Πώς ο Ομπάμα άνοιξε το δρόμο στον Τραμπ

Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στη θέση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής θα αποτελεί για δεκαετίες ορόσημο στην πολιτική ιστορία της χώρας και διεθνώς για δύο κυρίως λόγους.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με την κραυγαλέα αποτυχία του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Η χώρα που για δεκαετίες πρωταγωνιστούσε ή ενθάρρυνε δημόσια στην ανατροπή ακόμη και δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων, αξιώνοντας τα εύσημα της μεγαλύτερης δημοκρατίας στον κόσμο, θα έχει ως πρόεδρο της τον πολιτικό που κέρδισε 3 εκ. ψήφους λιγότερους από την αντίπαλό του, Χίλαρι Κλίντον. Για την ακρίβεια 2.864.974 ψήφους σύμφωνα με το τελικό αποτέλεσμα. Ο Τραμπ ωστόσο κέρδισε την προεδρία, χάρη σε ένα σύστημα εκπροσώπησης που είχε φτιαχτεί την επομένη του αμερικανικού εμφυλίου για να αποτρέψει την εκλογή των μαύρων, εκλέγοντας 306 εκλέκτορες ενώ η αντίπαλός του μόνο 232, κι ας νίκησε κατά κράτος σε επίπεδο ψήφων! Παρά την τεράστια σημασία του γεγονότος, καθώς έφερε στην επιφάνεια μια εγγενή αδυναμία στα θεμέλια του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος που θα δημιουργήσει ένα νέο κύμα εκλογικής αποχής, η καταστρατήγηση της βούλησης των ψηφοφόρων δε βρήκε τη θέση που έπρεπε στη δημόσια συζήτηση.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο οι εκλογές της 8ης Νοεμβρίου 2016 θα μείνουν στην ιστορία είναι επειδή συντελέστηκε μια μεταβολή που σε έναν βαθμό υπερβαίνει το διχασμό του αμερικανικού πολιτικού συστήματος μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών. Η ανάδειξη του μεγιστάνα της αγοράς ακινήτων, πολύ περισσότερο από την ήττα των Δημοκρατικών, σήμανε ένα πρωτοφανές πλήγμα στο φιλελεύθερο πολιτικό στρατόπεδο, το οποίο κυρίως εκφραζόταν μέσω των Δημοκρατικών, ωστόσο το υπερέβαινε σημαντικά.

Ο ρατσιστικός και μισογυνικός λόγος του νέου προέδρου, η απόρριψη της παγκοσμιοποίησης, τουλάχιστον με τον τρόπο που λειτουργούσε ως σήμερα, η στροφή στην εκκλησία και την εθνικιστική δημαγωγία κι άλλα πολλά σηματοδοτούν μια εκ βάθρων αλλαγή στο περιεχόμενο της ασκούμενης πολιτικής. Αναθεωρείται δε όλο το εύρος της: από την οικονομία και τη διπλωματία μέχρι τον τρόπο άσκησης του πολιτεύματος και τη στάση του κράτους απέναντι στις βασικές ελευθερίες.

Συνήθης η πρακτική των απαγορεύσεων εισόδου στις ΗΠΑ

Ωστόσο παρά τις θεαματικές διαφορές μεταξύ του νυν και του πρώην πλανητάρχη, που επεκτείνονται ακόμη και στο επίπεδο της εμφάνισης και της παιδείας, εξ ίσου ουσιαστικές είναι και οι ομοιότητες μεταξύ τους. Ανατρέχοντας στο πρόσφατο παρελθόν τα κοινά μεταξύ τους δεν είναι τόσα λίγα, όσα εκ πρώτης όψεως μπορεί κάποιος να υποθέσει. Ενώ, πολύ περισσότερα είναι εκείνα τα θέματα στα οποία η πολιτική που άσκησε (ή δεν …άσκησε) ο πρώτος μαύρος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ έστρωσαν το δρόμο στην εκλογή του Τραμπ.

Είναι χαρακτηριστική η απαγόρευση εισόδους στις ΗΠΑ όσων γεννήθηκαν σε επτά (κατά πλειοψηφία) μουσουλμανικές χώρες: Συρία, Ιράκ, Ιράν, Λιβύη, Σομαλία, Σουδάν και Υεμένη. Μια απαγόρευση που παρέσυρε ακόμη κι όσους διέθεταν νόμιμη πράσινη κάρτα και βίζα 90 ημερών κι επίσης όσους είχαν διπλό διαβατήριο, ενώ ανέστειλε το σχέδιο διαχείρισης της προσφυγική κρίσης στη Συρία επ’ αόριστο. Η έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος στις 27 Ιανουαρίου προκάλεσε σοκ εντός κι εκτός ΗΠΑ και ένα καταιγισμό κριτικών με πιο σημαντική την παρατήρηση ότι κανένας από τους ενόχους της δολοφονικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου δεν προερχόταν από τις συγκεκριμένες επτά χώρες. Για την ιστορία να αναφερθεί ότι η χώρα που είχε τους περισσότερους δεσμούς με τους βομβιστές αυτοκτονίας ήταν η Σαουδική Αραβία, αλλά ουδείς διανοήθηκε να την συμπεριλάβει στη λίστα επειδή από τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου αποτελεί σταθερό σύμμαχο κι ακόμη πιο σταθερό πελάτη των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Η αλήθεια ωστόσο είναι πώς δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ προέβαιναν σε μια τέτοιας, γενικής ισχύος, απόφαση απαγόρευσης εισόδου σε πολίτες ξένης χώρας. Τελευταία φορά συνέβη επί Μπαράκ Ομπάμα(!) όταν οι αρχές ασφαλείας βρήκαν στο Κεντάκι δύο Ιρακινούς οι οποίοι συνδέονταν με την Αλ Κάιντα και ζούσαν υπό καθεστώς πρόσφυγα. Η άμεση αντίδραση του Λευκού Οίκου ήταν να παγώσει τις εγκρίσεις αιτημάτων από πρόσφυγες προερχόμενους από το Ιράκ για μια περίοδο έξι μηνών. Την προηγούμενη δε φορά συνέβη επί Τζίμι Κάρτερ, εκ των ιδρυτών του φιλελεύθερου αμερικανικού κατεστημένου, όταν 52 αμερικάνοι διπλωμάτες κρατήθηκαν όμηροι για 444 μέρες στην Τεχεράνη. Αφορούσε δε την απαγόρευση έκδοσης βίζας και κατ’ επέκταση εισόδου στις ΗΠΑ κάθε Ιρανού πολίτη.

