Αντιγράφοντας τον Τραμπ κέρδισε ο Ρούτε τις εκλογές στην Ολλανδία

Κανείς δε θα διαφωνήσει με το συμπέρασμα του Spiegel ότι η νίκη του Μαρκ Ρούτε στις ολλανδικές εκλογές ήταν «καλό νέο για την Ευρώπη». Το ερώτημα όμως είναι σε ποια Ευρώπη αναφέρεται το γερμανικό περιοδικό…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι εκλογές στην Ολλανδία στις 15 Μαρτίου, μετά τις εκλογές στην Αυστρία τον Δεκέμβριο του 2016, φαίνεται ότι ανέκοψαν την προέλαση του ακραίου αντιδραστικού ρεύματος που το 2016 ηγεμόνευσε πολιτικά πρώτα επί της ψήφου εξόδου από την ΕΕ μεταξύ των Βρετανών στο δημοψήφισμα του Ιουλίου και λίγους μήνες αργότερα, το Νοέμβριο, αναδεικνύοντας τον Τραμπ σε πλανητάρχη. Το 2017 δε θα μοιάζει με το 2016 όπως όλα δείχνουν, δεδομένου πως ούτε η Λε Πεν πρόκειται να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, ούτε η Εναλλακτική για τη Γερμανία της Φράουκε Πέτρυ, υποχωρούντος του μεταναστευτικού κύματος, να τα πάει τόσο καλά στις εκλογές του Οκτωβρίου.

Κάπου εδώ σταματούν τα καλά νέα…

Μια πιο προσεκτική εξέταση των πρόσφατων εξελίξεων στην Ολλανδία δείχνει ότι μπορεί ο Γκέερτ Βίλντερς να μην εξελέγη πρώτο κόμμα, ενδεχόμενο που ευτυχώς ήταν εξ αρχής απίθανο, η περαιτέρω αντιδραστικοποίηση της πολιτικής ωστόσο κατέγραψε νέες επιτυχίες. Πήρε κάτι περισσότερο από τις εκλογές…

Ο θρίαμβος του Τραμπισμού δεν πρέπει να αναζητηθεί αποκλειστικά και μόνο στα ποσοστά του πάντα προσεκτικά χτενισμένου Γκέερτ Βίλντερς, ώστε θυμίζοντας τον Μότσαρτ να αποτελεί μια διαρκή υπόμνηση ενός «ένδοξου» παρελθόντος. Ο θρίαμβος των πολιτικών του αμερικανού προέδρου, με κορυφαία μεταξύ πολλών άλλων τη απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ όλων ανεξαιρέτων των πολιτών επτά μουσουλμανικών κρατών, πρέπει να αναζητηθεί στην απόφαση του πρωθυπουργού Μαρκ Ρούτε να απαγορεύσει την είσοδο στην Ολλανδία του τούρκου υπουργού Εξωτερικών και στη συνέχεια να διώξει την τουρκάλα υπουργό Οικογενειακών Υποθέσεων! Επρόκειτο για δύο αποφάσεις που όχι απλώς παραβίαζαν το διπλωματικό πρωτόκολλο, αλλά υπαγορεύτηκαν από καθαρά καιροσκοπικούς, μικροπολιτικούς, εκλογικούς λόγους. Ο Ρούτε έκανε επίδειξη δύναμης στους Τούρκους για να αποδείξει στους Ολλανδούς ότι ο ίδιος είναι στην πράξη κι όχι στα λόγια πιο αποτελεσματικός αντι-μουσουλμάνος από τον Γκέερτ Βίλντερς. Οικειοποιούμενο επομένως την πολιτική των Βίλντερς – Τραμπ κατάφερε το Λαϊκό Φιλελεύθερο Κόμμα να κερδίσει την πρώτη θέση στις εκλογές κι ας έχασε το ένα τέταρτο των εδρών του, πληρώνοντας με αυτό τον τρόπο τις αντεργατικές μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών.

Αυτή είναι η Ευρώπη που κέρδισε στις ολλανδικές εκλογές της 15ης Μαρτίου: Η Ευρώπη του ρατσισμού που αντιγράφει πολιτικές πρακτικές και ιδεολογία από την Άκρα Δεξιά, καταφέρνοντας να τη νικήσει με τα δικά της όπλα. Ο θρίαμβος έτσι του «φιλελεύθερου κατεστημένου» γίνεται σε βάρος εκείνων των αρχών που επισήμως πρεσβεύει. Αποδεικνύεται με αυτό τον τρόπο πόσο κίβδηλη και ψευδεπίγραφη είναι η «τιτανομαχία» μεταξύ «φιλελεύθερου κατεστημένου» και ακροδεξιάς, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα και τις λαϊκές ελευθερίες.

