Οικονομικοί δολοφόνοι εναντίον Ντιτρόιτ (Επίκαιρα, 25-31/7/2013)

detroitΈνα συνταγματικό πραξικόπημα που ανατρέπει την εκλεγμένη ηγεσία και δίνει όλη την εξουσία σε έναν ανεξέλεγκτο τεχνοκράτη ο οποίος μακριά από οποιονδήποτε δημοκρατικό έλεγχο ανακοινώνει την χρεοκοπία, με όλο το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στους όρους: στο πως δηλαδή το κόστος θα περάσει στα ασφαλιστικά ταμεία και τους συνταξιούχους, πυροδοτώντας επιπλέον και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας μόνο και μόνο για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των πιστωτών, που είναι οι μεγαλύτερες τράπεζες. Η παραπάνω περιγραφή ταιριάζει απόλυτα στα δραματικά γεγονότα που έζησε η Ελλάδα από το Νοέμβριο του 2011, όταν το δίδυμο «Μερκοζύ» ανέτρεψε τον Γ. Παπανδρέου και διόρισε τον Λ. Παπαδήμο, μέχρι (τουλάχιστον) τον Μάρτιο του 2012 όταν ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων (PSI). Ταιριάζει όμως απόλυτα και στο Ντιτρόιτ που στις 18 Ιουλίου κήρυξε πτώχευση, με τις ομοιότητες με την Ελλάδα να είναι τόσο κραυγαλέες λες και οι αρχιτέκτονες και των δύο χρεοκοπιών να ακολούθησαν κατά γράμμα τις ίδιες οδηγίες… Ο διεθνής νεοφιλελεύθερος Τύπος μάλιστα μόνο σαμπάνιες δεν άνοιξε στην είδηση της χρεοκοπίας του Ντιτρόιτ. Για παράδειγμα σε εντιτόριαλ τους οι Financial Times το χαρακτήρισαν ως «ουσιώδες βήμα στον δρόμο για την ανάκαμψη»! Κάτι σαν θεόσταλτο δώρο, δηλαδή…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Μόνο που οι 700.000 κάτοικοι του Ντιτρόιτ είχαν τελείως διαφορετική άποψη. Πρώτη φορά την εξέφρασαν δημόσια το Νοέμβριο του 2012 όταν σε δημοψήφισμα που διεξήχθη απέρριψαν με ποσοστό 82% έναν πολιτειακό νόμο που είχε επιβάλει ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης Ρικ Σνάιντερ, βάσει του οποίου ο ίδιος αποκτούσε την δυνατότητα να παύσει και να αντικαταστήσει τον εκλεγμένο δήμαρχο μιας πόλης και να διορίσει στη θέση του μάνατζερ εκτάκτου ανάγκης, στην περίπτωση που διαπίστωνε προβλήματα στην χρηματο-οικονομική κατάσταση ενός δήμου. Το μέτωπο μεταξύ των κατοίκων του Ντιτρόιτ και του Σνάιντερ κρατούσε από το 2010 όταν την υποψηφιότητα του την επιδοκίμασε μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 5%. Κοινώς τον …μαύρισαν, κάτι που ήταν αναμενόμενο λόγω της πολύ ισχυρής παρουσίας των Δημοκρατικών στη συγκεκριμένη πόλη. Αρκεί να αναφερθεί πως στις εκλογές του 2012 ο Μπαράκ Ομπάμα κέρδισε το 98% των ψήφων των 300.000 περίπου ψηφισάντων ενώ ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων, Μιτ Ρόμνεϋ, λιγότερο από το 2%. Ενδεικτικό επίσης είναι ότι στο ίδιο δημοψήφισμα οι κάτοικοι του Ντιτρόιτ κλήθηκαν να απαντήσουν για το μέλλον των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων εργασίας κι αποφάσισαν με ένα ποσοστό της τάξης του 83% ότι δεν πρέπει να θιχτούν. Ο Σνάιντερ παρόλα αυτά δεν παραιτήθηκε της προσπάθειάς του να δώσει την εξουσία στους τεχνοκράτες. Μόλις λίγους μήνες αργότερα επαναφέρει τον ίδιο νόμο, που είχαν απορρίψει οι κάτοικοι του Ντιτρόιτ, με ορισμένες δευτερεύουσας σημασίας τροποποιήσεις, για να τηρήσει τα προσχήματα. Στην πράξη παραβιάζει κατάφωρα την βούληση των εκλογέων. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για τον διορισμό του μάνατζερ εκτάκτου ανάγκης Κέβιν Ορ, αφού πρώτα ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης αφαιρεί από τον δήμο όλες τις αρμοδιότητες που αφορούσαν τον προϋπολογισμό και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Άλλη εντυπωσιακή ομοιότητα με τα «οικεία κακά» είναι ότι ο Κέβιν Ορ διορίστηκε για να αποφευχθεί η χρεοκοπία…

