Ουκρανία: Το τέλος της πορτοκαλί επανάστασης (Επίκαιρα, 21-27/1/2010)

Μια σύντομη παρένθεση που έκλεισε οριστικά κι επισήμως την προηγούμενη Κυριακή αποδείχθηκε η «πορτοκαλί επανάσταση» που ξέσπασε προ πενταετίας στην Ουκρανία με επίδικο αντικείμενο την απομάκρυνση της χώρας από την σφαίρα επιρροής της Μόσχας και την αγκίστρωσή της στις ΗΠΑ. Το εκλογικό αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών που διενεργήθηκε την Κυριακή σηματοδοτούσε μια πλήρη αντιστροφή των αποτελεσμάτων του 2005.

Πρώτος και με διαφορά εκλέχτηκε ο Βίκτορ Γιανούκοβιτς, ο οποίος στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί ως άνθρωπος  της Μόσχας. Η ανατροπή του δε το 2005, μετά από καταγγελίες για καλπονοθεία που έδωσαν την εύσχημο αφορμή για την «πορτοκαλί επανάσταση», οδήγησε την Ουκρανία στην αγκαλιά της Ουάσινγκτον. Η επιστροφή του ωστόσο τώρα ήταν θριαμβευτική κι η νίκη του στον δεύτερο, επαναληπτικό γύρο των προεδρικών εκλογών που θα διεξαχθεί στις 7 Φεβρουαρίου θεωρείται πολύ πιθανή. Μεγάλος χαμένος των εκλογών αποδείχθηκε ο μέχρι τώρα πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιουστσένκο που, από αδιαμφισβήτητος ηγέτης της «πορτοκαλί επανάστασης» και ήρωας της δημοκρατίας, συγκέντρωσε γύρω στο 6% των ψήφων – ένα ποσοστό που σηματοδοτεί την πολιτική του συνταξιοδότηση. Καθοριστικό ρόλο στην εκλογική του ταπείνωση διαδραμάτισε ο λυσσαλέος ανταγωνισμός που ανέπτυξε όλη την προηγούμενη πενταετία με την Γιούλια Τιμοσένκο, που κέρδισε τη δεύτερη θέση στον πρώτο γύρο, με την οποία μοιράστηκε τις δάφνες της αντιρωσικής επανάστασης, μέχρι που η γοητευτικότατη Γιούλια εγκατέλειψε τον Γιουστσένκο μόνο του στον φιλοαμερικανικό του οίστρο για να επενδύσει το πολιτικό της μέλλον σε μια επαναπροσέγγιση με την Μόσχα και την υιοθέτηση περισσότερο ρεαλιστικών θέσεων.

Η επαναφορά του Κιέβου στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας έχει τεράστια σημασία στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της Ρωσίας με τις ΗΠΑ, για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τη στρατηγική θέση που κατέχει η Ουκρανία στις οδούς διέλευσης των ρωσικών αγωγών φυσικού αερίου που τροφοδοτούν τη Δυτική Ευρώπη, καθώς το 80% του ρωσικού αερίου διέρχεται από τα εδάφη της. Έτσι, όλο το προηγούμενο διάστημα η Ουκρανία, κατόπιν αμερικανικών εντολών φυσικά κι όχι αυτοβούλως, κατάφερε να εκθέσει αλλεπάλληλες φορές την Μόσχα, εμφανίζοντάς την ως αναξιόπιστο προμηθευτή ενέργειας της ΕΕ (η οποία προμηθεύεται το 25% των αναγκών της από τη Ρωσία) όταν με το έτσι θέλω και κατά παράβαση διμερών και διεθνών συμφωνιών αρνούταν να πληρώσει ή έκλεβε αέριο, αναγκάζοντας τη Ρωσία να παγώσει την διέλευση. Και μαζί, εκατομμύρια ανθρώπους σε 18 χώρες της Ευρώπης που περίμεναν το ρωσικό αέριο για να ζεσταθούν. Η προσέγγιση ωστόσο Πούτιν – Τιμοσένκο είχε διαφανεί από πέρυσι όταν η τελευταία σύγκρουση Ρωσίας – Ουκρανίας, λύθηκε χάρη στην συμβιβαστική στάση της ουκρανής πρωθυπουργού.

Ο δεύτερος λόγος που καθιστά την Ουκρανία καθοριστικής σημασίας χώρα για τα συμφέροντα της Μόσχας σχετίζεται με τη χερσόνησο της Κριμαίας, όπου έχει την έδρα του ο ρωσικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας. Ο μέχρι τώρα πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιουστσένκο, επανειλημμένες φορές είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της συμφωνίας με τη Μόσχα βάση της οποίας ελλιμενίζονται τα ρωσικά πλοία στη Σεβαστούπολη (την «κόκκινη Ριβιέρα» όπως αποκαλούταν επί ΕΣΣΔ) κι η οποία λήγει τον Μάιο του 2017. Με την άποψή του όμως διαφωνούσε όχι μόνο η Ρωσία, που διακήρυττε δια στόματος του δημάρχου της Μόσχας Γιούρι Λουζκόβ ότι «αν χάσουμε τη Σεβαστούπολη, χάνουμε ολόκληρο τον Καύκασο» (Der Spiegel 10 Μαρτίου 2008) αλλά κι οι 50.000 ρώσοι που κατοικούν εκεί κι είναι εφοδιασμένοι με ρωσικά διαβατήρια, οι οποίοι δεν έχαναν ευκαιρία το προηγούμενο διάστημα να διαδηλώνουν εναντίον του σχεδίου ένταξης στο ΝΑΤΟ, ενώ με δημοψήφισμά τους είχαν ζητήσει ακόμη και την διπλωματική αναγνώριση από την Ουκρανία της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας. Ενδεχόμενο τουλάχιστον αδύνατο όλο το προηγούμενο διάστημα όταν ο πρόεδρος Γιουστσένκο δεν έχανε ευκαιρία να δηλώνει την υποστήριξή του στον πρόεδρο της Γεωργίας, Μιχαΐλ Σαακασβίλι, ενώ κατά την διάρκεια του πολέμου στη Ν. Οσετία έστειλε όπλα στην Γεωργία και μετέβη αυτοπροσώπως για να δηλώσει την υποστήριξή του στον τυχοδιώκτη πρόεδρο της Γεωργίας, ο οποίος αποτελεί κοινή ομολογία πλέον ότι ευθύνεται για τον πόλεμο του Αυγούστου του 2008.

