Αλλαγή φρουράς σε Ουκρανία – Γεωργία (Διπλωματία, 8/2009)

ΝΕΕΣ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΣ ΗΓΕΣΙΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΟΥΝ ΗΠΑ ΡΩΣΙΑ

ΔΕ ΘΥΣΙΑΖΕΙ Η ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ ΤΑ ΠΡΟΓΕΦΥΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ

Την επιστροφή στην πραγματικότητα του ανηλεούς ανταγωνισμού μεταξύ της Ρωσίας  και των ΗΠΑ για την εξασφάλιση σφαιρών επιρροής σηματοδότησε η επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, στην Ουκρανία και τη Γεωργία λίγες μόλις μέρες μετά την ιδιαίτερης σημασίας επίσκεψη του αμερικανού προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα, στη Μόσχα. 

Ασυνήθιστης ωμότητας τουλάχιστον για τα μέτρα της Δύσης ήταν η ανοιχτή επιστολή προς την Ουάσινγκτον που υπέγραφαν 22 ηγέτες της ανατολικής Ευρώπης και είδε το φως της δημοσιότητας στην ηλεκτρονική έκδοση της πολωνικής εφημερίδας, Gazeta Wyborcza, αμέσως μετά την επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα στη ρωσική πρωτεύουσα. Ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραφαν την επιστολή ήταν ο ιστορικός ηγέτης του συνδικάτου Αλληλεγύη και πρώην πρόεδρος της Πολωνίας, Λεχ Βαλέσα, κι ο πρώην πρόεδρος της Τσεχίας, Βάτσλαβ Χάβελ. Στην επιστολή παρότι αναφέρονταν μια σειρά από προβλήματα που απειλούν την σταθερότητα των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών, όπως για παράδειγμα η οικονομική κρίση, εξέχουσα θέση κατείχε το ζήτημα της Ρωσίας κι ιδιαίτερα η διαφαινόμενη βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων. Η ακύρωση του σχεδίου για την αντιπυραυλική ασπίδα ή μια πιθανή αναβάθμιση του ρόλου της Μόσχας στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, σύμφωνα με τους 22 που αποτέλεσαν τα ισχυρά χαρτιά της Ουάσινγκτον όταν ο υπουργός Άμυνας του Μπους κι αρχιτέκτονας της εισβολής στο Ιράκ Ντόναλντ Ράμσφελντ διαιρούσε την Ευρώπη σε παλιά και νέα, «θα υποβαθμίσει την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών σε ολόκληρη την περιοχή» ανέφερε η επιστολή. Σε άλλο δε σημείο, χωρίς προσχήματα αναφερόταν πως «η περιοχή μας είναι ένα μέρος του κόσμου για το οποίο οι Αμερικανοί έχουν σταματήσει να ανησυχούν», παρότι «δεν είναι όλα καλά στην περιοχή μας ή στις διατλαντικές σχέσεις».

Οι εντυπώσεις που δημιούργησε η επίσκεψη του Ομπάμα στη Μόσχα από τις 6 έως τις 8 Ιούνη για μια θεαματική βελτίωση των ψυχροπολεμικών σχέσεων μεταξύ των πάλαι ποτέ δύο υπερδυνάμων κι οι φόβοι που προκλήθηκαν για ένα διπλωματικό «άδειασμα» από την Ουάσινγκτον των πρώην στενών συμμάχων της στην Ανατολική Ευρώπη ανατράπηκαν από την καθόλου τυχαία επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου στην Ουκρανία και τη Γεωργία. Η χρονική δε σύμπτωση της επίσκεψης του Τζο Μπάιντεν στην Γεωργία με την συμπλήρωση ενός χρόνου από τον πόλεμο που προκάλεσε στη Νότια Οσετία ήρθε να επιβεβαιώσει τις έμμεσες έστω ευθύνες της Ουάσινγκτον για το ξέσπασμα του πολέμου των «5 ημερών». Παρότι λοιπόν το ταξίδι του Μπάιντεν ήταν από καιρό προγραμματισμένο, όπως ανακοινώθηκε, πιθανά για να αποτελέσει αντίβαρο στη επίσκεψη Ομπάμα και δεν αποφασίσθηκε κάτω από την πίεση των 22, ο στόχος του ήταν να γίνει σαφές πως η Ουάσινγκτον δεν θυσιάζει στο βωμό μιας αμφίβολης και πρόσκαιρης σχέσης τα προγεφυρώματά της στην ανατολική Ευρώπη και τον Καύκασο.

Ο Μπάιντεν τόσο στο Κίεβο (στις 21 Ιούλη) όσο και στην Τιφλίδα (22 Ιούλη) δεσμεύθηκε ότι θα στηρίξει την αίτηση ένταξής τους στο ΝΑΤΟ, την οποία η Μόσχα θεωρεί απειλή για τη δική της ασφάλεια. Το χειρότερο όμως για το ηγετικό δίδυμο του προέδρου Βίκτορ Γιουσένκο και της πρωθυπουργού Γιούλια Τιμοσένκο στην Ουκρανία και την κυβέρνηση του Μικαΐλ Σαακασβίλι στην Γεωργία είναι ότι ο στόχος ένταξης στο ΝΑΤΟ βάλλεται απόόλες τις μεριές. Στην Ουκρανία από τον ίδιο τον πληθυσμό που σε όλες τις δημοσκοπήσεις εκφράζει την αντίθεσή του, γνωρίζοντας ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα τινάξει στον αέρα τις σχέσεις τους με την Ρωσία, κι αυτό έναντι αμφίβολων αποτελεσμάτων. Στη δε Γεωργία το αίσθημα αυτοσυντήρησης των ίδιων των δυτικοευρωπαΐκών κρατών μελών του ΝΑΤΟ τους κάνει να νιώθουν ανασφαλείς στο ενδεχόμενο η Γεωργία να αποτελεί μέλος του συμφώνου κι οι ίδιες να πρέπει να προασπίσουν τα σύνορά της, αν επικλεστεί το άρθρο 5 του καταστατικού της, στην περίπωση που θα ξεκινήσει ένα νέο τυχοδιωκτικό πόλεμο με τη Ρωσία. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο, την έλλειψη ερεισμάτων της Τιφλίδας στο ΝΑΤΟ, ο πρόεδρος της χώρας  δήλωσε από το βήμα της βουλής λίγες μέρες πριν την επίσκεψη του Μπάιντεν πως οι ελπίδες ένταξης είναι πλέον «σχεδόν νεκρές».

Στοιχείο αισιοδοξίας πάντως τόσο για την Ουάσινγκτον όσο και για την Μόσχα, όσο και να φαίνεται παράξενο, αποτελούν οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και στις δύο χώρες στο βαθμό που θεωρείται βέβαιο ότι οι διάδοχες κυβερνήσεις θα κινούνται σε πολύ πιο μετριοπαθείς θέσεις. Η Μόσχα έτσι θα πάψει να έχει στα πλευρά της δύο αγκάθια ενώ η Ουάσινγκτον δεν θα είναι υποχρεωμένη να καλύπτει τους εξτρεμισμούς που προκαλεί η κεκτημένη ταχύτητα των μικρών Μπους στην μεταΜπους εποχή.

Στην Ουκρανία, ειδικότερα, βαθιά κρίση διέπει τόσο την οικονομία της χώρας όσο και το πολιτικό της σκηνικό. Το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους η οικονομία συρικνώθηκε κατά ένα ποσοστό ρεκόρ της τάξης του 20,3%, με αποτέλεμα να αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητώντας δάνειο ύψους 16,4 δισ. δολ. Στην πολιτική ζωή η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη όπως μαρτυρά ο πόλεμος μέχρι εσχάτων που έχει ξεσπάσει μεταξύ των δύο πωταγωνιστών της «πορτοκαλί επανάστασης» κι ο οποίος πρόκειται να ενταθεί όσο η χώρα θα πλησιάζει προς τις εθνικές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 17 Ιανουαρίου 2010. Πρόγευση της σύγκρουσης πρόσφερε ήδη η πρωθυπουργός, Γιούλια Τιμοσένκο, με συνέντευξή της στη γαλλική εφημερίδα Le Monde. «Γιατί τόσο μίσος ανάμεσα στον πρόεδρο Γιουστσένκο και σ’ εσάς;» τη ρωτάει ο δημοσιογράφος. «Πρόκειται για μονομερή στάση. Ο πρόεδρος δεν με αντιμετωπίζει ως συνεργάτη αλλά ως ανταγωνιστή για την προεδρία. Το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος της θητείας του ήταν ότι χρησιμοποίησε στυγνά όπλα για την καταστροφή μου. Εγώ πάντα του έτεινα το χέρι: στη διάρκεια της πορτοκαλί επανάστασης, κατόπιν το 2007 (σ.σ. νέος πορτοκαλί συνασπισμός για τις βουλευτικές εκλογές). Ήμουν το μοναδικό άτομο στο οποίο μπορούσε να στηρίζεται. Ποτέ δεν τον πρόδωσα. Η μάχη αυτή δεν θα καταλήξει στην καταστροφή μου αλλά στην πολιτική του αυτοκτονία»! Από τη συγκεκριμένη ωστόσο συνέντευξη διαφαίνεται πως η μάχη μεταξύ Γιουστσένκο και Τιμοσένκο έχει (και) γεωπολιτικές αιτίες, που αφορούν ειδικότερα τις σχέσεις της Ουκρανίας με τη Ρωσία. «Πρέπει κάποιος να έχει την υποστήριξη της Μόσχας για να εκλεγεί πρόεδρος τη Ουκρανίας;», ρωτάει στη συνέχεια ο δημοσιογράφος, για να πάρει την ακόλουθη αναπάντεχη απάντηση: «Η πορτοκαλί επανάσταση έδειξε το αντίθετο. Η ύπαρξη μιας συμφωνίας ανάμεσα σε μένα και τη Μόσχα αποτελεί μέρος της προπαγάνδας που κάνουν εναντίον μου οι αντίπαλοί μου. Δεν υπάρχει καμία συμφωνία τύπου Μολότοφ Ρίμπεντροπ. Άλλωστε πρέπει να εργαστούμε για την ένταξη της Ρωσίας στο χώρο και τις αξίες της Ευρώπης. Η δική μου άποψη έχει αλλάξει όσον αφορά αυτό το θέμα. Οι θέσεις μου ήταν αρκετά επιθετικές απέναντι στη Ρωσία. Οι ενέργειες της προς την Ουκρανία πολύ απέχουν ακόμη από το να είναι ορθές. Κατάλαβα όμως ότι μπορούμε να απαντήσουμε στους κινδύνους και τις προκλήσεις με τρόπο διαφορετικό από την αντιπαράθεση και την επιθετικότητα: με θερμούς εναγκαλισμούς»!!!

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέχρι πριν λίγο καιρό ούτε σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας δεν θα χώραγε ατάκα της Τιμοσένκο που ζητά θερμούς εναγκαλισμούς με τη Ρωσία! Αυτή η στροφή 180 μοιρών επιβλήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τη στιγμή που έγινε σαφές το τεράστιο οικονομικό κόστος που επέφερε ο διπλωματικός και ενεργειακός πόλεμος με τη Ρωσία και φυσικά κάτω από την πίεση των εκλογέων που τιμώρησαν με την εσχάτη των πολιτικών ποινών τον πρόεδρο Γιουστσένκο ο οποίος εκφράζει μέχρι τέλους την ψυχροπολεμική γραμμή σύγκρουσης με τη Ρωσία, δηλαδή με πλήρη ανυποληψία όπως δείχνει η κατακρήμνιση των ποσοστών δημοτικότητάς του στο 2,3%, από το 60% που βρίσκονταν τα πρώτα χρόνια μετά την πορτοκαλί επανάσταση. Αντίθετα, για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα των συσχετισμών στην Ουκρανία, να αναφέρουμε πως ο πρωθυπουργός που ανατράπηκε με την πορτοκαλί επανάσταση κι ο οποίος υποστηρίζεται από την Μόσχα, Βίκτορ Γιανούκοβιτς, εξακολουθείνα συγκεντρώνει τα υψηλότερα ποσοστά δημοτικότητας, της τάξης του 23%, υπερβαίνοντας κατά πολύ ακόμη κι αυτά της πραγματίστριας πλέον Τιμοσένκο που κυμαίνονται στο 14%. Πρόσωπο κλειδί ωστόσο στη νέα κυβέρνηση αναμένεται να αποδειχθεί ο 35χρονος Αρσένι Γιάτσενουκ, υπουργός Εξωτερικών σήμερα που έχει διατελέσει στο πρόφατο παρελθόν πρόεδρος της Βουλής, υπουργός Οικονομικών και κεντρικός τραπεζίτης. Παρότι το εγκώμιο του Γιάτσενουκ έπλεκε στις 20 Ιούλη στη Wall Street Journal ο διευθυντή του Ιδρύματος Σόρος στην Ουκρανία, φέρεται να εκφράζει μια πιο ρεαλιστική γραμμή στις σχέσεις του Κιέβου με τη Μόσχα, σε σύγκριση με τον νυν πρόεδρο Γιουστσένκο.

