Η έξοδος από το ευρώ μπορεί να είναι μια καλή αρχή… (Επίκαιρα, 10.11.11)

Την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, αργά ή γρήγορα, έδειξαν με συντονισμένες κινήσεις τους οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας, την προηγούμενη εβδομάδα, ως αντίδραση στην πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου να εξαγγείλει δημοψήφισμα. Η ανακοίνωση του Παπανδρέου, που ξεχείλιζε ιδιοτελών σκοπιμοτήτων καθώς στο βωμό της προσωπικής πολιτικής του επιβίωσης επέλεξε να θυσιάσει την συμφωνία της 27ης Οκτωβρίου, εξόργισε την ντε φάκτο ηγεσία της ΕΕ καθώς ούτε ενήμερη ήταν ούτε συμφωνούσε να τεθεί εκ νέου υπό συζήτηση η «χρυσή τομή» που βρέθηκε με τους τραπεζίτες κατόπιν μαραθώνιων πολυμερών και διμερών διαπραγματεύσεων. Η οργή των ηγετών της ΕΕ απέναντι στα κουτοπόνηρα παιχνίδια του Παπανδρέου (δηλωτική της αποστροφής τους σε οποιαδήποτε μορφή έκφρασης της λαϊκής βούλησης, πολλώ δε μάλλον που η συγκεκριμένη συμφωνία απορρίπτεται από την πλειοψηφία των Ελλήνων, όπως έδειξαν πορίσματα δημοσκοπήσεων) αποτέλεσε καθώς φάνηκε την σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Έτσι η μια δήλωση υποδεχόταν την άλλη με κοινό παρανομαστή πως ο χρόνος της Ελλάδας στην ευρωζώνη πλησιάζει στην λήξη του.

Ποια θα είναι όμως τα αποτελέσματα από μια πιθανή εισαγωγή νέας νομισματικής μονάδας στην Ελλάδα;

Μέχρι στιγμής όλες οι προσπάθειες αποτίμησης είναι καταστροφολογικές, στερούνται επιστημονικού υπόβαθρου ή είναι μονομερείς κι ως εκ τούτου απέχουν σημαντικά από το να εκφράζουν με αξιοπιστία το σύνολο των αλλαγών που θα επέλθουν. Πιο πολύ εκφράζουν το άγχος των συντακτών τους να παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη, ανεξαρτήτως κόστους και χωρίς να βγαίνουν τα απαραίτητα συμπεράσματα από το ναυάγιο, ή το άγχος να μην δεχτεί η ευρωζώνη το κόστος της συρρίκνωσής της.

Έγραφε για παράδειγμα το Βήμα της Κυριακής «ότι αυτή η εφιαλτική εξέλιξη θα καταδικάσει την οικονομία σε ύφεση διψήφιου ποσοστού, θα εκτινάξει την ανεργία σε ποσοστό άνω του 30% και θα οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση τα έσοδα του κράτους. Επικαλούμενος δε ο συντάκτης οικονομική πηγή, κάνει λόγο στη συνέχεια για «εξέλιξη βιβλική, ανάλογη με τις συνθήκες που επικράτησαν στον πλανήτη μετά την πτώση του αστεροειδούς που σκότωσε (μαζί με τους δεινόσαυρους) το 90% των ειδών». Κι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί χωρίς να παρέχεται η παραμικρή τεκμηρίωση…

Στο ίδιο μήκος (ή καλύτερα …βάθος) κύματος κινήθηκε και πρόσφατο άρθρο του πρώην πρωθυπουργού. Κ. Σημίτη, στην Καθημερινή όπου υποστήριζε: «Η ισοτιμία της νέας δραχμής προς το ευρώ θα είναι πολύ κατώτερη εκείνης με την οποία πραγματοποιήθηκε η είσοδος στην Ευρωζώνη (1 ευρώ=340 δρχ.). Ένα ευρώ θα αντιστοιχεί σε εξακόσιες δραχμές ή και πολύ παραπάνω. Η οριστική τιμή της δραχμής θα καθορισθεί τελικά από τις αγορές ύστερα από αλλεπάλληλες υποτιμήσεις. Οι Έλληνες θα χάσουμε ένα μεγάλο ποσοστό της αξίας των χρημάτων μας, οι μισθωτοί ένα μεγάλο τμήμα της αγοραστικής τους δύναμης. Οι τιμές των εισαγόμενων ειδών θα αυξηθούν κατά το ύψος της υποτίμησης. Πολλά εγχώρια αγαθά θα ακολουθήσουν και αυτά την αλματώδη άνοδο των τιμών μια που οι περισσότερες πρώτες ύλες προέρχονται από το εξωτερικό».

Είσοδος στο ευρώ και ευθύνες

Η πραγματικότητα είναι πως ο Κ. Σημίτης συγκαταλέγεται σε αυτούς που πρέπει να απολογηθούν σήμερα και όχι να καταγγέλλουν, μιας και ευθύνεται για την άκριτη αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδας τότε μιας ισοτιμίας ένταξης που δεν είχε την παραμικρή σχέση με την ισοτιμία που είχε επιβληθεί στην πράξη. Ήταν αντίθετα επιλογή της Γερμανίας στον βαθμό που ευνοούσε τις εξαγωγές της προς την ευρωζώνη και τις χώρες της περιφέρειας με αποτέλεσμα η Ελλάδα να έχει κατακλυσθεί από γερμανικά προϊόντα. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η τότε ηγεσία της Τράπεζας της Ελλάδας, δηλαδή ο Λουκάς Παπαδήμος, έχοντας συνηθίσει να συγκατανεύουν άκριτα σε ότι απαιτούσε το Βερολίνο, ενδύοντας μάλιστα την υποτέλεια με τα απαστράπτοντα (εν είδει αξιώματος) ρούχα του ευρωπαϊσμού, δέχτηκαν χωρίς την παραμικρή αντίρρηση αυτή την καταστροφική – όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια – ισοτιμία! Κι έκτοτε άπαντες θεωρούν ως το πιο φυσιολογικό πράγμα που θα μπορούσε να τύχει στην Ελλάδα την κατακόρυφη άνοδο της ισοτιμίας του ευρώ. Μια ανατίμηση που σε σχέση με τα προ δεκαετίας επίπεδα, όταν δηλαδή κλείδωσε η ισοτιμία της δραχμής με το ευρώ, φτάνει και το 70%! Όσο για τις επιπτώσεις, εξετάζονται μόνο αυτές που σχετίζονται με τις τιμές των εισαγομένων. Καμία αναφορά στην εγχώρια παραγωγή, είτε την υφιστάμενη είτε αυτήν που δυνητικά θα μπορούσε να δημιουργηθεί, σηματοδοτώντας μια περίοδο δημιουργίας θέσεων εργασίας και διεύρυνσης του παραγόμενου προϊόντος.

Εξ ίσου μονομερείς είναι και οι εκτιμήσεις των τραπεζών, με πιο χαρακτηριστική αυτή του τμήματος μελετών της Citibank με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 2011, στο πλαίσιο των οποίων διερευνώνται οι συνέπειες αποκλειστικά και μόνο (ή σχεδόν) στον τομέα των τραπεζών: χρεοκοπίες, απότομη μείωση των χορηγήσεων, κ.α. Εύκολα έτσι καταλήγουν πως η έξοδος ισούται με καταστροφή.

Στον αντίποδα των παραπάνω ελλιπώς ή καθόλου τεκμηριωμένων ισχυρισμών δόθηκε τον Ιούνιο του 2011 στη δημοσιότητα μια επιστημονική ανακοίνωση που διερευνά στη βάση του πιο πρόσφατου πίνακα εισροών – εκροών της ελληνικής οικονομίας (του 2005 όπου συναθροίζεται το σύνολο των παραγομένων εμπορευμάτων στη χώρα) τις πιθανές επιπτώσεις από μια επιστροφή σε υποτιμημένη δραχμή. Συντάκτες της επιστημονικής ανακοίνωσης είναι ο Θεόδωρος Μαριόλης (αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του τμήματος Δημόσιας Διοίκησης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο) και ο Αποστόλης Κάτσινος (τελειόφοιτος του προγράμματος μεταπτυχιακών οικονομικής Επιστήμης στο τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου). Το συμπέρασμά τους είναι διαμετρικά αντίθετο με τα παραπάνω: με βάση τις επιπτώσεις στις τιμές, οι συνέπειες μιας υποτίμησης ακόμη και της τάξης του 50%, και η εισαγωγή μιας νέας νομισματικής μονάδας όχι μόνο δεν θα σημάνουν την καταστροφή, αλλά αντίθετα θα δώσουν μια αναπάντεχη ώθηση στην διεθνή ανταγωνιστικότητα σε επίπεδα 37% έως 42%! Δεδομένου δε ότι οι συγγραφείς αφετηριακά αναγνωρίζουν πως το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ανεπαρκής διεθνής ανταγωνιστικότητά της (κάτι που αναγνωρίζει κι ο νεοφιλελευθερισμός επιλέγοντας όμως να μειώσει τους μισθούς για να το επιλύσει) γίνεται εμφανές ότι η υποτίμηση, που συνεπάγεται την άσκηση ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής δηλαδή την έξοδο από το ευρώ, αναδεικνύεται στον πιο σύντομο δρόμο για την επίλυση του βασικότερου προβλήματος της ελληνικής οικονομίας!

