Διορισμός Στουρνάρα: Γάγγραινα η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών (Πριν, 15 Ιουνίου 2014)

draghiΗ απόφαση της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να διορίσει στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας τον Στουρνάρα, προφανώς κατ’ εντολή του Βερολίνου, ανέδειξε για μια ακόμη φορά το πρόβλημα της λεγόμενης ανεξαρτησίας ορισμένων θεσμών, τυπικά τεχνοκρατικών, που η σημασία τους όμως έχει αποδειχθεί νευραλγική κι εξόχως πολιτική. Η λεγόμενη ανεξαρτησία από την κυβέρνηση και την πολιτική εξουσία στην πραγματικότητα έχει μετατραπεί σε δούρειο ίππο για την απόσπαση από τον δημόσιο έλεγχο και στη συνέχεια την απ’ ευθείας υπαγωγή τους σε διεθνή κέντρα, κυρίως ευρωπαϊκά, κρίσιμων κέντρων λήψης αποφάσεων.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Όπως έγινε με την ηγεσία της Στατιστικής Αρχής και πιο πρόσφατα με την Γενική Γραμματεία Εσόδων. Η επιλογή του Γεωργίου και του Θεοχάρη αντίστοιχα συνέπεσε με την μετατροπή και των δύο αυτών υπηρεσιών σε τυφλά όργανα της Τρόικας. Η αλλοίωση των στοιχείων για το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 (με την πολύτιμη βοήθεια της Τράπεζας Ελλάδας) υπό την διοίκηση του Γεωργίου, που μέχρι πριν λίγο εργαζόταν στο ΔΝΤ, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην άφιξη της Τρόικας και την υπαγωγή στο Μνημόνιο. Για την Τρόικα δηλαδή δούλευε η Στατιστική Αρχή, διευκολύνοντας το σχέδιο που είχε προαποφασιστεί για να γίνει η Ελλάδα πειραματόζωο της χρεοκρατίας. Για την Τρόικα δούλευε κι ο Θεοχάρης, όπως φάνηκε από την ανακοίνωση που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκμεταλλευόμενος την θωράκιση που είχε εξασφαλιστεί για την συγκεκριμένη θέση στο πλαίσιο της Οικονομικής διακυβέρνησης. Το αστείο μάλιστα με τον επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας Εσόδων ήταν πως μετά από ένα σημείο αποσπάστηκε ακόμη κι από την κυβέρνηση του Σαμαρά που τον διόρισε, υπηρετώντας την δική του ατζέντα.

Καπέλο στην κυβέρνηση ήταν κι η Μαρία Δαμανάκη από την θέση του επιτρόπου, όπου διορίστηκε το 2009 από τον Γιώργο Παπανδρέου. Η παρουσία της στις Βρυξέλλες ωστόσο δεν προκάλεσε συγκρούσεις λόγω του ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις όλα αυτά τα χρόνια υποτάσσονταν χωρίς αντιρρήσεις στις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πιθανός όμως διορισμός της Ντόρας Μπακογιάννη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς αντικατάσταση της Δαμανάκη θα λειτουργήσει σαν βαρίδι σε μια πιθανή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επιτυγχάνοντας το ψαλίδισμα των πιο ριζοσπαστικών του θέσεων και την ταχεία προσαρμογή του στις επιταγές της ΕΕ.

Όπως ακριβώς θα συμβεί και με τον Στουρνάρα στην Τράπεζα Ελλάδας που από την εποχή του Σημίτη και της «ισχυρής Ελλάδας» αποτελεί σταθερά στην οικονομική πολιτική, προφανώς με αρνητικό πρόσημο. Ο διορισμός του επομένως στο κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου αποτέλεσε πρόκληση όχι μόνο γιατί δεν λάβαινε υπ’ όψη της τους πολιτικούς συσχετισμούς όπως αποτυπώθηκαν στις πρόσφατες εκλογές, που τυπικά έδιναν έναν παραπάνω λόγο στον ΣΥΡΙΖΑ να έχει άποψη για τον διάδοχο του Προβόπουλου, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: Επειδή έγινε εμφανές ότι ο Στουρνάρας, σε περίπτωση εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, θα αποτελέσει αντίβαρο στην κυβέρνηση και μηχανισμό βίαιης προσαρμογής του. Υπ’ αυτό το πρίσμα η διαμαρτυρία του Α. Τσίπρα στον πρόεδρο της κεντρικής τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ήταν άνευ ουσίας καθώς ο διορισμός του Στουρνάρα δεν έγινε μόνο με την σύμφωνη γνώμη της Φρανκφούρτης, αλλά και κατ’ εφαρμογήν των προβλέψεων της για την «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών. Επομένως: ή αμφισβητείς τον θεσμό της «ανεξαρτησίας» και κατ’ επέκταση τον διορισμό Στουρνάρα ή …προσαρμόζεσαι. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορείς να δηλώνεις πίστη και σεβασμό στον θεσμό της «ανεξαρτησίας», όπως έδειξε η επίσκεψη στον πρώην υπάλληλο της Γκόλντμαν Σακς, και ταυτόχρονα να αμφισβητείς τον διορισμό του Στουρνάρα. Άλλωστε, ο θεσμός της «ανεξαρτησίας», που σημαίνει στεγανοποίηση των θέσεων οικονομικής διαχείρισης από τον πολιτικό έλεγχο και την λαϊκή παρέμβαση, ψαλίδισμα επομένως της δημοκρατίας, έρχεται να διασφαλίσει την θωράκιση και την αδιατάρακτη συνέχεια της συντηρητικής πολιτικής ακριβώς σε τέτοιες περιόδους μετάβασης, που περιέχουν ένα ρίσκο ή απαιτούν μια περίοδο προσαρμογής.

Θωρακισμένο από τη Συνθήκη της Λισαβόνας για όλα μέλη της ΕΕ κι όχι μόνο της ευρωζώνης το δημοκρατικό άβατο στις κεντρικές τράπεζες

          Δεν είναι η πρώτη φορά που η θέση του κεντρικού τραπεζίτη έχει συνοδευτεί από ομηρικές διαμάχες με την εκτελεστική εξουσία. Σε δύο περιπτώσεις, στην Ουγγαρία και την Κύπρο, η κεντρική τράπεζα λειτούργησε σαν ξένο έδαφος αμφισβητώντας τις αποφάσεις της κυβέρνησης με την ανοιχτή ενθάρρυνση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το κοινό μάλιστα χαρακτηριστικό και των δύο αυτών περιπτώσεων είναι ότι συνέβησαν στα απόνερα σφοδρότατων οικονομικών κρίσεων.

Στο νησί της Αφροδίτης οι σχέσεις πάθους της κυβέρνησης με την κεντρική τράπεζα δεν είναι κάτι συγκυριακό. Από την εποχή ακόμη της προεδρίας του Δημήτρη Χριστόφια, ο κεντρικός τραπεζίτης Θ. Ορφανίδης ήταν κόκκινο πανί για το προεδρικό μέγαρο. Οι σχέσεις τους ξεπέρασαν κάθε όριο τυπικότητας και εξελίχθηκαν σε δημόσιες προσβολές όταν ξέσπασε η κρίση το 2012 με τον κεντρικό τραπεζίτη να καταλογίζει στο ΑΚΕΛ ότι ευθύνεται γιατί την κατάρρευση των τραπεζών επειδή συναίνεσε στο PSIχωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα για τις κυπριακές τράπεζες, ενώ από την μεριά του ο Χριστόφιας του καταλόγιζε χαλαρή εποπτεία των τραπεζών, ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν τα γνωστά φαινόμενα πιστωτικής υπερεπέκτασης. Εκεί που και οι δύο συμφωνούσαν ήταν όταν η μια πλευρά χρέωνε στην άλλη ευνοϊκή μεταχείριση της Λαϊκής Τράπεζας του Α. Βγενόπουλου… Οι επίμονες προσπάθειες του ΑΚΕΛ να τον ανατρέψει έπεφταν στο κενό γιατί ο Ορφανίδης είχε το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της κυβέρνησης: ασκώντας της συνέχεια κριτική επειδή δεν έπαιρνε μέτρα λιτότητας η Φρανκφούρτη ποτέ δεν δίστασε να αποφασίσει με ποιανού το μέρος θα ταχθεί. Έτσι οι προσπάθειες του Χριστόφια δεν ευοδόθηκαν. Ο διάδοχός του όμως, Πανίκος Δημητριάδης, πέρασε πολύ χειρότερα καθώς στο τέλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί κι έτσι τον Απρίλιο του 2014 ανέλαβε τα ηνία της κεντρικής τράπεζας η πρώην γενική ελέγκτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, Χρυστάλλα Γιωρκάτζη. Για να αναγκάσει όμως ο Ν. Αναστασιάδη τον Π. Δημητριάδη να παραιτηθεί τον παρέπεμψε ακόμη και στον γενικό εισαγγελέα, επικαλούμενος την αλλοίωση επίσημων στοιχείων που ως στόχο είχαν να εμφανίσουν μεγαλύτερες των πραγματικών τις ανάγκες των κυπριακών τραπεζών. Εκτίμηση που σήμαινε μεγαλύτερο δάνειο, βαθύτερη εξάρτηση από τους δανειστές. Ο Π. Δημητριάδης ήταν όργανο της ΕΕ και τις κρίσιμες μέρες της άνοιξης του 2013 ξεπέρασε πολλές φορές σε αντιδραστικότητα ακόμη και τον Ν. Αναστασιάδη. Η εκπαραθύρωση του τελικά ήταν προϊόν συμβιβασμού για να αποτραπεί η καταδίκη του από το ανώτατο δικαστήριο. Έτσι αναγκάστηκε να συναινέσει κι ο Ντράγκι που είχε στείλει επιστολή στον πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη και τον πρόεδρο της Βουλής Γ. Ομήρου απειλώντας την Κύπρο με παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε περίπτωση που θα απόλυαν τον εκλεκτό τους!