Αλλαγή βάρδιας είναι σε εξέλιξη και στην Γεωργία, τον δεύτερο σταθμό στο ταξίδι του αμερικανού αντιπροέδρου. Ο Τζο Μπάιντεν παρότι δήλωσε την υποστήριξη της Ουάσινγκτον στην ακεραιότητα της Γεωργίας (αποδοκιμάζοντας έμμεσα πλην σαφώς την ανεξαρτητοποίηση της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας που ακολούθησε τον πόλεμο των «5 ημερών») επέμεινε στον ειρηνικό τρόπο που πρέπει να έχει οποιαδήποτε προσπάθεια για την αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της. Τονίστηκε έτσι πως δεν θα γίνει ανεκτός κανένας νέο τυχοδιωκτισμός, όπως ο περυσινός που προκάλεσε την οριστική απώλεια του 20% των εδαφών της Γεωργίας και την συντριβή του στρατού της. Ο Μπάιντεν ωστόσο κράτησε σαφείς αποστάσεις και από τον ηγέτη της «επανάστασης των ρόδων» που το Νοέμβριο του 2003 προκάλεσε στη στροφή της εξωτερικής πολιτικής της Γεωργίας από τη Ρωσία στις ΗΠΑ. Τα γκρίζα σύννεφα πάνω από την Τιφλίδα είχαν μαζευτεί πολύ πριν τον Αύγουστο του 2008 οπότε για πρώτη φορά συσπειρώθηκε όλη η αντιπολίτευση κάτω από το αίτημα της παραίτησής του. Ήταν συγκεκριμένα στις προεδρικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2008 και στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς που κατέφυγε σε πλήθος καλπονοθευτικών μεθόδων, προκαλώντας την αντίδραση των παρατηρητών του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να εξοργίσει την αντιπολίτευσή στο εσωτερκό της χώρας του. Η βάρβαρη καταστολή που χρησιμοποίησε στη συνέχεια, αλλά και τους τελευταίους μήνες για να αντιμετωπίσει τους διαδηλωτές που ζητούσαν την παραίτησή του, μαζί με τον στιγματισμό τους ως υποκινούμενων από τη Μόσχα, μετέτρεψαν τη ρωγμή σε αγεφύρωτο χάσμα. Το κενό μάλιστα αυτό δεν καλύφθηκε με τα μέτρα εκδημοκρατισμού που εξήγγειλε ο Μ. Σαακασβίλι από το βήμα της βουλής λίγες μέρες πριν επισκεφθεί τη χώρα ο Μπάιντεν, αφορώντας πρόσβαση στα ΜΜΕ, διενέργεια τοπικών εκλοών κ.α. Αντίθετα, οι συναντήσεις που είχε ο αμερικανός αντιπρόεδρος με στελέχη της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης (της οποίας ηγείται ο Ιρακλί Αλασάνια πρώην πρεσβευτής της Γεωργίας στα Ηνωμένα Έθνη και επικεφαλής του κόμματος Η Γεωργία μας Ελεύθεροι Δημοκράτες) βεβαιώνουν πως κι η Ουάσινγκτον κινείται από τώρα για την επόμενη μέρα στη Γεωργία, όταν ο Σαακασβίλι θα αποτελεί μια κακή ανάμνηση.

Οι δρομολογημένες πολιτικές αλλαγές στην Ουκρανία και τη Γεωργία που θα αναδείξουν φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις μεν περισσότερο όμως συμβατές με τη γραμμή της νέας αμερικανικής ηγεσίας δε σημαίνουν το τέλος των προβλημάτων για τη Ρωσία στον λεγόμενο αυλόγυρό της. Γιατί το τελευταίο διάστημα κι όσο κανονικοποιούνται οι σχέσεις με τις δύο προανεφερθείσες χώρες τόσο αρχίζουν πάλι να ματώνουν παλιές πληγές στο βόρειο Καύκασο. Ειδικότερα τα αποσχιστικά κινήματα στο Νταγκεστάν και την Ινγκουσετία, που ως πρωταγωνιστές έχουν τις περισσότερες φορές μουσουλμάνους φονταμενταλιστές. Ο χαμηλής έντασης μεν, αιματηρότατος πόλεμος δε που είναι σε εξέλιξη στην περιοχή έγινε γνωστός πρόσφατα, στις 10 Ιούνη, όταν κατά την επίσκεψή του στο Νταγκεστάν ο ρώσος πρόεδρος, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, με αφορμή την εκέλεση ενός ανωτάτου δικαστικού δήλωσε πως το τρέχον έτος έχουν σκοτωθεί 48 πολίτες, 75 κρατικοί υπάλληλοι και 112 στρατιώτες! Η αναζοπύρωση των εχθροπραξιών σε αυτές τις δύο περιοχές σχετίζεται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, με τις πρωτόγονες μεθόδους καταπίεσης στις οποίες καταφεύγει ο άνθρωπος της Μόσχας στην Τσετσενία, Ραμζάν Καντίροφ, έχοντας επιβάλλει ένα καθεστώς φόβου και τρόμου. Το ερώτημα είναι μέχρι πότε…

Πυρηνική πόκα στην Άπω Ανατολή (Μετροπόλιταν, 7/6/2009)

Σε παιχνίδι για γερά νεύρα και μεγάλη υπομονή εξελίσσεται η αντιπαράθεση γύρω από τα πυρηνικά της Βόρειας Κορέας καθώς το απομονωμένο καθεστώς δεν είναι το μοναδικό που επωφελείται από τις τυχοδιωκτικές κι απρόβλεπτες προκλήσεις του.

Σε ετοιμότητα πολέμου τέθηκε η διεθνής κοινότητα την Δευτέρα 25 Μαΐου όταν όλοι οι σεισμογράφοι στην Άπω Ανατολή κατέγραψαν τη δόνηση που προκάλεσε στο υπέδαφος η πυρηνική δοκιμή της Βόρειας Κορέας, ισοδύναμη με την ενέργεια που απελευθέρωσαν οι βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945. Η ανακοίνωση που εξέδωσε στη συνέχεια η Πιονγκγιάνγκ και η εκτόξευση πυραύλων την επόμενη μέρα δεν άφησαν καμιά αμφιβολία για την πρόθεση της Βόρειας Κορέας να δώσει μια αποφασιστική ώθηση στο πρόγραμμα παραγωγής πυρηνικών όπλων.

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά μια σειρά από γεγονότα που υποδηλώνουν την όξυνση των σχέσεων της Βόρειας Κορέας με τις γειτονικές χώρες και ιδιαίτερα τη Νότια, πείθοντας έτσι πως η πυρηνική δοκιμή είναι ένα επεισόδιο μόνο σε ένα μεγαλύτερης διάρκειας σίριαλ. Ξεχωρίζει η ανακοίνωση της Β. Κορέας στις 15 Μαΐου, πριν δηλαδή την δοκιμή, με την οποία αναπροσαρμόζεται εκ βάθρων σε βαθμό να τινάζεται στον αέρα το πλαίσιο στο οποίο στηρίζονταν οι πάνω από 100 νοτιοκορεάτικες επενδύσεις όπου απασχολούνται περίπου 38.000 βορειοκορεάτες στη Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών που δημιουργήθηκε πριν μια περίπου δεκαετία στο έδαφός της προκειμένου να στηριχθεί η χειμαζόμενη βορειοκορεάτικη οικονομία. Περισσότερο απειλητική είναι η ανακοίνωση της Πιονγκγιάνγκ ότι παύει να δεσμεύεται από την – προσωρινή ούτως ή άλλως – ανακωχή με την οποία τερματίστηκε ο αιματηρός εμφύλιος πόλεμος το 1953. Κι ακόμη πιο απειλητική είναι η πολεμική ετοιμότητα που παρατηρείται τις τελευταίες μέρες σε μια αμφισβητούμενη μεταξύ των δύο χωρών θαλάσσια περιοχή όπου πριν δέκα χρόνια είχαν σημειωθεί πραγματικά πολεμικά επεισόδια.

Τη δραματικότητα της συγκυρίας υπογραμμίζει επίσης η διπλωματική κλιμάκωση που ακολούθησε. Ειδικότερα, η δήλωση του Πεκίνου που σε αντίθεση με την ανεκτική στάση που τηρούσε στο παρελθόν τώρα ανακοίνωσε την κάθετη διαφωνία του με την πυρηνική δοκιμή. Επίσης η δήλωση του Μπαράκ Ομπάμα ότι η δοκιμή της Β. Κορέας συνιστά «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου» αναφερόμενος προφανώς στην απόφαση 1718 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που λήφθηκε μετά την πρώτη πυρηνική δοκιμή της Β. Κορέας το 2006. Πάνω απ’ όλα όμως η κρισιμότητα της συγκυρίας βεβαιώνεται από την πρόσφατη καταδικαστική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις βαριές κυρώσεις τις οποίες επεξεργάζονται τα μέλη του, χωρίς τις συνηθισμένες επιφυλάξεις της Ρωσίας και της Κίνας που τον Απρίλη είχαν λάβει τη μορφή βέτο.

Οι παραπάνω αντιδράσεις και τα μεθεόρτια της πυρηνικής δοκιμής όσο κι αν φαντάζουν φυσιολογικά ή αναπότρεπτα, στην πραγματικότητα δεν είναι. Τουλάχιστον αυτό στοιχειοθετεί η πολύ πρόσφατη ιστορία η οποία βεβαιώνει ότι όσο προκλητική, αποσταθεροποιητική κι αδικαιολόγητη κι αν είναι η πυρηνική δοκιμή της Βόρειας Κορέας η κλιμάκωση δεν αποτελούσε μονόδρομο.

Κατ’ αρχήν το βορειοκορεάτικο καθεστώς δεν είναι το πρώτο που παραβιάζει τη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών που επιχειρεί να ελέγξει την εξάπλωσή τους (έχοντας το μεμπτό ότι απαγορεύοντας τη διάδοση, διασφαλίζει το μονοπώλιο όσων ήδη έχουν…). Πριν τη Βόρεια Κορέα είχε προηγηθεί το Ισραήλ που έφθασε μάλιστα στο σημείο να τιμωρήσει με πολυετή κάθειρξη φιλειρηνιστή πυρηνικό επιστήμονα που γνωστοποίησε την ύπαρξή του. Είναι επίσης η Ινδία που όπως τόνιζε ο βρετανικός Εκόνομιστ στις 23 Μαΐου «αγνόησε τους παγκόσμιους κανόνες ενάντια στα πυρηνικά και πριν ένα χρόνο εξασφάλισε από την αποχωρούσα κυβέρνηση Μπους την εξαίρεσή της από τις απαγορεύσεις που ισχύουν στο εμπόριο των πυρηνικών». Κατά συνέπεια, όσο κι αν είναι αδιαμφισβήτητοι οι κίνδυνοι που συνοδεύουν την πυρηνική δοκιμή της Β. Κορέας και υπ’ αυτή την έννοια η πράξη της καταδικαστέα, κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει το ερώτημα γιατί να συνιστά «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου» η δοκιμή της Β. Κορέας κι όχι της Ινδίας ή του Ισραήλ. Το ερώτημα επίσης γιατί να πρέπει να γίνονται νηοψίες στα βορειοκορεάτικα πλοία, προς αποτροπή του ενδεχομένου παράνομης εμπορίας – απόφαση την οποία η Πιονγκγιάνγκ χαρακτήρισε αιτία πολέμου – κι όχι στα πλοία του Ισραήλ ή της Ινδίας…

Πολύ περισσότερο όταν δεν είναι η πρώτη φορά που η Βόρεια Κορέα παριστάνει το λιοντάρι που βρυχάται… Τότε όμως – ακόμη και μέχρι πέρυσι επί Μπους όταν στην ηγεσία της Νότιας Κορέας βρισκόταν ο Ρο Μου Χουν (ο οποίος αυτοκτόνησε πρόσφατα) που εργαζόταν επίμονα για την βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών, έχοντας το όραμα ακόμη και της επανένωσής τους κατ’ αντιστοιχία του γερμανικού παραδείγματος – είχε κατ’ επανάληψη αποδειχθεί πως η Βόρεια Κορέα απλώς… μπλόφαρε. Οι πυρηνικές της δοκιμές ήταν ο πιο σύντομος δρόμος για να συναινέσει στην «ηλιόλουστη πολιτική» της συμφιλίωσης και να εξασφαλίσει δωρεάν πετρέλαιο και τρόφιμα. Αυτό αποδείχτηκε από το 1994 όταν επί προέδρου Μπιλ Κλίντον οι λεονταρισμοί της Β. Κορέας τάχιστα έδωσαν τη θέση τους στο πρώτο πρόγραμμα δωρεάν παροχής καυσίμων μέχρι και το 2006 όταν ακόμη κι ο Μπους που είχε συμπεριλάβει τη Β. Κορέα στον αλήστου μνήμης Άξονα του Κακού, μαζί με το Ιράν, τη Συρία και την Κούβα, κι έφθασε στο σημείο (ντροπής) να αποκαλέσει δημόσια τον ηγέτη της Β. Κορέας «πυγμαίο», αναγκάστηκε παρόλ’ αυτά να υποχωρήσει αποκαλώντας τον δημόσια «αγαπητέ κύριε πρόεδρε».