Η χρεοκοπία όμως έρχεται όχι μόνο λόγω της γενικής οικονομικής δυσανεξίας που φέρνει η οικονομική κρίση, ούτε μόνο λόγω των μειωμένων δημοσίων εσόδων που είχε η πόλη κοιτίδα της αμερικάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας την εποχή της αποβιομηχάνισης. Το Ντιτρόιτ οδηγήθηκε στη χρεοκοπία λόγω του ότι ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης αρνούταν πεισματικά και κατά παράβαση των νόμων να του αποδώσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, ύψους 220 εκ. ευρώ, που του ανήκαν, σφίγγοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την θηλιά κι επισπεύδοντας την χρεοκοπία. (Και πάλι οποιαδήποτε ομοιότητα με τα δικά μας είναι τυχαία…)

Έτσι φτάνουμε στις 18 Ιουλίου στην κήρυξη της χρεοκοπίας στο Ντιτρόιτ, που χωρίς να είναι η πρώτη πόλη των ΗΠΑ που φθάνει σε τέτοιο αδιέξοδο είναι μακράν η μεγαλύτερη.

Η σπουδή ωστόσο που επέδειξε ο ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης να οδηγήσει το Ντιτρόιτ σε χρεοκοπία πριν την ώρα του δεν ήταν τυχαία. Επέλεξε ο ίδιος το πρόσωπο (δηλαδή τον μάνατζερ έκτακτης ανάγκης) που θα προσδιορίσει τους όρους της χρεοκοπίας, δηλαδή ποιος θα επωμιστεί το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών από την διαγραφή μέρους του χρέους ύψους 18,5 δισ. δολ., μόνο και μόνο ώστε οι όροι να είναι προς όφελος των επιχειρήσεων κι όχι των πολιτών. Η τεράστια σημασία που είχε στο Ντιτρόιτ ο κοινωνικός επιμερισμός των ζημιών φαίνεται από το γεγονός ότι το ήμισυ του χρέους των 18,5 δις. δολ. το οφείλει στους συνταξιούχους, ενώ το ίδιο το σύνταγμα του Μίτσιγκαν απαγορεύει οποιαδήποτε ζημιά στις συντάξεις τους! Για να ξεπεραστεί μάλιστα αυτός ο «μικρός» συνταγματικός σκόπελος, ο μάνατζερ εκτάκτου ανάγκης δεν δίστασε να «πειράξει» την ημερομηνία της αίτησης που κατέθεσε στο δικαστήριο για υπαγωγή σε καθεστώς χρεοκοπίας ώστε να προλάβει προσφυγή των εργατικών σωματείων που θα διασφάλιζε τα συμφέροντα των μελών τους. Έτσι φτάνουμε στην πρόταση προς τις τράπεζες UBS και Bank of America να δεχτούν κούρεμα στα δάνεια τους ύψους 25% (να λάβουν δηλαδή 75 σεντς και για κάθε δολάριο που τους χρωστάει ο δήμος) και στους συνταξιούχους 90% (να λάβουν δηλαδή 10 σεντς για κάθε δολάριο οφειλών)!

Σήμα για ιδιωτικοποιήσεις

Η ντροπή ωστόσο για όλες αυτές τις μεθοδεύσεις, που αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση των πιστωτών, δεν βαραίνει μόνο τους Ρεπουμπλικάνους. Τεράστια ευθύνη έχουν και οι Δημοκρατικοί, που ολοκλήρωσαν τα προγράμματα διάσωσης τα οποία ξεκίνησε ο Μπους για να φτάσουμε η αυτοκινητοβιομηχανία που περιδινούνταν στην κρίση το 2008 σήμερα να χαίρει άκρας υγείας και στην άλλη μεριά οι δήμοι μαζί με τους συνταξιούχους του κλάδου να χάνουν τις συντάξεις τους. Η αβυσσαλέα αυτή διαφορά αποτυπώνεται ανάγλυφα στη λίστα του περιοδικού Forbes με τις εταιρείες που έχουν τα περισσότερα ρευστά διαθέσιμα. Οι 2 μοναδικές «παραδοσιακές» βιομηχανίες που υπάρχουν στις 10 κορυφαίες (6 εκ των οποίων ανήκουν στον τομέα των νέων τεχνολογιών και 2 στην φαρμακευτική βιομηχανία) είναι η General Motors και η Ford! Κι αυτό συνέβη λόγω των δεκάδων δισεκατομμυρίων δημοσίου χρήματος που δόθηκε σε αυτές τις βιομηχανίες, αρχής γενομένης το 2008, για να παραμείνουν εν ζωή. Για χάρη αυτών των επιχειρήσεων τότε, στο απόγειο της κρίσης, ξαναγράφονταν οι κανόνες λειτουργίας των κεντρικών τραπεζών με την Fed να προβαίνει σε απ’ ευθείας δανεισμό τους, λόγω του ότι οι εμπορικές τράπεζες λόγω της δεινής θέσης που βρίσκονταν αδυνατούσαν να δανείσουν έστω κι ένα δολάριο. Η κεντρική τράπεζα λοιπόν που έσωσε την αυτοκινητοβιομηχανία και τις εμπορικές τράπεζες, σήμερα αρνείται να σώσει τις πόλεις που καταρρέουν υπό την μορφή ντόμινο (και με ευθύνη μάλιστα εκείνων των τραπεζών που σώθηκαν προ 5ετίας με κρατικό χρήμα), επιφέροντας ανυπολόγιστες κοινωνικές συνέπειες (στο Ντιτρόιτ υπάρχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας και φτώχειας στις ΗΠΑ, 15% και 33%) κι ένα άνευ προηγουμένου πλήγμα στο δημόσιο συμφέρον. Για παράδειγμα, η βιασύνη να οδηγηθεί στη χρεοκοπία ο δήμος από πολλούς σχετίζεται με το γεγονός ότι είναι από τους λίγους που έχει ακόμη στην ιδιοκτησία του την εταιρεία ύδρευσης και αποχέτευσης. Διαθέτει επίσης ένα πάρκο στο μέσο του ποταμού Ντιτρόιτ που εποφθαλμιούν πολλοί ιδιώτες και ένα μουσείο που ιδρύθηκε το 1885 και συγκαταλέγεται στα δέκα καλύτερα γενικού ενδιαφέροντος των ΗΠΑ, έχοντας στην μόνιμη συλλογή του έργα των Ρεμπράντ, Καραβάτζιο, Μπρέγκελ, Βαν Γκονγκ και Ριβιέρα. Η εκποίηση τους μάλιστα, με την αξία τους να ανέρχεται σε 2 δισ. δολ., δεν αποκλείσθηκε από τον μάνατζερ έκτακτης ανάγκης.

Τέλος, η χρεοκοπία του Ντιτρόιτ κι άλλων οκτώ πόλεων την τελευταία τριετία δεν είναι άσχετη με την αντίστοιχη κατάσταση που έχουν βρεθεί 6 από τις 17 αυτόνομες περιοχές της Ισπανίας και δεκάδες δήμοι της Ελλάδας (58 είχε θέσει σε εξυγίανση ο τότε υπουργός Γ. Ραγκούσης). Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η κρατική υποχρηματοδότηση και η ύφεση που μείωσαν τα έσοδά τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εγγυηθούν την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών στους δημότες ούτε να πληρώσουν τις μισθοδοσίες του προσωπικού τους. Υπ’ αυτό το πρίσμα η χρεοκοπία πόλεων στις ΗΠΑ, αυτόνομων περιοχών στην Ισπανία και δήμων στην Ελλάδα ισοδυναμεί με μετάσταση της γενικότερης κρίσης κι ενίοτε είναι το τίμημα που πληρώνουν οι πολίτες για να μην χρεοκοπήσουν τα κράτη τους. Πολύ βαρύ τίμημα…

Στους φορολογούμενους ο λογαριασμός (Διπλωματία 1/2009))

ΣΕ ΥΨΟΣ ΡΕΚΟΡ ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Το σωσίβιο των Δημοκρατικών στο Ντιτρόιτ παρότι αποτρέπει τα χειρότερα, όπως για παράδειγμα ένα ντόμινο χρεοκοπιών που θα αγκάλιαζε όλη την οικονομία, δεν συνιστά επίλυση της κρίσης.

Για την αμερικανική οικονομία η αρχή ότι «οι ΗΠΑ έχουν ένα πρόεδρο κάθε φορά» την οποία αλλεπάλληλες φορές επικαλέστηκε η ομάδα του νέου προέδρου αρνούμενη να παρέμβει στη σφαγή της Γάζας δεν ίσχυε. Από την επομένη κιόλας της εκλογής του ο Μπαράκ Ομπάμα εξάντλησε κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του για να εφαρμόσει τις οικονομικές του προτεραιότητες που στην τρέχουσα συγκυρία συνέτειναν σε μία και μόνο κατεύθυνση: τη διάσωση, με κάθε μέσο και χωρίς όρους, της κλυδωνιζόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας. Το Ντιτρόιτ, κοιτίδα του αμερικάνικου ονείρου την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, είδε τα χρηματοοικονομικά του προβλήματα να λαμβάνουν απειλητικές διαστάσεις από τη στιγμή που η οικονομική κρίση η οποία πλήττει τις ΗΠΑ έπαψε να αποτελεί υπόθεση των τραπεζών και άρχισε να επηρεάζει τα νοικοκυριά. Έτσι, η πτώση της καταναλωτικής ζήτησης που ξεκίνησε το 2007 και όλο το 2008 κατέγραφε κάθε μήνα κι ένα ρεκόρ (με αποτέλεσμα μόνο τον Οκτώβριο οι πωλήσεις αυτοκινήτων να πέσουν κατά 30%) ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, προκαλώντας ιλιγγιώδεις ζημιές. Η General Motors για παράδειγμα που απασχολεί 252.000 εργαζόμενους κατέγραψε για το 2007 ως ζημιές το ποσό των 38 δισ. δολ. ενώ η Ford, που απασχολεί 87.700 000 εργαζόμενους και δεν βρίσκεται και σε τόσο απελπιστική θέση όσο η GM και η Chrysler εμφάνισε ζημιές για το ίδιο έτος ύψους 2,7 δισ. Ούτε τα παραπάνω μεγέθη ωστόσο, ούτε ακόμη και τα καμπανάκια κινδύνου που ακούστηκαν στο αμερικανικό Κογκρέσο, από τον οικονομολόγο καθηγητή του Κολούμπια Τζέφρεϋ Σακς για παράδειγμα, ο οποίος προδίκασε μια χιονοστιβάδα χρεοκοπιών σε περίπτωση που αφήνονταν στην τύχη τους οι αυτοκινητοβιομηχανίες, έπεισαν την ρεπουμπλικανική πλειοψηφία να εγκρίνει τις πιστώσεις. Επανειλημμένες φορές, με χαρακτηριστικότερη την ψηφοφορία που έγινε στις 11 Δεκέμβρη, το πακέτο διάσωσης «κόπηκε» υπό τον ήχο πομπωδών δηλώσεων Ρεπουμπλικάνων που ορκίζονταν πίστη στα λεφτά των φορολογουμένων. «Ακόμη κι όλοι οι Αμερικάνοι θέλουν αυτή η βιομηχανία να πετύχει, δεν μπορώ να υποστηρίξω ένα σχέδιο που δαπανά τα λεφτά των φορολογουμένων για να τη διασώσει», δήλωνε για παράδειγμα ο εκπρόσωπος του κόμματος του Μπους στην αρμόδια επιτροπή, με βάση το περιοδικό Τάιμ της 15ης Δεκεμβρίου, αφήνοντας όλους μας με την απορία για τα κριτήρια με τα οποία ανέκριναν μόλις πριν λίγους μήνες το πολύ πιο δαπανηρό «πακέτο Πόλσον», ύψους 700 δισ… Παρόλα αυτά, κι αφού όπως μπορεί να υποθέσει ο καθένας ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ εξάντλησε όλη του την πειθώ, στις 19 Δεκέμβρη το σχετικό νομοσχέδιο εγκρίθηκε. Οι προϋποθέσεις όμως υπό τις οποίες δόθηκαν τα 17,4 δισ. δολ. στη General Motors και την Chrysler έκαναν πολλούς να μιλήσουν για δηλητηριασμένο φρούτο. Με «πιστόλι στον κρόταφο των δύο αυτοκινητοβιομηχανιών και των μετόχων τους» συνέκρινε τις επιχορηγήσεις ο βρετανικός Economist στο πρώτο τεύχος του νέου χρόνου. Ο πιο επαχθής δε όρος αφορά τις απολαβές των εργαζομένων καθώς τα συνδικάτα θα πρέπει να συνομολογήσουν στην κάθετη μείωση των μισθών και ωρομισθίων στα αμερικανικά εργοστάσια ώστε να μην υπερβαίνουν τις αποδοχές των ανταγωνιστικών. Όλοι αυτοί οι όροι, με σημαντικότερο ένα βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο, θα πρέπει να έχουν ξεκαθαριστεί μέχρι τη τελευταία μέρα του Μαρτίου οπότε ο 44ος πρόεδρος των ΗΠΑ θα λάβει τις οριστικές αποφάσεις για την τύχη της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο οι τρεις του Ντιτρόιτ θα συνεχίσουν να είναι τρεις κι όχι δύο, όπως εισηγούνται πολλοί δείχνοντας στην Chrysler, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί τον αδύναμο κρίκο, το δρόμο της εξόδου. Το πακέτο διάσωσης της αυτοκινητοβιομηχανίας μαζί με τις υπόλοιπες χρηματοδοτήσεις που έχει στο πρόγραμμα της η οικονομική ομάδα του Μπαράκ Ομπάμα σε συγκερασμό με την κάθετη πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της κρίσης ωθούν πολλούς να προδικάζουν έκρηξη του δημοσιονομικού ελλείμματος. «Το έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών για το οικονομικό έτος που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2008 θα προσεγγίσει το 1 τρισ. δολ., ποσό υπερδιπλάσιο των 450 δισ. του προηγούμενου χρόνου. Αυτό θα είναι μακράν το μεγαλύτερο ονομαστικό έλλειμμα που καταγράφηκε ποτέ από κράτος και θα αντιπροσωπεύει το 7,5% του αμερικανικού ΑΕΠ, επίπεδο που στο παρελθόν είχε παρατηρηθεί μόνο κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων πολέμων», τονίζει στο περιοδικό Foreign Affairs του Ιανουαρίου Φεβρουαρίου 2009, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών του Μπιλ Κλίντον τη διετία 1993-94, Ρότζερ Άλτμαν. Η προσφυγή στις κρατικές επιδοτήσεις (που κατά το παρελθόν είχαν δεχθεί το ανάθεμα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με αποτέλεσμα σε πολλές χώρες του κόσμου, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας να οδηγηθούν στον Καιάδα εύρωστες μονάδες αυτοκινητοβιομηχανίας που όταν χρειάστηκαν την κρατική στήριξη το σχετικό αίτημα ισοδυναμούσε με ύβρη…) αποτελεί ένδειξη αδυναμίας για την αμερικανική κυβέρνηση κι αυτό για δύο λόγους. Κατά πρώτο επειδή φέρνει στην επιφάνεια την εξάντληση του διαθέσιμου οπλοστασίου μετά την απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας να οδηγήσει τα επιτόκια επί της ουσίας στο 0! Κατά δεύτερο επειδή η έξοδος κινδύνου μοιάζει απειλητικά με την οδό …εισόδου σε αυτήν. Μεγέθυνση δια της πρόκλησης τεχνητής ρευστότητας και της προεξόφλησης μελλοντικών εσόδων με το λογαριασμό να πηγαίνει στους φορολογούμενους, χωρίς πραγματική άνοδο των εισοδημάτων αλλά αντίθετα μείωσή τους. Αυτή η οδός δεν επιλέγηκε για να ξεπεραστεί και η κρίση του 2000;

«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…