Επιπτώσεις στον πληθωρισμό

Στο επίκεντρο της άποψης των Μαριόλη και Κάτσινου βρίσκεται ο υπολογισμός των επιπτώσεων στον πληθωρισμό που θα έχει η αναμενόμενη υποτίμηση. Σε αντίθεση λοιπόν με τις σκηνές αποκάλυψης που συχνά προβάλλονται ως φόβητρο, οι δύο συγγραφείς καταλήγουν ότι ενδεχόμενη υποτίμηση της τάξης του 50% του νέου νομίσματος θα προκαλέσει άνοδο του πληθωρισμού τον πρώτο χρόνο της τάξης του 9,29%, στο χειρότερο σενάριο, και 5,31% στο καλύτερο σενάριο και τον δεύτερο χρόνο 5,96% και 1,59! Σε κάθε ενδεχόμενο η πληθωριστική δυναμική «αδυνατίζει» στο πέρασμα του χρόνου, για να φτάσουμε στο πέμπτο έτος ο πληθωρισμός στο χειρότερο σενάριο να είναι 2,58% και στο ευνοϊκότερο σενάριο 0,05%. Τα ακριβή αποτελέσματα φαίνονται στον πίνακα που παραθέτουμε. Να σημειωθεί δε πως το ίδιο πλαίσιο ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία για να προβλέψει τα αποτελέσματα της τελευταίας υποτίμησης της δραχμής τον Μάιο του 1998, κατά 14%.

Οι ετήσιοι ρυθμοί πληθωρισμού μετά την υποτίμηση κατά 50%

        Έτος                      Σενάριο 1                      Σενάριο 2                      Σενάριο 3

1

9,29%

5,31%

5,31%

2

5,96%

3,84%

1,59%

3

4,27%

2,99%

0,51%

4

3,26%

2,44%

0,16%

5

2,58%

2,06%

0,05%

Πηγή: Θεόδωρος Μαριόλης, Αποστόλης Κάτσινος: Επιστροφή σε υποτιμημένη δραχμή, πληθωρισμός κόστους και διεθνής ανταγωνιστικότητα: Μια μελέτη εισροών – εκροών. 

Λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ’ όψη πως η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας (σε όρους πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας) θα αυξηθεί, στο πρώτο έτος μετά την υποτίμηση κατά 37,2% έως 42,4% γίνεται εμφανές πως αυτά τα κέρδη δεν θα διαβρωθούν από έναν καλπάζοντα πληθωρισμό. Αντίθετα, θα χρειασθούν 15-16 έτη όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς αν πάρουμε το πιο δυσάρεστο σενάριο για να αυξηθεί το επίπεδο των εγχώριων τιμών κατά 45%-46% και να εξανεμισθούν στην πράξη τα κέρδη από την υποτίμηση.

Πρόκειται συνολικά για μια διερεύνηση που στη βάση υπολογισμών και όχι αυθαίρετων κινδυνολογιών ρίχνει φως στην επόμενη μέρα και αναδεικνύει τις ελπιδοφόρες δυνατότητες που συνοδεύουν την έξοδο από την ευρωζώνη. Ωστόσο, αξίζει να τονιστεί πως καθοριστική σημασία για το τι θα γίνει στην πράξη, μετά την εισαγωγή της υποτιμημένης δραχμής, έχει το ευρύτερο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Δηλαδή, η αυστηρή εφαρμογή μιας μεγάλης και αλληλοσυμπληρούμενης σειράς μέτρων (όπως, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η επιβολή φραγμών στις κινήσεις κεφαλαίων, ο έλεγχος των τιμών και η προώθηση μέτρων αναδιανομής του εισοδήματος) έτσι ώστε η αναπόφευκτη έξοδος από την ευρωζώνη να γίνει μια καλή αρχή…

Ζητείται βιομηχανική πολιτική (Επίκαιρα, 7 Ιούλη 2011)

Ένας όρος, που έως πρόσφατα μόνο στα εγχειρίδια Οικονομικών που διδάσκονταν στα πανεπιστήμια μέχρι τη δεκαετία του ’70 μπορούσε κανείς να συναντήσει, εμφανίζεται όλο και συχνότερα στον διεθνή οικονομικό Τύπο και τις σχετικές αναλύσεις: Η βιομηχανική πολιτική. Συγκεκριμένα, η ενεργητική παρέμβαση του κράτους στην κατεύθυνση στήριξης επιλεγμένων κλάδων και τομέων της οικονομίας με κριτήρια τις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες της κοινωνίας. Όσοι βιαστούν να λοιδορήσουν την ιδέα παραπέμποντας στα πενταετή πλάνα του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, ας το σκεφτούν μια φορά παραπάνω…

Η ανάγκη ενεργητικότερης παρέμβασης του κράτους στην οικονομία διατυπώνεται όλο και συχνότερα σε εφημερίδες και περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας. Για παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, το περιοδικό Time σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Ποιά ανάκαμψη, οι πέντε μύθοι για την αμερικανική οικονομία» καταλήγει την ανάλυσή του αναφέροντας: «Στην πραγματικότητα μια καλή βιομηχανική πολιτική μπορεί να δώσει μια χρήσιμη οικονομική ώθηση». Το ίδιο, βιομηχανική και ενεργειακή πολιτική, ζητούσε και ο αρθρογράφος των New York Times, Ρότζερ Κοέν, στην προβεβλημένη στήλη του, την Τρίτη 28 Ιούνη. 

Μια προσεκτικότερη ματιά στις πιο μακροχρόνιες και θεμελιώδεις τάσεις της διεθνούς οικονομίας μας βοηθάει να καταλάβουμε γιατί ο εξοβελισμός του κράτους από την οικονομία αποτελεί όχι μόνο αναχρονισμό αλλά και κίνδυνο. Με λίγα λόγια δύο τάσεις θα ξεχωρίζαμε: την ανεργία και την εντεινόμενη αστάθεια.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εκπροσωπούν αυτό ακριβώς που ονειρεύονται όσες οικονομίες είναι βυθισμένες στην ύφεση. Μια διετία σταθερής μεγέθυνσης του ΑΕΠ προς διάψευση μάλιστα πολλών προβλέψεων για τον ασταθή χαρακτήρα της αύξησης του ΑΕΠ. Από τον Ιούνιο του 2009, οπότε εξήλθε κι επισήμως της ύφεσης η αμερικανική οικονομία, το ΑΕΠ κατά μέσο όρο έχει αυξηθεί κατά 2,8%, ενώ τα επιχειρηματικά κέρδη, φθάνοντας  το μυθικό ποσό των 1,7 τρις. δολ. το τελευταίο τρίμηνο του 2010, βρίσκονται ξανά στο επίπεδο του 2007. Αυτή είναι η φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. Υπάρχει όμως και η άλλη με την  ανεργία, που εξακολουθεί να πλήττει το 9,1% του πληθυσμού να δεσπόζει, σαν να μην άλλαξε τίποτε από τις μέρες που έκλεινε η μια τράπεζα μετά την άλλη. Προκαλεί επίσης εντύπωση το γεγονός πως το 2007, όταν τα κέρδη βρίσκονταν στα σημερινά τους επίπεδα, η ανεργία κυμαινόταν στο 4,5%, στο ήμισυ δηλαδή των σημερινών επιπέδων. Η ολική(!) επομένως επαναφορά των κερδών δεν στάθηκε ικανή να επαναφέρει την ανεργία σε εκείνα τα επίπεδα. Τα κέρδη εκτοξεύθηκαν και η ανεργία έμεινε στο ύψος της. Το πρόβλημα είναι τόσο σοβαρό ώστε όλο και συχνότερα κορυφαίοι δημοσιογράφοι επισημαίνουν τον κίνδυνο για μια χαμένη γενιά, δεδομένου ότι η ανεργία στην αμερικανική νεολαία αγγίζει επίπεδα ακόμη και της τάξης του 25%!

Η επίκληση της βιομηχανικής πολιτικής, ως μοναδικού μέσου που μπορεί να προσφέρει μια λύση στο εντεινόμενο πρόβλημα της ανεργίας, υπογραμμίζεται από ένα πολύ παράδοξο συμπέρασμα που είδε πρόσφατα το φως της δημοσιότητας (Michael Spence, The Next Convergence), βάση του οποίου τα διαμάντια του στέμματος της αμερικανικής οικονομίας (βιομηχανία, τράπεζες, εξαγωγείς και ενεργειακές εταιρείες) από το 1990 μέχρι το 2008 προσέφεραν ελάχιστα στην απασχόληση. Τη μεγαλύτερη συμβολή αντίθετα είχαν επιχειρήσεις από τον τομέα των υπηρεσιών που έχουν μικρή ή καθόλου έκθεση στον διεθνή ανταγωνισμό: υπηρεσίες υγείας, λιανεμπόριο, δημόσιος τομέας, ξενοδοχεία. Αφήνοντας ασχολίαστο το γεγονός ότι πρόκειται για τις πιο κακοπληρωμένες δουλειές, ας κρατήσουμε την παταγώδη αποτυχία του περίφημου αόρατου χεριού της αγοράς να στηρίξει την απασχόληση, με την ίδια τουλάχιστον γενναιοδωρία που η παγκόσμια αγορά ανταμείβει τους ισολογισμούς των πιο επιτυχημένων πολυεθνικών.

