Νέους φόρους, περικοπές και απολύσεις αποφάσισε η ΕΕ: «Que se jodan»*… (Unfollow, #8, 8.2012)

Η Γερμανία πρέπει να πάψει να υποχωρεί στις συνεχείς πιέσεις των περιφερειακών κρατών για χρηματοδότηση, γιατί έτσι επιβραβεύει την δημοσιονομική απερισκεψία, την ύπαρξη ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στα 55, τα γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας. Η Γερμανία, 67 χρόνια μετά, εξακολουθεί να καθορίζει τη στάση της στην ευρωζώνη υπό το βάρος των ενοχών της για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Η Γερμανία είναι όμηρος όλων εκείνων των κρατών της ευρωζώνης που τώρα ή στο μέλλον μπορούν να ζητήσουν, στην πράξη εκβιάζοντας, τη διάσωσή τους. Η Γερμανία, επιπλέον, αποδεχόμενη κάθε φορά τα αιτήματα των Μεσογειακών χωρών για οικονομική βοήθεια θέτει σε κίνδυνο την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα. Όλα αυτά τα «μαργαριτάρια» και πολλά ακόμη περιέχονται σε ένα βιβλίο που το τελευταίο διάστημα στην Γερμανία (που αλλού;) κάνει θραύση, καταφέρνοντας να διεισδύσει στις πιο διαφορετικές ηλικίες και στις πιο αποκλίνουσες κοινωνικές και εισοδηματικές κατηγορίες. Ο τίτλος του είναι «Η Γερμανία δε χρειάζεται το ευρώ» και καθόλου τυχαία έχει εγκωμιαστεί κατ’ επανάληψη από το νεο-φασιστικό, ακροδεξιό κόμμα NPD, δίδυμο – εκτρωματικό – αδερφάκι της Χρυσής Αυγής. Ο συγγραφέας του, ονόματι Τίλο Σαραζίν, μέλος στο παρελθόν της διοίκησης της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας ανήκει σε εκείνη την ομάδα των σκληροπυρηνικών, υπερσυντηρητικών γερμανών οικονομολόγων που δεν χάνουν ευκαιρία να επιτεθούν από τα δεξιά στην Μέρκελ, κατηγορώντας την ότι θέτει τα συμφέροντα των Μεσογειακών κρατών πάνω από τα συμφέροντα της Γερμανίας, αναπαράγοντας εν πολλοίς τα δικά της επιχειρήματα τα οποία, απλώς, τραβούν στα άκρα. Το ίδιο έκαναν και με αφορμή τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στις 28 και 29 Ιουνίου 2012.

Από την άλλη οι διθυραμβικές ανακοινώσεις υπό τις οποίες έγινε δεκτή η απόφαση της συνόδου στον ευρωπαϊκό νότο (με πιο χαρακτηριστική τη δήλωση του ιταλού πρωθυπουργού για «διπλή ικανοποίηση» στην οποία συνυπολόγιζε κι αυτήν από την ποδοσφαιρική ήττα της Γερμανίας στο Euro) φάνηκε να επιβεβαιώνουν τις αιτιάσεις του γερμανικού οικονομικού φονταμενταλισμού. Ποιός κέρδισε τελικά και ποιος έχασε από τις αποφάσεις της 19ης στη σειρά συνόδου κορυφής που ασχολήθηκε με τη διαχείριση της κρίσης χρέους; Μια πρώτη ματιά στο κείμενο συμπερασμάτων φαίνεται να επιβεβαιώνει όσους πάνω στον ενθουσιασμό τους δίπλα στον «σούπερ Μάριο» Μπαλοτέλι, της Εθνικής ομάδας Ιταλίας, έσπευσαν να κολλήσουν και τον «σούπερ Μάριο» Μόντι, τον δοτό ιταλό πρωθυπουργό.

