Γερμανική απειλή για τα ελληνικά ομόλογα – σκουπίδια

Οι νόμοι και οι αποφάσεις υπάρχουν για να παραβιάζονται ή τουλάχιστον για να χρησιμοποιούνται επιλεκτικά.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Μάρτυρας η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αφορμή η απόφασή της στις 16 Δεκεμβρίου για τα ελληνικά ομόλογα, που κάθε άλλο παρά αναμενόμενη ήταν. Η θετική στάση της Φρανκφούρτης απέναντι στην Ελλάδα από την έναρξη της πανδημίας που επέτρεψε την αγορά τίτλων αξίας 32 δισ. ευρώ, παρότι τα ελληνικά ομόλογα εντάσσονται στην επενδυτική κατηγορία των σκουπιδιών (junk), είχε τεράστια σημασία γιατί έκρινε την πορεία των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων στην δευτερογενή αγορά και την ικανότητα της Ελλάδας να αναχρηματοδοτεί το χρέος της, που βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ: 350 δισ. ευρώ ή 197% του ΑΕΠ το 2021 βάσει όσων αναφέρει ο προϋπολογισμός του 2022 (και 210% τον Απρίλιο του 2021). Είναι η τρίτη χειρότερη επίδοση παγκοσμίως μετά την Ιαπωνία και το Σουδάν!

Η αγορά των ομολόγων από την ΕΚΤ την προηγούμενη περίοδο εξασφάλισε έτσι τόσο τη ρευστότητα, όσο και την καθήλωση των ονομαστικών επιτοκίων, σε μια περίοδο που απαιτήθηκαν πακτωλοί ρευστού για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ενίσχυσης κατά της πανδημίας και δημοσιονομικής επέκτασης. Η δυνατότητα αυτή υλοποιήθηκε ωστόσο κατ’ εξαίρεση, δεδομένης της απόφασης της ΕΚΤ να αποκλείει από τα προγράμματα αγοράς ομολόγων όσα δεν εντάσσονται σε επενδυτική βαθμίδα, ανήκουν δηλαδή στην κατηγορία των σκουπιδιών, όπως τα ελληνικά. Επομένως, τυχόν επιστροφή στο προγενέστερο καθεστώς επιλεξιμότητας δυσχεραίνει σημαντικά τις άμεσες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Το ευρύτερο περιβάλλον που επέβαλλε στην ΕΚΤ την επανεξέταση και αναθεώρηση της πολιτικής της, σηματοδοτώντας το τέλος του προγράμματος αγοράς ομολόγων PEPP (Pandemic Emergency Purchase Program), σχετίζεται με την άνοδο του πληθωρισμού. Μέχρι στιγμής οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου έχουν οδηγηθεί σε αναθεώρηση των προγραμμάτων πιστωτικής χαλάρωσης, μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων ακόμη και ομολόγων ιδιωτικών εταιρειών. Ενδεικτικά, η αμερικανική κεντρική τράπεζα με απόφαση της στις 16 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε την επιτάχυνση της μείωσης αγορών ομολόγων, με στόχο το πρόγραμμα αγορών να λήξει στις αρχές κι όχι στα μέσα του 2022 και στη συνέχεια να προχωρήσει σε τρεις(!) αυξήσεις επιτοκίων. Αυξήσεις επιτοκίων προανήγγειλε ακόμη για το 2023 και για το 2024, με στόχο στο τέλος του 2024 να φτάσουν τα επιτόκια του δολαρίου στο 2,1%. Άνοδο των επιτοκίων έχουν ανακοινώσει οι κεντρικές τράπεζες της Νορβηγίας, της Τσεχίας, τη Βραζιλίας κ.α., ενώ δεν λείπουν κι εκείνες που κρατούν στάση αναμονής όπως της Αγγλίας και της Ιαπωνίας, μέχρι στιγμής τουλάχιστον.

Ακόμη ωστόσο και οι κεντρικές τράπεζες που διατήρησαν αμετάβλητα τα επιτόκια τους το έπραξαν για να μην πλήξουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας. Ξέρουν ότι τα κεφάλαια που απελευθέρωσαν ποικιλοτρόπως από την άνοιξη του 2020 (αν όχι απ’ όταν ξεκίνησε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008) μπορεί να μην έφεραν την πολυπόθητη ανάπτυξη, το κλείσιμο της στρόφιγγας όμως μπορεί να εξελιχθεί στη χαριστική βολή που θα φέρει την στασιμότητα. Ενώ την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός θα παραμένει στο ύψος του υποκινούμενος κυρίως από τη διάρρηξη των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και ανεφοδιασμού, τις αυξήσεις στα ενεργειακά αγαθά και την προσπάθεια του κεφαλαίου (κυρίως του εφοπλιστικού) να καλύψει τις ζημιές που κατέγραψε το 2020. Με άλλα λόγια, για τον κίνδυνο του πληθωρισμού δεν ανησυχούν, ούτε αμφιβάλλουν. Ανησυχούν μόνο για τις παρενέργειες της ανόδου των επιτοκίων.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί σχετίζεται με το αιτιολογικό στο οποίο στηρίχθηκε η ΕΚΤ για τη στάση της από δω και πέρα. Η απόφασή της για μια «ήπια προσγείωση», με μείωση των αγορών ομολόγων και διακοπή του προγράμματος τον Μάρτιο κι όχι με άνοδο των επιτοκίων, δικαιολογήθηκε στη βάση προβλέψεων για τον πληθωρισμό. Αυτές οι προβλέψεις ωστόσο αμφισβητήθηκαν! Ρεπορτάζ του Reuters έριξε φως στα παρασκήνια της συνεδρίασης της ΕΚΤ αναδεικνύοντας ότι υπήρξαν τέσσερις κεντρικοί τραπεζίτες που δεν συναίνεσαν στην πρόταση της Κριστίν Λαγκάρντ. Τρεις εξ αυτών, της Γερμανίας, της Αυστρίας και του Λουξεμβούργου, καταψήφισαν, ενώ ο Βέλγος που στερείται δικαιώματος ψήφου, απλώς εξέφρασε τη διαφωνία του. Οι τέσσερις αντέτειναν ότι οι προβλέψεις του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, για επιστροφή του πληθωρισμού στο 1,9% στο τέταρτο τρίμηνο του 2022,  είναι αυθαίρετες και θα διαψευστούν. Μάρτυρας η άνοδος του στο 4,9% το Νοέμβριο, που αποτελεί επίπεδο ρεκόρ για την ευρωζώνη. Στην ίδια κατεύθυνση συγκλίνει επίσης και η εξωφρενική, πάνω από κάθε πρόβλεψη, πορεία των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην χονδρεμπορική που στις 22 Δεκεμβρίου ξεπέρασαν τα 400 ευρώ στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, λόγω της υψηλής συμμετοχής του φυσικού αερίου στο ενεργειακό τους μίγμα. Και λόγω επίσης της φαιδρότητας του ευρωπαϊκού ενεργειακού σχεδιασμού, που έχει εξελιχθεί στο μεγαλύτερο τεκμήριο προχειρότητας και απρονοησίας των μανδαρίνων της ΕΕ, που κλεισμένοι και καλοζωισμένοι στους γυάλινους πύργους τους δεν μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει ο διπλασιασμός κι ο τριπλασιασμός της τιμής του ηλεκτρικού για μια εργατική οικογένεια. Ούτε καν για μια επιχείρηση· κι εδώ βρίσκεται η ανικανότητα τους. Αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…

Η απόφαση ωστόσο της ΕΚΤ, που υπονομεύθηκε ακόμη παραπέρα μετά τη συνεδρίαση με την προσθήκη επιπλέον κεντρικών τραπεζιτών (από την Λιθουανία και την Πορτογαλία) στη χορεία των θρηνούντων για την άνοδο του πληθωρισμού και την ακύρωση των προβλέψεων του θεματοφύλακα του ευρώ, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Η ίδια η διατύπωσή της μάλιστα επιτρέπει την επανεξέταση και αναθεώρησή της επί το δυσμενέστερο, αν για παράδειγμα η Γερμανία αποφασίσει να κάνει κι εντός της ευρωζώνης την επίδειξη δύναμης που κάνει εκτός, προς τη Ρωσία. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι προοπτικές για την Ελλάδα μόνο ευχάριστες δεν είναι.

Επίσης, δεν περνάει απαρατήρητο πώς παρότι η απόφαση της ΕΚΤ ήταν η καλύτερη δυνατή για την Ελλάδα, οι αγορές δεν ένιωσαν καμμιά ασφάλεια. Μάρτυρας οι αποδόσεις του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου που συνεχίζουν να αυξάνονται σταθερά από τον Αύγουστο, όταν ξεκίνησαν οι κεντρικές τράπεζες να στέλνουν σημάδια μεταστροφής της νομισματικής πολιτικής. Πιθανότατα, αν η Κριστίν Λαγκάρντ δεν προχωρούσε και σε αυτή τη δήλωση υποστήριξης που έκανε, η απόδοση να είχε ήδη φτάσει στο 3% ή 4%, εκεί δηλαδή που βρισκόταν το 2019 ή στο 7% που ήταν το 2017. Αυτό όμως που δεν δικαιολογείται είναι το κλίμα εφησυχασμού που εκπέμπει η κυβέρνηση, σαν να μην έχει δει την σταθερή ανοδική πορεία των αποδόσεων που -εννοείται- δεν πρόκειται να ανακοπεί. Ενώ, αν τύχει και κάποια αρνητική εξέλιξη, τότε οι αποδόσεις του θα ξεφύγουν, θέτοντας σε κίνδυνο το πρόγραμμα εξόδου στις αγορές…

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο αποκαλύπτεται ότι ακόμη κι εντός της Ευρωζώνης, οι περίφημοι σιδερένιοι κανόνες λειτουργίας, που υποτίθεται δημιουργήθηκαν για να αποκλείουν κάθε διακριτική εφαρμογή, ελαστικοποιούνται σε βαθμό ακυρώσεως όταν πρέπει να εξυπηρετηθεί μια φιλική, δεξιά κυβέρνηση όπως της ΝΔ στην Ελλάδα, που αναντίρρητα και ασμένως σπεύδει να εφαρμόζει την πιο αντιλαϊκή πολιτική: από την αποστολή στρατού στο Σαχέλ μέχρι την υλοποίηση ενός προγράμματος πράσινης μετάβασης καθ’ υπόδειξη των γερμανικών μονοπωλίων, που είναι σε βάρος και των εργαζόμενων και του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, η αλα καρτ εφαρμογή των κανόνων της ευρωζώνης δείχνει σε όποιο κόμμα είναι στη σειρά να γίνει χαλίφης στη θέση του …χαλίφη ότι όλα επιτρέπονται αρκεί να γίνουν οι δέουσες υποχωρήσεις και οι αναγκαίοι συμβιβασμοί…

Σε διαφορετική περίπτωση τη θέση των υψηλών προσδοκιών, που επιτρέπουν στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών να κάνει το 2022 αγώνα δρόμου ώστε όταν θα λήξει οριστικά ακόμη και το πρόγραμμα επανατοποθέτησης, να έχει εισέλθει στην επενδυτική βαθμίδα, θα διαδεχθεί η σκληρή πραγματικότητα. Αυτή που κρύβεται συστηματικά από τα εγχώρια ΜΜΕ (για να μην θιγεί το κύρος της κυβέρνησης Μητσοτάκη) και θέλει τα ελληνικά ομόλογα από το 2009 μέχρι και σήμερα να είναι επιλέξιμα μόνο για κερδοσκόπους, όπως δηλώνει η αξιολόγησή τους, από τους τρεις μεγαλύτερους οίκους αξιολόγησης. Και να βρίσκονται στην ίδια επενδυτική βαθμίδα με τα ομόλογα από τις Μπαχάμες, τη Σενεγάλη και την εξωτική Αρούμπα της Καραϊβικής…

Κι όμως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να μην πληρωθεί! (Nexus, Μάιος 2015)

frankΠολλές μέρες πριν τις βουλευτικές εκλογές που σηματοδότησαν το τέλος των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, στις 9 Ιανουαρίου 2015, ένα εξέχων μέλος της Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο Μπενουά Κερέ, σε συνέντευξη που είχε δώσει στο παγκόσμιας απήχησης δίκτυο France 24, είχε αποκλείσει οποιοδήποτε ενδεχόμενο ακόμη και κουρέματος των ελληνικών ομολόγων που διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό της η ΕΚΤ: «Είναι παράνομη και αντίκειται στις συνθήκες η αναδιάρθρωση του χρέους ενός κράτους που διατηρεί η κεντρική τράπεζα. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες είναι πολύ σαφείς σε αυτό το θέμα», ήταν τα λόγια του.

Λεωνίδας Βατικιώτης        

Η προσπάθειά του στελέχους της ΕΚΤ να τερματίσει κάθε σχετική συζήτηση αφορούσε το παρελθόν και το …μέλλον. Συγκεκριμένα σχετιζόταν αρχικά με την νύξη εκ μέρους του ΔΝΤ το καλοκαίρι του 2013 στην ανάγκη κουρέματος μέρους της αξίας των ελληνικών ομολόγων ή δανείων που κρατούν οι Ευρωπαίοι.

Από τα δύο κακά το …χειρότερο

Ήταν μια συζήτηση που εκπορευόταν από τις στενές ανάγκες του διεθνούς οργανισμού που έχει την έδρα του στις ΗΠΑ, δηλαδή να εμφανιστεί σύννομο με τις καταστατικές του προβλέψεις βάσει των οποίων απαγορεύεται να δανείζει χώρες με μη βιώσιμο χρέος, όπως η Ελλάδα, το χρέος της οποίας, όπως περιγράφεται στην Πέμπτη Έκθεση Αξιολόγησης του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής της Ελλάδας από το ΔΝΤ (Ιούνιος 2014) το 2020 θα διαμορφωθεί στο 127,7% του ΑΕΠ, πολύ υψηλότερα δηλαδή από το όριο βιωσιμότητας του 120% που θέτει το ίδιο το ΔΝΤ. «Ακουμπούσε» ωστόσο σε μια κοινώς αποδεκτή αλήθεια: ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος ύψους 124 δισ. ευρώ ή 175% του ΑΕΠ, δεν είναι δυνατό να αποπληρωθεί. Ήταν μια συζήτηση που κόπηκε λίγο απότομα, με την περίφημη απάντηση του γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στον έλληνα ομόλογό του Γιάννη Στουρνάρα, «…forget it Yiannis» («ξέχνα το Γιάννη»), αφήνοντας όμως σημαντικά εκτεθειμένη πολιτικά την ελληνική κυβέρνηση που δεν αξιοποίησε την ευκαιρία. Κι αντί να απαιτήσει ένα μικρό έστω κούρεμα των ομολόγων ή των δανείων, εναπόθεσε για πολλοστή φορά την τύχη του χρέους στους Ευρωπαίους, επιδεικνύοντας μια απαράμιλλη ικανότητα κάθε φορά από τα δύο κακά (ΔΝΤ και Ευρωπαίοι, εν προκειμένω) να επιλέγει το χειρότερο…

Η απάντηση του Μπενουά Κερέ στο France 24 έβλεπε και στο μέλλον, το εγγύς μάλιστα μέλλον. Συγκεκριμένα, στις 20 Ιουλίου και 20 Αυγούστου 2015, όταν η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώσει 3,5 και 3,2 δισ. ευρώ αντίστοιχα για ομόλογα που έχει στο χαρτοφυλάκιό της η ΕΚΤ. Το πόσο ακανθώδες είναι το πρόβλημα της αποπληρωμής των συγκεκριμένων ομολόγων, φάνηκε και από την ομιλία του υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, στο συνέδριο του βρετανικού περιοδικού Εκόνομιστ στην Αθήνα,  στις 15 Μαΐου, όταν δήλωσε ορθά κοφτά πως «αυτά τα ομόλογα θα πρέπει να σταλούν στο απώτερο μέλλον. Αυτό είναι ξεκάθαρο»! Παραμένοντας άγνωστο τι θα συμβεί όταν τελικά η κυβέρνηση υποχωρήσει πλήρως στα αιτήματα των δανειστών και εισρεύσει η περίφημη δόση των 7,2 δισ. ευρώ και τερματιστεί έτσι η χρηματοδοτική ξηρασία που πλήττει την ελληνική επικράτεια από τον Αύγουστο του 2014, όταν καταβλήθηκε η τελευταία δόση εκ μέρους των πιστωτών, το σίγουρο είναι πως ακόμη κι η πιο συντηρητική, ενδοτική πτέρυγα της κυβέρνησης κατανοεί την αδυναμία αποπληρωμής των 6,7 δισ. στην ΕΚΤ. Υποχρέωση που μετατρέπεται σε σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, αν λάβουμε υπ’ όψη μας την αδικαιολόγητη συνέπεια που επιδείκνυε η κυβέρνηση τόσους μήνες, πληρώνοντας μέχρι τελευταίου ευρώ τους δανειστές, όταν οι ίδιοι δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις τους μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κι η έγκαιρη καταβολή των δόσεων.

Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι κατά πόσο η Ελλάδα, ως κυρίαρχο κράτος, είναι υποχρεωμένη να πληρώσει την ΕΚΤ… Η απάντηση προφανώς σε αυτό το ερώτημα δεν προκύπτει αυστηρά και μόνο από τα όσα γράφονται στις συνθήκες, όπως δήλωσε το μέλος της διοίκησης της ΕΚΤ, Μπενουά Κερέ.

Η Ελλάδα δεν πρέπει και μπορεί να μην πληρώσει τα ομόλογα της ΕΚΤ που λήγουν Ιούλιο και Αύγουστο, επικαλούμενη πολλούς και σοβαρότατους λόγους.

ΕΚΤ: Ο τρίτος μεγαλύτερος πιστωτής της Ελλάδας

Ορίζοντας κατ’ αρχήν το …πρόβλημα που αποτελεί η ΕΚΤ για την Ελλάδα, να αναφέρουμε ότι (μέχρι και τον Απρίλιο του 2015) ο θεματοφύλακας του ευρώ ήταν ο τρίτος στη σειρά μεγαλύτερος πιστωτής της Ελλάδας (μετά την ευρωζώνη και το ΔΝΤ) διατηρώντας χρέος ύψους 27 δισ. ευρώ. Οι αγορές των συγκεκριμένων ομολόγων ξεκίνησαν τον Μάιο του 2010 και τελείωσαν τον Σεπτέμβριο του 2012, στο πλαίσιο του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων (Security Markets Program, SMP). Στη διάρκεια των 2,5 περίπου αυτών χρόνων η ΕΚΤ αγόρασε ομόλογα αξίας 55 δις. ευρώ από την Ελλάδα που μετά τις σταδιακές αποπληρωμές μειώθηκαν στα επίπεδα των 27 δις. ευρώ. Η ΕΚΤ επίσης αγόρασε ομόλογα κι από άλλες χώρες που βρέθηκαν στην δίνη της κρίσης χρέους: την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, που σήμερα οφείλουν στην Φρανκφούρτη 74 δις., 28 δις, 14 δις, και 9 δις. ευρώ αντίστοιχα. Η ΕΚΤ αγόρασε τα κρατικά ομόλογα κυρίως από την δευτερογενή αγορά, που σημαίνει ότι τα αγόρασε σε τιμές πολύ χαμηλότερες από την ονομαστική τους αξία. Την περίοδο που αναφερόμαστε, όταν εγκατέλειπαν μαζικά τις τοποθετήσεις στα ελληνικά ομόλογα επενδυτές που τα προτιμούσαν ως χαμηλού ρίσκου, οι τιμές τους στην δευτερογενή αγορά είχαν φτάσει να πουλιούνται ακόμη και κάτω του 50%. Με άλλα λόγια τα ομόλογα ονομαστικής αξίας 27 δις. ευρώ που έχει η ΕΚΤ μπορεί να αγοράστηκαν ακόμη και με 10 δις. ευρώ. Η απαίτηση επομένως να αποπληρωθούν σήμερα στην ονομαστική τους αξία ξεπερνάει ακόμη και τα ήθη των τοκογλύφων… Αξίες σημαντικά υποδεέστερες της ονομαστικής τους αντιπροσωπεύουν και τα ομόλογα που αγοράστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος που διαδέχθηκε τις Αγορές Τίτλων (SMP), το πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (Outright Monetary Transactions ή OMT), που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2012 προκαλώντας τη ραγδαία μείωση των επιτοκίων των ισπανικών και ιταλικών ομολόγων. Στο πλαίσιο του η ΕΚΤ δέχθηκε οι ιδιωτικές τράπεζες να αφήνουν ως ενέχυρο ομόλογα για να μπορούν να χρηματοδοτούνται. Μάλιστα μέχρι τις 4 Φεβρουαρίου δεχόταν και ελληνικά ομόλογα, ξεπερνώντας το εμπόδιο της αξιολόγησής τους στην κατηγορία των σκουπιδιών, με το σκεπτικό ότι η Ελλάδα ήταν σε πρόγραμμα από την ΕΕ και το ΔΝΤ το οποίο εγγυούταν το αξιόχρεο των συγκεκριμένων ομολογιών. Η δυνατότητα αυτή τερματίστηκε με απόφαση που έλαβε η ΕΚΤ στις 4 Φεβρουαρίου, κι η οποία εφαρμόστηκε στις 11 Φεβρουαρίου, αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο μια δυνατότητα φθηνού κι έμμεσου δανεισμού του δημοσίου, καθώς τα ελληνικά ομόλογα που κατέληγαν στην ΕΚΤ χρηματοδοτούσαν το δημόσιο. Αδιαμφισβήτητα, ήταν μια απόφαση καθαρά πολιτική, που λήφθηκε με μοναδικό κριτήριο να ασκηθεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση στη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ώστε να ολοκληρώσει την αξιολόγηση που ξεκίνησαν ΕΕ και ΔΝΤ από το φθινόπωρο του 2014 και, το σημαντικότερο, να δεχθεί τα μέτρα που περιλάμβανε το μέιλ Χαρδούβελη στην Τρόικα.

Τοκογλυφικό κούρεμα

ecb col

Τεράστια σημασία ωστόσο έχει πως ακόμη και για όσο καιρό διαρκούσε η δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να δίνουν ως ενέχυρο τα ελληνικά ομόλογα τους στην ΕΚΤ επιβαλλόταν ένα κούρεμα, ύψους 57%, εντελώς αδικαιολόγητο. Για την ακρίβεια ήταν τιμωρητικό κι εκδικητικό, όπως και τα Μνημόνια που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα. Ο αυθαίρετος χαρακτήρας του κουρέματος που επιβλήθηκε στα ελληνικά ομόλογα τα οποία ενεχυρίαζαν οι ελληνικές τράπεζες αποδεικνύεται καλύτερα αν αντιπαραβάλλουμε το κούρεμα στα ελληνικά ομόλογα (57%), με το κούρεμα στα πορτογαλικά (13%), ιρλανδικά (5%), ισπανικά (5%) και ιταλικά (5%), όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε.