Τώρα ωστόσο στην Ουκρανία οι όροι αλλάζουν. Ο νικητής του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών, Βίκτορ Γιανούκοβιτς, έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την διπλωματική αναγνώριση της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας, ενώ μαζί με την Γιούλια Τιμοσένκο, έχουν απορρίψει κατηγορητικά κάθε σκέψη ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ κι έχουν δηλώσει ότι στόχος τους είναι η αναθέρμανση των σχέσεων με τη Ρωσία.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της προηγούμενης Κυριακής δεν θα είχε επιτευχθεί ωστόσο αν η διακυβέρνηση της Ουκρανίας από τους εγχώριους αντιπροσώπους των έγχρωμων επαναστάσεων που πλάσαρε η Ουάσινγκτον από τη Σερβία (με την ενεργό εμπλοκή μάλιστα και του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών το 2000) μέχρι τον Λίβανο δεν ταυτιζόταν με την διάλυση και την αποσύνθεση της χώρας. Δεν πρόκειται για υπερβολή! Η εμμονή του προέδρου της Ουκρανίας να προκαλεί ακόμη κι άνευ λόγου και αιτίας την Μόσχα δίχασε ακόμη πιο βαθιά την χώρα που είναι ούτως ή άλλως διαιρεμένη σε ένα ανατολικό ρωσόφωνο και ρωσόφιλο τμήμα κι ένα δυτικό που μιλά Ουκρανικά και πολιτικά αλληθωρίζει προς τη Δύση. Στη συνέχεια η απώλεια της δεδηλωμένης από την κυβέρνηση οδήγησε τα κρισιμότερα υπουργεία –  Οικονομικών, Άμυνας και Εξωτερικών – να μην έχουν υπουργούς και την οικονομία στα τάρταρα, καθώς το 2009 το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 14% κι η χώρα κατέφυγε στο ΔΝΤ, όπου δανείστηκε με δρακόντειους όρους 16 δισ. δολ. Η παροχή ρευστού μάλιστα διακόπηκε προεκλογικά όταν υπό το βάρος των λαϊκών αντιδράσεων και για να εξασφαλίσει την επανεκλογή της η Τιμοσένκο προχώρησε σε αύξηση των συντάξεων και του βασικού μισθού. Μέτρα που θεωρήθηκαν απαράδεκτα από τον διεθνή οργανισμό.

Ευρύτερα, το ατιμωτικό κι όχι απλά άδοξο τέλος της (κάθε άλλο παρά αυθόρμητης) «πορτοκαλί επανάστασης» στην Ουκρανία σηματοδοτεί την σχετική υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος και τη βελτίωση της θέσης των ανταγωνιστικών πόλων ισχύος, τουλάχιστον σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…

Αφγανιστάν: Χειρότερα δεν γίνεται (Διπλωματία, 8ος/2009)

ΠΑΤΑΓΩΔΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 20ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΣ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

Στην υιοθέτηση και την εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής στο Αφγανιστάν προσανατολίζονται οι Αμερικάνοι ως αποτέλεσμα της διπλής ήττας που έχουν δεχτεί τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο από τους Ταλιμπάν, όσο και στο πολιτικό επίπεδο όταν έγινε σαφές πως οι πολλά υποσχόμενα εκλογές εξελίχθησαν σε όργιο νοθείας από τον Καρζαΐ.

Μεγαλύτερο φιάσκο δεν μπορούσε να υπάρξει στο πολιτικό επίπεδο από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στο Αφγανιστάν. Οι δυνάμεις κατοχής είχαν επενδύσει τα μέγιστα στην επιτυχή τους ολοκλήρωση έτσι ώστε να λειτουργήσουν νομιμοποιητικά για το καθεστώς και να δείξουν πως παρά τα όσα προβλήματα είναι σε εξέλιξη μια διαδικασία που αργά και βασανιστικά ενοποιεί την κατακερματισμένη χώρα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής διαδικασίας.

Στην πραγματικότητα τίποτε απ’ αυτά δεν συνέβη. Τα περιστατικά νοθείας που καταγράφηκαν ήταν τόσο πολλά ώστε σε οποιαδήποτε άλλη χώρα οι εκλογές θα έπρεπε να έχουν ακυρωθεί. Η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 40%, με βάση όλες τις πρώτες εκτιμήσεις. Κινήθηκε δηλαδή πολύ χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές του 2004 όταν η συμμετοχή είχε φθάσει το 70%, ενώ στις επαρχίες του Νότου (Κανταχάρ, Χελμούτ, Ουρουζγκάν, Ζαμπούλ) όπου κυριαρχούν οι Παστούν από τους οποίους προέρχονται τόσο ο πρόεδρος της χώρας, Χαμίντ Καρζαΐ, όσο κι οι Ταλιμπάν, η συμμετοχή μόλις και μετά βίας έφθασε το 5% έως 10%. Η ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Spiegel ανέφερε πως «πέρα από την χαμηλή συμμετοχή, πολυάριθμες αναφορές για εκλογικές απάτες δημιουργούσαν αμφιβολίες για τη νομιμότητα της ψήφου. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραφαν πως τοπικοί φύλαρχοι – ειδικότερα στις πιο επικίνδυνες περιοχές της χώρας – είχαν πάρει τις κάλπες σπίτι τους κι έπειτα τις έφεραν πίσω γεμάτες με ψηφοδέλτια του Καρζαΐ. Τουλάχιστον τέσσερα τέτοια περιστατικά περιγράφηκαν με κάθε λεπτομέρεια μόνο στο Spiegel Online». Αντίστοιχα  περιστατικά νοθείας περιγράφουν όλοι μα όλοι οι παρατηρητές που βρέθηκαν στη πολύπαθη χώρα. Όπως τα μετέφερε η Wall Street Journal στις 24 Αυγούστου, το Εθνικό Δημοκρατικό Ινστιτούτο που είχε περισσότερους από 100 παρατηρητές στο Αφγανιστάν επεσήμανε πως πλευρές μόνο των εκλογών ήταν σε συμφωνία με τις δημοκρατικές αρχές! Η εκτύπωση κι η διανομή ψηφοδελτίων, ο ορισμός εκλογικών τμημάτων κι η τοποθέτηση καλπών, μπορούμε να υποθέσουμε… Μια άλλη ομάδα αμερικανών παρατηρητών από την οργάνωση Διεθνή Δημοκρατία αρνήθηκαν ακόμη και να επιβεβαιώσουν το αδιάβλητο των εκλογών δηλώνοντας πως είναι πολύ νωρίς για να αξιολογήσουν αν οι εκλογές είναι αξιόπιστες. Ενώ, μια τρίτη ομάδα παρατηρητών, με τίτλο Ίδρυμα για Ελεύθερες και Δημοκρατικές Εκλογές στο Αφγανιστάν, που είχε τοποθετήσει 7.000 παρατηρητές στις κάλπες εντόπισε πολλά περιστατικά μαζικής τοποθέτησης ψηφοδελτίων στην κάλπη κι υπαλλήλων του εκλογικού μηχανισμού που εργάζονταν μεροληπτικά. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, η βιασύνη πολλών δυτικών ηγετών όπως του Μπαράκ Ομπάμα για παράδειγμα, να επικροτήσουν την εκλογική διαδικασία αποτέλεσε μπούμερανγκ καθώς τμήματα του νεοπαγούς πολιτικού κατεστημένου του Αφγανιστάν, που βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη από τον Καρζαΐ, δέχτηκαν μ’ αυτές τις δηλώσεις τη χαριστική βολή.