Στην Ουγγαρία, το τελευταίο εμπόδιο που είχε να ξεπεράσει ο δεξιός πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος εξελέγη το 2010, για να απαλλαγεί από τον θανάσιμο εναγκαλισμό των πιστωτών που πριν δύο χρόνια την είχαν «διασώσει» προσφέροντας 20 δισ. ευρώ, ήταν η κεντρική τράπεζα της χώρας του. Ο κεντρικός τραπεζίτης Αντράς Σίμορ, λειτουργώντας όλα τα προηγούμενα χρόνια επί πρωθυπουργίας Γκιουρτσάνι και Μπατζνάι σαν το μακρύ χέρι των πιστωτών ήταν τόσο μισητός, συμβολίζοντας την υποτέλεια στους δανειστές, ώστε η απόλυσή του από την κεντρική τράπεζα ήταν προεκλογική εξαγγελία του Όρμπαν. Για να τον ξεφορτωθεί έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό: Του μείωσε τον μισθό κατά 75%, του αφαίρεσε αρμοδιότητες, τοποθέτησε δίπλα του έμπιστούς του, προχώρησε ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση με απώτερο στόχο να υπαγάγει την κεντρική τράπεζα στον έλεγχο και την πλήρη δικαιοδοσία του ουγγρικού κράτους. Όλα αποδείχθηκαν μάταια κι ο Σίμορ ξεκατσικώθηκε από την καρέκλα του κεντρικού διοικητή μόνον τον Μάριο του 2013, όταν έληξε κι επίσημα η θητεία του. Μέχρι τότε, η κεντρική τράπεζα της Ουγγαρίας έφτασε στο σημείο ακόμη και να εκδώσει ανακοίνωση τον Δεκέμβριο του 2011, με την οποία καταδίκαζε την συνταγματική αναθεώρηση που ψηφίστηκε στη Βουλή με 293 ψήφους υπέρ και 4 κατά. Όλο αυτό διάστημα η στάση της ΕΕ ήταν εμπρηστική. Για να επιβάλει την ακύρωση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων τίναξε στον αέρα ακόμη και συνομιλίες με την κυβέρνηση του Όρμπαν τον Δεκέμβριο του 2011 που συζητούσαν την παροχή μιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης στην Ουγγαρία. (Ο Όρμπαν είχε αποκλείσει να πάρει νέο δάνειο, εγγυήσεις ζητούσε, σε μια προσπάθεια να απεμπλακεί από την επιτήρηση ΕΕ και ΔΝΤ). Η ΕΕ, προκειμένου να διαφυλάξει την λεγόμενη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, τη δυνατότητά της δηλαδή να παρεμβαίνει στην οικονομική πολιτική μιας ανεξάρτητης χώρας με τον δικό της άνθρωπο, έφτασε στο σημείο να απειλήσει την Ουγγαρία ακόμη και με αναστολή του δικαιώματος ψήφου σε όλα τα θεσμικά όργανα. Σε ανακοίνωσή της μάλιστα η ΕΚΤ επικαλούταν την παραβίαση από την Βουδαπέστη του άρθρου 130 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Χρειάζεται  να τονίσουμε εδώ ότι η Ουγγαρία δεν ανήκει στην ευρωζώνη. Παρόλα αυτά οι δεσμεύσεις της απέναντι στην ΕΚΤ για το «άβατο» της κεντρικής τράπεζας είναι ασφυκτικές και στην συνταγματική συνθήκη της ΕΕ περιγράφονται επακριβώς: «Κατά την εκτέλεση των εξουσιών τους και την πραγματοποίηση των εργασιών και των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες και τον ιδρυτικό νόμο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ούτε κάποια εθνική κεντρική τράπεζα, ούτε οποιοδήποτε μέλος των οργάνων που αποφασίζουν θα αναζητήσουν ή θα λάβουν οδηγίες από θεσμούς της Ένωσης, όργανα, γραφεία ή υπηρεσίες, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή απ’ οποιοδήποτε άλλο σώμα. Οι θεσμοί της Ένωσης, όργανα, γραφεία ή υπηρεσίες και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών αναλαμβάνουν να σεβαστούν αυτή την αρχή και να μην επιδιώξουν να επηρεάσουν τα μέλη των οργάνων που αποφασίζουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή τις εθνικές κεντρικές τράπεζες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους».

Όποιος επομένως πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι ο Στουρνάρας ή ότι ο Ντράγκι μπορεί να βοηθήσει στον εκδημοκρατισμό των κεντρικών τραπεζών εθελοτυφλεί!

Η ΕΕ διολισθαίνει στον αυταρχισμό (Επίκαιρα, 17-23/10/2013)

baroΒαθιά διχαστική και απρόσμενα ρεβανσιστική ήταν η ετήσια, πανηγυρική ομιλία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο στις 11 Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για έναν θεσμό που έχει εισαχθεί τα τελευταία χρόνια στο πρωτόκολλο της ΕΕ κι αποτελεί πιστό αντίγραφο της αντίστοιχης ομιλίας που εκφωνεί κάθε χρόνο ο αμερικανός πρόεδρος, περιγράφοντας τους βασικούς άξονες της πολιτικής που θα ακολουθήσει σε κάθε πεδίο: από την διπλωματία μέχρι την οικονομία και τα κοινωνικά ζητήματα. Καμία πρωτοτυπία επομένως από τις Βρυξέλλες, που επιχειρούν με δάνεια πολιτικά εργαλεία να αναβαπτίσουν το κύρος τους που σταθερά καταποντίζεται όπως ανάγλυφα αποτυπώνουν κι οι έρευνες του Ευρωβαρόμετρου, με μόλις το 31% των ευρωπαίων πολιτών να εμπιστεύονται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν το 2007 δήλωνε την εμπιστοσύνη του το 57% (Ιούλιος 2013). Ως αποτέλεσμα κι η ίδια η ομιλία του Μανουέλ Μπαρόζο προκαλεί νύστα καθώς βρίθει από κοινοτοπίες, αοριστολογίες και βερμπαλισμούς, στους οποίους η γραφειοκρατία των Βρυξελλών ούτως ή άλλως έχει αναπτύξει μια έφεση.

Αυτή τη φορά όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεπέρασε τον εαυτό της με έναν απρόσμενο τρόπο: Κάνοντας επίδειξη δύναμης απέναντι σε ανεξάρτητα, τύποις, κράτη και τους λαούς! Συγκεκριμένα ο Μπαρόζο απείλησε ότι θα γίνει χρήση του άρθρου 7 της συνθήκης της Ένωσης, στο οποίο προβλέπεται αναστολή του δικαιώματος ψήφου των κρατών μελών, στην περίπτωση που παρατηρείται συστηματική παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και των συνταγματικών δεσμεύσεων. Ουσιαστικά δηλαδή απείλησε ότι θα αποβάλλει κράτη μέλη της ΕΕ.

