Δεν είναι μονόδρομος η παρατεταμένη ύφεση (Επίκαιρα, 8 -14 Μαρτίου 2012)

Τι αποκαλύπτει έρευνα του αμερικανού οικονομολόγου Μαρκ Βάισμπροτ και του ισπανού Χουάν Αντόνιο Μοντεσίνο  

Την υπαρκτή δυνατότητα να αποδράσει η Ελλάδα από τον εφιάλτη χωρίς τέλος που ζει τα τελευταία χρόνια υποδεικνύει με πειστικό και επιστημονικά άρτιο τρόπο μελέτη για την ελληνική οικονομία που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες. Συντάκτες της είναι ο αμερικανός οικονομολόγος Μαρκ Ουάισμπροτ, ο οποίος έχει κι άλλες φορές τοποθετηθεί επάνω στο «ελληνικό πρόβλημα» (ενώ τον Μάιο του 2010 έδωσε συνέντευξη και στα Επίκαιρα), και ο ισπανός Χουάν Αντόνιο Μοντεσίνο. Ο τίτλος της έκθεσης είναι: «Επιπλέον δεινά χωρίς όφελος για την Ελλάδα. Αξίζει το ευρώ το κόστος μιας υφεσιακής δημοσιονομικής πολιτικής και εσωτερικής υποτίμησης;»*.

Σημείο αφετηρίας των συγγραφέων αποτελεί η παταγώδης αποτυχία των οικονομικών πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί υπό τις οδηγίες της Τρόικας. Το μέγεθος της αποτυχίας ξεχωρίζει από όποια οπτική γωνία κι αν εξετάσει κάποιος την ελληνική οικονομία: από τη σκοπιά του κοινωνικού κόστους, από τη σκοπιά των ονομαστικών στόχων (μείωση του δημόσιου χρέους) ακόμη και από την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση.

Τριπλασιασμός ανεργίας, διπλασιασμός αυτοκτονιών

Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες της το τεράστιο κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος που συνοδεύει την εφαρμογή των Μνημονίων. Κορυφαίο όλων ο τριπλασιασμός της ανεργίας που από 7,7% όπου βρισκόταν πριν το ξέσπασμα της κρίσης οδηγήθηκε το Νοέμβριο του 2011 στο 20,9% με τις προοπτικές (όπως περιγράφονται από την σχεδιαζόμενη απόλυση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων) να παραμένουν ζοφερές. Επίσης γίνεται επίκληση σε πρόσφατη μελέτη του έγκυρου διεθνούς ιατρικού περιοδικού Lancet που κάνει λόγο για υπερδιπλασιασμό των αυτοκτονιών, ανθρωποκτονιών και δεικτών εγκληματικότητας από το 2007 μέχρι το πρώτο μισό του 2011.

Ως σημαντικότερη αδυναμία των προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής που εφαρμόζονται στην Ελλάδα αναγνωρίζονται οι εκτεταμένες περικοπές δαπανών «που μειώνουν την ενεργό ζήτηση στην οικονομία, οδηγώντας την σε περαιτέρω συρρίκνωση. Αυτή μειώνει τα δημόσια έσοδα, καθώς οι πληρωμές φόρων πέφτουν μαζί με το εισόδημα». Στην μελέτη πραγματικά σοκάρει η σύγκριση της μείωσης του ΑΕΠ στην Ελλάδα κατά 15,8% με ό,τι έχει συμβεί σε άλλες χώρες που βρέθηκαν πρόσφατα σε παρόμοια θέση, όπως η Αργεντινή ή η Νότια Κορέα. «Η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες με τις μεγαλύτερες απώλειες στην παραγωγή λόγω οικονομικής κρίσης κατά τη διάρκεια του 20ου και 21ου αιώνα». Παγκόσμια πρωτοτυπία διεκδικεί η Ελλάδα με άλλα λόγια.

Πέτυχαν εσωτερική …ανατίμηση

Τα αποτελέσματα παρόλα αυτά είναι εντελώς αναντίστοιχα των θυσιών, με την εσωτερική υποτίμηση να έχει αποτύχει παταγωδώς! «Μετά από τέσσερα χρόνια ύφεσης και υπερτριπλασιασμό της ανεργίας, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόοδος στην Ελλάδα προς την επίτευξη μιας “εσωτερικής υποτίμησης”. Η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία με βάση το μοναδιαίο κόστος εργασίας, σύμφωνα με το ΔΝΤ, ήταν ελαφρώς υψηλότερη το 2010 απ’ ό,τι ήταν το 2006, ενώ με βάση τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) τον Ιανουάριο του 2011 ήταν περίπου 7,6% υψηλότερη σε σύγκριση με το 2006. Με άλλα λόγια, τέσσερα χρόνια ύφεσης και η αδιάκοπη καθοδική πίεση στους μισθούς έχουν αποτύχει να υποτιμήσουν το νόμισμα, σε πραγματικούς όρους για την Ελλάδα.  Η πέμπτη αξιολόγηση του ΔΝΤ σημειώνει ότι το 2011 η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία παρέμεινε αμετάβλητη, παρά την μικρή πτώση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά 2,5%. Η τελευταία μάλιστα εξουδετερώθηκε από την ανατίμηση του ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους. Οποιαδήποτε στιγμή, μια ανατίμηση του ευρώ μπορεί εύκολα να εξαλείψει την μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας που μπορεί να πετύχει η Ελλάδα», σημειώνουν εύστοχα οι δύο οικονομολόγοι!

Ανάλογο φιάσκο θα αποδειχθεί και ο στόχος μείωσης του δημόσιου χρέους στο 120,5% του ΑΕΠ, μετά την επιτυχή εφαρμογή του προγράμματος ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων. Οι συγγραφείς κατ’ αρχήν υπογραμμίζουν πόσο έξω έχουν πέσει μέχρι στιγμής τα στελέχη του ΔΝΤ σε όποιες σχετικές προβλέψεις έχουν διατυπώσει. Ακόμη ωστόσο και από τις μελέτες του ΔΝΤ δεν λείπουν σενάρια που προδικάζουν ότι το δημόσιο χρέος θα ανέλθει στο 138% του ΑΕΠ κι όχι στο 120%. Οι Ουάισμπροτ και Μοντεσίνο παρουσιάζουν ένα άλλο τρίτο σενάριο, που προκύπτει από τα προγράμματα λιτότητας και τις αρνητικές επιπτώσεις που έχουν στην πορεία του ΑΕΠ, δημιουργώντας αλλεπάλληλα σοκ. Βάσει αυτής της πρόβλεψης το χρέος θα ανέλθει στο 144% του ΑΕΠ το 2020. Ιδιαίτερη προσοχή ωστόσο οι συγγραφείς αποδίδουν στο ασυνήθιστα υψηλό κόστος για τόκους που θα καταβάλλουν οι ελληνικοί προϋπολογισμοί. «Για το 2011 είναι 6,8% του ΑΕΠ. Υπό την προϋπόθεση μιας επιτυχούς συμφωνίας ανταλλαγής που θα περιλαμβάνει ένα κούρεμα υπολογιζόμενο τώρα στα 100 δισ. ευρώ, το μέγεθος αυτό πέφτει στο 4,9% το 2012. Τον επόμενο χρόνο όμως εκτινάσσεται και μέχρι το 2015 παραμένει πάνω από 6%. Είναι ένα πολύ μεγάλο βάρος για τόκους υπό οποιαδήποτε διεθνή σύγκριση». Ο πίνακας που παραθέτουμε αποδεικνύει πόσο αναποτελεσματική είναι το πρόγραμμα ανταλλαγής σε αυτό το θέμα ακόμη κι αν ολοκληρωθεί επιτυχώς.

Αντικρουόμενα συμφέροντα

Διερευνώντας τις εναλλακτικές λύσεις απέναντι σε αυτό το χρονικό προαναγγελθείσης αποτυχίας ο Μ. Ουάισμπροτ και ο Χ. Α. Μοντεσίνο υπογραμμίζουν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα μεταξύ των ευρωπαϊκών και των ελληνικών αρχών. «Δέκα χρόνια πριν, γράφοντας στα απόνερα της παύσης πληρωμών της Αργεντινής, ο Τζορτζ Σόρος τόνιζε ότι οι πιστωτές ως ομάδα έχουν συμφέρον να τιμωρούν ανάλογες παύσεις πληρωμών: “Η μόνη εγγύηση που έχει ο δανειστής είναι τα δεινά που ο δανειζόμενος θα υποστεί αν προβεί σε παύση πληρωμών”. Οι ευρωπαϊκές αρχές εξετάζουν την θέση της Ελλάδας κυρίως από τη σκοπιά του δανειστή. Από αυτή τη θέση δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό να είναι επώδυνη η προσαρμογή. Παραπέρα, αν η Τρόικα προσέφερε ένα πρόγραμμα που θα επέτρεπε στην γρήγορη ανάκαμψη της Ελλάδας, τότε Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία και Ιταλία θα ανέμεναν κάτι ανάλογο». Ας μην απορούμε λοιπόν για τις κοινωνικά ολέθριες πολιτικές που επιβάλλουν ΕΕ και ΔΝΤ στην Ελλάδα.

Παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ

Οι δύο οικονομολόγοι ως μοναδική λύση απέναντι στα αδιέξοδα και τις ωδίνες των Μνημονίων προτείνουν χωρίς περιστροφές την οριστική εγκατάλειψη των προγραμμάτων λιτότητας και επίσης την μονομερή παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ. «Το πλησιέστερο ιστορικό παράδειγμα τέτοιας παύσης πληρωμών και υποτίμησης είναι η Αργεντινή το 2001 – 2002. Έπειτα από την ανεπιτυχή αναζήτηση μιας “εσωτερικής υποτίμησης” μέσω μιας ύφεσης που διήρκεσε 3,5 χρόνια, μείωσε το ΑΕΠ κατά 16% και συσσώρευσε στην πορεία ένα μη βιώσιμο χρέος η Αργεντινή ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο του 2001 παύση πληρωμών στο δημόσιο χρέος της. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2002, εγκατέλειψε τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία (με το πέσο να έχει συνδεθεί στο 1 προς 1 με το δολάριο). Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν η επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κρίσης και η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Η Αργεντινή έχασε περίπου 5% του ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2002. Ωστόσο, η μείωση διάρκεσε μονάχα ένα τρίμηνο. Τα επόμενα 6 χρόνια η οικονομία αναπτύχθηκε 63% και 9 χρόνια μετά τη στάση πληρωμών έχει αναπτυχθεί πάνω από 90%. Μέσα σε τρία χρόνια, δηλαδή το πρώτο τρίμηνο του 2005, η Αργεντινή είχε ξεπεράσει το προ κρίσης επίπεδο του ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθούν οι αξιοσημείωτες κοινωνικές συνέπειες της ανάκαμψης για την Αργεντινή. Μολονότι η οικονομία πέρασε από σύντομη επιβράδυνση κατά την διάρκεια της παγκόσμιας ύφεσης του 2009, η απασχόληση στην Αργεντινή βρίσκεται σε επίπεδο ρεκόρ. Η φτώχεια και η ακραία φτώχεια έχουν μειωθεί κατά δύο τρίτα και οι κοινωνικές δαπάνες έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί σε πραγματικούς όρους, μετά την παύση πληρωμών». Οι συγγραφείς τέλος απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η ανάκαμψη της Αργεντινής οφείλεται στις εξαγωγές βασικών εμπορευμάτων και δη σόγιας. Το μυστικό της αργεντίνικης επιτυχίας έγκειται στην απαλλαγή από το χρέος και την λιτότητα και στην άνοδο της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Επισημαίνουν τέλος ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από την Αργεντινή για να ανακοινώσει παύση πληρωμών και νομισματική ανεξαρτησία!

Ο πρωτότυπος τίτλος της 20σέλιδης μελέτης που κυκλοφόρησε από το Κέντρο Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας (CEPR) είναι «More pain, no gain for Greece: Is the euro worth the costs of the pro-cyclical fiscal policy and internal devaluation?» και βρίσκεται αναρτημένη στην σελίδα http://www.cepr.net/documents/publications/greece-2012-02.pdf Στον ίδιο ιστότοπο και στη σελίδα http://www.cepr.net/documents/publications/greece-2012-02-greek.pdf βρίσκεται επίσης η μελέτη αναρτημένη και στα ελληνικά. Η μετάφραση είναι της Χριστίνας Λασκαρίδη.

Παρατεταμένη ύφεση στην Ευρώπη χάριν του ευρώ (Ουτοπία, Μάιος – Ιούνιος 2010)

Σε ένα τεράστιο βαρίδι που σέρνει την ευρωπαϊκή οικονομία προς μια χρόνια και βαθιά ύφεση μετατρέπεται το ενιαίο νόμισμα, καθώς στο όνομα της ευρωστίας του μία προς μία όλες οι ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν αντιλαϊκά προγράμματα περιορισμού των δαπανών, με άμεσο στόχο να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Ο κύκλος του αίματος που άνοιξε με την Ελλάδα η οποία δεσμεύθηκε να μειώσει το έλλειμμα από 13,6% του ΑΕΠ το 2009 σε 8,6% το τρέχον έτος και 3,9% το 2011 συνεχίστηκε με την Ισπανία που δεσμεύθηκε να μειώσει το έλλειμμα από 11,2% το 2009 σε 6% το 2011. Σε αυτό το βωμό ξεκίνησε η συρρίκνωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Στην Πορτογαλία η μείωση του ελλείμματος από 9,4% το 2009 σε 5,1% το 2011 θα επιτευχθεί με την αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και το πάγωμα των μισθών. Στην Ιρλανδία η μείωση του ελλείμματος από 14,3% το 2009 σε 8,6% το 2011 θα επιτευχθεί κυρίως με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων που ξεκινάει από 5% και φθάνει το 20%. Στη Γαλλία η μείωση του ελλείμματος από 7,5% το 2009 στο 6% το 2011 θα γίνει με την συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων και την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος. Στην Ιταλία η μείωση του ελλείμματος από 5,3% το 2009 σε 3,9% το επόμενο χρόνο θα επέλθει κυρίως μέσα από το πάγωμα των δημοσίων επενδύσεων – ένα μέτρο που εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη. Μέτρα περιορισμού των δημοσίων δαπανών εφαρμόζονται ακόμη και στην ατμομηχανή της γηραιάς ηπείρου, τη Γερμανία με απώτερο στόχο την μείωση του ελλείμματος από 5% το 2010 στο 4,7% το 2011. Ανάλογα μέτρα εφαρμόζονται κι εκτός ευρωζώνης, στην Αγγλία, την Ουγγαρία και την Δανία για παράδειγμα, βεβαιώνοντας πως πρόκειται για μια πέρα για πέρα καταστροφική στο περιεχόμενό της πολιτική κατεύθυνση που εφαρμόζεται σε όλη την ΕΕ κι όχι μόνο στην ευρωζώνη.

Το εναρκτήριο λάκτισμα για την αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής δόθηκε με την απαίτηση της Γερμανίας να αναθεωρηθούν οι κανόνες λειτουργίας της ευρωζώνης ενσωματώνοντας στο καταστατικό της βαριές ποινές για εκείνες τις χώρες που συνεχίζουν να διατηρούν δημοσιονομικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος που υπερβαίνει το όριο του 3% και 60% του ΑΕΠ αντίστοιχα, όπως τέθηκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα αποτελέσματα ωστόσο στο επίπεδο της μεγέθυνσης του παραγόμενου προϊόντος και της απασχόλησης θα είναι διαλυτικά.

Τα λόγια του αμερικανού νομπελίστα, Τζόζεφ Στίγκλιτς, όπως διατυπώθηκαν σε ένα διεθνές συνέδριο στην ισπανική πρωτεύουσα και μεταφέρθηκαν από την εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου 2010 δεν αφήνουν καμία ελπίδα φωτός για τις συνέπειες που θα έχει αυτή η πολιτική: «Οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και το ανθρώπινο κεφάλαιο για να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα συνιστούν παραλογισμό. Μπορούν να οδηγήσουν στην ύφεση. Πώς θα αυξηθεί τότε η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ;» Τα διαβρωτικά αποτελέσματα που θα έχουν οι περικοπές των δημοσίων δαπανών στην απασχόληση και τις προοπτικές πραγματικής εξόδου της ευρωζώνης από την κρίση αναδεικνύονται και με μια ματιά στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα για την απασχόληση στις ΗΠΑ στις 4 Ιούνη προκάλεσαν έκπληξη όχι τόσο επειδή οι νέες θέσεις εργασίας ήταν λίγες (μόνο 431.000) τη στιγμή που από την επίσημη έναρξη της ύφεσης στις ΗΠΑ, από τον Δεκέμβρη του 2007, μέχρι το τέλος του προηγούμενου χρόνου χάθηκαν 8 εκ. θέσεις εργασίας. Η μεγαλύτερη έκπληξη προήλθε από τη διαπίστωση πως η συντριπτική πλειοψηφία ακόμη κι αυτών των λίγων θέσεων εργασίας (οι 411.000 για την ακρίβεια) δημιουργήθηκε από τον δημόσιο τομέα κι ιδιαίτερα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Εάν, επομένως, δεν οδηγούσε στα ελληνικά επίπεδα, εντελώς συνειδητά ο αμερικανός πρόεδρος το δημοσιονομικό έλλειμμα η ανεργία όχι μόνο δεν θα μειωνόταν από το 9,9% στο 9,7% αλλά θα ξεπερνούσε κατά πολύ το 10%, προκαλώντας αλυσιδωτές αρνητικές αντιδράσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, την ενεργό ζήτηση και το επίπεδο της παραγωγής, δημιουργώντας μια αυτοτροφοδούμενη αρνητική κρισιακή σπείρα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή θα συμβεί στην Ευρώπη όπου η σύγχρονη οικονομική ορθοδοξία επιβάλλει τον ουσιαστικό μηδενισμό των ελλειμμάτων, και πιο συγκεκριμένα την μείωση τους στο 0,35%, όπως ακριβώς όρισε το επίπεδο του ανεκτού ελλείμματος πέρυσι το Βερολίνο ενσωματώνοντας σχετικό άρθρο στο σύνταγμα της Γερμανίας. Οι απαισιόδοξες προβλέψεις για την ευρωπαϊκή οικονομία επιβεβαιώνονται ακόμη κι από τον βρετανικό Economist που στο τεύχος της 29ης Μαΐου τόνιζε ότι η πολιτική της ΕΚΤ κάτω από την πίεση της Γερμανίας «καταδικάζει την ευρωζώνη σε χρόνια στασιμότητα».

Το πέρα για πέρα νόμιμο και προφανές ερώτημα του αμερικανού καθηγητή Τζόζεφ Στίγκλιτς (πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ;) η απάντηση του οποίου δεν μπορεί παρά να είναι γνωστή στο Βερολίνο, θέτει αυτόματα το επόμενο ερώτημα που αφορά στα ειδικότερα αστικά συμφέροντα βάση των οποίων χαράσσεται η νομισματική πολιτική της ευρωζώνης και βάση των οποίων αποφασίζονται οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κι οι προαναφερθείσες κατευθύνσεις της δημοσιονομικής πολιτικής. Η πρώτη απάντηση υποδεικνύει την Γερμανία και τις άλλες ηγεμονικές χώρες της ευρωζώνης, που όπως δείχνουν τα πλεονασματικά εμπορικά τους ισοζύγια είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της νομισματικής πολιτικής που εφαρμόζει η ΕΚΤ. Κι αναφέροντας την Γερμανία δεν εννοούμε τους εργαζόμενους, που κι αυτοί με τη σειρά τους υπομένουν τα δραματικά αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών, που οδηγεί σε μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ως αποτέλεσμα αυτών των δύο τάσεων (λιτότητα εντός της χώρας και στροφή της παραγωγής εκτός) οι καταναλωτικές δαπάνες το τέταρτο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου μειώθηκαν κατά 1% ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3% (Wall Street Journal 16 Μαρτίου 2010)!

Ακόμη και τούτη η απάντηση όμως, για τα οφέλη της Γερμανίας, δεν αρκεί γιατί με το πέρασμα του χρόνου πληθαίνουν οι φωνές που υποδεικνύουν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα που έχει ακόμη και για την (δυνητική έστω) μεταποιητική παραγωγή της Γερμανίας η υψηλή ισοτιμία του ευρώ. Να σημειωθεί πως η ΕΚΤ θεωρεί ισοτιμία στόχο για το ευρώ τα 1,20 δολάρια, με αποτέλεσμα όταν η ισοτιμία πέφτει κάτω από αυτό το επίπεδο να σημειώνονται παρεμβάσεις, ενώ αντίστοιχη ευαισθησία να μην παρατηρείται όταν η ισοτιμία υπερβαίνει αυτό το στόχο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί η ανεκτικότητα αν όχι η προτίμησή της ακόμη και για μια «σκληρότερη» ισοτιμία.

Κι όμως μια μεγάλη υποτίμηση του ευρώ θα απόβαινε ευεργετική όχι μόνο για χώρες όπως η Ελλάδα κι όλο το κλυδωνιζόμενο Μεσογειακό Κλαμπ οι οικονομίες του οποίου εξαρτώνται από τον τουρισμό ενώ ένα σκληρό ευρώ δυσχεραίνει την ήδη δεινή θέση τους, αλλά θα βελτίωνε αισθητά ακόμη κι αυτές τις εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας που αποτελούν τη βασικότερη πηγή κερδών μετά την στρατηγική απόφαση του Βερολίνου να μην αυξήσει την εσωτερική ζήτηση. Οι ευεργετικές συνέπειες της Ελλάδας αλλά και της Γερμανίας από ένα φθηνότερο ευρώ υπογραμμίζονται αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι το 56% των ελληνικών εξαγωγών στρέφονται εκτός ευρωζώνης ενώ ακόμη και για τη Γερμανία το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 40% των εξαγωγών της κατευθύνεται εκτός ευρωζώνης. Παρόλα αυτά το Βερολίνο επιλέγει το ακριβό ευρώ, ξέροντας ότι οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι υφεσιακές.

Η αιτία βρίσκεται στην προτίμηση που δείχνει το Βερολίνο στα τραπεζικά συμφέροντα. Η προτίμησή του στο ακριβό ευρώ υποδηλώνει ότι έχοντας να επιλέξει ανάμεσα στην γερμανική μεταποίηση και τις γερμανικές τράπεζες, επιλέγει τις τράπεζες, που μέσω της ανατίμησης του ευρώ βλέπουν τα αποθεματικά τους να ανατιμούνται και η σχετική τους αξία να αυξάνει και ταυτόχρονα να ακολουθεί ανοδική πορεία η διεθνή ζήτηση του ευρωπαϊκού νομίσματος ως αποθεματικού μέσου οδηγώντας στο περιθώριο των συναλλαγών άλλα ανταγωνιστικά νομίσματα, όπως το δολάριο.

Οι τράπεζες αποδείχθηκαν κι οι μεγάλοι κερδισμένοι των κατ’ ευφημισμό «πακέτων σωτηρίας» που εγκρίθηκαν για την Ελλάδα και την Ευρώπη, ύψους 110 και 750 δισ. ευρώ, αντίστοιχα. «Υπάρχει ισχυρή απόδειξη ότι το πακέτο διάσωσης ύψους 110 δισ. ευρώ για την Ελλάδα επιβλήθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος για να αποφευχθεί η απώλεια εκατοντάδων δισ. δολ. για τις τράπεζες της Γαλλίας, της Γερμανίας και άλλων χωρών που έχουν επενδύσει σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. “Η διάσωση της Ελλάδας ήταν πριν απ’ όλα διάσωση των τραπεζών”, υποστηρίζει ο Νικόλας Βερόν από το Ινστιτούτο Μπρεγκέλ των Βρυξελλών. Το πακέτο των 750 δισ. που ακολούθησε στις 9 Μάη για άλλες αδύναμες χώρες της ευρωζώνης σκόπευε κι αυτό να αποτραπεί μια διάλυση της διατραπεζικής αγοράς της περιοχής». Όλα αυτά δεν αναφέρονται σε κάποιο άρθρο γνώμης εναλλακτικού εντύπου, αλλά στην υπερσυντηρητική εφημερίδα Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 4-6 Ιούνη 2010.

Συμπερασματικά το Βερολίνο επιλέγει να ρίξει στην πυρά τους εργαζόμενους της ευρωζώνης, καταδικάζοντάς τους στην ανεργία, την διάλυση των κοινωνικών παροχών και τη φτώχεια, προκειμένου να ενισχύει τα πιο παρασιτικά τμήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Ο καταλυτικός και αναντικατάστατος ρόλος που διαδραματίζει το ευρώ στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής ανάγει σε κρίσιμο στόχο για τα συμφέροντα των εργαζομένων την έξοδο από την ευρωζώνη. Η εγκατάλειψη του ευρώ κι η άσκηση μιας νομισματικής πολιτικής που θα έχει ως γνώμονα τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων μέτρων (όπως η κρατικοποίηση των τραπεζών, η επιβολή ελέγχων στην κυκλοφορία των κεφαλαίων, η άσκηση βιομηχανικής πολιτικής και πάνω απ’ όλα η χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις κι η στήριξη της δημόσιας παιδείας και υγείας) μπορούν να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων.

Σε αυτή την προσπάθεια δημιούργησε αισιοδοξία η απήχηση που συνάντησε κείμενο 30 οικονομολόγων και πανεπιστημιακών με τίτλο «παύση πληρωμών – έξοδος από το ευρώ», όπου τίθεται το περίγραμμα άσκησης μιας άλλης πολιτικής. Το κείμενο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.gopetition.com/online/36271.html και μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει περισσότερες από 700 υπογραφές. Κι η προσπάθεια συνεχίζεται…