινούσε ο ελληνικός καπιταλισμός, η δημιουργία ελλειμμάτων θα ήταν ξανά θέμα χρόνου κι άμεσο αποτέλεσμα των ανισοτήτων που γεννά το ενιαίο νόμισμα, προς όφελος του γερμανικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό το λόγο η έξοδος από το ευρώ στην πορεία αντικαπιταλιστικής Εξόδου από την ΕΕ, αποτελεί μοναδική προϋπόθεση για την υπέρβαση της τρέχουσας δημοσιονομικής κρίσης, στο πλαίσιο μιας σειράς αλληλοσυμπληρούμενων στόχων όπως η παύση πληρωμών, η κρατικοποίηση τραπεζών κι ο περιορισμός στη διεθνή κίνηση κεφαλαίων έτσι ώστε να καταστούν εφικτές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, αύξηση δαπανών για παιδεία και υγεία κοκ.

Στον αντίποδα αυτών των μέτρων (που η δυνατότητα υλοποίησής τους θεμελιώνεται από την εκρηκτική αύξηση του κοινωνικού πλούτου), ο επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, ζήτησε νέες μειώσεις στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα. Η ανακοίνωσή του (που διαψεύσθηκε μεν αλλά με την ταυτόχρονη υπογράμμιση της ανάγκης βελτίωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας…) έγινε μια μέρα πριν φθάσει η πρώτη δόση του δανείου στην Τράπεζα της Ελλάδας, ύψους 20 δισ. ευρώ και προετοιμάζει το έδαφος για τα νέα μέτρα που θα απαιτηθούν εν όψει της δεύτερης δόσης, ύψους 9 δισ. ευρώ που θα καταβληθεί τον Σεπτέμβρη και της τρίτης ισόποσης δόσης που θα καταβληθεί τον Δεκέμβρη. Η απαίτηση κι άλλων αντιλαϊκών μέτρων εμφανίζεται ήδη επιβεβλημένη για την τρόικα και την κυβέρνηση Παπανδρέου στο ραγδαία επιδεινούμενο οικονομικό περιβάλλον αυξανόμενου πληθωρισμού (κατά 4,7% αυξήθηκε τον Απρίλη σε σχέση με τον Μάρτη), ραγδαίας πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης και ύφεσης, που οδηγεί σε ναυάγιο τους στόχους αύξησης των φορολογικών εσόδων. Κατ’ επέκταση, η κινδυνολογία του Μαξίμου με αφορμή την μεγάλη επιτυχία της απεργιακής συγκέντρωσης της Πέμπτης (τυχόν ανατροπή ή καθυστέρηση εφαρμογής των μέτρων θα φέρει νέα, ακόμη πιο σκληρά) αποδεικνύεται εκ προοιμίου αβάσιμη καθώς τα νέα, πιο σκληρά μέτρα είναι ήδη προ των πυλών κι η ανακοίνωσή τους θέμα χρόνου. Γι αυτό τον λόγο η ανατροπή του μνημονίου συνεργασίας με την τρόικα αποτελεί μονόδρομο για τους εργαζόμενους!

Η επιστροφή της Ουκρανίας στην αγκαλιά της Ρωσίας (Μετροπόλιταν, 1-2/5/2010)

Για πενήντα και πλέον χρόνια η Γιάλτα συμβόλιζε το αμετάβλητο της μεταπολεμικής γεωπολιτικής ισορροπίας. Την τελευταία εικοσαετία ωστόσο η ίδια πόλη, στην χερσόνησο της Κριμαίας στην Ουκρανία, αποτελεί τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα της γεωπολιτικής αστάθειας και του ανηλεούς ανταγωνισμού για διεύρυνση των σφαιρών επιρροής μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Κι η συμφωνία που υπογράφτηκε την προηγούμενη Τετάρτη 22 Απρίλη μεταξύ Μόσχας και Κιέβου επισφραγίζει την ήττα των αμερικανικών σχεδίων επέκτασης και την επανάκτηση από τη μεριά της Ρωσίας της επιρροής που διέθετε στις γειτονικές της χώρες.

