Προ των πυλών η καταστροφή στην Ιντλίμπ

Σημαδιακή ημέρα η Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020 για τη Συρία. Μετά από οκτώ χρόνια, για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε πτήση από τη Δαμασκό στο Αλέπο. Το αεροπλάνο κατά την προσγείωση του, μετά από την πτήση διάρκειας 40 λεπτών, υποδέχθηκε στρατιωτική μπάντα, ενώ την ίδια ώρα αεροπλάνα της συριακής πολεμικής αεροπορίας πραγματοποιούσαν χαμηλές πτήσεις, γιορτάζοντας το γεγονός και κάνοντας ταυτόχρονα επίδειξη δύναμης. Τα πράγματα βέβαια ακόμη και στο Αλέπο δεν είναι τόσο ειδυλλιακά όσο φαίνονταν κατά την προσγείωση του επιβατικού αεροπλάνου στο αεροδρόμιο, το οποίο να σημειωθεί ότι είχε ανοίξει ξανά το 2017 για να κλείσει σχεδόν αμέσως για λόγους ασφαλείας, ή όσο έδειχναν λίγες ώρες νωρίτερα όταν οι υπουργοί Μεταφορών και Τουρισμού εγκαινίαζαν το αεροδρόμιο…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου, αντάρτες του Συριακού  Εθνικού Στρατού που χρηματοδοτούνται και εξοπλίζονται από την Τουρκία λειτουργώντας σαν το μακρύ της χέρι, προκάλεσαν την κατάρριψη ενός κυβερνητικού ελικοπτέρου εγκαινιάζοντας μια νέα, πιθανότατα την τελευταία, κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Την επομένη συριακές επίγειες δυνάμεις και ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα SU-35 βομβάρδισαν τις θέσεις των μισθοφόρων της Τουρκίας, οδηγώντας τους έξω από την πόλη.

Την ίδια μέρα ξεκίνησε κι ο νέος γύρος των διαπραγματεύσεων μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας στη ρωσική πρωτεύουσα, κομίζοντας τα ίδια αποτελέσματα που έφεραν κι άλλοι γύροι διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κρατών στο Μόναχο και στις δύο πρωτεύουσες: το απόλυτο κενό. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι ότι η μια χώρα εγκαλεί την άλλη για παραβίαση της Συμφωνίας του Σότσι, που υπογράφτηκε το 2018, καλώντας την άλλη να σεβαστεί το γράμμα της. Η αλήθεια είναι πώς και οι δύο έχουν …δίκιο. Η συμφωνία που υπέγραψαν Πούτιν και Ερντογάν στις 17 Σεπτεμβρίου 2018 έβριθε από αμφισημίες σε τέτοιο βαθμό ώστε αμφότεροι όσο την παραβιάζουν τόσο άνετα να την επικαλούνται.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία επικρίνει τη Ρωσία επειδή παραβιάζει το δεύτερο άρθρο της, βάσει του οποίου θα λάβαινε όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την εκεχειρία εντός και πέριξ του Ιντλίμπ, αποτρέποντας στρατιωτικές επιχειρήσεις και επιθέσεις. Σε αυτή την κατηγορία των επιχειρήσεων και των επιθέσεων η Άγκυρα εντάσσει όχι μόνο την αντεπίθεση του συριακού στρατού αλλά και τους μαζικούς βομβαρδισμούς της ρωσικής αεροπορίας σε νοσοκομεία και αγορές. Η Ρωσία από τη μεριά της εγκαλεί την Τουρκία επειδή παραβιάζει το δέκατο άρθρο της συμφωνίας, που καλεί στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στην ζώνη αποκλιμάκωσης του Ιντλίμπ. Οι υψηλοί προστάτες του Άσαντ υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις των κατσαπλιάδων μισθοφόρων της Άγκυρας στο Ιντλίμπ νομιμοποιούν τον συριακό κυβερνητικό στρατό να επιχειρεί εντός του Ιντλίμπ.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού είναι πώς η συριακή κυβέρνηση, αν πριν ένα ή δύο χρόνια αποδέχτηκε μια συμφωνία που ντε φάκτο κατακερμάτιζε τη χώρα, περιορίζοντας την κυριαρχία της, πλέον πετάει σαν περιττό βαρίδι αυτή τη συμφωνία. Όσο ανακτά τις δυνάμεις της και συντρίβει μία – μία τις ομάδες των τζιχαντιστών, παραβιάζει παλιότερες συμφωνίες διεκδικώντας την ανάκτηση της εδαφικής ενότητας της Συρίας και της εθνικής της κυριαρχίας. Κι αυτό ακριβώς είναι που δεν εννοεί να χωνέψει η Τουρκία κι απειλεί να προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική τραγωδία.

Ήδη, οι συνθήκες στο Ιντλίμπ είναι περισσότερο από δραματικές. Από την 1η Δεκεμβρίου, όταν ξεκίνησε η επίθεση του συριακού στρατού, το έχουν εγκαταλείψει περισσότεροι από 900.000 άνθρωποι, εκ των οποίων πάνω από τους μισούς είναι παιδιά. Εξ αυτών 600.000 έχουν συγκεντρωθεί κοντά στα σύνορα με την Τουρκία υπό συνθήκες πολικού ψύχους, με παιδιά και κάθε είδους ευάλωτους ανθρώπους να πεθαίνουν καθημερινά από τις κακουχίες. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική ιστορία τρόμου του 21ου αιώνα»… Εντός του Ιντλίμπ περισσότεροι από 300 άμαχοι έχουν πεθάνει, με τους περισσότερους εκ των οποίων να έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, από ρωσικά και συριακά πυρά…

Μια τουρκική επίθεση, που είναι θέμα χρόνου όπως δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας στους βουλευτές του την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου, θα οδηγήσει την ανθρωπιστική κρίση στα άκρα. Πολύ περισσότερο που η Ρωσία δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια. Μάλιστα, η δήλωση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ότι θα «πρόκειται για μια επιχείρηση εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Συριακής Δημοκρατίας και των ενόπλων δυνάμεων της Συριακής Δημοκρατίας η οποία θα είναι η χειρότερη επιλογή», έστειλε πολλά και διαφορετικά μηνύματα στην Άγκυρα που δεν περιορίζονται μόνο στην στρατιωτική απάντηση που θα ακολουθήσει. Αφορούν και τις διπλωματικές τους σχέσεις που θα δοκιμαστούν για πρώτη φορά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Πιο κοντά Μέρκελ και Πούτιν

Μόνο ήσσονος σημασίας δεν είναι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ Μόσχας και Βερολίνου. Σημαντικότερη όλων η συμφωνία της Γερμανίας στις κυρώσεις που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη Ρωσία το 2014 με αφορμή την Ουκρανία, όταν η Μόσχα προσάρτησε τη χερσόνησο της Κριμαίας απαντώντας έτσι στο πραξικόπημα που έγινε στο Κίεβο. Προς το παρόν αυτές οι διαφορές τέθηκαν στην άκρη. Η επίσκεψη της γερμανίδας καγκελάριου στη ρωσική πρωτεύουσα το Σάββατο 11 Ιανουαρίου ήρθε να επιβεβαιώσει τους δεσμούς που συνδέουν τις δυο χώρες και τη δυνατότητα περαιτέρω συνεργασίας και εμβάθυνσης αυτών των σχέσεων.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τα θέματα που κυριάρχησαν στις συνομιλίες ήταν δύο: ο αγωγός Nordstream II που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στη Δυτική Ευρώπη και ζητήματα γεωπολιτικού ενδιαφέροντος με έμφαση στο Ιράν και τη Λιβύη.

Στα απόνερα της δολοφονίας από τους Αμερικανούς, με προσωπική εντολή μάλιστα του ίδιου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, του ιρανού στρατηγού Κασίμ Σουλεϊμανί έξω από το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, ο Πούτιν ξεκαθάρισε ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε νέα περίοδο έντασης. Οι πυραυλικές επιθέσεις σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που ακολούθησαν, χωρίς να υπάρχουν θύματα, επιβεβαίωσαν την εκτίμηση του ρώσου προέδρου, που πιθανότατα ήταν και το ζητούμενο της δολοφονίας του Σουλεϊμανί, εκ μέρους της Ουάσιγκτον. Υπό αυτή την προοπτική, και οι δύο ηγέτες έκαναν σαφή την πρόθεσή τους να διατηρήσουν ζωντανή την συμφωνία των 6 κρατών για τον έλεγχο των πυρηνικών του Ιράν που υπογράφτηκε το 2015 επί Ομπάμα. Η συμφωνία που έφερε επιπλέον την έγκριση του ΟΗΕ ακυρώθηκε επί της ουσίας το 2018 όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την μονομερή απόσυρση των ΗΠΑ. Δέχθηκε δε τη χαριστική βολή μετά τη δολοφονία του Σουλεϊμανί όταν το Ιράν ανακοίνωσε πώς παύει να δεσμεύεται από τις προβλέψεις της. Στο ενδιάμεσο, οι Ευρωπαίοι υπόσχονταν να την διατηρήσουν εν ζωή μέσω δημιουργίας ειδικών χρηματοδοτικών μηχανισμών, ενώ ο Τραμπ που επέβαλε την μια οικονομική κύρωση μετά την άλλη παρότι οι ελεγκτές πιστοποιούσαν την συμμόρφωση του Ιράν, απαιτούσε η Τεχεράνη να παγώσει την ανάπτυξη του προγράμματος, βάσει των όρων της συμφωνίας. Μιλώντας η Μέρκελ, δεν έκρυψε ότι δεν θεωρεί ιδανική τη συμφωνία, παρόλα αυτά πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για την διάσωσή της.

Το σημαντικότερο ζήτημα ωστόσο των συνομιλιών αφορούσε τον αγωγό Nordstream II, λόγω των κυρώσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ λίγες μέρες πριν εκπνεύσει το 2019 σε όσες εταιρείες παίρνουν μέρος στην κατασκευή του. Ο νόμος ψηφίστηκε με δικομματική συναίνεση, προκαλώντας έκπληξη δεδομένης της σύγκρουσης μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών για την καθαίρεση του Τραμπ. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι με την κατασκευή του αγωγού που προωθεί η Gazprom από κοινού με άλλες 5 ενεργειακές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των γερμανικών Wintersahll και Uniper η Ρωσία θα ελέγχει ενεργειακά την Ευρώπη, καθώς έτσι θα μονοπωλεί την τροφοδοσία φυσικού αερίου.

Στην πραγματικότητα αλλού βρίσκεται η ενόχληση των ΗΠΑ. Αρχικά, στο γεγονός ότι η Ουκρανία χάνει το σημαντικότερο μέσο απειλών προς τη Ρωσία που ήταν οι αγωγοί οι οποίοι διέρχονταν από το ουκρανικό έδαφος. Από το νέο αγωγό Nord Stream θα διέρχονται ετησίως 55 δισ. κυβικά μέτρα, όσα περίπου διέρχονται κι από τον υπάρχοντα Nord Steam, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2011. Αυτή είναι όμως η ποσότητα που πέρναγε από την Ουκρανία. Ο δεύτερος λόγος που εξηγεί το ενδιαφέρον των ΗΠΑ σχετίζεται με τα αμιγώς δικά τους συμφέροντα και δη με τη σχεδιαζόμενη εξαγωγή στην Ευρώπη, υγροποιημένου φυσικού αερίου, το οποίο ψύχεται στους -162 βαθμούς για να συμπιεστεί ο όγκος του και να μεταφερθεί. Στην Ευρώπη υπάρχουν 24 τερματικοί σταθμοί υποδοχής υγροποιημένου αερίου, ενώ η Γερμανία δεν έχει ούτε έναν. Το 2022 θα τεθεί σε λειτουργία ένας σταθμός. Μόνο που το αμερικανικό αέριο είναι πολύ πιο ακριβό, δεν αντέχει επομένως τον ανταγωνισμό. Κι έτσι οι ΗΠΑ για να εμφανίσουν συμφέρον το δικό τους αέριο επιχειρούν μέσω κυρώσεων να απαγορεύσουν την έλευση του ρωσικού στην Ευρώπη. Ο τρίτος λόγος για το οποίο οι ΗΠΑ δεν θέλουν τον αγωγό σχετίζεται με τη μόνιμη τους επιδίωξη να απομονώσουν και να στραγγαλίσουν οικονομικά τη Ρωσία. Ο Nord Stream II δεν εγγυάται μόνο ένα φθηνό υποκατάστατο για τα ευρωπαϊκά σπίτια και τις επιχειρήσεις του γερμανικού αερίου που φθίνει επικίνδυνα καλύπτοντας το 7% της εγχώριας ζήτησης το 2018 έναντι 15% πριν 10 χρόνια. Ο νέος αγωγός, που στις ΗΠΑ έχει χαρακτηριστεί ακόμη κι από επίσημα χείλη ως «δούρειος ίππος της Ρωσίας», εγγυάται επίσης σταθερά έσοδα στο διηνεκές για τη Ρωσία, ενώ μπορεί να αποτελέσει βάση εδραίωσης και εμβάθυνσης της ευρω-ρωσικής πολιτικής συνεργασίας.  Αυτό ακριβώς, που θέλουν να αποφύγουν οι Αμερικανοί, απέδειξε η επίσκεψη της Μέρκελ στη Ρωσία ότι έχει αρχίσει ήδη να επιτυγχάνεται.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Στρίβουν προς Ρωσία οι Σαουδάραβες

Το περιστατικό με το γεράκι που χάρισε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, στη βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας με αφορμή την επίσκεψή του στο Ριάντ με βεβαιότητα ήταν ο ορισμός του ατυχούς: κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα αρχίσει να κουτσουλάει και να λερώνει τη βασιλική αίθουσα, πετώντας από την μια άκρη ως την άλλη του παλατιού, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρόντων. Δεν στερούταν ωστόσο και συμβολισμών∙ καθόλου τιμητικών για το βασιλιά Σαλμάν και περισσότερο για τον διάδοχό του σκοτεινό και αδίστακτο πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, μιας και η επίσκεψη του ρώσου προέδρου στη σαουδαραβική πρωτεύουσα συμπύκνωσε και επισημοποίησε μια μεταβολή στην ισορροπία των δυνάμεων μεταξύ Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας. Στο ένα άκρο της αυτή η νέα ισορροπία έχει μια Ρωσία νικήτρια και αναβαθμισμένη και στο άλλο άκρο την ουαχαμπίτικη μοναρχία ηττημένη και υποβαθμισμένη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό πριν είχε «κλειδώσει» η επίσκεψη του Ρώσου προέδρου στο Ριάντ, αν και με βάση δημοσιεύματα ο σαουδάραβας βασιλιάς κάλεσε τον Πούτιν στο Ριάντ ακριβώς πριν δύο χρόνια, τον Οκτώβριο του 2017, με αφορμή τη δική του επίσκεψη στη Μόσχα. Η τωρινή συγκυρία ωστόσο ήταν ο ορισμός της ευτυχούς για τη Ρωσία λόγω των εξελίξεων στη Συρία. Η αποχώρηση του αμερικανικού στρατού από τη χώρα του Άσαντ κι όσα επακολούθησαν, με την υπαγωγή των Κούρδων στον έλεγχο και τη δικαιοδοσία του κρατικού συριακού στρατού κι όλων αυτών υπό την ομπρέλα της Ρωσίας, σηματοδοτεί την αναβάθμιση του ρόλου της Ρωσίας σε όλες τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η θέση που πλέον καταλαμβάνει ξεπερνάει πιθανά κι όσα είχε καταφέρει η Σοβιετική Ένωση στην ταραγμένη αυτή περιοχή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Μάρτυρας είναι οι 20 συμφωνίες που υπέγραψε ο Πούτιν στο Ριάντ (και αφορούν από ενέργεια και μεταφορικά μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη) με την οικονομική τους αξία (2 δισ. δολ.) να είναι αντιστρόφως ανάλογη της πολιτικής. Για να την αξιολογήσουμε αρκεί μια ματιά στα όσα έχουν εξελιχθεί τα λίγα τελευταία χρόνια πέριξ κι εντός της Σαουδικής Αραβίας. Εν συντομία: Πρώτο, η επέμβαση στην Υεμένη που χρονολογείται από το 2015 έχει μετατραπεί στο Βιετνάμ της Σαουδικής Αραβίας. Δεύτερο, οι απαντήσεις του Ιράν σε κάθε τεστάρισμα των διαθέσεων και της πολεμικής του ετοιμότητας από ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία αποδεικνύουν αυτό που όλοι ξέρουμε: Ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι πολύ σκληρή ακόμη για να της επιτεθείς. Για να πεθάνει ούτε λόγος… Τρίτο, ο στενότερος σύμμαχος και φίλος των Σαούντ δεν είναι μόνο ασταθής αλλά αποδεικνύεται και αναποτελεσματικός. Η συμφωνία που υπέγραψε ο Ομπάμα με το Ιράν το 2015, η ευκολία με την οποία οι ΗΠΑ «άδειασαν» τον δικτάτορα της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ στο απόγειο της Αραβικής Άνοιξης σπεύδοντας να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και το, χειρότερο όλων, τα συμβόλαια αγοράς στρατιωτικού υλικού ύψους 100 δισ. δολ. που υπέγραψε το Ριάντ με τον Τραμπ τον Ιούνιο του 2017 τα οποία απέτυχαν να προστατεύσουν τις εγκαταστάσεις της Αράμκο από μια επίθεση μη επανδρωμένων στις 14 Σεπτεμβρίου που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η μισή παραγωγή της Σαουδικής Αραβίας και να χάσει εκ. δολάρια σε λίγα λεπτά αποδεικνύουν ένα πράγμα: Ότι οι ΗΠΑ είναι πολύ οπορτουνιστική δύναμη για να την εμπιστευθείς. Τουλάχιστον, για να συνεχίσει να ευδοκιμεί και στη διπλωματία η μονοκαλλιέργεια που ανθεί στη σαουδαραβική οικονομία κι αποδεδειγμένα αποτελεί μόνον αιτία δεινών.

Προφανώς, η Σαουδική Αραβία δεν θα πάψει να είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, μετά εννοείται από το Ισραήλ. Και γι’ αυτό το λόγο στέλνουν 3.000 επιπλέον στρατιώτες κι αναβαθμισμένα συστήματα αεράμυνας στη χώρα. Το άνοιγμα της ωστόσο προς τη Ρωσία θα της επιτρέψει να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το αναβαθμισμένο Ιράν, ελέω εδραίωσης του Άσαντ στην εξουσία, και να αποτρέψει τυχόν υπονομευτικά σχέδια εναντίον της μιας και ειδικά εντός της Συρίας κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει ότι από τα ταμεία της σουδαραβικής οικογένειας χρηματοδοτούνταν οι κατσαπλιάδες που ξεκίνησαν τον εμφύλιο στη Συρία.

Ενδεικτικό του βάθους της φιλο-ρωσικής στροφής των Σαούντ, πέραν της κοινής γραμμής με τη Ρωσία για τη διατήρηση της παραγωγής του ΟΠΕΚ σε ελεγχόμενα επίπεδα για να μην  πέσει την τιμή του – πρακτικές που μόνον εκνευρισμό προκαλούν στην Ουάσιγκτον, είναι επιπλέον και η συζήτηση με τη Ρωσία για αγορά του αναβαθμισμένου πυραυλικού συστήματος S400. Μένει να δούμε αν στο προσεχές μέλλον επαναληφθεί και στη Σαουδική Αραβία το έργο που είδαμε στην Τουρκία, με την αγορά των ρωσικών πυραύλων να εξελίσσεται σε αιτία πολιτικού πολέμου με τις ΗΠΑ, ή αν οι Σαουδάραβες απλώς εκβιάζουν τους Αμερικάνους ζητώντας λίγη παραπάνω …value for money.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Ρωσία – Τουρκία: το φλερτ γίνεται γάμος

Η επιταχυνόμενη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας είναι γεγονός αναντίρρητο. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι το μέρος κατά το οποίο η σμίκρυνση της απόστασης μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας οφείλεται σε δική τους πρωτοβουλία και επιλογή και εκείνο το μέρος που οφείλεται στην …Ουάσιγκτον.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μένει να αποδειχθεί με άλλα λόγια σε ποιο βαθμό η επιθετική πολιτική των ΗΠΑ ωθεί τον Ερντογάν στην αγκαλιά του Πούτιν. Τα όσα εξελίσσονται τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την συμφωνία αγοράς των ρωσικών πυραύλων S400 από την Τουρκία είναι πέρα για πέρα ενδεικτικά.

Οι ΗΠΑ διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση και με κάθε τόνο ότι η Άγκυρα θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στους ρωσικούς πυραύλους και τα νέας γενιάς 100 μαχητικά αεροσκάφη F35 που έχει ήδη παραγγείλει. Την αιτία την περιέγραψαν με μια απειλητική επιστολή τους στους New York Times 4 Αμερικάνοι κοινοβουλευτικοί που προέρχονται μάλιστα κι από τα δύο κόμματα, για να μη μείνει καμμιά αμφιβολία πώς πρόκειται για διακομματική επιλογή: «καθώς οι S400 είναι το σύστημα που δημιούργησε η Ρωσία για να καταρρίπτει τα F35, η αγορά τους από την Τουρκία θα δημιουργούσε έναν απαράδεκτο κίνδυνο επειδή τα ραντάρ τους θα έδιναν τη δυνατότητα στο ρωσικό στρατό να καταλαβαίνει πώς λειτουργούν τα F35».

Οι απειλές κλιμακώθηκαν με την προειδοποίηση του αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς ότι αν η Τουρκία δεν αναθεωρήσει την επιλογή της τότε διακυβεύεται ακόμη κι η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ! Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν όχι μόνο απρόβλεπτη αλλά και δηλωτική του βάθους του ρήγματος στις σχέσεις των δυο χωρών, με τον τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να απαντάει, απειλητικά, ότι αν ακυρωθεί η παράδοση των F35 τότε η Τουρκία θα πρέπει να καλύψει τις ανάγκες της από …αλλού. Για όποιον δεν κατάλαβε, η Τουρκία απειλεί ότι θα αγοράσει και μαχητικά αεροπλάνα από τη Ρωσία!

Να αναφερθεί ότι οι ΗΠΑ ανάλογες απειλές εκτοξεύουν κι εναντίον της Αιγύπτου με αφορμή την απόφασή της να αγοράσει 20 ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα Su35. Ο Μάικ Πομπέο αυτή τη φορά απείλησε το Κάιρο ότι θα ενεργοποιηθεί εναντίον του ο ίδιος νόμος που θα ενεργοποιηθεί και κατά της Τουρκίας (CAATSA) κι ο οποίος ψηφίστηκε το 2017 στοχεύοντας το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και τη Ρωσία.

Μόνο που η Τουρκία, αντίθετα με την Αίγυπτο, διατηρεί τη δυνατότητα των ελιγμών και της αναθεώρησης της εξωτερικής της πολιτικής ως απάντηση στις αμερικανικές πιέσεις. Αντιπροσωπευτικά είναι τα όσα διαμείφθηκαν στη ρωσική πρωτεύουσα στις 8 Απριλίου με αφορμή τη συνεδρίαση του ανώτατου συμβουλίου συνεργασίας Ρωσίας – Τουρκίας. Στο πλαίσιο του οι ηγέτες των δύο χωρών συναντήθηκαν για τρίτη φορά εντός του 2019! Κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων τους περίσσεψαν οι δεσμεύσεις για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Εντός του 2018, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αυξήθηκαν κατά 16% φθάνοντας τα 25 δισ. δολ., ενώ το ύψος των επενδύσεων κι από τις δύο χώρες ανέρχεται σε 20 δισ. δολ. Με βάση τον τούρκο ηγέτη, στόχος των δύο χωρών είναι η αξία του διμερούς εμπορίου να φτάσει τα 100 δισ., να αυξηθεί δηλαδή 4 φορές. Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά προϊόντα, η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Τουρκία. Το 2018 εισήγαγε από τη Ρωσία 24 δισ. κυβικά μέτρα αερίου, καλύπτοντας σχεδόν το ήμισυ των αναγκών όλης της χώρας. Η λειτουργία δε του νέου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Turkstream θα αυξήσει σημαντικά την παροχή ρωσικού αερίου στους τούρκους καταναλωτές. Στα στρατηγικής σημασίας έργα που υλοποιούν οι δύο χώρες περιλαμβάνεται η ρωσική αποβάθρα σε τούρκικο λιμάνι της Μαύρης θάλασσας και φυσικά το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακογιού που αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2023, αν φυσικά ξεπερασθεί το οξύτατο πρόβλημα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει.

Η πορεία των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων που οξύνονται διαρκώς πολύ πιθανά θα κριθεί στη Συρία. Τουρκία και Ρωσία δηλώνουν δημοσίως ότι δεσμεύονται σε δυο στόχους για τη χώρα των Άσαντ: την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την εδαφική της ακεραιότητα. Και οι δύο στόχοι ελάχιστα αφορούν στη Συρία. Στοχεύουν στους Κούρδους της Συρίας που, παρά τη φαινομενική ηρεμία που επικρατεί, συνεχίζουν μετά τη συντριβή του ISIS να βελτιώνουν τις θέσεις τους στα ανατολικά της χώρας. Μόλις τον Μάρτιο μια δύναμη 60.000 μαχητών από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), που πολεμούν πλάι – πλάι με τους 2.000 Αμερικανούς  πήρε από τον έλεγχο των ισλαμιστών την πόλη Μπαγκχούζ στα σύνορα με το Ιράκ που αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο του ISIS.  Ακόμη ωστόσο κι αυτή η τελευταία πράξη του δράματος του ISIS δεν θα σημάνει την αποχώρηση των Αμερικανών.

Με βάση δηλώσεις του Τραμπ θα παραμείνουν στη Συρία 400 αμερικανοί στρατιώτες, για να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Μεταξύ άλλων ότι ο Άσαντ και οι σύμμαχοι του, Ρωσία και Τουρκία, δεν θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Οι Αμερικάνοι θα παραμείνουν εκεί για να προστατεύουν τους Κούρδους, διασπώντας στην πράξη τη Συρία κι αφήνοντας για το μέλλον ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν ένα πρόπλασμα κράτους, όπως έκαναν και στο Ιράκ. Η σημασία που αποδίδουν οι ΗΠΑ φάνηκε από την απειλή που εκτόξευσαν κατά της Τουρκίας δηλώνοντας πώς θα υποστεί καταστροφικές συνέπειες αν κινηθεί εναντίον των Κούρδων. Κάτι όμως που είναι θέμα χρόνου να πράξει η Τουρκία…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Χαίνουσα πληγή για τη Μόσχα ο βόρειος Καύκασος (Επίκαιρα, 8-14/4/2010)

Δυσφορία για την πολιτική ηγεσία της Ρωσίας και φόβο για το αύριο, για το τι μπορεί να επιφυλάσσει η επόμενη είσοδος στο μετρό, πλημμύρισαν τους ρώσους πολίτες την επομένη των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων. Κυρίως η επίθεση στο μετρό της Μόσχας την τελευταία Δευτέρα του Μαρτίου, που προκάλεσε τον θάνατο 39 επιβατών, και δευτερευόντως οι επιθέσεις που ακολούθησαν στο Νταγκεστάν και την Ινγκουσετία την Τετάρτη 31 Μαρτίου και τη Δευτέρα 5 Απρίλη, σκοτώνοντας 14 άτομα, αποτέλεσαν σοκ για τους περισσότερους Ρώσους γιατί υπενθύμισαν αυτό που όλοι οι κάτοικοι της χώρας, κατά ένα μέρος δικαιολογημένα, προτιμούν να ξεχνούν: πώς ο πόλεμος στον Β. Καύκασο είναι εμφύλιος κι όχι κάποιο εξωτερικό μέτωπο της Ρωσίας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι πρόσφατες επιθέσεις έφεραν σε θέση άμυνας την Μόσχα, καθώς απέδειξαν με τον πιο αιματηρό τρόπο την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της για τον έλεγχο του βόρειου Καυκάσου και την εξουδετέρωση των μουσουλμάνων ανταρτών.

Τα θερμά μέτωπα που ταλανίζουν τη Μόσχα στον βόρειο Καύκασο περιλαμβάνουν κυρίως τέσσερις περιοχές, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι μουσουλμανική: Ξεκινώντας από τα ανατολικά, την Κασπία θάλασσα, βρίσκεται το Νταγκεστάν με 2,5 εκ. πληθυσμό, η Τσετσενία με πληθυσμό 1,1 εκ. κατοίκους, η Ινγκουσετία με 400.000 και η λιγότερο προβληματική (μέχρι στιγμής) Καμπαρντίνο Μπαλκαρία. Αποτελώντας τα νότια σύνορα της Ρωσίας στον Καύκασο κι οι τέσσερις αυτές περιοχές συνορεύουν με την Γεωργία που είναι λογικό να υποθέσουμε, λόγω της έχθρας της με την Ρωσία, ότι προσφέρει ασφαλές καταφύγιο στους αυτονομιστές αντάρτες, δυσχεραίνοντας έτσι σε αφάνταστο βαθμό τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Μόσχας. Η στρατηγική δε θέση της περιοχής καθώς ενώνει την Κασπία με την Μαύρη θάλασσα, απ’ όπου διέρχονται οι αγωγοί μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Δύση καθώς κι η πρόσβαση που παρέχει στην Μόσχα προς την Κεντρική Ασία ερμηνεύουν την επιμονή του Κρεμλίνου να διατηρήσει με κάθε κόστος υπό τον έλεγχό του τον βόρειο Καύκασο – χώρια φυσικά του ότι αποτελεί θέμα τιμής για τη Ρωσία.

Η πολιτική ωστόσο της Μόσχας για να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της τον Καύκασο απέτυχε παταγωδώς. Αυτό ήταν το μήνυμα των επιθέσεων στην Μόσχα και τον Καύκασο – όπου οι βομβιστικές επιθέσεις αποτελούν αν όχι καθημερινό, μετά βεβαιότητας συχνότατο φαινόμενο. Σε τέτοιο βαθμό ώστε σύμφωνα με την εφημερίδα Wall Street Journal της 31ης Μαρτίου εισηγήσεις προς το Κρεμλίνο για δημιουργία συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και συναγερμού το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε (δεδομένης της συχνότητας με την οποία εκρήγνονται βόμβες στον β. Καύκασο) θα ήταν να το συνηθίσει ο κόσμος και πολύ σύντομα να πάψει να του δίνει σημασία! Κι η πολιτική της Μόσχας για να διατηρήσει τον Καύκασο υπό τον έλεγχό της συνίσταται στην χρησιμοποίηση της πιο πρωτόγονης και ωμής βίας με την οποία επιδιώκει να εξουδετερώσει τους αυτονομιστές αντάρτες. Φάνηκε ξεκάθαρα από το τηλεοπτικό μήνυμα του ηγέτη των ανταρτών Ντόκου Ουμάροβ, που έχει αυτο-ανακηρυχθεί σε ηγέτη του Εμιράτου του Καυκάσου κι ο οποίος φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κράτος όπου θα ισχύει ο ισλαμικός νόμος της σαρία, ένα «Βαζιριστάν του Καυκάσου» σύμφωνα με το τελευταίο γερμανικό περιοδικό Spiegel. Έλεγε λοιπόν ο εμίρης στο διάγγελμά του λίγες μέρες μετά την επίθεση στην Μόσχα: «Χαμογελάω με οποιονδήποτε καταδικάσει αυτές τις επιχειρήσεις ή με κατηγορήσει για τρομοκρατία. Μπορώ μόνο να χαμογελάσω γιατί δεν άκουσα να κατηγορείται ο Πούτιν για τρομοκρατία με αφορμή το θάνατο πολιτών που δολοφονήθηκαν κατόπιν διαταγών του».

Η πρώτη πράξη σ’ αυτό τον ιδιόμορφο πλειοδοτικό διαγωνισμό αιματοχυσίας και βαρβαρότητας προήλθε από την Μόσχα που έδωσε το έναυσμα για τον δεύτερο πόλεμο της Τσετσενίας. Ο πρώτος ξεκίνησε το 1994 επί Γέλτσιν, όταν μπήκαν τα ρωσικά τανκς στην πρωτεύουσα της Τσετσενίας, Γκρόζνι, και τελείωσε το 1996, με την υπογραφή συμφωνίας ειρήνης μεταξύ της Μόσχας και του ηγέτη των αυτονομιστών Ασλάν Μαστζάντοβ. Ο δεύτερος πόλεμος ξεκίνησε με τις εξαιρετικά αμφιλεγόμενες βομβιστικές επιθέσεις στις εργατικές πολυκατοικίες της Μόσχας το 1999, που προκάλεσαν 309 νεκρούς, κι από πολλούς θεωρούνται έργο όχι των τσετσένων αυτονομιστών αλλά των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών (FSB). Πραγματοποιήθηκαν δε για να διευκολυνθεί η εκλογή του Πούτιν και να επιδιωχθεί ο πλήρης στρατιωτικός έλεγχος της Τσετσενίας – όπως κι έγινε.

Έκτοτε ο βόρειος Καύκασος κι η Τσετσενία ειδικότερα ζει υπό τη συνεχή απειλή των βομβιστικών επιθέσεων ή των αιματηρών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του στρατού και της αστυνομίας. Γι αυτό τον λόγο άλλωστε κι όλες σχεδόν οι βομβιστικές επιθέσεις στην Ινγκουσετία και το Νταγκεστάν στοχεύουν σε τμήματα ή αξιωματικούς της αστυνομίας. Τα θύματα των 90.000 ρώσων στρατιωτών που εισέβαλαν στην Τσετσενία (σε ένα πληθυσμό 1,1 εκ. ατόμων) ανήλθαν σε 40.000 σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις! Παρουσιάζουν ωστόσο ξεχωριστό ενδιαφέρον οι διακυμάνσεις σε αυτό τον κύκλο της βίας. Ειδικότερα (σύμφωνα με την International Herald Tribune της 1ης Απριλίου) ενώ από τον Ιούνη του 2000 μέχρι το Νοέμβρη του 2004 σημειώθηκαν 27 αυτονομιστικές επιθέσεις, από τότε μέχρι τον Οκτώβριο του 2007 επικρατεί νηνεμία κι έκτοτε σημειώνονται 18 νέες επιθέσεις. Πίσω από την περίοδο της ύφεσης την τριετία 2004 – 2007 υπήρχαν δύο μείζονα πολιτικά γεγονότα, το πρώτο από την μεριά των ανταρτών και το δεύτερο από την μεριά της κυβέρνησης. Ειδικότερα, η επίθεση στο σχολείο του Μπεσλάν στη βόρεια Οσετία, όταν η κατάληψη του από αντάρτες καταλήγει μετά την επέμβαση των ρώσων στρατιωτών στον θάνατο 331 παιδιών, σηματοδοτεί τον στιγματισμό των αυτονομιστών και την απώλεια του ηθικού ερείσματος που διέθεταν στον πληθυσμό. Το σημαντικότερο όμως ήταν η πολιτική συμφιλίωσης που ακολούθησε η Μόσχα, με αποτέλεσμα 600 αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους κι οι ρωγμές ν’ αρχίσουν για πρώτη φορά σιγά – σιγά να κλείνουν. Η πολιτική αυτή τινάζεται στον αέρα το 2007 με τον διορισμό του Ραμζάν Καντίροβ στη θέση του προέδρου της Τσετσενίας ο οποίος αναλαμβάνει να εξαλείψει τους εναπομείναντες αυτονομιστικούς θύλακες. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιεί παραστρατιωτικές οργανώσεις (τους Καντιρόβτσι) που σκορπούν τον τρόμο στον ντόπιο πληθυσμό. Εξωδικαστικές εκτελέσεις, μεσαιωνικά βασανιστήρια, βιασμοί, εξαφανίσεις υπόπτων, εκκενώσεις χωριών κι εκδικητικές διώξεις συγγενών αυτονομιστών αναζωπυρώνουν το μίσος εναντίον της Μόσχας και δίνουν μια πρωτοφανή ώθηση στις επιθέσεις που πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην Τσετσενία, αλλά επίσης στο Νταγκεστάν και στην Ινγκουσετία. Έτσι ενώ το 2008 οι νεκροί από τις επιθέσεις των αυτονομιστών ήταν 914, το 2009 έφθασαν τους 1.263, περιλαμβάνοντας στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πολίτες.

Παρόλα αυτά το τελευταίο διάστημα έγιναν ορατές κι άλλες προσεγγίσεις από τη Μόσχα που ποτέ ωστόσο δεν κυριάρχησαν. Ως εμπνευστή τους είχαν τον ρώσο πρόεδρο, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, ο οποίος προκρίνει μια πιο σύγχρονη πολιτική οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης των πληθυσμού του Καυκάσου, που δεν συμπίπτει πλήρως με την πολιτική του Πούτιν η οποία στηρίζεται στην στρατιωτική καταστολή. Η εναλλακτική πολιτική του Μεντβέντεβ φάνηκε πεντακάθαρα με τον πρόσφατο διορισμό του 45χρονου επιχειρηματία Αλεξάντερ Κλοπόνιν, ως ειδικού απεσταλμένου του στην Τσετσενία, ο οποίος επιφορτίστηκε με την οικονομική ανάπτυξη του βορείου Καυκάσου. Πρόκειται για προσέγγιση πολύ πιο σφαιρική μια και το πρόβλημα της περιοχής δεν είναι η τζιχάντ που κήρυξε ένας εκκολαπτόμενος μπιν Λάντεν του Καυκάσου, που αγγίζει τα όρια της γραφικότητας. Κυρίως είναι ένα εκρηκτικό μίγμα προκαπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης στηριγμένης σε γένη και φύλαρχους που διαιωνίζει την καθυστέρηση, μαζί με εγκληματική διαφθορά, φτώχεια και ανεργία. Μόνο που η εκ βάθρων αντιμετώπισή του μετά τις τελευταίες επιθέσεις και την ώθηση που έδωσαν στις κατασταλτικές μεθόδους απομακρύνεται ακόμη περισσότερο…

Ο αχαλίνωτος Μπερλουσκόνι κι ο φαρισαϊσμός (Μετροπόλιταν, 4/7/2009)

Πανταχόθεν βαλόμενος ετοιμάζεται να δεχτεί ο πρωθυπουργός της Ιταλίας τους ηγέτες των υπόλοιπων επτά πλουσιοτέρων χωρών της γης στη σύνοδο του G8 που ξεκινάει την Τετάρτη 8 και λήγει το Σάββατο 10 Ιούλη. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατάφερε ακόμη κι αυτή η σύνοδος να αποτελέσει αιτία τριβών ορίζοντας ως τόπο διεξαγωγής της την μεσαιωνική πόλη Λ’Ακουίλα που επλήγη από τον καταστροφικό σεισμό της 6ης Απριλίου, υποτάσοντας έτσι τη διεθνή συνάντηση στις εσωτερικές πολιτικές του σκοπιμότητες.

Στη σύνοδο του G8 ελάχιστοι ομόλογοι του Μπερλουσκόνι θα νιώθουν άνετα μαζί του. Αναμφίβολα ο ιταλός πρωθυποργός τις πιο περίπλοκες σχέσεις, «καυτές» θα τις χαρακτηρίζαμε αν δεν υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας ανάρμοστων συνειρμών με τα ανοιχτά μέτωπα που διατηρεί στο εσωτερικό της χώρας του, τις έχει με τις ΗΠΑ. Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ότι ο αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, δέχτηκε από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι τη μεγαλύτερη προσωπική προσβολή που έχει υποστεί δημόσια. Αναφερόμαστε στο ρατσιστικό, ταπεινωτικό «χιούμορ» που έκανε ο ιταλός πρωθυπουργός (ο οποίος στο πλαίσιο της προεκλογικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ είχε στηρίξει τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο Τζον Μακ Κέιν) όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών της 4ης Νοέμβρη ρωτώντας λίγο – πολύ αν ο νικητής των εκλογών μαύρισε από τον ήλιο! Έκτοτε ο πρωθυπουργός της Ιταλίας έχει βοηθήσει τις ΗΠΑ με πολλούς τρόπους: εκδηλώνοντας την προθυμία του να φιλοξενήσει κρατούμενους από το Γκουαντάναμο, τονίζοντας, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τον αμετάκλητο χαρακτήρα της απόφασης της κυβέρνησης του να διατηρήσει στο Αφγανιστάν 2.350 στρατιώτες, κ.α. Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο χωρών για μια σειρά από λόγους, δεν είναι όπως παλιά.

Η αξία χρήσης του ιταλού πρωθυπουργού για τη νέα ηγεσία του Λευκού Οίκου είναι πολύ μικρή αν την συγκρίνουμε με την αξία που είχε για την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους. Η θεμελιώδης μεταβολή έγκειται στην ευρύτερη βελτίωση των αμερικανο-ευρωπαϊκών σχέσεων που ως αποτέλεσμα έχει όλο και λιγότερο οι ΗΠΑ να είναι εξαρτημένες από δύο ή τρεις κυβερνήσεις για να προωθήσουν τα συμφέροντα τους, όπως συνέβαινε επί Μπους. Κατ’ αντιστοιχία αυτών που παρατηρούνται στα νομισματικά, ο πληθωρισμός της αμερικανοφιλίας μείωσε την αξία κάθε μεμονωμένης αμερικανόφιλης κυβέρνησης…

Δευτερευόντως, μεταξύ των κυβερνήσεων Ομπάμα και Μπερλουσκόνι υπάρχει σαφής πολιτική απόσταση. Φάνηκε με αφορμή το σχόλιο του ιταλού πρωθυπουργού για την πολιτική του Ομπάμα έναντι του Ιράν, την οποία χαρακτήρισε «αδύναμη». Το γεγονός μάλιστα ότι το σχόλιο έγινε σε συνάντηση που είχε με τον ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, (από το περιβάλλον του οποίου και διαδόθηκε στο ισραηλινό Τύπο, για να διαψευστεί στη συνέχεια από τη Ρώμη) βεβαιώνει ότι κίνητρό του δεν ήταν η ευαισθησία για τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά η εξυπηρέτηση των φιλοπολεμικών σιωνιστικών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή.

Αντίθετα με τα παραπάνω, όπου το χάσμα με τον Λευκό Οίκο δημιουργείται από τις πολιτικά παρωχημένες, νεοσυντηρητικές θέσεις του Μπερλουσκόνι, η απόφαση του ιταλού πρωθυπουργού να στηρίξει το ρωσικό σχέδιο κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Σάουθ Στριμ αποτέλεσε καίριο πλήγμα, στρατηγικής σημασίας, στην διαιώνιση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Η Ιταλία μαζί με τη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα υπέγραψαν στις 15 Μαΐου συμφωνία με τη Ρωσία για να ξεκινήσουν, επιτέλους, οι εργασίες κατασκευής του αγωγού μήκους 2.000 χλμ. που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ν. Ρωσία στην Ευρώπη. Καθοριστική μάλιστα σημασία για τα ρωσικά σχέδια είχε η συμφωνία του ιταλού πρωθυπουργού με τον ρώσο ομόλογό του, Βαλντίμιρ Πούτιν, στο θέρετρο του Σότσι, (συμφωνία που δέσμευε τη ρωσική Γκαζπρόμ και την ιταλική ΕΝΙ) να διπλασιαστεί η χωρητικότητα του αγωγού φθάνοντας τα 63 δισ. κυβ. μ. Αυτό το σχέδιο έχει συναντήσει τη ριζική αντίθεση των ΗΠΑ που επικαλούμενες την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης από τη Ρωσία προκρίνουν τον ανταγωνιστικό αγωγό Ναμπούκο, η κατασκευή του οποίου βρίθει από αβεβαιότητες. Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκει η Ουάσινγκτον (με την αμέριστη υποστήριξη του Μανουέλ Μπαρόζο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι να ναρκοθετήσει την ανάπτυξη οικονομικών δεσμών και τη στενότερη συνεργασία μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και ΕΕ από τη μια και της Ρωσίας από την άλλη. Ο Μπερλουσκόνι παρά την γενικότερη φιλοαμερικανική του πολιτική δεν βοήθησε στην ευόδωση αυτού του σχεδίου.