Η Ουγγαρία στο στόχαστρο

Η καμπάνα πίσω από αυτές τις γενικολογίες χτυπάει για την Ουγγαρία και την κυβέρνηση του κεντροδεξιού Βίκτορ Όρμπαν που εδώ και χρόνια αποτελεί κόκκινο πανί για τις Βρυξέλλες. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ επικαλούνται την αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Όρμπαν, η οποία υποτίθεται πως τορπιλίζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και πράγματι υπάρχουν ουκ ολίγα παραδείγματα που δίνουν βάση στην επιχειρηματολογία τους για αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Αναφέρουμε ενδεικτικά: τιμητικές διακρίσεις σε ρατσιστές και αντισημίτες δημοσιογράφους, υπερεξουσίες στον διορισμένο επικεφαλής των δικαστικών αρχών, ποινικοποίηση των αστέγων, απαγόρευση των πολιτικών διαφημίσεων στα Μέσα Ενημέρωσης, αλλεπάλληλες τροποποιήσεις σε ένα σύνταγμα που μόλις ψηφίσθηκε κ.λπ. Όμως, όσο αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Όρμπαν δεν είναι κι η πιο δημοκρατική, άλλο τόσο αλήθεια είναι πως στις ίδιες κι ακόμη χειρότερες αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις επιδίδονται όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις της ΕΕ, υπό την σκανδαλώδη ανοχή, αν όχι ενθάρρυνση της ΕΕ. Και πολύ μεγαλύτερη αλήθεια επίσης είναι ότι η ΕΕ κάνει ρεσιτάλ υποκρισίας γύρω από την Ουγγαρία. Για παράδειγμα, αν δίνει τόσο μεγάλη σημασία στον σεβασμό που οφείλουν να επιδεικνύουν οι κυβερνήσεις απέναντι στο σύνταγμα και τον κοινοβουλευτισμό, τότε γιατί έχει αφήσει ασχολίαστο το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι σημαντικότερες αποφάσεις δε ψηφίζονται από την Βουλή αλλά ενσωματώνονται στη νομοθεσία από την …πίσω πόρτα, μέσω Πράξεων Νομοθετικών Περιεχομένου; Η δημοκρατική ευαισθησία που επιδεικνύει η ΕΕ απέναντι στην Ουγγαρία προκαλεί θυμηδία αν την αντιπαραβάλλουμε με την άνευ προηγουμένων παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας από το δίδυμο των Μερκοζύ πριν δύο ακριβώς χρόνια όταν έδειξαν την πόρτα της εξόδου στον (εκλεγμένο πρωθυπουργό) Γ. Παπανδρέου και επέβαλαν τον τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμο μόνο και μόνο για να ολοκληρωθεί ομαλά και χωρίς απρόοπτα η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Κατά συνέπεια η ΕΕ στερείται των ηθικών πλεονεκτημάτων για να αναλάβει το ρόλο του τιμητή της δημοκρατίας.

Η ΕΕ έχει περάσει την κυβέρνηση του Όρμπαν στην μαύρη λίστα για δύο λόγους. Πρώτο, επειδή ο Όρμπαν επέλεξε να ζημιωθούν οι γερμανο-αυστριακές τράπεζες που λειτουργούσαν στην Ουγγαρία σαν κράτος εν κράτει προκειμένου να ωφεληθούν οι Ούγγροι δανειολήπτες. Επιλογή που αποτέλεσε αιτία πολέμου για το Βερολίνο και τα φερέφωνά του στις Βρυξέλλες. Δεύτερο, η ΕΕ έχει ανοίξει βεντέτα με την Ουγγαρία λόγω της απροθυμίας του Όρμπαν να εκχωρήσει άνευ όρων κυριαρχικά δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Δύο πρόσφατα παραδείγματα είναι ενδεικτικά: Οι κοινοτικοί αξιωματούχοι έγιναν πυρ και μανία επειδή η Βουδαπέστη δεν έλαβε υπ’ όψη της στην διαδικασία της πρόσφατης συνταγματικής αναθεώρησης τις παρατηρήσεις της Επιτροπής της Βενετίας, όπως αποκαλείται μια επιτροπή πρώην δικαστών από συνταγματικά δικαστήρια που γνωμοδοτεί σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Η ΕΕ επίσης θεώρησε αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών αξιών πρόσφατο νόμο βάσει του οποίου όσοι φοιτητές απολαμβάνουν κρατικής υποτροφίας στην Ουγγαρία έχουν την υποχρέωση να εργαστούν για ένα χρονικό διάστημα στη χώρα τους! Κι εδώ η υποκρισία ξεχειλίζει, καθώς η ΕΕ κι ειδικότερα οι βόρειες χώρες διατηρούν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται νέους επιστήμονες που σπούδασαν με δαπάνες των κρατών στα οποία γεννήθηκαν. Όταν όμως αυτά τα κράτη επιχειρούν να επιβάλλουν μια ελάχιστη ανταπόδοση για το κόστος που επωμίστηκαν σπουδάζοντας τόσες χιλιάδες νέων επιστημόνων αυτό χαρακτηρίζεται εθνικισμός κι εμπόδιο στην ευρωπαϊκή ενοποίηση! Ταυτόχρονα κι ο σεβασμός που απαιτείται στην Επιτροπή της Βενετίας είναι εξ ίσου αμφιλεγόμενος καθώς ακόμη κι η γνωμοδότησή της αποτελεί παρέμβαση στα εσωτερικά ανεξάρτητου κράτους, την ίδια μάλιστα ώρα που αυτή η Επιτροπή έχει …καταπιεί την κάμηλο για τις συνταγματικές παραβιάσεις σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Γερμανική πειθαρχία

Εν κατακλείδι η απειλή χρήσης του άρθρου 7 αποτελεί κάτι παραπάνω από μια κίνηση εκδίκησης. Η ενεργοποίηση του που θα γίνει αργά ή γρήγορα (θέμα χρόνου είναι δηλαδή να πεταχτεί έξω η Ουγγαρία) θα αποδείξει ότι το Βερολίνο απαιτεί και μπορεί να επιβάλει σιδηρά πειθαρχία εντός της ΕΕ, αποβάλλοντας όσα κράτη μέλη δεν στοιχίζονται πειθήνια και χωρίς αντιρρήσεις πίσω από τις επιλογές του. Σε αυτό το πλαίσιο η τυπική ισότητα των κρατών μελών που προβλέπεται από τις ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ πάει περίπατο, όπως κι ο σεβασμός από την μεριά των Βρυξελλών στα εσωτερικά τους. Έτσι, η ΕΕ που οικοδομείται στα ερείπια της κρίσης περισσότερο θυμίζει γερμανική φυλακή, παρά μια οικειοθελή ένωση ανεξάρτητων κρατών.

Αποκαλύπτεται ταυτόχρονα πως το ζητούμενο των διαδικασιών ενοποίησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ευρωπαίων πολιτών ή η κοινωνική συνοχή ή ισχυροποίηση της δημοκρατίας και των θεσμών που την εγγυώνται. Το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση των συμφερόντων των γερμανικών τραπεζών κι η στάση της κάθε κυβέρνησης εξετάζεται υπό αυτό το πρίσμα. Στην καλύτερη εκδοχή οι κυβερνήσεις κρίνονται από το πόσο διευκολύνουν τα σχέδια προώθησης της ενιαίας αγοράς. Ανέφερε συγκεκριμένα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ομιλία του: «Στο επίπεδο της ΕΕ προτεραιότητα έχει η πλήρης αξιοποίηση της ενιαίας αγοράς. Έχουμε μια ενιαία αγορά που λειτουργεί καλά στα αγαθά και βλέπουμε τα οφέλη της. Χρειάζεται να επεκτείνουμε αυτό το σχήμα και σε άλλους τομείς: κινητικότητα, επικοινωνίες, ενέργεια, χρηματοπιστωτικά και ηλεκτρονικό εμπόριο για να ονοματίσω ορισμένους απ’ αυτούς. Πρέπει να απομακρύνουμε τα εμπόδια που κρατούν καθηλωμένες επιχειρήσεις και ανθρώπους».

Ακόμη κι αν χρειάζεται να αποβληθούν απείθαρχα κράτη μέλη…

Η οικονομική δικτατορία των Βρυξελλών και η απείθαρχη Ουγγαρία (Nexus, 2.2012)

Η αμφιλεγόμενη ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών 

Μία μάχη με πολύ ευρύτερες προεκτάσεις που αφορούν όλες τις χώρες της ΕΕ και ιδιαίτερα την Ελλάδα εξελίσσεται τις τελευταίες εβδομάδες στην Ουγγαρία. Αποκορύφωμα της καθόλου ασυνήθιστης αυτής αντιπαράθεσης αποτέλεσε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής την Τρίτη 18 Ιανουαρίου να οδηγήσει την Ουγγαρία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και αφορμή στάθηκε συνταγματική τροποποίηση της ουγγρικής κυβέρνησης στην κατεύθυνση άσκησης πολιτικού ελέγχου στις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Μόνο που η κυβέρνηση του κεντροδεξιού Βίκτορ Όρμπαν λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο …την Ευρωπαϊκή Επιτροπή! Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή επιχειρώντας να ξετυλίξουμε το κουβάρι που οδήγησε σε αυτή την άνευ προηγουμένου παρέμβαση των Βρυξελλών στα εσωτερικά μιας – κατά τ’ άλλα – ανεξάρτητης χώρας.