Και δεν επρόκειτο για μεμονωμένες περιπτώσεις. Στις εκλογές συμμετείχε ο υπερβολικός αριθμός των 40 υποψηφίων, εκ των οποίων οι σημαντικότεροι υποψήφιοι ήταν οι εξής τρεις. Ο 59χρονος Ασράφ Γκανί, εθνότητας Παστούν, με διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο οποίος πριν αναλάβει υπουργός Οικονομίας του Καρζαΐ καθιερώνοντας τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή που αποτελεί την επιτομή των πλέον σύγχρονων αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων, είχε εργαστεί στην Παγκόσμια Τράπεζα. Ο 48χρονος Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, υπουργός Εξωτερικών του Καρζαΐ από το 2001 μέχρι το 2006 που παλιότερα διατηρούσε το ίδιο πόστο στο πλαίσιο της Βόρειας Συμμαχίας η οποία βοήθησε σημαντικά τους Αμερικάνους να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Και φυσικά ο 51χρονος σήμερα Χαμίντ Καρζαΐ, εθνότητας Παστούν, που τοποθετήθηκε στην προεδρία του Αφγανιστάν από τις δυνάμεις κατοχής αμέσως μετά την επέμβασή τους το Νοέμβριο του 2001, ο οποίος τη δεκαετία του ’90 υποστήριζε τους Ταλιμπάν, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναλάβει καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών μετά την πτώση της φιλικής προς τη Μόσχα κυβέρνησης το 1992. Περασμένα ξεχασμένα φυσικά, για όποιους δεν θέλουν να θυμούνται τις συνθήκες υπό τις οποίες επωάστηκαν οι Ταλιμπάν. Ο Καρζαΐ ωστόσο σήμερα θεωρείται από τους Δυτικούς η αιτία κάθε κακοδαιμονίας που βασανίζει το Αφγανιστάν. «Ο Καρζαΐ, ανώτατος ηγέτης του Αφγανιστάν από τον Δεκέμβρη του 2001, προεδρεύει μιας κυβέρνησης η συστηματική διαφθορά της οποίας έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία της και τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους της χώρας. Έχει δημιουργήσει συμμαχίες με διαβόητους πολέμαρχους. Η καλλιέργεια του οπίου και το εμπόριο ναρκωτικών έχουν επεκταθεί υπό την προστασία των συγγενών και συμμάχων του κι είναι τώρα οι πιο δυναμικοί τομείς της εθνικής οικονομίας. Ο στρατός απέχει πολύ από το να είναι ετοιμοπόλεμος κι η εθνική αστυνομία είναι συχνά διεφθαρμένη κι υπό την επιρροή των τοπικών φύλαρχων», έγραφαν σε σημείωμα της σύνταξής τους οι New York Times το Σαββατοκύριακο 22-23 Αυγούστου φέρνοντας στην επιφάνεια την άβυσσο πλέον που χωρίζει τις δυνάμεις κατοχής με τον πιο έμπιστό τους άνθρωπο μέχρι πρόσφατα στο Αφγανιστάν.

Πρόχειρες δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν από δυτικά μέσα, χωρίς φυσικά να διεκδικούν δάφνες επιστημονικής πληρότητας, μετά την έξοδο από την κάλπη, όπως των New York Times έδειξαν αρκετά νωρίς πως ο Καρζαΐ με κανέναν τρόπο δεν επρόκειτο να επαναλάβει τον θρίαμβο του 2004 όταν είχε κερδίσει το 54% των ψήφων. Τώρα αντίθετα, κι ως αποτέλεσμα του ότι οι Αμερικάνοι έπαψαν να τον στηρίζουν, τα exit polls έφερναν τον Καρζαΐ στήθος με στήθος με τον βασικότερο αντίπαλό του, Αμπντουλάχ, (39% ο Καρζαΐ και 38% ο Αμπντουλάχ) με αποτέλεσμα να θεωρείται βέβαιη η προσφυγή στον δεύτερο γύρο. Γεγονός απευκταίο για τον Καρζαΐ καθώς σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι λίγες οι πιθανότητες εκλογής του, καθώς κι οι 39 άλλοι υποψήφιοι θα ενωθούν εναντίον του, σε μια ευκαιριακή και χωρίς βάθος συμμαχία που θα τερματίσει όμως την προεδρία του Καρζαΐ. Το γεγονός αυτό όμως, της επαναληπτικής ψηφοφορίας μεταξύ των δύο υποψηφίων που συγκέντρωσαν τα μεγαλύτερα ποσοστά παρέμενε απευκταίο και για τα ξένα στρατεύματα όπως και για τις δυτικές πρωτεύουσες αν και θεωρούταν σίγουρο μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων στις 25 Αυγούστου από την καταμέτρηση του 10% των ψήφων που έδειξαν τον Καρζαΐ να κερδίζει το 40% και τον Αμπντουλάχ το 39% των ψήφων. Ένας δεύτερος γύρος θεωρούταν αρνητική εξέλιξη για τους Δυτικούς για δύο λόγους. Επειδή κατ’ αρχήν ένα νέο δίμηνο, μετωπικής αυτή τη φορά, αντιπαράθεσης μεταξύ του προερχόμενου από τους Παστούν του νότου, Χαμίντ Καρζαΐ και του προερχόμενου από τον βορρά όπου κατοικούν Τατζίκοι και Ουζμπέκοι, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, θα οδηγούσε στα όρια θραύσης τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ των δύο εθνικών μειονοτήτων με αποτέλεσμα να βάθαινε απειλητικά το χάσμα μεταξύ τους. Κατά δεύτερο, οι Δυτικοί απεύχονταν μια επαναληπτική ψηφοφορία επειδή η κατάσταση διάλυσης αυτού του υποτυπώδους κρατικού μηχανισμού θα παρατεινόταν ακόμη περισσότερο.