Σε αυτό το ρευστό τοπίο, ο Βίλντερς κι η ευρωπαϊκή άκρα Δεξιά μπορούν κάλλιστα να συνεχίσουν να διεκδικούν το ρόλο του «πιο πολύτιμου παίκτη» καθώς αποδεικνύονται το ιδανικό υπομόχλιο για την τέλεια δεξιά στροφή. Το καταφέρνουν μάλιστα αυτό χωρίς να χάνουν και το πολιτικό έδαφος κάτω από τα πόδια της, όπως συνέβη με τη σοσιαλδημοκρατία που από την Ελλάδα μέχρι τη Γαλλία αποδείχθηκε το τέλειο θύμα. Μάρτυρας οι πέντε επιπλέον έδρες που κέρδισε το Κόμμα Ελευθερίας του Βίλντερς, αναρριχώμενο στη δεύτερη θέση, από την τρίτη που είχε εξασφαλίσει το Σεπτέμβριο του 2012.

Ευχάριστες νότες στο εκλογικό αποτέλεσμα, που σφραγίστηκε από την άνοδο της συμμετοχής των ψηφοφόρων, ήταν αφ’ ενός η συντριβή του συγκυβερνώντος Εργατικού Κόμματος του Γερούν Ντέιζελμπλουμ που από 38 έδρες κέρδισε μόνο 9(!) πληρώνοντας τη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξή του. Αφ’ ετέρου, η επιτυχία που κατέγραψε η Αριστερά, παρά τις αντιφάσεις της, με το Πράσινο Αριστερό Κόμμα να κερδίζει 14 έδρες από 4 και το μαοϊκών καταβολών Σοσιαλιστικό Κόμμα 14 επίσης έδρες, από 15.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon

Ο σιωπηρός πολιτικός θρίαμβος του Βίλντερς στην Ολλανδία

 

rs«Συμπεριφερθείτε λογικά ή φύγετε», κατέληγε η ανοιχτή επιστολή η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της υπενθύμιζε και επευφημούσε τα οφέλη των αστικών ελευθεριών της Ολλανδίας που την έκαναν πόλο έλξης για χιλιάδες μετανάστες. Το παράδοξο ωστόσο δεν ήταν το περιεχόμενο, δεδομένης της άνθησης της ακροδεξιάς δημαγωγίας σε όλο τον κόσμο και φυσικά στην Ευρώπη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αυτό που σχολιάστηκε εκτεταμένα από τον ευρωπαϊκό Τύπο ήταν η υπογραφή στην ανακοίνωση που δεν ανήκε στον ηγέτη του ξενοφοβικού Κόμματος για την Ελευθερία, Γκέερ Βίλντερς, αλλά στον νυν πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε, ηγέτη του κόμματος των Φιλελεύθερων, που ανέκαθεν είχε στις σημαίες του την ανοχή. Πλέον όμως όχι.

Εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 15ης Μαρτίου το κέντρο βάρους του πολιτικού λόγου έχει μετατοπιστεί προς τα δεξιά κατά θεαματικό μεν, αλλά πέρα για πέρα προβλέψιμο τρόπο.

Οι εκλογές στην Ολλανδία από τη μια απειλούν να τριτώσουν το κακό, που ξεκίνησε με το βρετανικό δημοψήφισμα τον Ιούλιο του 2015 και κορυφώθηκε με την εκλογή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, με κοινή σκέπη την πολιτική άνοδο και κυριαρχία της εθνικιστικής πτέρυγας της αστικής τάξης, κι από την άλλη να σημάνουν το χειρότερο δυνατό εναρκτήριο λάκτισμα εν όψει των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία και των βουλευτικών εκλογών στη Γερμανία. Κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι ένας θρίαμβος του Βίλντερς στη χώρα της τουλίπας θα ήταν θείο δώρο για τη Λε Πεν και το ναζιστικό απολειφάδι Φράουκε Πέτρι, που ηγείται της ακροδεξιάς αντι-μουσουλμανικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία.

Πολύ περισσότερο που η Ολλανδία ανέκαθεν λειτουργούσε σαν ευαίσθητος σεισμογράφος για τις πολιτικές μετατοπίσεις στη Βόρεια Ευρώπη. Η φοιτητική εξέγερση ξέσπασε δύο χρόνια νωρίτερα από τον γαλλικό Μάη, το 1966, η άνοδος των μεταλλαγμένων Εργατικών του Τρίτου Δρόμου στην Ολλανδία, με επικεφαλής τον Βιμ Κοκ, προηγήθηκε της νίκης του Τόνι Μπλερ και του Γκέρχαρντ Σρέντερ, ενώ τα πρωτεία διεκδικεί η Ολλανδία τόσο στην άνοδο της αντι-μουσουλμανικής δημαγωγίας όσο και στην πρόσφατη εκλογική επικράτηση της κεντροδεξιάς, το 2002.

Προς μεγάλη ικανοποίηση ωστόσο των φιλελεύθερων αστικών δυνάμεων στην Ολλανδία αλλά κι ευρύτερα την Ευρώπη η πιθανότατη εκλογική επιτυχία του Βίλντερς θα επισκιαστεί από την απόφαση των κυρίαρχων κομματικών σχηματισμών να τον αφήσουν εκτός κυβερνητικού νυμφώνος. Συγκεκριμένα, και με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του εκλογικού αποτελέσματος της 15ης Μαρτίου θα είναι ένας κατακερματισμένος κομματικός χάρτης, με τουλάχιστον 8 κόμματα να κερδίζουν περισσότερες από 10 έδρες στη Βουλή των 150 αντιπροσώπων, με ενοποιητικό χαρακτηριστικό τη διάθεση αποκλεισμού του Βίλντερς από τη νομή της εξουσίας.

Μόνο που αυτό κάθε άλλο παρά ενοχλεί την άκρα Δεξιά η οποία θα συνεχίσει να ισχυροποιεί το αντιθεσμικό της προφίλ και να στρέφει το πολιτικό σύστημα ακροδεξιά…

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν, στις 12 Φεβρουαρίου 2017

Εργατική αναταραχή στην Ολλανδία (Επίκαιρα, 21-27 Μαΐου 2015)

img_8316
Η είδηση δεν ήταν κι η πιο συνηθισμένη. Στην Ολλανδία όπου, υποτίθεται, το κοινωνικό ζήτημα τελεί υπό έλεγχο, έστω διαχείριση, η μεγαλύτερη εργατική ομοσπονδία ξεκίνησε διαδοχικές απεργιακές κινητοποιήσεις κατά της κεντροδεξιάς κυβέρνησης, που θα διαρκέσουν περισσότερο από έναν μήνα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Την Τρίτη 19 Μαΐου ξεκίνησε η πρώτη κινητοποίηση των τραυματιοφορέων και των πληρωμάτων ασθενοφόρων. Οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι συγκαταλέγονται στους κλάδους που συμπεριλαμβάνει στο δυναμικό της η εργατική συνομοσπονδία FNV. Μαζί με αυτούς περιλαμβάνει επίσης από εργαζόμενους στην μεταλλουργία και βιομηχανικούς εργάτες μέχρι κάθε ειδικότητας δημοσίου υπαλλήλους, χωρίς να εξαιρούνται οι αστυνόμοι.

Πιο ευέλικτη εργασία!

Αιτία των εργατικών κινητοποιήσεων στη χώρα της τουλίπας είναι η απροθυμία της κυβέρνησης του Μαρκ Ρούτε να συμφωνήσει με τους αντιπροσώπους της εργατικής συνομοσπονδίας για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων. Καλύτερα όμως περιγράφει τα επίδικα των κινητοποιήσεων η Σασκία Μπούμανς, ερευνήτρια της εργατικής συνομοσπονδίας FNV, με την οποία μίλησαν τα Επίκαιρα: «Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν λήξει μεγάλες συλλογικές συμβάσεις εργασίας: Στις κατασκευές από την 1η Ιανουαρίου 2015, οι περισσότερες συλλογικές συμβάσεις στο λιανεμπόριο, με τις πιο πολλές απ’ αυτές εδώ και δύο χρόνια όπως στα σούπερ μάρκετ και στην μόδα, στους δημόσιους υπαλλήλους από τον Ιανουάριο του 2011, στην παιδική φροντίδα και το μέταλλο πιο πρόσφατα και μόλις τώρα κατέρρευσαν και οι διαπραγματεύσεις. Στις περισσότερες διαπραγματεύσεις οι εργοδότες ήθελαν να προσθέσουν πιο ευέλικτη εργασία. Επιδίωκαν επίσης, για παράδειγμα στο λιανικό εμπόριο, την κατάργηση των μπόνους για δουλειά στα Σαββατοκύριακα, στις απογευματινές και νυχτερινές βάρδιες, στις άδειες. Ήθελαν επίσης την επέκταση της κανονικής εργάσιμης ημέρας από τις 8 στις 12 ώρες, όπως στις οικοδομές, κι επίσης την επέκταση της εργάσιμης εβδομάδας ή την εισαγωγή των ελαστικών εργάσιμων εβδομάδων σε ετήσια βάση. Στην Ολλανδία, υπάρχουν περίπου 900 συλλογικές συμβάσεις εργασίας με την συνομοσπονδία FNV να συμμετέχει στις περισσότερες εξ αυτών, ενώ το 80% των ολλανδών εργαζομένων καλύπτεται από τέτοιες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Αυτό το ποσοστό δεν έχει αλλάξει δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες παρά την μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Κάτι, που ενοχλεί τις εργοδοτικές οργανώσεις κι ορισμένα πολιτικά κόμματα που αμφισβητούν την αντιπροσωπευτικότητα του συστήματος. Ενδεικτικά να σας αναφέρω πως στη βιομηχανία της φιλοξενίας (μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, κ.α.), όπου το ποσοστό οργάνωσης των εργαζομένων είναι 7%, η εργοδοσία δεν θέλει καμία νέα συλλογική σύμβαση… Η συνομοσπονδία FNV, που αποτελεί τη μεγαλύτερη συνδικαλιστική ένωση με περισσότερα από 1 εκ. μέλη, διεκδικεί αυξήσεις στους μισθούς 3%. Πρόκειται για ένα τολμηρό αίτημα για το ολλανδικό εργατικό κίνημα δεδομένου ότι τις τελευταίες δεκαετίες υποστήριξε την πολιτική συγκράτησης των μισθών. Πιθανότατα, ως αποτέλεσμα της βαθιάς εσωτερικής κρίσης, της συνεχούς μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας (20%) και του γεγονότος ότι οι μισθοί των συλλογικών συμβάσεων δεν ακολούθησαν την πορεία του πληθωρισμού τα προηγούμενα 30 χρόνια, τώρα η FNV άλλαξε την στάση της απέναντι στην πολιτική συγκράτησης των μισθών. Έτσι, ανακοίνωσε τις αγωνιστικές πρωτοβουλίες που συμπίπτουν με μια πιο μαχητική ατμόσφαιρα η οποία κυριαρχεί στο εσωτερικό της. Πολλά μέλη, όπως επίσης και συνδικαλιστικά στελέχη πιστεύουν ότι τώρα πρέπει να δείξουν την δύναμή τους. Μένει να δούμε αν θα το καταφέρουν δεδομένου ότι για πολλά χρόνια, παρότι η Ολλανδία έχει το πιο ευέλικτο εργατικό δυναμικό στην ΕΕ, η FNV δεν ήθελε κινητοποιήσεις κι απεργίες, κι ήταν ένας “υπεύθυνος εταίρος”»…

Η γενικευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια κι η περίοδος εργατικών κινητοποιήσεων που ξεκινάει στην Ολλανδία προσφέρεται ωστόσο για πολλά περαιτέρω συμπεράσματα, αν εξετάσουμε καλύτερα τον χαρακτήρα της οικονομίας. Πολύ περισσότερο να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι συγκρίσιμες εργατικές κινητοποιήσεις είναι σε εξέλιξη και σε άλλες χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία, με πρωταγωνιστές του σιδηροδρομικούς…

unempΣυμπέρασμα πρώτο: Η έξοδος από την κρίση δεν σηματοδοτεί την βελτίωση των εργατικών αμοιβών. Η Ολλανδία το 2013 και το 2014 είδε το ΑΕΠ της να αυξάνεται, ξεπερνώντας την κρίση του 2012 που προκάλεσε μια μικρή μεν (σχεδόν 0,5%) αλλά αισθητή πτώση στην αξία των παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών. Παρόλα αυτά οι περικοπές κοινωνικών δαπανών κι οι αυξήσεις φόρων συνολικού ύψους 46 δις. ευρώ που επιβλήθηκαν τότε ήρθαν για να …μείνουν κι έτσι στην περίοδο της ανάκαμψης ουδέποτε καλύφθηκαν αυτά τα κενά. Το ίδιο συνέβη και με τους μισθούς και τα μεροκάματα. Εντυπωσιακή δε είναι κι σταθεροποίηση της ανεργίας στο 7%, όπως φαίνεται στο διάγραμμα, που επιβεβαιώνει τον διεθνή χαρακτήρα του φαινομένου της «ανάκαμψης χωρίς τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας». Συμβαίνει, με άλλα λόγια, και στον πυρήνα της ευρωζώνης η άνοδος του ΑΕΠ να μην συνδυάζεται με την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αυξάνοντας έτσι με σταθερό ρυθμό το μέγεθος του εφεδρικού στρατού εργασίας…

Οι εξαγωγές δεν ξορκίζουν την κρίση

Συμπέρασμα δεύτερο: Ο εξαγωγικός προσανατολισμός δεν απαλλάσσει μια οικονομία από κρίσεις ούτε εξασφαλίζει την γενική ευημερία. Η Ολλανδία αποτελεί χώρα πρότυπο για όσους υποδεικνύουν την διεθνοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων και την οργανική ένταξη στον παγκόσμιο καταμερισμό ως το φάρμακο δια πάσαν νόσον, στον αντίποδα οικονομιών που ανάγουν την εσωτερική κατανάλωση ως κινητήρια δύναμη της μεγέθυνσης… Αποτελώντας την 5η μεγαλύτερη οικονομία και τον 3ο μεγαλύτερο εξαγωγέα της ευρωζώνης, την 6η χώρα σε σειρά κατάταξης στην υποδοχή άμεσων ξένων επενδύσεων και με το 65% του ΑΕΠ της να προέρχεται από εξαγωγές εμπορευμάτων και λιμενικές δραστηριότητες (δεδομένου πως το λιμάνι του Ρότερνταμ είναι το μεγαλύτερο της Ευρώπης και το 3ο μεγαλύτερο του κόσμου) η Ολλανδία ενσαρκώνει το φαντασιακό κάθε καθαρόαιμου νεοφιλελεύθερου που ορκίζεται στο δόγμα «εξαγωγές ή θάνατος». Κι όμως αυτή η οικονομία διχάζεται από κοινωνικές αντιθέσεις, και το αύριο των εργαζομένων της, όπως συμβαίνει και στα καθ’ ημάς, κανείς δεν εγγυάται ότι θα είναι καλύτερο από το χθες…

Πολιτική αστάθεια φέρνουν τα Προγράμματα Σταθερότητας (Επίκαιρα, 11-17/3/2010)

 Τίποτε δεν διδάχτηκε η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά από το μάθημα του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, SPD, που εξακολουθεί να βλέπει την εξουσία με το κιάλι, πληρώνοντας έτσι τα αντεργατικά μέτρα που επέβαλε ο καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ο διάδοχος του Χέλμουτ Κολ πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια όχι μόνο να διαψεύσει τις ελπίδες ακύρωσης των περικοπών που είχαν επιβάλει οι προηγούμενες χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις, αλλά να καταφέρει το πιο συντριπτικό πλήγμα που δέχτηκε ποτέ το αξιοζήλευτο κοινωνικό κράτος της Γερμανίας, από την ίδρυσή του.  Στο πλαίσιο των αλλαγών που επιβλήθηκαν με το πακέτο μέτρων Χαρτζ  ΙV και Ατζέντα 2010 (κι ήταν τόσο… αποτελεσματικές ώστε το 2010 βρήκε την Γερμανία βυθισμένη στην μεγαλύτερη κρίση των μεταπολεμικών χρόνων) σοβαρές παροχές, από τα επιδόματα ανεργίας μέχρι τη δωρεάν περίθαλψη, περικόπηκαν ενώ οι εργασιακές σχέσεις κονιορτοποιήθηκαν προς όφελος της ελαστικότητας. Το αποτέλεσμα είναι το SPD να παραδέρνει στην κρίση και την ανυποληψία μια και αποδεδειγμένα πλέον αποτελεί το πιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις κόμμα.

Στον ίδιο ακριβώς αυτοκαταστροφικό δρόμο που άνοιξε ο γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ βαδίζει σύσσωμη πλέον κι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Από την Ουγγαρία και την Πορτογαλία μέχρι την Ισπανία και την Ισλανδία, επιλέγοντας τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να γίνουν εκφραστές της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των – εκτός τόπου και χρόνου – οδηγιών της ΕΕ για μείωση του ελλείμματος κάτω από 3% και του χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ ανταλλάσσουν έναντι πινακίου φακής την επιρροή που διαθέτουν στους εργαζόμενους και ναρκοθετούν τις προνομιακές σχέσεις τους με τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα, για πολλά χρόνια.

Η Ουγγαρία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και ο κύκλος της σοσιαλδημοκρατίας έχει ήδη ουσιαστικά κλείσει. Επίσημα ωστόσο θα γίνει τον Απρίλιο, όταν στις πρόωρες εκλογές νικητής θα αναδειχθεί το δεξιό κόμμα Φιντέτς, που όλες οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν να προηγείται. Μεγάλος  χαμένος θα είναι ο σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Φέρεντς Γκιουρτσάνι ο οποίος πέρυσι τον Απρίλιο απώλεσε την πρωθυπουργία μετά από πρόταση μομφής που κατατέθηκε, πληρώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο τα δρακόντεια, εξοντωτικά μέτρα που επέβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να παραχωρήσει δάνειο 20 δισ. ευρώ στην Ουγγαρία. Περιελάμβαναν δε μεταξύ άλλων τα εξής: Άνοδο του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 65 έτη, μείωση συντάξεων, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, διάλυση των δημόσιων συγκοινωνιών, κ.α. Παρότι την τυπική ευθύνη για την εφαρμογή τους ανέλαβε υπηρεσιακός πρωθυπουργός, πρώην επιχειρηματίας, που διορίστηκε με κοινή συναίνεση, το πολιτικό κόστος επωμίστηκαν οι σοσιαλιστές.

Αν στην κεντρική Ευρώπη τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι οι πιο αξιόπιστοι συνεργάτες του ΔΝΤ, στην δυτική Ευρώπη είναι τα κόμματα που ταυτίζονται περισσότερο με την ΕΕ, όπως δείχνει το παράδειγμα της Ιβηρικής χερσονήσου.

Στην Πορτογαλία την προηγούμενη Πέμπτη 4 Μάρτη δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι κατέβηκαν στους δρόμους συμμετέχοντας στην απεργία που κήρυξαν τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα για να διαμαρτυρηθούν για το πάγωμα των μισθών. Η κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Ζοζέ Σόκρατες, που έχει χάσει την πλειοψηφία στην Βουλή μετά την διάλυση της κυβερνητικής συμμαχίας, έχει προαναγγείλει επίσης περαιτέρω περικοπές δημοσίων δαπανών κι αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Τα ακριβή μέτρα θα ανακοινωθούν ταυτόχρονα με την δημοσιοποίηση του Προγράμματος Σταθερότητας, στόχος του οποίου θα είναι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από 3% μέχρι το 2013. Το ρόλο του λαγού έπαιξε (…και στην περίπτωση της Πορτογαλίας) ο κεντρικός τραπεζίτης, Βίτορ Κοστάντζιο, που δήλωσε ότι χωρίς αυστηρότερα μέτρα δεν είναι δυνατό να μειωθεί το έλλειμμα, που από 2,7 το 2008 έφθασε στο 9,3% πέρυσι, και το δημόσιο χρέος που το 2009 ήταν 77% και φέτος αναμένεται να φτάσει το 90% του ΑΕΠ. Όσο για την ανεργία, που εκτοξεύτηκε στο 10%, δεν προβλέπονται μέτρα αντιμετώπισής της, όπως πουθενά αλλού άλλωστε στην Ευρώπη όπου η ραγδαία άνοδός της δεν απασχολεί καθόλου τις πολιτικές ηγεσίες! Η δημοσιοποίηση του Προγράμματος Σταθερότητας στην Πορτογαλία θα συρρικνώσει ακόμη περισσότερο τη βάση στήριξης του κυβερνώντος σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, που κέρδισε τις εκλογές μόλις τον Σεπτέμβρη του 2009, χάνοντας όμως 9 ποσοστιαίες μονάδες από το προηγούμενο εκλογικό ποσοστό του.

Δραματικές επιπτώσεις στην πολιτική επιρροή του κυβερνώντος σοσιαλδημοκρατικού κόμματος έχει η εφαρμογή πολιτικών λιτότητας και στη γειτονική Ισπανία. Τον Φεβρουάριο μάλιστα το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν είδε μόνο την ψαλίδα μεταξύ της δικής του επιρροής κι αυτής του δεξιού Λαϊκού Κόμματος να ανοίγει εις βάρος του στις 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 3,5 που ήταν τον Φεβρουάριο), αλλά έχασε και το τελευταίο του οχυρό που ήταν η ευνοϊκή απάντηση στην ερώτηση για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό. Πλέον ο ηγέτης της δεξιάς, Μαριάνο Ραχόι, υπερτερεί, κατά πολύ μάλιστα. Στη βάση τη δυσαρέσκειας των Ισπανών βρίσκονται δύο αλληλοτροφοδοτούμενες αιτίες: η εκτίναξη της ανεργίας στο διαλυτικό για τον κοινωνικό ιστό ποσοστό του 20% και μια σειρά μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση τα οποία προκαλούν κοινωνική δυσαρέσκεια. Σημαντικότερο όλων το αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο που συζητιέται και προβλέπει την αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 χρόνια. Αυτή η πρόταση αποτέλεσε την αιτία για την κήρυξη της πρώτης πανεργατικής απεργίας απέναντι στην κυβέρνηση του Θαπατέρο στις 23 Φεβρουαρίου και την αφορμή για να επιλέξει η εφημερίδα El Pais τον τίτλο «το ειδύλλιο φθάνει στο τέλος του», αναφερόμενη στις σχέσεις των συνδικάτων με την κυβέρνηση. Αιτία πολέμου επίσης για τα συνδικάτα αποτελούν τα μέτρα ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων που συζητιούνται και στα οποία συμπεριλαμβάνεται η διευκόλυνση των απολύσεων με την μείωση της αποζημίωσης και την κατάργηση των ορίων που υπήρχαν για τις ομαδικές απολύσεις, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κ.λπ. Και τα δύο παραπάνω νομοσχέδια συμβάλλουν στην μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 50 δισ. ευρώ που περιγράφεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλε η Μαδρίτη στις Βρυξέλλες απώτερος στόχος του οποίου είναι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 11,4% το 2009 σε επίπεδα χαμηλότερα του 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2013.

Τέλος, θυσίασμα στο βωμό της οικονομικής ορθοδοξίας επέλεξε να γίνει κι η κυβέρνηση συμμαχίας μεταξύ κεντροαριστεράς και πράσινων στην Ισλανδία, που εξελέγη τον Ιούνιο του 2009, από τη στιγμή που συγκρούστηκε με την συντριπτική πλειοψηφία των Ισλανδών – το 93% όπως έδειξε και το δημοψήφισμα της προηγούμενης εβδομάδας. Άμεσες συνέπειες στην κυβερνητική σταθερότητα της Ισλανδίας δεν πρόκειται να υπάρξουν από την άρνηση των Ισλανδών να «φεσωθεί» με 48.000 ευρώ το κάθε νοικοκυριό για να αποζημιωθούν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας σχετικά με την κατάρρευση της τράπεζας Icesave τον Οκτώβρη του 2008. Φάνηκε ωστόσο ότι η κεντροαριστερή κυβέρνηση που εξελέγη μόλις πριν εννιά μήνες δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της αλλαγής που συνόδευσε την ήττα της προηγούμενης δεξιάς κυβέρνησης.

Ως κοινή συνισταμένη των παραπάνω προκύπτει ότι η επιλογή των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων σε όλη την Ευρώπη να φανούν αξιόπιστες πρωτίστως απέναντι τους αναξιόπιστους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή τους διεθνείς κερδοσκόπους κι όχι ως προς την τήρηση των προεκλογικών τους δεσμεύσεων ή των προσδοκιών που συνόδευσαν την εκλογή τους θέτει σε κρίση τις σχέσεις τους με τους ψηφοφόρους.

Κι η Ελλάδα φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση…

Οικονομικός πόλεμος κατά της Ισλανδίας (Πριν, 17 Ιανουαρίου 2010)

Με αμείωτη ένταση συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον της Ισλανδίας μετά την απόφαση του προέδρου της χώρας να προβάλει βέτο στην απόφαση της κυβέρνησης να καταβάλλει στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ολλανδίας τα λεφτά που έχασαν οι πολίτες τους από την κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος.

Στο εσωτερικό της Ισλανδίας εξ ίσου εντατικές είναι κι οι προετοιμασίες όσο πλησιάζει η μέρα του δημοψηφίσματος που θα τεθεί στην κρίση των 317.593  Ισλανδών η επίμαχη απόφαση. Οι πρώτες ενδείξεις, όπως έγιναν γνωστές με το κείμενο υπογραφών που τέθηκε υπ’ όψη του προέδρου και έφερε τα ονόματα 55.160 εκλογέων (23% του εκλογικού σώματος) προδικάζουν σαρωτική νίκη του «όχι». Τα επιχειρήματα άλλωστε που επικαλούνται πολύ δύσκολα ανατρέπονται. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι η αποζημίωση που κατέβαλλαν στους πολίτες τους η Αγγλία κι η Ισλανδία για τα λεφτά που έχασαν από την κατάρρευση της Icebank έφθαναν ακόμη και το ποσό των 100.000 ευρώ. Στο εσωτερικό ωστόσο της ΕΕ το όριο που είχε τεθεί ως κρατική εγγύηση για τις καταθέσεις έφθανε τα 20.887 ευρώ. Αγγλία και Ισλανδία επομένως εφάρμοσαν ένα μέτρο που δεν θα έθεταν σε ισχύ στην περίπτωση που κατέρρεε εγχώρια τράπεζα. Και το έπραξαν ξέροντας ότι άλλος θα πληρώσει τον λογαριασμό: η κυβέρνηση της Ισλανδίας και μέσω αυτής οι πολίτες της. Το δεύτερο επιχείρημα διατυπώθηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal στις 6 Ιανουαρίου: «Αγγλία και Ολλανδία δεν έπρεπε να πληρώσουν. Αυτοί που είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους σε ένα εξωχώριο ίδρυμα ήταν όλοι ενήλικες και θα πρέπει να ήταν ενήμεροι των κινδύνων. Φυσικά οι κυβερνήσεις αποζημίωσαν επειδή ήξεραν πως ήταν ευάλωτες στην κατηγορία ότι το δικό τους εποπτικό καθεστώς είχε αποτύχει». Τα δικά τους νώτα έσπευσαν επομένως να φυλάξουν, φεσώνοντας τους Ισλανδούς που ήδη έχουν δει το δημόσιο χρέος τους να φθάνει το 300% του ΑΕΠ!

Πέραν των παραπάνω οι Ισλανδοί αρνούνται να πληρώσουν το 50% του ΑΕΠ τους σε αποζημιώσεις και πνέουν μένεα εναντίον του Λονδίνου λόγω του ότι οι δικοί του χειρισμοί ήταν που έδωσαν τη χαριστική βολή και κατέρρευσε το τραπεζικό τους σύστημα. Ειδικότερα στις 8 Οκτώβρη του 2008, μια μέρα μετά την εθνικοποίηση της τράπεζας Landsbaki, μητρικής της Icesave, το Λονδίνο ενεργοποίησε την δρακόντεια αντιτρομοκρατική νομοθεσία του 2001 και πάγωσε κάθε περιουσιακό στοιχείο που βρισκόταν στην Αγγλία όχι μόνο της εν λόγω τράπεζας και του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος της Ισλανδίας, αλλά ακόμη και της κυβέρνησης. Η ενεργοποίηση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας δεν σήμαινε μόνο τον διεθνή διασυρμό τους και την κατάρρευση και της ελάχιστης αξιοπιστίας που είχε απομείνει αλλά επίσης, σε πιο πρακτικό επίπεδο, την διακοπή κάθε δυνατότητας μεταφοράς χρημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά κι οι τρεις τράπεζες που είχαν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατέρρευσαν, μη έχοντας καμιά δυνατότητα εξεύρεσης και μεταφοράς νέων πόρων που θα έλυναν το πρόβλημα της ρευστότητας.

Πίσω από την αντιπαράθεση επομένως δεν κρύβεται μόνο η φυσιολογική και δικαιολογημένη αντίδραση των Ισλανδών στην προοπτική να βάλουν από την τσέπη τους 3,91 δισ. ευρώ ποσό που ισοδυναμεί με 116.658 ευρώ για κάθε πενταμελή οικογένεια, αλλά κι η συσσωρευμένη οργή τους απέναντι στο Λονδίνο, από τη δεκαετία του ’70 ακόμη όταν οι δύο χώρες κόντεψαν να φθάσουν σε πόλεμο όταν η Ισλανδία απαγόρευσε στον βρετανικό αλιευτικό στόλο να αλιεύει στα χωρικά της ύδατα. Το Λονδίνο τώρα προσπάθησε να πάρει την εκδίκησή του. Μαζί του δε είχε και τη διεθνή των κερδοσκόπων, με τον οίκο αξιολόγησης Fitch για παράδειγμα αυθαίρετα κι εκδικητικά να υποβαθμίζει στο επίπεδο των «σκουπιδιών» τα κρατικά ομόλογα της Ισλανδίας αμέσως μετά το υπερήφανο «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω».