Επίδικο το Κασμίρ, στο στόχαστρο η Κίνα

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣl

Ένα ερώτημα ήρθε στα χείλη όσων παρακολουθούσαν τον σαουδάραβα μονάρχη Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν να προσφέρει στην πακιστανική πολιτική ηγεσία το ασυνήθιστο δώρο του, ένα χρυσό όπλο(!), κατά την πρόσφατη διήμερη επίσκεψή του στην Ισλαμαμπάντ: Εναντίον τίνος θα  στραφεί;

Και δε χρειάστηκαν παρά λίγες ημέρες για να απαντηθεί το ερώτημα: εναντίον της Ινδίας.

Τυπικά όλα ξεκίνησαν την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου όταν η αεροπορία του Πακιστάν, σύμφωνα με δήλωσή της, κατέρριψε δύο μαχητικά αεροσκάφη της Ινδίας τα οποία επιχειρούσαν στα πακιστανικά εδάφη. Η παραβίαση των πακιστανικών συνόρων στόχο είχε τον βομβαρδισμό των στρατοπέδων εκπαίδευσης της μουσουλμανικής εξτρεμιστικής οργάνωσης Τζαΐς ε Μοχάμεντ (JeM) που ανέλαβε την ευθύνη για την βομβιστική επίθεση της 14ης Φεβρουαρίου, όταν στο ινδικό κομμάτι του Κασμίρ έχασαν τη ζωή τους 42 Ινδοί αστυνομικοί και προσωπικό ασφαλείας.

Τη διαμάχη γύρω από το Κασμίρ μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας κληροδότησε η βρετανική αποικιοκρατία, ως μια ανοιχτή πληγή και μόνιμη αιτία έχθρας και πολέμου μεταξύ των δύο κρατών. Κι επίσης, ως μια διαρκή αφορμή παρεμβάσεων του διεθνούς παράγοντα. Συγκεκριμένα, μετά το διαχωρισμό των αχανών αποικιακών εδαφών της Αγγλίας το 1947 σε μια (κυρίως) ινδουιστική Ινδία κι ένα μουσουλμανικό Πακιστάν το μουσουλμανικό Κασμίρ που διοικούταν από Ινδό μονάρχη αφέθηκε να αποφασίσει για την τύχη του στο απροσδιόριστο μέλλον. Η λύση δόθηκε στα χαρακώματα, καθώς ο πρώτος πόλεμος για το Κασμίρ ξεκίνησε την ίδια χρονιά για να λήξει το 1949, με τα Ηνωμένα Έθνη να χαράσσουν μια γραμμή που χωρίζει στα δύο το Κασμίρ, μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας. Οριστική λύση δεν έδωσε ούτε ο δεύτερος πόλεμος για το Κασμίρ, που ξέσπασε το 1965, ούτε και ο τρίτος που διεξήχθη μεταξύ 1999 και 2000, όσο κι αν οι μεγάλες διεθνείς δυνάμεις άσκησαν όση επιρροή που διέθεταν υπό το φόβο χρήσης του πυρηνικού οπλοστασίου που έχουν στη διάθεσή τους και οι δύο χώρες. Πιστεύεται ότι κάθε μία από τις δύο χώρες έχει υπό την κατοχή της περισσότερες από 100 πυρηνικές κεφαλές και τον δέοντα αριθμό πυραύλων ικανών να φέρουν πυρηνικές κεφαλές. Το Πακιστάν μάλιστα έχει αρνηθεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο του πρώτου πυρηνικού πλήγματος εναντίον της Ινδίας. Αυτός ο λόγος είναι που ακόμη και τώρα έκανε τη διεθνή κοινότητα να στρέψει το βλέμμα της με προσοχή στο ορεινό Κασμίρ.

Η αλήθεια είναι πώς και η Ινδία είχε σοβαρότατους λόγους για να ρίξει λάδι τώρα σε μια φωτιά, που σιγοκαίει παραπάνω από μισόν αιώνα. Η αιτία είναι οι εκλογές που διεξάγονται σε λίγες εβδομάδες. Η κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι, που ηγείται του εθνικιστικού κόμματος Μπαρατίγια Τζανάτα, όφειλε να απολογηθεί για τις απελπιστικές επιδόσεις στη οικονομία, κι αυτό ήταν εμφανές σε όλες τις δημοσκοπήσεις που ναι μεν αναδείκνυαν τον συνασπισμό γύρω από το σημερινό πρωθυπουργό πρώτο κόμμα, χωρίς όμως την απαραίτητη πλειοψηφία που θα αναδείκνυε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ο βομβαρδισμός επομένως των στρατοπέδων εκπαίδευσης των τζιχαντιστών εντός του Πακιστάν που ανέλαβαν την ευθύνη για την επίθεση στο Κασμίρ εξαφάνισε από την προεκλογική πολιτική ατζέντα κάθε άλλο θέμα και προσέφερε εκείνη την ενότητα που λειτουργεί πάντα προς όφελος των κυβερνήσεων σε καιρό πολέμου ή προετοιμασίας πολέμου.

Όσο ωστόσο κι αν η Ινδία δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει τις αθώες δυνάμεις του καλού στο δίπολο Ινδίας – Πακιστάν, ο έτερος πόλος της διαμάχης εκφράζει μετά βεβαιότητας τις δυνάμεις του κακού. Κατ’ αρχήν, αναπαράγοντας τις αιτιάσεις του Νέου Δελχί, είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε ότι η Ισλαμαμπάντ δεν γνώριζε για τις ενέργειες των τρομοκρατών που εκπαιδεύονται στα εδάφη της και μιλούν στο όνομα της προσάρτησης του Κασμίρ στο Πακιστάν. Η πρώτη κίνηση άλλωστε στην τρέχουσα κλιμάκωση έγινε με ευθύνη της οργάνωσης Τζαΐς ε Μοχάμεντ, που θυμίζει τα έργα και τις ημέρες των χρηματοδοτούμενων από τη Σαουδική Αραβία τζιχαντιστών στη Συρία. Το Πακιστάν επομένως οφείλει να απολογηθεί για τη δράση της.

Παραπέρα ένας πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών θα ταράξει τις ισορροπίες που έχουν ήδη διαμορφωθεί στην περιοχή και κλίνουν υπέρ της …Κίνας, που για τις ΗΠΑ αποτελεί το νούμερο έναν κίνδυνο κι εχθρό. Σε τέτοιο βαθμό ώστε ο στρατηγικός νους πίσω από τον Ντόναλντ Τραμπ και τα τμήματα της οικονομικής ελίτ που τον στηρίζουν, ο Στιβ Μπανόν, να προκρίνει το κλείσιμο κάθε άλλου μετώπου, από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Ρωσία, και την επικέντρωση του αμερικανικού ενδιαφέροντος στην Κίνα.

Μέχρι τώρα η Κίνα παρότι έχει ισχυρότατους παραδοσιακούς οικονομικούς δασμούς με την Ινδία εσχάτως έχει στραφεί προς το Πακιστάν, με εργαλείο τα μυθικά ποσά που δαπανά για την οικονομική ολοκλήρωση της Ασίας και την παρέμβασή της σε Αφρική και Ευρώπη, στο πλαίσιο του νέου Δρόμου του Μεταξιού. Η επιλογή του σαουδάραβα πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, που ακόμη δεν έχει αποδείξει ότι δε γνώριζε τίποτε για την αποτρόπαια δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης, να ξεκινήσει το ταξίδι του από το Πακιστάν και πολύ περισσότερο η απόφασή του να επενδύσει 20 δισ. δολ. στη χώρα, περισσότερο παραπέμπουν σε έναν πλειοδοτικό διαγωνισμό. Έπαθλό του θα είναι να αποσπαστεί το Πακιστάν από την Κίνα και να επιστρέψει εκεί που ανήκε από την εποχή ακόμη του Ψυχρού Πολέμου: στις ΗΠΑ. Σε αυτό τον πόλεμο η σαουδάραβας μονάρχης λειτούργησε όπως σταθερά κάνει την τελευταία διετία, ως το μακρύ χέρι του Ντόναλντ Τραμπ πυροδοτώντας εντάσεις που θα λειτουργήσουν προς όφελος της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Πηγή: Νέα Σελίδα

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…

Αιματοχυσία χωρίς τέλος στο Αφγανιστάν (Μετροπόλιταν, 25/7/2009)

Στο πιο κρίσιμο σημείο της βρίσκεται η αμερικανική κατοχή του Αφγανιστάν λίγο πριν συμπληρωθούν οκτώ χρόνια από τον Οκτώβρη του 2001 όταν εισέβαλλαν οι Αμερικάνοι για να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Έκτοτε οι Αμερικανοί εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο της κατάστασης μόνο σε ορισμένες νησίδες κι εκεί με το φως της ημέρας, οι σχέσεις της Ουάσινγκτον με την κυβέρνηση της Καμπούλ είναι πλέον ανοιχτά εχθρικές, ενώ κι η προθυμία του Λονδίνου ότι θα συνεχίσει και στο μέλλον να στηρίζει την εκστρατεία με τον ίδιο ζήλο που το έκανε και στο παρελθόν δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. 