Η ένταση στις σχέσεις των Βρυξελλών με την Βουδαπέστη άρχισε να εμφανίζεται στο τέλος του προηγούμενου χρόνου. Ήταν για την ακρίβεια τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη όταν η ουγγρική κυβέρνηση, εκμεταλλευόμενη την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των δύο τρίτων, ψήφισε μια σειρά συνταγματικών τροποποιήσεων. Να αναφερθεί πως η ασυνήθιστα μεγάλη κοινοβουλευτική της ισχύ είναι άμεσο αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής κατάρρευσης του σοσιαλιστικού κόμματος του Φέρεντς Γκιουρτσάνι στις εκλογές του 2010, που με αυτό τον τρόπο πλήρωσε την απόφαση του να οδηγήσει τη χώρα στην αγκαλιά του ΔΝΤ. Το εκλογικό σώμα γύρισε μαζικά την πλάτη του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στράφηκε προς το κεντροδεξιό Φίντεζ, που αποδοκίμαζε έντονα την υπαγωγή της χώρας στο ΔΝΤ και την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας.

Μεταξύ πολλών άλλων, στις τροποποιήσεις του συντάγματος περιλαμβανόταν και η άσκηση πολιτικού ελέγχου στην κεντρική τράπεζα, που έθετε σε αμφισβήτηση την περίφημη «ανεξαρτησία» της. Οι προθέσεις της κυβέρνησης σε συνδυασμό και με παράλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις στόχευαν στην αύξηση του αριθμού των μελών της διοίκησης από 7 σε 9, την αύξηση του αριθμού των αντιπροέδρων από 2 σε 3 και τη συγχώνευση του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος με την αρχή εποπτείας της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών. Η κυβέρνηση δεν έκρυψε πως στόχος της ήταν να επανακτήσει τον έλεγχο επί της νομισματικής πολιτικής, ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής πολιτικής μαζί με την δημοσιονομική και την εισοδηματική. Ειδικότερα, στόχος της ήταν να κρατηθούν χαμηλά τα επιτόκια του εθνικού τους νομίσματος, του φιορινού, έτσι ώστε να διευκολυνθεί η αύξηση των πιστώσεων κι έτσι να στηριχθεί η παραγωγή και η απασχόληση. Η κεντρική τράπεζα όμως έπραξε ακριβώς το αντίθετο: αύξησε το επιτόκιο από 6,5% στο 7%, επιτείνοντας τις συνθήκες ασφυξίας που αντιμετώπιζε η ήδη παγωμένη αγορά. Ως δικαιολογία η διοίκηση του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος επικαλέστηκε το γεγονός ότι ο πληθωρισμός «έτρεχε» με 4,25%, πάνω δηλαδή από τον επίσημο στόχο του 3%.

Η συγκεκριμένη σύγκρουση είναι πράγματι εντυπωσιακή. Διορισμένοι τεχνοκράτες που δεν έχουν καμία νομιμοποίηση από την κοινωνία, όπως τα στελέχη της κεντρικής τράπεζας, έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους, τις απόλυτα θεμιτές αποφάσεις της εκλεγμένης κυβέρνησης, προτάσσοντας την «ανεξαρτησία» της κεντρικής τράπεζας. Πρόκειται για κορυφαία πράξη υποτίμησης της λαϊκής εντολής και της βούλησης της κοινωνίας στον βαθμό που καθοριστικοί τομείς αποφάσεων, όπως το ύψος των επιτοκίων που μπορεί να σημάνει την δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας με καθοριστικές συνέπειες στο βιοτικό επίπεδο ενός λαού, αναγορεύονται σε απαγορευμένη ζώνη για την κυβέρνηση από την οποία αφαιρείται το δικαίωμα να έχει άποψη. Ορίστε πως η πολιτική αποστεώνεται και καταλήγει να γίνεται διαχείριση ανούσιων υποθέσεων ήσσονος σημασίας ή της καθημερινής και εντεινόμενης μιζέριας που επιβάλουν αυθαίρετα οικονομικά κέντρα εκτός δημοκρατικού ελέγχου.

Εξισορροπιστικός ρόλος;

Ιστορικά, η μόδα της «ανεξαρτησίας» των κεντρικών τραπεζών εμφανίζεται μετά την κατάρρευση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς το 1971. Η διάλυση του συστήματος των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών (της μεταπολεμικής περιόδου) που συνδέονταν με το δολάριο, το οποίο με τη σειρά του συνδεόταν με τον χρυσό, ανέδειξε την ανάγκη να βρεθεί ένα νέο σημείο σταθερότητας που θα επανέφερε την ισορροπία στο σύστημα κι αυτό ήταν ο πληθωρισμός που έπρεπε να τιθασευτεί. Έργο που αναδείχθηκε σε ύψιστη αποστολή κάθε κυβέρνησης όπως κατ’ αναλογία συμβαίνει σήμερα με την μείωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ανατέθηκε στις κεντρικές τράπεζες. Μάλιστα, στο πλαίσιο της ανόδου μιας βαθιά συντηρητικής οικονομικής ιδεολογίας που κέρδιζε συνεχώς έδαφος, οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση στην λειτουργία της κεντρικής τράπεζας θεωρήθηκε εξ ορισμού επιζήμια κι απευκταία.

Εύκολα ωστόσο διακρίνει κανείς τα «αδύναμα σημεία» αυτής της ιδεολογίας: Από τη στιγμή που οι κεντρικές τράπεζες λειτουργούν με κρατική εντολή, ακόμη κι όταν μετατρέπονται σε Ανώνυμες Εταιρείες όπως έχει συμβεί σήμερα στην ευρωζώνη, πως είναι δυνατό να αποφευχθεί η πολιτική παρέμβαση; Διορισμένοι από το κράτος και της κυβερνήσεις είναι όλοι οι κεντρικοί τραπεζίτες! Σε τελική ανάλυση αν οι πολέμιοι της κρατικής παρέμβασης δεν ήθελαν καμιά μορφή ανάμιξης του κράτους ας πρόκριναν την δημιουργία ιδιωτικού χρήματος από τις ιδιωτικές τράπεζες, τις διοικήσεις των οποίων να εξέλεγαν οι γενικές συνελεύσεις των μετόχων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν… Από τη στιγμή που ακόμη και οι πιο διαπρύσιοι υπέρμαχοι της ελεύθερη αγοράς επιλέγουν το χρήμα να είναι κρατικό εκχωρώντας το σχετικό μονοπώλιο στην κεντρική τράπεζα, ή, μιλώντας για την ευρωζώνη να εκδίδεται από υπερεθνικά όργανα όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οποιαδήποτε συζήτηση περί ανεξαρτησίας είναι υποκρισία ή κρύβει σκοπιμότητες. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κορυφαίο τρόπο σήμερα στην Ουγγαρία όπου η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας επί της ουσίας σημαίνει την «καταστατική» δέσμευσή της σε μια περιοριστική πολιτική η οποία κρατάει κλειστές τις στρόφιγγες του χρήματος, αφήνοντας έτσι να ρέουν εν αφθονία μόνο η φτώχεια και η ανεργία. Αυτό είναι το διακύβευμα στην περίπτωση της Ουγγαρίας.

Το συμφέρον των πολιτών ασύμφορο για την ΕΕ

Ωστόσο, η επίθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν θα ήταν τόσο σφοδρή αν ο Βίκτορ Όρμπαν δεν είχε κι άλλες φορές με τις αποφάσεις του αμφισβητήσει τα ιερά και τα όσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αγορών, όπως η ανεμπόδιστη εφαρμογή πολιτικών λιτότητας. Πολύ σύντομα σταχυολογούμε τα εξής μέτρα που αποδεδειγμένα έχουν προκαλέσει την οργή των Βρυξελλών και του ΔΝΤ την τελευταία διετία: Εν …αρχή ήταν η απόφασή του να επιβάλει έναν επιπλέον φόρο στις τράπεζες της τάξης κάποιων δεκαδικών ψηφίων. Οι τράπεζες που δρουν στην Ουγγαρία, και ως επί το πλείστον είναι αυστριακές, πλήρωσαν ξανά τη …νύφη πριν λίγους μήνες όταν ο Όρμπαν προστάτευσε του Ούγγρους δανειολήπτες που είχαν δανειστεί σε ξένο και δη ελβετικό νόμισμα την εποχή της ευωχίας. Η απόφασή του περιόρισε την άνοδο του κόστους που πλήρωναν οι Ούγγροι, προκάλεσε όμως ζημιά στους τραπεζίτες. Εξέλιξη που στη συνέχεια πυροδότησε σειρά αμφισβητήσεων και επιθέσεων κατά του Ούγγρου πρωθυπουργού οι οποίες κορυφώθηκαν με την είσοδο του νέου έτους. Αφορμή γι’ αυτές ήταν νέες νομοθετικές παρεμβάσεις του που αφορούσαν: Πρώτο, την μετάθεση για μετά το 2016 της εφαρμογής συνταγματικού νόμου, τον οποίο είχε ψηφίσει μάλιστα η δική του κυβέρνηση πέρυσι, και πρόβλεπε σταθερές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες μέχρι το χρέος να φτάσει το 50% του ΑΕΠ. Να σημειωθεί πως το δημόσιο χρέος της Ουγγαρίας βρίσκεται κάτω από το 80% του ΑΕΠ, είναι δηλαδή χαμηλότερο από το δημόσιο χρέος της Γερμανίας, που ζητά απ’ όλες τις χώρες της ΕΕ να ενσωματώσουν στο σύνταγμά τους το λεγόμενο «φρένο χρέους». Δηλαδή, άρθρο που να απαγορεύει την δημιουργία ελλειμμάτων και το ενδεχόμενο το δημόσιο χρέος να υπερβεί ένα αυστηρό όριο. Μπορούμε να φανταστούμε επομένως την οργή του Βερολίνου όταν μια από τις πρώτες χώρες που επέβαλαν αυτό το μέτρο, το ανακάλεσε στην πορεία, αντιλαμβανόμενη προφανώς τον αντιπαραγωγικό και αντικοινωνικό του χαρακτήρα. Ποια είναι όμως η κυβέρνηση της Ουγγαρίας που αποφασίζει μόνη της, πιθανά να σκέφτηκε η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ… Το δεύτερο μέτρο που ανακοίνωσε η Βουδαπέστη πριν λίγες εβδομάδες, προκαλώντας δυσφορία στην ΕΕ αφορούσε την εθνικοποίηση του ενεργητικού ύψους 13 δισ. ευρώ των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων. Επρόκειτο για μια απόφαση που επιβλήθηκε από την ανάγκη εύρεσης δημόσιων πόρων ώστε η Ουγγαρία να μην αναγκαστεί να προσφύγει στη βοήθεια του ΔΝΤ και της ΕΕ, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις που θα αποδειχθούν εξευτελιστικές για την εθνική της κυριαρχία και εξοντωτικές για την κοινωνική της συνοχή η οποία ήδη δοκιμάζεται λόγω του κύματος κατασχέσεων σπιτιών από τις τράπεζες. Ακόμη κι έτσι όμως σε μια εποχή που οι ιδιωτικοποιήσεις σαρώνουν όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ, τέτοιες παραφωνίες  και μάλιστα σε τομείς όπως η κοινωνική ασφάλιση δεν γίνονται ανεκτές. Το τρίτο πρόσφατο μέτρο το οποίο σήμανε μια σημαντική διαφοροποίηση της Ουγγαρίας από τον γενικό κανόνα που θέλει τους φόρους που πληρώνουν οι επιχειρήσεις (και όχι οι ιδιώτες) να μειώνονται, με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τα δημόσια έσοδα και την δημοσιονομική ισορροπία, αφορούσε την επιβολή ενός νέου φόρου στην βιομηχανία!

Το μεγάλο τίμημα

Οι πρώτοι που ανέλαβαν να τιμωρήσουν την Ουγγαρία ήταν οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η ορατή αιχμή του δόρατος των αγορών. Η Moody’s συγκεκριμένα το Νοέμβριο υποβάθμισε την Ουγγαρία επικαλούμενη το υψηλό της χρέος και την ανυπαρξία προοπτικών οικονομικής μεγέθυνσης. Ένα μήνα μετά (κι αφού μεσολάβησε η δηλωμένη πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη, μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού) άλλος οίκος αξιολόγησης, η Standard & Poor’s προχωράει σε νέα υποβάθμιση με την επίκληση του εξής αιτιολογικού: ότι «το πλαίσιο άσκησης πολιτικής γίνεται λιγότερο προβλέψιμο πλήττοντας τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές μεγέθυνσης»! Όταν, με άλλα λόγια, η οικονομία καταρρέει τότε τιμωρείται επειδή καταρρέει. Κι όταν η κυβέρνηση παίρνει συγκεκριμένα μέτρα για να αποφύγει την κατάρρευση, αξιοποιώντας μέσα που ανέκαθεν υπήρχαν στην εργαλειοθήκη των κυρίαρχων κρατών, τότε τιμωρείται ξανά επειδή παραβιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού κι οι οποίοι μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, μετά βεβαιότητας όμως, μεσοπρόθεσμα, θα έχουν αρνητικές συνέπειες. Ισχυρισμός ο οποίος φυσικά δεν συνοδεύεται από καμιά απόδειξη, υπογραμμίζοντας ότι οι αξιολογήσεις των τριών αυτών οίκων είναι ένα πολιτικό όπλο που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν, τιμωρώντας τις απείθαρχες κυβερνήσεις. Ειρήσθω εν παρόδω, η συμπληρωματική σχέση που υπάρχει μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και οίκων αξιολόγησης φάνηκε πεντακάθαρα στις 15 Νοεμβρίου όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ειδική συνεδρίασή της καταψήφισε μέτρα που θα έθεταν ένα όριο στην δράση των τριών αυτών επιχειρήσεων, τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ο διασυρμός της Ουγγαρίας συνεχίσθηκε με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου (με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα των New York Times για παράδειγμα στις 17 Ιανουαρίου) που εμφανίζεται σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Την ίδια ώρα ούτε λέξη για την μαζική αποτυχία των συνταγών λιτότητας που συνόδευσαν τα πακέτα βοήθειας στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Με την πλάτη στον τοίχο

Ακριβώς μια μέρα μετά, την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου (τυχαία;) ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας πέρασε μια από τις δυσκολότερες μέρες του πολιτικού του βίου αναγκαζόμενος να υποστηρίξει τις πολιτικές του αποφάσεις ενώπιον του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Κι εκεί συνέβη πραγματικά το αδιανόητο: Ευρωβουλευτές και υπεύθυνοι πολιτικών ομάδων που δεν άρθρωσαν ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας για την απόφαση των «Μερκοζύ» να πάψουν εκλεγμένους πρωθυπουργούς, όπως τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, έστησαν τον Ούγγρο πρωθυπουργό στα έξι μέτρα! Ο ηγέτης των Πράσινων, Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, για παράδειγμα τον παρομοίασε με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Ούγκο Τσάβες, κατηγορώντας τον για ολοκληρωτισμό. Ενώ, ο Γκι Φέρχοβσταντ, πρώην πρωθυπουργός του Βελγίου και επικεφαλής της ομάδας των Φιλελεύθερων ζήτησε να ψηφιστεί από το Ευρωκοινοβούλιο η αναστολή του δικαιώματος ψήφου της Ουγγαρίας στο συμβούλιο των υπουργών. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός αναγκάστηκε εν μέσω σφοδρών και διασταυρούμενων πυρών να υποσχεθεί πως η κυβέρνησή του θα επανεξετάσει τους τελευταίους νόμους, δηλώνοντας ωστόσο ανυποχώρητος στην προεκλογική του εξαγγελία ότι τα μέλη της διοίκησης της κεντρικής τράπεζας πριν απ’ οπουδήποτε αλλού θα ορκίζονται πίστη στα συμφέροντα της χώρας τους! Η υποχώρηση που αναγκάστηκε να κάνει πολύ πιθανά εξηγείται λόγω του ωμού εκβιασμού τον οποίο άσκησαν ΕΕ και ΔΝΤ δηλώνοντας στη Βουδαπέστη πως για να λάβει δάνειο ύψους 15-20 δις. ευρώ που έχει ζητήσει προϋπόθεση είναι η ακύρωση των επίμαχων νόμων.