Τα βέλη ωστόσο που δέχεται δεν σχετίζονται με τις γεωπολιτικές του επιλογές.

Σημείο αφετηρίας για να εκδηλωθεί το τελευταίο κύμα επιθέσεων αποτέλεσε η προστριβή που είχε με τη γυναίκα του, Βερόνικα Λάριο, πριν δύο μήνες επ’ αφορμή την οργή της για τη μετατροπή του ευρωψηφοδελτίου του κόμματός του σε… πασαρέλα και την αίτηση διαζυγίου που κατέθεσε στη συνέχεια. Η επιλογή του 72χρονου Μπερλουσκόνι να τοποθετήσει στις εκλόγιμες μάλιστα θέσεις κόρες εκπάγλου καλλονής άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για μια νέα φουρνιά κατηγοριών εναντίον του που σχετίζονται με ροζ σκάνδαλα και ξεκινούν από τη σχέση του με μια έφηβη, περνούν από διονυσιακά πάρτι στη βίλα του και καταλήγουν σε μια ατελείωτη συζήτηση για το αν ήξερε ή όχι πως μια γυναίκα που κοιμήθηκε μαζί της ασκούσε το… αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου ή όχι.

Πέρα από το αστείο της υπόθεσης, όλη αυτή η αντιπαράθεση κρύβει πολύ μεγαλύτερο φαρισαϊσμό από τη δίωξη του Αλ Καπόνε για φοροδιαφυγή. Καθώς, η πέτρα του σκανδάλου, δυστυχώς, δεν είναι τα τωρινά όργια του Μπερλουσκόνι με τα μοντέλα, όπως στο παρελθόν δεν ήταν η φοροδιαφυγή, δεν ήταν οι σχέσεις του με τη μαφία και τη μασονία, δεν ήταν η ψευδορκία, ούτε οι νόμοι που έκοβε κι έραβε στα μέτρα του για να διευρύνει τις επιχειρήσεις του και να τη γλιτώνει από τους δικαστές. Το πρόβλημα στην Ιταλία είναι ότι έχει δημιουργηθεί ένα πολιτικό σύστημα εγγενώς διεφθαρμένο, προσωποπαγές, σαθρό και απολίτικο, με την ευθύνη να μη βαραίνει αποκλειστικά τον Μπερλουσκόνι. Αυτό το σύστημα μάλιστα είναι προϊόν της πιο σαρωτικής και βίαιης επιχείρησης «καθαρά χέρια» που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ επί ευρωπαϊκού εδάφους η οποία έστειλε στη φυλακή ή σπίτι τους τούς παλαιότερους πολιτικούς και στα εγχειρίδια πολιτικής επιστήμης ιστορικά κόμματα, όπως των Χριστιανοδημοκρατών. Το ανέκαθεν αμφισβητούμενο για την αστάθεια και τον κατακερματισμό του μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα της Ιταλίας λοιπόν διαλύθηκε για να ‘ρθει και να θρονιαστεί ο… πιο αμφισβητούμενος πολιτικός όλων των εποχών!

Ο δισεκατομμυριούχος Μπερλουσκόνι ωστόσο δεν ήρθε από τις πίστες των κρουαζιερόπλοιων όπου διέπρεπε στην πολιτική αρένα μόνος του. Με την καθοριστική βοήθεια της μιντιακής αυτοκρατορίας του, ο «καβαλιέρε», όπως τον επέβαλλαν στην κοινή γνώμη τα δικά του μέσα, κέρδισε τρεις εκλογικές μάχες (Μάρτιος 2004, Μάιος 2001, Απρίλιος 2008) και πέτυχε μάλιστα με τη δεύτερη του νίκη ένα ιστορικό ρεκόρ: είναι ο πρώτος μεταπολεμικός πρωθυπουργός της Ιταλίας που κυβερνά μια ολόκληρη θητεία. Στο βιβλίο των ρεκόρ θα γραφτούν κι οι πρόσφατες επιδόσεις του, εν μέσω των ροζ αποκαλύψεων: Στις ευρωεκλογές, όταν παρέμεινε στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των ιταλών ψηφοφόρων κερδίζοντας το 35% (από 37% στις περυσινές βουλευτικές), στις τοπικές που διεξήχθησαν προ δεκαημέρου με την κεντροδεξιά να κερδίζει 34 περιφέρειες (ενώ είχε μόνο 9!) και στη δημοσκόπηση που δημοσίευσε η ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντε λα Σέρα την προηγούμενη Κυριακή (28 Ιούνη) βάση της οποίας η δημοτικότητα του βρίσκεται στα ύψη, στο 49% (από 51% όπου βρισκόταν το πρώτο πεντάμηνο του 2009) πρακτικά ανεπηρέαστη!

Το ερώτημα που αβίαστα γεννάται, και αφορά τους λόγους που κάνουν έναν λαό με δημοκρατική παράδοση, όπως τον ιταλικό, να επιλέγει ως ηγέτη του τον Μπερλουσκόνι, απαντιέται κατά μεγάλος μέρος από την πολιτική ανεπάρκεια που επικρατεί στην άλλη μεριά του πολιτικού φάσματος. Εκεί όπου το όνομα του κόμματος αλλάζει με την ίδια συχνότητα που έρχονται και παρέρχονται οι ηγέτες, οδηγώντας από κοινού όλο και πιο δεξιά την ιταλική Αριστερά σε σημείο να μετονομαστεί Δημοκρατικό Κόμμα, όπως στις ΗΠΑ: Πρόντι, Ντ’ Αλέμα, Αμάτο, Ρουτέλι, Φασίνο και ξανά Πρόντι, μετά Βελτρόνι και τώρα Φραντζεσκίνι. Αυτό που μένει σταθερά αναπάντητο είναι το γεμάτο απελπισία αίτημα που είχε εκφράσει δημόσια ο σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι προς τον Μάσιμο Ντ’ Αλέμα το 2002: «Επιτέλους, πες κάτι αριστερό»! Όσο αυτό δεν απαντιέται ο αχαλίνωτος Μπερλουσκόνι θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν τον αυτοκράτορα Τιβέριο, όπως γράφουν οι βρετανικοί Τάιμς, κι η εκλογή του στους ιταλούς ψηφοφόρους θα φαντάζει μονόδρομος ελλείψει εναλλακτικής λύσης κι αντίπαλου δέους…