Με βάση τα όσα συμφωνήθηκαν, που μένει να επικυρωθούν από τα κοινοβούλια των δύο χωρών, η Ρωσία θα συνεχίζει να χρησιμοποιεί την χερσόνησο της Κριμαίας στην Μαύρη Θάλασσα για να ελλιμενίζεται ο στόλος της για 25 ακόμη χρόνια, ενώ η συμφωνία θα μπορεί να επεκταθεί για 5 χρόνια επιπλέον. Δεδομένου ότι η υπάρχουσα συμφωνία (που υπογράφτηκε το 1997) λήγει το 2017, η Μόσχα εξασφάλισε ότι τουλάχιστον μέχρι το 2042 θα μπορεί να ελέγχει από την Κριμαία όλη τη Μαύρη Θάλασσα και φυσικά τον Καύκασο. Πρόκειται για μια τεράστια στρατηγική επιτυχία που υπογραμμίζεται αν θυμηθούμε την βύθιση το καλοκαίρι του 2008, στο μέσο του πολέμου στη νότια Οσετία, ενός γεωργιανού πλοίου που μετέφερε πυραύλους στο καθεστώς του Σαακασβίλι. Η Μόσχα επομένως θα συνεχίσει να ελέγχει δια θαλάσσης το μαλακό της υπογάστριο τον Καύκασο.

Στο εσωτερικό της Ουκρανίας πάντως η συμφωνία προκάλεσε αντιδράσεις στην αντιπολίτευση που ακόμη είναι ζαλισμένη από την πρόσφατη ήττα της. Η πρώην πρωθυπουργός, Γιούλια Τιμοσένκο, που είχε συγκρουστεί σφοδρότατα με τον πρώην σύμμαχό της και πρόεδρο μέχρι πρόσφατα της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιουστσένκο, κατήγγειλε τη συμφωνία επικαλούμενη άρθρο του συντάγματος που απαγορεύει τη φιλοξενία στο ουκρανικό έδαφος ξένων στρατιωτικών βάσεων. Ωστόσο, παρά τη σφοδρότητά τους οι αντιδράσεις της Τιμοσένκο πιο μεγάλη απήχηση βρήκαν στον διεθνή Τύπο παρά στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι μεγαλύτερες απειλές για τη σταθερότητα και την ευημερία της προήλθαν από τη σύγκρουση με τη Μόσχα κι όχι από τη στενότερη συνεργασία μαζί της.

Ως ανταπόδοση η Γεωργία εξασφάλισε μείωση κατά 30% των τιμών που αγοράζει το φυσικό αέριο από τη Ρωσία, η τιμή του οποίου στο εξής από 300 δολ. τα 1.000 κυβικά μέτρα αναμένεται να πέσει στα 200 δολ. Ιδιαίτερη δε σημασία έχει το γεγονός ότι η μορφή της μείωσης της τιμής που εξασφαλίσθηκε αναφέρεται σε απαλλαγή της Ουκρανίας από εξαγωγικούς δασμούς. Στην ίδια δε συμφωνία προβλέπεται η συνεργασία των δύο χωρών στους τομείς των κατασκευών, της ενέργειας, των μεταφορών κ.α. Σε αυτό το πλαίσιο αναμένεται να ξεκινήσει η κατασκευή μιας γέφυρας που να ενώνει την Κριμαία με τον ρωσικό Καύκασο. Επίσης, η Ρωσία αναμένεται να αποκτήσει το 50% συν 1 του μετοχικού κεφαλαίου της ουκρανικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας Αντόνοβ που τα τελευταία χρόνια υπολειτουργεί λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ουκρανία. Η κρίση μάλιστα έφθασε σε τέτοιο σημείο ώστε η χώρα προσέφυγε στο ΔΝΤ, το οποίο μάλιστα προεκλογικά διέκοψε την παροχή ρευστού, επειδή η κυβέρνηση της Ουκρανίας αρνήθηκε να εφαρμόσει τα μισητά, εξοντωτικά για την κοινωνική πλειοψηφία, προγράμματα λιτότητας που είχε απαιτήσει. Εν είδει παρενθέσεως: Ακόμη κι η κυβέρνηση της Ουκρανίας, έχοντας απολέσει προ πολλού τη νομιμοποίησή της, είπε κι ένα όχι στο ΔΝΤ. Η ελληνική κυβέρνηση θα βρει το πολιτικό θάρρος να το κάνει άραγε;

Η είσοδος της Ρωσίας στην ουκρανική αεροναυπηγική βιομηχανία (που θα πραγματοποιηθεί μέσω της United Aircraft Cooperation – UAC) δεν είναι νέο σχέδιο. Είχε ξεκινήσει να προωθείται το 2006, αλλά διακόπηκε λόγω της ανατροπής του προέδρου Βίκτορ Γιανούκοβιτς από τον Βίκτορ Γιουστσένκο και την Γιούλια Τιμοσένκο, με όχημα την λεγόμενη πορτοκαλί επανάσταση. Οπότε η πρόσφατη ατιμωτική εκλογική ήττα, στα όρια της συντριβής, των δύο πρωταγωνιστών της «πορτοκαλί επανάστασης» στις εκλογές του Ιανουαρίου σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου πιέσεων της Ρωσίας όλη την προηγούμενη δεκαετία με μοχλό τις «έγχρωμες επαναστάσεις», που ως κοινό γνώρισμα είχαν την εκδίωξη από τις κυβερνήσεις πολιτικών που πρόσκεινταν φιλικά προς τη Ρωσία και την ανάληψη της εξουσίας από φιλοαμερικανούς ηγέτες, σπουδαγμένους ακόμη και στις ΗΠΑ. Το παράδειγμα της Γεωργίας με την εκδίωξη του Έντουαρντ Σεβαρντνάτζε και την ανάδειξη του Μικαΐλ Σαακασβίλι στην ηγεσία της χώρας το Νοέμβριο του 2003 στο πλαίσιο ενός παλατιανού πραξικοπήματος που βαφτίστηκε «επανάσταση των ρόδων» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό. Άνοιξε άλλωστε και την αυλαία μιας σειρά κυβερνητικών ανατροπών που λειτούργησαν σαν θηλιά γύρω από τη Ρωσία. Η παγκόσμια πρώτη πάντως αυτών των ανατροπών συνέβη στη Σερβία με την σύλληψη του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και την παράδοσή του στο ΝΑΤΟϊκό Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης όπου πρωταγωνιστικό ρόλο (με την παροχή ζεστού χρήματος και «καυτών» πολιτικών συμβουλών) διαδραμάτισε το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, υπό την ηγεσία τότε του Γιώργου Παπανδρέου…

Επιστρέφοντας στην Ουκρανία, η συμφωνία που υπέγραψε ο ρώσος πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεβ με τον ουκρανό ομόλογό του Βίκτορ Γιανούκοβιτς σηματοδοτούν το κλείσιμο αυτής της παρένθεσης, που συνέπεσε με την προεδρία στον Λευκό Οίκο του Τζορτζ Μπους. Ευρύτερα δε, έρχεται να υπογραμμίσει τη συρρίκνωση της επιρροής της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει με τη Ρωσία. Η απόφασή της να μειώσει την τιμή του φυσικού αερίου που πληρώνει η Ουκρανία μέσω της κατάργησης σχεδόν των εξαγωγικών δασμών φέρνει στην επιφάνεια τα σχέδια του Κρεμλίνου για τη δημιουργία μιας οικονομικής κοινότητας που στο μέλλον δεν αποκλείεται να αποκτήσει και κοινό νόμισμα. Ήδη η Ρωσία έχει υπογράψει πλήθος συμφωνιών με τη Λευκορωσία και το Καζακστάν στην κατεύθυνση συγκρότησης μιας τελωνειακής ένωσης. Το αρχικό σχέδιο θέλει την ολοκλήρωση της ενιαίας οικονομικής ζώνης μέχρι το 2012. Ο ρώσος πρωθυπουργός δε, Βλαντίμιρ Πούτιν, που όλα δείχνουν ότι θα διεκδικήσει ξανά την προεδρία της Ρωσίας στις εκλογές του 2012, έχει απευθύνει κάλεσμα και στην Ουκρανία για να συμμετέχει. Ενδεχόμενη θετική ανταπόκριση του Κιέβου, που είναι πολύ πιθανή μετά την εκλογική νίκη του Γιανούκοβιτς και, το σημαντικότερο, ώριμη μετά τις τελευταίες συμφωνίες θα δημιουργήσει μια αγορά 213 εκ. κατοίκων που μακροπρόθεσμα φιλοδοξεί να αμφισβητήσει τις ΗΠΑ και την ΕΕ και τη νομισματική τους ηγεμονία μέσω του δολαρίου και του ευρώ.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι άμεσα παύει η φερεγγυότητα της Ρωσίας ως προμηθευτής φυσικού αερίου στη Δυτική Ευρώπη να επαφίεται στις καθημερινές διαθέσεις του κάθε τυχάρπαστου πολιτικού της Ουκρανίας και φυσικά στα σχέδια των ΗΠΑ. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε με την Ουκρανία για το φυσικό αέριο δεν λύνει μόνο ένα τεράστιο πρόβλημα για την ίδια. Αλλά, κι η Ρωσία επίσης ξέρει ότι η διέλευση του αερίου προς τη Δύση θα γίνεται στο εξής απρόσκοπτα και δεν πρόκειται να επαναληφθούν «πειρατικές» πρακτικές του παρελθόντος που εξέθεσαν ανεπανόρθωτα τη Μόσχα, εμφανίζοντάς την ως αφερέγγυα και δίνοντας επιχειρήματα στους Ευρωπαίους και τους Αμερικάνους που έθεταν ως στόχο άμεσης προτεραιότητας και ζωτικής σημασίας την απεξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από τη Ρωσία.

Η νέα Γιάλτα επομένως δεν είναι και τόσο συμβατή με τους αμερικανικούς σχεδιασμούς…

Αρέσει σε %d bloggers: