Προ των πυλών η καταστροφή στην Ιντλίμπ

Σημαδιακή ημέρα η Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020 για τη Συρία. Μετά από οκτώ χρόνια, για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε πτήση από τη Δαμασκό στο Αλέπο. Το αεροπλάνο κατά την προσγείωση του, μετά από την πτήση διάρκειας 40 λεπτών, υποδέχθηκε στρατιωτική μπάντα, ενώ την ίδια ώρα αεροπλάνα της συριακής πολεμικής αεροπορίας πραγματοποιούσαν χαμηλές πτήσεις, γιορτάζοντας το γεγονός και κάνοντας ταυτόχρονα επίδειξη δύναμης. Τα πράγματα βέβαια ακόμη και στο Αλέπο δεν είναι τόσο ειδυλλιακά όσο φαίνονταν κατά την προσγείωση του επιβατικού αεροπλάνου στο αεροδρόμιο, το οποίο να σημειωθεί ότι είχε ανοίξει ξανά το 2017 για να κλείσει σχεδόν αμέσως για λόγους ασφαλείας, ή όσο έδειχναν λίγες ώρες νωρίτερα όταν οι υπουργοί Μεταφορών και Τουρισμού εγκαινίαζαν το αεροδρόμιο…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου, αντάρτες του Συριακού  Εθνικού Στρατού που χρηματοδοτούνται και εξοπλίζονται από την Τουρκία λειτουργώντας σαν το μακρύ της χέρι, προκάλεσαν την κατάρριψη ενός κυβερνητικού ελικοπτέρου εγκαινιάζοντας μια νέα, πιθανότατα την τελευταία, κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Την επομένη συριακές επίγειες δυνάμεις και ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα SU-35 βομβάρδισαν τις θέσεις των μισθοφόρων της Τουρκίας, οδηγώντας τους έξω από την πόλη.

Την ίδια μέρα ξεκίνησε κι ο νέος γύρος των διαπραγματεύσεων μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας στη ρωσική πρωτεύουσα, κομίζοντας τα ίδια αποτελέσματα που έφεραν κι άλλοι γύροι διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κρατών στο Μόναχο και στις δύο πρωτεύουσες: το απόλυτο κενό. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι ότι η μια χώρα εγκαλεί την άλλη για παραβίαση της Συμφωνίας του Σότσι, που υπογράφτηκε το 2018, καλώντας την άλλη να σεβαστεί το γράμμα της. Η αλήθεια είναι πώς και οι δύο έχουν …δίκιο. Η συμφωνία που υπέγραψαν Πούτιν και Ερντογάν στις 17 Σεπτεμβρίου 2018 έβριθε από αμφισημίες σε τέτοιο βαθμό ώστε αμφότεροι όσο την παραβιάζουν τόσο άνετα να την επικαλούνται.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία επικρίνει τη Ρωσία επειδή παραβιάζει το δεύτερο άρθρο της, βάσει του οποίου θα λάβαινε όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την εκεχειρία εντός και πέριξ του Ιντλίμπ, αποτρέποντας στρατιωτικές επιχειρήσεις και επιθέσεις. Σε αυτή την κατηγορία των επιχειρήσεων και των επιθέσεων η Άγκυρα εντάσσει όχι μόνο την αντεπίθεση του συριακού στρατού αλλά και τους μαζικούς βομβαρδισμούς της ρωσικής αεροπορίας σε νοσοκομεία και αγορές. Η Ρωσία από τη μεριά της εγκαλεί την Τουρκία επειδή παραβιάζει το δέκατο άρθρο της συμφωνίας, που καλεί στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στην ζώνη αποκλιμάκωσης του Ιντλίμπ. Οι υψηλοί προστάτες του Άσαντ υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις των κατσαπλιάδων μισθοφόρων της Άγκυρας στο Ιντλίμπ νομιμοποιούν τον συριακό κυβερνητικό στρατό να επιχειρεί εντός του Ιντλίμπ.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού είναι πώς η συριακή κυβέρνηση, αν πριν ένα ή δύο χρόνια αποδέχτηκε μια συμφωνία που ντε φάκτο κατακερμάτιζε τη χώρα, περιορίζοντας την κυριαρχία της, πλέον πετάει σαν περιττό βαρίδι αυτή τη συμφωνία. Όσο ανακτά τις δυνάμεις της και συντρίβει μία – μία τις ομάδες των τζιχαντιστών, παραβιάζει παλιότερες συμφωνίες διεκδικώντας την ανάκτηση της εδαφικής ενότητας της Συρίας και της εθνικής της κυριαρχίας. Κι αυτό ακριβώς είναι που δεν εννοεί να χωνέψει η Τουρκία κι απειλεί να προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική τραγωδία.

Ήδη, οι συνθήκες στο Ιντλίμπ είναι περισσότερο από δραματικές. Από την 1η Δεκεμβρίου, όταν ξεκίνησε η επίθεση του συριακού στρατού, το έχουν εγκαταλείψει περισσότεροι από 900.000 άνθρωποι, εκ των οποίων πάνω από τους μισούς είναι παιδιά. Εξ αυτών 600.000 έχουν συγκεντρωθεί κοντά στα σύνορα με την Τουρκία υπό συνθήκες πολικού ψύχους, με παιδιά και κάθε είδους ευάλωτους ανθρώπους να πεθαίνουν καθημερινά από τις κακουχίες. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική ιστορία τρόμου του 21ου αιώνα»… Εντός του Ιντλίμπ περισσότεροι από 300 άμαχοι έχουν πεθάνει, με τους περισσότερους εκ των οποίων να έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, από ρωσικά και συριακά πυρά…

Μια τουρκική επίθεση, που είναι θέμα χρόνου όπως δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας στους βουλευτές του την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου, θα οδηγήσει την ανθρωπιστική κρίση στα άκρα. Πολύ περισσότερο που η Ρωσία δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια. Μάλιστα, η δήλωση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ότι θα «πρόκειται για μια επιχείρηση εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Συριακής Δημοκρατίας και των ενόπλων δυνάμεων της Συριακής Δημοκρατίας η οποία θα είναι η χειρότερη επιλογή», έστειλε πολλά και διαφορετικά μηνύματα στην Άγκυρα που δεν περιορίζονται μόνο στην στρατιωτική απάντηση που θα ακολουθήσει. Αφορούν και τις διπλωματικές τους σχέσεις που θα δοκιμαστούν για πρώτη φορά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Πιο κοντά Μέρκελ και Πούτιν

Μόνο ήσσονος σημασίας δεν είναι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ Μόσχας και Βερολίνου. Σημαντικότερη όλων η συμφωνία της Γερμανίας στις κυρώσεις που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη Ρωσία το 2014 με αφορμή την Ουκρανία, όταν η Μόσχα προσάρτησε τη χερσόνησο της Κριμαίας απαντώντας έτσι στο πραξικόπημα που έγινε στο Κίεβο. Προς το παρόν αυτές οι διαφορές τέθηκαν στην άκρη. Η επίσκεψη της γερμανίδας καγκελάριου στη ρωσική πρωτεύουσα το Σάββατο 11 Ιανουαρίου ήρθε να επιβεβαιώσει τους δεσμούς που συνδέουν τις δυο χώρες και τη δυνατότητα περαιτέρω συνεργασίας και εμβάθυνσης αυτών των σχέσεων.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τα θέματα που κυριάρχησαν στις συνομιλίες ήταν δύο: ο αγωγός Nordstream II που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στη Δυτική Ευρώπη και ζητήματα γεωπολιτικού ενδιαφέροντος με έμφαση στο Ιράν και τη Λιβύη.

Στα απόνερα της δολοφονίας από τους Αμερικανούς, με προσωπική εντολή μάλιστα του ίδιου του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, του ιρανού στρατηγού Κασίμ Σουλεϊμανί έξω από το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, ο Πούτιν ξεκαθάρισε ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε νέα περίοδο έντασης. Οι πυραυλικές επιθέσεις σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που ακολούθησαν, χωρίς να υπάρχουν θύματα, επιβεβαίωσαν την εκτίμηση του ρώσου προέδρου, που πιθανότατα ήταν και το ζητούμενο της δολοφονίας του Σουλεϊμανί, εκ μέρους της Ουάσιγκτον. Υπό αυτή την προοπτική, και οι δύο ηγέτες έκαναν σαφή την πρόθεσή τους να διατηρήσουν ζωντανή την συμφωνία των 6 κρατών για τον έλεγχο των πυρηνικών του Ιράν που υπογράφτηκε το 2015 επί Ομπάμα. Η συμφωνία που έφερε επιπλέον την έγκριση του ΟΗΕ ακυρώθηκε επί της ουσίας το 2018 όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την μονομερή απόσυρση των ΗΠΑ. Δέχθηκε δε τη χαριστική βολή μετά τη δολοφονία του Σουλεϊμανί όταν το Ιράν ανακοίνωσε πώς παύει να δεσμεύεται από τις προβλέψεις της. Στο ενδιάμεσο, οι Ευρωπαίοι υπόσχονταν να την διατηρήσουν εν ζωή μέσω δημιουργίας ειδικών χρηματοδοτικών μηχανισμών, ενώ ο Τραμπ που επέβαλε την μια οικονομική κύρωση μετά την άλλη παρότι οι ελεγκτές πιστοποιούσαν την συμμόρφωση του Ιράν, απαιτούσε η Τεχεράνη να παγώσει την ανάπτυξη του προγράμματος, βάσει των όρων της συμφωνίας. Μιλώντας η Μέρκελ, δεν έκρυψε ότι δεν θεωρεί ιδανική τη συμφωνία, παρόλα αυτά πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια για την διάσωσή της.

Το σημαντικότερο ζήτημα ωστόσο των συνομιλιών αφορούσε τον αγωγό Nordstream II, λόγω των κυρώσεων που επέβαλαν οι ΗΠΑ λίγες μέρες πριν εκπνεύσει το 2019 σε όσες εταιρείες παίρνουν μέρος στην κατασκευή του. Ο νόμος ψηφίστηκε με δικομματική συναίνεση, προκαλώντας έκπληξη δεδομένης της σύγκρουσης μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών για την καθαίρεση του Τραμπ. Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι με την κατασκευή του αγωγού που προωθεί η Gazprom από κοινού με άλλες 5 ενεργειακές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των γερμανικών Wintersahll και Uniper η Ρωσία θα ελέγχει ενεργειακά την Ευρώπη, καθώς έτσι θα μονοπωλεί την τροφοδοσία φυσικού αερίου.

Στην πραγματικότητα αλλού βρίσκεται η ενόχληση των ΗΠΑ. Αρχικά, στο γεγονός ότι η Ουκρανία χάνει το σημαντικότερο μέσο απειλών προς τη Ρωσία που ήταν οι αγωγοί οι οποίοι διέρχονταν από το ουκρανικό έδαφος. Από το νέο αγωγό Nord Stream θα διέρχονται ετησίως 55 δισ. κυβικά μέτρα, όσα περίπου διέρχονται κι από τον υπάρχοντα Nord Steam, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 2011. Αυτή είναι όμως η ποσότητα που πέρναγε από την Ουκρανία. Ο δεύτερος λόγος που εξηγεί το ενδιαφέρον των ΗΠΑ σχετίζεται με τα αμιγώς δικά τους συμφέροντα και δη με τη σχεδιαζόμενη εξαγωγή στην Ευρώπη, υγροποιημένου φυσικού αερίου, το οποίο ψύχεται στους -162 βαθμούς για να συμπιεστεί ο όγκος του και να μεταφερθεί. Στην Ευρώπη υπάρχουν 24 τερματικοί σταθμοί υποδοχής υγροποιημένου αερίου, ενώ η Γερμανία δεν έχει ούτε έναν. Το 2022 θα τεθεί σε λειτουργία ένας σταθμός. Μόνο που το αμερικανικό αέριο είναι πολύ πιο ακριβό, δεν αντέχει επομένως τον ανταγωνισμό. Κι έτσι οι ΗΠΑ για να εμφανίσουν συμφέρον το δικό τους αέριο επιχειρούν μέσω κυρώσεων να απαγορεύσουν την έλευση του ρωσικού στην Ευρώπη. Ο τρίτος λόγος για το οποίο οι ΗΠΑ δεν θέλουν τον αγωγό σχετίζεται με τη μόνιμη τους επιδίωξη να απομονώσουν και να στραγγαλίσουν οικονομικά τη Ρωσία. Ο Nord Stream II δεν εγγυάται μόνο ένα φθηνό υποκατάστατο για τα ευρωπαϊκά σπίτια και τις επιχειρήσεις του γερμανικού αερίου που φθίνει επικίνδυνα καλύπτοντας το 7% της εγχώριας ζήτησης το 2018 έναντι 15% πριν 10 χρόνια. Ο νέος αγωγός, που στις ΗΠΑ έχει χαρακτηριστεί ακόμη κι από επίσημα χείλη ως «δούρειος ίππος της Ρωσίας», εγγυάται επίσης σταθερά έσοδα στο διηνεκές για τη Ρωσία, ενώ μπορεί να αποτελέσει βάση εδραίωσης και εμβάθυνσης της ευρω-ρωσικής πολιτικής συνεργασίας.  Αυτό ακριβώς, που θέλουν να αποφύγουν οι Αμερικανοί, απέδειξε η επίσκεψη της Μέρκελ στη Ρωσία ότι έχει αρχίσει ήδη να επιτυγχάνεται.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Στρίβουν προς Ρωσία οι Σαουδάραβες

Το περιστατικό με το γεράκι που χάρισε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, στη βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας με αφορμή την επίσκεψή του στο Ριάντ με βεβαιότητα ήταν ο ορισμός του ατυχούς: κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα αρχίσει να κουτσουλάει και να λερώνει τη βασιλική αίθουσα, πετώντας από την μια άκρη ως την άλλη του παλατιού, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρόντων. Δεν στερούταν ωστόσο και συμβολισμών∙ καθόλου τιμητικών για το βασιλιά Σαλμάν και περισσότερο για τον διάδοχό του σκοτεινό και αδίστακτο πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, μιας και η επίσκεψη του ρώσου προέδρου στη σαουδαραβική πρωτεύουσα συμπύκνωσε και επισημοποίησε μια μεταβολή στην ισορροπία των δυνάμεων μεταξύ Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας. Στο ένα άκρο της αυτή η νέα ισορροπία έχει μια Ρωσία νικήτρια και αναβαθμισμένη και στο άλλο άκρο την ουαχαμπίτικη μοναρχία ηττημένη και υποβαθμισμένη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό πριν είχε «κλειδώσει» η επίσκεψη του Ρώσου προέδρου στο Ριάντ, αν και με βάση δημοσιεύματα ο σαουδάραβας βασιλιάς κάλεσε τον Πούτιν στο Ριάντ ακριβώς πριν δύο χρόνια, τον Οκτώβριο του 2017, με αφορμή τη δική του επίσκεψη στη Μόσχα. Η τωρινή συγκυρία ωστόσο ήταν ο ορισμός της ευτυχούς για τη Ρωσία λόγω των εξελίξεων στη Συρία. Η αποχώρηση του αμερικανικού στρατού από τη χώρα του Άσαντ κι όσα επακολούθησαν, με την υπαγωγή των Κούρδων στον έλεγχο και τη δικαιοδοσία του κρατικού συριακού στρατού κι όλων αυτών υπό την ομπρέλα της Ρωσίας, σηματοδοτεί την αναβάθμιση του ρόλου της Ρωσίας σε όλες τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η θέση που πλέον καταλαμβάνει ξεπερνάει πιθανά κι όσα είχε καταφέρει η Σοβιετική Ένωση στην ταραγμένη αυτή περιοχή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Μάρτυρας είναι οι 20 συμφωνίες που υπέγραψε ο Πούτιν στο Ριάντ (και αφορούν από ενέργεια και μεταφορικά μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη) με την οικονομική τους αξία (2 δισ. δολ.) να είναι αντιστρόφως ανάλογη της πολιτικής. Για να την αξιολογήσουμε αρκεί μια ματιά στα όσα έχουν εξελιχθεί τα λίγα τελευταία χρόνια πέριξ κι εντός της Σαουδικής Αραβίας. Εν συντομία: Πρώτο, η επέμβαση στην Υεμένη που χρονολογείται από το 2015 έχει μετατραπεί στο Βιετνάμ της Σαουδικής Αραβίας. Δεύτερο, οι απαντήσεις του Ιράν σε κάθε τεστάρισμα των διαθέσεων και της πολεμικής του ετοιμότητας από ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία αποδεικνύουν αυτό που όλοι ξέρουμε: Ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι πολύ σκληρή ακόμη για να της επιτεθείς. Για να πεθάνει ούτε λόγος… Τρίτο, ο στενότερος σύμμαχος και φίλος των Σαούντ δεν είναι μόνο ασταθής αλλά αποδεικνύεται και αναποτελεσματικός. Η συμφωνία που υπέγραψε ο Ομπάμα με το Ιράν το 2015, η ευκολία με την οποία οι ΗΠΑ «άδειασαν» τον δικτάτορα της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ στο απόγειο της Αραβικής Άνοιξης σπεύδοντας να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και το, χειρότερο όλων, τα συμβόλαια αγοράς στρατιωτικού υλικού ύψους 100 δισ. δολ. που υπέγραψε το Ριάντ με τον Τραμπ τον Ιούνιο του 2017 τα οποία απέτυχαν να προστατεύσουν τις εγκαταστάσεις της Αράμκο από μια επίθεση μη επανδρωμένων στις 14 Σεπτεμβρίου που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η μισή παραγωγή της Σαουδικής Αραβίας και να χάσει εκ. δολάρια σε λίγα λεπτά αποδεικνύουν ένα πράγμα: Ότι οι ΗΠΑ είναι πολύ οπορτουνιστική δύναμη για να την εμπιστευθείς. Τουλάχιστον, για να συνεχίσει να ευδοκιμεί και στη διπλωματία η μονοκαλλιέργεια που ανθεί στη σαουδαραβική οικονομία κι αποδεδειγμένα αποτελεί μόνον αιτία δεινών.

Προφανώς, η Σαουδική Αραβία δεν θα πάψει να είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, μετά εννοείται από το Ισραήλ. Και γι’ αυτό το λόγο στέλνουν 3.000 επιπλέον στρατιώτες κι αναβαθμισμένα συστήματα αεράμυνας στη χώρα. Το άνοιγμα της ωστόσο προς τη Ρωσία θα της επιτρέψει να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το αναβαθμισμένο Ιράν, ελέω εδραίωσης του Άσαντ στην εξουσία, και να αποτρέψει τυχόν υπονομευτικά σχέδια εναντίον της μιας και ειδικά εντός της Συρίας κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει ότι από τα ταμεία της σουδαραβικής οικογένειας χρηματοδοτούνταν οι κατσαπλιάδες που ξεκίνησαν τον εμφύλιο στη Συρία.

Ενδεικτικό του βάθους της φιλο-ρωσικής στροφής των Σαούντ, πέραν της κοινής γραμμής με τη Ρωσία για τη διατήρηση της παραγωγής του ΟΠΕΚ σε ελεγχόμενα επίπεδα για να μην  πέσει την τιμή του – πρακτικές που μόνον εκνευρισμό προκαλούν στην Ουάσιγκτον, είναι επιπλέον και η συζήτηση με τη Ρωσία για αγορά του αναβαθμισμένου πυραυλικού συστήματος S400. Μένει να δούμε αν στο προσεχές μέλλον επαναληφθεί και στη Σαουδική Αραβία το έργο που είδαμε στην Τουρκία, με την αγορά των ρωσικών πυραύλων να εξελίσσεται σε αιτία πολιτικού πολέμου με τις ΗΠΑ, ή αν οι Σαουδάραβες απλώς εκβιάζουν τους Αμερικάνους ζητώντας λίγη παραπάνω …value for money.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Ρωσία – Τουρκία: το φλερτ γίνεται γάμος

Η επιταχυνόμενη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας είναι γεγονός αναντίρρητο. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι το μέρος κατά το οποίο η σμίκρυνση της απόστασης μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας οφείλεται σε δική τους πρωτοβουλία και επιλογή και εκείνο το μέρος που οφείλεται στην …Ουάσιγκτον.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μένει να αποδειχθεί με άλλα λόγια σε ποιο βαθμό η επιθετική πολιτική των ΗΠΑ ωθεί τον Ερντογάν στην αγκαλιά του Πούτιν. Τα όσα εξελίσσονται τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την συμφωνία αγοράς των ρωσικών πυραύλων S400 από την Τουρκία είναι πέρα για πέρα ενδεικτικά.

Οι ΗΠΑ διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση και με κάθε τόνο ότι η Άγκυρα θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στους ρωσικούς πυραύλους και τα νέας γενιάς 100 μαχητικά αεροσκάφη F35 που έχει ήδη παραγγείλει. Την αιτία την περιέγραψαν με μια απειλητική επιστολή τους στους New York Times 4 Αμερικάνοι κοινοβουλευτικοί που προέρχονται μάλιστα κι από τα δύο κόμματα, για να μη μείνει καμμιά αμφιβολία πώς πρόκειται για διακομματική επιλογή: «καθώς οι S400 είναι το σύστημα που δημιούργησε η Ρωσία για να καταρρίπτει τα F35, η αγορά τους από την Τουρκία θα δημιουργούσε έναν απαράδεκτο κίνδυνο επειδή τα ραντάρ τους θα έδιναν τη δυνατότητα στο ρωσικό στρατό να καταλαβαίνει πώς λειτουργούν τα F35».

Οι απειλές κλιμακώθηκαν με την προειδοποίηση του αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς ότι αν η Τουρκία δεν αναθεωρήσει την επιλογή της τότε διακυβεύεται ακόμη κι η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ! Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν όχι μόνο απρόβλεπτη αλλά και δηλωτική του βάθους του ρήγματος στις σχέσεις των δυο χωρών, με τον τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να απαντάει, απειλητικά, ότι αν ακυρωθεί η παράδοση των F35 τότε η Τουρκία θα πρέπει να καλύψει τις ανάγκες της από …αλλού. Για όποιον δεν κατάλαβε, η Τουρκία απειλεί ότι θα αγοράσει και μαχητικά αεροπλάνα από τη Ρωσία!

Να αναφερθεί ότι οι ΗΠΑ ανάλογες απειλές εκτοξεύουν κι εναντίον της Αιγύπτου με αφορμή την απόφασή της να αγοράσει 20 ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα Su35. Ο Μάικ Πομπέο αυτή τη φορά απείλησε το Κάιρο ότι θα ενεργοποιηθεί εναντίον του ο ίδιος νόμος που θα ενεργοποιηθεί και κατά της Τουρκίας (CAATSA) κι ο οποίος ψηφίστηκε το 2017 στοχεύοντας το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και τη Ρωσία.

Μόνο που η Τουρκία, αντίθετα με την Αίγυπτο, διατηρεί τη δυνατότητα των ελιγμών και της αναθεώρησης της εξωτερικής της πολιτικής ως απάντηση στις αμερικανικές πιέσεις. Αντιπροσωπευτικά είναι τα όσα διαμείφθηκαν στη ρωσική πρωτεύουσα στις 8 Απριλίου με αφορμή τη συνεδρίαση του ανώτατου συμβουλίου συνεργασίας Ρωσίας – Τουρκίας. Στο πλαίσιο του οι ηγέτες των δύο χωρών συναντήθηκαν για τρίτη φορά εντός του 2019! Κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων τους περίσσεψαν οι δεσμεύσεις για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Εντός του 2018, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αυξήθηκαν κατά 16% φθάνοντας τα 25 δισ. δολ., ενώ το ύψος των επενδύσεων κι από τις δύο χώρες ανέρχεται σε 20 δισ. δολ. Με βάση τον τούρκο ηγέτη, στόχος των δύο χωρών είναι η αξία του διμερούς εμπορίου να φτάσει τα 100 δισ., να αυξηθεί δηλαδή 4 φορές. Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά προϊόντα, η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Τουρκία. Το 2018 εισήγαγε από τη Ρωσία 24 δισ. κυβικά μέτρα αερίου, καλύπτοντας σχεδόν το ήμισυ των αναγκών όλης της χώρας. Η λειτουργία δε του νέου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Turkstream θα αυξήσει σημαντικά την παροχή ρωσικού αερίου στους τούρκους καταναλωτές. Στα στρατηγικής σημασίας έργα που υλοποιούν οι δύο χώρες περιλαμβάνεται η ρωσική αποβάθρα σε τούρκικο λιμάνι της Μαύρης θάλασσας και φυσικά το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακογιού που αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2023, αν φυσικά ξεπερασθεί το οξύτατο πρόβλημα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει.

Η πορεία των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων που οξύνονται διαρκώς πολύ πιθανά θα κριθεί στη Συρία. Τουρκία και Ρωσία δηλώνουν δημοσίως ότι δεσμεύονται σε δυο στόχους για τη χώρα των Άσαντ: την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την εδαφική της ακεραιότητα. Και οι δύο στόχοι ελάχιστα αφορούν στη Συρία. Στοχεύουν στους Κούρδους της Συρίας που, παρά τη φαινομενική ηρεμία που επικρατεί, συνεχίζουν μετά τη συντριβή του ISIS να βελτιώνουν τις θέσεις τους στα ανατολικά της χώρας. Μόλις τον Μάρτιο μια δύναμη 60.000 μαχητών από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), που πολεμούν πλάι – πλάι με τους 2.000 Αμερικανούς  πήρε από τον έλεγχο των ισλαμιστών την πόλη Μπαγκχούζ στα σύνορα με το Ιράκ που αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο του ISIS.  Ακόμη ωστόσο κι αυτή η τελευταία πράξη του δράματος του ISIS δεν θα σημάνει την αποχώρηση των Αμερικανών.

Με βάση δηλώσεις του Τραμπ θα παραμείνουν στη Συρία 400 αμερικανοί στρατιώτες, για να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Μεταξύ άλλων ότι ο Άσαντ και οι σύμμαχοι του, Ρωσία και Τουρκία, δεν θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Οι Αμερικάνοι θα παραμείνουν εκεί για να προστατεύουν τους Κούρδους, διασπώντας στην πράξη τη Συρία κι αφήνοντας για το μέλλον ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν ένα πρόπλασμα κράτους, όπως έκαναν και στο Ιράκ. Η σημασία που αποδίδουν οι ΗΠΑ φάνηκε από την απειλή που εκτόξευσαν κατά της Τουρκίας δηλώνοντας πώς θα υποστεί καταστροφικές συνέπειες αν κινηθεί εναντίον των Κούρδων. Κάτι όμως που είναι θέμα χρόνου να πράξει η Τουρκία…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Χαίνουσα πληγή για τη Μόσχα ο βόρειος Καύκασος (Επίκαιρα, 8-14/4/2010)

Δυσφορία για την πολιτική ηγεσία της Ρωσίας και φόβο για το αύριο, για το τι μπορεί να επιφυλάσσει η επόμενη είσοδος στο μετρό, πλημμύρισαν τους ρώσους πολίτες την επομένη των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων. Κυρίως η επίθεση στο μετρό της Μόσχας την τελευταία Δευτέρα του Μαρτίου, που προκάλεσε τον θάνατο 39 επιβατών, και δευτερευόντως οι επιθέσεις που ακολούθησαν στο Νταγκεστάν και την Ινγκουσετία την Τετάρτη 31 Μαρτίου και τη Δευτέρα 5 Απρίλη, σκοτώνοντας 14 άτομα, αποτέλεσαν σοκ για τους περισσότερους Ρώσους γιατί υπενθύμισαν αυτό που όλοι οι κάτοικοι της χώρας, κατά ένα μέρος δικαιολογημένα, προτιμούν να ξεχνούν: πώς ο πόλεμος στον Β. Καύκασο είναι εμφύλιος κι όχι κάποιο εξωτερικό μέτωπο της Ρωσίας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι πρόσφατες επιθέσεις έφεραν σε θέση άμυνας την Μόσχα, καθώς απέδειξαν με τον πιο αιματηρό τρόπο την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της για τον έλεγχο του βόρειου Καυκάσου και την εξουδετέρωση των μουσουλμάνων ανταρτών.

Τα θερμά μέτωπα που ταλανίζουν τη Μόσχα στον βόρειο Καύκασο περιλαμβάνουν κυρίως τέσσερις περιοχές, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι μουσουλμανική: Ξεκινώντας από τα ανατολικά, την Κασπία θάλασσα, βρίσκεται το Νταγκεστάν με 2,5 εκ. πληθυσμό, η Τσετσενία με πληθυσμό 1,1 εκ. κατοίκους, η Ινγκουσετία με 400.000 και η λιγότερο προβληματική (μέχρι στιγμής) Καμπαρντίνο Μπαλκαρία. Αποτελώντας τα νότια σύνορα της Ρωσίας στον Καύκασο κι οι τέσσερις αυτές περιοχές συνορεύουν με την Γεωργία που είναι λογικό να υποθέσουμε, λόγω της έχθρας της με την Ρωσία, ότι προσφέρει ασφαλές καταφύγιο στους αυτονομιστές αντάρτες, δυσχεραίνοντας έτσι σε αφάνταστο βαθμό τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Μόσχας. Η στρατηγική δε θέση της περιοχής καθώς ενώνει την Κασπία με την Μαύρη θάλασσα, απ’ όπου διέρχονται οι αγωγοί μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Δύση καθώς κι η πρόσβαση που παρέχει στην Μόσχα προς την Κεντρική Ασία ερμηνεύουν την επιμονή του Κρεμλίνου να διατηρήσει με κάθε κόστος υπό τον έλεγχό του τον βόρειο Καύκασο – χώρια φυσικά του ότι αποτελεί θέμα τιμής για τη Ρωσία.

Η πολιτική ωστόσο της Μόσχας για να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της τον Καύκασο απέτυχε παταγωδώς. Αυτό ήταν το μήνυμα των επιθέσεων στην Μόσχα και τον Καύκασο – όπου οι βομβιστικές επιθέσεις αποτελούν αν όχι καθημερινό, μετά βεβαιότητας συχνότατο φαινόμενο. Σε τέτοιο βαθμό ώστε σύμφωνα με την εφημερίδα Wall Street Journal της 31ης Μαρτίου εισηγήσεις προς το Κρεμλίνο για δημιουργία συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και συναγερμού το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε (δεδομένης της συχνότητας με την οποία εκρήγνονται βόμβες στον β. Καύκασο) θα ήταν να το συνηθίσει ο κόσμος και πολύ σύντομα να πάψει να του δίνει σημασία! Κι η πολιτική της Μόσχας για να διατηρήσει τον Καύκασο υπό τον έλεγχό της συνίσταται στην χρησιμοποίηση της πιο πρωτόγονης και ωμής βίας με την οποία επιδιώκει να εξουδετερώσει τους αυτονομιστές αντάρτες. Φάνηκε ξεκάθαρα από το τηλεοπτικό μήνυμα του ηγέτη των ανταρτών Ντόκου Ουμάροβ, που έχει αυτο-ανακηρυχθεί σε ηγέτη του Εμιράτου του Καυκάσου κι ο οποίος φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κράτος όπου θα ισχύει ο ισλαμικός νόμος της σαρία, ένα «Βαζιριστάν του Καυκάσου» σύμφωνα με το τελευταίο γερμανικό περιοδικό Spiegel. Έλεγε λοιπόν ο εμίρης στο διάγγελμά του λίγες μέρες μετά την επίθεση στην Μόσχα: «Χαμογελάω με οποιονδήποτε καταδικάσει αυτές τις επιχειρήσεις ή με κατηγορήσει για τρομοκρατία. Μπορώ μόνο να χαμογελάσω γιατί δεν άκουσα να κατηγορείται ο Πούτιν για τρομοκρατία με αφορμή το θάνατο πολιτών που δολοφονήθηκαν κατόπιν διαταγών του».

Η πρώτη πράξη σ’ αυτό τον ιδιόμορφο πλειοδοτικό διαγωνισμό αιματοχυσίας και βαρβαρότητας προήλθε από την Μόσχα που έδωσε το έναυσμα για τον δεύτερο πόλεμο της Τσετσενίας. Ο πρώτος ξεκίνησε το 1994 επί Γέλτσιν, όταν μπήκαν τα ρωσικά τανκς στην πρωτεύουσα της Τσετσενίας, Γκρόζνι, και τελείωσε το 1996, με την υπογραφή συμφωνίας ειρήνης μεταξύ της Μόσχας και του ηγέτη των αυτονομιστών Ασλάν Μαστζάντοβ. Ο δεύτερος πόλεμος ξεκίνησε με τις εξαιρετικά αμφιλεγόμενες βομβιστικές επιθέσεις στις εργατικές πολυκατοικίες της Μόσχας το 1999, που προκάλεσαν 309 νεκρούς, κι από πολλούς θεωρούνται έργο όχι των τσετσένων αυτονομιστών αλλά των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών (FSB). Πραγματοποιήθηκαν δε για να διευκολυνθεί η εκλογή του Πούτιν και να επιδιωχθεί ο πλήρης στρατιωτικός έλεγχος της Τσετσενίας – όπως κι έγινε.

Έκτοτε ο βόρειος Καύκασος κι η Τσετσενία ειδικότερα ζει υπό τη συνεχή απειλή των βομβιστικών επιθέσεων ή των αιματηρών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του στρατού και της αστυνομίας. Γι αυτό τον λόγο άλλωστε κι όλες σχεδόν οι βομβιστικές επιθέσεις στην Ινγκουσετία και το Νταγκεστάν στοχεύουν σε τμήματα ή αξιωματικούς της αστυνομίας. Τα θύματα των 90.000 ρώσων στρατιωτών που εισέβαλαν στην Τσετσενία (σε ένα πληθυσμό 1,1 εκ. ατόμων) ανήλθαν σε 40.000 σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις! Παρουσιάζουν ωστόσο ξεχωριστό ενδιαφέρον οι διακυμάνσεις σε αυτό τον κύκλο της βίας. Ειδικότερα (σύμφωνα με την International Herald Tribune της 1ης Απριλίου) ενώ από τον Ιούνη του 2000 μέχρι το Νοέμβρη του 2004 σημειώθηκαν 27 αυτονομιστικές επιθέσεις, από τότε μέχρι τον Οκτώβριο του 2007 επικρατεί νηνεμία κι έκτοτε σημειώνονται 18 νέες επιθέσεις. Πίσω από την περίοδο της ύφεσης την τριετία 2004 – 2007 υπήρχαν δύο μείζονα πολιτικά γεγονότα, το πρώτο από την μεριά των ανταρτών και το δεύτερο από την μεριά της κυβέρνησης. Ειδικότερα, η επίθεση στο σχολείο του Μπεσλάν στη βόρεια Οσετία, όταν η κατάληψη του από αντάρτες καταλήγει μετά την επέμβαση των ρώσων στρατιωτών στον θάνατο 331 παιδιών, σηματοδοτεί τον στιγματισμό των αυτονομιστών και την απώλεια του ηθικού ερείσματος που διέθεταν στον πληθυσμό. Το σημαντικότερο όμως ήταν η πολιτική συμφιλίωσης που ακολούθησε η Μόσχα, με αποτέλεσμα 600 αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους κι οι ρωγμές ν’ αρχίσουν για πρώτη φορά σιγά – σιγά να κλείνουν. Η πολιτική αυτή τινάζεται στον αέρα το 2007 με τον διορισμό του Ραμζάν Καντίροβ στη θέση του προέδρου της Τσετσενίας ο οποίος αναλαμβάνει να εξαλείψει τους εναπομείναντες αυτονομιστικούς θύλακες. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιεί παραστρατιωτικές οργανώσεις (τους Καντιρόβτσι) που σκορπούν τον τρόμο στον ντόπιο πληθυσμό. Εξωδικαστικές εκτελέσεις, μεσαιωνικά βασανιστήρια, βιασμοί, εξαφανίσεις υπόπτων, εκκενώσεις χωριών κι εκδικητικές διώξεις συγγενών αυτονομιστών αναζωπυρώνουν το μίσος εναντίον της Μόσχας και δίνουν μια πρωτοφανή ώθηση στις επιθέσεις που πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην Τσετσενία, αλλά επίσης στο Νταγκεστάν και στην Ινγκουσετία. Έτσι ενώ το 2008 οι νεκροί από τις επιθέσεις των αυτονομιστών ήταν 914, το 2009 έφθασαν τους 1.263, περιλαμβάνοντας στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πολίτες.

Παρόλα αυτά το τελευταίο διάστημα έγιναν ορατές κι άλλες προσεγγίσεις από τη Μόσχα που ποτέ ωστόσο δεν κυριάρχησαν. Ως εμπνευστή τους είχαν τον ρώσο πρόεδρο, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, ο οποίος προκρίνει μια πιο σύγχρονη πολιτική οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης των πληθυσμού του Καυκάσου, που δεν συμπίπτει πλήρως με την πολιτική του Πούτιν η οποία στηρίζεται στην στρατιωτική καταστολή. Η εναλλακτική πολιτική του Μεντβέντεβ φάνηκε πεντακάθαρα με τον πρόσφατο διορισμό του 45χρονου επιχειρηματία Αλεξάντερ Κλοπόνιν, ως ειδικού απεσταλμένου του στην Τσετσενία, ο οποίος επιφορτίστηκε με την οικονομική ανάπτυξη του βορείου Καυκάσου. Πρόκειται για προσέγγιση πολύ πιο σφαιρική μια και το πρόβλημα της περιοχής δεν είναι η τζιχάντ που κήρυξε ένας εκκολαπτόμενος μπιν Λάντεν του Καυκάσου, που αγγίζει τα όρια της γραφικότητας. Κυρίως είναι ένα εκρηκτικό μίγμα προκαπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης στηριγμένης σε γένη και φύλαρχους που διαιωνίζει την καθυστέρηση, μαζί με εγκληματική διαφθορά, φτώχεια και ανεργία. Μόνο που η εκ βάθρων αντιμετώπισή του μετά τις τελευταίες επιθέσεις και την ώθηση που έδωσαν στις κατασταλτικές μεθόδους απομακρύνεται ακόμη περισσότερο…