Ασύμμετρο πλήγμα στη Σαουδική Αραβία από τους αντάρτες της Υεμένης

Μέχρι σήμερα οι νεκροί στην Υεμένη που κατά κύριο λόγο προέρχονται από τους βομβαρδισμούς ξεπερνούν κατά πολύ τους 90.000. Κύριος υπαίτιος των ανηλεών επιθέσεων που ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2015 και κατά τη διάρκεια αυτής της τετραετίας κάθε φορά το ένα ρεκόρ βαρβαρότητας ξεπερνά το άλλο, είναι η Σαουδική Αραβία που δεν είχε κανένα δισταγμό να βομβαρδίσει σχολεία, σχολικά λεωφορεία, λαϊκές αγορές ακόμη και φυλακές. Για να γίνει πιο εμφανής η ανισότητα, να αναφέρουμε ότι απέναντι στην Υεμένη, που είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής, βρίσκεται ένας συνασπισμός κρατών που πέραν της σαουδαραβικής μοναρχίας περιλαμβάνει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο, το Μαρόκο (μέχρι το 2019), την Ιορδανία, το Σουδάν, το Κουβέιτ, το Κατάρ (μέχρι το 2017) και το Μπαχρέιν. Ο συνασπισμός κατά της Υεμένης υποστηρίζεται επίσης από τις ΗΠΑ που παρέχουν πληροφορίες και τις βάσεις τους, όπως και την Αγγλία. Αποτέλεσμα αυτής της τρομερής συγκέντρωσης δύναμης δεν είναι μόνο οι 90.0000 νεκροί, ούτε η όξυνση του προβλήματος τροφοδοσίας σε νερό που ανέκαθεν αντιμετώπιζε η Υεμένη. Αλλά και μια ανθρωπιστική καταστροφή που πλήττει άπαντες, και την οποία έχει βεβαιώσει ο ίδιος ο ΟΗΕ με αποκορύφωμα μια επιδημία χολέρας. Όλα αυτά είναι σε εξέλιξη εδώ και περισσότερα από 4 χρόνια, χωρίς ποτέ οι αντιδράσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ απέναντι σε αυτά τα σκληρά δικτατορικά καθεστώτα που προστατεύονται ποικιλοτρόπως από τη Δύση να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Για να φανεί το μέγεθος της συγκάλυψης και της υποκρισίας ας αναλογιστούμε τα κροκοδείλια δάκρυα για τη Βενεζουέλα…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Όλα αυτά ίσχυαν μέχρι το προηγούμενο Σαββατοκύριακο όταν οι εξελίξεις στην περιοχή έφεραν στο τραπέζι των συζητήσεων το ενδεχόμενο η Δύση και δη οι ΗΠΑ να αναλάβουν δράση. Στο στόχαστρό τους όμως δεν θα βρεθεί η Σαουδική Αραβία που ευθύνεται για τη γενοκτονία στην Υεμένη, αλλά το Ιράν, που υποδείχθηκε ως υπαίτιο των επιθέσεων, με πολλές πηγές να βεβαιώνουν ότι η τροχιά που διέγραψαν τα μη επανδρωμένα αεροπλάνα που επιτέθηκαν στα σαουδαραβικά διυλιστήρια δείχνει βορειοανατολικά κι όχι νοτιοδυτικά, δηλαδή το Ιράν και όχι την Υεμένη. Κι ας ανέλαβαν επίσημα οι Σιίτες αντάρτες της Υεμένης Χούτι την ευθύνη για την επίθεση στις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις διύλισης πετρελαίου του κόσμου που έχουν δυνατότητα επεξεργασίας ακόμη και 7 εκ. βαρελιών ημερησίως… Τις ίδιες εγκαταστάσεις επιχείρησαν να πλήξουν τον Φεβρουάριο του 2006 με επιθέσεις αυτοκτονίας ένοπλοι του ISIS χωρίς όμως αποτελέσματα…