Δύο ήταν οι αποφάσεις που χαρακτηρίστηκαν ήττα της Μέρκελ κι ως έναν βαθμό ισοδυναμούσαν με αναίρεση παλιότερων θέσεων της: Η δυνατότητα των τραπεζών να δανείζονται απ’ ευθείας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), χωρίς τη διαμεσολάβηση των εθνικών κρατών, και η δυνατότητα που αναγνωρίστηκε στον ίδιο αυτό μηχανισμό να αγοράζει από τη δευτερογενή αγορά κρατικά ομόλογα όποιων χωρών βρίσκονται στο επίκεντρο κερδοσκοπικής επίθεσης. Στη Σύνοδο Κορυφής συμφωνήθηκε ωστόσο και κάτι ακόμη: Η χορήγηση οποιασδήποτε οικονομικής βοήθειας, ακόμη και σε τράπεζες, να δοθεί υπό τον αυστηρό όρο της υποβολής και εφαρμογής των γνωστών Μνημονίων που θα περιλαμβάνουν τους …ακόμη πιο γνωστούς όρους περικοπής κοινωνικών δαπανών, αύξησης φόρων, απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων, μείωσης μισθών στον ιδιωτικό τομέα, ιδιωτικοποιήσεων, κ.λπ.

Η πρώτη απόφαση των ευρωπαίων ηγετών, σχετικά με την παράκαμψη των εθνικών κρατών στην περίπτωση δανειοδότησης των τραπεζών έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος και να μην αυξάνεται ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ, θα είχε νόημα, θα ενδιέφερε δηλαδή τους λαούς της Ευρώπης, υπό έναν και μόνο, όρο: Αν ταυτόχρονα απουσίαζαν και τα μέτρα λιτότητας που συνήθως συνοδεύουν την αύξηση του δημόσιου χρέους. Ο λόγος δηλαδή για τον οποίο δεν πρέπει να επιβαρύνονται τα κράτη όταν χρεοκοπούν οι τράπεζες δεν είναι λογιστικός, αλλά έχει κοινωνικό περιεχόμενο: για να μην μεταφέρεται στις πλάτες των εργαζομένων και της νεολαίας το κόστος από την διάσωση των τραπεζών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ωστόσο κατάφερε το, εκ πρώτης όψεως, ακατόρθωτο: Και τα δημόσια οικονομικά να μην επιβαρυνθούν από την μια πλευρά και από την άλλη οι εργαζόμενοι να υποστούν όλες μα όλες τις κοινωνικές συνέπειες που θα είχε τυχόν μεταφορά του κόστους διάσωσης των τραπεζών στα δημόσια οικονομικά.