Εξ’ ίσου ανησυχητικές είναι και οι προβλέψεις που διατυπώνονται για την παγκόσμια οικονομία, με πολλούς να συνιστούν για καλό και για κακό να …δέσουμε τις ζώνες μας.

Στις ΗΠΑ πάλι, αυτό τον μήνα λήγει το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων αξίας 600 δις. δολ. χωρίς να υπάρχει βούληση ανανέωσής του. Απ’ όταν ανέλαβε ο Ομπάμα έχουν δοθεί για τη στήριξη της οικονομίας 1,2 τρις. δολ. και άλλα 2,3 τρισ. σε δύο γύρους για την αγορά κρατικών και άλλων ομολόγων. Η συνέχεια θα είναι απρόβλεπτη, με πολλούς οικονομολόγους όπως τον Λάρι Σάμερς, πρώην υπουργό Οικονομικών που μέχρι τον Δεκέμβρη ήταν σύμβουλος του Ομπάμα, να προειδοποιούν πως οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μιας χαμένης δεκαετίας, όπως συνέβη στην Ιαπωνία τη δεκαετία του ’90.

«Καμπανάκι» για το ΑΕΠ

Εξ ίσου αβέβαιο είναι το μέλλον και στους άλλους πυλώνες της διεθνούς οικονομίας. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα θέσει σε κίνδυνο τα ποσοστά μεγέθυνσης του ΑΕΠ για όποιες τουλάχιστον χώρες έχουν το προνόμιο να γεύονται τέτοιες πολυτέλειες, όπως η Γερμανία για παράδειγμα. Για τις υπόλοιπες, όπως η Ελλάδα που με σωρευτικό ποσοστό συρρίκνωσης του ΑΕΠ της τάξης τουλάχιστον του 10% για την τριετία 2009-2011 βρίσκεται στη δίνη της βαθύτερης ύφεσης που έχει γνωρίσει σε ειρηνικές περιόδους, η αύξηση των επιτοκίων θα αποτελέσει τη χαριστική βολή, για όλους. Για τα νοικοκυριά που μέσω ανεργίας, μείωσης μισθών και συντάξεων θα δουν τις δόσεις για τα δάνειά τους να αυξάνονται, για τις επιχειρήσεις που θα βλέπουν το χρήμα από τις τράπεζες με το… κιάλι και για το δημόσιο επίσης που θα δανείζεται κι αυτό με χειρότερους όρους.

Καθόλου προβλέψιμα δεν είναι τα πράγματα και για τον μεγάλο χρηματοδότη της παγκόσμιας οικονομίας, την Κίνα. Η εικόνα μάλιστα που άφησε η επίσκεψη του κινέζου πρωθυπουργού, Γουέν Γιαμπάο, στη γηραιά ήπειρο, κατά την οποία υπέγραψε δεκάδες εμπορικές συμφωνίες με τη Γερμανία, την Αγγλία και άλλες χώρες δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κι αυτό επειδή αυξάνονται οι ενδείξεις πως το θαύμα της Κίνας στηρίζεται κι αυτό σε μια φούσκα που αργά ή γρήγορα θα σκάσει. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία που είδαν το φως τη δημοσιότητας για το χρέος των τοπικών κυβερνήσεων το οποίο ανέρχεται στο 27% του ΑΕΠ, οδηγώντας τη φούσκα της οικονομίας σε ακόμη μεγαλύτερα ύψη.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν μια εικόνα υψηλής αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία που μοιραία παρασέρνει και τις βασικές παραδοχές του κυρίαρχου μοντέλου, στο βαθμό που αποδεικνύεται εξαιρετικά ασταθές και ανήμπορο να διαχύσει τον μυθικό πλούτο που συσσωρεύει, δημιουργώντας για παράδειγμα θέσεις εργασίας. Σε σημείωμα της σύνταξής τους για παράδειγμα οι New York Times δε δίσταζαν να επιτεθούν στην αφρόκρεμα των αμερικανικών επιχειρήσεων που ζητούν φορολογικά κίνητρα για να επανεισάγουν τα κέρδη τους. Ανέφεραν χαρακτηριστικά: «Τα τελευταία πέντε χρόνια οι αμερικανικές εταιρείες έχουν αφήσει στο εξωτερικό κέρδη άνω του 1 τρις. δολ. σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία. Φέρνοντας στη χώρα περισσότερο χρήμα λόγω χαμηλότερης φορολογίας δεν πρόκειται να αλλάξει αυτό το σκεπτικό (της επενδυτικής αποχής). Αν κάτι δε λένε αυτές οι επιχειρήσεις είναι ότι ήδη έχουν πλημμυρίσει στο ρευστό. Σύμφωνα με στοιχεία της ομοσπονδιακής τράπεζας, οι εταιρείες στις ΗΠΑ έχουν 2 τρις. δολ. τοποθετημένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κρατικά ομόλογα, κ.α.».

Ακριβώς σε αυτό το έδαφος των τεράστιων κερδών, της έκρηξης της ανεργίας και της αβεβαιότητας για το αύριο επανέρχονται σε όλο τον κόσμο οι σκέψεις άσκησης ενεργού βιομηχανικής πολιτικής που (μιλώντας για τη χώρα μας) ως γνώμονα μπορεί να έχει την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, τη διατροφική επάρκεια, την παραγωγή κοινωνικά αναγκαίων αγαθών και υπηρεσιών, τη στήριξη των παραμεθόριων και ακριτικών περιοχών κ.α. Πρόκειται για προβληματισμούς που αντανακλούν την κρίση που αντιμετωπίζει το κυρίαρχο μοντέλο μεγέθυνσης στον βαθμό που αδυνατεί να προσφέρει ένα ελκυστικό όραμα χωρίς φούσκες, ανεργία και εκρηκτικές ανισότητες και δίνουν θετική διέξοδο στις αγωνίες της κοινωνίας.

Μειώνουν φόρους για επιχειρήσεις, 44 δις. για εξυπηρέτηση του χρέους! (Πριν, 21/11/10)

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: Συνθλίβονται τα τελευταία υπολείμματα του κράτους πρόνοιας

Απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, μειώσεις μισθών και κονδυλίων σε παιδεία, υγεία πολιτισμό

Ποτέ άλλοτε στην μεταπολεμική ιστορία δεν καταστρώθηκε ένας τόσο κανιβαλικά αντιλαϊκός προϋπολογισμός, όπως αυτός που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη εβδομάδα. Είναι ένας προϋπολογισμός εξόφθαλμα ληστρικός που αν τυχόν και εφαρμοστεί θα βάλει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο του ανελλιπούς και βαθιά προβληματικού κράτους πρόνοιας που χτίστηκε στην Ελλάδα. Επίσης θα βυθίσει στη φτώχεια την λαϊκή πλειοψηφία καθώς θα πυροδοτήσει μέσω της αύξησης του ΦΠΑ ένα νέο σαρωτικό κύμα ακρίβειας σε είδη καθημερινής ανάγκης από τρόφιμα και πετρέλαιο μέχρι τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και το νερό.

Ταυτόχρονα όμως ο προϋπολογισμός της τρόικας ΠΑΣΟΚ – ΔΝΤ – ΕΕ χαρίζει στο κεφάλαιο 320 εκ. ευρώ! Τόσα χρήματα θα ζημιωθεί το δημόσιο από την μείωση του φορολογικού συντελεστή των επιχειρήσεων από το 24% στο 20% για τα μη διανεμόμενα κέρδη! Δεν είναι πρόκληση; Την ίδια στιγμή που επιβάλουν περικοπές στην 13η και 14η σύνταξη για να εξοικονομήσουν φέτος και τον επόμενο χρόνο 2 δισ. ευρώ, που εισάγουν κριτήρια διαβίωσης για τη χορήγηση του επιδόματος ανεργίας αναμένοντας να επωφεληθούν 500 εκ. ευρώ – τα οποία προφανώς θα στερηθούν οι άνεργοι, που μειώνουν τις επιχορηγήσεις σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς κατά 1,5 δισ. ευρώ, που από την αύξηση των συντελεστών και τη διεύρυνση της βάσης ΦΠΑ υπολογίζουν να πάρουν από τις τσέπες μας 2,3 δισ. και από τους επιπλέον ειδικούς φόρους (καυσίμων, καπνού και αλκοόλ) υπολογίζουν να συγκεντρώσουν πάνω από 1 δισ. ευρώ, την ίδια ώρα χαρίζουν φόρους στο μεγάλο κεφάλαιο! Το επιχείρημά τους δε, ότι πρόκειται για κέρδη που επανεπενδύονται επομένως δημιουργούν θέσεις εργασίας και δεν αποθησαυρίζονται, μόνο γέλια δημιουργεί. Όλοι ξέρουν ή υποπτεύονται τα μαγειρέματα των ισολογισμών και τις απάτες του ιδιωτικού τομέα – όλοι πλην της κυβέρνησης φυσικά…

Τα σκάνδαλα του νέου προϋπολογισμού δεν εξαντλούνται στα χρήματα που χαρίζουν ΠΑΣΟΚ – ΔΝΤ – ΕΕ στο κεφάλαιο εν μέσω της χειρότερης δημοσιονομικής κρίσης κι ενώ από τους εργαζόμενους ζητούν τη μια θυσία μετά την άλλη. Σκάνδαλο είναι και τα λεφτά που δίνονται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι το 2011 υπό τη μορφή τόκων (15,9 δις.) και χρεολυσίων (28 δις.) θα δοθούν στους τοκογλύφους συνολικά 44 δισ. ευρώ. Μια σύγκριση αυτού του ποσού αρκεί για να φανεί γιατί η άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής περνά μέσα από την παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους, γιατί επίσης το αίτημα της παύσης πληρωμών πρέπει να μπει στην προμετωπίδα κάθε εργατικού επιθετικού αγώνα, με στόχο τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Τα 44 δισ. λοιπόν που θα δοθούν για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους ισούνται: Πρώτο με το 20% του ΑΕΠ, επομένως το ένα πέμπτο όσων παραχθούν στην Ελλάδα θα πάει στις τσέπες των τραπεζιτών. Δεύτερο, είναι υπερδιπλάσια του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού, που σύμφωνα με τις προβλέψεις θα ανέλθει σε 20,9 δισ. Αν δεν εξυπηρετούταν το χρέος επομένως, τότε το έλλειμμα θα μετατρεπόταν σε πλεόνασμα. Τρίτο, υπερβαίνει κατά πολύ τους έμμεσους φόρους. Άρα η παύση της εξυπηρέτησής του θα επέτρεπε ακόμη και την κατάργηση των έμμεσων φόρων, που είναι οι πιο αντιλαϊκοί φόροι και πολλών ακόμη. Αρκεί να δούμε ότι το σύνολο των φορολογικών εσόδων (άμεσοι και έμμεσοι φόροι, φόροι εισοδήματος, τέλη κυκλοφορίας κ.α.) θα ανέλθει το 2011 σε 52,9 δισ. ευρώ. Επομένως το 83% των φόρων που πληρώνουμε πάει στην εξυπηρέτηση του χρέους!

Υπάρχουν όμως και χειρότερα: Όπως η άνοδος του χρέους, μετά την αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων από την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, με πολύ ταχύτερους μάλιστα ρυθμούς απ’ ότι προέβλεπε ακόμη και το Μνημόνιο. Συγκεκριμένα, το ύψος του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης αναμένεται να φθάσει το 2011 το 158,6% του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 11 σχεδόν ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σχέση με φέτος και το 2013 το 160% του ΑΕΠ. Πρόκειται για εξέλιξη που καθιστά ξεπερασμένο το Μνημόνιο, ακόμη και ανεπαρκές και πιέζει στην κατεύθυνση αναδιαπραγμάτευσης του εξωτερικού χρέους – με όρους φυσικά των δανειστών. Προοιωνίζεται επομένως νέα δεινά για τους εργαζόμενους, που σε λίγους μήνες θα κληθούν να επωμιστούν επιπλέον βάρη, πέραν του παγώματος των μισθών, της μείωσης των επιδομάτων και της απόλυσης 10.000 συμβασιούχων, που προωθεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Κι όλα αυτά ενώ η κυβέρνηση διακηρύσσει ότι δεν πρόκειται να πειράξει τους μισθούς του ένστολου και πολιτικού προσωπικού του υπουργείου καταστολής.

Στις διατάξεις του κρατικού προϋπολογισμού, πέραν της φορολογικής επιδρομής, της μείωσης των κονδυλίων για υγεία, παιδεία και πολιτισμό, της μείωσης μισθών και των απολύσεων προβλέπεται επίσης και ένα γενναίο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που αφορά το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος, την ΤΡΑΙΝΟΣΕ, την Εγνατία Οδό, τα ΕΛΤΑ, τη ΛΑΡΚΟ, το Καζίνο Πάρνηθας, παίγνια του ΟΠΑΠ, τα λιμάνια και τις πολεμικές βιομηχανίες ΕΛΒΟ και ΕΑΣ. Βαριές εν τω μεταξύ θα είναι οι επιπτώσεις στις τσέπες των εργαζομένων και από την αναδιάρθρωση των ΔΕΚΟ, με σκοπό να πάψουν να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Χαρακτηριστικά το εισιτήριο των «δημόσιων» συγκοινωνιών στην Αθήνα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,5 ευρώ, καθιστώντας την μετακίνηση είδος πολυτελείας. 

Υπολογίζοντας παράλληλα ότι η ανεργία επισήμως θα αυξηθεί στο 14,6% το 2011 και στο 14,8% το 2012 (και στην πράξη φυσικά πολύ παραπάνω) διακρίνεται ο κοινωνικός όλεθρος που θα επέλθει. Για αυτό το λόγο η ανατροπή του προϋπολογισμού και της πολιτικής του Μνημονίου με εργατικούς αγώνες αποτελεί πλέον όρο επιβίωσης για τους εργαζόμενους.

Τριτοκοσμική φτώχεια και χρόνια ύφεση φέρνει η κυβέρνηση (Πριν 7/2/2010)

ΜΕΤΡΑ ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ 

Τα μέτρα αποτελούν ταξική επιλογή με στόχο την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου κι όχι ανάγκη

Από πέντε στάδια διέρχεται η ψυχολογία των ανθρώπων όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια απώλεια, σύμφωνα με τις απόψεις μιας ελβετίδας ψυχιάτρου, την οποία επικαλούταν η Goldman Sachs σε ένα εμπιστευτικό ενημερωτικό της φυλλάδιο με ημερομηνία 8 Δεκέμβρη 2008 που αναφερόταν στην Ιρλανδία: Άρνηση, οργή, διαπραγμάτευση, μελαγχολία και στο τέλος αποδοχή. Οι Ιρλανδοί εκείνη την περίοδο βρίσκονταν μεταξύ του τέταρτου και του πέμπτου σταδίου. «Αντίθετα, μια σειρά από άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με την Ιρλανδία φαίνεται να είναι κολλημένες μεταξύ του πρώτου σταδίου (άρνηση) και του δεύτερου σταδίου (οργή)», συμπλήρωναν υπονοώντας την Ελλάδα. Το αξιοθαύμαστο δε είναι ότι το «κόλλημα», κατά τους αρχι-κερδοσκόπους της Goldman Sachs, συνεχίζεται! Κι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παλινδρομούν μεταξύ άρνησης και οργής, διαψεύδοντας τη «θεωρία των σταδίων» της ελβετίδας ψυχιάτρου, όπως έδειξαν οι μαζικές διαδηλώσεις της Πέμπτης και της Παρασκευής. Η πραγματικότητα είναι πως η εξέγερση της κοινωνίας αποτελεί μονόδρομο, για να μείνει στα χαρτιά το πακέτο αντιλαϊκών μέτρων που από κοινού εισηγήθηκαν ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ.

Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την Τετάρτη περιλαμβάνουν: Κατ’ αρχήν, αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ (από 4,5% σε 5%, από 9% σε 10% κι από 19% σε 21%) και νέα, τρίτη για το 2010, αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα και στον καπνό. Από τα δύο αυτά μέτρα, μόνο, η κυβέρνηση θα εισπράξει τα 2,4 δισ. ευρώ (1,1 και 1,3 αντίστοιχα) από τα 4,8 δισ. που θα εξοικονομήσει από το συνολικό πακέτο. Τα μισά λεφτά δηλαδή θα έρθουν από την αύξηση της έμμεσης φορολογίας, που είναι η πιο αντιλαϊκή, ταξική μορφή φορολόγησης. Επιπλέον, 1,7 δισ. θα προέλθει από την περικοπή των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατά 30%, την περικοπή των πάσης φύσης επιδομάτων και αποζημιώσεων των υπαλλήλων κατά 12% (2% επιπλέον, πέραν του 10% που είχε ανακοινωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό του ΔΝΤ πριν δύο εβδομάδες) και την μείωση της χρηματοδότησης στα ασφαλιστικά ταμεία του ΟΤΕ και της ΔΕΗ κατά 10%. Κατά συνέπεια από τα 4,8 δισ. τα 4,1 δισ. ευρώ (ή το 85%) θα προέλθουν από περικοπές που θίγουν άμεσα τους εργαζόμενους δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τα πιο φτωχά τμήματα του πληθυσμού. Τα επιπλέον μέτρα (όπως η εισαγωγή πρόσθετου κλιμακίου 45% για τη φορολόγηση εισοδημάτων φυσικών προσώπων άνω των 100.000 ή η καταβολή εφ’ άπαξ έκτακτης εισφοράς από φυσικά πρόσωπα με εισοδήματα άνω των 100.000 ευρώ) που θίγουν τα εύπορα στρώματα αντιπροσωπεύουν αναλογικά ήσσονος σημασίας έσοδα. Επομένως, η δήλωση του Γιωργάκη από το Βερολίνο προχθές το βράδυ ότι «οι θυσίες θα επιμεριστούν δίκαια» ήταν ένα ακόμη ψέμα δίπλα στα άπειρα ψέματα που έχει πει τους τελευταίους έξι μήνες, κοροϊδεύοντας τον κόσμο, μέχρι να γραπωθεί στην πρωθυπουργική καρέκλα και να επιχειρήσει να επιβάλλει την πιο άγρια και ταξική οικονομική πολιτική που έχει εφαρμοστεί ποτέ στην Ελλάδα.

Παραμύθι επίσης είναι και το επιχείρημα πως τα μέτρα αποτελούν «αναγκαιότητα κι όχι επιλογή». Τα παραπάνω μέτρα αποτελούν μια ταξική επιλογή που γίνεται με απώτερο στόχο την αναδιανομή του εισοδήματος και την μετάθεση του κόστους υπέρβασης της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Γιατί, αν ήθελαν να μειώσουν το έλλειμμα ή να χρηματοδοτήσουν φτηνά τις δανειακές ανάγκες του κράτους θα μπορούσαν: Πρώτο, να πάνε τους φορολογικούς συντελεστές των ανωνύμων εταιρειών στο 35% που τους άφησε ο Σημίτης (5 δισ. ευρώ το χρόνο στοίχισε η μείωση τους στο 25%) κι όχι να τους μειώσουν ακόμη περισσότερο στο 20%. Δεύτερο, να εξέδιδαν έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου προς το εγχώριο αποταμιευτικό κοινό όπως συνέβαινε μέχρι και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 (και τώρα το απαγορεύουν οι τραπεζίτες για να μην δουν τις καταθέσεις τους να εξανεμίζονται). Τρίτο, να απευθυνόντουσαν για φθηνό και άφθονο χρήμα στην Κίνα ή τους Άραβες, και πολλά άλλα πολύ πιο απλά. Όπως για παράδειγμα, να εισέπρατταν το πρόστιμο ύψους 5,5 δισ. ευρώ (ποσό υψηλότερο από το προσδοκώμενο όφελος του δεύτερου πακέτου μέτρων Παπανδρέου – ΔΝΤ) που επιβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρεία Ακρόπολις το 2007 με αφορμή το σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων για να παραγραφεί στη συνέχεια. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση επέλεξε να οδηγήσει την τιμή της βενζίνης και το ΦΠΑ στα ύψη για να αφήσει στο απυρόβλητο τα κέρδη των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, των αμερικάνων κερδοσκόπων και των ντόπιων ραντιέρηδων. Αυτό είναι ταξική επιλογή, όχι ανάγκη!

Το χειρότερο όμως είναι πως τα νέα οικονομικά μέτρα, που είναι πλήρως ευθυγραμμισμένα με τη γραμμή του ΔΝΤ, θα προκαλέσουν φτώχεια, ύφεση, ανεργία και πληθωρισμό, όπως έχει συμβεί άπειρες φορές στο παρελθόν σε τριτοκοσμικές χώρες, όπου πέρασε η ακρίδα του ΔΝΤ. Και γι’ αυτό τον λόγο δεν πρόκειται να μειώσουν τα ελλείμματα, καθιστώντας την λήψη νέων πακέτων μέτρων αδήριτη αναγκαιότητα σε λίγους μήνες κιόλας.

Η αύξηση του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατ’ αρχήν θα μας κάνει όλους φτωχότερους, καθώς θα πυροδοτήσει νέο κύμα ανατιμήσεων σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης, που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν τον πληθωρισμό στα ύψη. Ποιος καπιταλιστής θα δεχθεί, για καιρό τουλάχιστον, να κατατρώγει ο αυξημένος ΦΠΑ τα κέρδη του και δεν θα τον μεταβιβάσει στον καταναλωτή, υποβαθμίζοντας έτσι την αγοραστική αξία των μισθών; Η αύξηση του ΦΠΑ κατά συνέπεια θα προκαλέσει μείωση της καταναλωτικής ζήτησης. Από την άλλη, κατά πόσο θα φέρει αύξηση των κρατικών εσόδων είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο γιατί πρέπει να είναι αφελής κανείς για να πιστεύει ότι δεν θα επηρεαστεί το ύψος της κατανάλωσης από ένα νέο κύμα αυξήσεων, πολύ περισσότερο που το εισόδημα μειώνεται με τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ. Δεν μένει καν στάσιμο!

Η καταστροφική επίδραση που θα έχει η αύξηση του ΦΠΑ στο επίπεδο ζωής και τον οικονομικό κύκλο μπορεί να ιδωθεί καλύτερα αν θυμηθούμε πως ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης του Γκόρντον Μπράουν όταν ξέσπασε η κρίση στην γενέτειρα του Κέυνς ήταν να μειώσει το ΦΠΑ (για μια αυστηρά προσδιορισμένη χρονική περίοδο) για να ενθαρρύνει την ενεργό ζήτηση. Στην Ιβηρική το ίδιο. Ισπανία και Πορτογαλία μείωσαν τον ΦΠΑ στις τουριστικές περιοχές για να τονώσουν τη ζήτηση. Στην Ελλάδα επιλέχθηκε το αντίθετο (επ’ αόριστο μάλιστα) με αποτέλεσμα να πυροδοτηθεί μια καθοδική σπείρα στον οικονομικό κύκλο που θα έχει δραματικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους. Ήδη άλλωστε είναι ορατά. Για παράδειγμα, η καπνοβιομηχανία του Παπαστράτου ανακοίνωσε την Τρίτη, ότι μειώνει την παραγωγή της και θέτει σε αναγκαστική άδεια δύο ημερών το προσωπικό της που ανέρχεται σε 700 άτομα για να αντισταθμίσει την ζημιά που της προκαλεί η αφομοίωση στην τελική τιμή του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Προφανώς, ούτε η επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, ούτε οι απολύσεις (που επίσης έκανε ο Παπαστράτος) είναι δικαιολογημένες. Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι είναι μια κερδοφόρα και επιδοτούμενη από το κράτος πολυεθνική επιχείρηση. Σε ένα περιβάλλον όμως αδιάκοπα συρρικνούμενης ζήτησης τέτοιες αποφάσεις θα είναι στην ημερήσια διάταξη.

Τα μέτρα της κυβέρνησης υπακούουν σε ένα μοντέλο επίλυσης της κρίσης, βάση του οποίου καίγεται το χωράφι για να σκοτωθούν τα μικρόβια. Πρόκειται για ένα μοντέλο βίαιης εκκαθάρισης του κεφαλαίου, το οποίο απορρίφθηκε στα ιμπεριαλιστικά κράτη (ΗΠΑ, Γερμανία, Αγγλία, κ.λπ.) που επέλεξαν κατά βάση επεκτατικά μοντέλα διαχείρισης της κρίσης. Εύκολα κανείς καταλαβαίνει πώς η εξώθηση προς τα πιο «δαρβινικά» μοντέλα επίλυσης της κρίσης στα κράτη της δεύτερης, τρίτης ή τελευταίας ιμπεριαλιστικής ταχύτητας γίνεται κατ’ αρχήν προς το δικό τους συμφέρον. Γι αυτό το λόγο διαφώνησε δημοσίως κι ο νεο-κεϋνσιανός Στίγκλιτς, όταν κατάλαβε ότι ο Γ. Παπανδρέου τον ήθελε για βιτρίνα που θα εξωραΐζει εκείνες τις πολιτικές του ΔΝΤ, που ακριβώς πριν δέκα χρόνια τον οδήγησαν σε παραίτηση από την Παγκόσμια Τράπεζα. Αρθρογραφία του στον διεθνή Τύπο (που δεν ευτύχησε στον ελληνικό) έχει τη δική της σημασία: «Ο καταιγισμός περιοριστικών μέτρων που ανακοινώνονται από την κυβέρνηση μπορεί να πνίξει την ανάπτυξη και κατ’ επέκταση τα έσοδα από τη φορολογία, με αποτέλεσμα να διευρύνεται ακόμη περισσότερο το έλλειμμα», τόνισε Εξ’ ίσου απορριπτικός για τα μέτρα Παπανδρέου – ΔΝΤ ήταν κι ένας γερμανός σοσιαλδημοκράτης, οικονομολόγος του ΟΗΕ, που εμφανίστηκε στην τηλεόραση του Μέγκα την Τετάρτη λέγοντας: «Προτείνουμε έτσι απλά στην Ελλάδα να μειώσει το έλλειμμά της κατά 10% του ΑΕΠ σε δύο χρόνια. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο! Οδηγούμε τη χώρα στον γκρεμό! Είναι το συνηθισμένο μέσο που χρησιμοποιεί πάντα το ΔΝΤ. Ακολουθούν τυφλά τις χρηματοοικονομικές αγορές που υπερβάλλουν τώρα, δημιουργώντας αίσθηση κρίσης απ’ την οποία βεβαίως κερδίζουν μαζικά», ήταν τα λόγια του με τα οποία έθεσε σε ρεαλιστικές βάσεις την κερδοσκοπική επίθεση που δέχεται η Ελλάδα, δείχνοντας ταυτόχρονα και την άβυσσο που χωρίζει τα πρακτικά αποτελέσματα των μέτρων από τις εξαγγελίες.

Όλα αυτά φυσικά είναι γνωστά στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Δηλώνουν ωστόσο πως θα εφαρμόσουν τα μέτρα μέχρι τέλους μόνο και μόνο για να πετύχουν ένα συντριπτικό πλήγμα στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης της Ελλάδας, μια ιστορική ήττα εφάμιλλης στρατηγικής σημασίας με εκείνη που δέχτηκε το εργατικό κίνημα το 1989 – 1990. Θα το επιτρέψουμε;

Μια κρίση που αλλάζει το πρόσωπο του καπιταλισμού (Τετράδια, Άνοιξη-Καλοκαίρι 09)

Ενώπιον μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης δομικού χαρακτήρα, που θα αλλάξει δραματικά την μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού βρίσκονται όλες οι χώρες του πλανήτη από την άνοιξη του 2007. Εδώ και δύο χρόνια, αφού οι πρώτες προβλέψεις που προδίκαζαν μια πρόσκαιρη καθοδική πορεία κυκλικού χαρακτήρα διαψεύστηκαν, η μια αρνητική πρόβλεψη είναι χειρότερη από την άλλη.

Τα τελευταία ζοφερά στοιχεία προήλθαν από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στις 30 Μαρτίου[1] προβλέποντας ότι το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών για το τρέχον έτος θα συρρικνωθεί κατά 4,3% – γεγονός χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο – ενώ το 2010 θα υπάρξει στασιμότητα. Ούτε καν δηλαδή οριακή άνοδος του ΑΕΠ δεν αναμένεται. Πολύ πιο σοβαρά θα πληγούν δε οι χώρες με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, που τα προηγούμενα χρόνια επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, η Ιαπωνία, που τον Φεβρουάριο είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται κατά 49%, αλλά και η Γερμανία που προβλέψεις από την τράπεζα Commerzbank θέλουν το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 7%! Με βάση προβλέψεις του ΟΟΣΑ πάλι, που στους κόλπους περιλαμβάνει του 30 χώρες, τον επόμενο χρόνο, το 2010, προβλέπεται επίσης εκρηκτική άνοδος της ανεργίας που από 6% κατά μέσο όρο το 2008 θα φτάσει το 10%. Τουλάχιστον 1 στους 10 εργαζόμενους στις ανεπτυγμένες χώρες θα χάσει τη δουλειά του, κι αυτό «πρακτικά χωρίς καμία εξαίρεση», δήλωσε εκπρόσωπος του οργανισμού που έκανε λόγο για «25 περίπου εκ. άτομα, μακράν η μεγαλύτερη και πιο ταχεία αύξηση της ανεργίας στον ΟΟΣΑ κατά την μεταπολεμική περίοδο».

Πλάι στην διόγκωση γνωστών και χρόνιων προβλημάτων, όπως η ανεργία, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης κάνουν την απειλητική εμφάνισή τους κι άλλα που περιορίζουν ασφυκτικά το πλαίσιο άσκησης αντικυκλικής πολιτικής, όπως είναι ο αποπληθωρισμός που αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την Ιαπωνία αφότου διέβη τον Ρουβικώνα της ύφεσης. Έτσι, η πτώση του επιπέδου τιμών σε ετήσια βάση κατά 0,1% στην Ισπανία τον Μάρτιο έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, στο βαθμό που το φαινόμενο ενδέχεται να προσλάβει απειλητικές και γενικευμένες διαστάσεις. Οι κίνδυνοι υπογραμμίζονται και από την πτώση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη κατά τον Μάρτιο στο 0,6%, σε ετήσια βάση, επίπεδο ρεκόρ από το 1996 όταν ξεκίνησε να μετριέται ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν τα μηδενικά επιτόκια που είναι ήδη γεγονός στις ΗΠΑ και την Αγγλία (0-0,25% και 0,5% αντίστοιχα). Στη δε ευρωζώνη, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την Πέμπτη 2 Μαρτίου που ήταν η έκτη σχετική απόφαση από τον Οκτώβρη του 2008 όταν το επιτόκιο του ευρώ βρισκόταν στο 4,25% να μειώσει το επιτόκιο στο 1,25% – επίπεδο ρεκόρ από τη δημιουργία του ευρώ – και τη διαφαινόμενη ως βέβαιη απόφαση περαιτέρω μείωσης τον Ιούνιο τουλάχιστον στο 1%, θεωρείται θέμα χρόνου το πέρασμα στη ζώνη των μηδενικών ονομαστικών επιτοκίων.

Το ενδεχόμενο εμφάνισης αποπληθωρισμού δεν αποτελεί τεχνικό θέμα, όσο κι αν οι συνέπειές του στο επίπεδο ζωής των εργαζομένων δεν είναι τόσο άμεσες. Αλλά, υπογραμμίζει τους αυξημένους κινδύνους που εμφανίζονται ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κρίση, όπως η πτώση των επιτοκίων, να μετατραπούν σε μπούμερανγκ.

Για να επισημανθεί ο ανεξίτηλος τρόπος με τον οποίο η τρέχουσα κρίση θα σημαδέψει τις μελλοντικές εξελίξεις και την ταξική πάλη είναι χρήσιμο να σταθούμε στα συμπεράσματα από μια συγκριτική μελέτη[2] των συνεπειών ορισμένων πρόσφατων κρίσεων. Προς διάψευση λοιπόν της υποτίμησης των συνεπειών, επισημαίνεται γενικά ότι η επόμενη μέρα των οικονομικών κρίσεων σφραγίζεται από τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, τη παρατεταμένη χρονικά και βαθιά κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι τιμές των κατοικιών έτσι κατέγραψαν πτώση της τάξης του 35% η οποία κράτησε 6 ολόκληρα χρόνια, ενώ η πτώση των τιμών των μετοχών κυμάνθηκε γύρω στο 55% και διήρκεσε 3,5 χρόνια. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η σοβαρή μείωση της παραγωγής και του επιπέδου απασχόλησης. Η ανεργία αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 7% διαρκώντας 5 χρόνια. Οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά δε χώρες εμφανίζουν μεγαλύτερη δυστοκία να μειώσουν την ανεργία. Η παραγωγή για μια περίοδο 2 ετών πέφτει από το ανώτερο σημείο της κατά 9%. Συνέπεια αυτών είναι η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 9% η οποία διαρκεί σχεδόν 2 χρόνια. Τρίτο, η πραγματική αξία του δημόσιου χρέους οδηγείται σε έκρηξη καθώς αυξάνει κατά 86%! Η σημαντικότερη μάλιστα αιτία αυτής της ανόδου δεν είναι οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναπλήρωση του κεφαλαίου των τραπεζών που έχει διαβρωθεί λόγω των «κακών δανείων» ή τη διάσωσή τους, αλλά η κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και οι φιλόδοξες κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας. Το πιο ανησυχητικό δε απ’ όλα είναι το γεγονός ότι η τρέχουσα κρίση μέχρι στιγμής – ακόμη δηλαδή κι αν αύριο ανακάμψει η οικονομία κάτι που είναι αδύνατο – είναι πολύ πιο βαθιά, δομικού χαρακτήρα, από τις 18 τραπεζικές κρίσεις που σημάδεψαν την μεταπολεμική εποχή κι ειδικότερα τις 5 μεγάλες (Ισπανία 1977, Νορβηγία 1987, Φινλανδία 1991, Σουηδία 1991 και Ιαπωνία 1992) μαζί με ορισμένες ακόμη που παρατηρήθηκαν σε αναδυόμενες καπιταλιστικές αγορές (ασιατική κρίση 1997 – 1998: Χονγκ Κονγκ, Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη), Κολομβία 1998 και Αργεντινή 2001. Είναι αυτές ακριβώς οι κρίσεις που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το εν λόγω επιστημονικό άρθρο. Καθόλου τυχαίο έτσι δεν είναι το γεγονός ότι στην Ισλανδία και την Αυστρία η πτώση των τιμών των μετοχών την τελευταία διετία είναι κατά πολύ ανώτερη του παραπάνω μέσου όρου. Φαίνεται επομένως ότι πρόκειται για μια διαδικασία η οποία θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου, με ασυνήθιστα δραματικές συνέπειες στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Το μέτρο που ενστικτωδώς υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου για να μετριάσουν τις συνέπειες της κρίσης αφορούσε αρχικά χρηματοδοτικά προγράμματα – μαμούθ με στόχο την αναπλήρωση κεφαλαίου όσων τραπεζών είχαν εκτεθεί σε «τοξικά ομόλογα» της αμερικανικής αγοράς κτηματικής πίστης. Στήθηκε έτσι ένας χορός δισεκατομμυρίων πραγματική πρόκληση για τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους που έβλεπαν επί χρόνια κάθε αίτημά τους για αυξήσεις να απορρίπτεται με την επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο[3] και μένοντας μόνο σε Ευρώπη και ΗΠΑ οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν 195,1 δισ. ευρώ (Citigroup 46.522 εκ. ευρώ, Bank of America 34.891, AIG 31.014, Wells Fargo 19.384, JP Morgan Chase 19.384, Fannie Mae 11.785, Freddie Mac 10.700, Morgan Stanley 7.753, Goldman Sachs 7.753 και PNC Financial Services 5.876), η Αγγλία 44 δισ. (Royal Bank of Scotland 21.775 εκ. ευρώ, HBOS 12.509, Lloyds 5.982 και Northern Rock 3.698), η Ολλανδία 16,3 δισ. (ING 10.000 εκ. ευρώ, Fortis 4.000 και Aegon 2.326), η Δανία 503 εκ. (Roskilde Bank), το Βέλγιο 12,2 δισ. (KBC 5.500 εκ. ευρώ, Fortis 4.700 και Dexia 2.000), η Γαλλία 8,2 δισ. (Credit Agricole 3.000 εκ. ευρώ, BNP Paribas 2.550, Societe Generale 1.700 και Dexia 1.000), η Ελβετία 3,9 δισ. (UBS) και η Γερμανία 27 δισ. ευρώ (Commerzbank 18.200 εκ. ευρώ, Bayerische Landesbank 14.800, West LB 5.000 και ΙKB 2.300)!

Οι πακτωλοί χρημάτων που απελευθερώθηκαν εν μία νυκτί με την επίκληση του στόχου αποτροπής του κινδύνου μιας συστημικής κατάρρευσης, όπως αυτής που προκλήθηκε το 1930 κι απειλήθηκε στις 15 Σεπτέμβρη 2008 με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, έδειξαν ότι η χρόνια λιτότητα και η πολιτική μείωσης των μισθών που ακολουθήθηκε στην Ευρώπη όλα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης δεν ήταν μονόδρομος. Χρήματα με τα οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική πολιτική υπήρχαν! Εφικτή επίσης αποδεικνύεται πως είναι ακόμη και τώρα μια πολιτική ανακούφισης των εργαζομένων από τις συνέπειες της κρίσης. Για παράδειγμα, γιατί όλα αυτά τα δισ. να μην είχαν δοθεί για να εξαγορασθούν από το κράτος τα σπίτια που έβγαιναν στον πλειστηριασμό στις ΗΠΑ κι όλο αυτό το απόθεμα κατοικιών στη συνέχεια να αποτελούσε κρατική περιουσία που να δινόταν σε χαμηλόμισθους και ανέργους στο πλαίσιο μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής στήριξης της εργατικής κατοικίας; Με αυτό τον τρόπο μάλιστα θα σωζόντουσαν κι οι τράπεζες που θα εισέπρατταν από το κράτος τα ληξιπρόθεσμα δάνεια, ενώ δεν θα έβγαιναν στο δρόμο τουλάχιστον 2,5 εκ. νοικοκυριά, όπως συνέβη στις ΗΠΑ αποχαιρετώντας μια για πάντα το όνειρο απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας κι οδηγώντας το κοινωνικό ζήτημα σε νέα όξυνση…

Σε μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη τέτοιων μέτρων που θα ανακούφιζαν τους εργαζόμενους, αυτό που συντελείται σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες επάνω στην κινούμενη άμμο της κρίσης είναι μια προσπάθεια μεταφοράς όλου του κόστους για την επίλυσή της στις πλάτες των εργαζομένων. Από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ μέχρι την Ασία, αστικές κυβερνήσεις και κεφάλαιο επιχειρούν να θωρακίσουν τα κέρδη, μειώνοντας τους μισθούς και καταργώντας ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν παρατηρούνται δύο εξελίξεις.

Η πρώτη έχει ως επίκεντρο το αστικό κράτος και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης.

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις για την επιδότηση του κεφαλαίου και τη διάσωση των τραπεζών, όπως συνέβη και στην Ελλάδα με τα 28 δισ. που έδωσε η κυβέρνηση της ΝΔ στους τραπεζίτες, δημιουργούν τους όρους ώστε η χρόνια δημοσιονομική κρίση να οδηγηθεί σε παροξυσμό. Έτσι αν η δημοσιονομική κρίση του κράτους έλκυε μέχρι τώρα την καταγωγή της από την δομική κρίση του 1970 – μετάσταση και υποτροπή της οποίας είναι και η τρέχουσα κρίση – τους έξι τελευταίους μήνες δημιουργούνται οι όροι για μια νέα έκρηξη της. Το εύφλεκτο υλικό της θα αποτελείται από τα πακέτα διάσωσης που χορηγούν οι κυβερνήσεις προς το κεφάλαιο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα, όπου υφίστανται και μια χρόνια δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στο χώρο των δημόσιων οικονομικών έκανε την εμφάνισή της πρώτη φορά η κρίση πριν εκδηλωθεί στο χώρο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η ευκολία δε με την οποία η κυβέρνηση «στοχοποίησε» τους δημόσιους υπάλληλους και τους συνταξιούχους με την μηδενική εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας Γ. Παπαθανασίου δείχνει τον στρατηγικό ρόλο που αποκτά το κράτος για την υπέρβαση της κρίσης και ταυτόχρονα την κατεύθυνση από την οποία θα αντληθούν οι αναγκαίοι πόροι γι αυτή την υπέρβαση.

Στις ΗΠΑ ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα να διαθέσει 500 δισ. δολ. για τη διάσωση των τραπεζών τον Μάρτιο, μέσω της δημιουργίας κοινών επιχειρηματικών σχημάτων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα επικρίθηκε σφοδρά ακόμη κι από οικονομολόγους που εντάσσονται στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, όπως για παράδειγμα ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίκλιτς[4] που έγραψε σχετικά: «Αυτό που κάνει η κυβέρνηση Ομπάμα είναι πολύ χειρότερο από εθνικοποίηση. Είναι ένα κακέκτυπο καπιταλισμού, η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών. Είναι μια “σύμπραξη” στην οποία ο ένας συνέταιρος κλέβει τον άλλο. Και τέτοιες συμπράξεις – με τον ιδιωτικό τομέα να έχει τον έλεγχο – έχουν ανορθολογικά κίνητρα, ακόμη χειρότερα κι από εκείνα που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Ήδη υποφέρουμε από μια κρίση εμπιστοσύνης. Όταν γίνει εμφανές το υψηλό κόστος του κυβερνητικού σχεδίου, η εμπιστοσύνη θα διαβρωθεί περαιτέρω. Σε εκείνο το σημείο, το έργο της νεκρανάστασης της οικονομίας θα είναι ακόμη πιο επώδυνο»!

Η ευκολία με την οποία όμως οι αστικές κυβερνήσεις ανακοινώνουν το ένα πακέτο χρηματοδοτικής ενίσχυσης μετά το άλλο δεν οξύνει μόνο το κοινωνικό ζήτημα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, στο βαθμό που τέτοιες λύσεις ενισχύουν τη θέση της αστικής τάξης εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και νέου τύπου ανισορροπίες σε διεθνές επίπεδο. Πρωταγωνιστές είναι το δίδυμο Ομπάμα – Μπράουν που ηγούνται παγκοσμίως του ράλι αφειδώλευτης χρηματοδότησης του κεφαλαίου. Για να μπορέσουν όμως να χρηματοδοτήσουν αυτά τα ανοίγματα έχουν επιδοθεί σε μια παράλληλη κούρσα «μέτρων διευκόλυνσης», όπως διακριτικά αποκαλείται η εκτύπωση χρήματος από τις κεντρικές τους τράπεζες. Έτσι τους τελευταίους μήνες και με απώτερο σκοπό να αγοράσουν τα ομόλογα που εκδίδουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις[5] οι ΗΠΑ έχουν εκτυπώσει δολάρια αξίας μεγαλύτερης του 1 τρισ. δολ. και η Αγγλία βρετανικές λίρες που υπερβαίνουν τα 75 δισ. (107,3 δισ. δολ.)! Ως αποτέλεσμα στην αγορά των επιτοκίων τα στοιχήματα για σοβαρή άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και την Αγγλία κατά το προσεχές μέλλον έχουν πάρει φωτιά, ενώ όσοι έχουν ήδη συμφέροντα επάνω στο δολάριο έχουν πάρει τ’ όπλο τους. Και πρώτη απ’ όλους η κυβέρνηση της Κίνας που διατηρεί τα μεγαλύτερα δολαριακά αποθέματα εκτός ΗΠΑ, αξίας ανώτερης του 1 τρισ. δολαρίων. Η αντίδραση επομένως του κινέζου πρωθυπουργού στην πλημμυρίδα ρευστού του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στις παραμονές της συνεδρίασης του G20 έφτασε να ζητήσει να πάψει το δολάριο να έχει την θέση που διατηρεί σήμερα στις διεθνείς συναλλαγές και τα νομισματικά αποθέματα ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη κι ως κίνητρο είχε τη διαφύλαξη της αξίας αυτών των αποθεμάτων. Μαζί με την Κίνα αντέδρασε κι η Γερμανία μέσω του υπουργού Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος προειδοποίησε[6] ότι «τα νέα χρηματοδοτούμενα από χρέη προγράμματα υποστήριξης της οικονομίας θα συνθλίψουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, θα καταστρέψουν την αξία των νομισμάτων και θα θέσουν τις βάσεις για την επόμενη κρίση». Παρατηρήσεις εύστοχες, όσο κι αν διατυπώνονται για να δικαιολογήσουν μια σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, μηδενικών ελλειμμάτων.