Το μπαράζ επιθέσεων λοιπόν που πραγματοποιήθηκε την ημέρα των εκλογών από τους Ταλιμπάν (73 επιθέσεις σε 15 επαρχίες, ενώ μόνο στην Κανταχάρ ρίχθηκαν 122 οβίδες) με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 26 άνθρωποι δεν ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί για να υπονομευθεί το κύρος των εκλογών… Στην πραγματικότητα οι Ταλιμπάν την ημέρα των εκλογών έκαναν επίδειξη δύναμης. Το μήνυμα που έστειλαν ήταν δε ηχηρότατο λόγω του ότι μήνες πριν τα αμερικανικά και ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα επέλεξαν να βγουν έξω από τα οχυρά τους και να τους αντιμετωπίσουν στην… έδρα τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Τα επιβεβαίωσε ο ναύαρχος Μάικ Μούλεν, επικεφαλής του κοινού στρατηγείου, όταν δήλωσε στο CNN στις 24 Αυγούστου πως «η κατάσταση είναι σοβαρή και επιδεινούμενη». Επίσης, ο στρατηγός Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, που πρόσφατα διορίστηκε στη διοίκηση των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, κι οποίος σε συνέντευξη του στη Wall Street Journal στις 10 Αυγούστου δήλωνε με βάση την ίδια την εφημερίδα πως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν έχουν το «πάνω χέρι»! Τη δραματική κατάσταση διαπίστωσε ιδίοις όμμασι κι ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, κατά την ξαφνική του επίσκεψη στο Αφγανιστάν στις αρχές Ιούνη όταν για να αποκτήσει μια εποπτική εικόνα τού παρουσίασαν ένα χάρτη του Αφγανιστάν όπου κυριαρχούσε το βαθύ κόκκινο. Με αυτό το χρώμα βάφονται οι περιοχές στις οποίες οι Ταλιμπάν επιτίθενται σχεδόν καθημερινά. Ειδικότερα, από τα 356 διαμερίσματα στα οποία έχει χωρισθεί το Αφγανιστάν, τα 133 θεωρούνται εξαιρετικά επικίνδυνα, ενώ τα 13 εκτιμάται ότι έχουν περάσει στα χέρια του εχθρού!

Τη δική της, ασφυκτική μερικές φορές, πίεση στα σχέδια των ΝΑΤΟϊκών ασκεί κι η κοινή γνώμη της Δύσης που όλο και με ταχύτερους ρυθμούς στρέφεται εναντίον του πολέμου στο Αφγανιστάν. Στις ΗΠΑ η δημόσια υποστήριξη στον πόλεμο έπεσε κάτω από το κρίσιμο πολιτικά επίπεδο του 50% για πρώτη φορά κατά τις επόμενες μέρες των εκλογών στο Αφγανιστάν – όταν συνειδητοποιήθηκε πιθανά η μηδενική αποτελεσματικότητα της αιματοχυσίας στο Αφγανιστάν και των δικών τους θυσιών. Να αναφερθεί πως τα θύματα των Αμερικανών έχουν ξεπεράσει τα 800 ενώ το μηνιαίο κόστος του πολέμου υπερβαίνει τα 4 δισ. δολ.! Στην Αγγλία δημοσκόπηση που διεξήχθη την Κυριακή 23 Αυγούστου έδειξε ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των Βρετανών πιστεύουν πως ο στρατός τους δεν έπρεπε να βρίσκεται στο Αφγανιστάν. Μόνο το 1,5% των ερωτηθέντων φάνηκε να πιστεύει πως ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν χειρίζεται «πολύ καλά» τον πόλεμο. Μια άλλη επίσης δημοσκόπηση από την Sunday Mail την ίδια μέρα έδειξε τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να μην πιστεύουν πως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν καθιστά ασφαλείς τους Βρετανούς από την τρομοκρατία. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυσφορία που καταγράφεται και στη Γερμανία. Εν όψει μάλιστα των εθνικών εκλογών που θα διεξαχθούν στις 27 Σεπτέμβρη ούτε η Δεξιά ούτε η Σοσιαλδημοκρατία είναι διατεθειμένες να υποστηρίξουν το – βαθιά αντιδημοφιλές στη Γερμανία – αίτημα των Αμερικανών διοικητών στο Αφγανιστάν να αυξηθούν κι άλλο τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα, πέραν των 68.000 Αμερικανών που θα βρίσκονται στο Αφγανιστάν μέχρι το τέλος του έτους (μετά την απόφαση του Ομπάμα να αυξήσει τη δύναμή τους κατά 21.000) και των 30.000 ΝΑΤΟϊκών.

Στο πλαίσιο όλων των παραπάνω οι Αμερικάνοι αναθεωρούν την στρατηγική τους στο Αφγανιστάν δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον προσεταιρισμό μετριοπαθών Ταλιμπάν, ακόμη και μέσω της εξαγοράς τους, ως ένα μέσο για την αποδυνάμωσή τους. Αυτή η ιεράρχηση φυσικά δεν αποκλείει τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα θα τις συμπληρώνει, όπως υπογραμμίζεται στο πρώτο άρθρο του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs, του τεύχους Ιουλίου – Αυγούστου: «Αν η αφγανική κυβέρνηση προσφέρει την συμφιλίωση της σαν το καρότο, πρέπει επίσης να επιδείξει τη δύναμη της σαν το μαστίγιο – από δω προκύπτει κι η σημασία της αποστολής περισσότερων αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν κι επίσης, μακροπρόθεσμα, η σπουδαιότητα της δημιουργίας από τη μεριά του Αφγανιστάν των δικών τους δυνάμεων ασφαλείας. Η συμφιλίωση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικο-στρατιωτικής στρατηγικής για να ηττηθεί η εξέγερση, όπως αυτή που ακολούθησε πρόσφατα η Ουάσινγκτον στο Ιράκ: Κέρδισε τους εξεγερμένους που επιθυμούν να συμφιλιωθούν και σκότωσε ή συνέλαβε εκείνους που δεν επιθυμούν».

Αυτή η «νέα» στρατηγική όμως αφήνει αναπάντητα δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι γιατί να επιλέξουν την «συμφιλίωση», δηλαδή την παράδοση οι Ταλιμπάν, όταν είναι τέτοια η αυτοπεποίθησή τους από τα πλήγματα που έχουν καταφέρει στα ξένα στρατεύματα, ώστε έφθασαν να προσφέρουν ασφαλή υποχώρηση στους ΝΑΤΟϊκούς, όπως έκαναν και στους Σοβιετικούς, αν επιλέξουν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν! Και το δεύτερο ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι το πως θα κερδίσουν στρατιωτικά τώρα, εκεί που τα τελευταία οκτώ χρόνια απέτυχαν και μάλιστα παταγωδώς κατ’ ουσίαν όμοιες στρατηγικές…

Σκοτσέζικο ντους του Μπάιντεν στα Βαλκάνια (Μετροπόλιταν, 25/5/2009)

Ο αμερικανός αντιπρόεδρος μπορεί να έφυγε από τα Βαλκάνια, τα «φαντάσματα» όμως έμειναν. Οι δηλώσεις για την ανεξαρτησία του Κοσόβου κι οι φραστικές επιθέσεις του στους Σέρβους της Βοσνίας δεν προμηνύουν σταθερότητα και ασφάλεια, αλλά όξυνση των εθνικών αντιπαραθέσεων.

Ακριβώς δέκα χρόνια μετά τους τελευταίους αμερικανικούς βομβαρδισμούς, η περιοδεία του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, σε τρεις βαλκανικές πρωτεύουσες-απομεινάρια της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας ήρθε να υπογραμμίσει το ανανεωμένο ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον για την περιοχή.

 

Ανατρέχοντας στα πεπραγμένα της προηγούμενης κυβέρνησης, πρέπει να τονιστεί ότι αν και κατά την οκταετία του Τζορτζ Μπους του νεότερου το ενδιαφέρον της αμερικανικής διπλωματίας και του Πενταγώνου εστιάστηκε πρωτευόντως στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, τα Βαλκάνια δεν αφέθηκαν στην τύχη τους. Η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου στις 17 Φεβρουαρίου 2008, με την ανοιχτή παρότρυνση των ΗΠΑ (και κατά παράβαση της απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που τόνιζε ότι το Κόσοβο αποτελεί τμήμα της Σερβίας) ήταν το επιστέγασμα μιας πολιτικής συνεχών παρεμβάσεων που ως ζητούμενο είχαν να διασφαλιστεί ο πολιτικός έλεγχος των κυβερνήσεων και να αποτραπούν φυγόκεντρες τάσεις.

Η επίσκεψη του Τζο Μπάιντεν στο Σεράγεβο, το Βελιγράδι και την Πρίστινα το τριήμερο 19-21 Μαΐου αποτέλεσε συνέχεια της αποσταθεροποιητικής πολιτικής του Μπους και του Κλίντον παλιότερα στα Βαλκάνια. Πραγματοποιήθηκε δε στο πλαίσιο τεσσάρων προτεραιοτήτων: Αρχικά για να εκτονωθούν εντάσεις που κάνουν απειλητική την εμφάνισή τους στη Βοσνία Ερζεγοβίνη το τελευταίο διάστημα ως απάντηση στις εξ Αμερικής αμφισβητήσεις της συνθήκης του Ντέιτον η οποία υπογράφηκε το 1995 στην ομώνυμη αμερικανική βάση τερματίζοντας τον εμφύλιο πόλεμο του 1992-1995 που στοίχισε τη ζωή σε 100.000 άτομα. Κατά δεύτερο, η επίσκεψη κρίθηκε αναγκαία στο πλαίσιο της υπό εξέλιξη νέας ρύθμισης των σχέσεων ΗΠΑ – Ρωσίας, δεδομένης της σημασίας που έχουν σε αυτή τη ρύθμιση οι δρόμοι της ενέργειας που διατρέχουν τα Βαλκάνια. Τρίτο, οι εκλεκτικές συγγένειες του Λευκού Οίκου με τους μουσουλμάνους της Βοσνίας και του Κοσόβου υποστηρίζουν την πολιτική ήπιας προσέγγισης που ακολουθεί ο Ομπάμα προς τους μουσουλμάνους και τις αραβικές χώρες. Τέλος, η επίσκεψη του Μπάιντεν ενίσχυσε τη διεθνή νομιμοποίηση του μορφώματος του Κοσόβου χωρίς να αποκλείεται να εγκαινιάσει ένα νέο γύρο πιέσεων για διπλωματική αναγνώρισή του.

Ο Μπάιντεν δεν είναι και τόσο άγνωστος στην περιοχή, καθώς από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, γερουσιαστής τότε, είχε ταχθεί υπέρ των Μουσουλμάνων της Βοσνίας ζητώντας να αρθεί το εμπάργκο όπλων που τους είχε επιβληθεί σε μια προσπάθεια εκτόνωσης των συγκρούσεων. Την προκατάληψή του δεν την έκρυψε ούτε τώρα, ενώπιον της βουλής της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης με μια ομιλία που προκάλεσε την έκπληξη ακόμη και ξένων ανταποκριτών όπως της International Herald Tribune ο οποίος στις 20 Μαΐου περιέγραφε μια «ασυνήθιστα οξεία λεκτικά ομιλία ξένου ηγέτη μπροστά στο κοινοβούλιο μιας άλλης χώρας». Ειδικότερα, ο Μπάιντεν κατήγγειλε την «απότομη κι επικίνδυνη άνοδο της εθνικιστικής ρητορικής» και τόνισε ότι «εγώ προσωπικά κι η ηγεσία της χώρας μου ανησυχούμε για τη κατεύθυνση της χώρας και το μέλλον σας» λέγοντας στη συνέχεια με ύφος που θα ζήλευαν ακόμη κι ηγέτες δυνάμεων κατοχής «αυτό πρέπει να σταματήσει»!

Αξίζει όμως να δούμε το υπόβαθρο των αντιδράσεων που προκάλεσε η επίσκεψη του Μπάιντεν. Παρότι ο ίδιος δήλωσε ρητά πως έχει απορριφθεί οποιαδήποτε σκέψη για ένα «Ντέιτον 2» η πραγματικότητα είναι πως η Ουάσινγκτον σταθερά και μεθοδικά (με τη σύμφωνη γνώμη της ΕΕ όπως έδειξε κι η απόφαση του εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας Χαβιέ Σολάνα να συνοδεύσει τον Μπάιντεν στο Σεράγεβο) προωθεί την αναθεώρηση της συνθήκης του 1995, που δημιούργησε την πιο δυσλειτουργική και γραφειοκρατική κρατική δομή που υπάρχει στον κόσμο. Στο πλαίσιό της τρεις πληθυσμιακές ομάδες που αποτελούνται από δύο εθνότητες και μια θρησκευτική μειονότητα (Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι) συγκροτούν δύο ανομοιογενείς μεταξύ τους οντότητες (μια κροατο-μουσουλμανική ομοσπονδία και μια σερβική δημοκρατία) κι αυτές ένα κράτος που εποπτεύεται από έναν ξένο τοποτηρητή ο οποίος έχει την εξουσία να καθαιρεί ακαριαία οποιονδήποτε εκλεγμένο πολιτικό κρίνει ότι ενθαρρύνει τους εθνικισμούς. Κάτι που έχει συμβεί κατ’ επανάληψη. Το όνομα δε της σερβικής οντότητας, είναι Δημοκρατία Σρπέσκα, για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι υπάρχει κάτι εύκολο σ’ αυτή την υπόθεση και προς διερεύνηση του αν είναι πιο εύκολο να προφερθεί το όνομά της ή να παραμείνει ενωμένη…

Το πρόβλημα όμως δεν έγκειται στο ότι κάποιοι απεργάζονται την αναθεώρηση του Ντέιτον, αλλά στην κατεύθυνση αυτής της αλλαγής. «Η Ουάσινγκτον θεωρεί τώρα ότι η συμφωνία του Ντέιτον του 1995 φτιάχτηκε υπό το κράτος της βίας κάνοντας υπερβολικά πολλές παραχωρήσεις στους Σέρβους για να τελειώσει ο αιματηρός πόλεμος», έγραφε ο ανταποκριτής των Financial Times από τη Πρίστινα στις 19 Μαΐου.

Η πρόθεση της Ουάσινγκτον να αναθεωρήσει τη συνθήκη του Ντέιτον καταγράφηκε με τον πιο σαφή τρόπο και σε απόφαση που έλαβε το Κογκρέσο στις 12 Μαΐου (υπ. αρ. 171), εν όψει δηλαδή της επίσκεψης του Μπάιντεν στα Βαλκάνια, όπου αναφέρεται ότι «οι υφιστάμενες συνταγματικές διευθετήσεις στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη δεν είναι ούτε αποτελεσματικές ούτε ορθολογικές και οι κρατικοί θεσμοί πρέπει να γίνουν πιο αποτελεσματικοί και δημοκρατικοί». Μια απόφαση που έγινε δεκτή με επιφυλάξεις και σκεπτικισμό από τους Σέρβους κι ενθουσιασμό από Μουσουλμάνους και Κροάτες. Κατά συνέπεια οι δηλώσεις του Μπάιντεν ότι δεν επίκειται αναθεώρηση του Ντέιτον αποσκοπούσαν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις και να καθησυχάσουν αυτούς που θίγονται. Κι οι κατ’ αρχήν θιγμένοι είναι οι Σέρβοι, οι οποίοι διεκδικούν τη διενέργεια δημοψηφίσματος για να αποφασίσουν την απόσχισή τους από τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη επικαλούμενοι μάλιστα το «βελούδινο διαζύγιο» μεταξύ Τσεχίας και Σλοβακίας το 1993. Το επιχείρημα μάλιστα του ηγέτη τους, σερβοβόσνιου πρωθυπουργού Μίλοραντ Ντόντιτς, είναι συντριπτικό: «Μόνο η Βοσνία – Ερζεγοβίνη είναι αναγκασμένη να λειτουργεί με μία δομή που δεν επιβίωσε στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Πριν τον πόλεμο, οι άνθρωποι έλεγαν πως η Βοσνία – Ερζεγοβίνη είναι μια μικρή Γιουγκοσλαβία. Αν όμως δεν μπόρεσε να επιβιώσει η μεγάλη πως μπορεί να επιβιώσει μια μικρή;». Οι φραστικές επιθέσεις του αμερικανού αντιπροέδρου και οι κατηγορίες για εθνικιστική ρητορεία είχαν επομένως στόχο τους Σέρβους οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να γίνουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας χάνοντας τα δικαιώματα που είχαν κερδίσει με τη συνθήκη του Ντέιτον, τώρα που είναι αδύναμοι να αντιδράσουν.

Οι αιτίες δε της εναντίωσης των Αμερικανών απέναντι στο ενδεχόμενο ανεξαρτητοποίησης των Σέρβων της Βοσνίας (που διεκδικούν ότι πέτυχαν κι οι Κοσοβάροι από το Βελιγράδι) φωτίζονται καλύτερα αν δούμε την έχθρα που θρέφουν για την Ουάσινγκτον. Φτάνει δε σε τέτοιο σημείο ώστε ο ηγέτης τους, Μίλοραντ Ντόντιτς, έφθασε στο σημείο να καλέσει την ευάριθμη σερβοβοσνιακή ομάδα που συμμετείχε στην πρόσφατη άσκηση του ΝΑΤΟ στην Γεωργία σε μια απόσταση λίγων χιλιομέτρων από μια ρωσική βάση, να αρνηθεί να εκτελέσει εντολές!