Αξίζει τέλος, να παραθέσουμε μια αποστροφή της ομιλίας του που αναφέρεται στην Ελλάδα, αποκαλύπτοντας τον οίκτο και την αποστροφή που προκαλεί στο εξωτερικό το καθεστώς οικονομικής κατοχής που έχει επιβάλλει το Βερολίνο στη χώρα μας. Αφού λοιπόν μίλησε για τις χριστιανικές αξίες που συμμερίζεται, απαντώντας με αυτό τον τρόπο στις επιθέσεις που δέχθηκε, κι αφού είπε πως θα συζητήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επαναδιατύπωση ορισμένων συνταγματικών άρθρων έβαλε ένα όριο στις υποχωρήσεις του, λέγοντας: «Δεν θέλω όμως να δώσω την εικόνα ότι θα καταλήξω σαν την Ελλάδα, στην οποία οι Γερμανοί λένε πως δεν θα δώσουμε δάνεια εκτός κι αν οι Έλληνες κάνουν ότι ζητήσουμε». Τα σχόλια είναι περιττά για το σημείο στο οποίο έχουμε οδηγηθεί με ευθύνη φυσικά του Λ. Παπαδήμου, των πιστωτών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποδεικνύεται σε πολιορκητικό κριό απέναντι στα κυριαρχικά δικαιώματα ανεξάρτητων κρατών και την βούληση δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων. Υπ’ αυτή την έννοια οι απειλές που δέχεται η Ελλάδα δεν διαφέρουν και τόσο πολύ απ’ αυτές που δέχεται η Ουγγαρία. Διαφέρει η αντίδραση σε αυτές τις απειλές…

Θρύψαλα έγινε στην Ουγγαρία ο «χρυσός κανόνας» των τραπεζών (Επίκαιρα, 6.10.11)

Άστραψε και βρόντηξε η τραπεζική μαφία από τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο μέχρι τη Φρανκφούρτη, επ’ αφορμή την απόφαση του Ούγγρου πρωθυπουργού, Βίκτορ Όρμπαν, να τοποθετήσει ένα δίχτυ ασφαλείας για το 1 εκ. συμπατριωτών του που είχαν πάρει τραπεζικά δάνεια με όρους ξένου νομίσματος και ιδιαίτερα ελβετικού φράγκου.

Η ιστορία ξεκινάει το 2005-2006, τη διετία που η πατρίδα των σπουδαίων μουσικοσυνθετών Φρανς Λιστ και Μπέλα Μπάρτοκ ζούσε την δική της περίοδο ευωχίας. Το κόλπο που βρήκαν οι τραπεζίτες για να ξεπεράσουν το υψηλό κόστος που δημιουργούσε στον δανεισμό η ανατίμηση του εθνικού νομίσματος, του φιορινιού, και να γίνουν ελκτικά τα προϊόντα που χορηγούσαν, ήταν η σύνδεση των δανείων με ξένα νομίσματα και ειδικά με το ελβετικό φράγκο, που εκείνη την περίοδο είχε πολύ χαμηλά επιτόκια, για την ακρίβεια γύρω στο 4% όταν τα επιτόκια του φιορινιού ήταν τουλάχιστον διπλάσια, πάνω από 8%. Έτσι, σύμφωνα με τις ουγγρικές αρχές εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος ένα ποσοστό της τάξης του 80-85% των δανείων έχουν υπογραφεί με όρους ελβετικού φράγκου. Η απότομη άνοδος όμως της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού νομίσματος έναντι του φιορινιού (όπως συνέβη κι έναντι
του ευρώ) το τελευταίο διάστημα οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες στα όρια της αδυναμίας πληρωμών. Για να ελαφρύνει λοιπόν αυτό το βάρος, ο Ούγγρος πρωθυπουργός κήρυξε την έναρξη των φθινοπωρινών εργασιών της Βουλής ανακοινώνοντας ότι η αποπληρωμή των δανείων θα γίνει με μια ισοτιμία πολύ χαμηλότερη αυτής που διαμορφώνεται στην ελεύθερη, όπως λέγεται, αγορά συναλλάγματος, προς όφελος των δανειοληπτών. Ειδικότερα, η ισοτιμία αποπληρωμής που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση είναι τα 180 φιορίνια έναντι 1 φράγκου, τη στιγμή που η ισοτιμία στην αγορά είναι 230 φιορίνια έναντι 1 ελβετικού φράγκου.
«Μέχρι τα 180 φιορίνια ανά 1 φράγκο επωμίζεται ο οφειλέτης την ευθύνη, από κει και πάνω η τράπεζα», ήταν τα λόγια του Βίκτορ Όρμπαν. Επίσης, για να αποτραπούν οι γνωστές απάτες των τραπεζών σε βάρος των δανειοληπτών με τις επιβαρύνσεις της «πίσω πόρτας» στον ίδιο του λόγο, ο επικεφαλής του κεντροδεξιού κόμματος Φιντέζ δήλωσε κατηγορηματικά πως «δεν θα επιτραπεί στις τράπεζες να επιβάλλουν καμία
επιπλέον επιβάρυνση».

Οργή στους τραπεζίτες

Η ανακοίνωση του Όρμπαν, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε οργή στις τράπεζες που κατά κύριο λόγο είναι αυστριακές (στο πλαίσιο μιας μερικής, χρηματοπιστωτικής για την ακρίβεια, ανασύστασης της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας) και ιταλικές καθώς σε αυτές μεταφέρθηκε το επιπλέον κόστος εξυπηρέτησης των δανείων και ιδίως στις μητρικές τους. «Ο νόμος εξόργισε το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό κατεστημένο. Αντιπροσωπεύει ένα σοβαρό ρήγμα στις μεθόδους που ακολουθήθηκαν στον περισσότερο κόσμο απ’ όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση πριν τρία χρόνια… Οι πελάτες κατά μεγάλο μέρος υποχρεώθηκαν να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεων τους, ανεξαρτήτως από το κατά πόσο υπήρχαν στοιχεία που θεμελίωναν παραπλάνηση από την μεριά των τραπεζών», έγραφε χαρακτηριστικά την προηγούμενη Παρασκευή στους New York Times προβεβλημένος αρθρογράφος, υποστηρίζοντας λίγο – πολύ ότι αφότου σε όλο τον κόσμο οι κυβερνήσεις έστειλαν τον λογαριασμό στους πολίτες αυτό έπρεπε να γίνει και στην Ουγγαρία. Ο Όρμπαν
επομένως εγκαλείται επειδή δεν σεβάστηκε τον «χρυσό κανόνα» των τραπεζιτών βάσει του οποίου σε περιόδους ανάκαμψης κερδίζουν οι τράπεζες και σε περιόδους κρίσης πληρώνουν οι πελάτες τους! Την πλήρη εφαρμογή του νόμου είδαμε στην Ιρλανδία όπου το ιδιωτικό χρέος των αποτυχημένων και αναξιόχρεων τραπεζών μεταφέρθηκε πλήρως στο δημόσιο με αποτέλεσμα αυτό να εκτοξευθεί από το 25% στο 125% προκαλώντας στη συνέχεια απανωτά και αιματηρά μέτρα λιτότητας. Η παραβίαση αυτής της σκανδαλωδώς ανισοβαρούς συμφωνίας είναι που έκανε το τραπεζικό λόμπι να τσιρίζει σαν υστερικό ένθεν κι ένθεν του Ατλαντικού. Ως «σοβαρή παραβίαση των υπαρχόντων νόμων» έκρινε για παράδειγμα το νόμο πρώην στέλεχος της αυστριακής κεντρικής τράπεζας, ενώ οι «οικονομικοί δολοφόνοι» των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (που είχαν βαθμολογήσει με …άριστα τα τοξικά προϊόντα που οδήγησαν στην κατάρρευση της στεγαστικής αγοράς το 2008), η Fitch και η Moody’s χαρακτήρισαν το νόμο αντίστοιχα ως «επικίνδυνο προηγούμενο» και «ανησυχητικό προηγούμενο». Ξέχασαν φυσικά να απαντήσουν στο ερώτημα «για ποιούς;» συνιστά κίνδυνο και ανησυχία… Γιατί τότε θα έπρεπε να απαντήσουν «για τις τράπεζες» τα συμφέροντα των οποίων υπηρετούν!

Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας όμως έχει άλλη άποψη. «Ο Ζόλταν Κόβατς, υπουργός Επικοινωνιών του Φιντέζ, υποστηρίζει πως οι τράπεζες θα έπρεπε να είχαν προειδοποιήσει τους δανειολήπτες για τους κινδύνους που διέτρεχαν όταν υπέγραφαν τα στεγαστικά δάνεια. Τους κατηγορεί δε πως λειτουργούν με τους νόμους της άγριας Δύσης», αναφέρει στο δικό του ρεπορτάζ ο βρετανικός Economist στο τρέχον τεύχος του.

Απειθαρχία στο ΔΝΤ

Να αναφερθεί πως δεν είναι η πρώτη φορά που ο ούγρος πρωθυπουργός, Βίκτορ Όρμπαν, αρνείται να εφαρμόσει κατά γράμμα τις οδηγίες του ΔΝΤ. Αμέσως μετά την εκλογή του το 2010, δε δίστασε να επιβάλει έναν επιπλέον φόρο στις τράπεζες, προκαλώντας όπως και τώρα την οργή της Δύσης. Στη συνέχεια αρνήθηκε να υπακούσει στις οδηγίες του «λόμπι των τραπεζών», του ΔΝΤ, και να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα κι αντί γι’ αυτό επέλεξε να ρίξει στην οικονομία ρευστό για να κινηθεί εκ νέου και – το χειρότερο όλων! – σταμάτησε να αντιμετωπίζει σαν ιερή αγελάδα τον κεντρικό τραπεζίτη, του επέρριψε τη ευθύνη για τα χάλια της οικονομίας και του έκοψε τον μισθό κατά 75%!

Ακόμη κι αυτή η «συντεταγμένη» απειθαρχία της Ουγγαρίας (που χωρίς να έχει καθαρό φιλολαϊκό περιεχόμενο όπως θα συνέβαινε αν χορηγούσε αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις για παράδειγμα, αλλά επιβάλλεται από τον φόβο της ανόδου της άκρας Δεξιάς) έχει τεράστια σημασία για την Ελλάδα, όπου πολιτικοί και τραπεζίτες λειτουργούν σαν υπάλληλοι των τραπεζών. Το δόγμα που έχει υιοθετήσει η πολιτική ελίτ της χώρας είναι το εξής: «ότι είναι καλό για τις τράπεζες είναι και για την Ελλάδα». Το μόνο που καταφέρνουν έτσι, πέρα από τα δραματικά αποτελέσματα για το επίπεδο διαβίωσης της κοινωνικής πλειοψηφίας που οδηγείται στα Τάρταρα, είναι να προκαλούν γέλιο! Αστεία για παράδειγμα είναι η εικόνα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού Οικονομικών, Βαγγέλη Βενιζέλου, όπως και του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, με αφορμή άρθρο του στην Καθημερινή της Κυριακής, όταν υπερασπίζουν την συμφωνία της 21ης Ιουλίου και το σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της κατά 20-21%,
ευχόμενοι μάλιστα να εφαρμοστεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένα!

Για την Ελλάδα αποφασίζει ο Άκερμαν!

«Το ότι αυτή η συμφωνία είναι καλή για τις τράπεζες δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη. Η Ελλάδα είχε μικρή συμβολή στη διαμόρφωση των όρων της ανταλλαγής, που κατά μεγάλο μέρος ορίστηκαν από αντιπροσώπους του Ινστιτούτου Διεθνούς Χρηματοπιστωτικής (Institute of International Finance), διαπραγματευτική ομάδα των διεθνών τραπεζιτών, πρόεδρος του οποίου είναι ο Γιόσεφ Άκερμαν, εκτελεστικός διευθυντής της Deutsche Bank που ετοιμάζεται να αποχωρήσει», έγραφαν οι New York Times σε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ τους, την προηγούμενη Τετάρτη 28 Σεπτέμβρη, στο πλαίσιο του οποίου ο Ότμαρ Ίσινγκ, γερμανός οικονομολόγος που υπηρέτησε στη διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δηλώνει απερίφραστα πως η συμφωνία της 21ης «δεν θα βοηθήσει καθόλου την Ελλάδα». Ο γερμανός τραπεζίτης δεν ρώτησε προφανώς τον Β. Βενιζέλο, ούτε τον πολιτικό του μέντορα Κ. Σημίτη για να του ανοίξουν τα μάτια και να μην εκτίθεται με τέτοιες …άστοχες δηλώσεις, που αποκαλύπτουν ωστόσο την αβάσταχτη και επικίνδυνη ελαφρότητα του εγχώριου πολιτικού προσωπικού…

Χρονιά της κρίσης το 2011 για την ΕΕ (Επίκαιρα, 30/12/10-4/1/11)

Ένα μόνο είναι σίγουρο: Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση που ξέραμε όλα αυτά τα χρόνια το 2011 θα μας αποχαιρετήσει. Τα επετειακά αφιερώματα που θα δουν το φως της δημοσιότητας σε ένα χρόνο από τώρα θα κάνουν λόγο για μια ΕΕ και μια ευρωζώνη ολότελα διαφορετική από τη σημερινή. Ο λόγος είναι ότι τον επόμενο χρόνο πρόκειται να πάρουν σχήμα και μορφή όλες αυτές οι αρνητικές μεταβολές για τις οποίες η Γερμανία μας προϊδέασε την προηγούμενη χρονιά και, το χειρότερο, κατέστησε σαφές ότι θα επιβάλει, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους. Με άλλα λόγια η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων της ακόμη και τη γνώμη των υπόλοιπων κρατών – μελών, ακόμη και των πιο στενών συμμάχων της όπως η Γαλλία, η οποία διαβάζοντας έγκαιρα το μήνυμα της αναβίωσης της γερμανικής επιθετικότητας έσπευσε να υποταχθεί προκειμένου να μην περιθωριοποιηθεί.

Η γερμανική επιθετικότητα παρόλα αυτά δεν προχωράει χωρίς αντιδράσεις, παρότι σε κάθε περίπτωση παραμένουν κατώτερες των περιστάσεων και ασυντόνιστες μεταξύ τους, αποτέλεσμα ενστικτωδών αντιδράσεων. Δύο γεγονότα ξεχωρίζουν που αμφισβητούν το μονόδρομο της νέας, «γερμανικής ΕΕ» και της εξοντωτικής λιτότητας.

Η πρώτη μορφή αντίδρασης σημειώθηκε στην Ουγγαρία, όπου τον περασμένο Απρίλη κέρδισε τις εκλογές το δεξιό κόμμα Φιντέζ, με μια ασυνήθιστη πλειοψηφία, που έφθανε τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος. Η ομόθυμη σχεδόν στήριξη των Ούγγρων ψηφοφόρων στον Βίκτορ Όρμπαν ήταν αποτέλεσμα των αντι-νεοφιλελεύθερων προεκλογικών εξαγγελιών του και της υπόσχεσής του να απελευθερώσει την Ουγγαρία από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του ΔΝΤ. Τα ‘πε και τα ‘κανε! Ο Ούγγρος πρωθυπουργός, Βίκτορ Όρμπαν τίμησε τις δεσμεύσεις του, αντίθετα με ότι συμβαίνει σε όλη την Δυτική Ευρώπη, όπου η πολιτική έχει εξελιχθεί σε μια ιστορία διάψευσης (των προεκλογικών υποσχέσεων) και προδοσίας (του εκλογικού σώματος). Προ επίρρωση η προεκλογική δήλωση του Γ. Παπανδρέου «λεφτά υπάρχουν» από την μια και το μετεκλογικό κατοχικό καθεστώς από την άλλη, οι προεκλογικές δεσμεύσεις των Φιλελεύθερων στην Αγγλία ότι δεν θα αυξηθούν τα πανεπιστημιακά δίδακτρα από την μια και η συμφωνία τους να τριπλασιαστούν από την άλλη που οδήγησε σε πρωτοφανή επεισόδια στους δρόμους του Λονδίνου, η επιμονή του ισπανού πρωθυπουργού Θαπατέρο να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 χρόνια, παρά τη καθολική αντίδραση που συνάντησε η πρότασή του, κ.λπ., κ.λπ.

Ο Ούγγρος πρωθυπουργός αντίθετα, σεβάστηκε τις εξαγγελίες του και αρχικά σνόμπαρε τα χρήματα του ΔΝΤ δηλώνοντας ότι η χώρα του μπορούσε από μόνη της να εξασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους. Απύθμενο θράσος!

Η αναίδειά του συνεχίστηκε με την απόφασή του να επιβάλλει φόρο στις τράπεζες ύψους 0,5% αντί να μειώσει περαιτέρω τις δημόσιες δαπάνες, όπως έκαναν οι σοσιαλιστές προκάτοχοί του και όπως γίνεται σε όλη την Ευρώπη. Μια απόφαση που, αν και πέρασε από την ουγγρική Βουλή τον Ιούλη με 301 ψήφους υπέρ έναντι 12 κατά – δε στερούταν δηλαδή νομιμοποίησης, συνάντησε την καθολική αντίδραση των κατοχικών δυνάμεων ΔΝΤ – ΕΕ που, λειτουργώντας ως συλλογικό όργανο των τραπεζών οι οποίες θα επιβαρυνθούν με 844 εκ. δολ. με αυτό το νόμο, καταδίκασαν την πρωτοβουλία. Λίγο είναι να εγκαταλείπεται η πεπατημένη των περικοπών στους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές και να φορολογούνται οι τράπεζες; Έγκλημα καθοσιώσεως!

Οι διαφοροποιήσεις του Βίκτορ Όρμπαν έφτασαν σε ανώτερα επίπεδα τις προηγούμενες εβδομάδες όταν πρόσβαλε εκ νέου τα ιερά και τα όσια της νέας οικονομικής τάξης αμφισβητώντας την διαβόητη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και… άκουσον – άκουσον ο πρωθυπουργός της χώρας ήθελε να έχει λόγο για τη νομισματική πολιτική! Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Η πολιτική ηγεσία της χώρας χάραξε μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι και η νομισματική πολιτική – κάτι που ξεχνιέται εσχάτως, με μοναδικό στόχο να αρχίσει ξανά η οικονομική μεγέθυνση της χώρας και να δραπετεύσει από το φαύλο κύκλο ύφεσης και λιτότητας που την είχε οδηγήσει η υποθήκευση στο ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο πρόκρινε την μείωση της φορολογίας προσωπικού εισοδήματος και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων, την αύξηση της φορολογίας (πέρα από τις τράπεζες) στις επιχειρήσεις ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και ιδιωτικής ασφάλισης, την αύξηση ορισμένων παροχών κοινωνικής πρόνοιας και την μείωση των επιτοκίων για να αρχίσει το χρήμα να κυκλοφορεί ώστε να χρηματοδοτηθούν νέες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας όμως είχε άλλη γνώμη και όχι μόνο αρνήθηκε να μειώσει τα επιτόκια, αλλά τα αύξησε κιόλας, δίνοντας έτσι το σήμα για μια περιοριστική οικονομική πολιτική σε ευθεία αντιπαράθεση με την πολιτική της κυβέρνησης. Η σύγκρουση της εκλεγμένης κυβέρνησης με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας (ασήμαντος και εξ ορισμού πολιτικό μηδενικό όχι μόνο στην Ουγγαρία αλλά σε όλες τις χώρες του κόσμου) κορυφώθηκε όταν η πολιτική ηγεσία του ζήτησε να παραιτηθεί κι αυτός αρνήθηκε αναγκάζοντας την κυβέρνηση να καταφύγει σε έναν λαβύρινθο χειρισμών για να τον αναγκάσει να τα μαζέψει και να φύγει.

Τα γεγονότα στη γενέτειρα του Σόρος που υπό την κυβέρνηση των σοσιαλιστών ήταν οι καλύτεροι πελάτες του ΔΝΤ και παράδειγμα για τον Γιώργο Παπανδρέου (ποιος ξεχνάει την επίσκεψή του τον Απρίλη στη Βουδαπέστη και την συνάντησή του με τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό – εντολοδόχο του ΔΝΤ, όταν διαταγή της ημέρας ήταν το «μην δαιμονοποιείτε το ΔΝΤ») είναι πέρα για πέρα διδακτικά γιατί δείχνουν ότι η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας στην πράξη σημαίνει αυτονόμησή της από την πολιτική και πλήρης υπαγωγή της σε σκοτεινούς εξωθεσμικούς μηχανισμούς του εξωτερικού, που έχουν ένα και μοναδικό σκοπό: να επιβάλλουν λιτότητα σε βάρος των εργαζομένων, αδιαφορώντας για το επίπεδο ζωής, την απασχόληση, την ανάπτυξη ακόμη και το διεθνές κύρος μιας χώρας. Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στους διεθνείς επενδυτές που χώρια των άλλων ποτέ δεν φθάνουν κιόλας. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας έτσι κατάργησε το άβατο και αποκατέστησε τον πολιτικό, δημοκρατικό έλεγχο επί των αποφάσεών της κεντρικής τράπεζας και συμπεριέλαβε εκ νέου τη νομισματική πολιτική στην εργαλειοθήκη της οικονομικής πολιτικής εκεί που ανήκε από αιώνες πριν την νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, που στην Ευρώπη επιβλήθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τότε χαρακτηρίστηκε ως ακρογωνιαίος λίθος της νομισματικής ενοποίησης η «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών και έξω από κάθε κεντρική τράπεζα κρεμάστηκε η ταμπελίτσα «απαγορεύεται η είσοδος στους πολιτικούς».

Οι κινήσεις ανεξαρτητοποίησης της Ουγγαρίας, που κορυφώθηκαν με την ανάρτηση σε κάθε δημόσιο κτίριο μιας διακήρυξης όπου αναφέρεται ότι μόλις τώρα η χώρα απέκτησε τον αυτοπροσδιορισμό της, προκάλεσαν εκνευρισμό στις Βρυξέλλες. Η δυσφορία της ΕΕ εξηγείται όχι μόνο γιατί η Ουγγαρία δημιουργεί ένα αντι-παράδειγμα, βεβαιώνοντας ότι η πολιτική των περικοπών και της εξοντωτικής λιτότητας δεν είναι μονόδρομος, αλλά μαζί με αυτό και για έναν επιπλέον λόγο: Επειδή η Βουδαπέστη αναλαμβάνει από το Σάββατο 1/1ου την κυκλική προεδρία της ΕΕ. Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν θεσμό εντελώς απογυμνωμένο από ουσιαστικές αρμοδιότητες δημιουργεί αρχικά έναν εφησυχασμό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ποιος όμως μπορεί να είναι σίγουρος, με τα σημερινά δεδομένα, για την διάθεση του Όρμπαν να συμμορφωθεί στην πολιτική των Βρυξελλών και να την υπηρετήσει;

Ένα δεύτερο παράδειγμα που υπογραμμίζει τις φυγόκεντρες τάσεις που αναπτύσσονται στην ΕΕ ήρθε από την αρθρογραφία ενός ιστορικού σοσιαλδημοκράτη ηγέτη, ο οποίος προτίμησε τον αιχμηρό λόγο από τις «photo opportunities» στις οποίες επιδίδονται οι πρώην αναζητώντας ρόλους: του Μάριο Σοάρες, πρωθυπουργού και προέδρου της Πορτογαλίας επί πολλά χρόνια. Σε άρθρό του που δημοσιεύτηκε στην ισπανική εφημερίδα El Pais στις 15 Δεκέμβρη τόνιζε: «Η ενότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ότι είναι σε τροχιά εξαφάνισης, το ίδιο και η ταυτότητα του ευρωπαϊκού σχεδίου, που στηριζόταν στην ειρήνη, την δημοκρατία και την ευημερία με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό και περιβαλλοντικό συμβόλαιο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής εμφανίζεται εντελώς οικονομίστικη, με την έννοια ότι υπηρετεί τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των αγορών και μας επιβάλει βάρβαρες προσαρμογές στο κοινωνικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό ακόμη και στο εκπαιδευτικό επίπεδο. Για ποιο λόγο; Με μοναδικό στόχο την μείωση του ελλείμματος και του εξωτερικού χρέους (για το οποίο κατά ένα μέρος είναι υπεύθυνοι οι κερδοσκόποι) μας σέρνουν σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη ύφεση. Επιπλέον μας βυθίζουν στην πολιτική παράλυση. Η Ισπανία και η Πορτογαλία περιλαμβάνονται στα θύματα αυτής της απαρχαιωμένης στρατηγικής που σχεδιάστηκε από την κυρία Μέρκελ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ήταν αυτοί που επέβαλαν τα πολύ σκληρά μέτρα στους λαούς μας. Δεν μπορέσαμε να τα αποφύγουμε, ως προς το παρόν, για να μην υποστούμε οικονομική ασφυξία. Αλλά δεν πρέπει, ούτε μπορούμε να μείνουμε σιωπηροί. Είναι η ώρα να ηχήσει η δική μας φωνή, να πούμε φτάνει πια»!

Τα παραπάνω λόγια, από έναν πολιτικό που ανήκει σε μια γενιά η οποία δεν προσκύναγε τους τραπεζίτες ούτε υποκλινόταν στην «ανεξαρτησία» των αμερικανοσπουδαγμένων τεχνοκρατών, απηχούν την απογοήτευση που προκαλεί πλέον η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όσους την είχαν ταυτίσει με την ειρήνη και τη  δημοκρατία. Αυτή η πορεία όξυνσης των εσωτερικών ανταγωνισμών το 2011 θα ενταθεί, με πρωτοβουλία του Βερολίνου. Η πρόθεση της Γερμανίας να επιβάλει στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου το σχέδιο ελεγχόμενης χρεοκοπίας, τροποποιώντας τη Συνθήκη της Λισσαβόνας χωρίς ωστόσο να τεθούν οι αλλαγές στην κρίση των ευρωπαίων ψηφοφόρων, θα δώσει νέα ώθηση στις διαθέσεις των κερδοσκόπων, ενώ ταυτόχρονα θα βαθύνει την ύφεση και τη φτώχεια για τους λαούς της Ευρώπης.

Εκτός αν το 2011 γίνει η χρονιά που οι λαοί θα σαρώσουν αυτά τα εφιαλτικά σενάρια ανατρέποντας τις πολιτικές λιτότητας και περικοπών των κοινωνικών δαπανών που γυρίζουν το ρολόι του χρόνου όχι ένα χρόνο μετά, αλλά έναν αιώνα πίσω…

Αρέσει σε %d bloggers: