Εκτέλεση προϋπολογισμού ή λαϊκών αναγκών;

Δεν έκρυβαν τη χαρά τους τα στελέχη της κυβέρνησης με αφορμή τα αποτελέσματα από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού το πρώτο τρίμηνο του έτους, καθώς φαίνεται οι στόχοι που είχαν τεθεί όχι μόνο να υλοποιούνται αλλά και να ξεπερνιούνται.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μια πιο προσεκτική ματιά όμως στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (εδώ ολόκληρη η ανακοίνωση) δείχνει πώς η όποια θετική εικόνα είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής νέων μέτρων λιτότητας, πέραν των όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί και ψηφισθεί στη Βουλή, με τη συμφωνία της ΕΕ. Αυτό έτσι που αποδεικνύεται είναι ότι η επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού περνάει πάνω από τις λαϊκές ανάγκες…

Ας δούμε συγκεκριμένα: Στον τομέα των εσόδων, συγκεντρώθηκαν περισσότεροι φόροι απ’ όσους είχαν προϋπολογιστεί. Ενώ η αρχική εκτίμηση του προϋπολογισμού ήταν 10,316 δισ. ευρώ, συγκεντρώθηκαν 10,561 δισ., δηλαδή 245 εκ. ευρώ παραπάνω. Στον τομέα των δαπανών, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έφτασαν τα 545 εκ. ευρώ αντί για 665 εκ. που είχαν προϋπολογιστεί. Η κυβέρνηση δηλαδή απέσπασε αυθαίρετα κι εν κρυπτώ 120 εκ. ευρώ τα οποία θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας κι επιπλέον εισόδημα που θα τροφοδοτούσε την κατανάλωση, συμβάλλοντας στην άνοδο του ΑΕΠ. Αντιαναπτυξιακή ήταν κι η ντε φάκτο αναμόρφωση στις «αγορές αγαθών και υπηρεσιών», καθώς αντί της αρχικής εκτίμησης του προϋπολογισμού για 134 εκ. ευρώ, δαπανήθηκαν μόνο 101.

Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε τη «γενναιοδωρία» της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τους τόκους: αντί για 2.149 δόθηκαν 2.211 στους πιστωτές, που συνεχίζουν να αφαιμάζουν την ελληνική οικονομία και τους φορολογούμενους. Στο θετικό αποτέλεσμα του πρώτου τριμήνου, που μένει να οριστικοποιηθεί, συνέβαλαν σημαντικά και τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών που ανήλθαν σε 1,028 δισ. προερχόμενα από την σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών.

Μόνο που ανάλογα έσοδα είναι …μη επαναλαμβανόμενα. Γεμίζουν πρόσκαιρα τα δημόσια ταμεία, στερώντας τα όμως από μερίσματα που εισέπραττε σε ετήσια βάση μ τα οποί θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την κοινωνική πολιτική, τα οποία καταλήγουν στις τσέπες των ιδιωτών…

Τη δική της συνεισφορά στα θετικά αποτελέσματα από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού είχε επίσης η …ανεξάντλητη υπομονή των συνταξιούχων, καθώς στις 250.000 ανέρχονται πλέον οι «στοκαρισμένες» συντάξεις, που το ελληνικό δημόσιο αρνείται να καταβάλλει προκειμένου να εμφανίζεται το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Η εσωτερική στάση πληρωμών αντανακλάται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της κυβέρνησης. Με βάση ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, με ημερομηνία 22 Μαρτίου, το σύνολο των υποχρεώσεων της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 1.579 εκ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος (642 εκ. ευρώ) να αφορά τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, τα νοσοκομεία (359 εκ.) και την τοπική αυτοδιοίκηση (207 εκ. ευρώ).

Διόλου ευκαταφρόνητο δεν είναι επίσης και το ποσό που εξοικονομεί η κυβέρνηση από τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων. Τον Ιανουάριο του 2019 ανερχόταν σε 488 εκ. ευρώ. Σημαντικά υποδεέστερο του παρελθόντος μεν (12/2018: 506 εκ., 12/2017: 765 εκ. και 12/2016: 1.226 εκ. ευρώ), αυθαίρετα παρακρατούμενο δε έστω κι αν ανακυκλώνεται…  

Τα παραπάνω μεγέθη δείχνουν ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την πεπατημένη όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, έστω κι αν η λιτότητα που εφαρμόζει είναι μικρότερης έντασης σε σχέση με την πολιτική περικοπών που εφάρμοζαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Η λιτότητα ωστόσο ποτέ δεν ήταν θέμα ποσότητας…

Πηγή: Εφημερίδα kontranews

Πλεονάσματα εναντίον δημοσίων επενδύσεων

Η δημιουργική λογιστική στα δημόσια οικονομικά είναι εδώ! Εν πλήρη γνώση μάλιστα των πιστωτών και δη του μηχανισμού που επιτηρεί την Ελλάδα στο πλαίσιο της ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας, «νύχτα» μεταφέρονται κονδύλια ύψους δισεκατομμυρίων από τον ένα κωδικό στον άλλο, μόνο και μόνο ώστε η Ελλάδα να εμφανίζεται «καλός μαθητής» και συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις που ανέλαβε για να εμφανίζει ιλιγγιώδη πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Συγκεκριμένα, κι όπως περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στη σελίδα 19 στην έκθεση για την Ελλάδα, με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 2019 (SWD, 2019, 1007 final) που αξιολογεί την πρόοδο επί των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της αποτροπής και διόρθωσης μακροοικονομικών ανισορροπιών, όπου σχολιάζονται οι επιδόσεις της Ελλάδας στην επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων, «ο κύριος υπαίτιος για την τρέχουσα υπεραπόδοση ήταν οι ελλιπείς δαπάνες σε σύγκριση με τα αρχικά όρια των δαπανών, ειδικότερα στις επενδύσεις. Κατά μέσο όρο μόνο 83% των δημοσίων επενδύσεων όπως τίθενται ως όρια στον προϋπολογισμό και κατανέμονται στα υπουργεία δαπανήθηκε πραγματικά την περίοδο 2012-2017. Ξέροντας ότι η συνολική αξία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων την περίοδο 2012-2017 έφτασε τα 38,01 δισ. ευρώ συνάγεται πώς αφαιρέθηκαν περί τα 6,46 δισ. ευρώ. Περίπου όσο ήταν και το πλεόνασμα του 2018! Κατά συνέπεια, μπορούμε να πούμε ότι το πλεόνασμα του 2018 προήλθε από τα ποσά που σιωπηρά αφαιρέθηκαν από το ΠΔΕ την περίοδο 2012-2017.

Αυτό είναι βαθιά προβληματικό για δύο λόγους», συνεχίζει η έκθεση του κλιμακίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. «Πρώτο, παρότι οι δημόσιες επενδύσεις έχουν κατά ένα μέρος ανακάμψει από την πτωτική πορεία κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι επενδυτικές ανάγκες της χώρας είναι ακόμη μεγάλες και οι επενδύσεις σε τομείς όπως η παροχή υγείας παραμένουν σημαντικά κάτω από το μέσο όρο της ευρωζώνης (Ελλάδα: 0,05% του ΑΕΠ, ευρωζώνη 0,18%). Δεύτερο, οι πόροι που δε χρησιμοποιούνται θα μπορούσαν να είχαν κατευθυνθεί σε άλλους χρήσιμους σκοπούς, αν η υπολείπουσα δαπάνη είχε διαγνωσθεί αρκετά νωρίς εντός του χρόνου».

Η αποκάλυψη των Ευρωπαίων, παρότι ξεχειλίζει υποκρισίας γιατί δική τους απαίτηση είναι η εμφάνιση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, σημαίνει ότι ακόμη κι από αυτό το συρρικνωμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων  που περιγράφεται κάθε χρόνο στον κρατικό προϋπολογισμό, ένα κομμάτι κατά μέσο όρο 17% για την 5ετία 2012-2017 μένει αναξιοποίητο και στρέφεται στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος (παλιότερα) και την εμφάνιση δημοσιονομικού πλεονάσματος (τα τελευταία χρόνια). Τα αποτελέσματα ωστόσο αυτής της δημιουργικής λογιστικής είναι καταστρεπτικά στην πραγματική οικονομία κι έτσι ερμηνεύεται εύκολα το επενδυτικό κενό που υφίσταται στην Ελλάδα κι ανέρχεται σε 15 δις. ευρώ ετησίως, συγκρίνοντας με το επίπεδο προ της κρίσης. Αρκεί να αναφερθεί ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα το 2017 έφτασαν το 12,9% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 21% του ΑΕΠ. Ξέροντας όμως ότι στην Ελλάδα ανέκαθεν οι δημόσιες επενδύσεις άνοιγαν το δρόμο για τις ιδιωτικές γίνεται αντιληπτό ότι ο υπαίτιος της υπο-επένδυσης είναι τα δημοσιονομικά πλεονάσματα! Κατά αυτό τον τρόπο επίσης το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, που μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με γενναίες επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές, δίκτυα, έρευνα, εκπαίδευση, κ.α. κι όχι με την εξαθλίωση της εργατικής τάξης και τη γενίκευση της επισφάλειας, παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Τέλος, είναι εμφανές ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα επιτυγχάνεται όχι μόνο σε βάρος της πραγματικής οικονομίας αλλά επιπλέον είναι και «πέτσινο». Στηρίζεται σε εμβαλωματικές λύσεις της τελευταίας στιγμής, που στόχο έχουν να δείξουν ότι όλα …πάνε καλά και βάσει …προγράμματος. Επομένως, είναι ένας στόχος όχι μόνο αντιλαϊκός και αντιαναπτυξιακός αλλά επιπλέον ένας στόχος που δεν μπορεί υπό κανονικές συνθήκες να υλοποιηθεί! Μόνο με μαγειρέματα… 

Πηγή: Kontranews

Ζητούνται επωφελείς δημόσιες επενδύσεις!

pde«Ίσως είναι καιρός να ξανασκεφτούμε την αλλαγή» έγραφε ο Ντάνι Ρόντρικ, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, σε ένα βαρυσήμαντο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου, και σύντομα έκανε το γύρο του κόσμου, με τίτλο «Η επιστροφή των δημοσίων επενδύσεων». (Εδώ ολόκληρο το άρθρο).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η αλλαγή αναφερόταν στην απαξίωση των δημοσίων επενδύσεων στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία και πολιτική, που έφτασε να χαρακτηρίζει «φονταμενταλισμό του κεφαλαίου» κάθε κρατική δαπάνη για δημόσια κεφαλαιουχικά αγαθά. «Από τη δεκαετία του ’70, οι οικονομολόγοι έχουν συμβουλεύσει τους διαμορφωτές πολιτικής να υποβαθμίζουν τον δημόσιο τομέα, το φυσικό κεφάλαιο και τις υποδομές και να δώσουν προτεραιότητα στις ιδιωτικές αγορές, το ανθρώπινο κεφάλαιο (ειδικότητες και κατάρτιση) και τις μεταρρυθμίσεις στη διακυβέρνηση και τους θεσμούς. Με βάση όλα τα φαινόμενα, ως αποτέλεσμα οι στρατηγικές ανάπτυξης έχουν πλήρως μετασχηματιστεί». Αυτή είναι η αλλαγή την οποία ο διάσημος οικονομολόγος καλεί να ξανασκεφτούμε.

Επιχειρηματολογεί δε, την πρόταση του ως εξής: «Αν κοιτάξει κάποιος τις χώρες που παρά τις αυξανόμενες δυσκολίες στην παγκόσμια οικονομία, εξακολουθούν να μεγεθύνονται πολύ γρήγορα, θα ανακαλύψει ότι την περισσότερη δουλειά την κάνουν οι δημόσιες επενδύσεις». Στη συνέχεια αναφέρει το παράδειγμα τριών χωρών: Της Αιθιοπίας, όπου λόγω της μαζικής αύξησης των δημόσιων επενδύσεων από 5% του ΑΕΠ στις αρχές του 1990, στο 19% το 2011 (το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο) η οικονομία της αυξάνεται σταθερά πάνω από 10% κάθε χρόνο από το 2004. Της Ινδίας, όπου οι μαζικές επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές, αλλά με τις δημόσιες να πρωταγωνιστούν) στο ύψος του ενός τρίτου του ΑΕΠ, έχουν οδηγήσει σε εκτίναξη την παραγωγικότητα, και τέλος της Βολιβίας, όπου ο διπλασιασμός των επενδύσεων μεταξύ 2005 και 2014 από 6% στο 13%, οδήγησε το ΑΕΠ της χώρας το 2015 σε επίπεδα άνω του 4%, όταν σε όλη την υπόλοιπη ήπειρο μειώθηκε.

Ισχυροποίηση προϋπολογισμών

Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα των δημόσιων επενδύσεων δεν αφορά μόνο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, σύμφωνα με το άρθρο του Ρόντρικ, που δημοσιεύθηκε στο Project syndicate. «Στην πραγματικότητα, σήμερα ίσως είναι οι προηγμένες οικονομίες της Βόρειας Αμερικής και της Δυτικής Ευρώπης που έχουν να κερδίσουν τα περισσότερα από μια ραγδαία αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Την επαύριο της μεγάλης ύφεσης, υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους αυτές οι οικονομίες μπορούν να οδηγήσουν σε σωστή κατεύθυνση επιπλέον δημόσιες δαπάνες: να αυξήσουν τη ζήτηση και την απασχόληση, να αποκαταστήσουν υποδομές που καταρρέουν και να δώσουν ώθηση στην έρευνα και ανάπτυξη, ειδικότερα στις πράσινες τεχνολογίες». Σε ό,τι αφορά το αντεπιχείρημα της δημοσιονομικής σταθερότητας που προβάλλεται από τους φονταμενταλιστές των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, για τον Ρόντρικ «όσο το κέρδος αυτών των περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το κόστος του κεφαλαίου, οι δημόσιες επενδύσεις στην πραγματικότητα ισχυροποιούν τους κρατικούς προϋπολογισμούς».

Εξ ίσου τεκμηριωμένα επιχειρηματολόγησε υπέρ των δημοσίων επενδύσεων στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 6 Οκτωβρίου 2014 κι ο Λόρενς Σάμερς, καθηγητής στο Χάρβαρντ κι αυτός και υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ από το 1999 ως το 2001. Ο Λ. Σάμερς, μάλιστα επικαλείται και την ετήσια έκδοση του ΔΝΤ, όπου τονίζεται ότι σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, όπως τώρα, και υψηλής ανεργίας όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα θα είναι μεγαλύτερο αν οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται από δανεισμό παρά από περικοπές δαπανών ή αύξηση φόρων. Σύμφωνα μάλιστα με υπολογισμούς του ΔΝΤ κάθε δολάριο δαπανών σε υποδομές αυξάνει την παραγωγή κατά 3 δολάρια! Ο υπουργός Οικονομικών του Κλίντον μάλιστα τονίζει ότι «αυτός ο υπολογισμός υποτιμά το θετικό αποτέλεσμα στον προϋπολογισμό ενός καλοσχεδιασμένου προγράμματος επενδύσεων, όπως αναγνώρισε το ΔΝΤ. Υποτιμά τα φορολογικά έσοδα που εισρέουν όταν βάζεις ανθρώπους να εργάζονται σε υποδομές κατασκευών, όπως επίσης και τα ενδεχόμενα μακροπρόθεσμα οφέλη από την αντιμετώπιση της ύφεσης. Παραβλέπει επίσης ότι κάθε αναβολή της συντήρησης των υποδομών δημιουργεί ένα βάρος για τις μελλοντικές γενιές, όπως ακριβώς κάνει κι ο δημόσιος δανεισμός».

Νεοφιλελεύθερη εμμονή

Παρότι λοιπόν αυξάνονται οι φωνές που ζητούν μια γενναία στροφή στις δημόσιες επενδύσεις, η κυρίαρχη τάση προκαλεί απογοήτευση. Αναδεικνύει μια επιμονή στο ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων (που είναι η άλλη όψη του νεοφιλελεύθερου «μικρότερου κράτους» στις επενδύσεις) ακόμη και τώρα που έχει φανεί πώς παρά τη βελτίωση των όρων αξιοποίησης του κεφαλαίου, με την μείωση των μισθών και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων μεταξύ άλλων, οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν έπαιξαν το ρόλο της ατμομηχανής που πολλοί προεξοφλούσαν και ήλπιζαν ότι θα γινόταν. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, που αφορούν τα κράτη μέλη του, από το 2010 μέχρι σήμερα οι δημόσιες επενδύσεις μειώνονται κατά μέσο όρο 8% κάθε χρόνο, αντιπροσωπεύοντας το 3% του ΑΕΠ των 34 καπιταλιστικά ανεπτυγμένων χωρών του.

Επιχειρώντας να εξετάσουμε την κατάσταση στην Ελλάδα, αν συγκρίνουμε το ύψος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, που με βάση τον κρατικό προϋπολογισμό του 2016 θα ανέλθει στα 6,75 δισ. ευρώ ή 3,87% του ΑΕΠ, με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα. Τα φαινόμενα ωστόσο απατούν. Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) όλο και λιγότερο διευκολύνει μια πολύπλευρη και γερά εδραιωμένη ανάπτυξη της οικονομίας που θα στόχευε στη μείωση της ανεργίας, την αντιμετώπιση των περιφερειακών ανισοτήτων ή την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των εργαζομένων, έστω και μέσω της κατάρτισης.

Κατ’ αρχήν το ύψος του ΠΔΕ φαίνεται υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ λόγω της καθίζησης που έχει υποστεί το ΑΕΠ. Όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε το ΠΔΕ του τρέχοντος έτους έχει μειωθεί κατά 30% σε σχέση με το 2009, που έφτανε τα 9,59 δισ. ευρώ. Κι επί του προκειμένου αν κάτι μας ενδιαφέρει δεν είναι τα ποσοστά, αλλά τα ποσά που πέφτουν στην οικονομία, καθώς το μέγεθός τους είναι που θα επηρεάσει την απασχόληση και θα επανεκκινήσει την οικονομία, δημιουργώντας ελπίδες υπέρβασης της κρίσης.

posΜειωμένες προσδοκίες δημιουργεί ωστόσο κι η κατεύθυνση των δημοσίων επενδύσεων. Η σταθερή αύξηση του συγχρηματοδοτούμενου σκέλους στο πέρασμα του χρόνου κι η αντίστοιχη μείωση του εθνικού σκέλους, σημαίνει πως όλο και μεγαλύτερο μέρος του ΠΔΕ σχεδιάζεται και υπηρετεί προτεραιότητες και έναν πανευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας που είναι ξένος κι ενίοτε ανταγωνιστικός με τις ανάγκες που έχει η ελληνική οικονομία. Η χρηματοδότηση για παράδειγμα των υποδομών και του τουρισμού είναι ενταγμένη σε ένα σχέδιο που θέλει την Ελλάδα να «εξειδικεύεται» στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τον τουρισμό, που θα ήταν καλοδεχούμενα αν ταυτόχρονα δεν απέκλειαν τη χρηματοδότηση της ναυπηγικής βιομηχανίας και της πολεμικής βιομηχανίας, μεταξύ πολλών άλλων κλάδων που η Ελλάδα θα μπορούσε να ειδικευθεί, αποκτώντας εκ νέου με το πέρασμα του χρόνου το συγκριτικό πλεονέκτημα. Κάτι τέτοιο απουσιάζει από το σχεδιασμό της ΕΕ και δικαιολογημένα, καθώς κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει την προτεραιότητα που αποδίδει στην προώθηση των συμφερόντων των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα. Αν κάτι προκαλεί απορία είναι η επιμονή με την οποία η ελληνική πλευρά διαχρονικά συνεχίζει να πιστεύει πώς ότι είναι καλό για την ΕΕ είναι και για την Ελλάδα…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, στις 29 Ιανουαρίου 2016.