Σε αυτό το φόντο κλιμακούμενης έντασης το ζητούμενο της επίσκεψης του Μπάιντεν στη Σερβία δεν ήταν να πιέσει για την αναγνώριση του Κοσόβου, αλλά η διαβεβαίωση του Βελιγραδίου ότι δεν πρόκειται να ενθαρρύνει την κυβέρνηση της Μπάνια Λούκα στη διεκδίκηση ανεξαρτησίας. Στόχος που κατά κοινή ομολογία είναι η πρώτη πράξη στο αίτημα ένωσης της Δημοκρατίας της Σρπσκα με τη Σερβία με την οποία έχουν και κοινά σύνορα και γιατί όχι στη συνέχεια το παράδειγμα τους να μην ακολουθήσουν και οι 100.000 Σέρβοι που ζουν στο βόρειο τμήμα του Κοσόβου και αποτελούν κι αυτοί πολίτες δεύτερης κατηγορίας; Χωρίς όμως το δικαίωμα ανεξαρτητοποίησης το οποίο επιλεκτικά εγκρίνουν Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες και χορηγούν σε μειονότητες που διάκεινται φιλικά απέναντί τους.

Δεν ήταν καθόλου τυχαίο έτσι το σκοτσέζικο ντους που γνώρισε στα Βαλκάνια ο αμερικανός αντιπρόεδρος: Στο Βελιγράδι, όπου απαγορεύτηκαν οι διαδηλώσεις για να μη βρεθεί αντιμέτωπος με την λαϊκή οργή, αναρτήθηκε πανό μέσα στη Βουλή την ώρα της ομιλίας του που έγραφε, σύμφωνα με το BBC, «Μπάιντεν Ναζιστικό απόβρασμα, πήγαινε σπίτι σου». Και μια μέρα μετά, στο Κόσοβο, που αν κι έχει αναγνωριστεί μέχρι σήμερα από 57 μόνο χώρες «η επιτυχία της ανεξαρτησίας του παραμένει προτεραιότητα της αμερικανικής διοίκησης» σύμφωνα με τα λόγια του, τιμήθηκε με την ανώτερη διάκριση…

Το παιχνίδι των ΗΠΑ στην Υεμένη (Επίκαιρα 07/01-13/01/2010)

Ο Γκορ Βιντάλ, εμβληματική μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, εισήγαγε τη θεωρία του «ωφελίμου βλακός», για να ερμηνεύσει μια σειρά εγκληματικών ενεργειών που αποτέλεσαν μάννα εξ ουρανού για τον Λευκό Οίκο, διευκολύνοντας τον για παράδειγμα να σκληρύνει την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, όπως συνέβη με την ανατίναξη του κτιρίου του FBI στην Οκλαχόμα. Πλέον, εγχειριδιακή μορφή αυτής της νέας πολιτικής κατηγορίας που έκανε το ντεμπούτο της στις ΗΠΑ επί Μπιλ Κλίντον, μεσουράνησε επί Τζορτζ Μπους για να συνεχίσει την λαμπρή πορεία του επί Μπαράκ Ομπάμα του «ειρηνοποιού», αποτελεί ο 23χρονος Νιγηριανός που ανήμερα των Χριστουγέννων επιχείρησε να ανατινάξει το αεροπλάνο της αμερικανικής αεροπορικής εταιρείας Δέλτα 20 λεπτά πριν προσγειωθεί στο Ντιτρόιτ για να κάψει τελικά τα πόδια του και να συλληφθεί.

Η σπάνια «ωφελιμότητά» του αποδεικνύεται από το ότι με μια μόνο κίνηση κατάφερε τέσσερις στόχους τεράστιας σημασίας, που επιδιώκονταν από τις ΗΠΑ εδώ και καιρό. Πρώτο, να νομιμοποιήσει το νέο μέτωπο πολέμου των Αμερικάνων στην Υεμένη. Δεύτερο, να διευκολύνει πλήγματα σε οργανώσεις που θεωρούνται μακρύ χέρι του Ιράν. Τρίτο, να εμφανίσει ως αναγκαία την εγκατάσταση καμερών στα αεροδρόμια που θα εμφανίζουν γυμνούς τους επιβάτες και τέλος να δικαιολογήσει την υπαναχώρηση του Ομπάμα για το Γκουαντάναμο, παρουσιάζοντας ως πράξη υψηλού κινδύνου το κλείσιμό του όπως είχε δεσμευθεί ότι θα πράξει μέχρι τις 20 Ιανουαρίου, του τρέχοντος έτους.

Από τα ελάχιστα που δήλωσε μετά τη σύλληψή του ο 23χρονος Νιγηριανός ήταν ότι τα εκρηκτικά που είχε δεμένα στο σώμα του τα παρέλαβε από την Υεμένη όπου κι εκπαιδεύτηκε κι ότι ενεργούσε εκ μέρους της Αλ Κάιντα. Τις σκόρπιες σκέψεις και τους συνειρμούς τούς έβαλε σε τάξη ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος λίγες μέρες αργότερα, την Κυριακή, όταν στοχοποίησε ευθέως την Υεμένη, αναγορεύοντας την μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία στο πέμπτο μέτωπο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» τον οποίο κατά τ’ άλλα αποκήρυξε. Με μεγαλύτερη σαφήνεια όρισαν την αμερικανική στρατηγική οι New York Times στο άρθρο της σύνταξής τους την Πρωτοχρονιά που είχε τον εύγλωττο τίτλο «Τώρα η Υεμένη»!  Τελείωνε δε με τα εξής: «Οι Αμερικάνοι έχουν δίκιο να νιώθουν κουρασμένοι. Αλλά αυτό που έγινε τη μέρα των Χριστουγέννων αποτελεί προειδοποίηση για τη σημασία που έχει να αποτραπεί ένα συνολικό χάος στην Υεμένη. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ο κόσμος είναι ένα ακόμη ασφαλές καταφύγιο για την Αλ Κάιντα». Η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση δεν έδωσε το έναυσμα για την αμερικανική επέμβαση στην Υεμένη καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν σχεδόν καθημερινή. Γινόταν δε εμφανής με τους πιο διαφορετικούς τρόπους: Από τους βομβαρδισμούς θέσεων των ανταρτών μέσω μη επανδρωμένων αμερικανικών αεροσκαφών, μέχρι την αφειδώλευτη οικονομική βοήθεια, που ανέκαθεν αποτελούσε την πιο εύσχημη αφορμή για να αποκτήσει ο Λευκός Οίκος απ’ ευθείας παρέμβαση στα πιο νευραλγικά κέντρα της εξουσίας, όπως το Πεντάγωνο, το υπουργείο Οικονομιών, κ.λπ. Εντελώς ενδεικτικά, η αμερικανική βοήθεια από 4,3 εκ. δολ. το 2006, έφθασε τα 26 εκ. το 2007, εκτινάχθηκε στα 67 εκ. το 2009, με αποτέλεσμα να βρίσκεται στη δεύτερη θέση των πιο αδρά χρηματοδοτούμενων κρατών μετά το Πακιστάν που έλαβε 112 εκ. δολ., και για φέτος ο αμερικανός στρατιωτικός διοικητής Ντέιβιντ Πετρέους που επισκέφθηκε «σαν έτοιμος από καιρό» την πρωτεύουσα της Υεμένης, μόλις το προηγούμενο Σαββατοκύριακο υποσχέθηκε ότι θα διπλασιαστεί! Η Ουάσινγκτον επομένως εκμεταλλεύθηκε το γεγονός για να επισημοποιήσει την επέμβασή της στην Υεμένη, ανοίγοντας ένα νέο αιματηρό μέτωπο. Η πραγματική αιτία πίσω από αυτή την ιεράρχηση γίνεται φανερή αν ρίξουμε ακόμη και μια φευγαλέα ματιά σε ένα χάρτη της περιοχής. Στη νοτιοδυτική απόληξη της αραβικής χερσονήσου ο έλεγχος της Υεμένης εξασφαλίζει τον έλεγχο της σπαρασσόμενης Σομαλίας και του Αφρικανικού Κέρατος, του κόλπου του Άντεν και της Διώρυγας του Σουέζ. Δύσκολα βρίσκεται πιο στρατηγικό σημείο!

Πολύ περισσότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας και τις απειλές για τη δική της ακεραιότητα που δέχεται η Σαουδική Αραβία από τους Σιίτες της Υεμένης, τους Χούθι, εξ αιτίας των δεσμών που διατηρούν με τους Σιίτες της Σαουδικής Αραβίας, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν ξεσηκωθεί ζητώντας την απόσχισή τους. Οι επιχειρήσεις των Χούθι στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας είχαν οδηγήσει το Ριάντ να στείλει τα δικά του βομβαρδιστικά να επιτεθούν στους Χούθι στις αρχές του Δεκέμβρη, οδηγώντας στο θάνατο δεκάδες άμαχους και στην προσφυγιά χιλιάδες αθώους. Μεταξύ όσων αντέδρασαν τότε, πέρα από τον ΟΗΕ που επικαλέστηκε ανθρωπιστικούς λόγους, ήταν και το Ιράν που λειτουργώντας ως ομπρέλα προστασίας για τους Σιίτες όλης της Μέσης Ανατολής κατήγγειλε τη γενοκτονία τους. Ο πιο μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος συνεπώς στην Υεμένη είναι μεταξύ της σιίτικης μειοψηφίας που διατηρεί δεσμούς με την Τεχεράνη και της σουνίτικης κυβέρνησης, που στο παρελθόν όπλισε την Αλ Κάιντα για να αντιμετωπίσει τους Σιίτες. Ο νέος πόλεμος που ξεκινούν επομένως οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τις σουνίτικες πετρομοναρχίες της περιοχής μπορεί να έχει ονομαστικό στόχο την Αλ Κάιντα ως πραγματικό στόχο όμως έχει την Σιιτική μειοψηφία και μέσω αυτής της Τεχεράνη!

Δραματικές ωστόσο θα είναι οι συνέπειες και στα δημοκρατικά δικαιώματα. Ήδη οι αμερικανικές αρχές ανακοίνωσαν ότι σε μια σειρά χώρες (Νιγηρία, Πακιστάν, Συρία, Ιράν, Σουδάν, Υεμένη και Κούβα) θα εγκατασταθούν υποχρεωτικά κάμερες που θα εμφανίζουν γυμνούς όσους επιθυμούν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ. Η Ολλανδία δε, απ’ όπου αναχώρησε η πτήση, και η Νιγηρία, απ’ όπου καταγόταν ο επίδοξος βομβιστής, ανακοίνωσαν ότι θα επιβάλλουν από μόνες τους το «ηλεκτρονικό στριπτίζ» για όσους ταξιδεύουν προς ΗΠΑ. Το μέτρο έχει συναντήσει την σφοδρή αντίδραση κορυφαίων οργανώσεων υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων όπως η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών – UCLA και των ευρωβουλευτών της γηραιάς ηπείρου με αποτέλεσμα πέρυσι να απορριφθεί σχετική πρόταση της Κομισιόν από το ευρωκοινοβούλιο. Ωστόσο το νέο μέτρο θα κάνει πλούσιες τις δύο αμερικανικές επιχειρήσεις που παράγουν τις σχετικές κάμερες, καθώς η κάθε μία στοιχίζει 150.000 δολ., όλους εμάς ελάχιστα ασφαλείς καθώς κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως εντοπίζουν όλα τα εκρηκτικά υλικά και τις ΗΠΑ ένα απωθητικό και φοβικό κλειστό φρούριο.

Τέλος η αποτυχημένη επίθεση δικαιολόγησε την υπαναχώρηση του Ομπάμα για κλείσιμο του κολαστηρίου του Γκουαντάναμο, καθώς οι μισοί σχεδόν απ’ όσους παραμένουν έγκλειστοι προέρχονται από την Υεμένη, με βάση της αμερικανικές πάντα πηγές!

Κατόπιν τούτων ας μην απορούμε πως είναι δυνατόν ένας 23χρονος νιγηριανός να επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο της Δέλτα παρότι ο μεγαλοτραπεζίτης πατέρας του τον είχε κατήγγειλε στη CIA μόλις στις 19 Νοέμβρη δηλώνοντας ότι κάτι ύποπτο ετοιμάζει, παρότι οι βρετανικές υπηρεσίες τον είχαν από χρόνια εντάξει σε λίστα σοβαρών υπόπτων απαγορεύοντας του την είσοδο στη χώρα, παρότι πλήρωσε το (χωρίς επιστροφή) εισιτήριο του με μετρητά, παρότι δεν είχε καμιά βαλίτσα, και άλλα πολλά…