Σοκ δημιουργήθηκε στην Αγγλία από την είδηση του θανάτου 15 βρετανών στρατιωτών μέσα σε μόλις 10 μέρες που είχε ως αποτέλεσμα ο αριθμός των βρετανικών απωλειών στο Ιράκ να φθάσει τους 184, όταν στο Ιράκ οι απώλειες δεν ξεπέρασαν τις 179. Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών (μόνο στα Φώκλαντς το 1982 ο βρετανικός στρατός υπέστη περισσότερες απώλειες κατά τις τελευταίες δεκαετίες) οδήγησε σε νέα ύψη την αντίθεση των Άγγλων για έναν πόλεμο που διεξάγεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά τους και δεν εξυπηρετεί κανένα ζωτικό συμφέρον δικό τους ή της πατρίδας τους. Αντίθετα με τους Άγγλους και τα πηχυαία πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντ που απηχούσαν μια εχθρική στάση απέναντι στον πόλεμο, από τα κοινοβουλευτικά κόμματα μόνο οι Ελεύθεροι Δημοκράτες, δια του ηγέτη τους Νικ Κλεγκ, έθεσαν – στη Βουλή των Κοινοτήτων μάλιστα – θέμα αποχώρησης του βρετανικού στρατού στην περίπτωση όμως εκείνη που η κυβέρνηση το Γκόρντον Μπράουν δεν αποφασίσει να χρηματοδοτήσει γενναία την αποστολή στο Αφγανιστάν. Ήδη μέχρι στιγμής η Αγγλία, που πρόσφατα είδε τη διεθνή πιστοληπτική θέση της να υποβαθμίζεται λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος, χρηματοδοτεί τον πόλεμο στο Αφγανιστάν με 3 δις. λίρες ετησίως! Ποσό που απ’ ότι φαίνεται κρίνεται ανεπαρκές αν δούμε ότι η κριτική των Εργατικών και των Συντηρητικών επικεντρώνεται στην απροθυμία της Ντάουνιγκ Στριτ να χρηματοδοτήσει αφειδώλευτα τον πόλεμο…

Στην Ουάσινγκτον  η ανοιχτή δυσφορία που εκφράζεται από τη μεριά της Αγγλίας για τη σκοπιμότητα της συνεχιζόμενης παρουσίας της στην πρώτη χώρα που υπέστη τη βαρβαρότητα της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας προκαλεί πονοκεφάλους. Κατ’ αρχήν γιατί η βρετανική αποστολή με 9.000 στρατιώτες είναι η δεύτερη μεγαλύτερη μετά την αμερικανική. Κατά δεύτερον επειδή ήδη ο Καναδάς που αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη δύναμη με 2.800 στρατιώτες έχει ανακοινώσει την αποχώρησή του μέχρι το τέλος του 2011. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την απόφαση έπαιξαν οι απώλειες του Καναδά που μέχρις στιγμής ανέρχονται σε 124. Είναι ορατός επομένως ο κίνδυνος από τους 90.000 στρατιώτες από τις 41 χώρες που τυπικά αποτελούν τον στρατό κατοχής σήμερα στο Αφγανιστάν όσο περνάει ο καιρός όλοι σχεδόν να προέρχονται από τις ΗΠΑ.

Το σημαντικότερο όμως για τους Αμερικάνους είναι ότι χάνουν ακόμη κι αυτά τα λίγα ερείσματα που διέθεταν στο εσωτερικό της κατακτημένης χώρας, όπως φαίνεται κι από την έχθρα που έχει δημιουργηθεί μεταξύ του προέδρου του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζαΐ, και της Ουάσινγκτον. Ο Καρζαΐ που τοποθετήθηκε από τους Αμερικανούς λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή τους αποτελούσε έως πρόσφατα ανδρείκελό τους. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 συγκεκριμένα, όταν για πρώτη φορά όρθωσε το ανάστημά του και συγκρούστηκε με την Ουάσινγκτον επ’ αφορμή τους μαζικούς βομβαρδισμούς τους σε πολυσύχναστα σημεία – ακόμη και σε γαμήλια γλέντια, που είχαν ως απώτερο στόχο να τιμωρήσουν τους Αφγανούς για την κάλυψη και την τροφοδοσία που προσέφεραν στους Ταλιμπάν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, που υποτιμούν σημαντικά τις απώλειες μεταξύ αμάχων, μόνο τον προηγούμενο χρόνο οι νεκροί Αφγανοί έφθασαν τους 828 από τους οποίους οι 525 σκοτώθηκαν από αεροπορικές επιθέσεις.

«Σε μια τηλεφωνική συνομιλία με την Καμπούλ στις 17 Σεπτέμβρη του 2008 η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις – η πιο ισχυρή γυναίκα στον κόσμο εκείνη την εποχή – εκτόξευσε ψυχρά μια απειλή προς τον Καρζαΐ», ανέφερε ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel στις 18 Φεβρουαρίου 2009. «“Αν συνεχίσεις να επικρίνεις την Αμερική, δεν θα συνεργαζόμαστε πλέον μαζί σου”. Η απάντηση του Καρζαΐ ήταν υπερήφανη και προκλητική: “Δεν θα είμαι σιωπηρός και δεν θα σταματήσω να προασπίζω τα συμφέροντα του λαού μου και των παιδιών μου”. Ο Καρζαΐ δέχτηκε το δυσάρεστο τηλεφώνημα επειδή είχε για μια ακόμη φορά κατηγορήσει τα αμερικανικά στρατεύματα για αδιαφορία απέναντι στους αφγανούς πολίτες. Αυτή τη φορά αναφερόταν σε μια βομβιστική επίθεση στη βορειοδυτική πόλη του Αζαζιμπάντ. Κατά τους Αφγανούς είχαν σκοτωθεί 90 άμαχοι, οι Αμερικανοί επέμεναν πως ήταν 7». Το γερμανικό περιοδικό ολοκληρώνει το ρεπορτάζ του, που απηχεί την εκδοχή της Καμπούλ, συμπεραίνοντας πως εκείνη η τηλεφωνική συνομιλία «αποτέλεσε σημείο τομής στη σχέση μεταξύ της προστάτιδας δύναμης και του προστατευόμενού της».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ερμηνευθούν ορισμένες ασυνήθιστες κινήσεις στην πολιτική ζωή του Αφγανιστάν εν όψει των εκλογών που θα διεξαχθούν στις 20 Αυγούστου, όπως ήταν για παράδειγμα η παρουσία του ίδιου του αμερικανού πρέσβη στην Καμπούλ στις συνεντεύξεις Τύπου που παραχώρησαν οι δύο βασικότεροι αντίπαλοι του Καρζαΐ, Γκανί και Αμπντάλα, που συγκεντρώνοντας μόνο το 7% και 2% των προτιμήσεων στις σφυγμομετρήσεις που έχουν γίνει ως τώρα υπολείπονται σημαντικά του  Καρζαΐ που είναι το φαβορί των εκλογών και με βάση τις δημοσκοπήσεις αναμένεται να κερδίσει το 31% των ψήφων.

Στο πλαίσιο της σύγκρουσης Καρζαΐ – Ουάσινγκτον εντάσσεται κι η πρόσφατη πρωτοβουλία του Μπαράκ Ομπάμα να διερευνηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες δολοφονήθηκαν πολλές εκατοντάδες, ακόμη και 1.500 σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, Ταλιμπάν τον Νοέμβριο του 2001 από τον οπλαρχηγό της Βόρειας Συμμαχίας, στρατηγό Αμπντούλ Ρασίντ Ντοστούμ. Όλοι αυτοί οι Ταλιμπάν είχαν παραδοθεί στην αμερικανοστήριχτη Βόρεια Συμμαχία για να βρουν φρικτό θάνατο μέσα σε σφραγισμένα κοντέινερ μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που είχαν αφεθεί επί μέρες στον καυτό ήλιο. Συγκλονίζουν οι περιγραφές που έχουν δε το φως της δημοσιότητας για εξαντλημένους Αφγανούς που επί μέρες ξεδιψούσε ο ένας από τον ιδρώτα του άλλου. Η κίνηση του Λευκού Οίκου ωστόσο δεν σκοπεύει τόσο να ρίξει φως στα άδυτα της οκταετίας Μπους και στις σχέσεις που διατηρούσε η CIA με αιμοσταγείς δολοφόνους, τους οποίους χρηματοδότησε αδρά για να μεταλαμπαδεύσει στο Αφγανιστάν την ελευθερία και τη δημοκρατία. Αν επεδίωκε κάτι τέτοιο ο αμερικανός πρόεδρος θα έδινε τον Μάιο που μας πέρασε το πράσινο φως για να δημοσιευθούν φωτογραφίες από κακομεταχείριση κρατουμένων στο Αφγανιστάν. Απώτερος στόχος του Μπαράκ Ομπάμα στην πραγματικότητα είναι να αδυνατίσει την ευκαιριακή συμμαχία που έχει συγκροτήσει ο Καρζαΐ εν όψει των εκλογών και στην οποία συμπεριλαμβάνεται κι ο Ντοστούμ που μόλις τον Μάιο ανέλαβε υπουργός Άμυνας του Καρζαΐ!

Η διαφοροποίηση και η απώλεια του Καρζαΐ αποτελεί σύμπτωμα της ήττας των Αμερικάνων στο Αφγανιστάν, που κινδυνεύει να μετατραπεί σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Newsweek στο «Βιετνάμ του Ομπάμα». Από μόνη της δεν σηματοδοτεί τίποτε περισσότερο, δεδομένου ότι το αύριο του Αφγανιστάν θα κριθεί στα απροσπέλαστα βουνά που αποτελούν θέατρα του πολέμου κι όχι στις πολιτικές ίντριγκες. Κι εδώ όμως οι ΗΠΑ, που έχουν χάσει 732 στρατιώτες όλη αυτή την περίοδο, μετρούν μόνο ζημιές. Από τον Μάρτιο, που ο Ομπάμα δήλωσε χωρίς περιστροφές στους δημοσιογράφους των New York Times ότι «δεν κερδίζουμε τον πόλεμο», μέχρι την προηγούμενη Κυριακή που οι Ταλιμπάν έπιασαν για πρώτη φορά αιχμάλωτο έναν 23χρονο αμερικανό πεζοναύτη, καμία πραγματική πρόοδος δεν έχει συντελεστεί στο Αφγανιστάν. Κι αυτό παρά τον διπλασιασμό των αμερικανικών δυνάμεων που από 38.000 αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους να φθάσουν τις 68.000, την αντικατάσταση του ανώτατου διοικητή με στρατηγό που προέρχεται από τις ειδικές δυνάμεις, την κινηματογραφικών διαστάσεων επιχείρηση κατάληψης και εδραίωσής τους στην επαρχία Χελμάντ του νότου και μια νέα στρατηγική που είναι σε εξέλιξη δίνοντας σε πολλούς, όπως για παράδειγμα στο τελευταίο περιοδικό Time, την αφορμή να κάνουν λόγο για έναν «δεύτερο πόλεμο» της Αμερικής στο Αφγανιστάν.

Να θυμίσουμε πάντως ότι οι Άγγλοι επί βρετανικής αυτοκρατορίας έκαναν τρεις πολέμους στο Αφγανιστάν, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…

Σε καμπή το Αφγανιστάν (Διπλωματία, Απρίλιος 2009)

ΝΕΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΦΕΡΝΕΙ Η ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΗΤΤΑ 

Έτος σταθμός θα είναι το 2009 για τις κατοχικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν καθώς αυτή τη στιγμή, οκτώ χρόνια μετά την εισβολή, τα αποτελέσματα κρίνονται απογοητευτικά. Η επέκταση δε του πολέμου στο Πακιστάν το μόνο που έχει καταφέρει είναι να εξάγει την αστάθεια οδηγώντας και τη γειτονική χώρα στο χείλος της αβύσσου.

Απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα ή αποδοχή ήττας, αποτέλεσε η μονολεκτική αρνητική απάντηση που έδωσε ο νέος αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, στους συντάκτες των New York Times, όταν τον ρώτησαν κατά πόσο οι ΗΠΑ κερδίζουν αυτή τη στιγμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Το νέο ωστόσο που κόμιζε η απάντησή του δεν ήταν μια πραγματικότητα που έχει γίνει αντιληπτή εδώ και καιρό ακόμη και στους μη ειδήμονες. Αλλά η απόφαση των ΗΠΑ να έρθουν αντιμέτωπες με αυτή την πραγματικότητα και να προσπαθήσουν φυσικά να την ανατρέψουν – καθήκον που έχει τεράστια πολιτική σημασία ακόμη και για το πολιτικό μέλλον του νέου αμερικανού προέδρου, από τη στιγμή που αναγόρευσε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν σε «δικό του πόλεμο» και στο κατ’ εξοχήν μέτωπο κατά της τρομοκρατίας. Υπό αυτό το πρίσμα το 2009 ενδέχεται να αποβεί έτος σταθμός για το Αφγανιστάν και τα σχέδια των κατοχικών δυνάμεων.

Αξίζει αρχικά να δούμε πως βεβαιώνεται μέχρι στιγμής η ήττα των ΗΠΑ. «Οι Ταλιμπάν ήδη ελέγχουν το νότο, τα ανατολικά και τα δυτικά της χώρας, αλλά τώρα έχουν αποκτήσει βάση για μια ακόμη φορά στο κεντρικό Αφγανιστάν και τις επαρχίες Βαρντάκ, Λογκάρ και Πακτία, νότια και δυτικά της Καμπούλ, όχι μακριά από την Καμπούλ», περιέγραφε ο ανταποκριτής του γερμανικού περιοδικού Spiegel στα μέσα του Μαρτίου από το Αφγανιστάν. Με βάση στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες από τις 34 επαρχίες του Αφγανιστάν, οι 26 κρίνονται επισήμως μη ασφαλείς. Χαρακτηριστικά επίσης είναι και τα στοιχεία από την αύξηση των βομβιστικών επιθέσεων. Από 1.931 επεισόδια που καταγράφηκαν το 2006, το 2007 έφθασαν τα 2.615 και το 2008 τα 3.295.

Σε αυτό το πλαίσιο η αναθεώρηση της αμερικανικής τακτικής κρίθηκε επιβεβλημένη. Συνίσταται δε στα ακόλουθα έξι μέτρα:

Πρώτον, αναθεώρηση των φιλόδοξων και θολών (μη μετρήσιμων) στόχων που είχαν τεθεί από τον Τζορτζ Μπους οι οποίοι επέτρεπαν μεν να παρατείνεται στο διηνεκές η παραμονή του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν, καθιστούσαν όμως κι ανέφικτη τη δυνατότητα εξόδου καθώς την έκαναν να ισοδυναμεί με ταπείνωση. Στη θέση λοιπόν των στόχων του Μπους για ένα «ελεύθερο και ειρηνικό Αφγανιστάν» όπου «οι μεταρρυθμίσεις κι η δημοκρατία» θα λειτουργούν ως «εναλλακτικές δυνατότητες στον φανατισμό, την μνησικακία και τον τρόμο» (όπως μας τους θύμισε η Wall Street Journal στις 31 Μαρτίου 2009), ο Ομπάμα έθεσε «έναν σαφή και επικεντρωμένο στόχο: να εξαλείψει, να καταστρέψει και να νικήσει την Αλ Κάιντα στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν και να τις αποτρέψει από το να επιστρέψουν σε οποιαδήποτε από τις δύο χώρες στο μέλλον».

Ο δεύτερος στόχος περιλαμβάνει την σημαντική αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών. Επιχειρώντας να επαναλάβουν το παράδειγμα του Ιράκ όπου στην ήττα της αντίστασης συνέβαλε καθοριστικά η αύξηση του αριθμού των αμερικανών στρατιωτών, μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται να προστεθούν στους 35.000 Αμερικανούς (από τους 52.000 στρατιώτες που υπηρετούν στο πλαίσιο της ΝΑΤΟϊκής αποστολής) 17.000 επιπλέον. Στέλνοντάς τους μάλιστα στα νότια και ανατολικά όπου κυριαρχούν οι Ταλιμπάν, αναμένεται απότομη αύξηση των απωλειών που το 2008 έφθασαν τους 155 και τους πρώτους δύο μήνες του τρέχοντος έτους τους 30 στρατιώτες.

Τρίτον, χωρίς να αμφισβητείται η προτεραιότητα και η πρωτοκαθεδρία της στρατιωτικής επιτυχίας, η αμερικανική πολιτική στο Αφγανιστάν εμπλουτίζεται με επιπλέον μέσα αστυνομικής και οικονομικής φύσης. Στο πλαίσιο μιας «συνολικής στρατηγικής» (comprehensive strategy) η οποία επίσημα υιοθετήθηκε στη διεθνή διάσκεψη που έγινε για το Αφγανιστάν στη Χάγη την τελευταία μέρα του Μαρτίου με τη συμμετοχή 73 χωρών, ανεπίσημα όμως είχε εξαγγελθεί εβδομάδες πριν, αναμένεται η αποστολή στο Αφγανιστάν 4.000 Αμερικανών που θα αναλάβουν την εκπαίδευση των αφγανών αστυνομικών. Στο ίδιο πλαίσιο κι όπως είχε αποκαλύψει η Washington Post ο Λευκός Οίκος θα αυξήσει τις χρηματοδοτήσεις προς την κεντροασιατική χώρα κατά 60%. 

Η ένταξη στο αμερικανικό οπλοστάσιο κι άλλων μέσων, πέραν των αμιγώς στρατιωτικών, που διασκεδάζουν τις εντυπώσεις για το βάρβαρο καθεστώς κατοχής, αποτέλεσε κίνηση ανάγκης για την Ουάσινγκτον από τη στιγμή που τα υπόλοιπα 25 μέλη του ΝΑΤΟ αρνήθηκαν – πλην εξαιρέσεων – να στείλουν επιπλέον στρατό, όπως μετ’ επιτάσεως ζητούσαν οι Αμερικάνοι. Καθόλου τυχαία έτσι δεν ήταν η θετική ανταπόκριση που βρήκε στην από δω μεριά του Ατλαντικού η νέα αμερικανική στρατηγική, όπως φάνηκε από τη δήλωση του γερμανού υπουργού Εξωτερικών, Φρανκ Βάλτερ Στάιμαγιερ, ο οποίος τόνισε ότι βρίσκεται «πολύ εγγύτερα προς την ευρωπαϊκή αντίληψη για την παρουσία μας στο Αφγανιστάν».

Το τέταρτο στοιχείο της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την ανάμειξη κι άλλων χωρών της περιοχής στον πόλεμο εναντίον των Ταλιμπάν, όπως είναι η Ρωσία και πολύ περισσότερο το Ιράν. Το Αφγανιστάν έτσι ενδέχεται να αποτελέσει πειραματικό σωλήνα για την βελτίωση της σχέσης των ΗΠΑ με αυτές τις χώρες. Ο στόχος παρόλα αυτά της συνεργασίας για να αντιμετωπιστούν οι Ταλιμπάν δεν αποτελεί διπλωματική επινόηση. Αντίθετα με τις χονδροειδείς αναλύσεις που κυκλοφορούσαν την προηγούμενη οκταετία όταν Ταλιμπάν και Ιράν εμφανίζονταν να αποτελούν σχεδόν αρραγές μέτωπο έχοντας κοινό σημείο αναφοράς τον αντιαμερικανισμό, η πραγματικότητα είναι πως το καθεστώς του Ιράν και η κυβέρνηση του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ εχθρεύονται το ίδιο βαθιά με τις ΗΠΑ τους Ταλιμπάν. Προς επίρρωση η περιορισμένης έκτασης συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης τους πρώτους μήνες της επέμβασης στο Αφγανιστάν. Η συμπερίληψη στη συνέχεια του Ιράν στον αλήστου μνήμης Άξονα του Κακού κατέστρεψε μονομιάς κάθε επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών, ακόμη και για την αντιμετώπιση των Ταλιμπάν. Η έχθρα του Ιράν απέναντι τους έχει στη βάση της τόσο δογματικούς λόγους, όσο και πιο …πεζές αιτίες όπως είναι τα τελευταία χρόνια η πλημμυρίδα ναρκωτικών που διοχετεύουν στο Ιράν φύλαρχοι και Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν, εκμεταλλευόμενοι την αχανή συνοριακή γραμμή μήκους 600 μιλίων αλλά κυρίως την ανομία που κυριαρχεί, με αποτέλεσμα ο εθισμός της ιρανικής νεολαίας να έχει εξελιχθεί σε πέμπτη φάλαγγα, σε μια ανεξέλεγκτη μάστιγα που υπονομεύει τη συνοχή της ιρανικής κοινωνίας. Οι Αμερικανοί από την άλλη προσβλέπουν στην ιρανική συνεργασία ώστε να πάψουν να είναι εγκλωβισμένοι στους πύρινους δρόμους των κακοτράχαλων βουνών του Πακιστάν για την τροφοδοσία του στρατού τους στο Αφγανιστάν. Άμεσα δηλαδή επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν το Ιράν για την τροφοδοσία της αποστολής στο Αφγανιστάν εγκαταλείποντας το πέρασμα του Κάιμπερ Πας στο Πακιστάν το οποίο ούτως ή άλλως μόνο μερικές ώρες την ημέρα καταφέρνουν να κρατούν ανοιχτό!

Οι Αμερικάνοι έκαναν γνωστή την πρόθεση τους να συνεργαστούν με το Ιράν για το Αφγανιστάν και στις 27 Μαρτίου όταν έστειλαν διπλωματικό τους εκπρόσωπο στη Μόσχα να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης που στους κόλπους του περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Κίνα και άλλα κράτη της Κεντρικής Ασίας και ιδρύθηκε το 2001, την επομένη της επέμβασης στο Αφγανιστάν, από τη Μόσχα και το Πεκίνο για να αντιμετωπιστεί η αμερικανική επέκταση στην Ασία. Τώρα λοιπόν όλοι μαζί συζήτησαν για την αντιμετώπιση του κινδύνου που εκπροσωπούν οι Ταλιμπάν, ενώ στην πρώτη σειρά της ατζέντας βρισκόταν η ανάγκη συνεργασίας Ιράν – ΗΠΑ. «Το Ιράν δέχεται έντονη πίεση από τους εξτρεμιστές και τη μαφία των ναρκωτικών του Αφγανιστάν. Το Ιράν χάνει εκατοντάδες άτομα σε μάχες στα σύνορα με αφγανούς λαθρέμπορους ηρωίνης», τόνιζε στη Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 20-22 Μαρτίου ο πρέσβης της Μόσχας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκοζίν.

Διευρύνοντας οι ΗΠΑ τον αριθμό των κρατών με τα οποία συνεργάζονται για να αντιμετωπίσουν τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα ευελπιστούν πως θα σφίξει η τανάλια γύρω από το Αφγανιστάν καθιστώντας πιο δύσκολη την οικονομική στήριξη των Ταλιμπάν. Παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως η καλλιέργεια και το εμπόριο ναρκωτικών είναι η αστείρευτη πηγή που γεμίζει τα ταμεία των Ταλιμπάν, επιτρέποντάς τους να στρατολογούν και να εξοπλίζονται αφειδώς, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Συγκεκριμένα, μεμονωμένοι άραβες κροίσοι προσφέρουν στους Ταλιμπάν, υπό τη μορφή οικονομικής βοήθειας, πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα τους αφήνουν οι ακμάζουσες καλλιέργειες οπίου στο Αφγανιστάν που έφθασαν να αποτελούν το 92% της παγκόσμιας παραγωγής! Μάλιστα ο ειδικός απεσταλμένος του Μπαράκ Ομπάμα στην περιοχή, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, που προέβη σε αυτήν την αποκάλυψη προς τους πρεσβευτές του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times στις 26 Μαρτίου, επεσήμανε ότι δεν πρόκειται για κράτη, αλλά επιφανείς οικονομικούς παράγοντες από τον Περσικό Κόλπο.

Η πέμπτη πλευρά της νέας αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει την αμφισβήτηση της κεντρικής διοίκησης της Καμπούλ και την παροχή οικονομικών πόρων κατ’ ευθείαν στους διοικητές των επαρχιών. Αμερικάνοι αλλά και Ευρωπαίοι αποφάσισαν να παρακάμψουν τον πρόεδρο, Χαμίντ Καρζαΐ, από τη στιγμή που οι επανειλημμένες καταγγελίες του για σφαγές αθώων αφγανών από τα αμερικανικά βομβαρδιστικά εξόργισαν την Ουάσινγκτον και οδήγησαν τις σχέσεις τους σε κρίση. Το ένα τεταμένο επεισόδιο διαδεχόταν το άλλο με τελευταίο την σύγκρουση για την ημερομηνία των εκλογών καθώς ο Καρζαΐ επικαλούμενος το σύνταγμα ζητούσε τη διεξαγωγή τους πριν το καλοκαίρι – δεδομένου ότι η θητεία του λήγει στις 21 Μαΐου, ενώ οι Αμερικανοί τον Αύγουστο, όταν θα έχουν εγκατασταθεί στην πολύπαθη χώρα οι νέες ενισχύσεις και πολύ πιθανό όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι υπόγειες διεργασίες για την εύρεση του διαδόχου του Καρζαΐ, που τώρα θυμήθηκαν ότι κολυμπάει στη διαφθορά. Ανεξαρτήτως όμως από τις μάχες για την εξουσία, πρέπει να τονίσουμε ότι Αμερικάνοι κι Ευρωπαίοι επιλέγοντας να αποδυναμώσουν την κεντρική εξουσία υπονομεύουν την ενότητα του ίδιου του Αφγανιστάν, που σήμερα είναι περισσότερο από εύθραυστη!

Τέλος, το έκτο στοιχείο της νέας αμερικανικής θεώρησης εξετάζει μαζί με το Αφγανιστάν από κοινού και το Πακιστάν εφαρμόζοντας μια ενιαία στρατηγική. Στο πλαίσιό της μάλιστα πολλές φορές το Πακιστάν αποκτά προτεραιότητα οπότε η γραμμή… PakAfg δεσπόζει επί της AfgPak. Η αλήθεια είναι ότι η ένταση των αμερικανικών επιθέσεων κατήργησε πολύ γρήγορα τα σύνορα μεταξύ των δύο αυτών χωρών που στην πράξη ποτέ δεν υπήρχαν για τους Ταλιμπάν. Από κει και πέρα οι επιδρομές αμερικανικών βομβαρδιστικών στο εσωτερικό του Πακιστάν και η βία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι Ισλαμιστές από τον στρατό του δικτάτορα Περβέζ Μουσάραφ, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 2007 με τη σφαγή στο Κόκκινο Τζαμί, οδήγησαν την εισβολή στο γειτονικό Αφγανιστάν να κάνει μετάσταση σε εμφύλιο στο Πακιστάν.

Τα πράγματα ωστόσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύουν για δύο λόγους: Αρχικά γιατί δεν υφίσταται μια αξιόπιστη πολιτική ηγεσία στο Πακιστάν. Αντίθετα ο σύζυγος της δολοφονημένης Μπεναζίρ Μπούτο, πρόεδρος Ασίφ Αλί Ζαρνταρί που ουδέποτε έχαιρε ιδιαίτερου πολιτικού κύρους (όπως μαρτυρεί και το γεγονός ότι είναι γνωστός ως 10% λόγω των προμηθειών που έπαιρνε από τις κρατικές δουλειές) βλέπει ακόμη κι αυτό το κύρος του να εξανεμίζεται. Κερδισμένος είναι ο αιώνιος πολιτικός του αντίπαλος, Ναουάζ Σαρίφ, που έχει διατελέσει δύο φορές κατά το παρελθόν πρωθυπουργός κι ο οποίος μετά την μάχη που έδωσε για να αποκατασταθεί στη θέση του κορυφαίος δικαστικός που είχε διωχθεί από τον Μουσάραφ, βλέπει τις πολιτικές μετοχές του να απογειώνονται. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Πακιστάν δεν είναι και τόσο πρόθυμος σύμμαχος των ΗΠΑ στη μάχη εναντίον των φονταμενταλιστών έγκειται στο γεγονός ότι οι Ταλιμπάν αποτελούν το πιο αποτελεσματικό ανάχωμα στην επέκταση της επιρροής της Ινδίας στο Αφγανιστάν. Γι αυτό το λόγο οι προσβάσεις των Ταλιμπάν στην Ισλαμαμπάντ και τις μυστικές της υπηρεσίες αποδεικνύονται τόσο ανθεκτικές ξεπερνώντας κατά πολύ τον κύκλο των Ισλαμιστών…