Το πρόσφατο χτύπημα στις εγκαταστάσεις της Aramco θα έπρεπε να λειτουργήσει σαν αφύπνιση για να επιβεβαιώσει αυτό που συζητιέται σε όλο τον σοβαρό Τύπο: Ότι ένα σαουδαραβικό αιματηρό κι επεκτατικό σχέδιο που ξεκίνησε με τη φιλοδοξία να επιβάλει τη βούληση του Ριάντ σε λίγες εβδομάδες στην Υεμένη έχει εξελιχθεί σε Βιετνάμ. Σφαγείο από την μια μεριά και παταγώδη αποτυχία για την άλλη, που πλέον όμως αρχίζει να πληρώνει κι ένα βαρύτατο οικονομικό τίμημα, το οποίο είναι αδύνατο να είχε συμπεριλάβει στις πιθανές εκβάσεις του πολέμου όταν κατέστρωνε τα σχέδια επίθεσης στην Υεμένη. Δεν είναι λίγο μέσα σε ελάχιστες ώρες να χάνεται το 50% της παραγωγής πετρελαίου που αντιστοιχεί στο 5% της παγκόσμιας παραγωγής… Εν συντομία αν κάτι υπογράμμισε η επίθεση των ανταρτών της Υεμένης στην Aramco είναι το πόσο επικίνδυνος είναι ο πρίγκηπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, ο περιβόητος MBS, για την ίδια τη Σαουδική  Αραβία! Ο θερμόαιμος διάδοχος που μέχρι στιγμής έχει στο βιογραφικό του την φυλάκιση δεκάδων προβεβλημένων μελών της σαουδαραβικής οικογένειας για να ελέγξει πιθανότατα την κούρσα διαδοχής και σοβαρότατες κατηγορίες ότι είναι ο ιθύνων νους του φρικτού θανάτου, δια διαμελισμού, του δημοσιογράφου Κασόγκι στο σαουδαραβικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης, πλέον μπορεί να καυχιέται για το μεγαλύτερο πλήγμα που έχουν ποτέ δεχθεί οι εγκαταστάσεις της γιγαντιαίας Aramco, οικονομικού αιμοδότη της χώρας…

Το ωστικό κύμα των επιθέσεων έφτασε πολύ δικαιολογημένα στη Δύση, με την τιμή του αργού πετρελαίου να αυξάνεται ενδοσυνεδριακά ακόμη και κατά 10% κι από 60,22 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου να κλείνει τη Τρίτη στα 69,02 δολάρια. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου ανακόπηκε και πολύ σύντομα άρχισε να τείνει στα προηγούμενα επίπεδα κατόπιν της απόφασης των ΗΠΑ να προμηθεύσουν την αγορά με μέρος των στρατηγικών τους αποθεμάτων κι αφού οι Σαουδάραβες άρχισαν να καλύπτουν το κενό αυξάνοντας τις διαθέσιμες ποσότητες πετρελαίου που έριχναν στην αγορά.

Ωστόσο, αξίζει να υπογραμμισθεί ότι ακόμη κι αν η προσφορά επιστρέψει στα προηγούμενα επίπεδα το κύρος της Σαουδικής Αραβίας σαν μια ασφαλή πηγή κάλυψης των ενεργειακών αναγκών δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψει εκεί που ήταν μέχρι την Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου. Κι αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την Ασία, παρά για την Ευρώπη. Οι χώρες που αποτελούν τους μεγαλύτερους πελάτες της Aramco είναι η Ιαπωνία, η Κίνα και η Νότια Κορέα. Πλέον όμως το …ξανασκέφτονται. Με βάση τους Financial Times στις 18 Σεπτεμβρίου «οι μεγαλύτεροι πελάτες της Σαουδικής Αραβίας προβληματίζονται να διαφοροποιήσουν τις προμήθειες πετρελαίου… Οι περισσότερες από τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας κατευθύνονται σε ασιατικές χώρες και η περιοχή διαθέτει περιορισμένη δική της προσφορά. Αυτό έγειρε φόβους ότι αν διατηρηθεί η αύξηση 20% στις τιμές πετρελαίου θα οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό και ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της περιοχής, σε μια στιγμή που η μεγέθυνση έχει ήδη επιβραδυνθεί λόγω της εμπορικής ρήξης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας». Σε κάθε περίπτωση το τίμημα που θα πληρώσει το βασίλειο των Σαούντ από τον πόλεμο του εναντίον των Χούτι δεν αφορά κανέναν άλλον πέραν της ηγεσίας του…

Αυτό που αντίθετα ενδιαφέρει όλο τον υπόλοιπο κόσμο είναι οι τιμές του πετρελαίου. Ο κίνδυνος προέρχεται από το ενδεχόμενο οι Χούτι να επαναλάβουν ανάλογα χτυπήματα, μετά την επιτυχία που σημείωσε η τελευταία επίθεση, «η μεγάλη» όπως τη χαρακτήρισε η Wall Street Journal. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι αυξήσεις στις τιμές είναι πιο σίγουρες ακόμη κι από τη ζέστη στη σαουδαραβική έρημο. Αυτό το ενδεχόμενο μόνο απομακρυσμένο δεν είναι, αν πάρουμε υπ’ όψη μας την πρόοδο που έχουν καταγράψει οι αντάρτες της Υεμένης να πλήττουν σαουδαραβικούς στόχους όλο και πιο μακριά όλο και πιο αποτελεσματικά. Τον Μάιο χαρακτηριστικά έπληξαν τον μεγάλης σημασίας σαουδαραβικό αγωγό ανατολής – δύσης, ενώ τον Αύγουστο έπληξαν τα κοιτάσματα του Σαϊμπάχ  κοντά στα σύνορα με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως επίσης κι ένα εξαγωγικό κέντρο στα ανατολικά της Σαουδικής Αραβίας. Επομένως, η φιλολογία περί απρόσμενης αναβάθμισης των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των Χούτι είναι εντελώς αυθαίρετη κι αν κάτι υπηρετεί είναι την ενοχοποίηση του Ιράν. Οι ΗΠΑ έχουν έναν ακόμη λόγο να ρίξουν την πέτρα του αναθέματος στο Ιράν: Για να κρύψουν πόσο αναποτελεσματικές αποδείχθηκαν οι αγορές πολεμικού υλικού αξίας σχεδόν 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υπέγραψε ο Τραμπ με τον MBS κατά την επίσκεψή του στο Ριάντ προ τριετίας, όταν πρέπει να αντιμετωπιστούν τα ασύμμετρα χτυπήματα των ανταρτών. Με βάση ρεπορτάζ του Associated Press τα μη επανδρωμένα των ανταρτών της Υεμένης κατάφεραν και ξεγέλασαν το αντιπυραυλικό σύστημα των Πάτριοτ που έχει στη διάθεσή της η Σαουδική Αραβία, η οποία μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα διατηρεί τον μεγαλύτερο πολεμικό προϋπολογισμό ύψους 68 δις. δολ. ετησίως, ενώ είναι ο πρώτος στον κόσμο ως ποσοστό του ΑΕΠ, φθάνοντας το 8,8% του ετήσιου προϊόντος.

Οι επιπτώσεις ωστόσο από την επανάληψη ανάλογων χτυπημάτων θα είναι κατακλυσμιαίες ειδικά στην Ευρώπη, όπου επί δεκαετίες ο πληθωρισμός παραμένει σταθερός. Σε ένα τέτοιο προβλέψιμο και παγιωμένο επί χρόνια περιβάλλον μια μικρή έστω αύξηση στην τιμή του πετρελαίου θα προκαλέσει αλυσιδωτές αυξήσεις στις τιμές λιανικής όλων σχεδόν των προϊόντων παρότι η πετρελαϊκή σύνθεση της παραγωγής υλικών αγαθών έχει μειωθεί και δεν είναι όπως παλιά. Ειδικότερα, αν επιβεβαιωθούν σενάρια επίθεσης στο Ιράν – που τα θεωρώ αδύνατα – τότε η τιμή του βαρελιού δεν αποκλείεται να αυξηθεί ακόμη και κατά 4 ή 5 φορές σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα. Είναι κι αυτός ένας λόγος για τον οποίο η Δύση δεν θα εμπλακεί ποτέ σε πόλεμο με το Ιράν.

Καθόλου τυχαία δεν ήταν η απόσταση που κράτησε ο Ντόναλντ Τραμπ αποφεύγοντας να κατηγορήσει το Ιράν, όπως έκανε με ευκολία για παράδειγμα ο υπουργός Άμυνας Μάικ Πομπέο, δηλώνοντας «ότι δεν υπάρχει καμμιά ένδειξη πώς τα χτυπήματα προήλθαν από την Υεμένη». Οι New York Times ωστόσο υποστήριζαν το αντίθετο: «Ορισμένες δορυφορικές φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν την Κυριακή εμφάνιζαν την ζημιά στη δυτική πλευρά των εγκαταστάσεων κι όχι από την κατεύθυνση του Ιράν ή του Ιράκ». Σε άλλο δε άρθρο τους υποστήριζαν ότι «ειδικοί δήλωσαν πώς οι εικόνες είναι ανεπαρκείς για να αποδείξουν την προέλευση των επιθέσεων, το είδος των όπλων που χρησιμοποιήθηκαν και ποιος τα εκπυρσοκρότησε». Αναλογιζόμενος πιθανότατα τις συνέπειες ο αμερικανός πρόεδρος κατέστησε υπεύθυνους τους Σαουδάραβες για όσα γίνουν από δω και πέρα, ζητώντας τους οι ίδιοι να κατονομάσουν τους υπαίτιους. Αναλαμβάνουν έτσι και το κόστος των επιλογών τους, στην περίπτωση που επιλέξουν να ρίξουν λάδι στη φωτιά, χρησιμοποιώντας τις επιθέσεις των ανταρτών της Υεμένης ως αφορμή για μια σύγκρουση με το Ιράν την οποία ο πρίγκηπας MBS εναγωνίως επιζητά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Διατεταγμένη η αλλαγή σκυτάλης στην Υεμένη (Επίκαιρα, 31/3-7/4/2011)

Μια ματιά να ρίξει κανείς στον χάρτη φαίνεται πεντακάθαρα η στρατηγική σημασία της Υεμένης στην εξασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας μεταξύ της Αραβικής Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού από τη μια και της Ερυθράς Θάλασσας που οδηγεί στην Μεσόγειο από την άλλη. Η σημασία της Υεμένης υπογραμμίζεται πολύ περισσότερο μετά την κατάρρευση του καθεστώτος της Σομαλίας και την κυριαρχία των πειρατών που έχουν μετατρέψει το πέρασμα από τον Κόλπο του Άντεν σε περιπέτεια, εκτοξεύοντας τα ναύλα στα ύψη. Γίνεται έτσι εμφανές ότι καμιά δυτική χώρα δεν θα άφηνε να προσλάβουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα οι εξελίξεις στην Υεμένη.

Ο κίνδυνος αυτός έγινε ορατός την Παρασκευή 18 Μάρτη όταν ελεύθεροι σκοπευτές που είχαν παραταχθεί με εντολή του καθεστώτος σε ταράτσες απέναντι από το πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Υεμένης σκόρπισαν το θάνατο. Περισσότεροι από 50 άοπλοι διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους σύμφωνα με όλες τις πηγές. Το λουτρό αίματος που διέταξε ο επί 32 χρόνια πρόεδρος της χώρας, Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, αποδείχθηκε ωστόσο και ο επιθανάτιος ρόγχος του καθεστώτος του, καθώς οδήγησε την κατακραυγή εντός και εκτός της χώρας του σε πρωτοφανή ύψη, αφήνοντας ανοιχτό μόνο το πότε και το πως και όχι το αν θα παραδώσει τη σκυτάλη.

Ρόλο καταλύτη στις μετέπειτα εξελίξεις φαίνεται να έπαιξε η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Αμπού Μπακρ αλ Κιρμπί, στο Ριάντ, όπου συναντήθηκε με αξιωματούχους του Σαουδαραβικού καθεστώτος, με σκοπό να ζητήσει τη στήριξή τους. Η αρνητική απάντηση του Ριάντ σε συνδυασμό με μια βροχή παραιτήσεων πρωτοκλασσάτων στελεχών του καθεστώτος την ίδια ακριβώς ημέρα, στις 21 Μάρτη, αποτέλεσε τη χαριστική βολή για τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ και τον άμεσο λόγο που τον οδήγησε να διαπραγματευθεί την αποχώρησή του παρότι μόλις πριν λίγες εβδομάδες, όταν ξεκίνησε η «αραβική άνοιξη», δήλωνε πως θα υπερασπιστεί το καθεστώς του με την τελευταία σταγόνα του αίματός του. Μεταξύ των παραιτηθέντων ήταν οι πρέσβεις της Υεμένης στα Ηνωμένα Έθνη, τη Σαουδική Αραβία και τον Λίβανο, ο υπουργός Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο υπουργός Τουρισμού, ο επικεφαλής του κρατικού πρακτορείου ειδήσεων και ο στρατηγός Αλί Μοχσέν αλ Αχμάρ θεωρούμενος ως νούμερο δύο του καθεστώτος και ο άνθρωπος που μοιράστηκε σχεδόν την προεδρία με τον Σαλέχ από το 1979. Η απειλή του μάλιστα πως θα στείλει την Πρώτη Μεραρχία Τεθωρακισμένων, που διατηρούσε υπό τον έλεγχό του, να περιφρουρήσει την μεγάλη λαϊκή διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί για τις 25 Μάρτη, ενέτεινε τους φόβους για τον κίνδυνο εμφυλίου καθώς ισχυρά τμήματα του στρατού θα βρίσκονταν αντιμέτωπα το ένα με το άλλο.

Εξ ίσου καθοριστικό ρόλο για την απόφαση του Σαλέχ να εγκαταλείψει την προεδρία έπαιξε και η απόφαση του Σαντίρ Αλ Αχμάρ, ηγέτη της μεγαλύτερης φυλής της χώρας από την οποία προέρχεται και ο ίδιος ο πρόεδρος Σαλέχ, να στηρίξει τους διαδηλωτές. Η απόφασή του μάλιστα ανακοινώθηκε την ίδια μέρα που το Ριάντ έγνεψε αρνητικά στο αίτημα του Σαλέχ για στήριξη και παραιτήθηκαν τα στελέχη του, την Τρίτη 21 Μάρτη… Να σημειωθεί μάλιστα ότι έναν μήνα πριν και ο αδερφός αυτού του ηγέτη, ο Χουσεΐν αλ Αχμάρ, είχε εγκαταλείψει κόμμα και κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας καθοριστικά την βάση στήριξης του Σαλέχ, δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε μια χώρα ασυνήθιστα εύθραυστη η οποία απέκτησε ενιαία υπόσταση μόλις το 1990 κι όπου οι φυλές αποτελούν τα ισχυρότερα κέντρα νομιμοποίησης κάθε εξουσίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό σε αυτή την κατεύθυνση πως στις συνομιλίες που διεξάγονται όλο αυτό το διάστημα στο παρασκήνιο για να ολοκληρωθεί με ένα συντεταγμένο τρόπο η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της Υεμένης, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου, συμμετέχουν αρχηγοί ή αντιπρόσωποι των φυλών…

Το Ριάντ που σύμφωνα με ρεπορτάζ των Financial Times της προηγούμενης Τετάρτης 23 Μάρτη διατηρεί στα μισθολόγιά του πολλούς ηγέτες φυλών και του ίδιου του στρατού της Υεμένης, αποκλείεται να «άδειαζε» τον Σαλέχ αν δεν είχε εξασφαλίσει πως η σκυτάλη θα περάσει σε εξ ίσου έμπιστα χέρια. Γιατί, οι Σαουδάραβες μπορεί να μη συγχώρεσαν ποτέ τον Σαλέχ που στήριξε την επέμβαση του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ το 1990, στο πρόσωπό του όμως είχαν βρει έναν έμπιστο σύμμαχο ο οποίος συμμεριζόταν τις ανησυχίες των Σαουδαράβων για την ασφάλεια της κοινής συνοριακής γραμμής, μήκους 1.800 χιλιομέτρων που συνδέει τις δύο χώρες. Προς επίρρωση η ανοχή που επέδειξε στα τέλη του 2009 όταν ο στρατός της Σαουδαραβίας επιχειρούσε ακόμη και στο εσωτερικό της Υεμένης για να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Χούτι. Αντίθετα με τους Σαουδάραβες, αξίζει να σημειωθεί, που εγκατέλειψαν την κρίσιμη ώρα τον Σαλέχ οι Αμερικάνοι δεν φάνηκαν το ίδιο αποφασιστικοί. Έτσι, παρότι ο Λευκός Οίκος επέκρινε το καθεστώς της Υεμένης για την σφαγή των άοπλων διαδηλωτών στις 19 Μάρτη, δεν ανέφερε ούτε μία λέξη στην ανακοίνωσή του για την ανάγκη να παραδώσει την εξουσία – όπως έκανε όχι μόνο το Ριάντ αλλά και το Παρίσι, διεκδικώντας ρόλο στην επόμενη μέρα.

Κοινή συνισταμένη των διάφορων στρατηγικών που χαράσσονται αποτελεί η ανάθεση της εξουσίας σε ένα πολιτικό συμβούλιο που θα αναλάβει τη μετάβαση στο νέο καθεστώς και τη διενέργεια εκλογών. Το ερώτημα όμως που μένει αναπάντητο (ακόμη κι αν φτάσουν σε αίσιο τέλος οι διαπραγματεύσεις που είναι σε εξέλιξη ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές για την αποχώρηση του Σαλέχ) είναι κατά πόσο η επόμενη μέρα θα δικαιώνει το αίμα τόσων δεκάδων ανθρώπων που χάθηκαν για να ξεριζωθεί η απολυταρχία και πολύ περισσότερο η φτώχεια που φτάνει σε επίπεδα ρεκόρ, με αποτέλεσμα η Υεμένη να αποτελεί την πιο φτωχή χώρα της Αραβικής χερσονήσου. Αυτό το δράμα χωρίς τέλος ουδέποτε αντιμετωπίστηκε από τις αθρόες χρηματοδοτήσεις των ΗΠΑ, ύψους 300 εκ. δολ. κατ’ έτος που απορροφούνταν μόνιμα από τον στρατό και τις προσωπικές καταθέσεις που διατηρούσαν στην Ελβετία αξιωματούχοι του καθεστώτος και του στρατού.

Το συνεχές παρόν που δίνουν στις διεργασίες της μετάβασης όλοι αυτοί που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση, από ξένες δυνάμεις και φύλαρχοι μέχρι στρατηγοί – με μοναδική εξαίρεση τον Σαλέχ, δεν εγγυάται ότι η επόμενη μέρα θα διαφέρει ουσιαστικά από την σημερινή.