ΝΑΤΟ, 70 χρόνια …φαγούρα

Χάρη συζητήσεως ας αποδεχτούμε ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 1991, που υπήρχε η Σοβιετική Ένωση, το ΝΑΤΟ χρησίμευε για να εξασφαλίζει την αμυντική θωράκιση των καπιταλιστικών δημοκρατιών απέναντι στην απειλή που υποτίθεται αντιπροσώπευαν τα κράτη του ανατολικού μπλοκ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Από τότε μέχρι σήμερα ποια ακριβώς είναι η αποστολή του; Ποια άλλη δηλαδή πέρα από αιχμή του δόρατος των ΗΠΑ και (δευτερευόντως) των συμμάχων τους, απέναντι σε λαούς και κυβερνήσεις που δεν υποτάσσονται απέναντι στον ιμπεριαλισμό…

Ο επιθετικός και απειλητικός ρόλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας για την παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα έγινε σαφής στις εκδηλώσεις που ξεκίνησαν στις ΗΠΑ την Τετάρτη με αφορμή τη συμπλήρωση 70 χρόνων από την ίδρυση της λυκοσυμμαχίας.

Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για την ειρήνη ιεραρχώντας τη Ρωσία ως πρώτιστη απειλή, όπως δήλωσε ο γενικός γραμματέας του Γ. Στόλτενμπεργκ, με έναν λόγο που αναβίωνε τον Ψυχρό Πόλεμο. Με αυτό τον τρόπο το μοναδικό που κάνει είναι να παίρνει εργολαβίες από την αμερικανική κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας να εξοντώσει τους οικονομικούς και πολιτικούς ανταγωνιστές της. Το ΝΑΤΟ διευκολύνει την Ουάσινγκτον κατηγορώντας επίσης τη Μόσχα ότι παραβιάζει τη συνθήκη για τα πυρηνικά μικρού και μεσαίου βεληνεκούς (INF). (Διάβασε εδώ αναλυτικά). Πρόκειται για μια κατηγορία που στρώνει το χαλί για να σταματήσει ο έλεγχος σε αυτή την κατηγορία των όπλων και να ξεκινήσει μια νέα κούρσα παραγωγής σύγχρονων όπλων, προς χάρη του περίφημου στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος. Ξέρουμε δε, πώς τα όπλα παράγονται για να χρηματοδοτηθεί το τέρας της πολεμικής βιομηχανίας – που είναι το άμεσα ζητούμενο, στη συνέχεια όμως χρησιμοποιούνται, σκοτώνοντας λαούς όπως συνέβη στη Συρία και το Ιράκ και ανατρέποντας κυβερνήσεις. Επομένως, κάθε συμφωνία παγώματος που ακυρώνεται, κάθε νέα παραγγελία όπλων είναι μια καινούργια απειλή για την ειρήνη.

Ο ίδιος ο Τραμπ μάλιστα από το 2016, πριν δηλαδή εκλεγεί στο Λευκό Οίκο, δεν έκρυβε ότι αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ ως έναν ιμάντα μεταβίβασης πολεμικών παραγγελιών στην αμερικανική βιομηχανία, όταν για παράδειγμα απειλούσε τους συμμάχους των ΗΠΑ, τις άλλες 28 χώρες του ΝΑΤΟ πώς αν δεν αυξήσουν τις πολεμικές τους δαπάνες, να φτάσουν στο 2% του ΑΕΠ ως το 2024, τότε παύει να δεσμεύεται από το άρθρο 5. Δεν θα έχουν δηλαδή οι ΗΠΑ καμιά υποχρέωση να προστατεύσουν τους συμμάχους τους σε περίπτωση που δεχθούν εξωτερική απειλή. Πρόκειται για όρο που είναι πουκάμισο αδειανό, αν σκεφτούμε ότι στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ουδέποτε ενεργοποιήθηκε όταν η Ελλάδα δέχθηκε απειλή (1974, 1995). Αντίθετα, το ΝΑΤΟ αντιγράφοντας το δόγμα της βρετανικής αυτοκρατορίας, «διαίρει και βασίλευε», επιβεβαίωνε το ρόλο του υποκινώντας τις απειλές της Τουρκίας κι ενθαρρύνοντας τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Όλα αυτά βέβαια πολύ πριν εμφανιστούν τα πολλά υποσχόμενα κοιτάσματα…

Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ελλάδα είναι από τα ελάχιστα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ που με τις πολεμικές τους παραγγελίες καλύπτουν το στόχο του 2% που αποτελεί μια συνεχή αιτία δημοσιονομικού εκτροχιασμού αφορώντας μάλιστα αγορές που ελάχιστη σχέση έχουν με τις πραγματικές αμυντικές ανάγκες της Ελλάδας. Κυρίως αφορούν  πολεμικό υλικό που χρησιμεύει για τα επιθετικά σχέδια του ΝΑΤΟ. Κι αυτό μάλιστα συμβαίνει επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που υποτίθεται ότι θα υλοποιούσε μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, μακριά από τον χρόνιο και θανάσιμο εναγκαλισμό του ΝΑΤΟ…

Πηγή: Εφημερίδα Kontranews

Στα χακί ντύνεται και η Σουηδία!

Ημερομηνία σταθμός θα είναι η 11η Σεπτεμβρίου 2017 στην ιστορία της Σουηδίας καθώς η πολιτική ουδετερότητας που με συνέπεια ακολουθούσε εδώ και πολλές δεκαετίες επί της ουσίας τερματίζεται. Οι κοινές ασκήσεις διάρκειας τριών εβδομάδων που θα πραγματοποιήσει με την ενεργή παρουσία 1.000 αμερικανών στρατιωτών(!) και εκατοντάδων άλλων από Δανία, Νορβηγία, Φινλανδία, Γαλλία, Εσθονία και Λιθουανία σφίγγουν ακόμη περισσότερο τη ΝΑΤΟϊκή λαβίδα γύρω από τη Ρωσία. Στο επίκεντρο των ασκήσεων θα είναι η ίδια η σουηδική πρωτεύουσα, η Στοκχόλμη, όπως και το νησάκι Γκότλαντ που βρίσκεται στο μέσο της Βαλτικής θάλασσας και κατά γενική ομολογία όποιος ελέγχει αυτό το νησί, ελέγχει ταυτόχρονα τις εναέριες και θαλάσσιες οδούς προς τις Βαλτικές χώρες.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η συμμετοχή των αμερικανών στρατιωτών στην άσκηση ξάφνιασε επειδή η Σουηδία όπως και η γειτονική της Φινλανδία είναι από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν ανήκουν στον επιθετικό πολεμικό συνασπισμό του ΝΑΤΟ. Η αμυντική της θωράκιση εξασφαλίζεται μέσω διμερούς συμφωνίας μες τις ΗΠΑ. Πέρυσι με αφορμή την άνοδο του Τραμπ κι ενώ η Σουηδία διένυε προεκλογική περίοδο σχεδόν όλα τα σημερινά κόμματα της αντιπολίτευσης υποστήριξαν την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, με το σκεπτικό ότι η άμυνα της δεν θα υπόκειται στη βούληση του κάθε αμερικανού προέδρου και θα είναι θεσμικά διασφαλισμένη.

Μοναδική παραφωνία σε αυτή την φιλοπολεμική συναίνεση αποτελούσε το κυβερνών κόμμα, το οποίο όμως δε δίστασε όταν κέρδισε τις εκλογές να αναγγείλει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κατά 25% μέχρι το τέλος της δεκαετίας, συμμετέχοντας στην παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών.

Επίσης, σύμφωνα με δήλωση κορυφαίου διπλωμάτη που μετέφεραν οι Financial Times την Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου «με τα έργα του σε αυτή την άσκηση ο σουηδός υπουργός Άμυνας Πίτερ Χούλτκβιστ κάνει περισσότερα για να φέρει τη Σουηδία πιο κοντά στο ΝΑΤΟ σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλον στην αντιπολίτευση».

Κι ως γνωστόν μετρούν οι πράξεις, όχι τα λόγια…

Πηγή: neaselida.news

Πλήγμα σε ΕΕ και Γερμανία το εκλογικό αποτέλεσμα στην Πολωνία (Πριν, 31/5/2015)

dudaΕκ βάθρων πολιτική ανατροπή προκαλεί η καθαρή νίκη, με ποσοστό 51,5%, του 43χρονου Αντρέι Ντούντα στις προεδρικές εκλογές της Πολωνίας την προηγούμενη Κυριακή. Παρότι ο ρόλος του προέδρου είναι σχεδόν διακοσμητικός, διατηρώντας ωστόσο το προνόμιο να είναι επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων, η εκλογική του νίκη που διέψευσε το σύνολο των προεκλογικών προβλέψεων στρώνει το έδαφος για τη νίκη του κόμματός του, Νόμος και Δικαιοσύνη, στις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου. Επομένως κάθε άλλο παρά επιφανειακή είναι η αλλαγή που επήλθε στην έκτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το συμπέρασμα, για το βάθος των επικείμενων πολιτικών αλλαγών, διαπιστώνεται εύκολα από το πρόγραμμα και τις εξαγγελίες του νέου και άγνωστου μέχρι πρότινος  προέδρου. Ο νέος πονοκέφαλος λοιπόν της Μέρκελ ορίζεται από ένα ασυνήθιστα για την Δυτική Ευρώπη, αλλά πολύ οικείο στην Ανατολική, πλαίσιο πολιτικού συντηρητισμού και κοινωνικά φιλολαϊκής πολιτικής εντός, μίσους για την ΕΕ και επικίνδυνης προσκόλλησης στις ΗΠΑ εκτός. Σε αυτό το πλαίσιο οι πλευρές εμφανώς ανά δύο πολιτικά αντίκεινται…

Ειδικότερα: Ο Ντούντα έχει υποσχεθεί να επιβάλλει την επιστροφή εξουσιών από την ΕΕ στην Πολωνία, κατ’ αντιστοιχία παρεμφερών βρετανικών αιτημάτων, ανακόπτοντας με σαφή τρόπο μια τάση περαιτέρω ενσωμάτωσης στην ΕΕ όπου εντάχθηκε το 2004, ακόμη και υιοθέτησης του ευρώ. Η στάση του Ντούντα βρίσκει σύμφωνη την πολωνική κοινωνία, όπου το 70% διαφωνεί καθαρά με την προοπτική υιοθέτησης του ευρώ και μόνο ένα ποσοστό 25% τάσσεται υπέρ της ένταξης στην  ευρωζώνη. Επιπλέον ο Ντούντα έχει υποσχεθεί αύξηση του αφορολόγητου ορίου κατά 50%, από τα 800 στα 1.200 δολ., ακύρωση της αύξησης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67 έτη και δύο ακόμη μέτρα που πλήττουν ευθέως το ξένο κεφάλαιο: Την μετατροπή των δανείων σε ελβετικό φράγκο που έχουν πάρει οι Πολωνοί σε τοπικό νόμισμα, ό,τι ακριβώς είχε κάνει κι ο ούγγρος πρωθυπουργός Όρμπαν προ τριετίας, που αναμένεται να προκαλέσει στο τραπεζικό σύστημα κόστος 61 δισ. ευρώ. Αυτή την επιπλέον επιβάρυνση ωστόσο θα την επιβαρυνθούν σχεδόν αποκλειστικά η ιταλική τράπεζα Unicredit, η ισπανική Santander κι η γερμανική Commerzbank, καθώς αυτές ελέγχουν το τραπεζικό σύστημα. Η Δυτική Ευρώπη θα πληρώσει επιπλέον το κόστος των μέτρων προστασίας υπέρ του εγχώριου λιανεμπορίου, καθώς αυτό ελέγχεται σε συντριπτικό βαθμό από τη γαλλική Carrefour, τη βρετανική Tesco και την πορτογαλική Jeronimo Martins.

Τα παραπάνω φιλολαϊκά μέτρα, που εξυπηρετούν ωστόσο και πολωνικά αστικά συμφέροντα, συμπληρώνονται από ένα υπεραντιδραστικό κι επικίνδυνο μίγμα εξωτερικής πολιτικής που ζητάει την εγκατάσταση μόνιμων βάσεων του ΝΑΤΟ στα πολωνικά εδάφη κι επιπλέον κυρώσεις κατά της Ρωσίας, με αφορμή την Ουκρανία.

Η εκλογική επιτυχία του Ντούντα, που στηρίχθηκε στις αγροτικές περιοχές όπου πλειοψήφησε με 62% (ενώ ο αντίπαλός του Κομορόφσκι κέρδισε τις πόλεις με 59%) και τις ανατολικές επαρχίες που συνορεύουν με Ουκρανία, Λευκορωσία και Βαλτικές (με τον αντίπαλό του να πλειοψηφεί σε όλες τις δυτικές που συνορεύουν με την Γερμανία και την Τσεχία) κι ευρύτερα η ικανότητα μιας σύγχρονης κι απαξιωτικά επονομαζόμενης λαϊκίστικης Δεξιάς να εκφράζει την λαϊκή δυσαρέσκεια είναι το τίμημα που πληρώνει η Αριστερά λόγω της απροθυμίας της να συγκρουστεί με την ΕΕ και την Γερμανία και της ανικανότητας της να επικοινωνήσει με τα εργατικά και τα λαϊκά συμφέροντα.

Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

Αφγανιστάν: Αιματηρή φυγή προς τα μπρος (Επίκαιρα, 13/11/2009)

Αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες αποτυχίες βρίσκονται οι Αμερικανοί στο Αφγανιστάν μετά το φιάσκο των εκλογών και της πολιτικής λύσης, την απογοήτευση που προκαλούν οι αστυνομικές δυνάμεις του Αφγανιστάν και την απροθυμία του ΟΗΕ να συνεχίσει να προσφέρει ανθρωπιστικό κάλυμμα στην επέμβαση.

Οκτώ χρόνια πριν, όταν ολοκληρωνόταν ο περίπατος με τον οποίο οι Αμερικανοί κατέλαβαν το Αφγανιστάν, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο παταγώδης και ολοκληρωτική θα ήταν η αποτυχία του αμερικανικού σχεδίου, όπως σήμερα αποδεικνύεται. Η στρατιωτική ήττα, όπως την παρακολουθούμε να εξελίσσεται, δεν ήταν ανέλπιστη. Ανέλπιστη ήταν η παράλληλη κατάρρευση κι όλων των άλλων υποστηρικτικών προσπαθειών κι επιχειρήσεων που θα διευκόλυναν την εκδίωξη των Ταλιμπάν. Συγκεκριμένα, τρία μέτωπα κρατούσαν οι Αμερικάνοι ανοιχτά από την πρώτη μέρα της στρατιωτικής εισβολής.

Το πρώτο μέτωπο αφορούσε την δημιουργία μιας υποτυπώδους πολιτικής ζωής και μιας στοιχειώδους κυβέρνησης. Απώτερο ζητούμενο ήταν να ενδυθεί η επέμβαση με έναν δημοκρατικό μανδύα – απαραίτητο ενδυματολογικό αξεσουάρ όταν μεσουρανούσαν τα σχέδια ανατροπής κυβερνήσεων με πρόσχημα τον αντιδημοκρατικό, δικτατορικό τους χαρακτήρα (βλ. Ιράκ, Συρία, κ.α. αλλά επ’ ουδενί Αίγυπτο ή Ιορδανία…). Ταυτόχρονα, τα γεωπολιτικά ζητούμενα της επέμβασης που σχετίζονταν με τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων θα επισκιάζονταν κι ως επίδικο της κατοχής θα εμφανιζόταν η ανατροπή ενός σκοταδιστικού καθεστώτος κι η αντικατάστασή του με ένα κοινοβουλευτικό, αντιπροσωπευτικό σύστημα. Όλα αυτά τα σχέδια μετατράπηκαν σε μπούμερανγκ για τους εμπνευστές τους πριν δύο εβδομάδες όταν ο Καρζαΐ εξασφάλισε και δεύτερη θητεία στην προεδρία του Αφγανιστάν, μετά την παραίτηση του αντιπάλου του, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, παρότι αναδείχθηκε με λιγότερους από τους μισούς ψήφους – στερείται δηλαδή ακόμη και της πλειοψηφίας που απαιτείται, παρότι προέβη σε ένα όργιο νοθείας και πολλά ακόμη. Το αποτέλεσμα είναι η κυβέρνηση της Καμπούλ να είναι εντελώς απονομιμοποιημένη στη συνείδηση των Αφγανών και της διεθνούς κοινής γνώμης, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τους Δυτικούς που μέσω των πρεσβειών τους έτρεξαν να αναγνωρίσουν το νέο πρόεδρο! Στο εξής δηλαδή ο Καρζαΐ αποτελεί βαρίδι για τους Δυτικούς κι η διαδικασία εκδημοκρατισμού που ακολουθήθηκε (με μια εκλογική διαδικασία που στοίχισε 300 εκ. δολ. και τη ζωή 170 ΝΑΤΟϊκών στρατωιτών) δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη θέση τους. Το πρόβλημα είναι εξ ίσου έντονο και στη Δύση, καθώς οι ψηφοφόροι βλέπουν να χάνονται χιλιάδες ανθρώπινες ζωές «για ένα πουκάμισο αδειανό…». Καθόλου τυχαία δεν είναι η αύξηση που καταγράφουν τα ποσοστά όσων διαφωνούν με την αποστολή στρατιωτών στο Αφγανιστάν. Στην Αγγλία για παράδειγμα το 73% των ερωτηθέντων διαφωνεί με την απόφαση του Γκόρντον Μπράουν. 

Η δεύτερη προσπάθεια που απέτυχε αφορούσε την εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας, όπως έδειξε η δολοφονία πέντε βρετανών στρατιωτών προ δεκαημέρου από αφγανό αστυνομικό, που ανέβασε τον αριθμό των νεκρών Βρετανών στους 230. Το περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο όπως έσπευσαν να δηλώσουν ΝΑΤΟϊκοί και Αφγανοί. Να θυμίσουμε πως μόλις τον Σεπτέμβρη, κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, αφγανός πάλι στρατιώτης πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά βρετανό όταν τον είδε να πίνει νερό κατά τη διάρκεια της μέρας, παραβιάζοντας έτσι τον κανόνα που απαγορεύει στους μουσουλμάνους να φάνε ή να πιουν οτιδήποτε μέχρι να πέσει ο ήλιος. Η επιχείρηση όμως δημιουργίας αξιόμαχης και αποτελεσματικής κυβερνητικής αστυνομίας (που έχει στοιχίσει 19 δισ. δολ. από το 2001) διαδραματίζει κρίσιμο και καθοριστικό ρόλο καθώς ουδεμία σκέψη αποχώρησης των δυνάμεων κατοχής δεν μπορεί να πέσει στο τραπέζι αν δεν συνοδεύεται από δημιουργία αφγανικού στρατού κι αστυνομίας που θα αναλάβουν να συνεχίσουν το έργο τους. Αντίθετα, η ενίσχυση του ρόλου των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας κι η αύξηση της αποτελεσματικότητάς τους αποτελεί προϋπόθεση για την απεμπλοκή των Δυτικών. Αυτό όμως που παρατηρείται τώρα είναι να αποδεικνύονται αναποτελεσματικά όλα τα φίλτρα που χρησιμοποιούν οι Δυτικοί για να ελέγξουν τους Αφγανούς που στρατολογούν. Και πως θα μπορούσε άλλωστε από τη στιγμή που οι Ταλιμπάν αποδεδειγμένα πλέον διαθέτουν δεσμούς με την κοινωνία, ενώ οι νίκες που πετυχαίνουν καθημερινά αυξάνουν το κύρος τους μεταξύ των Αφγανών;

Το τρίτο μέτωπο που κρατούσαν ανοιχτό οι κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ, με την αμέριστη συμπαράσταση διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, αφορούσε την ανθρωπιστική βοήθεια. Αν η πρώτη πράξη περιελάμβανε φυστικοβούτυρο που έπεφτε από τον ουρανό, όπως το μάννα, λειαίνοντας τον δρόμο για την στρατιωτική επέμβαση, η δεύτερη περιελάμβανε αθρόα ανθρωπιστική βοήθεια που μαζί με την επίλυση οξύτατων και υπαρκτών προβλημάτων επισιτισμού ταυτόχρονα θα έδειχνε το ανθρώπινο πρόσωπο των 41 κρατών που σε διαφορετικό βαθμό συμμετέχουν στην κατοχή του Αφγανιστάν. Όμως, η εν ψυχρώ δολοφονία από άνδρες των Ταλιμπάν (που φορούσαν στολές της αστυνομίας!) πέντε υπαλλήλων του ΟΗΕ στις 28 Οκτώβρη κι η απόφαση του οργανισμού να διατάξει την αποχώρηση περισσότερων από των μισών από τους 1.200 περίπου υπαλλήλους του από το Αφγανιστάν σηματοδοτεί, επί της ουσίας, το άδοξο τέλος και αυτής της επιχείρησης.

Λόγω της ήττας όλων των παραπάνω (κατά ένα μέρος εναλλακτικών και κατά ένα άλλο συμπληρωματικών) σχεδίων οι Αμερικάνοι είναι αναγκασμένοι πλέον να επενδύσουν όλο τους το κεφάλαιο στο στρατιωτικό μέτωπο, όπου κι εκεί η αποτυχία που καταγράφουν είναι θεαματική και για πολλούς μη αντιστρεπτή. Πλέον τα βλέμματα είναι στραμμένα στην απόφαση που θα λάβει ο αμερικανός πρόεδρος αναφορικά με το αίτημα του διοικητή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, για σημαντική ενίσχυση των δυνάμεων με 40.000 επιπλέον στρατιώτες, οι οποίοι θα προστεθούν στους 68.000 Αμερικανούς και 9.000 Βρετανούς που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο Αφγανιστάν. Η απόφαση δεν είναι εύκολη καθώς τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα σημαίνει την διαιώνιση της σημερινής στασιμότητας μέχρι να μετατραπεί σε καθαρή ήττα και μετά σε πανωλεθρία, ενώ αντιβαίνει και με την προγραμματική του εξαγγελία για «αναγκαίο πόλεμο». Τυχόν υιοθέτησή της από την άλλη θα σημάνει την οριστική διάψευση των προσδοκιών που δημιούργησε η εκλογή του πριν ένα χρόνο, καθώς θα δώσει το πράσινο φως για σφοδρότερες μάχες και μεγαλύτερα λουτρά αίματος, με αμφίβολα πάλι αποτελέσματα. Παρόλα αυτά ελλείψει εναλλακτικών σχεδίων το πιθανότερο είναι πως ο Μπαράκ Ομπάμα θα καταλήξει να δεχθεί την πρόταση του Μακ Κρίσταλ.

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν πάνε το Αφγανιστάν 30.000 ή 40.000 επιπλέον Αμερικάνοι δεν είναι καθόλου σίγουρο πως το ζητούμενο της αποστολής θα είναι η συντριβή των Ταλιμπάν! Ρεπορτάζ ανταποκριτών επιμένουν πως το στρατηγικό ζητούμενο δεν είναι η νίκη αλλά ένας έντιμος συμβιβασμός. Έγραφε για παράδειγμα η απεσταλμένη των New York Times το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (7-8 Νοέμβρη): «Οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν βραχυπρόθεσμα θα ήταν προβληματικές, γιατί τώρα είναι στην ισχυρότερη θέση που έχουν βρεθεί τα τελευταία οχτώ χρόνια και θα ανάγκαζαν την κυβέρνηση να προβεί σε παραχωρήσεις. Οι Αμερικάνοι υποστηρίζουν την ιδέα των διαπραγματεύσεων με τους συντηρητικούς Ταλιμπάν, αλλά θα προτιμούσαν να το κάνουν όταν η εξέγερσή τους θα έχει αδυνατίσει. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να απαιτεί περισσότερα στρατεύματα»!

Υπάρχει μεγαλύτερη ομολογία ήττας;