Η τωρινή κλιμάκωση αντίθετα αποδεικνύεται πολλαπλά χρήσιμη πρώτα – πρώτα για την Ιαπωνία που πιέζει διαρκώς τις ΗΠΑ για την λήψη αυστηρών μέτρων καθώς γνωρίζει ότι μια πυρηνική Β. Κορέα (που με τον συμβιβασμό αποκλείεται) δίνει και στην ίδια το εισιτήριο να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και να πραγματοποιήσει ένα ποιοτικό άλμα στη διαδικασία επανεξοπλισμού της που ξεκίνησε πριν δύο περίπου δεκαετίες. Ο κίνδυνος αυτός, της ένταξης της Ιαπωνίας στο πυρηνικό κλαμπ, είναι που ανάγκασε και την Κίνα να πάψει να καλύπτει τη Β. Κορέα και να συμφωνήσει στην εφαρμογή οικονομικά επώδυνων κυρώσεων καθώς μια πυρηνική Ιαπωνία θα συνιστούσε πλήρη ανατροπή της ισορροπίας (τρόμου) μεταξύ των δύο χωρών, εις βάρος φυσικά της Κίνας. Κατά δεύτερο η επίδειξη δύναμης και αδιαλλαξίας των ΗΠΑ απέναντι στη Βόρεια Κορέα αποτελεί πρόβα τζενεράλε και για τις αναμενόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν για το δικό του πυρηνικό πρόγραμμα, έστω κι αν είναι ειρηνικό αποσκοπώντας στην παραγωγή ενέργειας και τίποτε παραπάνω, σύμφωνα με τις δηλώσεις το ίδιου του καθεστώτος. Ο τρίτος λόγος που οδήγησε στην τωρινή διπλωματική – μέχρι στιγμής – κλιμάκωση σχετίζεται με το νέο ηγέτη της Ν. Κορέας και πρώην διευθυντή του πολυεθνικού ομίλου της Χιουντάι, Λι Μιουνγκ Μπακ, που είναι γνωστός κι ως «μπουλντόζας». Το προσωνύμιο το κέρδισε όχι λόγω του όγκου του αλλά του.. τρόπου του, κάτι που φάνηκε και στην εξωτερική του πολιτική όταν αποφάσισε να θέσει όρους για τη χορήγηση της ανθρωπιστικής βοήθειας και να προκαλεί συνεχώς το βορειοκορεάτικο καθεστώς. Η συνέχεια είναι γνωστή…

Τα ελαφρυντικά για την Πιονγκγιάνγκ γίνονται ακόμη περισσότερα αν λάβουμε υπ όψη μας και την ευάλωτη θέση του ηγέτη του, 67χρονου Κιμ Γιονγκ Ιλ, που με βάση δημοσιεύματα το καλοκαίρι που μας πέρασε υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να είναι σε εξέλιξη διαδικασίες διαδοχής του που δεν μπορούσαν παρά να γίνουν σε ένα περιβάλλον έντασης. Οι πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, στη Νότια Κορέα μάλιστα, την περασμένη Τρίτη ότι προσέφερε το δαχτυλίδι της διαδοχής στον σπουδαγμένο στην Ελβετία 26χρονο γιό του επιβεβαιώνει το σενάριο πίσω από την πυρηνική μπλόφα να βρίσκονταν τα παιχνίδια διαδοχής.

Κανείς παρόλα αυτά δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη κι αυτά τα «παιχνίδια» να λάβουν απρόβλεπτες και καταστροφικές διαστάσεις. Μόνο που τότε την ευθύνη δεν θα την φέρει η Πιονγκγιάνγκ…

Μια κρίση που αλλάζει το πρόσωπο του καπιταλισμού (Τετράδια, Άνοιξη-Καλοκαίρι 09)

Ενώπιον μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης δομικού χαρακτήρα, που θα αλλάξει δραματικά την μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού βρίσκονται όλες οι χώρες του πλανήτη από την άνοιξη του 2007. Εδώ και δύο χρόνια, αφού οι πρώτες προβλέψεις που προδίκαζαν μια πρόσκαιρη καθοδική πορεία κυκλικού χαρακτήρα διαψεύστηκαν, η μια αρνητική πρόβλεψη είναι χειρότερη από την άλλη.

Τα τελευταία ζοφερά στοιχεία προήλθαν από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στις 30 Μαρτίου[1] προβλέποντας ότι το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών για το τρέχον έτος θα συρρικνωθεί κατά 4,3% – γεγονός χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο – ενώ το 2010 θα υπάρξει στασιμότητα. Ούτε καν δηλαδή οριακή άνοδος του ΑΕΠ δεν αναμένεται. Πολύ πιο σοβαρά θα πληγούν δε οι χώρες με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, που τα προηγούμενα χρόνια επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, η Ιαπωνία, που τον Φεβρουάριο είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται κατά 49%, αλλά και η Γερμανία που προβλέψεις από την τράπεζα Commerzbank θέλουν το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 7%! Με βάση προβλέψεις του ΟΟΣΑ πάλι, που στους κόλπους περιλαμβάνει του 30 χώρες, τον επόμενο χρόνο, το 2010, προβλέπεται επίσης εκρηκτική άνοδος της ανεργίας που από 6% κατά μέσο όρο το 2008 θα φτάσει το 10%. Τουλάχιστον 1 στους 10 εργαζόμενους στις ανεπτυγμένες χώρες θα χάσει τη δουλειά του, κι αυτό «πρακτικά χωρίς καμία εξαίρεση», δήλωσε εκπρόσωπος του οργανισμού που έκανε λόγο για «25 περίπου εκ. άτομα, μακράν η μεγαλύτερη και πιο ταχεία αύξηση της ανεργίας στον ΟΟΣΑ κατά την μεταπολεμική περίοδο».

Πλάι στην διόγκωση γνωστών και χρόνιων προβλημάτων, όπως η ανεργία, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης κάνουν την απειλητική εμφάνισή τους κι άλλα που περιορίζουν ασφυκτικά το πλαίσιο άσκησης αντικυκλικής πολιτικής, όπως είναι ο αποπληθωρισμός που αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την Ιαπωνία αφότου διέβη τον Ρουβικώνα της ύφεσης. Έτσι, η πτώση του επιπέδου τιμών σε ετήσια βάση κατά 0,1% στην Ισπανία τον Μάρτιο έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, στο βαθμό που το φαινόμενο ενδέχεται να προσλάβει απειλητικές και γενικευμένες διαστάσεις. Οι κίνδυνοι υπογραμμίζονται και από την πτώση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη κατά τον Μάρτιο στο 0,6%, σε ετήσια βάση, επίπεδο ρεκόρ από το 1996 όταν ξεκίνησε να μετριέται ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν τα μηδενικά επιτόκια που είναι ήδη γεγονός στις ΗΠΑ και την Αγγλία (0-0,25% και 0,5% αντίστοιχα). Στη δε ευρωζώνη, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την Πέμπτη 2 Μαρτίου που ήταν η έκτη σχετική απόφαση από τον Οκτώβρη του 2008 όταν το επιτόκιο του ευρώ βρισκόταν στο 4,25% να μειώσει το επιτόκιο στο 1,25% – επίπεδο ρεκόρ από τη δημιουργία του ευρώ – και τη διαφαινόμενη ως βέβαιη απόφαση περαιτέρω μείωσης τον Ιούνιο τουλάχιστον στο 1%, θεωρείται θέμα χρόνου το πέρασμα στη ζώνη των μηδενικών ονομαστικών επιτοκίων.

Το ενδεχόμενο εμφάνισης αποπληθωρισμού δεν αποτελεί τεχνικό θέμα, όσο κι αν οι συνέπειές του στο επίπεδο ζωής των εργαζομένων δεν είναι τόσο άμεσες. Αλλά, υπογραμμίζει τους αυξημένους κινδύνους που εμφανίζονται ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κρίση, όπως η πτώση των επιτοκίων, να μετατραπούν σε μπούμερανγκ.

Για να επισημανθεί ο ανεξίτηλος τρόπος με τον οποίο η τρέχουσα κρίση θα σημαδέψει τις μελλοντικές εξελίξεις και την ταξική πάλη είναι χρήσιμο να σταθούμε στα συμπεράσματα από μια συγκριτική μελέτη[2] των συνεπειών ορισμένων πρόσφατων κρίσεων. Προς διάψευση λοιπόν της υποτίμησης των συνεπειών, επισημαίνεται γενικά ότι η επόμενη μέρα των οικονομικών κρίσεων σφραγίζεται από τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, τη παρατεταμένη χρονικά και βαθιά κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι τιμές των κατοικιών έτσι κατέγραψαν πτώση της τάξης του 35% η οποία κράτησε 6 ολόκληρα χρόνια, ενώ η πτώση των τιμών των μετοχών κυμάνθηκε γύρω στο 55% και διήρκεσε 3,5 χρόνια. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η σοβαρή μείωση της παραγωγής και του επιπέδου απασχόλησης. Η ανεργία αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 7% διαρκώντας 5 χρόνια. Οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά δε χώρες εμφανίζουν μεγαλύτερη δυστοκία να μειώσουν την ανεργία. Η παραγωγή για μια περίοδο 2 ετών πέφτει από το ανώτερο σημείο της κατά 9%. Συνέπεια αυτών είναι η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 9% η οποία διαρκεί σχεδόν 2 χρόνια. Τρίτο, η πραγματική αξία του δημόσιου χρέους οδηγείται σε έκρηξη καθώς αυξάνει κατά 86%! Η σημαντικότερη μάλιστα αιτία αυτής της ανόδου δεν είναι οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναπλήρωση του κεφαλαίου των τραπεζών που έχει διαβρωθεί λόγω των «κακών δανείων» ή τη διάσωσή τους, αλλά η κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και οι φιλόδοξες κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας. Το πιο ανησυχητικό δε απ’ όλα είναι το γεγονός ότι η τρέχουσα κρίση μέχρι στιγμής – ακόμη δηλαδή κι αν αύριο ανακάμψει η οικονομία κάτι που είναι αδύνατο – είναι πολύ πιο βαθιά, δομικού χαρακτήρα, από τις 18 τραπεζικές κρίσεις που σημάδεψαν την μεταπολεμική εποχή κι ειδικότερα τις 5 μεγάλες (Ισπανία 1977, Νορβηγία 1987, Φινλανδία 1991, Σουηδία 1991 και Ιαπωνία 1992) μαζί με ορισμένες ακόμη που παρατηρήθηκαν σε αναδυόμενες καπιταλιστικές αγορές (ασιατική κρίση 1997 – 1998: Χονγκ Κονγκ, Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη), Κολομβία 1998 και Αργεντινή 2001. Είναι αυτές ακριβώς οι κρίσεις που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το εν λόγω επιστημονικό άρθρο. Καθόλου τυχαίο έτσι δεν είναι το γεγονός ότι στην Ισλανδία και την Αυστρία η πτώση των τιμών των μετοχών την τελευταία διετία είναι κατά πολύ ανώτερη του παραπάνω μέσου όρου. Φαίνεται επομένως ότι πρόκειται για μια διαδικασία η οποία θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου, με ασυνήθιστα δραματικές συνέπειες στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Το μέτρο που ενστικτωδώς υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου για να μετριάσουν τις συνέπειες της κρίσης αφορούσε αρχικά χρηματοδοτικά προγράμματα – μαμούθ με στόχο την αναπλήρωση κεφαλαίου όσων τραπεζών είχαν εκτεθεί σε «τοξικά ομόλογα» της αμερικανικής αγοράς κτηματικής πίστης. Στήθηκε έτσι ένας χορός δισεκατομμυρίων πραγματική πρόκληση για τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους που έβλεπαν επί χρόνια κάθε αίτημά τους για αυξήσεις να απορρίπτεται με την επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο[3] και μένοντας μόνο σε Ευρώπη και ΗΠΑ οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν 195,1 δισ. ευρώ (Citigroup 46.522 εκ. ευρώ, Bank of America 34.891, AIG 31.014, Wells Fargo 19.384, JP Morgan Chase 19.384, Fannie Mae 11.785, Freddie Mac 10.700, Morgan Stanley 7.753, Goldman Sachs 7.753 και PNC Financial Services 5.876), η Αγγλία 44 δισ. (Royal Bank of Scotland 21.775 εκ. ευρώ, HBOS 12.509, Lloyds 5.982 και Northern Rock 3.698), η Ολλανδία 16,3 δισ. (ING 10.000 εκ. ευρώ, Fortis 4.000 και Aegon 2.326), η Δανία 503 εκ. (Roskilde Bank), το Βέλγιο 12,2 δισ. (KBC 5.500 εκ. ευρώ, Fortis 4.700 και Dexia 2.000), η Γαλλία 8,2 δισ. (Credit Agricole 3.000 εκ. ευρώ, BNP Paribas 2.550, Societe Generale 1.700 και Dexia 1.000), η Ελβετία 3,9 δισ. (UBS) και η Γερμανία 27 δισ. ευρώ (Commerzbank 18.200 εκ. ευρώ, Bayerische Landesbank 14.800, West LB 5.000 και ΙKB 2.300)!

Οι πακτωλοί χρημάτων που απελευθερώθηκαν εν μία νυκτί με την επίκληση του στόχου αποτροπής του κινδύνου μιας συστημικής κατάρρευσης, όπως αυτής που προκλήθηκε το 1930 κι απειλήθηκε στις 15 Σεπτέμβρη 2008 με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, έδειξαν ότι η χρόνια λιτότητα και η πολιτική μείωσης των μισθών που ακολουθήθηκε στην Ευρώπη όλα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης δεν ήταν μονόδρομος. Χρήματα με τα οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική πολιτική υπήρχαν! Εφικτή επίσης αποδεικνύεται πως είναι ακόμη και τώρα μια πολιτική ανακούφισης των εργαζομένων από τις συνέπειες της κρίσης. Για παράδειγμα, γιατί όλα αυτά τα δισ. να μην είχαν δοθεί για να εξαγορασθούν από το κράτος τα σπίτια που έβγαιναν στον πλειστηριασμό στις ΗΠΑ κι όλο αυτό το απόθεμα κατοικιών στη συνέχεια να αποτελούσε κρατική περιουσία που να δινόταν σε χαμηλόμισθους και ανέργους στο πλαίσιο μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής στήριξης της εργατικής κατοικίας; Με αυτό τον τρόπο μάλιστα θα σωζόντουσαν κι οι τράπεζες που θα εισέπρατταν από το κράτος τα ληξιπρόθεσμα δάνεια, ενώ δεν θα έβγαιναν στο δρόμο τουλάχιστον 2,5 εκ. νοικοκυριά, όπως συνέβη στις ΗΠΑ αποχαιρετώντας μια για πάντα το όνειρο απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας κι οδηγώντας το κοινωνικό ζήτημα σε νέα όξυνση…

Σε μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη τέτοιων μέτρων που θα ανακούφιζαν τους εργαζόμενους, αυτό που συντελείται σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες επάνω στην κινούμενη άμμο της κρίσης είναι μια προσπάθεια μεταφοράς όλου του κόστους για την επίλυσή της στις πλάτες των εργαζομένων. Από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ μέχρι την Ασία, αστικές κυβερνήσεις και κεφάλαιο επιχειρούν να θωρακίσουν τα κέρδη, μειώνοντας τους μισθούς και καταργώντας ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν παρατηρούνται δύο εξελίξεις.

Η πρώτη έχει ως επίκεντρο το αστικό κράτος και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης.

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις για την επιδότηση του κεφαλαίου και τη διάσωση των τραπεζών, όπως συνέβη και στην Ελλάδα με τα 28 δισ. που έδωσε η κυβέρνηση της ΝΔ στους τραπεζίτες, δημιουργούν τους όρους ώστε η χρόνια δημοσιονομική κρίση να οδηγηθεί σε παροξυσμό. Έτσι αν η δημοσιονομική κρίση του κράτους έλκυε μέχρι τώρα την καταγωγή της από την δομική κρίση του 1970 – μετάσταση και υποτροπή της οποίας είναι και η τρέχουσα κρίση – τους έξι τελευταίους μήνες δημιουργούνται οι όροι για μια νέα έκρηξη της. Το εύφλεκτο υλικό της θα αποτελείται από τα πακέτα διάσωσης που χορηγούν οι κυβερνήσεις προς το κεφάλαιο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα, όπου υφίστανται και μια χρόνια δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στο χώρο των δημόσιων οικονομικών έκανε την εμφάνισή της πρώτη φορά η κρίση πριν εκδηλωθεί στο χώρο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η ευκολία δε με την οποία η κυβέρνηση «στοχοποίησε» τους δημόσιους υπάλληλους και τους συνταξιούχους με την μηδενική εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας Γ. Παπαθανασίου δείχνει τον στρατηγικό ρόλο που αποκτά το κράτος για την υπέρβαση της κρίσης και ταυτόχρονα την κατεύθυνση από την οποία θα αντληθούν οι αναγκαίοι πόροι γι αυτή την υπέρβαση.

Στις ΗΠΑ ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα να διαθέσει 500 δισ. δολ. για τη διάσωση των τραπεζών τον Μάρτιο, μέσω της δημιουργίας κοινών επιχειρηματικών σχημάτων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα επικρίθηκε σφοδρά ακόμη κι από οικονομολόγους που εντάσσονται στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, όπως για παράδειγμα ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίκλιτς[4] που έγραψε σχετικά: «Αυτό που κάνει η κυβέρνηση Ομπάμα είναι πολύ χειρότερο από εθνικοποίηση. Είναι ένα κακέκτυπο καπιταλισμού, η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών. Είναι μια “σύμπραξη” στην οποία ο ένας συνέταιρος κλέβει τον άλλο. Και τέτοιες συμπράξεις – με τον ιδιωτικό τομέα να έχει τον έλεγχο – έχουν ανορθολογικά κίνητρα, ακόμη χειρότερα κι από εκείνα που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Ήδη υποφέρουμε από μια κρίση εμπιστοσύνης. Όταν γίνει εμφανές το υψηλό κόστος του κυβερνητικού σχεδίου, η εμπιστοσύνη θα διαβρωθεί περαιτέρω. Σε εκείνο το σημείο, το έργο της νεκρανάστασης της οικονομίας θα είναι ακόμη πιο επώδυνο»!

Η ευκολία με την οποία όμως οι αστικές κυβερνήσεις ανακοινώνουν το ένα πακέτο χρηματοδοτικής ενίσχυσης μετά το άλλο δεν οξύνει μόνο το κοινωνικό ζήτημα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, στο βαθμό που τέτοιες λύσεις ενισχύουν τη θέση της αστικής τάξης εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και νέου τύπου ανισορροπίες σε διεθνές επίπεδο. Πρωταγωνιστές είναι το δίδυμο Ομπάμα – Μπράουν που ηγούνται παγκοσμίως του ράλι αφειδώλευτης χρηματοδότησης του κεφαλαίου. Για να μπορέσουν όμως να χρηματοδοτήσουν αυτά τα ανοίγματα έχουν επιδοθεί σε μια παράλληλη κούρσα «μέτρων διευκόλυνσης», όπως διακριτικά αποκαλείται η εκτύπωση χρήματος από τις κεντρικές τους τράπεζες. Έτσι τους τελευταίους μήνες και με απώτερο σκοπό να αγοράσουν τα ομόλογα που εκδίδουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις[5] οι ΗΠΑ έχουν εκτυπώσει δολάρια αξίας μεγαλύτερης του 1 τρισ. δολ. και η Αγγλία βρετανικές λίρες που υπερβαίνουν τα 75 δισ. (107,3 δισ. δολ.)! Ως αποτέλεσμα στην αγορά των επιτοκίων τα στοιχήματα για σοβαρή άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και την Αγγλία κατά το προσεχές μέλλον έχουν πάρει φωτιά, ενώ όσοι έχουν ήδη συμφέροντα επάνω στο δολάριο έχουν πάρει τ’ όπλο τους. Και πρώτη απ’ όλους η κυβέρνηση της Κίνας που διατηρεί τα μεγαλύτερα δολαριακά αποθέματα εκτός ΗΠΑ, αξίας ανώτερης του 1 τρισ. δολαρίων. Η αντίδραση επομένως του κινέζου πρωθυπουργού στην πλημμυρίδα ρευστού του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στις παραμονές της συνεδρίασης του G20 έφτασε να ζητήσει να πάψει το δολάριο να έχει την θέση που διατηρεί σήμερα στις διεθνείς συναλλαγές και τα νομισματικά αποθέματα ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη κι ως κίνητρο είχε τη διαφύλαξη της αξίας αυτών των αποθεμάτων. Μαζί με την Κίνα αντέδρασε κι η Γερμανία μέσω του υπουργού Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος προειδοποίησε[6] ότι «τα νέα χρηματοδοτούμενα από χρέη προγράμματα υποστήριξης της οικονομίας θα συνθλίψουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, θα καταστρέψουν την αξία των νομισμάτων και θα θέσουν τις βάσεις για την επόμενη κρίση». Παρατηρήσεις εύστοχες, όσο κι αν διατυπώνονται για να δικαιολογήσουν μια σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, μηδενικών ελλειμμάτων.

Η τεράστια ζήτηση ρευστού από τις ΗΠΑ και την Αγγλία δυσχεραίνει παράλληλα αφάνταστα και τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των υπόλοιπων χωρών του κόσμου στο βαθμό που οι όροι υπό τους οποίους ζητάει χρήμα το αμερικανικό δημόσιο είναι κατά πολύ ευνοϊκότεροι αυτών που ζητούν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για παράδειγμα. Επίσης η βεβαιότητα που προσφέρει το αμερικανικό δημόσιο, ακόμη και τώρα, που η εκτύπωση νέου χρήματος γεννάει με μαθηματική βεβαιότητα πληθωρισμό, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν που προσφέρει κάθε άλλο κράτος. Κατ’ επέκταση και η κοινωνικά επώδυνη[7] εκτίναξη του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, μπορεί μεταξύ άλλων να θεωρηθεί κι αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που στην έναρξη της είχε την απότομη αύξησης της ζήτησης ρευστού από τις ιμπεριαλιστικές χώρες για να σώσουν τις τράπεζές τους. Πολύ πιο ακριβά ωστόσο πλήρωσαν την αμερικανική πολιτική άλλες χώρες που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των συνθηκών αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο ΔΝΤ. «Τα νομίσματα βυθίζονται από το Μεξικό μέχρι την Μαλαισία καθώς δανειστές κι επενδυτές αποσύρουν τα χρήματά τους για να τα παρκάρουν στα ομόλογα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Το Πακιστάν, η Ισλανδία, η Τουρκία και το Ελ Σαλβαδόρ με αρκετές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να πληρώσουν τους διεθνείς πιστωτές τους»[8].

          Μια επιπλέον παράπλευρη συνέπεια του άτυπου πλειοδοτικού διαγωνισμού που έχει στηθεί στη Δύση για την εύρεση ρευστού είναι η χρηματοδοτική ξηρασία που πλήττει το Νότο και ειδικότερα τις υπανάπτυκτες χώρες. «Στην πραγματικότητα όλες οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα», δήλωνε πρόσφατα[9] στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επισημαίνοντας ακόμη πως «αυτό είναι το τρίτο κύμα της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η ροή ιδιωτικού κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές έχει στεγνώσει». Με βάση εκτιμήσεις του διεθνούς μισητού ιμπεριαλιστικού οργανισμού οι ροές κεφαλαίου προς τις αποκαλούμενες αναδυόμενες αγορές από 928 δισ. δολ. το 2007, μειώθηκαν στα 466 τον προηγούμενο χρόνο και φέτος εκτιμάται ότι θα πέσουν στα 165 δισ. δολ. Καθόλου τυχαία επομένως δεν είναι η προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας ότι φέτος οι άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα θ’ αυξηθούν κατά 50 εκ.!

          Τα μέτρα διάσωσης που εφαρμόζουν επομένως οι ΗΠΑ οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς βελτιώνουν τη θέση τους, εις βάρος άλλων χωρών που καταποντίζονται.

          Στο εσωτερικό τώρα των χωρών, εδώ και λίγους μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστια επιχείρηση καθαρής μείωσης των εργατικών μισθών και βίαιης ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Αστική τάξη και κράτος το επιτυγχάνουν θέτοντας στους εργαζόμενους το δίλημμα απολύσεις ή μοίρασμα της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων (που με εκπληκτική ομοιομορφία εφαρμόζονται από την κοιτίδα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Ντιτρόιτ, μέχρι την Αγγλία και τα εργοστάσια της Βοιωτίας) είναι να πάψουν πλέον τα όρια μεταξύ εργαζομένων και ανέργων να είναι τόσο ευδιάκριτα, ενώ τα μόνα σαφώς οριοθετημένα θα είναι τα κέρδη του κεφαλαίου που θα μείνουν στο απυρόβλητο, καθώς το κόστος της κρίσης θα μεταφέρεται ακέραιο στους εργαζόμενους. Αυτή ακριβώς είναι και η δεύτερη εξέλιξη, που σε συγκερασμό με τον Κεϋνσιανισμό για τους πλουσίους σκιαγραφεί τις κυρίαρχες πολιτικές για την υπέρβαση της κρίσης από την μεριά του κεφαλαίου.