Η τεράστια ζήτηση ρευστού από τις ΗΠΑ και την Αγγλία δυσχεραίνει παράλληλα αφάνταστα και τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των υπόλοιπων χωρών του κόσμου στο βαθμό που οι όροι υπό τους οποίους ζητάει χρήμα το αμερικανικό δημόσιο είναι κατά πολύ ευνοϊκότεροι αυτών που ζητούν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για παράδειγμα. Επίσης η βεβαιότητα που προσφέρει το αμερικανικό δημόσιο, ακόμη και τώρα, που η εκτύπωση νέου χρήματος γεννάει με μαθηματική βεβαιότητα πληθωρισμό, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν που προσφέρει κάθε άλλο κράτος. Κατ’ επέκταση και η κοινωνικά επώδυνη[7] εκτίναξη του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, μπορεί μεταξύ άλλων να θεωρηθεί κι αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που στην έναρξη της είχε την απότομη αύξησης της ζήτησης ρευστού από τις ιμπεριαλιστικές χώρες για να σώσουν τις τράπεζές τους. Πολύ πιο ακριβά ωστόσο πλήρωσαν την αμερικανική πολιτική άλλες χώρες που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των συνθηκών αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο ΔΝΤ. «Τα νομίσματα βυθίζονται από το Μεξικό μέχρι την Μαλαισία καθώς δανειστές κι επενδυτές αποσύρουν τα χρήματά τους για να τα παρκάρουν στα ομόλογα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Το Πακιστάν, η Ισλανδία, η Τουρκία και το Ελ Σαλβαδόρ με αρκετές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να πληρώσουν τους διεθνείς πιστωτές τους»[8].

          Μια επιπλέον παράπλευρη συνέπεια του άτυπου πλειοδοτικού διαγωνισμού που έχει στηθεί στη Δύση για την εύρεση ρευστού είναι η χρηματοδοτική ξηρασία που πλήττει το Νότο και ειδικότερα τις υπανάπτυκτες χώρες. «Στην πραγματικότητα όλες οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα», δήλωνε πρόσφατα[9] στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επισημαίνοντας ακόμη πως «αυτό είναι το τρίτο κύμα της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η ροή ιδιωτικού κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές έχει στεγνώσει». Με βάση εκτιμήσεις του διεθνούς μισητού ιμπεριαλιστικού οργανισμού οι ροές κεφαλαίου προς τις αποκαλούμενες αναδυόμενες αγορές από 928 δισ. δολ. το 2007, μειώθηκαν στα 466 τον προηγούμενο χρόνο και φέτος εκτιμάται ότι θα πέσουν στα 165 δισ. δολ. Καθόλου τυχαία επομένως δεν είναι η προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας ότι φέτος οι άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα θ’ αυξηθούν κατά 50 εκ.!

          Τα μέτρα διάσωσης που εφαρμόζουν επομένως οι ΗΠΑ οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς βελτιώνουν τη θέση τους, εις βάρος άλλων χωρών που καταποντίζονται.

          Στο εσωτερικό τώρα των χωρών, εδώ και λίγους μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστια επιχείρηση καθαρής μείωσης των εργατικών μισθών και βίαιης ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Αστική τάξη και κράτος το επιτυγχάνουν θέτοντας στους εργαζόμενους το δίλημμα απολύσεις ή μοίρασμα της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων (που με εκπληκτική ομοιομορφία εφαρμόζονται από την κοιτίδα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Ντιτρόιτ, μέχρι την Αγγλία και τα εργοστάσια της Βοιωτίας) είναι να πάψουν πλέον τα όρια μεταξύ εργαζομένων και ανέργων να είναι τόσο ευδιάκριτα, ενώ τα μόνα σαφώς οριοθετημένα θα είναι τα κέρδη του κεφαλαίου που θα μείνουν στο απυρόβλητο, καθώς το κόστος της κρίσης θα μεταφέρεται ακέραιο στους εργαζόμενους. Αυτή ακριβώς είναι και η δεύτερη εξέλιξη, που σε συγκερασμό με τον Κεϋνσιανισμό για τους πλουσίους σκιαγραφεί τις κυρίαρχες πολιτικές για την υπέρβαση της κρίσης από την μεριά του κεφαλαίου.

Η επιμονή του κεφαλαίου να αναζητά την υπέρβαση της κρίσης στο χώρο της παραγωγής, εκεί που δημιουργούνται οι νέες αξίες επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η κρίση δεν είναι κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν είναι κρίση ρευστότητας, ούτε κρίση εμπιστοσύνης, όσο κι αν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές εμφανίζεται ως τέτοια. Πριν απ’ όλα είναι κρίση πτώσης του ποσοστού κέρδους, όπως ορίστηκε από τον Κ. Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, που φέρνει στην επιφάνεια την σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και τον βαθιά οπισθοδρομικό χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, καθώς όρος επιβίωσής τους είναι ο ακρωτηριασμός των σύγχρονων, κοσμογονικών δυνατοτήτων που γεννάει η εποχή μας, επιτρέποντας την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά[10].

Τέλος, σημείο αισιοδοξίας που μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η τρέχουσα κρίση μπορεί να σηματοδοτήσει την αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας και των πολιτικών εκείνων δυνάμεων που αναφέρονται στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας είναι ο μαχητικός κοινωνικός ριζοσπαστισμός που γεννιέται: από την εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα μέχρι τις ομηρίες διευθυντικών στελεχών από οργισμένους εργάτες στη Γαλλία.


[1] Financial Times, 31 Μαρτίου 2009.

[2] Reinhart Carmen M., Kenneth S. Rogoff, «The aftermath of financial crises», Paper prepared for presentation at the American Economic Association meeting in San Francisco, 3 Ιανουαρίου 2009.

[3] El Pais, 15 Mαρτίου 2009.

[4] New York Times, Obama’s ersatz capitalism, 2 Απρίλη 2009.

[5] Wall Street Journal, A dangerous lure: inflation curbs debt, 30 Μαρτίου 2009.

[6] Spiegel Online, A summit at the abyss – Can the G 20 save the world?, 30 Μαρτίου 2009.

[7] «Το επιπλέον ετήσιο κόστος για τους τόκους από τον μέχρι στιγμής δανεισμό λόγω της ανόδου της διαφοράς των ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με τα γερμανικά ξεπερνούν τα 900 εκ. ευρώ. Ακόμη και σε σχέση με την Ιταλία, με την οποία δανειζόμασταν περίπου στα ίδια επίπεδα μέχρι πριν λίγους μήνες, θα επιβαρυνθούμε περίπου 520 εκ. ευρώ παραπάνω για τα ίδια ποσά δανεισμού… Με τα 520 εκ. ευρώ που πληρώνουμε επιπλέον σε σχέση με την Ιταλία θα μπορούσε να αυξηθεί το επίδομα ανεργίας από το 55% του βασικού μισθού που είναι σήμερα στο 70%… και να ενισχυθεί με επιπλέον 160 εκ. ευρώ το Ταμείο κατά της Φτώχειας για δράσεις ανακούφισης συμπολιτών μας με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα», Ενημερωτικό σημείωμα από τον τομέα Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, 1 Απριλίου 2009.

[8] International Herald Tribune, Averting a catastrophe in the developing world, 6 Μαρτίου 2009.

[9] International Herald Tribune, Crisis sends dollars flowing back to U.S., 9 Μαρτίου 2009.

[10] «Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάθε τρόπου παραγωγής εξακολουθεί να είναι η αντικειμενική βάση στην οποία οφείλουν να εδράζονται οι προσπάθειες για την υπέρβαση του συστήματος» (Θανάσης Μανιάτης, Κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας; Περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο: Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2009).

Αρέσει σε %d bloggers: