Μια κρίση που αλλάζει το πρόσωπο του καπιταλισμού (Τετράδια, Άνοιξη-Καλοκαίρι 09)

Ενώπιον μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης δομικού χαρακτήρα, που θα αλλάξει δραματικά την μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού βρίσκονται όλες οι χώρες του πλανήτη από την άνοιξη του 2007. Εδώ και δύο χρόνια, αφού οι πρώτες προβλέψεις που προδίκαζαν μια πρόσκαιρη καθοδική πορεία κυκλικού χαρακτήρα διαψεύστηκαν, η μια αρνητική πρόβλεψη είναι χειρότερη από την άλλη.

Τα τελευταία ζοφερά στοιχεία προήλθαν από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στις 30 Μαρτίου[1] προβλέποντας ότι το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών για το τρέχον έτος θα συρρικνωθεί κατά 4,3% – γεγονός χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο – ενώ το 2010 θα υπάρξει στασιμότητα. Ούτε καν δηλαδή οριακή άνοδος του ΑΕΠ δεν αναμένεται. Πολύ πιο σοβαρά θα πληγούν δε οι χώρες με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, που τα προηγούμενα χρόνια επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, η Ιαπωνία, που τον Φεβρουάριο είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται κατά 49%, αλλά και η Γερμανία που προβλέψεις από την τράπεζα Commerzbank θέλουν το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 7%! Με βάση προβλέψεις του ΟΟΣΑ πάλι, που στους κόλπους περιλαμβάνει του 30 χώρες, τον επόμενο χρόνο, το 2010, προβλέπεται επίσης εκρηκτική άνοδος της ανεργίας που από 6% κατά μέσο όρο το 2008 θα φτάσει το 10%. Τουλάχιστον 1 στους 10 εργαζόμενους στις ανεπτυγμένες χώρες θα χάσει τη δουλειά του, κι αυτό «πρακτικά χωρίς καμία εξαίρεση», δήλωσε εκπρόσωπος του οργανισμού που έκανε λόγο για «25 περίπου εκ. άτομα, μακράν η μεγαλύτερη και πιο ταχεία αύξηση της ανεργίας στον ΟΟΣΑ κατά την μεταπολεμική περίοδο».

Πλάι στην διόγκωση γνωστών και χρόνιων προβλημάτων, όπως η ανεργία, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης κάνουν την απειλητική εμφάνισή τους κι άλλα που περιορίζουν ασφυκτικά το πλαίσιο άσκησης αντικυκλικής πολιτικής, όπως είναι ο αποπληθωρισμός που αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την Ιαπωνία αφότου διέβη τον Ρουβικώνα της ύφεσης. Έτσι, η πτώση του επιπέδου τιμών σε ετήσια βάση κατά 0,1% στην Ισπανία τον Μάρτιο έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, στο βαθμό που το φαινόμενο ενδέχεται να προσλάβει απειλητικές και γενικευμένες διαστάσεις. Οι κίνδυνοι υπογραμμίζονται και από την πτώση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη κατά τον Μάρτιο στο 0,6%, σε ετήσια βάση, επίπεδο ρεκόρ από το 1996 όταν ξεκίνησε να μετριέται ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν τα μηδενικά επιτόκια που είναι ήδη γεγονός στις ΗΠΑ και την Αγγλία (0-0,25% και 0,5% αντίστοιχα). Στη δε ευρωζώνη, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την Πέμπτη 2 Μαρτίου που ήταν η έκτη σχετική απόφαση από τον Οκτώβρη του 2008 όταν το επιτόκιο του ευρώ βρισκόταν στο 4,25% να μειώσει το επιτόκιο στο 1,25% – επίπεδο ρεκόρ από τη δημιουργία του ευρώ – και τη διαφαινόμενη ως βέβαιη απόφαση περαιτέρω μείωσης τον Ιούνιο τουλάχιστον στο 1%, θεωρείται θέμα χρόνου το πέρασμα στη ζώνη των μηδενικών ονομαστικών επιτοκίων.

Το ενδεχόμενο εμφάνισης αποπληθωρισμού δεν αποτελεί τεχνικό θέμα, όσο κι αν οι συνέπειές του στο επίπεδο ζωής των εργαζομένων δεν είναι τόσο άμεσες. Αλλά, υπογραμμίζει τους αυξημένους κινδύνους που εμφανίζονται ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κρίση, όπως η πτώση των επιτοκίων, να μετατραπούν σε μπούμερανγκ.

Για να επισημανθεί ο ανεξίτηλος τρόπος με τον οποίο η τρέχουσα κρίση θα σημαδέψει τις μελλοντικές εξελίξεις και την ταξική πάλη είναι χρήσιμο να σταθούμε στα συμπεράσματα από μια συγκριτική μελέτη[2] των συνεπειών ορισμένων πρόσφατων κρίσεων. Προς διάψευση λοιπόν της υποτίμησης των συνεπειών, επισημαίνεται γενικά ότι η επόμενη μέρα των οικονομικών κρίσεων σφραγίζεται από τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, τη παρατεταμένη χρονικά και βαθιά κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι τιμές των κατοικιών έτσι κατέγραψαν πτώση της τάξης του 35% η οποία κράτησε 6 ολόκληρα χρόνια, ενώ η πτώση των τιμών των μετοχών κυμάνθηκε γύρω στο 55% και διήρκεσε 3,5 χρόνια. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η σοβαρή μείωση της παραγωγής και του επιπέδου απασχόλησης. Η ανεργία αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 7% διαρκώντας 5 χρόνια. Οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά δε χώρες εμφανίζουν μεγαλύτερη δυστοκία να μειώσουν την ανεργία. Η παραγωγή για μια περίοδο 2 ετών πέφτει από το ανώτερο σημείο της κατά 9%. Συνέπεια αυτών είναι η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 9% η οποία διαρκεί σχεδόν 2 χρόνια. Τρίτο, η πραγματική αξία του δημόσιου χρέους οδηγείται σε έκρηξη καθώς αυξάνει κατά 86%! Η σημαντικότερη μάλιστα αιτία αυτής της ανόδου δεν είναι οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναπλήρωση του κεφαλαίου των τραπεζών που έχει διαβρωθεί λόγω των «κακών δανείων» ή τη διάσωσή τους, αλλά η κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και οι φιλόδοξες κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας. Το πιο ανησυχητικό δε απ’ όλα είναι το γεγονός ότι η τρέχουσα κρίση μέχρι στιγμής – ακόμη δηλαδή κι αν αύριο ανακάμψει η οικονομία κάτι που είναι αδύνατο – είναι πολύ πιο βαθιά, δομικού χαρακτήρα, από τις 18 τραπεζικές κρίσεις που σημάδεψαν την μεταπολεμική εποχή κι ειδικότερα τις 5 μεγάλες (Ισπανία 1977, Νορβηγία 1987, Φινλανδία 1991, Σουηδία 1991 και Ιαπωνία 1992) μαζί με ορισμένες ακόμη που παρατηρήθηκαν σε αναδυόμενες καπιταλιστικές αγορές (ασιατική κρίση 1997 – 1998: Χονγκ Κονγκ, Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη), Κολομβία 1998 και Αργεντινή 2001. Είναι αυτές ακριβώς οι κρίσεις που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το εν λόγω επιστημονικό άρθρο. Καθόλου τυχαίο έτσι δεν είναι το γεγονός ότι στην Ισλανδία και την Αυστρία η πτώση των τιμών των μετοχών την τελευταία διετία είναι κατά πολύ ανώτερη του παραπάνω μέσου όρου. Φαίνεται επομένως ότι πρόκειται για μια διαδικασία η οποία θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου, με ασυνήθιστα δραματικές συνέπειες στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Το μέτρο που ενστικτωδώς υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου για να μετριάσουν τις συνέπειες της κρίσης αφορούσε αρχικά χρηματοδοτικά προγράμματα – μαμούθ με στόχο την αναπλήρωση κεφαλαίου όσων τραπεζών είχαν εκτεθεί σε «τοξικά ομόλογα» της αμερικανικής αγοράς κτηματικής πίστης. Στήθηκε έτσι ένας χορός δισεκατομμυρίων πραγματική πρόκληση για τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους που έβλεπαν επί χρόνια κάθε αίτημά τους για αυξήσεις να απορρίπτεται με την επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο[3] και μένοντας μόνο σε Ευρώπη και ΗΠΑ οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν 195,1 δισ. ευρώ (Citigroup 46.522 εκ. ευρώ, Bank of America 34.891, AIG 31.014, Wells Fargo 19.384, JP Morgan Chase 19.384, Fannie Mae 11.785, Freddie Mac 10.700, Morgan Stanley 7.753, Goldman Sachs 7.753 και PNC Financial Services 5.876), η Αγγλία 44 δισ. (Royal Bank of Scotland 21.775 εκ. ευρώ, HBOS 12.509, Lloyds 5.982 και Northern Rock 3.698), η Ολλανδία 16,3 δισ. (ING 10.000 εκ. ευρώ, Fortis 4.000 και Aegon 2.326), η Δανία 503 εκ. (Roskilde Bank), το Βέλγιο 12,2 δισ. (KBC 5.500 εκ. ευρώ, Fortis 4.700 και Dexia 2.000), η Γαλλία 8,2 δισ. (Credit Agricole 3.000 εκ. ευρώ, BNP Paribas 2.550, Societe Generale 1.700 και Dexia 1.000), η Ελβετία 3,9 δισ. (UBS) και η Γερμανία 27 δισ. ευρώ (Commerzbank 18.200 εκ. ευρώ, Bayerische Landesbank 14.800, West LB 5.000 και ΙKB 2.300)!

Οι πακτωλοί χρημάτων που απελευθερώθηκαν εν μία νυκτί με την επίκληση του στόχου αποτροπής του κινδύνου μιας συστημικής κατάρρευσης, όπως αυτής που προκλήθηκε το 1930 κι απειλήθηκε στις 15 Σεπτέμβρη 2008 με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, έδειξαν ότι η χρόνια λιτότητα και η πολιτική μείωσης των μισθών που ακολουθήθηκε στην Ευρώπη όλα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης δεν ήταν μονόδρομος. Χρήματα με τα οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική πολιτική υπήρχαν! Εφικτή επίσης αποδεικνύεται πως είναι ακόμη και τώρα μια πολιτική ανακούφισης των εργαζομένων από τις συνέπειες της κρίσης. Για παράδειγμα, γιατί όλα αυτά τα δισ. να μην είχαν δοθεί για να εξαγορασθούν από το κράτος τα σπίτια που έβγαιναν στον πλειστηριασμό στις ΗΠΑ κι όλο αυτό το απόθεμα κατοικιών στη συνέχεια να αποτελούσε κρατική περιουσία που να δινόταν σε χαμηλόμισθους και ανέργους στο πλαίσιο μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής στήριξης της εργατικής κατοικίας; Με αυτό τον τρόπο μάλιστα θα σωζόντουσαν κι οι τράπεζες που θα εισέπρατταν από το κράτος τα ληξιπρόθεσμα δάνεια, ενώ δεν θα έβγαιναν στο δρόμο τουλάχιστον 2,5 εκ. νοικοκυριά, όπως συνέβη στις ΗΠΑ αποχαιρετώντας μια για πάντα το όνειρο απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας κι οδηγώντας το κοινωνικό ζήτημα σε νέα όξυνση…

Σε μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη τέτοιων μέτρων που θα ανακούφιζαν τους εργαζόμενους, αυτό που συντελείται σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες επάνω στην κινούμενη άμμο της κρίσης είναι μια προσπάθεια μεταφοράς όλου του κόστους για την επίλυσή της στις πλάτες των εργαζομένων. Από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ μέχρι την Ασία, αστικές κυβερνήσεις και κεφάλαιο επιχειρούν να θωρακίσουν τα κέρδη, μειώνοντας τους μισθούς και καταργώντας ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν παρατηρούνται δύο εξελίξεις.

Η πρώτη έχει ως επίκεντρο το αστικό κράτος και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης.

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις για την επιδότηση του κεφαλαίου και τη διάσωση των τραπεζών, όπως συνέβη και στην Ελλάδα με τα 28 δισ. που έδωσε η κυβέρνηση της ΝΔ στους τραπεζίτες, δημιουργούν τους όρους ώστε η χρόνια δημοσιονομική κρίση να οδηγηθεί σε παροξυσμό. Έτσι αν η δημοσιονομική κρίση του κράτους έλκυε μέχρι τώρα την καταγωγή της από την δομική κρίση του 1970 – μετάσταση και υποτροπή της οποίας είναι και η τρέχουσα κρίση – τους έξι τελευταίους μήνες δημιουργούνται οι όροι για μια νέα έκρηξη της. Το εύφλεκτο υλικό της θα αποτελείται από τα πακέτα διάσωσης που χορηγούν οι κυβερνήσεις προς το κεφάλαιο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα, όπου υφίστανται και μια χρόνια δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στο χώρο των δημόσιων οικονομικών έκανε την εμφάνισή της πρώτη φορά η κρίση πριν εκδηλωθεί στο χώρο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η ευκολία δε με την οποία η κυβέρνηση «στοχοποίησε» τους δημόσιους υπάλληλους και τους συνταξιούχους με την μηδενική εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας Γ. Παπαθανασίου δείχνει τον στρατηγικό ρόλο που αποκτά το κράτος για την υπέρβαση της κρίσης και ταυτόχρονα την κατεύθυνση από την οποία θα αντληθούν οι αναγκαίοι πόροι γι αυτή την υπέρβαση.

Στις ΗΠΑ ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα να διαθέσει 500 δισ. δολ. για τη διάσωση των τραπεζών τον Μάρτιο, μέσω της δημιουργίας κοινών επιχειρηματικών σχημάτων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα επικρίθηκε σφοδρά ακόμη κι από οικονομολόγους που εντάσσονται στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, όπως για παράδειγμα ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίκλιτς[4] που έγραψε σχετικά: «Αυτό που κάνει η κυβέρνηση Ομπάμα είναι πολύ χειρότερο από εθνικοποίηση. Είναι ένα κακέκτυπο καπιταλισμού, η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών. Είναι μια “σύμπραξη” στην οποία ο ένας συνέταιρος κλέβει τον άλλο. Και τέτοιες συμπράξεις – με τον ιδιωτικό τομέα να έχει τον έλεγχο – έχουν ανορθολογικά κίνητρα, ακόμη χειρότερα κι από εκείνα που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Ήδη υποφέρουμε από μια κρίση εμπιστοσύνης. Όταν γίνει εμφανές το υψηλό κόστος του κυβερνητικού σχεδίου, η εμπιστοσύνη θα διαβρωθεί περαιτέρω. Σε εκείνο το σημείο, το έργο της νεκρανάστασης της οικονομίας θα είναι ακόμη πιο επώδυνο»!

Η ευκολία με την οποία όμως οι αστικές κυβερνήσεις ανακοινώνουν το ένα πακέτο χρηματοδοτικής ενίσχυσης μετά το άλλο δεν οξύνει μόνο το κοινωνικό ζήτημα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, στο βαθμό που τέτοιες λύσεις ενισχύουν τη θέση της αστικής τάξης εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και νέου τύπου ανισορροπίες σε διεθνές επίπεδο. Πρωταγωνιστές είναι το δίδυμο Ομπάμα – Μπράουν που ηγούνται παγκοσμίως του ράλι αφειδώλευτης χρηματοδότησης του κεφαλαίου. Για να μπορέσουν όμως να χρηματοδοτήσουν αυτά τα ανοίγματα έχουν επιδοθεί σε μια παράλληλη κούρσα «μέτρων διευκόλυνσης», όπως διακριτικά αποκαλείται η εκτύπωση χρήματος από τις κεντρικές τους τράπεζες. Έτσι τους τελευταίους μήνες και με απώτερο σκοπό να αγοράσουν τα ομόλογα που εκδίδουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις[5] οι ΗΠΑ έχουν εκτυπώσει δολάρια αξίας μεγαλύτερης του 1 τρισ. δολ. και η Αγγλία βρετανικές λίρες που υπερβαίνουν τα 75 δισ. (107,3 δισ. δολ.)! Ως αποτέλεσμα στην αγορά των επιτοκίων τα στοιχήματα για σοβαρή άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και την Αγγλία κατά το προσεχές μέλλον έχουν πάρει φωτιά, ενώ όσοι έχουν ήδη συμφέροντα επάνω στο δολάριο έχουν πάρει τ’ όπλο τους. Και πρώτη απ’ όλους η κυβέρνηση της Κίνας που διατηρεί τα μεγαλύτερα δολαριακά αποθέματα εκτός ΗΠΑ, αξίας ανώτερης του 1 τρισ. δολαρίων. Η αντίδραση επομένως του κινέζου πρωθυπουργού στην πλημμυρίδα ρευστού του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στις παραμονές της συνεδρίασης του G20 έφτασε να ζητήσει να πάψει το δολάριο να έχει την θέση που διατηρεί σήμερα στις διεθνείς συναλλαγές και τα νομισματικά αποθέματα ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη κι ως κίνητρο είχε τη διαφύλαξη της αξίας αυτών των αποθεμάτων. Μαζί με την Κίνα αντέδρασε κι η Γερμανία μέσω του υπουργού Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος προειδοποίησε[6] ότι «τα νέα χρηματοδοτούμενα από χρέη προγράμματα υποστήριξης της οικονομίας θα συνθλίψουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, θα καταστρέψουν την αξία των νομισμάτων και θα θέσουν τις βάσεις για την επόμενη κρίση». Παρατηρήσεις εύστοχες, όσο κι αν διατυπώνονται για να δικαιολογήσουν μια σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, μηδενικών ελλειμμάτων.

Η τεράστια ζήτηση ρευστού από τις ΗΠΑ και την Αγγλία δυσχεραίνει παράλληλα αφάνταστα και τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των υπόλοιπων χωρών του κόσμου στο βαθμό που οι όροι υπό τους οποίους ζητάει χρήμα το αμερικανικό δημόσιο είναι κατά πολύ ευνοϊκότεροι αυτών που ζητούν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για παράδειγμα. Επίσης η βεβαιότητα που προσφέρει το αμερικανικό δημόσιο, ακόμη και τώρα, που η εκτύπωση νέου χρήματος γεννάει με μαθηματική βεβαιότητα πληθωρισμό, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν που προσφέρει κάθε άλλο κράτος. Κατ’ επέκταση και η κοινωνικά επώδυνη[7] εκτίναξη του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, μπορεί μεταξύ άλλων να θεωρηθεί κι αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που στην έναρξη της είχε την απότομη αύξησης της ζήτησης ρευστού από τις ιμπεριαλιστικές χώρες για να σώσουν τις τράπεζές τους. Πολύ πιο ακριβά ωστόσο πλήρωσαν την αμερικανική πολιτική άλλες χώρες που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των συνθηκών αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο ΔΝΤ. «Τα νομίσματα βυθίζονται από το Μεξικό μέχρι την Μαλαισία καθώς δανειστές κι επενδυτές αποσύρουν τα χρήματά τους για να τα παρκάρουν στα ομόλογα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Το Πακιστάν, η Ισλανδία, η Τουρκία και το Ελ Σαλβαδόρ με αρκετές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να πληρώσουν τους διεθνείς πιστωτές τους»[8].

          Μια επιπλέον παράπλευρη συνέπεια του άτυπου πλειοδοτικού διαγωνισμού που έχει στηθεί στη Δύση για την εύρεση ρευστού είναι η χρηματοδοτική ξηρασία που πλήττει το Νότο και ειδικότερα τις υπανάπτυκτες χώρες. «Στην πραγματικότητα όλες οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα», δήλωνε πρόσφατα[9] στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επισημαίνοντας ακόμη πως «αυτό είναι το τρίτο κύμα της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η ροή ιδιωτικού κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές έχει στεγνώσει». Με βάση εκτιμήσεις του διεθνούς μισητού ιμπεριαλιστικού οργανισμού οι ροές κεφαλαίου προς τις αποκαλούμενες αναδυόμενες αγορές από 928 δισ. δολ. το 2007, μειώθηκαν στα 466 τον προηγούμενο χρόνο και φέτος εκτιμάται ότι θα πέσουν στα 165 δισ. δολ. Καθόλου τυχαία επομένως δεν είναι η προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας ότι φέτος οι άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα θ’ αυξηθούν κατά 50 εκ.!

          Τα μέτρα διάσωσης που εφαρμόζουν επομένως οι ΗΠΑ οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς βελτιώνουν τη θέση τους, εις βάρος άλλων χωρών που καταποντίζονται.

          Στο εσωτερικό τώρα των χωρών, εδώ και λίγους μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστια επιχείρηση καθαρής μείωσης των εργατικών μισθών και βίαιης ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Αστική τάξη και κράτος το επιτυγχάνουν θέτοντας στους εργαζόμενους το δίλημμα απολύσεις ή μοίρασμα της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων (που με εκπληκτική ομοιομορφία εφαρμόζονται από την κοιτίδα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Ντιτρόιτ, μέχρι την Αγγλία και τα εργοστάσια της Βοιωτίας) είναι να πάψουν πλέον τα όρια μεταξύ εργαζομένων και ανέργων να είναι τόσο ευδιάκριτα, ενώ τα μόνα σαφώς οριοθετημένα θα είναι τα κέρδη του κεφαλαίου που θα μείνουν στο απυρόβλητο, καθώς το κόστος της κρίσης θα μεταφέρεται ακέραιο στους εργαζόμενους. Αυτή ακριβώς είναι και η δεύτερη εξέλιξη, που σε συγκερασμό με τον Κεϋνσιανισμό για τους πλουσίους σκιαγραφεί τις κυρίαρχες πολιτικές για την υπέρβαση της κρίσης από την μεριά του κεφαλαίου.

Η επιμονή του κεφαλαίου να αναζητά την υπέρβαση της κρίσης στο χώρο της παραγωγής, εκεί που δημιουργούνται οι νέες αξίες επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η κρίση δεν είναι κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν είναι κρίση ρευστότητας, ούτε κρίση εμπιστοσύνης, όσο κι αν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές εμφανίζεται ως τέτοια. Πριν απ’ όλα είναι κρίση πτώσης του ποσοστού κέρδους, όπως ορίστηκε από τον Κ. Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, που φέρνει στην επιφάνεια την σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και τον βαθιά οπισθοδρομικό χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, καθώς όρος επιβίωσής τους είναι ο ακρωτηριασμός των σύγχρονων, κοσμογονικών δυνατοτήτων που γεννάει η εποχή μας, επιτρέποντας την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά[10].

Τέλος, σημείο αισιοδοξίας που μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η τρέχουσα κρίση μπορεί να σηματοδοτήσει την αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας και των πολιτικών εκείνων δυνάμεων που αναφέρονται στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας είναι ο μαχητικός κοινωνικός ριζοσπαστισμός που γεννιέται: από την εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα μέχρι τις ομηρίες διευθυντικών στελεχών από οργισμένους εργάτες στη Γαλλία.


[1] Financial Times, 31 Μαρτίου 2009.

[2] Reinhart Carmen M., Kenneth S. Rogoff, «The aftermath of financial crises», Paper prepared for presentation at the American Economic Association meeting in San Francisco, 3 Ιανουαρίου 2009.

[3] El Pais, 15 Mαρτίου 2009.

[4] New York Times, Obama’s ersatz capitalism, 2 Απρίλη 2009.

[5] Wall Street Journal, A dangerous lure: inflation curbs debt, 30 Μαρτίου 2009.

[6] Spiegel Online, A summit at the abyss – Can the G 20 save the world?, 30 Μαρτίου 2009.

[7] «Το επιπλέον ετήσιο κόστος για τους τόκους από τον μέχρι στιγμής δανεισμό λόγω της ανόδου της διαφοράς των ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με τα γερμανικά ξεπερνούν τα 900 εκ. ευρώ. Ακόμη και σε σχέση με την Ιταλία, με την οποία δανειζόμασταν περίπου στα ίδια επίπεδα μέχρι πριν λίγους μήνες, θα επιβαρυνθούμε περίπου 520 εκ. ευρώ παραπάνω για τα ίδια ποσά δανεισμού… Με τα 520 εκ. ευρώ που πληρώνουμε επιπλέον σε σχέση με την Ιταλία θα μπορούσε να αυξηθεί το επίδομα ανεργίας από το 55% του βασικού μισθού που είναι σήμερα στο 70%… και να ενισχυθεί με επιπλέον 160 εκ. ευρώ το Ταμείο κατά της Φτώχειας για δράσεις ανακούφισης συμπολιτών μας με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα», Ενημερωτικό σημείωμα από τον τομέα Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, 1 Απριλίου 2009.

[8] International Herald Tribune, Averting a catastrophe in the developing world, 6 Μαρτίου 2009.

[9] International Herald Tribune, Crisis sends dollars flowing back to U.S., 9 Μαρτίου 2009.

[10] «Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάθε τρόπου παραγωγής εξακολουθεί να είναι η αντικειμενική βάση στην οποία οφείλουν να εδράζονται οι προσπάθειες για την υπέρβαση του συστήματος» (Θανάσης Μανιάτης, Κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας; Περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο: Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2009).

Αναζητώντας φάρμακα για την κρίση (Πριν, 27/1/2008)

Πτώση των τιμών των μετοχών

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΡΙΣΗΣ

Έτριξε η γη κάτω από τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου την περασμένη Δευτέρα. Από την Ευρώπη μέχρι την Ασία, εξαιρουμένων των Ηνωμένων Πολιτειών που για καλή τους τύχη είχαν αργία εκείνη την ημέρα για να τιμήσουν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, η βουτιά που κατέγραψαν ήταν πρωτοφανή στο συγχρονισμό αλλά και το βάθος της για ολόκληρη την τελευταία δεκαετία. Έτσι οι αντιπροσωπευτικότεροι χρηματιστηριακοί δείκτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ινδίας έπεσαν κατά 7%, της Σιγκαπούρης και του Λονδίνου κατά 6%, του Χονγκ Κονγκ κατά 5%, του Τόκιο κατά 4%, κοκ.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά μόνο τις τιμές των μετοχών και τις τεράστιες απώλειες που καταγράφουν ακόμη κι όταν συνυπολογίσουμε τις απρόβλεπτες ανόδους που ενίοτε ακολουθούν, αγοράζοντας στη φθήνια ότι με πάταγο κατέρρευσε την προηγούμενη μέρα. Το πρόβλημα πλέον είναι ότι η κρίση έχει περάσει και στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας, ειδικότερα αυτής των ΗΠΑ που δίνει τον παγκόσμιο ρυθμό. Έτσι, πολυεθνικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα των οποίων ο ισολογισμός στο παρελθόν ξεπερνούσε το ΑΕΠ δεκάδων χωρών βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Η Μπανκ οφ Αμέρικα, για παράδειγμα, είδε τα κέρδη της το τελευταίο τρίμηνο του 2007 να μειώνονται κατά 95%, φθάνοντας τα 268 εκ. δολ. από 5,26 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Η Μέριλ Λιντς, ακόμη χειρότερα, είδε σχεδόν ακέραια τα κέρδη του 2006 να μετατρέπονται σε ζημιές: Από 7,5 δισ. δολάρια κέρδη το 2006, το χρόνο που μας πέρασε κατέγραψε ζημιές ύψους 7,8 δισ. Ανάλογη κατάσταση, αν και όχι τόσο δραματική, ισχύει για τις περισσότερες αμερικανικές τράπεζες, καθώς όλες σχεδόν περιέλαβαν στο χαρτοφυλάκιό τους στεγαστικά δάνεια. Την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στις ΗΠΑ επιβεβαιώνει η πτώση των κερδών των αμερικάνικων εισηγμένων επιχειρήσεων το τελευταίο τετράμηνο του 2007 κατά περίπου 10%, η μείωση της απασχόλησης, ως αποτέλεσμα των χρεοκοπιών και των απολύσεων, η συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών ως αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, η πτώση της αξίας των κατοικιών που διαλύει βίαια την αυταπάτη πλουτισμού που δημιουργούσε η συνεχής άνοδος της τιμής τους ως αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων και πιο εμφατικά οι πανικόβλητες πολιτικές παρεμβάσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας, όπως το πακέτο κινήτρων – μαμούθ που ανακοίνωσε ο Μπους την προηγούμενη Παρασκευή και η εσπευσμένη και απροσδόκητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων την προηγούμενη Δευτέρα.

Από τις πιο βίαιες των μεταπολεμικών χρόνων θα είναι η κρίση που ξέσπασε στον αμερικανικό καπιταλισμό, σύμφωνα με πολλούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα επηρεάσει σημαντικά τις περισσότερες χώρες του κόσμου που εξάγουν στις ΗΠΑ

Ημίμετρα η μείωση των επιτοκίων και το πακέτο κινήτρων ύψους 150 δισ. δολαρίων

 

Ένα από τα πιο πρωτότυπα γεγονότα του περυσινού Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός ήταν μία συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σε μια …σκοτεινή αίθουσα, όπου οι συνομιλητές έπρεπε να ανταλλάξουν απόψεις κυριολεκτικά στα τυφλά. Η σκέψη αυτή αποδείχτηκε αν μη τι άλλο προφητική, γιατί και τώρα ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες μηδενικής ορατότητας (που αποδεικνύει πόσος άχρηστος είναι ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος στοιχείων που μαζεύουν τα λογιστήρια και οι στατιστικές υπηρεσίες) καλούνται να πάρουν αποφάσεις για το μέλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η τρέχουσα κρίση να αγγίζουν όλο σχεδόν το φάσμα των δυνατών αποκρίσεων. Αυτό το κλίμα αβεβαιότητας αναπαρήγαγαν οι γερμανικοί Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη Δευτέρα όταν σχολιάζοντας το πακέτο κινήτρων του Μπους έγραφαν: «Αλλά το πρόβλημα είναι πως κανένας δεν ξέρει αν ακόμη κι αυτό θα είναι αρκετό. Υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος παντού ότι η οικονομική κρίση έχει μόλις ξεκινήσει και κάθε τι θα εξελιχθεί πολύ χειρότερα».

Αναφερόμενοι λοιπόν στα σημαντικότερα ερωτήματα ξεχωρίζουμε πρώτο, τη χρονική διάρκεια και το βάθος της κρίσης* δεύτερο, το γεωγραφικό βεληνεκές της* και τρίτο τα μέτρα που κρίνονται αποτελεσματικότερα, απ’ όσα είναι διαθέσιμα, για την αντιμετώπισή της.

Η αμερικάνικη οικονομία με βάση τις επίσημες στατιστικές από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διέρχεται μια ύφεση κάθε έξι χρόνια, με αποτέλεσμα να έχουμε μέχρι τώρα 10 τέτοιες διαταραχές της ομαλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου οι οποίες διαρκούν από 8 έως 16 μήνες. Σημαντικότερη δε εξ αυτών ήταν ομολογουμένως η κρίση που ξέσπασε το Νοέμβριο του 1973 για να λήξει τυπικά τον Μάρτιο του 1975 αλλά στην πραγματικότητα ποτέ, μια και το αραβικό εμπάργκο στο πετρέλαιο μπορεί να τερματίστηκε κανένα όμως από τα κρισιμότερα στοιχεία που δείχνουν την ευρωστία της κεφαλαιακής συσσώρευσης δεν άγγιξε ξανά τις επιδόσεις των λεγόμενων χρυσών χρόνων της δεκαετίας του ’60. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η τρέχουσα διαταραχή να ξεπεράσει σε βάθος τις συνηθισμένες κυκλικές διακυμάνσεις και να αποδειχτεί εξ ίσου βαθιά με αυτήν του 1973. Δε λείπουν αναλυτές (όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον Ποστ της Δευτέρας) που προμηνύουν κρίση ανάλογη της Μεγάλης Κρίσης του 1930, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια παρατεταμένη ύφεση ανάλογης εκείνης που έπληξε την Ιαπωνία ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του ’90 και την Ευρώπη την ίδια περίοδο σε μικρότερο όμως βαθμό και ακόμη μικρότερη χρονική διάρκεια.

Η διχογνωμία για το βάθος της κρίσης επιτείνεται από την πλήρη άγνοια που επικρατεί σε ότι αφορά τις πραγματικές ζημιές από τα στεγαστικά δάνεια χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς το κλείσιμο της χρονιάς ναι μεν έφερε στην επιφάνεια πολύ μεγαλύτερες μαύρες τρύπες απ’ ότι αρχικά διατείνονταν οι τραπεζίτες, ομολογείται όμως τώρα ότι δεν αποκλείεται οι ζημιές να είναι ακόμη πιο μεγάλες. Δηλαδή, υπό το φόβο της κατάρρευσης να παρέπεμψαν στο μέλλον οι τράπεζες την διαγραφή χρεών που δεν πρόκειται να εισπραχθούν, υπονομεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ευρωστία και των επόμενων λογιστικών καταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι οι συνολικές διαγραφές χρεών ύψους 100 δισ. δολ. που ανακοινώθηκαν από τη Γουόλ Στριτ ενδέχεται να αποδειχθούν η κορυφή του παγόβουνου!

Η ξεχωριστή σημασία της τρέχουσας κρίσης υπογραμμίστηκε και από τον ξεπεσμένο κερδοσκόπο και νυν ανιδιοτελή φιλάνθρωπο και προστάτη πασών των στρατηγικών μειονοτήτων της ταραγμένης Βαλκανικής, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος μιλώντας στο Νταβός την προηγούμενη εβδομάδα τόνισε: «η τρέχουσα κρίση σηματοδοτεί το τέλος μια εποχής πιστωτικής επέκτασης που στηριζόταν στο δολάριο ως διεθνές νόμισμα αποθεματοποίησης. Οι περιοδικές κρίσεις ήταν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας ανόδου και πτώσης. Η τρέχουσα κρίση είναι η αποκορύφωση μιας πληθωρικής ανόδου που έχει διαρκέσει για περισσότερα από 60 χρόνια».

Δεν είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια συνηθισμένη, κυκλική διαταραχή!

Ιδιαίτερη συζήτηση διεξάγεται και για τη χωρική έκταση που θα προσλάβει η κρίση, υπό το φως της σχετικά πιο υγιούς κατάστασης που βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία αλλά κυρίως της ραγδαίας ανόδου του ειδικού βάρους της Κίνας, της Ινδίας και άλλων περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών που αδιαμφισβήτητα έχουν οδηγήσει σε συρρίκνωση το ειδικό βάρος του αμερικανικού ΑΕΠ στο παγκόσμιο. «Ο κόσμος έχει γίνει λιγότερο εξαρτημένος από την ευημερία των ΗΠΑ» δήλωσε προ ημερών αναπαράγοντας αυτό το κλίμα ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από το ελβετικό θέρετρο. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι το πρότυπο ανάπτυξης που υιοθετούν όλες οι αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες στηρίζονται στην προώθηση των εξαγωγών. Ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου τους δηλαδή προέρχεται από τις εξαγωγές. Ενδεικτικά, οι εξαγωγές ολόκληρης της Ασίας, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, αντιπροσώπευαν το 2007 το 55% του ΑΕΠ τους, όταν το 2001 μόλις το 40%. Η εξάρτησή των περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών από τις εξαγωγές (και η τρωτότητά τους επομένως από μια ενδεχόμενη ύφεση στα ιμπεριαλιστικά κέντρα) βεβαιώνεται και από δυο ακόμη παραδείγματα: Η Σλοβακία, υπόδειγμα οργανικής ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό (και άσχετα από το γεγονός ότι η μαζική εγκατάσταση πολυεθνικών αυτοκινητοβιομηχανιών στο έδαφος της την έχει καταδικάσει σε μια βιομηχανική «μονοκαλλιέργεια» πολύ πιο ετεροβαρή κι από αυτές που ήκμασαν επί αποικιοκρατίας) οφείλει το 70% του ΑΕΠ της στις εξαγωγές! Το Μεξικό το 23%, κοκ. Από την άλλη μεριά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ βεβαιώνει τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αμερικάνοι καταναλωτές (δαπανώντας 9,5 τρισ. δολ. ετησίως, έξη δηλαδή φορές περισσότερα απ’ ότι οι πολλαπλάσιοι κινέζοι και ινδοί καταναλωτές μαζί) στην απορρόφηση της παγκόσμιας παραγωγής. Στον αντίποδα των ογκούμενων στο πέρασμα του χρόνου αμερικανικών καταναλωτικών δαπανών, που τώρα ανέρχονται στο 70% της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας, βρίσκονται οι συρρικνούμενες ως ποσοστό (και όχι ως απόλυτη αξία) καταναλωτικές δαπάνες στον υπόλοιπο κόσμο – μια συρρίκνωση που αποτελεί την άλλη όψη της υπερτροφικής ανάπτυξης των εξαγωγών. Στην Κίνα για παράδειγμα οι καταναλωτικές δαπάνες ανέρχονται στο 35% της οικονομικής δραστηριότητας όταν το 1990 ανέρχονταν στο 46%!

Φαίνεται από τα παραπάνω πως αν και το ΑΕΠ των ΗΠΑ παύει να έχει την εξέχουσα θέση που είχε στο παρελθόν, η σημασία της οικονομίας τους δεν έχει περιθωριοποιηθεί αλλά διαδραματίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι στο παρελθόν λόγω των ανισομετριών πάνω στις οποίες επανασχεδιάστηκε την τελευταία εικοσαετία το παγκόσμιο σύστημα. Απομακρυνόμενοι μάλιστα από την οικονομία, η στρατιωτικοπολιτική τους ισχύ επιτείνει το συγκριτικό πλεονέκτημα που χαρίζει αυτή τη στιγμή στη Ουάσινγκτον η εμβέλεια του δολαρίου, η τεράστια εσωτερική αγορά και ο έλεγχος που ασκεί στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Απέχουμε πολύ κατά συνέπεια από εκείνη την κατάσταση όπου μια ύφεση στην αμερικανική αγορά θα αποτελεί εσωτερική της υπόθεση.

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν την κρίση οι αμερικανικές αρχές ήταν δύο. Το πρώτο ήταν ένα πακέτο κινήτρων κολοσσιαίου ύψους 150 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Οι εκταμιεύσεις αυτές που εγκρίθηκαν και από τα δύο κόμματα θα πάρουν τη μορφή φορολογικών επιστροφών (ύψους 800 δολαρίων για τα μονομελή νοικοκυριά και 1.600 για τους παντρεμένους) και κινήτρων σε επιχειρήσεις για την υλοποίηση επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού. Το δεύτερο ήταν η γενναία και απροειδοποίητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 0,75% που τα οδήγησε στο 3,5%. Να σημειωθεί ότι η προηγούμενη φορά που σημειώθηκαν τα επιτόκια τόσο απότομα (και όχι κατά 0,25% ή 0,50% όπως συνηθίζεται) ήταν τον Οκτώβριο του 1984 ενώ εκτός προαναγγελθείσας συνεδρίασης την προηγούμενη φορά που είχαν μειωθεί ήταν την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001.

Κι αυτές όμως οι αντιδράσεις παρότι ξάφνιασαν τους πάντες με την αποφασιστικότητά τους, με ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά παρομοιάστηκαν από τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την επομένη, κι έδειξαν να αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα το πρόβλημα όπως φάνηκε με την ανάκαμψη των μετοχών τις επόμενες μέρες δεν έτυχαν κοινής αποδοχής! Ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς από την κατάλευκη και πένθιμη μ’ όλα αυτά Ελβετία χρησιμοποίησε μια ρήση του Κέινς και παρομοίασε την αποτελεσματικότητα των παραπάνω μέτρων με την αποτελεσματικότητα που έχει η ώθηση ενός αντικειμένου με ένα κομμάτι σκοινιού… Κορυφαίο στέλεχος της Μόργκαν Στάνλευ είπε ότι η απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας αποτελεί έναν «επικίνδυνο, απερίσκεπτο και ανεύθυνο τρόπο διοίκησης της παγκόσμιας οικονομίας». Ο Σόρος την έκρινε καθυστερημένη και από τη Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωναν ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν μια διαμετρικά αντίθετη πολιτική, υψηλών επιτοκίων για το ευρώ, κρίνοντας ότι προτεραιότητα για την Ευρώπη αποτελεί η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και όχι η αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της παροχής φθηνού χρήματος.

Οι τράπεζες μοναδικοί ωφελημένοι 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΝΕΕΣ ΦΟΥΣΚΕΣ!

 

Οι άμεσα ωφελημένοι από την μείωση των επιτοκίων που ανακοίνωσε η αμερικανική κεντρική τράπεζα την προηγούμενη Δευτέρα και από τη νέα μείωση που θα ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα είναι οι τράπεζες και κανένας άλλος. Οι τράπεζες ήταν επίσης και οι μοναδικοί ωφελημένοι από όλα τα μέτρα παροχής ρευστού που έχουν εφαρμοστεί τους τελευταίους μήνες σε ΗΠΑ και Ευρώπη ώστε να μην ξανασυμβεί χρεοκοπία ανάλογη της βρετανικής Νόρθερν Ροκ.

Με αυτό τον τρόπο όμως, παρότι αποτρέπεται ένα έμφραγμα στην πιο κεντρική αρτηρία που ρυθμίζει την κυκλοφορία ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται αλλά παρατείνεται δημιουργώντας από τώρα τους όρους για μια νέα φούσκα, όπως ακριβώς η πολιτική φθηνού χρήματος που ακολούθησε ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Γκρίνσπαν, όταν έσκαγε η φούσκα της νέας οικονομίας προετοίμασε τους όρους για τη φούσκα των ακινήτων.

Η αλήθεια είναι ότι η δημιουργία πιστώσεων (πολύ περισσότερο στο έδαφος μείωσης των πραγματικών μισθών όπως συμβαίνει όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες) μπορεί να δώσει μια σημαντική ώθηση στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να διευκολύνει την υπέρβαση πρόσκαιρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαμολύνοντας τις απότομες εναλλαγές των κύκλων. Δεν μπορεί όμως να συμβάλλει στην υπέρβαση της χρόνιας κρίσης που διέρχεται. Κι εδώ εναποτίθεται επί χρόνια τώρα στην ανεξέλεγκτη παροχέτευση πιστώσεων προς τα νοικοκυριά κυρίως, αλλά επίσης το κράτος και τις επιχειρήσεις, το καθήκον υπέρβασης των ασφυκτικών, καταστροφικών ορίων που θέτει το κεφάλαιο στην πασιφανή και ασύλληπτη δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Υπό αυτή την έννοια, η «πιστωτική ασφυξία» που έκανε την εμφάνισή της τον περασμένο καλοκαίρι, απειλώντας την ευστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν η στιγμή της κρίσης αλλά μάλλον η στιγμή της αλήθειας  για ένα βαθιά στρεβλό μοντέλο κεφαλαιακής συσσώρευσης που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα την πίστη. Αυτό φαίνεται αν δούμε το ύψος των πιστώσεων που παράγονται για κάθε δολάριο μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Παρότι από το 1950 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 παρέμεναν σταθερές γύρω στο 1,5 δολάρια, οι επιθετικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης που υιοθετούνται στο πλαίσιο της κρίσης του ’70 και παράλληλα με την ανάδυση του νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οδηγούν τη δεκαετία του ’90 τις πιστώσεις που παράγονται ανά 1 δολάριο ΑΕΠ, στα 3 δολάρια και τη χρονιά που μας πέρασε, το 2007, στα 4,5!

Μια πολιτική συνεχούς μείωσης των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα (που θα δείχνει ότι έλαβε τα δέοντα μαθήματα από την καταστροφική ιαπωνική εμπειρία που επέμενε  να κρατά υψηλά τα επιτόκια ενώ η οικονομία βούλιαζε) μπορεί να καταφέρει να διαχειριστεί την κρίση, μεταθέτοντας την επίλυσή της για το μέλλον, όπως έγινε και το 2001, δεν πρόκειται όμως να την αντιμετωπίσει.

ΒΙΑΙΕΣ ΛΥΣΕΙΣ 

Θυσία τα εργατικά δικαιώματα

ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΠΡΟΣ

 

Το πακέτο κινήτρων του Μπους θύμισε σε πολλούς το αναφωνητό του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη θέση, «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί». Εν μέρει δίκαια καθώς μια τόσο γενναία πολιτική στήριξης της ενεργού ζήτησης παραπέμπει στις καλύτερες παραδόσεις του κεϋνσιανισμού. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός πως ομάδα στόχος δεν είναι το πιο φτωχό τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού που θα κατανάλωνε την ίδια μέρα την επιταγή, μια και αυτοί δεν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις. Το περιβόητο πακέτο κινήτρων επομένως αποτελεί μια πιο διευρυμένη εκδοχή του μοντέλου «Κεϋνσιανισμού για πλουσίους» που εφαρμόζεται με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες χορηγώντας αφειδώς κρατικές ενισχύσεις στο κεφάλαιο και την αστική τάξη. Δεδομένου όμως ότι καμιά κρίση δεν είχε ως αιτία την ανεπαρκή κατανάλωση της εργατικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων (μια και τα κέρδη ή η υπεραξία καλύπτει κάλλιστα το κενό στη ζήτηση που αφήνει πίσω του ο συρρικνούμενος μισθός) ακόμη και αυτό το μέσο γρήγορα θα αποδειχθεί ανεπαρκές!

Τότε για μια ακόμη φορά τα βέλη θα στραφούν στους εργαζόμενους. Το επίπεδο των αμοιβών, το μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή η κοινωνική ασφάλιση και επίσης οι ώρες εργασίας και η έντασή της θα γίνουν αντικείμενο νέας οξύτερης επίθεσης. Όταν καταρρέουν ή κλυδωνίζονται επιχειρήσεις σύμβολα του καπιταλισμού που άντεξαν στο πέρασμα αιώνων είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι θα βάλουν ένα όριο στην επιθετικότητά τους.

Μαζί με τη βαθύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων που θα μεγεθύνει την αποσπώμενη υπεραξία ωριμάζει στην αστική τάξη και μια πολιτική πιο βίαιης εκκαθάρισης της αγοράς από προβληματικά τμήματα του κεφαλαίου που θα δώσει τον απαραίτητο ζωτικό χώρο να αναπτυχθούν τα υγιή τμήματά του. Αν απορρίπτεται στις ΗΠΑ είναι γιατί κανείς δεν ξέρει μήπως η ελεγχόμενη καύση των ξερόχορτων πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς. Όσο όμως οι άλλες λύσεις δείχνουν τα όρια τους τόσο τέτοιου τύπου επιλογές θα εμφανίζονται όλο και πιο φυσιολογικές ή αναπότρεπτες.

Οι Ευρωπαίοι, εν παρόδω, από ακριβώς αυτή την άγρια νεφιλελεύθερη θέση αρνούνται να πάρουν αντικυκλικά μέτρα και να συντονιστούν με τους Αμερικάνους. Κρατώντας τα επιτόκια του ευρώ υψηλά δεν δίνουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού όπως διατείνονται αλλά στην αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς και στην επίταση των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο νέο πλαίσιο, που δημιούργησε η ενοποίησή της. Η πολιτική του ακριβού χρήματος και της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων είναι η κατ’ εξοχήν αντιδραστική και νεοφιλελεύθερη πολιτική επιβίωσης των δυνατότερων, όσο κι αν η πρόσφατη πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν συνοδεύτηκε από μια χαλαρή πολιτική διαχείρισης που θα διευκόλυνε την επέκταση των επιχειρήσεων.

Όλοι οι παραπάνω τρόποι δείχνουν ότι προϋπόθεση για την υπέρβαση της κρίσης είναι ο βίαιος ακρωτηριασμός των απεριόριστων δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος-παραγωγός του κοινωνικού πλούτου. Η συρρίκνωση ωστόσο των δικαιωμάτων του και το «κάψιμο των ξερόχορτων» δεν αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα αλλά επιβάλλονται από έναν κοινωνικό τρόπο παραγωγής που δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών και σε αυτή τη διαδικασία η παραγωγή αξιών χρήσης και η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών είναι ένα αθέλητο παραπροϊόν αν όχι αναγκαίο κακό. Αυτή ακριβώς η βαθιά και αξεπέραστη αντίφαση, ανάμεσα στις εκρηκτικές δυνατότητες της εποχής μας και τον οπισθοδρομικό πλέον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως αποκαλύπτεται σε περιόδους κρίσης είναι που καθιστά αναγκαία την επαναστατική ανατροπή του και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, ιδιοκτησίας και διοίκησης της κοινωνίας.