Ρωσία – Τουρκία: το φλερτ γίνεται γάμος

Η επιταχυνόμενη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας είναι γεγονός αναντίρρητο. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι το μέρος κατά το οποίο η σμίκρυνση της απόστασης μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας οφείλεται σε δική τους πρωτοβουλία και επιλογή και εκείνο το μέρος που οφείλεται στην …Ουάσιγκτον.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μένει να αποδειχθεί με άλλα λόγια σε ποιο βαθμό η επιθετική πολιτική των ΗΠΑ ωθεί τον Ερντογάν στην αγκαλιά του Πούτιν. Τα όσα εξελίσσονται τις τελευταίες ημέρες με αφορμή την συμφωνία αγοράς των ρωσικών πυραύλων S400 από την Τουρκία είναι πέρα για πέρα ενδεικτικά.

Οι ΗΠΑ διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση και με κάθε τόνο ότι η Άγκυρα θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στους ρωσικούς πυραύλους και τα νέας γενιάς 100 μαχητικά αεροσκάφη F35 που έχει ήδη παραγγείλει. Την αιτία την περιέγραψαν με μια απειλητική επιστολή τους στους New York Times 4 Αμερικάνοι κοινοβουλευτικοί που προέρχονται μάλιστα κι από τα δύο κόμματα, για να μη μείνει καμμιά αμφιβολία πώς πρόκειται για διακομματική επιλογή: «καθώς οι S400 είναι το σύστημα που δημιούργησε η Ρωσία για να καταρρίπτει τα F35, η αγορά τους από την Τουρκία θα δημιουργούσε έναν απαράδεκτο κίνδυνο επειδή τα ραντάρ τους θα έδιναν τη δυνατότητα στο ρωσικό στρατό να καταλαβαίνει πώς λειτουργούν τα F35».

Οι απειλές κλιμακώθηκαν με την προειδοποίηση του αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς ότι αν η Τουρκία δεν αναθεωρήσει την επιλογή της τότε διακυβεύεται ακόμη κι η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ! Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν όχι μόνο απρόβλεπτη αλλά και δηλωτική του βάθους του ρήγματος στις σχέσεις των δυο χωρών, με τον τούρκο Υπουργό Εξωτερικών να απαντάει, απειλητικά, ότι αν ακυρωθεί η παράδοση των F35 τότε η Τουρκία θα πρέπει να καλύψει τις ανάγκες της από …αλλού. Για όποιον δεν κατάλαβε, η Τουρκία απειλεί ότι θα αγοράσει και μαχητικά αεροπλάνα από τη Ρωσία!

Να αναφερθεί ότι οι ΗΠΑ ανάλογες απειλές εκτοξεύουν κι εναντίον της Αιγύπτου με αφορμή την απόφασή της να αγοράσει 20 ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα Su35. Ο Μάικ Πομπέο αυτή τη φορά απείλησε το Κάιρο ότι θα ενεργοποιηθεί εναντίον του ο ίδιος νόμος που θα ενεργοποιηθεί και κατά της Τουρκίας (CAATSA) κι ο οποίος ψηφίστηκε το 2017 στοχεύοντας το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και τη Ρωσία.

Μόνο που η Τουρκία, αντίθετα με την Αίγυπτο, διατηρεί τη δυνατότητα των ελιγμών και της αναθεώρησης της εξωτερικής της πολιτικής ως απάντηση στις αμερικανικές πιέσεις. Αντιπροσωπευτικά είναι τα όσα διαμείφθηκαν στη ρωσική πρωτεύουσα στις 8 Απριλίου με αφορμή τη συνεδρίαση του ανώτατου συμβουλίου συνεργασίας Ρωσίας – Τουρκίας. Στο πλαίσιο του οι ηγέτες των δύο χωρών συναντήθηκαν για τρίτη φορά εντός του 2019! Κατά τη διάρκεια των κοινών δηλώσεων τους περίσσεψαν οι δεσμεύσεις για περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Εντός του 2018, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών αυξήθηκαν κατά 16% φθάνοντας τα 25 δισ. δολ., ενώ το ύψος των επενδύσεων κι από τις δύο χώρες ανέρχεται σε 20 δισ. δολ. Με βάση τον τούρκο ηγέτη, στόχος των δύο χωρών είναι η αξία του διμερούς εμπορίου να φτάσει τα 100 δισ., να αυξηθεί δηλαδή 4 φορές. Σε ό,τι αφορά τα ενεργειακά προϊόντα, η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Τουρκία. Το 2018 εισήγαγε από τη Ρωσία 24 δισ. κυβικά μέτρα αερίου, καλύπτοντας σχεδόν το ήμισυ των αναγκών όλης της χώρας. Η λειτουργία δε του νέου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου Turkstream θα αυξήσει σημαντικά την παροχή ρωσικού αερίου στους τούρκους καταναλωτές. Στα στρατηγικής σημασίας έργα που υλοποιούν οι δύο χώρες περιλαμβάνεται η ρωσική αποβάθρα σε τούρκικο λιμάνι της Μαύρης θάλασσας και φυσικά το πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακογιού που αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2023, αν φυσικά ξεπερασθεί το οξύτατο πρόβλημα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζει.

Η πορεία των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων που οξύνονται διαρκώς πολύ πιθανά θα κριθεί στη Συρία. Τουρκία και Ρωσία δηλώνουν δημοσίως ότι δεσμεύονται σε δυο στόχους για τη χώρα των Άσαντ: την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και την εδαφική της ακεραιότητα. Και οι δύο στόχοι ελάχιστα αφορούν στη Συρία. Στοχεύουν στους Κούρδους της Συρίας που, παρά τη φαινομενική ηρεμία που επικρατεί, συνεχίζουν μετά τη συντριβή του ISIS να βελτιώνουν τις θέσεις τους στα ανατολικά της χώρας. Μόλις τον Μάρτιο μια δύναμη 60.000 μαχητών από τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), που πολεμούν πλάι – πλάι με τους 2.000 Αμερικανούς  πήρε από τον έλεγχο των ισλαμιστών την πόλη Μπαγκχούζ στα σύνορα με το Ιράκ που αποτελούσε το τελευταίο προπύργιο του ISIS.  Ακόμη ωστόσο κι αυτή η τελευταία πράξη του δράματος του ISIS δεν θα σημάνει την αποχώρηση των Αμερικανών.