 

Το κούρεμα στα ελληνικά ομόλογα δεν ήταν άδικο μόνο αν το συγκρίναμε με τι ίσχυε σε άλλες χώρες, αλλά ακόμη και στο χρόνο. Αναφέρει για την ακρίβεια ο υποδιοικητής της Τράπεζας Ελλάδας, Ιωάννης Μουρμούρας, στο βιβλίο του με τίτλο Η διπλή κρίση (τόμος Β’, σελ. 115, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2014): «Η ΕΚΤ θα έπρεπε ήδη να είχε μειώσει το ποσοστό αυτό καθότι σαφώς και δεν αντανακλά πλέον τη σημερινή πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Συγκεκριμένα, 15 μήνες μετά την επανέκδοση της σχετικής κατευθυντήριας γραμμής της ΕΚΤ το Μάρτιο του 2013 (βλ. Άρθρο 7, αναστολή των απαιτήσεων όσον αφορά τα ελάχιστα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης για ορισμένους εμπορεύσιμους τίτλους) η χώρα έχει επιτύχει σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα για το 2013 και την επιστροφή της στις διεθνείς αγορές, με το ελληνικό spread σήμερα να έχει υποχωρήσει περισσότερο από το μισό (από τις 1.000 μονάδες βάσης σε λιγότερες από 500 μονάδες βάσης). Αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με την Πορτογαλία, καθώς το ποσοστό κουρέματος των πορτογαλικών ομολόγων ανέρχεται μόλις στο 13%, τη στιγμή μάλιστα που η χώρα είχε πρωτογενές έλλειμμα και είχε προχωρήσει στην έκδοση πενταετών ομολόγων ύψους 2,5 δις. ευρώ μόλις 2 μήνες νωρίτερα με spread στις 500 μονάδες βάσης (23/01/2013). Μάλιστα, ακόμη και σήμερα, παρά την επιστροφή της Πορτογαλίας στις αγορές και την έξοδό της από το Μνημόνιο, η πιστοληπτική της ικανότητα έχει αξιολογηθεί ως ΒΒ+ που την κατατάσσει στην κερδοσκοπική κατηγορία της κλίμακας αξιολόγησης (speculative grade) και όχι στην επενδυτική κατηγορία (investment grade) στην οποία κάνει αναφορά η προαναφερθείσα απόφαση της ΕΚΤ. Προφανώς, ανακύπτει το ερώτημα πότε θα υπάρξει νέα απόφαση του ΔΣ της ΕΚΤ που θα αναπροσαρμόζει τις τιμές της περικοπής αποτίμησης σε όλες τις διάρκειες, ώστε να αντανακλά καλύτερα την τρέχουσα οικονομική πραγματικότητα».

Η τραγωδία είναι πως η νέα απόφαση της ΕΚΤ ήρθε, αλλά αντί να διορθώνει τις αδικίες που επέβαλε ακόμη και την περίοδο που στην κυβέρνηση βρίσκονταν κόμματα της αρεσκείας της, δηλαδή πρόθυμα να εφαρμόσουν την πιο δρακόντεια λιτότητα, ενέτεινε αυτές τις αδικίες, καθώς απαγόρευσε στις τράπεζες ακόμη και να ενεχυριάζουν ελληνικά ομόλογα…

Ελλάδα και Κύπρος, οι απόβλητοι της Ποσοτικής Χαλάρωσης

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνέχισε να ασελγεί, με πολλούς τρόπους, εναντίον της ελληνικής οικονομίας όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Ξεχωρίζουν δύο: ο αποκλεισμός της Ελλάδας, όπως και της Κύπρου, από το πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (Quantitative Easing) και η ενεργός συμμετοχή της ΕΚΤ στην προσπάθεια στραγγαλισμού της ελληνικής οικονομίας, μέσω της ελεγχόμενης χορήγησης ρευστότητας από τον Μηχανισμό Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance).

Το πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2015 και προβλέπεται να διαρκέσει μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2016, περιλαμβάνει ενέσεις ρευστού στην οικονομία ύψους 60 δις. ευρώ τον μήνα ή 1,1 τρις. ευρώ συνολικά. Επίσημος στόχος του προγράμματος ήταν η αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας και η αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού, δηλαδή της τάσης μείωσης των τιμών, όπως φαίνεται και στο διάγραμμα που παραθέτουμε, γνήσιο δημιούργημα των υφεσιακών μέτρων.

Πληθωρισμός στην ευρωζώνη

plithor

Πραγματικός στόχος της Ποσοτικής Χαλάρωσης ήταν ωστόσο η ενίσχυση των τραπεζών, καθώς πήραν νέα δάνεια από την ΕΚΤ παραχωρώντας της ακόμη και αμφισβητούμενης αξίας ομόλογα. Τα αποτελέσματα της Ποσοτικής Χαλάρωσης φάνηκαν πολύ σύντομα στις οικονομικές καταστάσεις των τραπεζών. Με βάση ανακοίνωση Τύπου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με ημερομηνία 12 Απριλίου 2015 (Press Release, Monetary Developments in the Euro Area: March 2015), ετησίως η συνολική πίστωση στους κατοίκους της ευρωζώνης αυξήθηκε τον Μάρτιο του 2015 κατά 0,4%, όταν τον προηγούμενο μήνα ήταν στάσιμη, στο 0%. Βελτίωση εμφανίζουν κι όλοι οι επιμέρους δείκτες, που απεικονίζονται στην ανακοίνωση της ΕΚΤ. Για παράδειγμα τα δάνεια στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν σε ετήσια βάση τον Μάρτιο κατά 0,1%, όταν τον προηγούμενο μήνα είχε καταγραφεί συρρίκνωση, δηλαδή μείωση κατά 0,1%. Επίσης, τα δάνεια στα νοικοκυριά παρέμειναν σταθερά, στο 0%, τον Μάρτιο, όταν έναν μήνα πριν, τον Φεβρουάριο, εμφάνισαν μείωση κατά 0,2%, κ.λπ., κ.λπ. Κι όλα αυτά μέσα σε έναν μόλις μήνα! Η Ποσοτική Χαλάρωση επομένως δούλεψε. Μπορεί να μην είχε θεαματικά αποτελέσματα και να περιορίστηκε η επίδρασή της σε ένα δέκατο της μονάδας, μπορεί τα αποτελέσματά της να κατανεμήθηκαν άνισα με την Γερμανία να αποδεικνύεται για πολλοστή φορά ο μεγάλος κερδισμένος, όπως φαίνεται κι από τις αποδόσεις του 10ετούς γερμανικού ομολόγου στο διάγραμμα που παραθέτουμε, μπορεί ο πακτωλός ρευστού που απελευθερώθηκε και θα συνεχίσει να χορηγείται στην οικονομία να δημιουργεί νέες ανησυχίες για φούσκα, η Ποσοτική Χαλάρωση ωστόσο ικανοποίησε τις προσδοκίες των εμπνευστών της.

Απόδοση 10ετούς γερμανικού ομολόγου

apodosi

Μόνο που η Ποσοτική Χαλάρωση δεν ήταν για όλα τα μέλη της ευρωζώνης. Δύο μέλη, η Ελλάδα και η Κύπρος, έμειναν εκτός νυμφώνος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι είναι οι χώρες που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη για ρευστότητα! Για προφανώς πολιτικούς λόγους, η Φρανκφούρτη αρνήθηκε την συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου, έτσι ώστε οι κυβερνήσεις τους να μην έχουν καμιά άλλη δυνατότητα στήριξης της οικονομίας και να είναι απόλυτα εξαρτημένες από το πράσινο φως που θα δώσουν οι πιστωτές.

Ερμητικά κλειστή η στρόφιγγα της ρευστότητας

Ασφυξία προκαλεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην ελληνική οικονομία και μέσω των χειρισμών της στον Μηχανισμό Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας (ELA), δια του οποίου επιχειρείται να καλυφθεί το κενό που αφήνει στις τράπεζες η φυγή καταθέσεων. Να σημειωθεί πως από τον Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Απρίλιο του 2015 οι καταθέσεις έχουν μειωθεί κατά 30 δις. ευρώ (ενώ, αν συγκρίνουμε με το επίπεδο του Ιανουαρίου του 2010, όταν οι καταθέσεις κατέγραψαν ρεκόρ στα 238 δις. ευρώ, οι απώλειες ανέρχονται στα 104 εκ. ευρώ). Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αφότου έκλεισε ερμητικά την στρόφιγγα δανεισμού των τραπεζών μέσω της ενεχυρίασης κρατικών ομολόγων, πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια ταπείνωσης της ελληνικής κυβέρνησης χορηγώντας ρευστότητα με το σταγονόμετρο, δηλαδή σε πολύ μικρότερα επίπεδα από αυτά που έχουν ανάγκη οι τράπεζες. Το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση τις εβδομαδιαίες σχεδόν ανακοινώσεις της ΕΚΤ η έκτακτη παροχή ρευστότητας διαμορφωνόταν στα ακόλουθα σωρευτικά επίπεδα: 5/2: 59,5 δις., 12/2: 65 δις., 18/2: 68,3 δις., 12/3: 69,4 δις., 18/3: 69,8 δις., 25/3: 71 δις., 1/4: 71,7 δις., 9/4: 73,2 δις. 14/4: 74 δις., 22/4: 75,5 δις., 29/4: 76,9 δις., 6/5: 78,9 δις., 12/5: 80 δις. ευρώ. Είναι προφανές, ότι αν από την πρώτη μέρα που οι ελληνικές τράπεζες έμειναν με τον μηχανισμό του ELA να είναι η μοναδική τους σανίδα σωτηρίας, η ΕΚΤ είχε αυξήσει τα ποσά στο επίπεδο που ζητούσαν οι τράπεζες ή ακόμη και στα 80 δις. ευρώ, εκεί δηλαδή που έφτασε ο ELA στις 12 Μαΐου, τότε δεν θα ζούσαμε το θρίλερ που παρακολουθούμε, καθώς η επαρκής ρευστότητα θα είχε αποτρέψει και το κύμα φυγής καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες. Τότε, όμως, πώς θα εκβίαζαν οι «θεσμοί» την κυβέρνηση;

Με βάση τα παραπάνω, πολλά από τα οποία συζητήθηκαν και στην Επιτροπή Αλήθειας Δημοσίου Χρέους στο πλαίσιο της δεύτερης ολομέλειάς της μεταξύ 4 και 7 Μαΐου, είναι εμφανές ότι Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξεπέρασε αλλεπάλληλες φορές τις αρμοδιότητές της και μετατράπηκε σε πολιτικό κέντρο. Ενδεικτικά, η ΕΚΤ δεν έχει καμιά αρμοδιότητα από το καταστατικό της να παρεμβαίνει σε ζητήματα μακροοικονομικής πολιτικής, όπως επανειλημμένως έχει κάνει στην Ελλάδα. Υπέρβαση που, είναι αναγκαίο να ειπωθεί, ουδέποτε θα είχε συμβεί αν η Ελλάδα δεν είχε εκχωρήσει τη νομισματική της κυριαρχία στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα η κεντρική τράπεζα από όργανο της κυβέρνησης να έχει μετατραπεί σε αδίστακτο όργανο των πιστωτών. Επομένως, στο έδαφος των παραβιάσεων του καταστατικού της ΕΚΤ, η ελληνική κυβέρνηση κάλλιστα μπορεί να προβεί σε μονομερείς ενέργειες αρνούμενη να πληρώσει τον θεματοφύλακα του ευρώ και να ανακοινώσει έτσι πως αρνείται να ξεχρεώσει τα ομόλογα αξίας 27 δις. ευρώ που διατηρεί η ΕΚΤ στο χαρτοφυλάκιό της.

Κούφιες απειλές και πραγματικές πιέσεις στην οικονομία (Πριν, 11/1/2015)

agoresΜε ομοβροντία απειλητικών δηλώσεων και δημοσιευμάτων επιχειρούν οι πιστωτές και η αστική τάξη να δημιουργήσουν κλίμα τρόμου για την επόμενη μέρα των εκλογών, ακυρώνοντας εκ προοιμίου κάθε σκέψη διαφοροποίησης από την γραμμή της Τρόικας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Πρώτοι απ’ όλους βγήκαν οι τραπεζίτες που έκρουσαν το καμπανάκι του κινδύνου επειδή το Νοέμβριο έφυγαν από τις τράπεζες καταθέσεις ύψους 3 δισ. ευρώ κι έτσι έφτασαν τα 161 δισ. ευρώ. Ωστόσο, μια ματιά να ρίξει κανείς στο ύψος των καταθέσεων θα διαπιστώσει ότι όλο το 2011, ακόμη και τον Ιανουάριο του 2014, οι καταθέσεις κυμαίνονταν σε αυτό ακριβώς το ύψος: 161 δισ. ευρώ! Τώρα τους έπιασε η ανησυχία για τη φυγή κεφαλαίων; Άλλωστε, αν έχουν πρόβλημα μπορούν να ζητήσουν την επιβολή φραγμών στην κίνηση κεφαλαίων, όπως επιβλήθηκαν στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2013…

Πρόβλημα εμφανίζουν και τα δημόσια έσοδα σύμφωνα με κυβερνητικές διαρροές, που αποδίδουν μάλιστα τις χαμηλές εισπράξεις του Δεκεμβρίου (κάτω από 5 δισ. ευρώ), παρά την πληρωμή των τελών κυκλοφορίας και της τέταρτης δόσης του ΕΝΦΙΑ, στις προσδοκίες των πολιτών για φιλολαϊκές αλλαγές στην φορολογία. Η αλήθεια είναι ότι τα δημόσια έσοδα άρχισαν να υπολείπονται των στόχων από την στιγμή που ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς άλλαξε τη διοίκηση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Εσόδων. Έκτοτε σταμάτησαν να πληρώνουν φόρους και τα χονδρά πορτοφόλια που είχαν βρει τον μπελά τους με την Γενική Γραμματεία. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι οι προσδοκίες, που μακάρι να πιάσουν τόπο, αλλά η μόνιμη φορολογική στάση πληρωμών του μεγάλου κεφαλαίου.

Νερό στο μύλο της κινδυνολογίας έριξε κι ο υπουργός Οικονομικών Γκίκας Χαρδούβελης που με συνέντευξή του στην αμερικανική εφημερίδα Γουόλ Στριτ Τζέρναλ προειδοποίησε ότι λόγω του κλίματος αβεβαιότητας θα χαθεί το μισό ποσοστό ανάπτυξης της οικονομίας που είχε προϋπολογισθεί. Ο πρώην τραπεζίτης έχει δίκιο. Η ανάπτυξη θα είναι όμως πολύ μικρότερη της προϋπολογισμένης επειδή η πρόβλεψη του 2,9% ήταν παντελώς αυθαίρετη και προπαγανδιστική!

Το θέμα ωστόσο είναι ότι ακόμη κι αυτές οι γελοίες πιέσεις χρησιμοποιούνται από τον ΣΥΡΙΖΑ για να εμφανιστεί ως επιβεβλημένη η στροφή προς τα δεξιά…

Ο εσωτερικός δανεισμός παραμένει ρεαλιστική δυνατότητα για την κάλυψη των ελλειμμάτων

Στο ίδιο μήκος κύματος χωρίς όμως τυμπανοκρουσίες και δημόσιες επιθέσεις, το διεθνές κεφάλαιο δημιουργεί κι αυτό τους όρους που θα επιβάλλουν την συμμόρφωση και την πειθάρχηση της επόμενης κυβέρνησης, πιθανότατα του ΣΥΡΙΖΑ. Η άνοδος των αποδόσεων του 10ετούς ομολόγου σε επίπεδα άνω του 10% και του 3ετούς ομολόγου, που εκδόθηκε από την κυβέρνηση Σαμαρά πέρυσι, σε επίπεδα άνω του 14%, σημαίνουν ότι οι πόρτες των αγορών είναι αυτή τη στιγμή ερμητικά κλειστές. Τυχόν σχέδια που στηρίζονται σε διεθνείς εκδόσεις ομολόγων για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της κυβέρνησης, επί του παρόντος είναι ανεφάρμοστα. Οι αγορές επομένως, κι επειδή αυτό ακούγεται απρόσωπο, τα πολιτικά κέντρα που βρίσκονται από πίσω τους, έχουν διαμορφώσει ήδη τους όρους ώστε στις διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν με τους δανειστές την επομένη κιόλας του σχηματισμού της κυβέρνησης, με το Γιούρογκρουπ πιθανά στις 26 Ιανουαρίου να δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα, η Ελλάδα να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο.

Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι τα 7,6 δισ. ευρώ της Τρόικας, που αναμένονται για να πληρωθούν υποχρεώσεις ύψους 4,8 δισ. ευρώ που λήγουν το πρώτο τρίμηνο (0,5 τον Ιανουάριο, 2,1 τον Φεβρουάριο και 2,2 δισ. ευρώ τον Μάρτιο), δεν αποτελούν την μοναδική λύση για την επόμενη κυβέρνηση. Ανοιχτός για παράδειγμα παραμένει ο δρόμος του εσωτερικού δανεισμού μέσω έκδοσης εντόκων γραμματίων, για να μείνουμε μόνο στις πιο ήπιες και καθόλου συγκρουσιακές λύσεις.

Το ύψος των σχετικών εκδόσεων έφτασε τα 47,01 δισ. ευρώ το 2012, τα 44,7 δισ. το 2013 τα 40,6 δισ. το 2014 (με βάση εκτιμήσεις), ενώ για το 2015 αναμένεται να μειωθεί το σχετικό ποσό στα 38 δισ. ευρώ. Γιατί επομένως να μην φτάσει εκεί που ήταν το 2012; Ο μόνος λόγος είναι ότι δεν το εγκρίνει η Τρόικα…

Η απορρόφηση των εντόκων για την κάλυψη εκείνων των χρηματοδοτικών αναγκών που θα κρίνει ως νόμιμες και θεμιτές να πληρωθούν η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: Πρώτο, μέσω των τραπεζών. Συνέπειες στη συνολική ρευστότητα της οικονομίας δεν θα υπάρχουν γιατί ούτως ή άλλως οι κρουνοί των δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά παραμένουν κλειστοί. Ο δεύτερος τρόπος είναι μέσω των αποταμιευτών. Να απευθυνθεί δηλαδή το ελληνικό δημόσιο στους καταθέτες με ένα ελκυστικό επιτόκιο, δηλαδή ανώτερο του τραπεζικού (προφανώς …ευκολάκι λόγω του ότι τα επιτόκια καταθέσεων αν δεν είναι τότε τείνουν στο μηδέν) και να μαζέψει όλο το εναπομείναν ρευστό της αγοράς. Το μόνο πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι πως οι αγαπητοί μας τραπεζίτες θα αποδεικνύονταν για μια ακόμη φορά …γυμνοί, παρότι έχουν στραγγίξει τον δημόσιο κορβανά επί 7 ολόκληρα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα, στην περίπτωση του εσωτερικού δανεισμού, είναι των τραπεζιτών. Όχι του δημοσίου…

 

Οι πιστωτές όρισαν ήδη την μετεκλογική ατζέντα (Πριν, 14 Δεκεμβρίου 2014)

aseΩς τεκμήριο αποτυχίας κι όχι σήμα κινδύνου έπρεπε να ερμηνευτεί η ελεύθερη πτώση των τιμών των μετοχών κι η νέα άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων την προηγούμενη εβδομάδα κι ειδικότερα μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι επισπεύδει την διαδικασία εκλογής προέδρου της Δημοκρατίας. Η πτώση του γενικού δείκτη κατά 20,18% στις 824 μονάδες που προκάλεσε απώλειες 14 δισ. ευρώ στην κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου (από 64 δισ. ευρώ την Δευτέρα σε 51 δισ. την Παρασκευή) κι η άνοδος των αποδόσεων των 10ετών ομολόγων σε επίπεδα άνω του 9% (όταν μάλιστα τα αντίστοιχα Ιρλανδικά, Ισπανικά και Ιταλικά κινούνται σε επίπεδα 1,29%, 1,92% και 2,07% αντίστοιχα) έχει μία και μοναδική ερμηνεία: πώς 4,5 χρόνια μετά την εφαρμογή των θεραπειών – σοκ της Τρόικας, που ως διακηρυγμένο στόχο είχαν την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και την ανάκαμψη του ιδιωτικού τομέα, τόσο ο δημόσιος όσο κι ο ιδιωτικός στηρίζονται σε πήλινα πόδια. Τα θεμελιώδη μεγέθη ουδόλως έχουν βελτιωθεί κι αρκεί ένα φύσημα του ανέμου ή μια κουταμάρα της Βούλτεψη για να σαρωθεί ό,τι χτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια, αποδεικνύοντας πως τα αντιλαϊκά μέτρα (από μείωση μισθών, αποζημιώσεων και φόρων μέχρι φιλελευθεροποίηση αγορών) κατά κανέναν τρόπο δεν βοήθησαν να ξεπεραστεί η κρίση, που συνεχίζει να είναι παρούσα και να απειλεί. Αλλιώς, …θέλει απύθμενο θράσος ώστε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και αγορές να χρησιμοποιούν στην πολιτική τους επιχειρηματολογία τους κλυδωνισμούς των αγορών και να κινδυνολογούν, ενώ κανονικά θα έπρεπε να απολογούνται…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι πώς τα χάλια της οικονομίας δεν έγιναν αντιληπτά την Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου το βράδυ όταν η κυβέρνηση δια στόματος της κυβερνητικής εκπροσώπου αναγκάστηκε να ορίσει την 17η Δεκεμβρίου ως μέρα έναρξης των ψηφοφοριών στη Βουλή για την εκλογή προέδρου, αμέσως μετά μάλιστα από τις δηλώσεις του προέδρου του Συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, Γ. Ντάισελμπλουμ, πείθοντας τους πάντες πως η ανακοίνωση ήταν προϊόν ανάγκης, δηλαδή έξωθεν επιβολής, κι όχι επιλογή. Τόσο ο Β. Βενιζέλος άλλωστε όσο κι ο Α. Σαμαράς είχαν επανειλημμένως διαψεύσει με δηλώσεις τους ότι υπάρχει ενδεχόμενο επίσπευσης των διαδικασιών. Γιατί να χάσουν έστω και μια μέρα τα οφέλη της εξουσίας; Τα μαύρα σύννεφα είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται, αν όχι τον Ιούλιο όταν η δεύτερη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του Αυγούστου σηματοδοτήθηκε από παταγώδη αποτυχία, μετά βεβαιότητας τον Σεπτέμβρη με αφορμή τις ανακοινώσεις του Σαμαρά ότι η Ελλάδα δε χρειάζεται νέο πακέτο βοήθειας. Στη συνέχεια η ηλεκτρονική αλληλογραφία με την Τρόικα κι η απροθυμία των επικεφαλής της να έρθουν στην Αθήνα βάραιναν ένα ήδη αρνητικό κλίμα που σφραγίστηκε με τον εκβιασμό των Ευρωπαίων την Δευτέρα το απόγευμα: Καμία συμφωνία χωρίς να ληφθούν επιπλέον αντιλαϊκά μέτρα, ούτε καν υπογραφή συμφωνίας για έγκριση της πιστοληπτικής γραμμής ECCL (Enhanced Conditions Credit Line) που προβλέπεται στο καταστατικό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας από μια κυβέρνηση με άδηλο μέλλον. Έτσι φτάσαμε στη συμφωνία για δίμηνη παράταση, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου, όσων μέχρι σήμερα ισχύουν και μετά, όταν πλέον θα έχει ορκιστεί η νέα κυβέρνηση, νέες διαπραγματεύσεις για τα μέτρα που θα συνοδεύουν την έγκριση της προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής, που προς ηχηρή διάψευση των κυβερνητικών εξαγγελιών κι επιθυμιών θα περιλαμβάνει και το ΔΝΤ. Όχι μόνο τους Ευρωπαίους. Μάλιστα, είναι ήδη γνωστό και το «όχημα», EFF (Extended Fund Facility) το όνομά του, που θα χρησιμοποιηθεί από τον διεθνή ιμπεριαλιστικό οργανισμό για να συνεχίσει την επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας που θα συνοδεύει την χορήγηση των 16,3 δισ. ευρώ που υπολείπονται (3,5 δισ. από τον υφιστάμενο έλεγχο και 12,8 δισ. για το 2015 έως τον Μάρτιο του 2016).

Απαραίτητο συνοδευτικό της έγκρισης της προληπτικής πιστωτικής γραμμής θα είναι η εφαρμογή νέων δρακόντειων μέτρων λιτότητας

Δεδομένου ωστόσο ότι όλα τα παραπάνω αφορούν στην μορφή της εποπτείας, το ενδιαφέρον δεν συγκεντρώνεται στο αμπαλάζ όσο στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Τα μέτρα, με άλλα λόγια, που πρόκειται να εφαρμοστούν έτσι ώστε να συνεχίσουν οι πιστωτές τις χρηματοδοτήσεις κι επίσης να απλώσουν ένα δίχτυ ασφαλείας στην ελληνική οικονομία. Εδώ ακριβώς μάλιστα έγκειται κι η πολιτική απάτη του Σαμαρά και του Βενιζέλου καθώς αρνήθηκαν μεν να ψηφίσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που απαίτησε η Τρόικα για να προχωρήσει στη συμφωνία, από την άλλη όμως με κανέναν τρόπο δεν έχουν αρνηθεί ότι θα τα ψηφίσουν αν περάσουν τον κάβο της προεδρικής εκλογής (ενδεχόμενο σχεδόν απίθανο) ή αν κερδίσουν τις εκλογές. Το αντάρτικο τους, με άλλα λόγια, δεν ήταν παρά ένας ελιγμός, μια κίνηση τακτικής που λάβαινε καλά υπ’ όψη της τις δυσκολίες που είχε πιθανή πρωτοβουλία ψήφισης των συγκεκριμένων μέτρων αυτήν ακριβώς τη συγκυρία. Διαφορετικά ειπωμένο, οι Σαμαροβενιζέλοι μετέθεσαν χρονικά, δεν αρνήθηκαν την υιοθέτηση των αντιλαϊκών μέτρων. Ουκ ολίγες φορές άλλωστε στο παρελθόν έχουν ψηφίσει τα ίδια κι ακόμη χειρότερα μέτρα…

Λόγω του ότι η τρέχουσα αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας θα ήταν η τελευταία στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος, από νωρίς η Τρόικα είχε κάνει γνωστό ότι δεν θα ερχόταν για τουρισμό, θυμίζοντας ότι τα μέτρα που όφειλε να λάβει η Αθήνα υπερέβαιναν τα 1.000! Επρόκειτο για υποχρεώσεις που είχαν ήδη αναληφθεί από Μνημόνια, τα οποία ψήφισαν από κοινού ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και κατά περίπτωση ΔΗΜΑΡ και ΛΑΟΣ, που όμως είτε λόγω πολιτικού κόστους ή λόγω διοικητικής δυσκαμψίας ουδέποτε ενσωματώθηκαν σε εφαρμοστικούς νόμους. Η Τρόικα είχε διαμηνύσει πώς απαιτούσε να ρυθμιστούν όλες οι εκκρεμότητες. Ζητούσε επομένως ένα νέο πολυνομοσχέδιο αντίστοιχης αγριότητας με τα τρία μνημόνια που ψηφίστηκαν τον Μάιο του 2010, με αφορμή την πρώτη δανειακή σύμβαση, τον Φεβρουάριο του 2012 με αφορμή την δεύτερη δανειακή σύμβαση και μισό χρόνο μετά, τον Νοέμβριο του 2012, με αφορμή την επαναγορά ελληνικών ομολόγων που ενέκρινε το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.

Οι απαιτήσεις της Τρόικας έγιναν με σαφήνεια γνωστές στην ελληνική κυβέρνηση με την επιστολή της 7ης Νοεμβρίου όπου περιγράφονταν τα 19 μέτρα, που ήταν τα προαπαιτούμενα για να ολοκληρωθεί επιτυχώς η αξιολόγηση μέχρι το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της 8ης Δεκεμβρίου. Σε αδρές γραμμές περιελάμβαναν: Την κάλυψη δημοσιονομικού κενού για το 2015 ύψους 2,6 δισ. ευρώ, που συνεπάγεται νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών και νέους φόρους. Τεράστια πολιτική σημασία έχει το γεγονός ότι από τότε μέχρι σήμερα έχει προστεθεί ένα επιπλέον δημοσιονομικό κενό, ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ, λόγω της σημαντικής υστέρησης που καταγράφουν τα δημόσια έσοδα τώρα! Η απόκλιση οφείλεται στην αντικατάσταση του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, Χάρη Θεοχάρη, στις 5 Ιουνίου 2014 η οποία φρέναρε αν δεν σταμάτησε πλήρως την πίεση που ασκούταν το αμέσως προηγούμενο διάστημα στην οικονομική ελίτ και τους προσωπικούς φίλους της κυβέρνησης για να πληρώσουν τους καταλογισθέντες φόρους. Τα νέα μέτρα, διπλάσια από το αρχικό ύψος, που θα απαιτηθούν από τους εργαζόμενους επομένως, με την ολοκλήρωση του «διαλλείματος για εκλογές», θα προέλθουν από την φοροδιαφυγή των κολλητών και χρηματοδοτών της κυβέρνησης… Τα υπόλοιπα μέτρα που ζήτησε η Τρόικα αφορούν: Αναθεώρηση της ρύθμισης, που κρίθηκε πολύ γενναιόδωρη, για τις υποχρεώσεις προς την εφορία μέχρι 100 δόσεις, άρση των περιορισμών για τους πλειστηριασμούς, ουσιαστική ανεξαρτητοποίηση της γενικής γραμματείας Εσόδων, νέο αντιασφαλιστικό νόμο που θα περιλαμβάνει κατάργηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και σημαντική μείωση της ελάχιστης σύνταξης, κατάργηση του χαμηλού φορολογικού συντελεστή που ισχύει στα νησιά και υπαγωγή τους στο 23%, φιλελευθεροποίηση των αγορών κατά τις υποδείξεις του ΟΟΣΑ, απελευθέρωση των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, ψήφιση του δικαιώματος ανταπεργίας από τη μεριά των εργοδοτών, νέο μισθολόγιο – πτωχολόγιο για τον δημόσιο τομέα με κατάργηση πολλών επιδομάτων, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων για να καλυφθεί η απόκλιση στους στόχους του τρέχοντος έτους (έσοδα κάτω από 700 εκ. έναντι στόχου 1,5 δισ. ευρώ) με επικέντρωση σε ΟΤΕ, ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΟΣΕ και περιφερειακά αεροδρόμια, απλοποίηση διαδικασιών αδειοδότησης, απελευθέρωση αγοράς φυσικού αερίου, κ.α.

Δε χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Όλα τα παραπάνω μέτρα και μαζί όσα νέα προκύψουν αποτελούν ένα συνεκτικό κυβερνητικό πρόγραμμα, ικανό να ανατρέψει όποια κυβέρνηση επιχειρήσει να το εφαρμόσει, από τον Μάρτιο του 2015. Είτε επιλέξει να το κάνει μία κι έξω είτε σποραδικά… Η διακύβευση επομένως των εκλογών έχει ήδη τεθεί από τους δανειστές: εφαρμογή ή απόρριψη αυτού του κοινωνικά ολέθριου προγράμματος!

Μέρα τριπλής αποκάλυψης η Πέμπτη 10 Ιουλίου (Πριν, 13 Ιουλίου 2014)

xardouvΤο ομόλογο με ρήτρα «φιάσκου» έδειξε πόσο ευάλωτη παραμένει η οικονομία

Θρύψαλα και συντρίμμια έγινε το όνειρο της κυβέρνησης να εμφανίσει την έξοδο στις αγορές της προηγούμενης Πέμπτης ως επιβράβευση της πολιτικής της. Το απροσδόκητο εμπόδιο που μετέτρεψε το όνειρο σε εφιάλτη, με αποτέλεσμα αντί για 3 δισ. ευρώ να συγκεντρώσει 1,5 δισ. κι αυτά μάλιστα με ασύμφορους όρους, δηλαδή επιτόκιο 3,5% (αντί για 3% που ανέμεναν) οδηγώντας τελικά την δεύτερη έξοδο στις αγορές σε παταγώδη αποτυχία, ήταν μια μίνι τραπεζική κρίση που ξέσπασε στην Πορτογαλία, την ίδια ακριβώς ημέρα. Ακαριαία οι τιμές των μετοχών κι οι γενικοί δείκτες στα χρηματιστήρια όλης της Ευρώπη έπεσαν και τα επιτόκια δανεισμού στα ομόλογα της ευρωπαϊκής περιφέρειας εκτοξεύθηκαν. Το σπρεντ (η διαφορά δηλαδή με το 5ετές γερμανικό) των πορτογαλικών ομολόγων κατέγραψε ρεκόρ 10ετίας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ερμηνεία της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν πως συγκυριακοί λόγοι οδήγησαν σε ναυάγιο την δεύτερη, μετά τον Απρίλιο, έκδοση ομολόγων. Και πράγματι έχει δίκιο, υπό την έννοια πως αν η έκδοση είχε προγραμματιστεί μια μέρα νωρίτερα, θα είχε συνοδευτεί από μεγαλύτερη επιτυχία. Παραλείπει ωστόσο να πει πως η καλύτερη ανταπόκριση που θα έβρισκε η έκδοση αν δεν πραγματοποιούταν σε μια συγκυρία που επανήλθαν οι χειρότερες μνήμες του πρόσφατου παρελθόντος θα ήταν κι αυτή αποτέλεσμα συγκυρίας κι όχι της αλλαγής μακροχρόνιων παραγόντων. Συγκεκριμένα, της πρωτοφανούς ρευστότητας που απελευθέρωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με το περίφημο «πακέτο Ντράγκι», το οποίο σύμφωνα με τις εξαγγελίες που συνόδευσαν την ανακοίνωσή του στις 5 Ιουνίου σχεδιάστηκε για να προσφέρει φθηνή χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Οι τράπεζες ωστόσο που το διαχειρίστηκαν είχαν άλλη γνώμη κι όλα φυσικά τα περιθώρια (λόγω ανύπαρκτης εποπτείας) ώστε η ρευστότητα της ΕΚΤ να γίνει τζόγος επί κρατικών ομολόγων. Αυτό το κλίμα επιχείρησε να εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση προγραμματίζοντας την έκδοση ομολόγων. Δεδομένου όμως, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, της άθλιας κατάστασης της ελληνικής οικονομίας οι όροι του δανεισμού αποδείχθηκαν καταστροφικοί, προς διάψευση του κλίματος ευφορίας που δημιουργεί η κυβέρνηση, ώστε να εμφανίσει ως αποτελεσματική την πολιτική της.

Η ολιγόωρη τραπεζική κρίση που ξέσπασε στην Πορτογαλία με επίκεντρο την τράπεζα BancoEspirituSanto (μια τράπεζα με πολύ βρόμικο παρελθόν καθώς στην Επανάσταση των Γαρυφάλλων το 1974 η ηγεσία της κλείστηκε στην φυλακή λόγω της συνεργασίας της με τον δικτάτορα Σαλαζάρ, ενώ η ίδια η τράπεζα εθνικοποιήθηκε) αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμη γιατί απέδειξε πόσο γυμνός εξακολουθεί να είναι ο …βασιλιάς. Όχι μόνο ο Έλληνας, πριν απ’ όλους ο Πορτογάλος. Η αποκάλυψη για την φούσκα επί της οποίας κάθεται ο συγκεκριμένος πολυσχιδής πορτογαλικός όμιλος (που δραστηριοποιείται επιπλέον σε υγεία, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κ.α.) υπογραμμίζει ότι: Πρώτο, οι τράπεζες της περιφέρειας εξακολουθούν να είναι μαύρες τρύπες. Παρά τις ενέσεις με τα δισ. που δέχτηκαν, παρά τα τεστ αντοχής και πολλά άλλα, εξακολουθούν να είναι χάρτινοι τίγρεις. Δεύτερο, η ίδια η πολυσυζητημένη ανάκαμψη είναι πολύ συζητήσιμο αν θα έρθει ποτέ. Ακόμη μάλιστα και με τους δικούς τους όρους, χωρίς δηλαδή επιστροφή του επιπέδου απασχόλησης ή των εισοδημάτων ακόμη και στα επίπεδα που ήταν πριν την κρίση. Ενδεικτικά, ακόμη κι ο δείκτης του πορτογαλικού χρηματιστηρίου τον τελευταίο μήνα έχει χάσει σχεδόν το 20% της αξίας του, πέφτοντας σταθερά κι αποδεικνύοντας έτσι πόσο ασταθές και σαθρό είναι το οικονομικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε στο έδαφος της βίαιης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των τελευταίων ετών, με οδηγό τα Μνημόνια.

Μονόδρομος το νέο δάνειο μετά την αποτυχία της εξόδου στις αγορές

Ενώ λοιπόν οι φήμες οργίαζαν με επίκεντρο την Λισαβόνα αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και μιας νέας σαρωτικής τραπεζικής κρίσης κι η Αθήνα προσγειωνόταν απότομα στο έδαφος των χαμηλών προσδοκιών, την ίδια αυτή ώρα ο νέος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Στουρνάρας, στο πλαίσιο εισαγωγικής του ομιλίας πριν πάρει τον λόγο ο διευθύνων σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ, εξήρε τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης, με τι επιχειρήματα λέτε; Πρώτο, την ενδυνάμωση του τραπεζικού τομέα και δεύτερο την πρόσβαση στις αγορές που απέκτησαν οι χτυπημένες από την κρίση χώρες! Η ομιλία του προφανώς είχε ετοιμαστεί πολλές ώρες πριν. Ακόμη κι έτσι όμως αποτελεί μνημείο πολιτικής απάτης μιας και συνέπεσε με την πλήρη διάψευση των παραδοχών τους!

Ακόμη όμως κι αυτή την απροσδόκητα αποτυχημένη ομολογιακή έκδοση οι εργαζόμενοι θα την πληρώσουν. Η κλειστή πόρτα που βρήκε η κυβέρνηση στις αγορές αποκλείει κάθε σκέψη για κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού του 2015 μέσω εκδόσεως νέων ομολόγων. Πλέον αποδεικνύεται παιχνίδι υψηλού ρίσκου, που δεν επιτρέπει μακροχρόνιο προγραμματισμό. Έτσι, το κλίμα αστάθειας στον χρηματοπιστωτικό τομέα ευνοεί εν τέλει τα γερμανικά σχέδια που συγκλίνουν σε ένα επιπλέον, τρίτο, δάνειο το οποίο θα αποκλείει οποιοδήποτε σχέδιο τήρησης ακόμη και αποστάσεων της Αθήνας από την γερμανική εποπτεία. Εν ολίγοις, ο κλοιός της Τρόικας επί της ουσίας θα σφίξει και χρονικά θα παραταθεί.

Η ενίσχυση της θέσης της Τρόικας φάνηκε στις διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν την Πέμπτη, με το ενδιαφέρον, μετά τον αποκλεισμό κάθε σεναρίου φοροελαφρύνσεων (τα οποία μάλιστα επανέλαβε για πολλοστή φορά ο ίδιος ο πρωθυπουργός την Πέμπτη από το βήμα του Economist), πλέον να συγκεντρώνεται στα εργασιακά και στο ασφαλιστικό. Το σχέδιο της κυβέρνησης, κατ’ απαίτηση της Τρόικας, για ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων δεν έρχεται να αντιμετωπίσει την γραφειοκρατία ή να διευκολύνει τους πολίτες. Όπως ακριβώς έχει συμβεί και με τα προηγούμενα κύματα ενοποιήσεων ταμείων κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, κι η νέα ενοποίηση που έχει τοποθετηθεί για τον Σεπτέμβρη θα μειώσει τις παροχές προς τους ασφαλισμένους στο κατώτερο επίπεδο, κατ’ αντιστοιχία των άθλιων οικονομικών των ταμείων και προς μεγάλη ευχαρίστηση της κυβέρνησης που θα συρρικνώσει περαιτέρω τις επιχορηγήσεις.

Εν ολίγοις, είτε κερδίζουν είτε χάνουν ο λογαριασμός στέλνεται στους εργαζόμενους…