Επομένως, μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να το …τερμάτισε, αλλά άλλοι πρόεδροι και μάλιστα Δημοκρατικοί, εγκαινίασαν την απαγόρευση της εισόδου στις ΗΠΑ ως μορφή συλλογικής τιμωρίας ενός λαού…

Μέση Ανατολή: Αδιατάρακτη συνέχεια…

Άδικο επίσης είναι να αποδίδονται στον Τραμπ κι όλες οι ευθύνες για τον εμπρησμό της Μέσης Ανατολής. Αρχικά, όντως, ο αντιμουσουλμανικός λόγος του 45ου αμερικανού προέδρου και οι εξαγγελίες του πως θα μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ οδήγησε την ισραηλινή προκλητικότητα σε αδιανόητα ύψη. Επιστέγασμα ήταν η αναγγελία ανέγερσης 3.000 νέων κατοικιών στους εβραϊκούς εποικισμούς της Δυτικής Όχθης, χωρίς να ακολουθήσει έστω μια φραστική καταγγελία από τον Λευκό Οίκο, κατά παράβαση της πάγιας πρακτικής. Η Γερμανία αντίθετα, επιλέγοντας να δείξει το σεβασμό της στο διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, αποδοκίμασε την ισραηλινή πρακτική.

Παρόλα αυτά επί Ομπάμα η Μέση Ανατολή δεν ήταν και ο πλέον γαλήνιος τόπος για να περάσει κανείς τα χρόνια της σύνταξής του. Οι φωτιές που ανέκαθεν έκαιγαν επεκτάθηκαν κι αυτό συνέβη με ευθύνη των ΗΠΑ κι ειδικότερα του Μπαράκ Ομπάμα, που συνέχισε την επιθετική πολιτική του Μπους. Τρία γεγονότα αξίζει να θυμηθούμε που πρέπει να κάνουν πιο μετριοπαθείς όσους εκθειάζουν την πολιτική του προκατόχου του Τραμπ. Το πρώτο σχετίζεται με τον βομβαρδισμό της Συρίας που ξεκίνησε επίσημα στις 23 Σεπτεμβρίου 2014, σε συνεργασία με τα καθεστώτα της Σαουδικής Αραβίας, του Μπαχρέιν, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Κατάρ και της Ιορδανίας. Στην πράξη, η στρατιωτική ανάμειξη των ΗΠΑ στο εσωτερικό της Συρίας είχε ξεκινήσει πολύ καιρό πριν. Κι αν τον Σεπτέμβρη του 2014 στο στόχαστρο των αμερικανικών βομβαρδιστικών ήταν οι ομάδες των ακραίων ισλαμιστών, το προηγούμενο διάστημα βρίσκονταν οι δυνάμεις του Άσαντ. Κι οι ακραίοι ισλαμιστές τότε ήταν οι μεγάλοι ευνοημένοι της πολυεπίπεδης αμερικανικής βοήθειας, που εκτεινόταν ακόμη και σε στρατιωτικό υλικό.

Το δεύτερο (από τα πολλά) περιστατικά που δείχνει ότι ο Ομπάμα σεβάστηκε και συνέχισε την πολιτική των ιεράκων του Πενταγώνου αφορά στη Λιβύη. Τον Ιούνιο του 2011 η Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψε πρόταση που θα έδινε το πράσινο φως για στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λιβύη. Στην καταψήφιση μάλιστα πρωτοστάτησαν οι Δημοκρατικοί που δεν φάνηκαν να πείθονται από την επιχειρηματολογία του Ομπάμα για «ανθρωπιστική αποστολή». Παρόλα αυτά οι βομβαρδισμοί έγιναν! Σαν να μην υπήρξε ποτέ η αντίθετη γνώμη (ουσιαστικά η απαγόρευση) της Βουλής των Αντιπροσώπων…

Επιπλέον, επί Ομπάμα τα μη επανδρωμένα αεροπλάνα χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον εγκαινιάζοντας μια νέα τακτική πολέμου που προστατεύει μεν το προσωπικό της επιτιθέμενης χώρας, αλλά επιτρέπει την μαζική παραβίαση των συνόρων και την επέκταση των εμπόλεμων ζωνών, κατά το δοκούν. Χωρίς να υπάρχει καν πολιτική έγκριση. Έτσι, τα ντρόουνς έκαναν λιγότερα ευδιάκριτα τα σύνορα μεταξύ πολέμου και ειρήνης κι αυτό είναι σε βάρος της ειρήνης…

Στα ύψη ο ρατσισμός

Καθόλου τιμητικός επίσης είναι ο απολογισμός της οκταετίας του Ομπάμα και σε ό,τι αφορά τα πολιτικά δικαιώματα. Κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει τις ταραχές που σημειώνονταν κατ’ επανάληψη όταν αστυνομικοί σκότωναν αδικαιολόγητα μαύρους. Μάλιστα, έρευνα κοινής γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 13 Ιουλίου 2016 στην εφημερίδα New York Times (που πλέον συγκεντρώνει σταθερά τα πυρά του Τραμπ λόγω της στήριξης που προσέφερε στην Κλίντον) είχε δείξει πώς το 69% των Αμερικανών θεωρούσαν ότι οι διαφυλετικές σχέσεις βρίσκονταν σε άσχημη κατάσταση. Από το 1992 που είχαν ξεσπάσει οι ταραχές στο Λος Άντζελες μετά τη δολοφονία του Ρόντνεϋ Κινγκ, ελάχιστες φορές οι σχετικές απαντήσεις είχαν φτάσει σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο. Μάλιστα, ένα χρόνο πριν, τον Ιούλιο του 2015, την ίδια στάση είχε κρατήσει στην έρευνα μόλις το 38% των ερωτηθέντων. Η ίδια έρευνα είχε δείξει ένα βαθύ διχασμό της Αμερικής και την αναβίωση των φυλετικών διακρίσεων. Για παράδειγμα, όταν αξιολογούσαν τη δουλειά της αστυνομίας οι 4 στους 5 λευκούς την έβρισκαν πολύ καλή ή απλώς καλή, ενώ η πλειοψηφία των μαύρων την έβρισκε ουδέτερη ή κακή. Εντύπωση δε προκαλεί ακόμη και σήμερα η απάντηση που είχαν δώσει οι 2 στους 5 για τη δουλειά της αστυνομίας, καθώς είχαν απαντήσει ότι τους προκαλούσε περισσότερη ανησυχία παρά ασφάλεια!

Η εμβάθυνση του ρατσισμού στα χρόνια του Ομπάμα προκαλεί έκπληξη επειδή ως πρώτος μαύρος πρόεδρος της χώρας όφειλε να δώσει μεγάλο βάρος στην εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων σε κάθε επίπεδο της δημόσιας ζωής: από την εργασία μέχρι την καθημερινότητα. Πολύ περισσότερο καθώς η οικονομική ανάπτυξη τον ευνόησε, όπως κι ο ίδιος επεσήμανε στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του  όταν αναφέρθηκε στη δημιουργία 11,3 εκ. νέων θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια της οκταετίας του στο Λευκό Οίκο. Μπορούμε επομένως να πούμε ότι ο ρατσισμός προηγήθηκε της εκλογής του Τραμπ και βοήθησε έτσι την άνοδό του.

Πολλές αλλά κακές θέσεις εργασίας

Και στο επίπεδο της οικονομίας επίσης η κληρονομιά του Ομπάμα δεν ήταν τόσο αδιαμφισβήτητη.

Από τη μια, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι σχεδόν κανένας άλλος προκάτοχός του (Μπους, Ρέιγκαν, Κάρτερ ή Φορντ) δεν οδήγησε την ανεργία στο χαμηλό επίπεδο του 4,7%. Το επίτευγμά του μεγεθύνεται αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι το 2009 που μετακόμισε στο Λευκό Οίκο η οικονομία βρισκόταν σε πτώση επί 14 μήνες, κάθε μήνα χάνονταν 700.000 θέσεις εργασίας, ο βιομηχανικός δείκτης Ντάου Τζόουνς ήταν 42% χαμηλότερα από το ρεκόρ του 2007 και 1 νοικοκυριό στα 45 διέτρεχε κίνδυνο κατάσχεσης του ακινήτου του.

Από την άλλη, αυξάνεται η κριτική πως η πτώση της ανεργίας οφείλεται όλο και περισσότερο στη μειωμένη συμμετοχή του πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό. Με βάση επίσημες στατιστικές, από άνω του 67% που ήταν η συμμετοχή το 2000 μειώθηκε το 2016 σε επίπεδα χαμηλότερα του 63%. Πρόκειται για μια εξέλιξη που στις περισσότερες περιπτώσεις αντανακλά την απογοήτευση των μακροχρόνια ανέργων που μετά από άδοξες έρευνες παραιτούνται ακόμη κι από το να δηλώνουν την ανεργία τους στα αρμόδια γραφεία. Το επίτευγμα της δημιουργίας τόσων πολλών νέων θέσεων εργασίας επισκιάζεται επίσης από δύο ακόμη παράγοντες: Πρώτο, την εξαφάνιση 286.000 θέσεων εργασίας στην μεταποίηση (όπου κατά τεκμήριο ανθούν καλοπληρωμένες και υψηλής ειδίκευσης θέσεις εργασίας) την οκταετία του Ομπάμα ενώ μόνο το 2016 χάθηκαν 45.000 τέτοιες θέσεις εργασίας. Ο δεύτερος παράγοντας που θολώνει την επιτυχία της αύξησης των θέσεων εργασίας σχετίζεται με την ανισότητα που τις συνοδεύει. Η ανισότητα ξεκινάει από την κατανομή τους στο χώρο και καταλήγει στο επίπεδο των αμοιβών, με κοινό παρανομαστή ότι πρόκειται για κακοαμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Τέλος ειδικότερα μνεία χρήζουν οι εξελίξεις στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, που είχαν μετατραπεί σε κενό γράμμα επί Μπους, στο όνομα της αντιμετώπισης της τρομοκρατικής απειλής. Ο Μπαράκ Ομπάμα από τη δεύτερη μέρα της ανάληψης των καθηκόντων του είχε υποσχεθεί ότι θα έκλεινε το κολαστήριο του Γκουαντάναμο σε ένα χρόνο και θα σταματούσε αμέσως τα βασανιστήρια της CIA και τις μυστικές απαγωγές υπόπτων για εμπλοκή στην τρομοκρατία. Ωστόσο, παρότι οι απαγωγές και τα βασανιστήρια τερματίστηκαν κανένας εξ όσων πρωτοστάτησαν σε αυτά τα αίσχη επί Μπους δεν δικάστηκε, ούτε τιμωρήθηκε. Το δε Γκουαντάναμο εξακολουθεί να λειτουργεί έχοντας περίπου 20 φυλακισμένους οι οποίοι κρίνονται μεν ιδιαιτέρως επικίνδυνοι για να αποφυλακιστούν, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν κι εκείνα τα αποδεικτικά στοιχεία για να δικαστούν. Τι εμποδίζει τον Τραμπ να ξαναγεμίσει το Γκουαντάναμο;

Από την άλλη, σε ό,τι αφορά το καθεστώς πλανητικής επιτήρησης που αποκάλυψε ο Έντουαρντ Σνόουντεν σχεδόν τίποτε δεν έκανε ο Ομπάμα για να διαφυλάξει την προσωπική ζωή των πολιτών και την ιδιωτικότητα. Η NSA συνεχίζει να έχει πρόσβαση στα δεδομένα ιδιωτών και επιχειρήσεων και να τα χρησιμοποιεί όπως η ίδια αποφασίζει χωρίς να λογοδοτεί πουθενά…

Εν κατακλείδι και χωρίς να υποτιμάται η σημασία της πολιτικής στροφής που σημειώθηκε στις ΗΠΑ πρέπει να αναγνωρίσουμε τις ευθύνες του Ομπάμα και του φιλελεύθερου πολιτικού κέντρου στην εκλογή του Τραμπ…

Πηγή: περιοδικό Nexus, 23/2/2017

 

Νίκη της Χίλαρι σε καμένη πολιτική γη

hillaΠολιτικό πτώμα θεωρείται πλέον από τον αμερικανικό Τύπο ο δισεκατομμυριούχος Ντόναλντ Τραμπ αφού το επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές έστρεψε εναντίον του το φονικό όπλο των κατηγοριών για σεξουαλική παρενόχληση. Έτσι, οι ευθύνες της Χίλαρι Κλίντον για την εγκληματική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και πολύ συγκεκριμένα για την επέμβαση στη Λιβύη και τη δολοφονία του Καντάφι τον Οκτώβριο του 2011 που επισημοποίησε τη διάλυση της Λιβύης τέθηκαν αυτομάτως σε δεύτερη μοίρα, αν δεν παραγράφηκαν κιόλας, υπό το βάρος μιας «πολιτικώς ορθής» ιεράρχησης η οποία δεν θεωρεί καν παραπτώματα τις επεμβάσεις σε τρίτες χώρες και την περίφημη αλλαγή καθεστώτος, που εγκαινίασε ο Μπους ο νεώτερος για να συνεχίσει ο Ομπάμα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ωστόσο ρόλο στην (δημοσκοπική) ήττα του Τραμπ δε διαδραμάτισε μόνο το μπαράζ αποκαλύψεων γυναικών που δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση από τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών αλλά και τα εξ οικείων βέλη. Ο Νόναλντ Τραμπ κέρδισε το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ερχόμενος σε σύγκρουση τόσο με την κομματική ιεραρχία όσο και με τον κορμό της ιδεολογικής συναίνεσης του κόμματός του. Το ξεδίπλωμα ωστόσο των απόψεών του στο πλαίσιο των προεκλογικών του συγκεντρώσεων και με τον αέρα της αλαζονείας του νικητή, που κέρδιζε τη μία πολιτεία μετά την άλλη ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, υποσχόταν μια θητεία πιο …συναρπαστική και …απρόβλεπτη ακόμη κι από εκείνη του προκατόχου του Ομπάμα. Τότε ενεργοποιήθηκαν οι «αυτόματοι πολιτικοί σταθεροποιητές», με 40 πλέον ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές και βουλευτές να έχουν αποσύρει τη στήριξή τους από τον Τραμπ και 30 εξ αυτών να τον καλούν δημόσια να εγκαταλείψει την προεκλογική του εκστρατεία.

Το σύντομο πέρασμά του ωστόσο από την πολιτική ζωή θα αφήσει ρωγμές που δε θα κλείσουν τόσο γρήγορα, δεδομένου ότι ξεσκέπασε την τρωτότητα και τα σαθρά θεμέλια του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, που ποτέ δε φημιζόταν και για τις βαθιές του σχέσεις με την αμερικανική κοινωνία. Ο Τραμπ όμως το …τερμάτισε. Οι τελευταίες του δε δηλώσεις που αφήνουν ανοιχτό να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών της 8ης Νοεμβρίου αποτέλεσαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι καθώς στον απόηχό τους το 48% των ψηφοφόρων του αμφισβήτησαν κι αυτοί με τη σειρά τους το αποτέλεσμα, γενικεύοντας και αναβαθμίζοντας σε νέα επίπεδα την κρίση νομιμοποίησης της αμερικανικής πολιτικής.

Αυτό επομένως που αφήνει η εξόχως ενδιαφέρουσα προεκλογική εκστρατεία στις ΗΠΑ δεν είναι μόνο το ρήγμα που προκάλεσε στο Δημοκρατικό Κόμμα ο ριζοσπάστης υποψήφιος Μπέρνι Σάντερς πριν τον χαντακώσει η ηγεσία των Δημοκρατικών για χάρη της Χίλαρι. Ούτε το συμμετρικό ρήγμα που προκάλεσε στους Ρεπουμπλικάνους ο Τραμπ. Είναι επίσης και η εμβάθυνση της κρίσης νομιμοποίησης, η (γνώριμή μας) οσμή σήψης που αναδύει η αστική πολιτική, όσο στρέφεται προς τα δεξιά.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν στις 23 Οκτωβρίου 2016

Επίδειξη διεθνούς στρατιωτικής ισχύος (περ. Διπλωματία 1ος/2010)

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΟΜΠΑΜΑ

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΛΠΙΔΩΝ 

Στο δρόμο που χάραξε ο Τζορτζ Μπους φαίνεται αποφασισμένος να βαδίσει ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, ένα χρόνο μετά την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του, εγκαταλείποντας οριστικά και δια παντός το φιλειρηνικό προσωπείο που ενδύθηκε κατά την προεκλογική εκστρατεία.

«Η εξωτερική πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προσφέρεται να αξιολογηθεί σε δύο μέρη: Κατά πρώτο, με βάση τους στόχους και το σύστημα λήψης αποφάσεων και κατά δεύτερο τις πολιτικές του και την εφαρμογή τους», υποστήριζε ο Ζμπίγκνιεβ Μπρζεζίνσκι, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ από το 1977 μέχρι το 1981 κι από τους στενότερους συμβούλους των δημοκρατικών προέδρων για θέματα εξωτερικής πολιτικής, στο τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs. Και συνέχιζε, σχολιάζοντας την εξωτερική πολιτική του πρώτου αφροαμερικάνου προέδρου στην ιστορία των ΗΠΑ: «Αν για το πρώτο μπορεί κάποιος να μιλήσει με κάποια σιγουριά, το δεύτερο αποτελεί ακόμη ένα ανοιχτό πεδίο».

Η παραπάνω διαπίστωση θα μπορούσε να ισχύει μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, πριν δηλαδή οι ΗΠΑ λάβουν τρεις αποφάσεις ξεχωριστής σημασίας, καθώς στη σύνθεσή τους συνιστούν ένα διαφορετικό, πολύ πιο επιθετικό και μονομερές – βασισμένο στην προβολή ισχύος – πρότυπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Ειδικότερα, την πώληση όπλων στην Ταϊβάν, την προμήθεια σύγχρονων πυραυλικών συστημάτων στις χώρες του Κόλπου και τέλος στην εγκατάσταση ανάλογων συστημάτων στη Ρουμανία.

Η απόφαση των ΗΠΑ να εγκαταστήσουν συστοιχίες πυραύλων στη Ρουμανία από το 2015 συνέλαβε εξ απήνης την Μόσχα που πίστευε ότι οι παραχωρήσεις στης στο θέμα του Ιράν και του Αφγανιστάν προς την Ουάσιγκτον είχαν εξασφαλίσει ένα πλαίσιο συμβίωσης των δύο πάλαι ποτέ υπερδυνάμεων χωρίς τους ανταγωνισμούς και τους κινδύνους της εποχής Μπους, που είχαν βρει την πιο ακραία τους εκδοχή στην αντιπυραυλική ασπίδα. Το υψηλό σημείο στη λίστα των απειλών που τοποθετεί το Κρεμλίνο την αμερικανική αντιπυραυλική ασπίδα φάνηκε από το νέο της στρατιωτικό δόγμα, που εγκρίθηκε την Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου από τον πρόεδρο Ντμίτρι Μεντβέντεβ. Εκεί αναφέρεται σαφώς ότι η αντιπυραυλική ασπίδα αποτελεί μείζονα απειλή για τη ρωσική ασφάλεια καθώς «υπονομεύει την παγκόσμια σταθερότητα και παραβιάζει την υφιστάμενη ισορροπία πυρηνικών δυνάμεων». Κατά συνέπεια η πρόσφατη απόφαση του Ομπάμα μετατρέπει σε παρένθεση την πρόσφατη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών που εγκαινιάστηκε με την επίσκεψη του Ομπάμα στην Μόσχα και σηματοδοτήθηκε από τον όρο «επανεκκίνηση», τον οποίο χρησιμοποίησε ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος από τη ρωσική πρωτεύουσα.

Εμπρηστική επίσης ήταν κι η απόφαση των Αμερικανών να προμηθεύσουν με σύγχρονα αντιπυραυλικά συστήματα τις χώρες του Περσικού Κόλπου που βρίσκονται κοντά στο Ιράν, όπως το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Κατά την Ουάσιγκτον, η προμήθεια των χωρών του Κόλπου με συστοιχίες αντιβαλλιστικών πυραύλων Πάτριοτ θωρακίζει την άμυνά τους έναντι ενδεχόμενης επίθεσης από το Ιράν. Κατά μία άλλη ερμηνεία όμως, περισσότερο ρεαλιστική, οι ΗΠΑ κι οι σύμμαχοί τους στην περιοχή θωρακίζονται περισσότερο αποτελεσματικά από τυχόν αντίποινα του Ιράν στην περίπτωση που το Ισραήλ επιτεθεί εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με επιλεκτικούς, χειρουργικούς βομβαρδισμούς στις πυρηνικές της εγκαταστάσεις, ανάλογους των βομβαρδισμών που πραγματοποίησε στη Συρία τον Σεπτέμβριο του 2007 και παλιότερα, το 1981, στο Ιράκ. Η κίνηση επομένως των ΗΠΑ, πέρα από το να φέρνει νέους πελάτες στην αμερικανική πολεμική βιομηχανία, δεν οδηγεί στην αποκλιμάκωση της έντασης στον Περσικό αλλά αντίθετα λειτουργεί υποστηρικτικά στα πιο τυχοδιωκτικά κι επικίνδυνα σενάρια για όλη την περιοχή του Περσικού και της Ανατολικής Μεσογείου που εξυφαίνει το Ισραήλ – η μοναδική χώρα που αποδεδειγμένα διαθέτει πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή.

Το τρίτο περιστατικό που δείχνει ότι οι ΗΠΑ υιοθετούν μια πολιτική έντασης στο εξής αφορά στην πώληση εξελιγμένων οπλικών συστημάτων στην Ταϊβάν, περιλαμβανομένων πυραύλων Πάτριοτ, ελικοπτέρων Μπλακ Χόουκ και ναρκαλιευτικών σαφών, συνολικού ύψους 6 δισ. δολ. Η κίνηση των ΗΠΑ εξόργισε το Πεκίνο όχι μόνο για τους γενικά γνωστούς λόγους που σχετίζονται με την ιστορική αντιπαλότητα των δύο χωρών (αποτέλεσμα της οποίας είναι η Ταϊβάν να μην αποτελεί ανεξάρτητο κράτος κατά τον ΟΗΕ) αλλά επίσης γιατί αυτήν ακριβώς την περίοδο λόγω της νέας πολιτικής ηγεσίας που έχει αναλάβει στην Ταϊβάν οι προοπτικές επανένωσης των δύο χωρών προβάλλονται πιο βάσιμα από ποτέ άλλοτε, όπως φαίνεται από τις συνομιλίες που είναι σε εξέλιξη. Η πώληση όπλων επομένως από τον Ομπάμα δυναμιτίζει αυτή την διαδικασία, αντί να την ενθαρρύνει. Ευθεία πρόκληση θεώρησε επίσης το Πεκίνο και την απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα να συναντηθεί με τον Δαλάι Λάμα, στον οποίο η κινέζικη ηγεσία καταλογίζει ότι εργάζεται για την ανεξαρτητοποίηση του Θιβέτ και τον διαμελισμό επομένως της Κίνας.

Αν στα παραπάνω συμπεριλάβουμε και την απόφαση των ΗΠΑ να εντάξουν στο στρατιωτικό τους σχεδιασμό τις στρατιωτικές βάσεις της Κολομβίας όπως και την αποστολή χιλιάδων πεζοναυτών στην Αϊτή, με αφορμή τον καταστρεπτικό σεισμό – κινήσεις που προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις σε όλη τη Λατινική Αμερική, τότε είναι εμφανές ότι κάτι αλλάζει. Ότι η απόφαση της Νορβηγικής Ακαδημίας να δώσει το Νομπέλ Ειρήνης στον Ομπάμα μόνο καγχασμούς και ειρωνικά σχόλια θα προκαλεί πολύ σύντομα.

Όλα τα παραπάνω αυτό που βεβαιώνουν είναι ότι οι ΗΠΑ αντιμέτωπες με την αναπόδραστη συρρίκνωση της πολιτικής και οικονομικής τους επιρροής καταφεύγουν στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος – που είναι το μοναδικό πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού όπου η υπεροχή τους είναι αδιαμφισβήτητη – για να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους από τον Ειρηνικό και τον Περσικό μέχρι τα Βαλκάνια. Μόνο που έτσι η αλλαγή την οποία υποσχόταν ο Ομπάμα αποδεικνύεται πουκάμισο αδειανό…

Σε διπλωματική απομόνωση το Ισραήλ (Επίκαιρα, 4-10/3/2010)

Την αυξανόμενη ανάγκη αναθέρμανσης των διπλωματικών σχέσεων της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο και αποστασιοποίησης της ελληνικής διπλωματίας από το Ισραήλ επιβεβαιώνει το φιάσκο που υπέστη το εβραϊκό κράτος με αφορμή την δολοφονία του Μαχμούντ αλ Μαμπχούχ στο Ντουμπάι. Γιατί, η εκτέλεση του στελέχους της Χαμάς στις 19 Ιανουαρίου από 26 πράκτορες της Μοσάντ με τη μέθοδο των ηλεκτροσόκ και του πνιγμού μπορεί επιχειρησιακά να ολοκληρώθηκε με αψεγάδιαστο τρόπο, στην πράξη όμως εξέθεσε ανεπανόρθωτα το Ισραήλ (όπως ακριβώς συνέβη και με την επιχείρηση εναντίον της Γάζας πέρυσι τον Δεκέμβριο) που από φίλους και εχθρούς όλο και συχνότερα πλέον αποκαλείται «κράτος – παρίας», που συνιστά κίνδυνο για την σταθερότητα στην περιοχή.

Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν περίμενε ότι το Ντουμπάι θα έσπαγε τον κανόνα της σιωπής (που τόσο πολύ συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις) και θα έδινε στη δημοσιότητα στιγμιότυπα από τις κάμερες ασφαλείας με τα πρόσωπα των δραστών. Κατά πολλούς η στάση του Ντουμπάι αποτέλεσε την εκδίκησή του για τη χρεοκοπία στην οποία το οδήγησαν πέρυσι το Νοέμβριο τα δυτικά κερδοσκοπικά κεφάλαια, που κατά μία ερμηνεία ήταν το τίμημα που πλήρωσε για τις στενές σχέσεις του με το Ιράν και την προθυμία με την οποία συνεργαζόταν οικονομικά με το Ιράν αρνούμενο να εφαρμόσει το εμπάργκο των Δυτικών. Έτσι, οι αρχές ασφαλείας του Ιράν αποδείχθηκαν καταπέλτης. Καθώς όχι μόνο έδωσαν στη δημοσιότητα τα βίντεο και τα πλαστογραφημένα διαβατήρια των εκτελεστών, δηλώνοντας πως κατά 99% πρόκειται για πράκτορες της Μοσάντ, αλλά επίσης ζήτησαν από την Ίντερπολ να εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης για τον Μέιρ Ντεγκάν, επικεφαλής της ισραηλινής μυστικής υπηρεσίας, Μοσάντ, για την οποία το τελευταίο τεύχος του βρετανικού περιοδικού Economist αναρωτιέται στον τίτλο του, κατά πόσο πράγματι κάνει το Ισραήλ ασφαλέστερο…

Η οργή εναντίον του Ισραήλ όμως αυτή τη φορά ξεπέρασε τα όρια του αραβικού κόσμου. Η έντονη και χωρίς προηγούμενο καταδίκη από τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ της κλοπής και παραποίησης διαβατηρίων ευρωπαίων πολιτών και οι σκληρές αποδοκιμαστικές δηλώσεις των υπουργείων Εξωτερικών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιρλανδίας (που έγινε μάλιστα από την πολιορκημένη Γάζα) υποδηλώνουν πως καθησυχαστικές δηλώσεις όπως αυτή του υπουργού Βιομηχανίας του Ισραήλ, Μπινιαμίν Μπεν Ελιέζερ, ότι σε έξι μήνες κανείς δεν θα θυμάται το γεγονός, απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτ’ απ’ όλα επειδή οι εξωδικαστικές εκτελέσεις, όπως επισήμως αποκαλούνται ανάλογες μαφιόζικες πρακτικές (που πριν νομιμοποιηθούν από την CIA στον βρόμικο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, εγκαινιάστηκαν από την αστυνομία του Χίτλερ και του Πινοτσέτ) συνιστούν τη ναρκοθέτηση κάθε έννοιας δικαίου. Η επιφόρτιση των μυστικών υπηρεσιών με τα καθήκοντα του δικαστή, του εισαγγελέα και του εκτελεστή της ποινής μετατρέπει τον κόσμο σε μία ζούγκλα αυτοδικίας, όπου νόμος είναι το δίκιο του εκτελεστή και τα συμβόλαια θανάτου αποκαθιστούν την θεσμοθετημένη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης. Τι θα συνέβαινε αν κάθε κράτος εξασφάλιζε τα εθνικά του συμφέροντα με την εκτέλεση των εχθρών του; Κι έχοντας πλήρη επίγνωση των διαφορετικών μέτρων και σταθμών που κυριαρχούν στην «διεθνή κοινότητα», δεν μπορούμε να μην μεταφέρουμε το ερώτημα συντάκτη του βρετανικού Guardian για το τι θα είχε συμβεί αν τυχόν και μια ανάλογη δολοφονία την είχε φέρει σε πέρας η μυστική αστυνομία του Ιράν, σε μεγάλο ξενοδοχείο δυτικής πρωτεύουσας, χρησιμοποιώντας πλαστογραφημένα διαβατήρια ευρωπαίων πολιτών… Πόσες φορές θα είχε ισοπεδωθεί μέχρι τώρα η Τεχεράνη;

Κατά δεύτερο, η οργή εναντίον του Ισραήλ δεν πρόκειται να κοπάσει εύκολα, επειδή οι εξωδικαστικές εκτελέσεις σε τρίτες χώρες καταστρατηγούν την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Όταν η κάθε Μοσάντ ή η CIA, όπως συνέβη κατ’ επανάληψη επί Μπους με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απαγωγή του αιγύπτιου ιμάμη από το Μιλάνο της Ιταλίας, δολοφονεί και απαγάγει, τότε παραβιάζει το αυτονόητο μονοπώλιο που έχει κάθε κράτος στην απονομή δικαιοσύνης στο εσωτερικό του και αυτόματα μετατρέπεται σε προτεκτοράτο ή αποικία, που κρίνεται αναρμόδιο να εφαρμόσει το δίκαιο εντός των εθνικών του συνόρων. Η πόλη – κράτος του Ντουμπάι, προς τιμή του, απέσεισε από πάνω του αυτό τον ταπεινωτικό χαρακτηρισμό.

Κατά τρίτο, το Ισραήλ αυτή τη φορά μάλλον παραβίασε μια λεπτή γραμμή, καθώς χρησιμοποιώντας διαβατήρια Εβραίων από την Ευρώπη δεν έθεσε μόνο σε κίνδυνο τη ζωή κάθε άλλου Εβραίου (που γιατί να μη χαρακτηρίζεται στο εξής ύποπτος για πράκτορας της Μοσάντ;) αλλά και την αξιοπιστία των ίδιων αυτών ευρωπαϊκών κρατών που χρειάστηκε να αποδείξουν ότι τα (υψηλής ασφάλειας να θυμίσουμε) διαβατήρια πλαστογραφήθηκαν και δεν δόθηκαν στο ίδιο το Ισραήλ προς διευκόλυνσή του!

Τέλος, το σημαντικότερο είναι πως οι μαφιόζικες εκτελέσεις έχουν κατ’ επανάληψη αποδείξει την αναποτελεσματικότητά τους. Ας θυμηθούμε την δολοφονία με πύραυλο από ελικόπτερο Απάτσι του παραπληγικού ηγέτη της Χαμάς, Σεϊχη Γιασίν, στο αναπηρικό του καροτσάκι, την ανεξιχνίαστη μεν, αδιαμφισβήτητη ωστόσο δολοφονία του ιστορικού ηγέτη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Γιασέρ Αραφάτ, την αποτυχημένη επιχείρηση δολοφονίας του σημερινού ηγέτη της Χαμάς, Χαλίντ Μεσάλ, στο Αμάν της Ιορδανίας τον Σεπτέμβριο του 1997 που κατέληξε στην ταπείνωση του (και τότε) πρωθυπουργού του Ισραήλ, σιωνιστή Νετανιάχου, και τόσες, δεκάδες άλλες περιπτώσεις. Καμία δεν σηματοδότησε την αναδίπλωση των Παλαιστινίων, ούτε έφερε την ειρήνη στην Παλαιστίνη.

Αυτή τη φορά όμως κάτι αλλάζει στις σχέσεις της Δύσης με το Ισραήλ, ενδεχομένως λόγω και της εξάντλησης της υπομονής των Αμερικανών όπως φάνηκε από την αίτηση που υπέγραψαν 54 μέλη της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων προς τον Ομπάμα, ζητώντας την άρση του αποκλεισμού της Γάζας. Η αλλαγή του κλίματος είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού στον Τύπο με αφορμή την δολοφονία του στελέχους της Χαμάς, που όπως αποκάλυψαν οι βρετανικοί Sunday Times είχε την έγκριση του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, που επισκέφθηκε ο ίδιος τα γραφεία της Μοσάντ για να δώσει την έγκρισή του στη δολοφονία. Έγραφε χαρακτηριστικά το πάντα προσεκτικό (λόγω του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι που δρα στην Ουάσιγκτον) αμερικανικό περιοδικό Time: «Οι σχέσεις του Ισραήλ με τους δυτικούς του συμμάχους αλλάζουν. Οι μονομερείς στρατιωτικές δράσεις και δράσεις ασφάλειας του Ισραήλ – όσο δικαιολογημένες και αποτελεσματικές μπορεί να είναι – στρέφουν την παγκόσμια κοινή γνώμη ενάντια στο εβραϊκό κράτος. Ο ρόλος του Ισραήλ στον Δυτικό Τύπο είναι όλο και λιγότερο εκείνος του μαχόμενου Δαβίδ κι όλο και περισσότερο του απερίσκεπτου Γολιάθ: από την εξελισσόμενη πολιορκία της Γάζας στη σκόπιμα δυσανάλογη απάντηση κατά τη διάρκεια τόσο του πολέμου στο Λίβανο ενάντια στη Χεζμπολάχ το 2006 όσο κι ενάντια στην Χαμάς το 2009. Αυτές οι απόψεις είναι ισχυρότερες στην Ευρώπη παρά στις ΗΠΑ», παρατηρεί το περιοδικό Time.  

Ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν κι οι Financial Times. Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, με τίτλο «Το Ισραήλ πλήττει την υπόθεσή του όταν αντιμετωπίζεται σαν κράτος – παρίας» αναφέρεται: «Δεν κάνει καθόλου καλό στην υπόθεση του Ισραήλ να ενθαρρύνει την αντίληψη ότι είναι κράτος – παρίας, ειδικά μετά τις κατηγορίες που δέχτηκε για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα από την έκθεση Γκολντστόουν, που παραγγέλθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη… Οι ηγέτες του Ισραήλ έχουν την τάση να πιστεύουν πως το διεθνές δίκαιο στην πράξη δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, απλώς δεν ισχύει για τους ίδιους. Το έχουν αγνοήσει γιατί μπορούσαν να στηρίζονται στο αμερικανικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, που προβλήθηκε 29 φορές για να διασφαλιστεί η συμπεριφορά του Ισραήλ στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη και 11 φορές για να διαφυλαχθούν οι ενέργειες του στο Λίβανο»!

Το ερώτημα αυτή τη φορά είναι κατά πόσο η ελληνική διπλωματία θα λάβει υπ’ όψη της τα παραπάνω σαφή και αδιάψευστα μηνύματα αλλαγής της στάσης της διεθνούς κοινότητας απέναντι στο Ισραήλ, και θα βελτιώσει ουσιαστικά τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο…

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…