Με βάση δηλώσεις του Τραμπ θα παραμείνουν στη Συρία 400 αμερικανοί στρατιώτες, για να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Μεταξύ άλλων ότι ο Άσαντ και οι σύμμαχοι του, Ρωσία και Τουρκία, δεν θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Οι Αμερικάνοι θα παραμείνουν εκεί για να προστατεύουν τους Κούρδους, διασπώντας στην πράξη τη Συρία κι αφήνοντας για το μέλλον ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημιουργήσουν ένα πρόπλασμα κράτους, όπως έκαναν και στο Ιράκ. Η σημασία που αποδίδουν οι ΗΠΑ φάνηκε από την απειλή που εκτόξευσαν κατά της Τουρκίας δηλώνοντας πώς θα υποστεί καταστροφικές συνέπειες αν κινηθεί εναντίον των Κούρδων. Κάτι όμως που είναι θέμα χρόνου να πράξει η Τουρκία…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Ουκρανία: χρεοκοπία, μετά τον εμφύλιο! (Επίκαιρα, 1-7/12015)

ukraine-defaultΗ είδηση της απεγνωσμένης έκκλησης μιας χώρας να καλύψει το χρηματοδοτικό της κενό εσπευσμένα για να αποφύγει την χρεοκοπία, πλέον δεν προκαλεί έκπληξη. Δεκάδες είναι οι περιπτώσεις κρατών όπου η χρηματοοικονομική κρίση του 2008 μεταλλάχθηκε σε δημοσιονομική κρίση, ωθώντας ελλείμματα και χρέη στα ουράνια, όταν οι προϋπολογισμοί κλήθηκαν να καλύψουν τις μαύρες τρύπες του ιδιωτικού τομέα. Σοκάρει όμως αν δούμε ότι αυτή η χώρα δεν είναι μία οποιαδήποτε, αλλά η Ουκρανία, στην οποία να θυμίσουμε η αφορμή για την ανατροπή της κυβέρνησης και τον εμφύλιο πόλεμο σχεδόν ένα χρόνο πριν δόθηκε όταν ο τότε πρόεδρος της, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, προχώρησε σε συμφωνία δανεισμού με την Ρωσία ύψους 15 δισ. δολ. Η συμφωνία, παρότι δεν συνοδευόταν από κανέναν όρο, θεωρήθηκε όχημα πρόσδεσης της Ουκρανίας στη Ρωσία και ακυρώθηκε με την ανατροπή της κυβέρνησης και την άνοδο στην εξουσία δηλωμένων φασιστών, υπό την ανοιχτή ενθάρρυνση ΕΕ και ΗΠΑ. Ενώ, το κενό στα δημόσια οικονομικά του Κιέβου καλύφθηκε με ένα δάνειο του ΔΝΤ, προς απόδειξη ότι το λεγόμενο Ταμείο αποτελεί μακρύ χέρι της Ουάσινγκτον στην προσπάθεια εξάπλωσης της γεωπολιτικής της ισχύος. Στο μεταξύ επήλθε εμφύλιος, κι η χώρα ακρωτηριάστηκε. Κι όλα αυτά για να φτάσουμε ένα χρόνο μετά η Ουκρανία να ακροβατεί στα πρόθυρα της χρεοκοπίας!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Φαίνεται έτσι πεντακάθαρα ότι το καθεστώς υποτέλειας που έχουν επιβάλλει στην Ουκρανία ο πρόεδρός της Πέτρο Ποροσένκο κι ο πρωθυπουργός της Αρσένι Γιατσενιούκ δεν ναρκοθετεί μόνο την εθνική της ενότητα και συνοχή. Ισοδυναμεί επίσης με το βάλτωμα σε ένα καθεστώς παρατεταμένης οικονομική κρίσης και εντεινόμενης φτώχειας για τον πληθυσμό. Γιατί, οι όροι υπό τους οποίους δόθηκε τον Μάρτιο του 2013 το δάνειο (διετούς διάρκειας) του ΔΝΤ ύψους 17 δις. δολ. (που συνοδεύτηκε κι από 10 δις. δολ. επιπλέον τα οποία χορηγήθηκαν από άλλους δωρητές), ήταν δρακόντειοι. Ο σημαντικότερος εξ αυτών προέβλεπε τον τερματισμό των κρατικών επιδοτήσεων στο φυσικό αέριο, που ανέρχονται στο 8% του ουκρανικού ΑΕΠ, αποτελούν δηλαδή ένα πολύ σημαντικό οικονομικό μέγεθος.

Οικονομική κατάρρευση

Ωστόσο, όλες οι προβλέψεις για την εξέλιξη της ουκρανικής οικονομίας ανατράπηκαν για να φτάσει το Κίεβο στις αρχές Δεκεμβρίου να κάνει απεγνωσμένη έκκληση για ρευστό ώστε να αποφύγει την χρεοκοπία. Ειδικότερα και λόγω του εμφυλίου (που μέχρις τιμής έχει προκαλέσει το θάνατο 4.700 Ουκρανών), το εθνικό νόμισμα της Ουκρανίας, η γρύβνα, έχασε μέσα σε ένα χρόνο το 2014 το 50% της αξίας του, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 7%, η βιομηχανική παραγωγή κατά 9,2% (λόγω κυρίως του ότι τα μεγαλύτερα ορυχεία της χώρας βρίσκονται στα ανατολικά, ανήκοντας πλέον στις αυτοανακηρυχθείσες Λαϊκές Δημοκρατίες) ενώ η διψήφια μείωση των εξαγωγών έχει προκαλέσει μεγάλες ελλείψεις σε συνάλλαγμα με αποτέλεσμα τα συναλλαγματικά αποθέματα να βρίσκονται στο 50% του επιπέδου που θεωρείται απαραίτητο αρκώντας για την κάλυψη εισαγωγών έξι μόλις εβδομάδων. Η οικονομική κατάσταση της Ουκρανίας είναι τόσο δραματική ώστε σύμφωνα με τους Financial Times της 9ης Δεκεμβρίου ο ίδιος ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ζήτησε από τον ρώσο ομόλογό του να δεχτεί η Μόσχα να ανταλλάξει με νέα, ομόλογα αξίας 3 δισ. δολ. που έληγαν πρόσφατα κι η απορρόφησή τους μάλιστα από τη Ρωσία πέρυσι ήταν το πρώτο βήμα της συμφωνίας χρηματοδότησης που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.

ΗΠΑ και ΕΕ εκβιάζουν

Τα χειρότερα ωστόσο δεν έχουν περάσει για την Ουκρανία κι ας επαίρεται ο πρωθυπουργός της για την άνοδο των δημοσίων εσόδων κατά 5%, παρά την πτώση του ΑΕΠ. Οι Ευρωπαίοι παρότι δεν αρνούνται την συμμετοχή τους σε ένα νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης της Ουκρανίας θέτουν ένα αυστηρότατο όρο: την υλοποίηση όλων των λεγόμενων μεταρρυθμίσεων που ανέλαβε να εφαρμόσει πέρυσι η Ουκρανία. Το μαχαίρι στο λαιμό της υποτελούς κυβέρνησης του Κιέβου, ζητώντας την ψήφιση αντιλαϊκών μέτρων έβαλαν στις αρχές Δεκέμβρη και οι υπουργοί Εξωτερικών της Ομάδας του Βίσενγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία) δηλώνοντας στον ομόλογό τους ότι δεν υπάρχει περίπτωση συμμετοχής σε πακέτο βοήθειας αν δεν επισπευστούν οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις, όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται φορομπηχτικά μέτρα που καταλήγουν σε βάρος των πολιτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πίεση που ασκείται όχι μόνο να καταργηθούν οι επιδοτήσεις στο φυσικό αέριο (που απλώς θα προκαλέσει χιλιάδες θανάτους φτωχών από κρύο) αλλά και να κατακερματιστεί ο ενεργειακός γίγαντας Ναφτογκάζ, που δημιουργήθηκε το 1998. Η διάσπασή του, με την επίκληση αντιμονοπωλιακών νόμων όπως γίνεται πάντα, θα επιτρέψει την εξαγορά του από άλλες γειτονικές ή δυτικοευρωπαϊκές ενεργειακές επιχειρήσεις. Ενδεχόμενο που είναι αδύνατο όσο διατηρεί τα σημερινά μεγέθη, απασχολώντας 175.000 εργαζόμενους. Η μεγαλύτερη διακύβευση ωστόσο από την αναδιάρθρωση του ομίλου της Ναφτογκάζ, οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, είναι η πλήρης ενεργειακή απεξάρτηση της Ουκρανίας από τη Ρωσία. Σήμερα η αλληλοσύνδεση είναι τέτοια ώστε ακόμη και τα πυρηνικά καύσιμα η Ουκρανία τα εισάγει από την Ρωσία, ενώ στη Ρωσία εξάγει και τα πυρηνικά απόβλητά της. Πρόκειται για μια διαδικασία που όλο εξαγγέλλεται κι όλο αναβάλλεται λόγω του ότι επί δεκαετίες Ρωσία κι Ουκρανία λειτουργούσαν συμπληρωματικά, πετυχαίνοντας οικονομίες κλίμακας. Το τιτάνιο έργο της κοπής του ομφάλιου λώρου μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει ο νέος διευθυντής του ενεργειακού κολοσσού 36χρονος Αντρί Κομπόλεβ που σε άρθρο στο τεύχος της 20ης Δεκεμβρίου 2014 του βρετανικού περιοδικού Economist υπεραμυνόταν των θεραπειών – σοκ!

Ασφυκτικές πιέσεις στην Ουκρανία για να εφαρμόσει αντιλαϊκά μέτρα, προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, ασκεί και το ΔΝΤ που θέτει ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού ύψους 15 δις. δολ. που αντιμετωπίζει την ψήφιση περικοπών κοινωνικών δαπανών. Να σημειωθεί μάλιστα ότι από τα 17 συν 10 δις. δολ. που συμφωνήθηκε πέρυσι να δοθούν στην Ουκρανία έχουν δοθεί μόνο τα 8,2 δις. δολ. Τα υπόλοιπα …μπορούν να περιμένουν.

Ένα χρόνο μετά τα βίαια επεισόδια που προκάλεσαν οι Δυτικοί στην Ουκρανία είναι πασιφανές ότι η στροφή 180 μοιρών που έκανε το Κίεβο στην εξωτερική του πολιτική λειτούργησε σε βάρος της χώρας. ΗΠΑ και ΕΕ μάλιστα φαίνεται εξ ίσου πεντακάθαρα ότι συνειδητά επιλέγουν για τις χώρες που μετατρέπουν σε αποικίες τους την υπερχρέωση ώστε να μην λείπουν ποτέ τα εργαλεία των πιέσεων, εκβιασμών και παρεμβάσεων στα εσωτερικά τους. Ενδεχομένως μάλιστα, η απόφαση της ουκρανικής Βουλής στις 23 Δεκεμβρίου να ψηφίσει την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, που σηματοδοτεί και τυπικά πλέον την εγκατάλειψη του καθεστώτος ουδετερότητας, να μην είναι άσχετη με την δυσμενή θέση στην οποία είχε βρεθεί προσπαθώντας να αποφύγει την χρεοκοπία, που για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ο από μηχανής θεός της ολιγαρχίας του χρήματος…

Χαίνουσα πληγή για τη Μόσχα ο βόρειος Καύκασος (Επίκαιρα, 8-14/4/2010)

Δυσφορία για την πολιτική ηγεσία της Ρωσίας και φόβο για το αύριο, για το τι μπορεί να επιφυλάσσει η επόμενη είσοδος στο μετρό, πλημμύρισαν τους ρώσους πολίτες την επομένη των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων. Κυρίως η επίθεση στο μετρό της Μόσχας την τελευταία Δευτέρα του Μαρτίου, που προκάλεσε τον θάνατο 39 επιβατών, και δευτερευόντως οι επιθέσεις που ακολούθησαν στο Νταγκεστάν και την Ινγκουσετία την Τετάρτη 31 Μαρτίου και τη Δευτέρα 5 Απρίλη, σκοτώνοντας 14 άτομα, αποτέλεσαν σοκ για τους περισσότερους Ρώσους γιατί υπενθύμισαν αυτό που όλοι οι κάτοικοι της χώρας, κατά ένα μέρος δικαιολογημένα, προτιμούν να ξεχνούν: πώς ο πόλεμος στον Β. Καύκασο είναι εμφύλιος κι όχι κάποιο εξωτερικό μέτωπο της Ρωσίας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι πρόσφατες επιθέσεις έφεραν σε θέση άμυνας την Μόσχα, καθώς απέδειξαν με τον πιο αιματηρό τρόπο την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής της για τον έλεγχο του βόρειου Καυκάσου και την εξουδετέρωση των μουσουλμάνων ανταρτών.

Τα θερμά μέτωπα που ταλανίζουν τη Μόσχα στον βόρειο Καύκασο περιλαμβάνουν κυρίως τέσσερις περιοχές, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι μουσουλμανική: Ξεκινώντας από τα ανατολικά, την Κασπία θάλασσα, βρίσκεται το Νταγκεστάν με 2,5 εκ. πληθυσμό, η Τσετσενία με πληθυσμό 1,1 εκ. κατοίκους, η Ινγκουσετία με 400.000 και η λιγότερο προβληματική (μέχρι στιγμής) Καμπαρντίνο Μπαλκαρία. Αποτελώντας τα νότια σύνορα της Ρωσίας στον Καύκασο κι οι τέσσερις αυτές περιοχές συνορεύουν με την Γεωργία που είναι λογικό να υποθέσουμε, λόγω της έχθρας της με την Ρωσία, ότι προσφέρει ασφαλές καταφύγιο στους αυτονομιστές αντάρτες, δυσχεραίνοντας έτσι σε αφάνταστο βαθμό τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Μόσχας. Η στρατηγική δε θέση της περιοχής καθώς ενώνει την Κασπία με την Μαύρη θάλασσα, απ’ όπου διέρχονται οι αγωγοί μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου προς τη Δύση καθώς κι η πρόσβαση που παρέχει στην Μόσχα προς την Κεντρική Ασία ερμηνεύουν την επιμονή του Κρεμλίνου να διατηρήσει με κάθε κόστος υπό τον έλεγχό του τον βόρειο Καύκασο – χώρια φυσικά του ότι αποτελεί θέμα τιμής για τη Ρωσία.

Η πολιτική ωστόσο της Μόσχας για να διατηρήσει υπό τον έλεγχό της τον Καύκασο απέτυχε παταγωδώς. Αυτό ήταν το μήνυμα των επιθέσεων στην Μόσχα και τον Καύκασο – όπου οι βομβιστικές επιθέσεις αποτελούν αν όχι καθημερινό, μετά βεβαιότητας συχνότατο φαινόμενο. Σε τέτοιο βαθμό ώστε σύμφωνα με την εφημερίδα Wall Street Journal της 31ης Μαρτίου εισηγήσεις προς το Κρεμλίνο για δημιουργία συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης και συναγερμού το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε (δεδομένης της συχνότητας με την οποία εκρήγνονται βόμβες στον β. Καύκασο) θα ήταν να το συνηθίσει ο κόσμος και πολύ σύντομα να πάψει να του δίνει σημασία! Κι η πολιτική της Μόσχας για να διατηρήσει τον Καύκασο υπό τον έλεγχό της συνίσταται στην χρησιμοποίηση της πιο πρωτόγονης και ωμής βίας με την οποία επιδιώκει να εξουδετερώσει τους αυτονομιστές αντάρτες. Φάνηκε ξεκάθαρα από το τηλεοπτικό μήνυμα του ηγέτη των ανταρτών Ντόκου Ουμάροβ, που έχει αυτο-ανακηρυχθεί σε ηγέτη του Εμιράτου του Καυκάσου κι ο οποίος φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο κράτος όπου θα ισχύει ο ισλαμικός νόμος της σαρία, ένα «Βαζιριστάν του Καυκάσου» σύμφωνα με το τελευταίο γερμανικό περιοδικό Spiegel. Έλεγε λοιπόν ο εμίρης στο διάγγελμά του λίγες μέρες μετά την επίθεση στην Μόσχα: «Χαμογελάω με οποιονδήποτε καταδικάσει αυτές τις επιχειρήσεις ή με κατηγορήσει για τρομοκρατία. Μπορώ μόνο να χαμογελάσω γιατί δεν άκουσα να κατηγορείται ο Πούτιν για τρομοκρατία με αφορμή το θάνατο πολιτών που δολοφονήθηκαν κατόπιν διαταγών του».

Η πρώτη πράξη σ’ αυτό τον ιδιόμορφο πλειοδοτικό διαγωνισμό αιματοχυσίας και βαρβαρότητας προήλθε από την Μόσχα που έδωσε το έναυσμα για τον δεύτερο πόλεμο της Τσετσενίας. Ο πρώτος ξεκίνησε το 1994 επί Γέλτσιν, όταν μπήκαν τα ρωσικά τανκς στην πρωτεύουσα της Τσετσενίας, Γκρόζνι, και τελείωσε το 1996, με την υπογραφή συμφωνίας ειρήνης μεταξύ της Μόσχας και του ηγέτη των αυτονομιστών Ασλάν Μαστζάντοβ. Ο δεύτερος πόλεμος ξεκίνησε με τις εξαιρετικά αμφιλεγόμενες βομβιστικές επιθέσεις στις εργατικές πολυκατοικίες της Μόσχας το 1999, που προκάλεσαν 309 νεκρούς, κι από πολλούς θεωρούνται έργο όχι των τσετσένων αυτονομιστών αλλά των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών (FSB). Πραγματοποιήθηκαν δε για να διευκολυνθεί η εκλογή του Πούτιν και να επιδιωχθεί ο πλήρης στρατιωτικός έλεγχος της Τσετσενίας – όπως κι έγινε.

Έκτοτε ο βόρειος Καύκασος κι η Τσετσενία ειδικότερα ζει υπό τη συνεχή απειλή των βομβιστικών επιθέσεων ή των αιματηρών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του στρατού και της αστυνομίας. Γι αυτό τον λόγο άλλωστε κι όλες σχεδόν οι βομβιστικές επιθέσεις στην Ινγκουσετία και το Νταγκεστάν στοχεύουν σε τμήματα ή αξιωματικούς της αστυνομίας. Τα θύματα των 90.000 ρώσων στρατιωτών που εισέβαλαν στην Τσετσενία (σε ένα πληθυσμό 1,1 εκ. ατόμων) ανήλθαν σε 40.000 σύμφωνα με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις! Παρουσιάζουν ωστόσο ξεχωριστό ενδιαφέρον οι διακυμάνσεις σε αυτό τον κύκλο της βίας. Ειδικότερα (σύμφωνα με την International Herald Tribune της 1ης Απριλίου) ενώ από τον Ιούνη του 2000 μέχρι το Νοέμβρη του 2004 σημειώθηκαν 27 αυτονομιστικές επιθέσεις, από τότε μέχρι τον Οκτώβριο του 2007 επικρατεί νηνεμία κι έκτοτε σημειώνονται 18 νέες επιθέσεις. Πίσω από την περίοδο της ύφεσης την τριετία 2004 – 2007 υπήρχαν δύο μείζονα πολιτικά γεγονότα, το πρώτο από την μεριά των ανταρτών και το δεύτερο από την μεριά της κυβέρνησης. Ειδικότερα, η επίθεση στο σχολείο του Μπεσλάν στη βόρεια Οσετία, όταν η κατάληψη του από αντάρτες καταλήγει μετά την επέμβαση των ρώσων στρατιωτών στον θάνατο 331 παιδιών, σηματοδοτεί τον στιγματισμό των αυτονομιστών και την απώλεια του ηθικού ερείσματος που διέθεταν στον πληθυσμό. Το σημαντικότερο όμως ήταν η πολιτική συμφιλίωσης που ακολούθησε η Μόσχα, με αποτέλεσμα 600 αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους κι οι ρωγμές ν’ αρχίσουν για πρώτη φορά σιγά – σιγά να κλείνουν. Η πολιτική αυτή τινάζεται στον αέρα το 2007 με τον διορισμό του Ραμζάν Καντίροβ στη θέση του προέδρου της Τσετσενίας ο οποίος αναλαμβάνει να εξαλείψει τους εναπομείναντες αυτονομιστικούς θύλακες. Σε αυτή την κατεύθυνση αξιοποιεί παραστρατιωτικές οργανώσεις (τους Καντιρόβτσι) που σκορπούν τον τρόμο στον ντόπιο πληθυσμό. Εξωδικαστικές εκτελέσεις, μεσαιωνικά βασανιστήρια, βιασμοί, εξαφανίσεις υπόπτων, εκκενώσεις χωριών κι εκδικητικές διώξεις συγγενών αυτονομιστών αναζωπυρώνουν το μίσος εναντίον της Μόσχας και δίνουν μια πρωτοφανή ώθηση στις επιθέσεις που πλέον δεν περιορίζονται μόνο στην Τσετσενία, αλλά επίσης στο Νταγκεστάν και στην Ινγκουσετία. Έτσι ενώ το 2008 οι νεκροί από τις επιθέσεις των αυτονομιστών ήταν 914, το 2009 έφθασαν τους 1.263, περιλαμβάνοντας στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πολίτες.

Παρόλα αυτά το τελευταίο διάστημα έγιναν ορατές κι άλλες προσεγγίσεις από τη Μόσχα που ποτέ ωστόσο δεν κυριάρχησαν. Ως εμπνευστή τους είχαν τον ρώσο πρόεδρο, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, ο οποίος προκρίνει μια πιο σύγχρονη πολιτική οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης των πληθυσμού του Καυκάσου, που δεν συμπίπτει πλήρως με την πολιτική του Πούτιν η οποία στηρίζεται στην στρατιωτική καταστολή. Η εναλλακτική πολιτική του Μεντβέντεβ φάνηκε πεντακάθαρα με τον πρόσφατο διορισμό του 45χρονου επιχειρηματία Αλεξάντερ Κλοπόνιν, ως ειδικού απεσταλμένου του στην Τσετσενία, ο οποίος επιφορτίστηκε με την οικονομική ανάπτυξη του βορείου Καυκάσου. Πρόκειται για προσέγγιση πολύ πιο σφαιρική μια και το πρόβλημα της περιοχής δεν είναι η τζιχάντ που κήρυξε ένας εκκολαπτόμενος μπιν Λάντεν του Καυκάσου, που αγγίζει τα όρια της γραφικότητας. Κυρίως είναι ένα εκρηκτικό μίγμα προκαπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης στηριγμένης σε γένη και φύλαρχους που διαιωνίζει την καθυστέρηση, μαζί με εγκληματική διαφθορά, φτώχεια και ανεργία. Μόνο που η εκ βάθρων αντιμετώπισή του μετά τις τελευταίες επιθέσεις και την ώθηση που έδωσαν στις κατασταλτικές μεθόδους απομακρύνεται ακόμη περισσότερο…

Ουκρανία: Το τέλος της πορτοκαλί επανάστασης (Επίκαιρα, 21-27/1/2010)

Μια σύντομη παρένθεση που έκλεισε οριστικά κι επισήμως την προηγούμενη Κυριακή αποδείχθηκε η «πορτοκαλί επανάσταση» που ξέσπασε προ πενταετίας στην Ουκρανία με επίδικο αντικείμενο την απομάκρυνση της χώρας από την σφαίρα επιρροής της Μόσχας και την αγκίστρωσή της στις ΗΠΑ. Το εκλογικό αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών που διενεργήθηκε την Κυριακή σηματοδοτούσε μια πλήρη αντιστροφή των αποτελεσμάτων του 2005.

Πρώτος και με διαφορά εκλέχτηκε ο Βίκτορ Γιανούκοβιτς, ο οποίος στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί ως άνθρωπος  της Μόσχας. Η ανατροπή του δε το 2005, μετά από καταγγελίες για καλπονοθεία που έδωσαν την εύσχημο αφορμή για την «πορτοκαλί επανάσταση», οδήγησε την Ουκρανία στην αγκαλιά της Ουάσινγκτον. Η επιστροφή του ωστόσο τώρα ήταν θριαμβευτική κι η νίκη του στον δεύτερο, επαναληπτικό γύρο των προεδρικών εκλογών που θα διεξαχθεί στις 7 Φεβρουαρίου θεωρείται πολύ πιθανή. Μεγάλος χαμένος των εκλογών αποδείχθηκε ο μέχρι τώρα πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιουστσένκο που, από αδιαμφισβήτητος ηγέτης της «πορτοκαλί επανάστασης» και ήρωας της δημοκρατίας, συγκέντρωσε γύρω στο 6% των ψήφων – ένα ποσοστό που σηματοδοτεί την πολιτική του συνταξιοδότηση. Καθοριστικό ρόλο στην εκλογική του ταπείνωση διαδραμάτισε ο λυσσαλέος ανταγωνισμός που ανέπτυξε όλη την προηγούμενη πενταετία με την Γιούλια Τιμοσένκο, που κέρδισε τη δεύτερη θέση στον πρώτο γύρο, με την οποία μοιράστηκε τις δάφνες της αντιρωσικής επανάστασης, μέχρι που η γοητευτικότατη Γιούλια εγκατέλειψε τον Γιουστσένκο μόνο του στον φιλοαμερικανικό του οίστρο για να επενδύσει το πολιτικό της μέλλον σε μια επαναπροσέγγιση με την Μόσχα και την υιοθέτηση περισσότερο ρεαλιστικών θέσεων.

Η επαναφορά του Κιέβου στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας έχει τεράστια σημασία στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της Ρωσίας με τις ΗΠΑ, για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τη στρατηγική θέση που κατέχει η Ουκρανία στις οδούς διέλευσης των ρωσικών αγωγών φυσικού αερίου που τροφοδοτούν τη Δυτική Ευρώπη, καθώς το 80% του ρωσικού αερίου διέρχεται από τα εδάφη της. Έτσι, όλο το προηγούμενο διάστημα η Ουκρανία, κατόπιν αμερικανικών εντολών φυσικά κι όχι αυτοβούλως, κατάφερε να εκθέσει αλλεπάλληλες φορές την Μόσχα, εμφανίζοντάς την ως αναξιόπιστο προμηθευτή ενέργειας της ΕΕ (η οποία προμηθεύεται το 25% των αναγκών της από τη Ρωσία) όταν με το έτσι θέλω και κατά παράβαση διμερών και διεθνών συμφωνιών αρνούταν να πληρώσει ή έκλεβε αέριο, αναγκάζοντας τη Ρωσία να παγώσει την διέλευση. Και μαζί, εκατομμύρια ανθρώπους σε 18 χώρες της Ευρώπης που περίμεναν το ρωσικό αέριο για να ζεσταθούν. Η προσέγγιση ωστόσο Πούτιν – Τιμοσένκο είχε διαφανεί από πέρυσι όταν η τελευταία σύγκρουση Ρωσίας – Ουκρανίας, λύθηκε χάρη στην συμβιβαστική στάση της ουκρανής πρωθυπουργού.

Ο δεύτερος λόγος που καθιστά την Ουκρανία καθοριστικής σημασίας χώρα για τα συμφέροντα της Μόσχας σχετίζεται με τη χερσόνησο της Κριμαίας, όπου έχει την έδρα του ο ρωσικός στόλος της Μαύρης Θάλασσας. Ο μέχρι τώρα πρόεδρος της Ουκρανίας, Βίκτορ Γιουστσένκο, επανειλημμένες φορές είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε την ανανέωση της συμφωνίας με τη Μόσχα βάση της οποίας ελλιμενίζονται τα ρωσικά πλοία στη Σεβαστούπολη (την «κόκκινη Ριβιέρα» όπως αποκαλούταν επί ΕΣΣΔ) κι η οποία λήγει τον Μάιο του 2017. Με την άποψή του όμως διαφωνούσε όχι μόνο η Ρωσία, που διακήρυττε δια στόματος του δημάρχου της Μόσχας Γιούρι Λουζκόβ ότι «αν χάσουμε τη Σεβαστούπολη, χάνουμε ολόκληρο τον Καύκασο» (Der Spiegel 10 Μαρτίου 2008) αλλά κι οι 50.000 ρώσοι που κατοικούν εκεί κι είναι εφοδιασμένοι με ρωσικά διαβατήρια, οι οποίοι δεν έχαναν ευκαιρία το προηγούμενο διάστημα να διαδηλώνουν εναντίον του σχεδίου ένταξης στο ΝΑΤΟ, ενώ με δημοψήφισμά τους είχαν ζητήσει ακόμη και την διπλωματική αναγνώριση από την Ουκρανία της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας. Ενδεχόμενο τουλάχιστον αδύνατο όλο το προηγούμενο διάστημα όταν ο πρόεδρος Γιουστσένκο δεν έχανε ευκαιρία να δηλώνει την υποστήριξή του στον πρόεδρο της Γεωργίας, Μιχαΐλ Σαακασβίλι, ενώ κατά την διάρκεια του πολέμου στη Ν. Οσετία έστειλε όπλα στην Γεωργία και μετέβη αυτοπροσώπως για να δηλώσει την υποστήριξή του στον τυχοδιώκτη πρόεδρο της Γεωργίας, ο οποίος αποτελεί κοινή ομολογία πλέον ότι ευθύνεται για τον πόλεμο του Αυγούστου του 2008.

Τώρα ωστόσο στην Ουκρανία οι όροι αλλάζουν. Ο νικητής του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών, Βίκτορ Γιανούκοβιτς, έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την διπλωματική αναγνώριση της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας, ενώ μαζί με την Γιούλια Τιμοσένκο, έχουν απορρίψει κατηγορητικά κάθε σκέψη ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ κι έχουν δηλώσει ότι στόχος τους είναι η αναθέρμανση των σχέσεων με τη Ρωσία.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της προηγούμενης Κυριακής δεν θα είχε επιτευχθεί ωστόσο αν η διακυβέρνηση της Ουκρανίας από τους εγχώριους αντιπροσώπους των έγχρωμων επαναστάσεων που πλάσαρε η Ουάσινγκτον από τη Σερβία (με την ενεργό εμπλοκή μάλιστα και του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών το 2000) μέχρι τον Λίβανο δεν ταυτιζόταν με την διάλυση και την αποσύνθεση της χώρας. Δεν πρόκειται για υπερβολή! Η εμμονή του προέδρου της Ουκρανίας να προκαλεί ακόμη κι άνευ λόγου και αιτίας την Μόσχα δίχασε ακόμη πιο βαθιά την χώρα που είναι ούτως ή άλλως διαιρεμένη σε ένα ανατολικό ρωσόφωνο και ρωσόφιλο τμήμα κι ένα δυτικό που μιλά Ουκρανικά και πολιτικά αλληθωρίζει προς τη Δύση. Στη συνέχεια η απώλεια της δεδηλωμένης από την κυβέρνηση οδήγησε τα κρισιμότερα υπουργεία –  Οικονομικών, Άμυνας και Εξωτερικών – να μην έχουν υπουργούς και την οικονομία στα τάρταρα, καθώς το 2009 το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 14% κι η χώρα κατέφυγε στο ΔΝΤ, όπου δανείστηκε με δρακόντειους όρους 16 δισ. δολ. Η παροχή ρευστού μάλιστα διακόπηκε προεκλογικά όταν υπό το βάρος των λαϊκών αντιδράσεων και για να εξασφαλίσει την επανεκλογή της η Τιμοσένκο προχώρησε σε αύξηση των συντάξεων και του βασικού μισθού. Μέτρα που θεωρήθηκαν απαράδεκτα από τον διεθνή οργανισμό.

Ευρύτερα, το ατιμωτικό κι όχι απλά άδοξο τέλος της (κάθε άλλο παρά αυθόρμητης) «πορτοκαλί επανάστασης» στην Ουκρανία σηματοδοτεί την σχετική υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος και τη βελτίωση της θέσης των ανταγωνιστικών πόλων ισχύος, τουλάχιστον σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.

Στο πλευρό Γεωργίας και Ουκρανίας η Ουάσινγκτον (Μετροπόλιταν 8/8/2009)

Καμία πρόθεση δεν έχουν οι ΗΠΑ να θυσιάσουν τις στρατηγικές συμμαχίες τους με την Ουκρανία και τη Γεωργία στο βωμό της επανεκκίνησης των ρωσοαμερικανικών σχέσεων! Αυτό ήταν το μήνυμα της πρόσφατης επίσκεψης του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, στο Κίεβο και την Τιφλίδα. Ένα μήνυμα με τη δική του σημασία καθώς στην περίπτωση της Γεωργίας «επιδόθηκε» λίγες μόλις μέρες πριν την επέτειο του καταστροφικού για την ίδια πολέμου των «5 ημερών» με τη Ρωσία. 

Ασπίδα προστασίας αποτέλεσε για τον Μικαΐλ Σαακασβίλι η επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου στην Τιφλίδα στις 22 Ιούλη. Η παρουσία του Τζο Μπάιντεν στην Τιφλίδα μετρίασε (σε βαθμό… ξεδοντιάσματος) τις σφοδρές επικρίσεις προς τον πανταχόθεν βαλλόμενο πρόεδρο της χώρας για τους χειρισμούς του πέρυσι το καλοκαίρι όταν στις 7 Αυγούστου προκάλεσε πόλεμο με την Ρωσία με αποτέλεσμα η Γεωργία να απολέσει το 20% των εδαφών της και να δει τις ένοπλες δυνάμεις της επιχειρησιακά να εκμηδενίζονται και ηθικά να ταπεινώνονται. Έκτοτε ο Σαακασβίλι έχει δεχθεί σφοδρότατες κριτικές τόσο από το εξωτερικό (ακόμη κι από την ΕΕ στο βαθμό που φάνηκε ότι η Γεωργία ήταν ο υπαίτιος της σύγκρουσης στη Νότια Οσετία) όσο κι από το εσωτερικό της χώρας, με συνεχή κύματα μαζικών και βίαιων διαδηλώσεων που ζητούν την παραίτησή του και τη διενέργεια πρόωρων εκλογών.

Στην ίδια τη Γεωργία είναι η αλήθεια ότι η λάμψη της αμφιλεγόμενης «επανάστασης των ρόδων» που ανέδειξε το Νοέμβριο του 2003 στην εξουσία τον αμερικανοσπουδαγμένο Μικαΐλ Σαακασβίλι είχε ξεθωριάσει πολύ πριν το καλοκαίρι του 2008. Τόσο στις προεδρικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2008, όσο και στις κοινοβουλευτικές εκλογές που οργανώθηκαν τον Μάιο της ίδιας χρονιάς ο εκλεκτός των ΗΠΑ προέβη σε τόση εκτεταμένη νοθεία ώστε αντέδρασαν ακόμη κι οι παρατηρητές του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Πολύ περισσότερο όμως αντέδρασαν οι ίδιοι οι Γεωργιανοί που είδαν τον αρχάγγελο του εκδημοκρατισμού να μετατρέπεται σε έναν ακόμη αδίστακτο, αυταρχικό ηγέτη. Η μοναδική του διαφορά με όλους τους άλλους εστιαζόταν στο μίσος του απέναντι στη Μόσχα και τις σχέσεις αγάπης του με την Ουάσινγκτον. Σε βαθμό τέτοιο ώστε να υπάρχουν αλλεπάλληλα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο για το ενδεχόμενο ο πόλεμος το Σαακασβίλι ενάντια στη Ρωσία τον Αύγουστο του 2008 να μην ήταν εντελώς δικός του, αλλά κυρίως του πανίσχυρου και σκοτεινού αντιπροέδρου των ΗΠΑ Ντικ Τσέινι. Ποιος ξεχνάει άλλωστε ότι σύμβουλός του την κρίσιμη εκείνη περίοδο ήταν ο εξ ίσου σκοτεινός Άλεξ Ρόντος – που εξακολουθεί, όπως φάνηκε κι από την παρουσία του στο πρόσφατο Συμπόσιο της Σύμης να διατηρεί σχέσεις με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Γιώργο Παπανδρέου…

Δεδομένου λοιπόν ότι ο Μικαΐλ Σαακασβίλι είναι άνθρωπος του χθες («όλο και περισσότερο μέρος του προβλήματος παρά μέρος της λύσης» τον αποκάλεσαν σε εντιτόριαλ τους οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 23 Ιούλη, την επομένη της επίσκεψης Μπάιντεν) ο αμερικανός αντιπρόεδρος συναντήθηκε και με στελέχη της αντιπολίτευσης που παραμένει εν πολλοίς κατακερματισμένη. Κατά την ομιλία του στη Βουλή της Τιφλίδας ο Τζο Μπάιντεν αλλά και σε όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις του αφού εξήρε τον στρατηγικό ρόλο της Γεωργίας στον χάρτη των αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου κι επίσης τη βοήθεια που προσφέρει στις ΗΠΑ συμμετέχοντας στις δυνάμεις κατοχής του Αφγανιστάν, τόνισε την ανάγκη επανάκτησης της εθνικής ακεραιότητας της χωρίς ωστόσο να προκρίνει την προσφυγή στη χρήση των όπλων. Με αυτό τον τρόπο η Ουάσινγκτον έκανε σαφές ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας από τη Γεωργία, όπως ανακοινώθηκαν την επομένη του πολέμου των «5 ημερών», ούτε φυσικά να στηρίξει (ξανά) οποιοδήποτε πολεμικό τυχοδιωκτισμό κατά της Ρωσίας, με στόχο την επανένωση της διαλυμένης χώρας. Οι ΗΠΑ επίσης δήλωσαν την συμφωνία τους με τον στόχο ένταξης της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, παρότι εδώ ο Σαακασβίλι ήταν αυτός που πρωτοστάτησε σε ρεαλισμό, αναγνωρίζοντας από το βήμα της Βουλής, λίγες μέρες πριν πως «οι ελπίδες έχουν σχεδόν πεθάνει».

Τη Ρωσία πάντως, που φρόντισε να δείξει ποιος ελέγχει το νότιο Καύκασο με την επίσκεψη του προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεβ στη Ν. Οσετία λίγες μέρες πριν την επίσκεψη του Μπάιντεν στη Γεωργία, υπάρχει κάτι που την ανησυχεί περισσότερο από την ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Είναι ο επανεξοπλισμός της και δη με αντιαρματικούς και αντιαεροπορικούς πυραύλους. Την απαίτησή της φρόντισε μάλιστα να την κάνει γνωστή από την έδρα του ΝΑΤΟ, προειδοποιώντας έτσι τα μέλη της συμμαχίας, δια στόματος του μονίμου αντιπροσώπου της, Ντμίτρι Ρογκοζίν. Η Μόσχα μάλιστα απείλησε και με κυρώσεις όποιον κατασκευαστή προμηθεύσει τη Γεωργία με τέτοια όπλα «είτε είναι στην Αρκτική, είτε στην Ανταρκτική, είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες». Κι η απειλή δεν αφορούσε την Αρκτική, ούτε την Ανταρκτική, μια κι επανειλημμένες φορές η Μόσχα έχει αποδοκιμάσει την παρουσία αμερικανών στρατιωτικών συμβούλων στη Γεωργία κι επίσης την προκλητική χρησιμοποίηση πολεμικών πλοίων από τις ΗΠΑ για τη μεταφορά… ανθρωπιστικής βοήθειας. Πρακτική που εγείρει φυσικά υποψίες ότι η Γεωργία σιωπηρά επανεξοπλίζεται από τις ΗΠΑ, όσο κι αν οι ΗΠΑ αρνούνται δημόσια κάθε τέτοιο ενδεχόμενο!

Την ίδια δέσμευση, πως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι στο πλευρό τους ανεξάρτητα από την επαναπροσέγγιση που επιχειρείται με τη Ρωσία όπως φάνηκε από το ταξίδι του Μπαράκ Ομπάμα στη Μόσχα από τις 6 έως τις 8 Ιούνη, μετέφερε και στη Ουκρανία την οποία επισκέφθηκε αμέσως πριν τη Γεωργία ο αμερικανός αντιπρόεδρος. Το δυστύχημα και σ’ αυτή τη χώρα για τις ΗΠΑ είναι πως το πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε μετά την Πορτοκαλί Επανάσταση, μπορεί να αποτέλεσε ανάχωμα στη ρωσική επιρροή δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στην Μόσχα όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε χρόνο με τις διακοπές στην παροχή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη που υπονομεύουν την αξιοπιστία της Ρωσίας ως ενεργειακού εταίρου, ωστόσο, αντί να είναι παράδειγμα προς μίμηση, είναι βαθιά διεφθαρμένο, μη λειτουργικό, απονομιμοποιημένο στην κοινωνική συνείδηση και μετράει κι αυτό μέρες. Σε τέτοιο βαθμό ώστε απέναντι στην αναξιοπιστία του διδύμου που ηγήθηκε της «πορτοκαλί επανάστασης» δηλαδή του προέδρου Βίκτορ Γιουστσένκο και της πρωθυπουργού Γιούλια Τιμοσένκο, οι οποίοι όμως τώρα ούτε που μιλιούνται μεταξύ τους, να αναζητούνται εναλλακτικές λύσεις. Κι αυτό μάλιστα επειγόντως έτσι ώστε το κενό που αφήνει η κατακρήμνιση των ποσοστών δημοτικότητας τους στο 2% και στο 14%, αντίστοιχα, να μην καλυφθεί από την υψηλή επιρροή του φιλορώσου Βίκτορ Γιανούκοβιτς που κυμαίνεται στο 23% ενώ στις ανατολικές, ρωσόφωνες περιοχές της χώρας είναι συντριπτική ξεπερνώντας το 50%. Η εναλλακτική λύση μέχρι στιγμής ακούει στο όνομα Αρσένι Γιατσενιούκ κι η δημοτικότητά του ανέρχεται στο 12%. Είναι πρώην κεντρικός τραπεζίτης, πρώην υπουργός Οικονομικών και νυν υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας τον πολιτικό προσανατολισμό του οποίου «εγγυήθηκε» στέλεχος του ιδρύματος Σόρος που μόλις πρόσφατα, στις 20 Ιούλη, έπλεκε το εγκώμιο του στην υπερσυντηρητική Γουόλ Στριτ Τζέρναλ! Ο Μπάιντεν, όπως και στη Γεωργία, κατά το ταξίδι του στην Ουκρανία συναντήθηκε και με στελέχη της αντιπολίτευσης συμπεριλαμβανομένου του Γιατσενιούκ, που θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά ηγετών της χώρας. Ο αμερικανός αντιπρόεδρος κατέθεσε και στην Ουκρανία την υποστήριξή του στο αίτημα ένταξής της στο ΝΑΤΟ, παρότι στην Ουκρανία αυτοί που διαφωνούν είναι οι ίδιοι κάτοικοι της χώρας οι οποίοι απορρίπτουν κάθε τέτοιο ενδεχόμενο, που θα τους φέρει σε σύγκρουση με τη Ρωσία.

Εν κατακλείδι ο αμερικανός αντιπρόεδρος (ο οποίος φαίνεται να βγάζει συστηματικά τη βρώμικη δουλειά του Λευκού Οίκου όπως έδειξαν οι προηγούμενες «αποστολές» του στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη όπου επιτέθηκε στους Σέρβους και στο Λίβανο όπου απείλησε με διακοπή της βοήθειας αν ψηφισθεί η Χεζμπολάχ, αφήνοντας έτσι για τον Μπαράκ Ομπάμα τις περισσότερο δημοφιλείς διεθνείς επαφές) έκανε σαφές ότι οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν την Ουκρανία και τη Γεωργία. Επιδιώκουν μεν μια επανεκκίνηση των σχέσεων τους με τη Ρωσία – κι αυτό λόγω της ανάγκης που έχουν για διευκολύνσεις στον πόλεμο του Αφγανιστάν, εγκαταλείπουν επικίνδυνους τυχοδιωκτισμούς της εποχής του Μπους – που αποδείχθηκαν κι αναποτελεσματικοί, χωρίς ωστόσο να παραιτούνται από το στόχο περικύκλωσης της Ρωσίας με υποτελή τους καθεστώτα.