Η επιμονή του κεφαλαίου να αναζητά την υπέρβαση της κρίσης στο χώρο της παραγωγής, εκεί που δημιουργούνται οι νέες αξίες επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η κρίση δεν είναι κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν είναι κρίση ρευστότητας, ούτε κρίση εμπιστοσύνης, όσο κι αν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές εμφανίζεται ως τέτοια. Πριν απ’ όλα είναι κρίση πτώσης του ποσοστού κέρδους, όπως ορίστηκε από τον Κ. Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, που φέρνει στην επιφάνεια την σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και τον βαθιά οπισθοδρομικό χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, καθώς όρος επιβίωσής τους είναι ο ακρωτηριασμός των σύγχρονων, κοσμογονικών δυνατοτήτων που γεννάει η εποχή μας, επιτρέποντας την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά[10].

Τέλος, σημείο αισιοδοξίας που μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η τρέχουσα κρίση μπορεί να σηματοδοτήσει την αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας και των πολιτικών εκείνων δυνάμεων που αναφέρονται στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας είναι ο μαχητικός κοινωνικός ριζοσπαστισμός που γεννιέται: από την εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα μέχρι τις ομηρίες διευθυντικών στελεχών από οργισμένους εργάτες στη Γαλλία.


[1] Financial Times, 31 Μαρτίου 2009.

[2] Reinhart Carmen M., Kenneth S. Rogoff, «The aftermath of financial crises», Paper prepared for presentation at the American Economic Association meeting in San Francisco, 3 Ιανουαρίου 2009.

[3] El Pais, 15 Mαρτίου 2009.

[4] New York Times, Obama’s ersatz capitalism, 2 Απρίλη 2009.

[5] Wall Street Journal, A dangerous lure: inflation curbs debt, 30 Μαρτίου 2009.

[6] Spiegel Online, A summit at the abyss – Can the G 20 save the world?, 30 Μαρτίου 2009.

[7] «Το επιπλέον ετήσιο κόστος για τους τόκους από τον μέχρι στιγμής δανεισμό λόγω της ανόδου της διαφοράς των ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με τα γερμανικά ξεπερνούν τα 900 εκ. ευρώ. Ακόμη και σε σχέση με την Ιταλία, με την οποία δανειζόμασταν περίπου στα ίδια επίπεδα μέχρι πριν λίγους μήνες, θα επιβαρυνθούμε περίπου 520 εκ. ευρώ παραπάνω για τα ίδια ποσά δανεισμού… Με τα 520 εκ. ευρώ που πληρώνουμε επιπλέον σε σχέση με την Ιταλία θα μπορούσε να αυξηθεί το επίδομα ανεργίας από το 55% του βασικού μισθού που είναι σήμερα στο 70%… και να ενισχυθεί με επιπλέον 160 εκ. ευρώ το Ταμείο κατά της Φτώχειας για δράσεις ανακούφισης συμπολιτών μας με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα», Ενημερωτικό σημείωμα από τον τομέα Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, 1 Απριλίου 2009.

[8] International Herald Tribune, Averting a catastrophe in the developing world, 6 Μαρτίου 2009.

[9] International Herald Tribune, Crisis sends dollars flowing back to U.S., 9 Μαρτίου 2009.

[10] «Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάθε τρόπου παραγωγής εξακολουθεί να είναι η αντικειμενική βάση στην οποία οφείλουν να εδράζονται οι προσπάθειες για την υπέρβαση του συστήματος» (Θανάσης Μανιάτης, Κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας; Περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο: Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2009).

Ποιός θα πληρώσει για την κρίση; (Πριν, 4/4/2009)

Στη σύνοδο του G20, αποφεύχθηκε το φιάσκο

ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πράγματι θα μείνει στην ιστορία η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Πέμπτη 2 Απριλίου, όχι όμως για τους προφανείς λόγους, σε σχέση δηλαδή με τις αποφάσεις που έλαβε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η σύνοδος του G20, η δεύτερη τέτοια σύνοδος μετά απ’ αυτήν που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 και 16 Νοεμβρίου, θα αποτελεί συμβατικά το διεθνές φόρουμ όπου για πρώτη φορά αποτυπώθηκε η συρρίκνωση της αμερικανικής ηγεμονίας και η αδυναμία τους να επιβάλλουν τις αποφάσεις – κάτι χωρίς προηγούμενο στον μεταπολεμικό κόσμο.

Μέχρι και την προηγούμενη μέρα της συνόδου πολλά στοιχεία μαρτυρούσαν ότι η σύνοδος του Λονδίνου θα είχε την τύχη της διακυβερνητικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ το 1999 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Θα κατέρρεε δηλαδή υπό το βάρος των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν οι μάχες χαρακωμάτων που έδιναν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από την μια ο γαλλογερμανικός άξονας που συστάθηκε κατά κύριο λόγο με επίκεντρο την αδιάλλακτη θέση των Σαρκοζύ – Μέρκελ εναντίον της πλημμυρίδας ρευστού και υπέρ των μέτρων ρύθμισης των αγορών και από την άλλη ο αγγλοσαξονικός άξονας των Μπράουν – Ομπάμα που πριν τη σύνοδο είχαν κάνει σημαία τους την άνευ όρων και ορίων χρηματοδότηση της οικονομίας με αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον την λήψη μέτρων ρύθμισης και εξορθολογισμού του καπιταλισμού.

Σε αυτή τη διελκυστίνδα χαμένο βγήκε το δίδυμο Μπράουν – Ομπάμα καθώς στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει καμιά κατεύθυνση για εκπόνηση νέων πακέτων σωτηρίας, όπως επεδίωκαν αρχικά. Πριν δούμε τις αποφάσεις που λήφθηκαν, αξίζει να τονίσουμε πως παρότι οι τελικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν νίκη του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς τα μέτρα ρύθμισης που προβλέπονται για τους φορολογικούς παραδείσους και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είναι ανεπαρκή σε έκταση και υπέρ του δέοντος γενικόλογα, παρόλα αυτά αποτελούν ήττα του αγγλοσαξονικού άξονα. Μια ήττα που έρχεται σαν αποτέλεσμα των τεράστιων ευθυνών που έχουν οι δύο αυτές χώρες για το ξέσπασμα της κρίσης – πληρώνοντας και τώρα το μεγαλύτερο τίμημα, αλλά επίσης και των κινδύνων που δημιουργούν για τη σταθερότητα του συστήματος με τα μέτρα που λαβαίνουν τώρα, όπως φάνηκε από την κριτική που δέχτηκαν!

Η απόφαση των 20 πλουσιότερων κρατών του κόσμου στη σύνοδο του Λονδίνου να ενισχύσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κόντευε να ξεμείνει από κεφάλαια, δείχνει την πρόθεσή τους να βάλουν τους εργαζόμενους να πληρώσουν την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, μέσα από προγράμματα άγριας λιτότητας και περικοπών.

Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων και μειώσεις μισθών σε Ευρώπη και ΗΠΑ

 

Η σημαντικότερη απόφαση που έλαβε η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη στις 2 Απρίλη θα μπορούσε να θωρηθεί απρόβλεπτη ή ακόμη χειρότερα… άσχετη σε σχέση με τα δύο διλήμματα που είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της συνόδου: λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση, το πρώτο, και μικρά ή μεγάλα πακέτα στήριξης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις, το δεύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα προς τα μπρος για το κεφάλαιο, μια δημιουργική σύνθεση των υπαρκτών διαφορών τους. Η απόφαση να στηρίξουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισ. δολαρίων περιγράφει με πηχυαία γράμματα το ταξικό πρόσημο των μέτρων που θα ληφθούν για την υπέρβαση της κρίσης. Απαντάει στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει για την έξοδο από την κρίση!

Μια πρόγευση αυτού του μέτρου είχαμε πάρει από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Το Βερολίνο τότε απαντώντας στις εναγώνιες εκκλήσεις των ανατολικοευρωπαίων για μετρητό ώστε να μπορέσουν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους, τούς έδειξε το δρόμο προς το ΔΝΤ. Με αυτό τον τρόπο δεν αδιαφόρησε απλώς μπροστά στις τυπικές υποχρεώσεις του, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει και το ανάλογο πολιτικό κόστος υπέδειξε στις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και άλλων χωρών να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που ζητάει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για να χορηγήσει τα δάνεια κι έχουν κάνει όλο τον κόσμο, ειδικότερα στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, να το μισεί. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1998 – 1999 στο αποκορύφωμα της ασιατικής κρίσης, ακόμη κι ο μετέπειτα νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς είχε εξοργιστεί με τους όρους που επέβαλλε το ΔΝΤ ασκώντας δημόσια καυστικότατη κριτική στην πολιτική του, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, δίδυμης αδερφής του ΔΝΤ. Η κριτική του συνέτεινε ότι εν ολίγοις το ΔΝΤ για να προσφέρει το ρευστό, όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρνείται να το κάνει με φυσιολογικά επιτόκια, επιβάλλει ως αντίτιμο την οικονομική ερήμωση της χώρας. Όχι μόνο βαθιά αντιλαϊκά προγράμματα, αλλά και μέτρα ύφεσης που καταλήγουν στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν χρειαζόταν να επικαλεστούμε τον Στίγκλιτς για να αποκαλύψουμε τον οπισθοδρομικό ρόλο του ΔΝΤ. Καταφεύγουμε όμως τώρα γιατί εδώ και έξι μήνες το ΔΝΤ έχει πάψει να είναι ένας μισητός οργανισμός κι εμφανίζεται σαν μάννα εξ ουρανού και από μηχανής Θεός, με το μοναδικό πρόβλημα σ’ ότι αφορά τη δράση του να εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του! Οι όροι υπό του οποίους άνοιξε τους κρουνούς του ακόμη και πρόσφατα πέρασαν έτσι στα ψιλά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι στο Πακιστάν το Νοέμβριο επέβαλλε μια σειρά μέτρων με πιο ακραίο τον διπλασιασμό σχεδόν των τιμολογίων του ηλεκτρικού. Στη Λετονία το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο επέβαλε την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 15%, των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, πάγωμα των συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ, στην Ουγγαρία και τη Λευκορωσία τον Ιανουάριο την υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων κατά 22% και 25% αντίστοιχα, ενώ στη γειτονική Τουρκία οι όροι που ζητά είναι τόσο εξωφρενικοί ώστε ο Ερντογάν περίμενε να γίνουν πρώτα οι δημοτικές εκλογές και μετά να προχωρήσει σε ανακοινώσεις.

Αυτήν ακριβώς την πολιτική μείωσης των μισθών, άγριων περικοπών κοινωνικών δαπανών και αύξησης των λαϊκών φόρων αποφάσισαν να στηρίξουν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου. Οι αποφάσεις τους δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Αν μέχρι και την εκπνοή του 2008 αυτό που κυριαρχούσε στις αντιδράσεις των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο ήταν η αμηχανία και η σύγχυση για το τι δέον γενέσθαι, τους τελευταίους τρεις μήνες αυτό που διακρίνεται είναι μια πολιτική πυγμής για να περάσει το κόστος υπέρβασης της κρίσης στους εργαζόμενους.

Το παράδειγμα δίνει πρώτος απ’ όλους ο γενναιόδωρος κατά τ’ άλλα Μπαράκ Ομπάμα που δεν δίστασε να επαναφέρει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, για την χρηματοδότηση των τραπεζών με 1 τρισ. δολάρια, προκαλώντας έκρηξη χαράς στη Γουόλ Στριτ, που στο άκουσμα της είδησης κατέγραψε την σημαντικότερη άνοδο των τελευταίων πολλών μηνών. Το σχέδιο του Ομπάμα επικρίθηκε ακόμη κι από οικονομολόγους που στηρίζουν ενεργά την πολιτική του, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, καθώς στην πράξη είναι ένα σχέδιο εξαγοράς των «τοξικών ομολόγων» από κοινά σχήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο των οποίων το δημόσιο καταβάλει το κόστος κι οι ιδιώτες παίρνουν τα κέρδη, αν υπάρξουν. Το μοναδικό ρίσκο δηλαδή που αναλαμβάνουν είναι να μην… κερδίσουν. Ενώ το αμερικανικό δημόσιο σε κάθε περίπτωση – κερδίσουν ή όχι δηλαδή οι ιδιώτες – βγαίνει χαμένο. Την ίδια ακριβώς εβδομάδα που ανακοίνωσε το σχέδιο για το καθάρισμα των τραπεζών, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στον λαιμό των εργαζομένων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, απαιτώντας την εκχώρηση κι άλλων δικαιωμάτων τους αν θέλουν να ενταχθεί το Ντιτρόιτ σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για ν’ αποφύγει τη σίγουρη χρεοκοπία. Το τελεσίγραφο του Ομπάμα προκάλεσε απόγνωση γιατί ακόμη δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από τις τελευταίες υποχωρήσεις που έκαναν και θεωρήθηκαν ανεπαρκείς: μείωση αποδοχών καλοκαιρινής αδείας, παραίτηση από το ετήσιο μπόνους που το 2007 έφθασε τα 3.000 δολάρια, κατάργηση της επιδότησης των διδάκτρων για τα παιδιά που σπουδάζουν κ.λπ. Η ίδια κατάσταση κυριαρχεί και στη Γερμανία – σε αυτό το επίπεδο καμία αντίθεση δεν καταγράφεται μεταξύ των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν Ομπάμα και Μέρκελ. Πρόσφατο ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ανέφερε ότι ο αριθμός των εποχιακών απασχολουμένων τον τελευταίο μόνοι χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Από 15.248 που ήταν καταγεγραμμένοι τον Φεβρουάριο του  2008, τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο αριθμός τους εκτινάχθηκε στους 700.038. «Συμβάσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, απόλυση εποχιακών απασχολουμένων, πάγωμα προσλήψεων και πρόσκαιρες διακοπές της παραγωγής είναι οι μέθοδοι που μετέρχονται οι γερμανικές εταιρείες για να καθυστερήσουν τις επώδυνες περικοπές θέσεις εργασίας», έγραφε, δείχνοντας έτσι την ταχύτητα με την οποία γενικεύεται η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ακόμη και στις χώρες που ήταν προπύργιο των σταθερών εργασιακών σχέσεων.