Το αληθές των παραπάνω επιβεβαιώθηκε σε πολύ λίγες μέρες και στην Ισπανία και την Ιταλία. Στην χώρα των δύο «σούπερ Μάριο» μάλιστα η υποβάθμιση της οικονομίας που ακολούθησε από τον οίκο Moody’s την Παρασκευή 13 Ιουλίου, δύο εβδομάδες ακριβώς μετά την ιστορική υποτίθεται Σύνοδο Κορυφής, έδειξε πως οι αποφάσεις της δεν ήταν μόνο κοινωνικά οδυνηρές αλλά επίσης και οικονομικά αναποτελεσματικές. Απέτυχαν δηλαδή ακόμη και να εκτονώσουν τις κερδοσκοπικές πιέσεις που δέχονται οι περιφερειακές χώρες, με αποτέλεσμα να είναι θέμα χρόνου μια νέα σύνοδο κορυφής, η 20η τότε, με θέμα την αντιμετώπιση της κρίσης δημόσιου χρέους. Στην δε Ισπανία η επιβεβαίωση των χειρότερων ανησυχιών (για τους αντιλαϊκούς όρους με τους οποίους θα συνοδευτεί η «διάσωση» των τραπεζών) ήρθε με ένα πρόγραμμα λιτότητας το οποίο δεν έχει να ζηλέψει το παραμικρό από τα προγράμματα λιτότητας που έχουν ήδη επιβληθεί στην Ελλάδα, την Ιρλανδία και την γειτονική της Πορτογαλία. Καθόλου τυχαία: Μνημόνιο απαίτησε η σύνοδο κορυφής της ΕΕ, δεν αρκέστηκε σε συστάσεις! Έτσι σε μια Ισπανία που ήδη έχει γονατίσει από την ανεργία, κρατώντας το πανευρωπαϊκό ρεκόρ με ένα ποσοστό της τάξης του 24%, επιβλήθηκε ένα πακέτο αντιλαϊκών μέτρων που περιλαμβάνει αύξηση του ΦΠΑ από το 18% στο 21%, αύξηση των ωρών εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και άγριες περικοπές στις κρατικές επιδοτήσεις προς τις αυτόνομες περιοχές και τους δήμους. Το ύψος των μέτρων ανέρχεται σε 65 δισ. ευρώ, όταν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας αναμένεται να δώσει 30 δισ. ευρώ στις χρεοκοπημένες ισπανικές τράπεζες μέχρι τέλος Ιουλίου. Οι εξοικονομήσεις επομένως που θα επιφέρουν τα αντιλαϊκά μέτρα στον κρατικό προϋπολογισμό είναι διπλάσιας αξίας από τα χρήματα που θα πάρουν οι τράπεζες! Κατά συνέπεια κανένα κοινωνικό όφελος δεν σήμανε η απόφαση της απ’ ευθείας δανειοδότησης των τραπεζών και παράκαμψης των κρατών.

Μάλιστα, ο κυνισμός της κυβέρνησης του Μαριάνο Ραχόι, που δεν δίστασε να ματώσει την ηρωική συγκέντρωση των ισπανών ανθρακωρύχων στις 11 Ιούλη, αποτυπώθηκε στα λόγια που είπε η βουλευτής του δικού του, του Λαϊκού Κόμματος, για τους ανέργους την ώρα που η Βουλή υπερψήφιζε την μείωση των επιδομάτων ανεργίας: «que se jodan». «Να πάνε να γαμηθούν»! Αστοχία; Μάλλον όχι. Το κωλοδάχτυλο που έκανε μέσα από το αυτοκίνητο προς τους συγκεντρωμένους διαδηλωτές μετά από λίγη ώρα έδειξε πως το ‘πε και το εννοούσε. Δεν της ξέφυγε. Πρόκειται για το βαθύ ταξικό μίσος μιας ολιγάριθμης πολιτικής ελίτ που έχει την αυταπάτη να πιστεύει ότι παίζει μόνη της, ότι μπορεί να επιβάλλει κάθε αντιλαϊκό μέτρο που κρίνει αναγκαίο μόνο και μόνο για να σώσει μια παρέα χρεοκοπημένων και απατεώνων τραπεζιτών.

Δεν είναι δύσκολο επομένως να συμπεράνουμε ποιος έχασε και ποιος κέρδισε από τις αποφάσεις της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ. Πέρα ωστόσο από τα κέρδη που κατέγραψε η πολιτική και οικονομική ελίτ κάθε χώρας εναντίον των εργαζομένων και της νεολαίας θα ήταν αβλεψία να υποτιμήσουμε τα επιπλέον κέρδη που κατέγραψε η Γερμανία κατά πολλούς τρόπους: Μέσω της επέκτασης της λιτότητας, μέσω της προώθησης της τραπεζικής ένωσης όπως θα συντελείται με την δημιουργία της τραπεζικής εποπτικής αρχής που είναι ένα ακόμη βήμα στην πορεία εξαγοράς όλων ή σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών από τις γερμανικές κι ακόμη μέσω της θωράκισης του ευρώ που επιτυγχάνεται με την δυνατότητα αγοράς κρατικών ομολόγων σε περίπτωση κερδοσκοπικών επιθέσεων. Αυτή η απόφαση, ακόμη κι αν σημάνει νέες εκταμιεύσεις, λειτουργεί ενισχυτικά προς το ευρώ και δείχνει την στράτευση της Γερμανίας στην κατεύθυνση υποστήριξης του ενιαίου νομίσματος.

Παράλληλα υπογραμμίζει και τα οφέλη που καταγράφει το Τέταρτο Ράιχ από το ευρώ, προς διάψευση των όσων λένε τα νεοφιλελεύθερα φρικιά της Γερμανίας, όπως ο πρώην τραπεζίτης Τίλο Σαραζίν. Τα οφέλη της Γερμανίας από το ευρώ δεν προέρχονται μόνο από τις ανεμπόδιστες εξαγωγές που κάνει σε όλη την υπόλοιπη ευρωζώνη, εκμεταλλευόμενη το κοινό νόμισμα, ούτε μόνο από τον αυξημένο διεθνή της ρόλο κεφαλαιοποιώντας η ίδια τα πολιτικά οφέλη που αποφέρει το ευρώ ως διεθνές νόμισμα κι επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να αποφέρει το μάρκο. Η Γερμανία εκμεταλλεύεται και μια χαμηλή συναλλαγματική ισοτιμία που συνοδεύει το ευρώ, σε σύγκριση με την πολύ πιο υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία που θα είχε σήμερα το μάρκο. Στο ευρώ επομένως οφείλει το Τέταρτο Ράιχ την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών από το 1998 (χρονιά που εισήχθηκε η ΟΝΕ και προηγείται της κυκλοφορίας των χαρτονομισμάτων και κερμάτων ευρώ) μέχρι το 2011 κατά 117%! Το γεγονός μάλιστα ότι η μεγαλύτερη αύξηση (κατά 154%) πραγματοποιήθηκε στις χώρες εκτός ευρώ και εκτός ΕΕ, δείχνει το μέγεθος του πλήγματος που θα κατάφερνε στην γερμανική οικονομία ένα ανατιμημένο «εθνικό της νόμισμα», που θα προερχόταν από την διάλυση του ευρώ ή την εκδίωξη/αποχώρηση των περιφερειακών χωρών από την ευρωζώνη.

Παρόλα αυτά, τα εξαγωγικά οφέλη της Γερμανίας από την ύπαρξη της ευρωζώνης, αν και υπογραμμίζουν τον ασύμμετρο τρόπο που κατανέμονται τα κέρδη από τις οικονομίες κλίμακας εντός της ευρωζώνης, δεν εγγυώνται ότι το Βερολίνο θα διατηρεί με κάθε κόστος και στο μέλλον τη σημερινή σύνθεση της. Μετά βεβαιότητας ωστόσο επιτρέπουν σε μας να επαναλάβουμε δημοσίως τόσο προς τη Γερμανία όσο κι απέναντι στις πολιτικές κι οικονομικές ελίτ της Ευρώπης όταν μας ζητούν να αποδεχτούμε νέες θυσίες και νέα μέτρα λιτότητας  ό,τι είπε κι η βουλευτής του Ραχόι στους ισπανούς άνεργους: Que se jodan…

*«Να πάνε να γαμηθούν». Σχόλιο της βουλευτού του Ισπανικού Λαϊκού Κόμματος, Αντρέα Φάμπρα, για τους ισπανούς ανέργους που ειπώθηκε στη Βουλή μόλις ψηφίσθηκε η μείωση των επιδομάτων ανεργίας…

Στο δρόμο για πλήρες Μνημόνιο Ισπανία και Ιταλία (Πριν, 29.7.2012)

Την επόμενη φορά που οι ηγέτες της Ιταλίας και της Ισπανίας θα θελήσουν να εκφράσουν δημόσια την ικανοποίησή τους για την νίκη τους επί της Μέρκελ θα το σκεφτούν πολλές φορές. Εκτός κι αν πρόκειται για κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούν εύκολα να θριαμβολογούν, καμαρώνοντας για την επικράτησή τους επί της Γερμανίας. Μέχρι εκεί όμως…

Η εβδομάδα που πέρασε έδειξε ποιος ήταν ο πραγματικός νικητής της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ της 28ης Ιουνίου και δεν ήταν άλλος από την Γερμανία. Μάρτυρας τα επιτόκια των ισπανικών ομολόγων που πήραν φωτιά, σκαρφαλώνοντας (τα 10ετή ειδικότερα) στο 7,5%. Επίπεδο μη βιώσιμο που (από τη στιγμή που έχει αποκλειστεί η λύση του εσωτερικού δανεισμού) μετατρέπει σε θέμα χρόνου την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης της Ισπανίας με πλήρη τρόπο κι όχι τις ενδιάμεσες λύσεις που φάνηκε να προκρίνονται με βάση την απόφαση της Συνόδου Κορυφής. Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται κάνει την Γερμανία να χαμογελά για πολλούς λόγους. Κατά πρώτον, επειδή, η απόφαση που λήφθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορεί να παρεμβαίνει στην δευτερογενή αγορά αγοράζοντας ομόλογα κρατών που δέχονται κερδοσκοπική επίθεση, αποδείχθηκε κενό γράμμα. Η προσφυγή που έγινε, στο ενδιάμεσο, στο γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο για να αποφασιστεί κατά πόσο αυτή η απόφαση είναι συνταγματική παγώνει κάθε σχετική πρωτοβουλία. Μέχρι επομένως να αποφανθεί το ανώτατο δικαστήριο της Καρλσρούης η απόφαση είναι σα να μην έχει ληφθεί.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο οι οικονομικές εξελίξεις της προηγούμενης εβδομάδας δικαίωσαν τους Γερμανούς σχετίζεται με την κατάρρευση των ενδιάμεσων λύσεων, δηλαδή τη φόρμουλα της ημι-προσφυγής που είχε επινοηθεί, προβλέποντας ότι μια χώρα θα μπορεί να στέλνει τις τράπεζές της στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας χωρίς να επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος της. Από την επόμενη κιόλας μέρα, και με αφορμή τα εξοντωτικά μέτρα λιτότητας που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι, είχε φανεί πως κι αυτή η απόφαση δεν εγγυόταν ότι οι Ισπανοί θα έμεναν ανεπηρέαστοι από την υπαγωγή των τραπεζών τους στο Ταμείο Σταθερότητας, απ’ όπου θα πάρουν 100 δισ. ευρώ. Αποδείχτηκε ωστόσο πως ούτε η λιτότητα ήταν αρκετή. Ο λόγος για τον οποίο οδηγηθήκαμε στην εκτόξευση των επιτοκίων σχετίζεται με τον θανάσιμο εναγκαλισμό των τραπεζών με το κάθε δημόσιο κι όσο δεν κόβεται αυτός ο ομφάλιος λώρος, βίαια μάλιστα, δηλαδή με εθνικοποίηση και ανασύσταση εξ αρχής και σε δημόσια βάση του κατακερματισμένου τραπεζικού χάρτη, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις θα οργιάζουν. Η Γερμανία από την άλλη, θα τις αφήνει να ξεδιπλώνονται ξέροντας ότι έτσι η επιβολή Μνημονίων φαντάζει αναπόδραστη και λύση σωτηρίας. Ακόμη κι αν αυξάνονται τα ερωτηματικά για την επάρκεια των διαθέσιμων κεφαλαίων λόγω του ότι το δημόσιο χρέος της Ιταλίας και της Γαλλίας (τρίτης και τέταρτης οικονομίας της ευρωζώνης, με βάση τα μεγέθη) αθροιστικά ξεπερνά τα 2,8 τρισ. ευρώ! Οπότε, ενδεχόμενη επιχείρηση «διάσωσής» τους απαιτεί ξανασχεδιασμό των μέσων παρέμβασης, μια και τα υπαρκτά δεν επαρκούν… Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο κι οι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την βαθμολογία του Ταμείου και την προοπτική τριών χωρών του ευρωπαϊκού κέντρου, μεταξύ των οποίων κι η Γερμανία, επισημαίνοντας ότι οι συνέπειες από την κρίση στην ευρωζώνη δεν περιορίζονται μόνο στην περιφέρεια, αλλά θίγουν πλέον όλη την ευρωζώνη, ακόμη και τη συναλλαγματική ισοτιμία του κοινού νομίσματος. Πρόκειται για εξελίξεις που όσο κι αν οξύνουν τις αντιφάσεις επί των οποίων κατασκευάστηκε πριν δέκα χρόνια το ευρώ, δεν προκαλούν κανέναν σκεπτικισμό στη Γερμανία κι ούτε φυσικά θέτουν σε αμφιβολία την προτεραιότητα που έχει σήμερα η μάχη για την αφαίρεση των κοινωνικών κατακτήσεων στην Ευρώπη, με κάθε μάλιστα κόστος…

Η Μέρκελ σπρώχνει και την Ιταλία στο χάος (Επίκαιρα, 5-11 Ιουλίου 2012)

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

Το MAXXI, στο κέντρο της Ρώμης, είναι ένα από τα πιο γνωστά μουσεία σύγχρονης τέχνης. Στα τρέχοντα εκθέματά του μπορεί να δει κανείς πρωτότυπες εγκαταστάσεις που συνδυάζουν σχέδιο, αρχιτεκτονική και ποίηση, εκθέματα όπως το μοντέλο GT Veloce της Άλφα Ρομέο, που χρησιμοποιήθηκε για τη δολοφονία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι στις 2 Νοέμβρη 1975, σε έναν σκοτεινό χώρο του μουσείου που αναπαριστά τις μυστηριώδεις συνθήκες της εγκληματικής επίθεσης υποβάλλοντας τον επισκέπτη και άλλα πολλά. Στο ισόγειο εν τούτοις φιλοξενείται μια έκθεση που θα μπορούσε να παρουσιάζεται ακόμη και στον πιο παραδοσιακό και συνηθισμένο εκθεσιακό χώρο: Σημερινές φωτογραφίες από τα πεδία μάχης του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Χορταριασμένα χαρακώματα σε απόσταση λίγων μέτρων από συρματοπλέγματα και φωτογραφίες από τρύπες σε βράχους που χρησίμευαν ως κρησφύγετο είναι ότι έχει μείνει σήμερα από έναν πόλεμο που στιγμάτισε την Ευρώπη δείχνοντας για πρώτη φορά το αποκρουστικό κι επικίνδυνο για την ανθρωπότητα πρόσωπο της Γερμανίας.

Ανεξαρτήτως των κριτηρίων με τα οποία αποφάσισαν οι υπεύθυνοι του μουσείου να φιλοξενήσουν την συγκεκριμένη έκθεση, η Ιταλία ζει κι αυτή τον τελευταίο χρόνο (αφότου ξεκίνησε η εφαρμογή των βάρβαρων μέτρων λιτότητας) τον δικό της πόλεμο και το μίσος κατά της Γερμανίας βρίσκεται σε πρωτοφανή επίπεδα. Το βρισίδι που άκουσε η Μέρκελ και η Γερμανία το βράδυ της Πέμπτης μετά τη νίκη της εθνικής Ιταλίας, ήρθε να επιβεβαιώσει το βάθος του διχασμού που έχει εδραιωθεί στην Ευρώπη, χωρίζοντας το νότο και την περιφέρεια από το βορά και το κέντρο.

Στο υπόβαθρο αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται η απότομη επιδείνωση του κοινωνικού ζητήματος στην Ιταλία. Η επίσημη ανεργία ξεπερνάει σταθερά το 10%, ενώ στους νέους κάτω των 25 ετών η Ιταλία έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας. Ιστορίες για δασκάλους και νέους επιστήμονες με διδακτορικό που δεν μπορούν να βρουν δουλειά ούτε σε συνεργεία καθαρισμού ακούγονται συνεχώς. Και μαζί με αυτές άλλες ιστορίες για μικρομάγαζα και επιχειρήσεις που κλείνουν πετώντας καθημερινά στον δρόμο πολλές εκατοντάδες εργαζόμενους, τόσο στον ανεπτυγμένο και πάλαι ποτέ βιομηχανικό βορρά όσο και στον αγροτικό νότο.

Η κατάσταση όμως δεν θα ήταν έτσι στην Ιταλία αν δεν υπήρχε το ευρώ, αν η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν δημιουργούσαν συνθήκες ασφυξίας στην οικονομία με την περιοριστική νομισματική πολιτική που ακολουθούν. Η προτροπή του πρώην πρωθυπουργού, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, στο πλαίσιο ομιλίας του να αρχίσει να τυπώνει η Ιταλία τα δικά της ευρώ με τη βοήθεια των μηχανών εκτύπωσης που εξακολουθεί να διαθέτει μπορεί να θεωρήθηκε πρόκληση, εξέφραζε όμως πλήρως τις αρνητικές διαθέσεις σημαντικού μέρους της κοινωνίας απέναντι στο κοινό νόμισμα.

Την ίδια πίεση εξέφρασε κι ο δοτός πρωθυπουργός Μάριο Μόντι, ανεβάζοντας τους τόνους απέναντι στην Γερμανία, πριν πάει στη Σύνοδο Κορυφής. Το αίτημα που διατύπωσε τόσο αυτός όσο κι ο ισπανός ομόλογός του, Μαριάνο Ραχόι απέναντι στην Γερμανία ήταν προφανές: Να δώσει χρήματα ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, που ξεκίνησε την λειτουργία του την Κυριακή 1 Ιουλίου, για την αγορά ισπανικών και ιταλικών κρατικών ομολόγων ώστε να πέσουν τα επιτόκια τους από τη ζώνη του 7%, που βρίσκονται σταθερά τις τελευταίες εβδομάδες. Πρόταση που απορρίφθηκε από την Γερμανία πριν ξεκινήσει η σύνοδος για έναν απλό λόγο: Το Βερολίνο χρησιμοποιεί την κρίση χρέους ως μέσο εκβιασμού ώστε να αναγκάσει την μία χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας μετά την άλλη να προσφύγουν στον «μηχανισμό διάσωσης» και, το σημαντικότερο, να επιβάλλουν τα βάρβαρα μέτρα λιτότητας που έχουν ήδη εφαρμόσει οι τρεις χώρες οι οποίες μπήκαν πρώτες στον «μηχανισμό διάσωσης»: Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία.

Η κατάσταση στην Ιταλία όμως κρέμεται από μία κλωστή και η κυβέρνηση του Μόντι απειλείται με ανατροπή, λόγω του ότι (και εκεί) η χρεοκοπία πλησιάζει πιο κοντά όσο πιο πιστά εφαρμόζονται οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Βερολίνου για την αποφυγή της! Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Μόντι για να εξευμενίσει την Μέρκελ, και να δημιουργήσει φυσικά τις απαραίτητες συμμαχίες με την οικονομική ελίτ της Ιταλίας, μία μέρα πριν πάει στην κρίσιμη σύνοδο κορυφής ψήφισε, μετά από πολιτικές αντιπαραθέσεις και διχογνωμίες μηνών στην Βουλή, έναν βαθιά αντεργατικό νόμο με αποτέλεσμα να διευκολύνονται στο εξής οι απολύσεις. Κατά τη γνώμη πρώην υπουργού το μόνο που θα καταφέρει αυτός ο νόμος δεν θα είναι η διευκόλυνση των προσλήψεων (όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση) αλλά η ώθηση στην παραοικονομία τουλάχιστον 3 εκ. εργαζομένων. Η αγορά εργασίας δηλαδή θα κατακερματιστεί περαιτέρω και τα ασφαλιστικά δικαιώματα θα δεχτούν ένα επιπλέον πλήγμα μετά απ’ αυτό που δέχτηκαν το Δεκέμβριο όταν η κυβέρνηση αύξησε το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 68 χρόνια, με την Ιταλία σήμερα να έχει το υψηλότερο όριο στην Ευρώπη. Πλήρως ενδοτική αποδείχθηκε η κυβέρνηση του Μόντι κι απέναντι στις κλυδωνιζόμενες τράπεζες. Πάλι μια μέρα πριν πάει στις Βρυξέλλες, η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε την δανειοδότηση της τρίτης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας, της Monte dei Paschi, με 2 δισ. ευρώ.

Παρόλα αυτά, παρά δηλαδή την ψήφιση του ενός αντεργατικού νόμου μετά τον άλλο και την απλοχεριά απέναντι στις χρεοκοπημένες τράπεζες, ούτε οι περίφημες αγορές ούτε η Μέρκελ έδειξαν τον παραμικρό οίκτο απέναντι στην Ιταλία, που αργά και σταθερά οδηγείται στην χρεοκοπία! Η Μέρκελ αφήνει την Ιταλία να τσουρουφλίζεται πληρώνοντας επιτόκια που οξύνουν την κρίση χρέους και επιβαρύνουν υπέρμετρα και αδικαιολόγητα τους ιταλούς φορολογούμενους γιατί έτσι οδηγείται πιο γρήγορα στον σκοπό της: να φτάσει ακόμη πιο βαθιά το νυστέρι της λιτότητας, χωρίς κανέναν ενδοιασμό για το κοινωνικό κόστος ή την πορεία των δημόσιων οικονομικών που, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τώρα κι όχι την, ας πούμε, ανέμελη εποχή απειλούνται περισσότερο με εκτροχιασμό.

Για την οικονομική κατάσταση στην Ιταλία και το μείζον θέμα του κοινού νομίσματος μιλήσαμε με τον Λουτσιάνο Βασαπόλο, διακεκριμένο καθηγητή Οικονομικών και Στατιστικής στο Πανεπιστήμιο Σαπιένζα της Ρώμης, στο πλαίσιο οικονομολογικού συνεδρίου με διεθνείς συμμετοχές: «Το ευρώ είναι νεκρό», μας είπε. «Μετά από μια δεκαετία επέκτασης της φτώχειας και της ανεργίας, από την μια, και της οικονομικής και πολιτικής επιρροής της Γερμανίας, από την άλλη, έχει γίνει εμφανές ότι το πολλά υποσχόμενο κατά το παρελθόν κοινό νόμισμα αποτελεί υπ‘ αριθμόν ένα κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή και τα κυριαρχικά δικαιώματα. Ακόμη και τώρα όμως δεν είναι αργά να το εγκαταλείψουμε. Αντίθετα, αποτελεί μονόδρομο η έξοδος από την ευρωζώνη και η δημιουργία μιας νέας οικονομικής και πολιτικής ένωσης των νοτιο-ευρωπαϊκών χωρών που έχουν παρόμοια παραγωγικότητα. Η απόρριψη των αποτυχημένων προγραμμάτων λιτότητας και η συγκρότηση μιας τέτοιας ένωσης (χωρίς την γερμανική μπότα) και στη συνέχεια ενός νέου κοινού νομίσματος, μαζί με μια σειρά άλλους στόχους όπως η εθνικοποίηση των τραπεζών και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, μπορεί να επαναφέρει την κοινωνική ευημερία στην ευρωπαϊκή ήπειρο».