Αν πλάι στα παραπάνω παραδείγματα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία συνυπολογίσουμε τα άγρια αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα (ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέσω της μείωσης της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας και των αποδοχών, μηδενικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους και έκρηξη της ανεργίας όπως δείχνουν οι 80.000 επιπλέον άνεργοι που προστέθηκαν στις λίστες μεταξύ Οκτώβρη και Δεκέμβρη) τότε καταλαβαίνουμε ότι σε όλο τον κόσμο είμαστε στο μέσο μιας ιστορικής στιγμής. Η κρισιμότητα της καθορίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει η αστική τάξη να αναιρέσει κατακτήσεις δεκαετιών οδηγώντας τους εργαζόμενους όλης της γης στη φτώχεια και τη εξαθλίωση. Το ζητούμενο για την αστική τάξη είναι να κάνει μια «επαναφορά συστήματος». Βασικό γνώρισμα αυτής της επαναφοράς είναι η ακραία πόλωση των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συντελείται μέσα από το προπέτασμα καπνού που δημιουργεί η κρίση και μια ψευδαίσθηση πως «όλοι χάνουμε». Στην πραγματικότητα όμως οι ταξικοί συσχετισμού ξαναγράφονται. Στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2008, όταν 2 εκατ. Αμερικάνοι έχαναν τα σπίτια τους, περιμένοντας να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους χειρότερα απ’ ότι έζησαν μέχρι τότε, μια χούφτα στελεχών της Γουόλ Στριτ που εντάσσεται στην αστική τάξη αύξανε τις καταθέσεις του, μέσα από μπόνους, κατά 32 δισ. δολάρια. Το ίδιο και στην Ελλάδα. Την ώρα που οι εργαζόμενοι στην Αλουμύλ έπρεπε να επιλέξουν ανεργία ή ημιαπασχόληση οι ελληνικές τράπεζες επαναπαύονταν στην αγκαλιά του γενναιόδωρου κράτους που αναλάμβανε χρέη ασφαλιστικής εταιρείας, καλύπτοντας από τα 28 δισ. τις ζημιές από την επέκταση και την κερδοσκοπική τους δράση στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 200.000 ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΚΟΣΜΟ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η κρίση, ως «ανορθολογικός εξορθολογητής» όπως χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανό μαρξιστή Ντέιβιντ Χάρβευ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο προοδευτικό αμερικανικό δίκτυο Ντιμόκρασυ Νάου, δεν οξύνει την ταξική πάλη εντός των αστικών κρατών μόνο. Παράλληλα οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ενώ κράτη και λαούς που ζούσαν στο περιθώριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στους τροπικούς της εξαθλίωσης (εκεί όπου το αντίστοιχο του άνεργος και άστεγος στη Δύση είναι νεκρός από αρρώστιες και ασιτία) απειλεί να τους αφανίσει.

Επιτροπή της Ουνέσκο πρόσφατα υπολόγισε ότι λόγω της κρίσης 390 εκ. από τους φτωχότερους Αφρικανούς θα δουν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20% και οι θάνατοι παιδιών θα αυξηθούν κατά 200.000 με 400.000 περιπτώσεις επιπλέον. Η εμφανής αιτία γι αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδώνα έγκειται στην επενδυτική ξηρασία που ήδη πλήττει την ήπειρο λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπολογίζεται ότι ενδεικτικά πως οι ροές κεφαλαίων προς τι φτωχές, καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες θα ανέλθουν στα 165 δισ. δολ., λιγότερα από τα μισά από τα περυσινά επίπεδα (466 δισ. δολ.) και ισοδύναμα με το ένα πέμπτο των επιπέδων του 2007.

Η έλλειψη κεφαλαίων δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης γενικά, ή έστω μόνο αυτής. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της κεφαλαιακής αφαίμαξης που προκαλούν ΗΠΑ και Αγγλία, ώστε να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης των κλυδωνιζόμενων επιχειρήσεων τους. Τα κεφάλαια που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον στη Γουόλ Στριτ για να ξαναστήσει στα πόδι τους τις τράπεζες θα προέλθουν από δύο διαύλους, που ο ένας είναι πιο καταστροφικός από τον άλλο. Θα προέλθουν είτε από δανεισμό είτε από έκδοση νέου χρήματος. Σε κάθε περίπτωση είναι αναπόφευκτος ένας σχετικός πληθωρισμός και πιο σίγουρα μια υποτίμηση του δολαρίου. Οι αναταράξεις που θα επέλθουν στη διεθνή νομισματική ισορροπία ήταν και η αιτία πίσω από την οξεία κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της κινέζικης κεντρικής τράπεζας στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ζητώντας για πρώτη φορά άμεσα και δημόσια να πάψει το δολάριο να αποτελεί μέσο αποθησαυρισμού (και διεθνών συναλλαγών συμπληρώνουν άλλοι) και να αντικατασταθεί από ένα καλάθι νομισμάτων, όπως είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για τις συναλλαγές του με τα 185 κράτη μέλη του. Η οργή του κινέζου τραπεζίτη προήλθε από τις μελανές προοπτικές που διαγράφονται για την αξία των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων, εκ των οποίων το ένα τρίτο αξίας 740 δισ. δολ., έχει επενδυθεί σε δολάρια.

Φαίνεται έτσι ότι τα γενναιόδωρα μέτρα στήριξης που ανακοινώνουν Ομπάμα και Μπράουν δεν επαναδιατάζουν τις ισορροπίες μόνο στο εσωτερικό των χωρών τους, ενισχύοντας το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, αλλά επίσης οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς με την εκμετάλλευση προνομίων που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές, επιχειρούν να στείλουν το λογαριασμό σε άλλες αστικές τάξεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Μετά την κρίση, στασιμότητα

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΟΔΟΥ

 

Παράλληλα με το σχέδιο των 20 πλουσιοτέρων κρατών παρουσιάστηκε και το μήνυμα της επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για τη διεθνή κρίση, γνωστής κι ως Επιτροπής Στίγκλιτς, στην οποία συμμετέχει κι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Πρόκειται για ευχολόγιο, που συγκαλύπτει τις τεράστιες ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για τη σημερινή κρίση! Ξεκινώντας απ’ όσα αναφέρει, η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι κραυγαλέα. Για παράδειγμα ενώ τονίζει πως «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται» και προτείνει «να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση παγκόσμια», στην πράξη το ΠΑΣΟΚ συμφώνησε με το ξεπούλημα της Ολυμπιακής στο μονοπώλιο του Βγενόπουλου, ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο πρώτος που πρότεινε, από το Λαύριο πριν τις εκλογές του 2004, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές των νέων εργαζομένων οι εργοδότες. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει λέξη στο κείμενό τους για την ανάγκη σταθερών εργασιακών σχέσεων και την ανάγκη αποτροπής της ελαστικοποίησής τους ή τη σημασία που έχει σήμερα η αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και των εταιρειών. Δεν πρόκειται συνεπώς καν για εναλλακτικό σχέδιο.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας όλων των σχεδίων που προωθούνται αποκαλύπτεται από δύο γεγονότα. Αρχικά από το γεγονός ότι στην πράξη επιδιώκουν να ξαναστήσουν στα πόδια του ένα μοντέλο το οποίο κατάρρευσε παταγωδώς και όλοι οικτίρουν. Μάλιστα, ακόμη κι η επιλογή του Λονδίνου για τη συνάντηση του G20 που αποτελεί σύμβολο της υπερτροφίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ακόμη και σήμερα (καθώς το ενεργητικό των τραπεζών του Σίτι εξακολουθεί να είναι πενταπλάσιο από το βρετανικό ΑΕΠ) μόνο θυμηδία προκαλεί. Η αγωνία του Ομπάμα και του Μπράουν να καθαρίσουν με κάθε κόστος τις χρεοκοπημένες τράπεζες και η διοχέτευση τόσων εκατοντάδων δισ. δολ. στα σαθρά θεμέλιά τους με τη ελπίδα να μπορέσουν κάποια στιγμή να κερδίσουν ξανά τη χαμένη τους σταθερότητα δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτό που επιδιώκουν είναι μια αναστήλωση ενός πλαισίου όχι μόνο βαθιά ταξικού και κοινωνικά άδικου, αλλά επίσης βαθιά κερδοσκοπικού και αναποτελεσματικού, με την έννοια ότι η λειτουργία του έχει ως προϋπόθεση την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του προωθούμενου σχεδίου αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε με πόσο μελανά χρώματα περιγράφουν άπαντες την επόμενη μέρα. «Η ανάκαμψη όταν θα έρθει θα είναι ασθενής» τονίζει ο τελευταίος Εκόνομιστ. Συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εμπειρία των περισσότερων χωρών που δοκιμάστηκαν από κρίσεις την τελευταία εικοσαετία κι οι οποίες στην πράξη δεν απέκτησαν ποτέ τους προγενέστερους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κι από την ίδια την εμπειρία των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Γενικότερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ ποτέ δεν ανέκαμψαν από την κρίση της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα ποτέ να μην επανακτήσουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κυρίως το ποσοστό κέρδους που αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για την υγεία του καπιταλιστικού συστήματος, των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν αυτό που υπόσχονται και γι αυτό το οποίο πασχίζουν θυσιάζοντας έσοδα και πόρους δεκαετιών είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης αποδεδειγμένα ανορθολογικό που γεννάει κρίσεις κι ανεργία με την ίδια φυσικότητα που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.

Πρώτες πεθαίνουν οι ελπίδες για τον Ομπάμα (Πριν, 8/11/2008)

Μαζικό, λαϊκό ρεύμα υπέρ του Ομπάμα

ΤΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να υποτιμήσει τις άνευ πρόσφατου προηγουμένου προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η απροσδόκητη εμφάνιση στην πολιτική κονίστρα και η μετεωρική άνοδος του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ. Οι λαοθάλασσες που συγκεντρώνονταν για να τον ακούσουν, με αποκορύφωμα τους 200.000 ανθρώπους που μαζεύτηκαν το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Μεγάλο Πάρκο του Σικάγου, και κυρίως τα αποτελέσματα των εκλογών βεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για μια αλλαγή ρουτίνας στον Λευκό Οίκο. Είναι κατ’ αρχήν η διαφορά των 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου Μακ Κέην που έκανε το ποσοστό του 52% να φαντάζει εντυπωσιακό. Φαίνεται δε ακόμη εντυπωσιακότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά υπερβαίνουν τα συνήθη επίπεδα των Δημοκρατικών: όχι μόνο του Κλίντον αλλά ακόμη και του Κάρτερ, που μετά βίας έφθασαν το 50,1%. Έπειτα είναι η σύνθεση των ψήφων του που συγκροτεί ένα εξαιρετικά δυναμικό κοινωνικό μίγμα. Ο 47χρονος γερουσιαστής μέχρι τώρα, που δεν είχε συμπληρώσει καν μια ολόκληρη θητεία στη Γερουσία όπου εξελέγη πρώτη φορά το 2005, σάρωσε στους μαύρους που τον ψήφισαν κατά 98%, τους Λατίνους που τον ψήφισαν κατά 66%, όσους ψήφιζαν για πρώτη φορά (68%) και τους νέους 18 – 29 ετών (συγκεντρώνοντας το 66% των ψήφων τους).

Το κοινωνικό ρεύμα που δημιουργήθηκε υπέρ του Ομπάμα υποκινήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τον Μπους, κατ’ αναλογία της αθέλητης μεν, τεράστιας ωστόσο συνεισφοράς που είχε ο …Αλογοσκούφης στην πρόσφατη δημοσκοπική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη δηλαδή κι ένας λιγότερο χαρισματικός Δημοκρατικός υποψήφιος να διεκδικούσε την προεδρία έπρεπε να προσπαθήσει για να χάσει, ειδικά μάλιστα από τον Τζον Μακ Κέην το βιογραφικό του οποίου έκανε έγκαιρα γνωστό ο Γκορ Βιντάλ: «Πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και ήταν ο τελευταίος στην τάξη του. Συνέτριψε το αεροπλάνο του, κατέστη αιχμάλωτος πολέμου και τώρα προσπαθεί να εμφανιστεί ως ήρωας πολέμου». Προς επίρρωση μια σειρά στοιχεία που βεβαιώνουν την παντελή ανυποληψία της κυβέρνησης Μπους και των Ρεπουμπλικάνων και την ήττα συνολικότερα του νεοσυντηρητικού σχεδίου. Για παράδειγμα, εντός των ΗΠΑ τα ποσοστά επιδοκιμασίας της κυβέρνησης Μπους κυμαίνονται από 19% έως 20%. Ο Μπους δηλαδή τα καταφέρνει λίγο καλύτερα από τον Γέλτσιν την εποχή που γύρναγε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τρεκλίζοντας από το ποτό. Οι 4 στους 5 Αμερικάνους επίσης δηλώνουν ότι η χώρα τους κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Εκτός των ΗΠΑ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για όσους επαγγέλονταν ένα «νέο αμερικανικό αιώνα» και χωρίς μάλιστα να ρωτηθούν οι λαοί της δικής μας περιοχής που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις ωδίνες αυτής της τερατογένησης. Στο Μεξικό και τον Καναδά συγκεκριμένα, ο Μπους θεωρείται εξ ίσου επικίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη με το σύμβολο του απόλυτου κακού για την αμερικανική προπαγάνδα, τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Λίγο πιο ‘δώ τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τη δημόσια εικόνα των ΗΠΑ μια, και όπως δείχνει έρευνα του BBC, οι κάτοικοι της Αιγύπτου και του Πακιστάν ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Αλ Κάιντα, προτιμούν τη δεύτερη!!!

Η αναστροφή αυτής ακριβώς της κατάστασης, η αναστήλωση δηλαδή της θέσης και του γοήτρου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι το έργο που έχει ανατεθεί στον πρώτο αφροαμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ.

Επιλέγοντας να συμμαχήσει στην προεκλογική περίοδο με πρόσωπα που εγγυώνται την συνέχιση της επιθετικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ο Μπάρακ Ομπάμα, αντί για παράδειγμα να ορίσει ως αντιπρόεδρό του τον αριστερό – για τα αμερικανικά δεδομένα – Τζ. Έντουαρντς, περιόρισε το εύρος της νίκης του και προδίκασε την κατεύθυνση που θα κινηθεί.

 

Το χαμήλωμα των – επικίνδυνων – προσδοκιών πρώτη προτεραιότητα του επιτελείου του νέου προέδρου

 

Από το μίγμα των ψηφοφόρων του Ομπάμα που περιγράψαμε στη διπλανή στήλη απουσιάζει με κραυγαλέο μάλιστα τρόπο ένα κοινωνικό στρώμα, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά του: η λευκή εργατική τάξη. Ειδικότερα, λευκοί απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – χωρίς δηλαδή πανεπιστημιακή παιδεία που (μαζί με τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών και τους πλούσιους – για διαφορετικούς ωστόσο λόγους) ψήφισαν κατά προτίμηση τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Η απουσία του ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή που ο Ομπάμα αρνήθηκε να επιλέξει ως αντιπρόεδρό του τον Τζον Έντουαρντς, επίδοξο διεκδικητή του χρίσματος ο οποίος όμως αποχώρησε πολύ νωρίς. Ο Τζον Έντουαρντς όμως ήταν ότι πιο αριστερό έχει βγάλει το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια, έχοντας οργανικούς δεσμούς με τα αμερικανικά συνδικάτα και επιβεβαιωμένη από τις δημοσκοπήσεις υψηλή επιρροή στα «μπλε κολάρα». Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το αμερικανικό κατεστημένο τον έθεσε έγκαιρα εκτός μάχης με τον πιο σίγουρο και δοκιμασμένο τρόπο: βγάζοντας στη φόρα έναν παράνομο δεσμό του… Έτσι, ο Ομπάμα για την εξαιρετικά νευραλγική θέση του αντιπροέδρου (πολύ περισσότερο αν δούμε ότι κατά την οκταετία Μπους ο Ντικ Τσέινι λάβαινε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις) επέλεξε τον Τζον Μπάιντεν που είχε διατελέσει επί χρόνια πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας κι ο οποίος εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εξασφαλίσει τη συνέχεια της ακολουθούμενης πολιτικής. Το ίδιο εγγυώνται και μια σειρά πρόσωπα που στήριξαν τον Ομπάμα: από την Μαντλίν Ολμπράιτ και τον Κόλιν Πάουελ, που πρώτος απέδειξε ότι δεν είναι και τόσο εξωτική επιλογή ο διορισμός ενός αφροαμερικάνου σε κρίσιμη πολιτική θέση, μέχρι τον Φουκουγιάμα.

Το κόστος που κατέβαλλε γι αυτή την επιλογή του ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν είναι αμελητέο, παρά τις σημαντικές εκλογικές επιδόσεις του. Γιατί, ο Ομπάμα μπορεί να υπερέβη τα ποσοστά του Κλίντον και του Κάρτερ εκλέγοντας 349 μέχρι στιγμής εκλέκτορες (ενώ απαιτούνται 270 για να ορίσουν πρόεδρο), χάρη στην άνοδο της συμμετοχής που έφθασε τα επίπεδα του 64% (για πρώτη φορά μετά το 1908), ωστόσο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εκλογικές επιδόσεις του Ρόναλντ Ρέιγκαν ο οποίος στις ενδιάμεσες εκλογές του 1984 είχε πετύχει έναν ανεπανάληπτο εκλογικό και κατ’ επέκταση πολιτικό θρίαμβο που διαρκεί μέχρι σήμερα: Βάφοντας όλον, μα όλον τον εκλογικό χάρτη των ΗΠΑ κόκκινο, όπως είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικάνων, με μοναδική εξαίρεση της Πολιτεία της Μινεσότας κατάφερε να εξασφαλίσει 525 από τους 538 βουλευτές, αφήνοντας στους Δημοκρατικούς μόνο 13! Η τοποθέτηση του πήχη σε αυτό το σημείο δεν είναι καθόλου τυχαία, γιατί το μεγάλο διακύβευμα με την εκλογή του Ομπάμα, τουλάχιστον για τις λαϊκές προσδοκίες που ξεσήκωσε, είναι το κατά πόσο θα σημάνει τον τερματισμό της μακράς συντηρητικής περιόδου που ξεκίνησε με την εκλογή του Ρέιγκαν το 1982, χωρίς η οκταετία του Κλίντον να την διαρρήξει, παρά μάλιστα τις ελπίδες που γέννησε για μια αντινεοφιλεύθερη στροφή όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Παρόλα αυτά σε μόλις δύο χρόνια κι αφού είχε μεσολαβήσει η άτακτη υποχώρηση της Χίλαρι (με πολιτική ευθύνη του ίδιου του Κλίντον φυσικά) στο θέμα της καθολικής ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού, τα ποσοστά αποδοχής του μειώθηκαν στο 35%, ενώ το 65% των ψηφοφόρων του δήλωνε πως  δεν πρόκειται να τον ψηφίσουν για δεύτερη φορά. Η παρθενική εμφάνιση των νεοσυντηρητικών με το Συμβόλαιο για την Αμερική του Νιουτ Γκίνγκριτς την ίδια χρονιά και η συνεχής μείωση των ποσοστών του σε όλες τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (έως ότου το σκάνδαλο με την Μόνικα Λεβίνσκι ήρθε να κλείσει με ατιμωτικό τρόπο την οκταετία του) περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα των αποφάσεών του, ενώ το κενό κάλυπτε κατά βήμα το ανερχόμενο νεοσυντηρητικό ρεύμα.

Το κόστος που κατέβαλε ο Ομπάμα από την απροθυμία του να συμμαχήσει με τον Τζ. Έντουρντς και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της Αμερικής που είχε στοιχηθεί από πίσω του μετριέται και με πιο πρακτικούς όρους, όπως με την αποτυχία του για παράδειγμα να εκλέξει 60 γερουσιαστές στο σχετικό κοινοβουλευτικό σώμα οπότε θα στερούσε το δικαίωμα του βέτο από τους αντιπάλους του και θα μπορούσε να διαχειριστεί εν λευκώ την εξουσία του. Το θετικό αποτέλεσμα που θα είχε ο Ομπάμα αν στρεφόταν προς τα αριστερά δίνοντας τη θέση του αντιπροέδρου στον Έντουαρντς επιβεβαιώνεται από τα καλά αποτελέσματα που είχαν οι αριστεροί υποψήφιοι, υπερσκελίζοντας αθροιστικά τους ακροδεξιούς. Για παράδειγμα, ο Ραλφ Νέιδερ συγκέντρωσε 600.000 ψήφους (και 4 εκ. δολάρια οικονομικές ενισχύσεις), η Σίνθια Μακ Κίνεϋ 120.000 ψήφους (και 880.000 δολ.) ενώ η μητέρα του σκοτωμένου στο Ιράκ αμερικανού στρατιώτη και σύμβολο πια του αντιπολεμικού κινήματος Σίντι Σίχαν που έγινε γνωστή όταν κατασκήνωσε έξω από το ράντσο του Μπους για να απαιτήσει την επιστροφή του αμερικανικού στρατού κέρδισε στο Σαν Φραντζίσκο το 17,9% των ψήφων! Απέναντί της μάλιστα δεν είχε κάποιον συντηρητικό ή δεύτερης κλάσης δημοκρατική υποψηφιότητα αλλά την επικεφαλής των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, Νάνσι Πελόσι, που εκλέχτηκε για 12η φορά! Μη έχοντας όμως ο Ομπάμα μετά την 20η Ιανουαρίου, οπότε θα αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντά του, την πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία θα είναι αναγκασμένος να παίρνει υπ’ όψη του τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών για σημαντικά ζητήματα ή να επικαλείται προσχηματικά την άρνησή τους προκειμένου να τα απορρίπτει.

Ας μη βιαστεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως ακραία υποθετικό και πρακτικά αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η σημερινή Γουόλ Στριτ Τζέρναλ αναφερόμενη στην ατζέντα του περιθωριοποιημένου πλέον εργατικού συνδικάτου AFL – CIO (όχι μόνο λόγω της γνωστής πολιτικής του κατεύθυνσης αλλά λόγω επίσης και του ότι μέλη του είναι μόνο το 7,5% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από 20% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80) επικαλείται αυτήν ακριβώς την πλειοψηφία στην αμερικανική Γερουσία για να την απορρίψει! Πρόκειται ειδικότερα για ένα νομοσχέδιο (με τίτλο Νόμος για την Ελεύθερη Επιλογή του Εργαζομένου) το οποίο ο πρόεδρος του συνδικάτου χαρακτηρίζει ως «το σημαντικότερο θέμα που έχουμε» και η ακραία νεοσυντηρητική εφημερίδα προοικονομεί την ατυχή του κατάληξη λόγω της δικαιώματος βέτο των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, πριν ακόμη αναλάβει έργο η καινούργια Γερουσία! «Με τους Δημοκράτες να έχουν αποτύχει να κερδίσουν την κρίσιμη πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία μερικοί υποστηρίζουν πως τώρα είναι περισσότερο πιθανός ένας συμβιβασμός στην επίμαχη πρόβλεψη»!!!

Η παραπομπή στις ελληνικές καλένδες του αιτήματος της AFL – CIO δεν ήταν και το μοναδικό κρούσμα που το επιτελείο Ομπάμα θέλησε να αποστασιοποιηθεί από το ρεύμα το οποίο τον ανέδειξε, ελπίζοντας πως με την εκλογή του θα ξεκινήσει μια περίοδο σαρωτικών και άμεσων αλλαγών. Έτσι, για παράδειγμα, το ρεπορτάζ της προχτεσινής Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν για τη νέα αμερικανική ηγεσία άρχιζε με τα εξής: «Ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια να περιστείλει τις ασυνήθιστα υψηλές προσδοκίες μεταξύ των υποστηρικτών του που οι σύμβουλοί του φοβούνται και να θυμίσει στους Αμερικανούς ότι αν και κέρδισε τις εκλογές με μια πλατφόρμα αλλαγής οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι σημαντικές και θα πάρει χρόνο για να τις διαχειριστεί». Ξενερώνοντας μάλιστα ο ίδιος τις υψηλές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί όταν απάντησε σε δημοσιογραφική ερώτηση για το τι πρέπει να αναμένεται τις πρώτες 100 μέρες από την εκλογή του παρέπεμψε τον δημοσιογράφο στις πρώτες 1.000 μέρες, δηλαδή στο πέρας της πρώτης τριετίας! Ρεπορτάζ των βρετανικών Τάιμς με τίτλο «Ο Μπάρακ Ομπάμα καταστρώνει σχέδια για να εκτονώσει τις προσδοκίες μετά τη εκλογική νίκη» ήταν επίσης αποκαλυπτικό για τα μετέπειτα σχέδια του διαδόχου του Μπους: «Σε συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό του Κολοράντο εμφανίστηκε ήδη να επιδίδεται στο χαμήλωμα των προσδοκιών. Ερωτώμενος για τους στόχους του τις πρώτες εκατό ημέρες είπε ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να καταπιαστεί με τόσο μεγάλα και δαπανηρά ζητήματα όπως η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας και το Ιράκ. Τις τελευταίες επίσης μέρες υπενθύμιζε στα πλήθη πόσο δύσκολο θα είναι να πετύχει τους στόχους του κι ότι θα απαιτηθεί χρόνος». Κατά την προεκλογική περίοδο επίσης προσγείωσε τις προσδοκίες και σ’ ότι αφορά το βάθος των αλλαγών, υποσχόμενος δικομματική συναίνεση, για να του απαντήσουν εύστοχα ακόμη και οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 6 Νοεμβρίου πως «αν εργαστεί με τους Ρεπουμπλικάνους για να βρει κοινό έδαφος σε θέματα όπως το Ιράκ, η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να αποξενωθεί από την προοδευτική του βάση»! Τις προσδοκίες  της «Ομπαμάνια» προσγείωσε χωρίς περιστροφές ο ανταποκριτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στην αμερικανική πρωτεύουσα γράφοντας, μια μέρα μάλιστα πριν τις εκλογές, πως «οι ομοιότητες με τον Τόνι Μπλερ είναι αδύνατο να παραβλεφθούν. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των οπαδών του Ομπάμα δεν είναι απλά αφελής, αλλά αγγίζει την παραφροσύνη θυμίζοντας πολύ τον ενθουσιασμό στη Βρετανία το 1997 για τον Μπλερ. Θυμάστε πως όλα τελικά έγιναν δυνατά; “Τα πράγματα μπορούν μόνο να βελτιωθούν” Και δείτε τώρα πως κατάντησαν»!

Συνεχίζεται ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας! 

ΝΕΑ ΡΗΓΜΑΤΑ ΜΕ τους ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΧΥΣΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΖΕΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

 

Δεν είναι συνεπώς καθόλου παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το συνεχώς ογκούμενο ρεύμα που στήριξε τον Ομπάμα τους 21 αυτούς μήνες που διήρκεσε η προεκλογική εκστρατεία πολύ σύντομα θα ξεφουσκώσει, θα ηττηθεί. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το ίδιο το επιτελείο του Ομπάμα. Κι αν δεν το καταφέρει με την πειθώ θα έρθουν οι πρώτες 100 μέρες, οπότε ανεξαρτήτως από τη θέληση του Ομπάμα, όλοι θα κάνουν έναν πρώτο απολογισμό για το κατά πόσο διαφορετική ήταν η θητεία του μαύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο. Δεν αποκλείεται καθόλου βέβαια το διάστημα που μεσολαβεί η σημερινή ηγεσία να επιχειρήσει να προκαταβάλει την εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, όπως άλλωστε είχε κάνει κι ο Μπους ο πρεσβύτερος εισβάλλοντας στη Σομαλία το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ήττας του από τον Κλίντον και της ενθρόνισης του τελευταίου στον Λευκό Οίκο.

Είναι όμως πολύ πιθανό ο Ομπάμα να μη χρειάζεται προβοκάτσιες στην εξωτερική του πολιτική (όπως ο αιματηρός βομβαρδισμός στη Συρία που πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις από το Ιράκ πριν δύο εβδομάδες ή ο ακήρυχτος πόλεμος που είναι σε εξέλιξη κατά του Πακιστάν) προκειμένου να παγιδευτεί σε ένα νέο αδιέξοδο. Επιλέγοντας ο ίδιος το καλοκαίρι που μας πέρασε να εξαγγείλει ότι θα αναγορεύσει το Αφγανιστάν σε κεντρικό μέτωπο κατά της τρομοκρατίας εξασφάλισε κατ’ αρχήν τη διαιώνιση της αιματοχυσίας μια και έχει αποδειχτεί πλέον το αήττητο των Ταλιμπάν από τους Δυτικούς και πολύ χειρότερα ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Δυτική Ευρώπη, όπου μόνο το 43% του πληθυσμού της συμφωνεί με τον πόλεμο. Στις ΗΠΑ αντίθετα υπέρ του πολέμου τάσσεται το 76% των πολιτών.

Παράλληλα ο Ομπάμα έχει πάψει να μιλάει για υποχώρηση από το Ιράκ (πολύ πριν επισκεφθεί και προσκυνήσει το εβραϊκό λόμπι AIPAC ενώπιον του οποίου μίλησε για ενιαία και αδιαίρετη, δηλαδή εβραϊκή, Ιερουσαλήμ) αρνούμενος να θέσει έστω κι ένα μακρινό χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση του αμερικανικού στρατού.

Ολοκληρωτική διάψευση των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Ομπάμα θα επέλθει αν τυχόν και επιβεβαιωθούν επίσης τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέξει για το υπουργείο Άμυνας τον σημερινό υπουργό, το Ρόμπερτ Γκέιτς. Θα είναι μια επιλογή που θα ισοδυναμεί με την πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής του Μπους από τον επόμενο πρόεδρο και την αδιατάρακτη συνέχισή της. Εξέλιξη που δεν πρόκειται να ξαφνιάσει αν πάρουμε υπ’ όψη μας τις «αξιοζήλευτες» επιδόσεις που είχαν ανέκαθεν οι Δημοκρατικοί στο μέτωπο των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων: Με τον Τζον Κένεντι να διατάζει την εισβολή στη Κούβα και το Βιετνάμ, τον Τζίμι Κάρτερ να εξοπλίζει το πρόπλασμα των Ταλιμπάν, τους Μουτζαχεντίν, στο Αφγανιστάν και τον Μπιλ Κλίντον να συνεχίζει την εισβολή στη Σομαλία, να επιβάλλει το εμπάργκο στο Ιράκ και να βομβαρδίζει τη Γιουγκοσλαβία, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Μπάρακ Ομπάμα δεσμεύεται από μια πολιτική αρχών που αποκλείει τις επεμβάσεις.

Και στην ομιλία του άλλωστε το βράδυ του εκλογικού του θριάμβου δεν ξέχασε να κάνει επίδειξη δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, λέγοντας «σε εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο – θα σας νικήσουμε»!

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το New New Deal είναι εδώ

ΚΑΜΙΑ ΧΑΛΑΡΩΣΗ

 

Όσο σφίγγες αποδεικνύονται οι Δημοκρατικοί απέναντι στην AFL – CIO αποκλείοντας από τώρα την ψήφιση του φιλεργατικού νόμου που ζητάει, άλλο τόσο απλόχεροι αποδεικνύονται απέναντι στο παραγωγικό κεφάλαιο δηλώνοντας ότι πρώτη τους προτεραιότητα είναι η χορήγηση στην υπό χρεοκοπία αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ενός πακέτου διάσωσης ύψους 25 δισ. δολ. το οποίο θα αποτελέσει την κορωνίδα του πακέτου Πόλσον Νο 2, που είναι υπό επεξεργασία.

Η νέα κυβέρνηση του Ομπάμα σε αυτό τον τομέα, τον οικονομικό, είναι που θα κληθεί να δώσει τις σημαντικότερες εξετάσεις, έχοντας να διαχειριστεί ένα ναρκοπέδιο που ορίζεται από τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις: Μια οικονομία που βρίσκεται στο μέσο της ύφεσης (με την κρίση που έχει τις αιτίες της και την αφετηρία της στην πτώση του ποσοστού κέρδους που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 να έχει τώρα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και την καταναλωτική ζήτηση με τις βιομηχανικές παραγγελίες στο ναδίρ), μια κοινωνία που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται ραγδαία λόγω των απολύσεων και των ανισοτήτων (με την ανεργία τον Οκτώβριο να φθάνει το 6,5% από 6,1% τον Σεπτέμβριο, την ανέμελη άλλοτε Νέα Υόρκη να στέκεται στην ένατη θέση των πόλεων με τις μεγαλύτερες ανισότητες οδηγώντας τον ΟΗΕ να προειδοποιεί μέσα από πρόσφατη έκθεσή του για τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης και το προσδόκιμο ζωής των αφροαμερικάνων των ΗΠΑ να συγκρίνεται με αυτό της Κίνας και ορισμένων κρατιδίων της Ινδίας) και ένα δημόσιο ταμείο με όλο και μεγαλύτερα ανοίγματα (με το δημόσιο χρέος να έχει διπλασιασθεί κατά την διακυβέρνηση Μπους φθάνοντας τα 10 τρισ. δολ.) που δεν κηρύσσει πτώχευση λόγω της κινέζικης «γενναιοδωρίας».

Το περίγραμμα της στρατηγικής που θα εφαρμόσει ο Ομπάμα για να ξεπεράσει την οικονομική κρίση έχει ήδη αποφασισθεί και ορίζεται με τον καθόλου ευρηματικό αλλά ξεχειλίζοντα προσδοκιών τίτλο ως New New Deal, ο οποίος παραπέμπει στην κοινωνική συμφωνία που σύναψε ο Ρούζβελτ τη δεκαετία του ’30 – πολύ πιο δεξιά όμως! Ακρογωνιαίοι λίθοι της θα είναι η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, ώστε να μην εμφανιστούν ξανά καταστροφές τύπου Κατρίνα, αυξημένες κρατικές επιχορηγήσεις που θα επιδιώξουν να αναστηλώσουν τις δημόσιες επενδύσεις κι ενδεχομένως μια ροή κρατικών κεφαλαίων προς νέες επενδύσεις σε λιγότερο κορεσμένους κλάδους και τομείς της πράσινης βιομηχανίας, όπως εναλλακτικές μορφές ενέργειας και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, που αρχικά τουλάχιστον εγγυώνται υψηλότερα ποσοστά κέρδους. «Μία τέτοια μαζική πλημμυρίδα πολλών τρισ. δολ. μοιραία θα απαιτήσει συνεργασίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα» αναφέρει σε άρθρο προγραμματικού χαρακτήρα με τίτλο «The New New Deal» που φιλοξενείται στο τρέχον τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Φόρτσουν ο οικονομολόγος Τζέφρεϋ Σακς που έχει διαχωρίσει εδώ και χρόνια τη θέση του από τον καθαρό νεοφιλελευθερισμό. Αυτό που προτείνει όμως είναι – επί το ελληνικότερο – συγχρηματοδοτούμενα έργα, στο πλαίσιο των οποίων οι ιδιώτες αναλαμβάνουν τα κέρδη και ο δήμος το κόστος! Για τον τρόπο δε κάλυψης των διευρυμένων δημοσιονομικών αναγκών υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ που δεν έχουν ΦΠΑ «θα χρειαστούν ένα εθνικό φόρο προστιθέμενης αξίας ή κάποιου είδους φόρο επί των πωλήσεων ξεκινώντας πιθανά από ένα επίπεδο 5% (για να συγκεντρωθεί αρχικά το 3% με 5% του ΑΕΠ). Ο ΦΠΑ έχει αποδειχτεί έξυπνος φόρος, εστιάζοντας τη φορολογία στην κατανάλωση κι όχι στις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις». Έτσι όμως θα αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, που θα κληθούν με ένα πρωτότυπο – για τις ΗΠΑ – τρόπο να αναλάβουν το κόστος υπέρβασης της κρίσης. Φαίνεται λοιπόν ότι το New New Deal του Μπάρακ Ομπάμα (που παρά τις πολλές τομές που εγκαινίασε σε αυτές τις εκλογές συνέχισε την παράδοση να κερδίζει τις εκλογές όποιος συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσά ως δωρεές από το κεφάλαιο) δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά ένα νέο γύρο επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, παρότι σοβαρές παράμετροι της νέας αυτής συμφωνίας μένει να καθορισθούν ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της κρίσης, του ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου και της ταξικής πάλης.

Στο οικονομικό πρόγραμμα του Μπάρακ Ομπάμα (που προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες θα αφορούν την ανάκληση μέρους και όχι του συνόλου του προκλητικά φιλικού προς τα υψηλά εισοδήματα προγράμματος φοροαπαλλαγών του Μπους) δεν περιλαμβάνονται πουθενά αυξήσεις σε μισθούς ή δημιουργία εγγυημένων από το κράτος θέσεων εργασίας. Αντίθετα, τόσο η αντιμετώπιση της ανεργίας όσο και η διεύρυνση της ασφαλιστικής κάλυψης αποθέτονται στις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή το κεφάλαιο, αποδεικνύοντας έτσι πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες που καλλιεργούνται για μια χαλάρωση της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής και της επίθεσης του κεφαλαίου.

Αρέσει σε %d bloggers: