ΔΝΤ σημαίνει φτώχεια, ανεργία και οικονομική ερήμωση (Πριν, 21/3/2010)

ΟΥΤΕ ΔΝΤ ΟΥΤΕ ΕΕ

Λετονία, Ουγγαρία και Ρουμανία που προσέφυγαν στο μισητό διεθνή οργανισμό είδαν την ανεργία και τη συρρίκνωση του ΑΕΠ να καταγράφει παγκόσμια ρεκόρ

Ώρες αγωνίας είναι αυτές που περνάμε μέχρι να αποσαφηνιστεί το τι θα γίνει, δεδομένης της απόφασης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να προσφύγει για δανεισμό στο ΔΝΤ είτε στην ΕΕ και των τρομερών πιέσεων που ασκούν οι Γερμανοί προς την πρώτη κατεύθυνση. Μια απόφαση που πρέπει να υπογραμμίσουμε πως δεν αποτελεί μονόδρομο.

Σύμφωνα με τους ίδιους, το πρόβλημα της Ελλάδας αποκτά άμεσο και πιεστικό χαρακτήρα ωθώντας για λύση, υπό το βάρος δύο εξελίξεων. Αρχικά, της ανάγκης εύρεσης 20 δισ. ευρώ τις επόμενες εβδομάδες με τα οποία θα αναχρηματοδοτηθεί παλιότερο χρέος. Κι επίσης, λόγω του εξαιρετικά υψηλού επιπέδου στο οποίο συνεχίζουν να κινούνται τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων. Ενδεικτικά, μόλις την Πέμπτη το δεκαετές ομόλογο διαπραγματευόταν με επιτόκιο 6,265%, δηλαδή με 3,14 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το αντίστοιχο γερμανικό. Επίπεδο απαράδεκτο κατά την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που ωθεί στην εξεύρεση λύσης. Γιατί να θεωρείται όμως απαράδεκτο; Μια συγκριτική εξέταση του κόστους που επισείει η άλλη εναλλακτική λύση πείθει για το αντίθετο: ότι προτιμότερο είναι να πληρώνουμε αυτά τα τοκογλυφικά επιτόκια μέχρι να ξενταλκαδιάσει η κερδοσκοπία και μετά βλέπουμε.

Το δυσάρεστο είναι πως με το πέρασμα του χρόνου το απευκταίο για την κοινωνική πλειοψηφία σενάριο της προσφυγής στο μισητό, ιμπεριαλιστικό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φαίνεται όλο και πιο πιθανό, λόγω της αφόρητης πίεσης που ασκεί η ίδια η Γερμανία. Αυτό το σενάριο δεν ήταν ωστόσο το ίδιο απευκταίο για την κυβέρνηση, η οποία από την αρχή της δημοσιονομικής κρίσης έσειε το χαρτί του ΔΝΤ (αποκρύπτοντας ταυτόχρονα το τρομερό κοινωνικό κόστος που συνόδευε μια τέτοια απειλή) με μία άνεση που έκανε όσους ξέρουν τι εστί ΔΝΤ να απορούν αν πίσω απ’ αυτή την άνεση κρύβεται η παροιμιώδης αφέλεια του Γιωργάκη ή κάποιο άλλο σχέδιο πρόσδεσης της χώρας στις ΗΠΑ. Η άνεση έδωσε τη θέση της στην ελαφρύτητα που έφθασε στο αποκορύφωμά της την προηγούμενη Πέμπτη όταν ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου δήλωνε από το βήμα του ευρωκοινοβουλίου ότι επειδή έχουμε εφαρμόσει όλα τα μέτρα που λίγο – πολύ ζητάει το ΔΝΤ σε τέτοιες περιπτώσεις το μόνο που μένει είναι να πάμε να σηκώσουμε τα λεφτά. Όπως περίπου πάμε στην τράπεζα και σηκώνουμε από τον λογαριασμό μας, το ίδιο θα συμβεί κι αν προσφύγουμε στο ΔΝΤ. Απλώς θα πάρει τα λεφτά, θα χαιρετίσει με το γνωστό χαμόγελο και θα φύγει…

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα! Η προσφυγή στο ΔΝΤ θα συνοδευτεί μετά βεβαιότητας από νέα μέτρα που θα εκτινάξουν την φτώχεια και την ανεργία σε πρωτοφανή, προπολεμικά επίπεδα!

Ιστορικά ξεκινώντας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μαζί την Παγκόσμια Τράπεζα που ιδρύθηκαν το 1944 στο πλαίσιο της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς είχαν ως κύριο έργο την εγγύηση της παγκόσμιας νομισματικής τάξης και του πολυμερούς συστήματος πληρωμών στον μεταπολεμικό κόσμο. Το ΔΝΤ ειδικότερα με ένα μεγάλο αποθεματικό που σχηματίστηκε με τις συνεισφορές (τα λεγόμενα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα – Special Drawing Rights) του κάθε ένα από τα 44 αρχικά και 192 πλέον κράτη μέλη του, μπορούσε να δανείζει κάθε χώρα που αντιμετώπιζε πρόβλημα εύρεσης ρευστού στην αγορά για να συνεχίσει να βρίσκεται «εντός» – να συμμετέχει δηλαδή στο εμπόριο και τις ανταλλαγές. Τα χρήματα ωστόσο δεν τα χορηγούσε τόσο απλά. Το ΔΝΤ έγινε αντικείμενο μίσους από τις εσχατιές της Λατινικής Αμερικής μέχρι την τελευταία γωνία της Αφρικής και της Ασίας (γι’ αυτό και στο Μαξίμου δεν ξέρουν τίποτε…) επειδή οι όροι που έθετε ήταν δρακόντειοι και ειδεχθείς. Στην πράξη το ΔΝΤ εγγυούταν την μεταπολεμική ιμπεριαλιστική παγκόσμια οικονομική τάξη συμπλήρωμα του κεϋνσιανισμού που ανθούσε στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Λειτουργούσε ως δανειστής έσχατης ανάγκης έτσι ώστε ποτέ μια πολυεθνική ή οι ξένοι πιστωτές να μη χάσουν τα λεφτά τους ή τον πελάτη τους. Ήταν επίσης και το μακρύ χέρι της αμερικανοκρατίας. Το ΔΝΤ με τους όρους που έθετε για να χορηγήσει δάνεια έγινε ο πολιορκητικός κριός του δεκάλογου της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον (του νεοφιλελευθερισμού στα αμερικανικά): απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και της αγοράς εργασίας (κατάργηση κατώτατου μισθού, ορίου απολύσεων και κάθε κανονιστικού πλαισίου) απομάκρυνση των εμπορικών δασμών, διακοπή των επιδοτήσεων στις εθνικές βιομηχανίες, ιδιωτικοποιήσεις, κ.ο.κ.

Περιττό να πούμε ότι τα δημόσια οικονομικά ή οι μακροοικονομικές ανισορροπίες μπορεί να εξυγιαίνονταν αλλά με το πέρας της θεραπείας ο ασθενής… ξεραινόταν! Ούτε μία χώρα από τις δεκάδες χώρες που πέρασαν από τα ηλεκτροσόκ του δεν επανέκτησαν τον πρότερο δυναμισμό τους. Το αποτέλεσμα ήταν να υποπέσουν σε χρόνια ύφεση κι η φτώχεια με την ανεργία να κάνουν θραύση. Αποτέλεσμα αυτών ακριβώς των καταστροφικών μεθόδων που χρησιμοποιούσε ανέκαθεν το ΔΝΤ ήταν ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας, Τζόζεφ Στίγκλιτς, ακριβώς πριν δέκα χρόνια τον Ιανουάριο του 2000, να τα παρατήσει και να φύγει αηδιασμένος από την Παγκόσμια Τράπεζα καταγγέλλοντας τις εγκληματικές συνταγές που χορηγούσε σε συνεργασία με το ΔΝΤ, ίδιες κι απαράλλαχτες δια πάσα νόσο… Η αφορμή για την αφύπνιση της συνείδησής του αποτέλεσε η κρίση στη Νοτιοανατολική Ασία κι η θεραπεία που ακολούθησε. Από τις ύβρεις που εξαπέλυσε εναντίον τους ο μετέπειτα νομπελίστας δεν ξέφυγε ούτε η επιστημονική τους επάρκεια με την οποία ενδύουν κάθε σύσταση νομιμοποιώντας και συγκαλύπτοντας το ταξικό, ιμπεριαλιστικό της περιεχόμενο. «Τριτοκλασάτους επιστήμονες πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων» είχε χαρακτηρίσει όλους αυτούς τους λιμοκοντόρους που παριστάνουν τις διάνοιες, ο Στίγκλιτς…

Η αλήθεια είναι πως μέχρι πρόσφατα πιστεύαμε ότι τα ηλεκτροσόκ του ΔΝΤ αφορούσαν τον Τρίτο Κόσμο, ενώ στον Πρώτο το κεφάλαιο επεφύλασσε πιο εξελιγμένες, λιγότερο βάρβαρες πολιτικές ανάνηψης, όπως ήταν για παράδειγμα η αντιλαϊκή Συνθήκη του Μάαστριχτ που άνοιξε το δρόμο για τη νομισματική ενοποίηση. Οι αυταπάτες διαλύθηκαν πριν ένα χρόνο όταν χώρες – μέλη της ΕΕ παρά τις εκκλήσεις τους στην ΕΕ και δη τη Τέταρτο Ράιχ το μόνο που συνάντησαν ήταν πόρτες κλειστές κι έτσι αναγκάστηκαν να προσφύγουν στο ΔΝΤ. Ήταν συγκεκριμένα η Ουκρανία, η Σερβία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία κι η Λετονία. Ξεκινώντας από την τελευταία: Για να λάβει ένα δάνειο 7,5 δισ. ευρώ αναγκάστηκε να μειώσει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων κατά 50%, να περιορίσει τις χρηματοδοτήσεις των νοσοκομείων κατά 40%, να αυξήσει όλους τους έμμεσους φόρους, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, ακόμη και να κλείσει σχολεία! Ο νεοφιλελεύθερος χουλιγκανισμός έφθασε σε τέτοια επίπεδα που πούλησαν ακόμα και ολόκληρη πόλη. Το αποτέλεσμα ήταν η ανεργία να φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ της τάξης του 23% κι η πτώση του ΑΕΠ το 2009 κι αυτή σε επίπεδο ρεκόρ, χωρίς όμοιο σε όλο τον κόσμο, της τάξης του 18%. Στην Ουγγαρία για να δοθούν υπό τη μορφή δανείου 25 δισ. δολ. απαιτήθηκε η μείωση του ύψους των συντάξεων, η αύξηση του ορίου ηλικίας από τα 62 στα 65 έτη κι η δραματική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, όπου μεταξύ άλλων ιδιωτικοποιήθηκε και το δημόσιο σύστημα μεταφορών. Στη Ρουμανία για να δοθεί δάνειο ύψους 20 δισ. δολ. επιβλήθηκαν 100.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, κατάργηση όλων των πληρωμένων αδειών για τους δημόσιους υπαλλήλους και μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 1% κάθε χρόνο πέρυσι και φέτος και 1,5% το 2011. Μένοντας σε αυτές μόνο τις τρεις χώρες πρέπει να πούμε ότι μοιράζονται ένα επιπλέον χαρακτηριστικό: Οι κυβερνήσεις που πήγαν να εφαρμόσουν τα παραπάνω μέτρα και στα τρία κράτη ανατράπηκαν. Στην Ουγγαρία μάλιστα, την οποία επισκέφθηκε ο πρωθυπουργός κάνοντας ότι δεν ξέρει τίποτε, το αδερφό κόμμα του ΠΑΣΟΚ που έστειλε την χώρα στο ΔΝΤ διορίζοντας στη συνέχεια ως πρωθυπουργό έναν επιχειρηματία, οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν να κατακρημνίζεται, έναν μήνα πριν τις πρόωρες εκλογές. 11% δίνουν τα γκάλοπ στους σοσιαλιστές που τιμωρούνται μ’ αυτό τον τρόπο για την απόφασή τους να προσφύγουν στο ΔΝΤ, ενώ η Δεξιά παίρνει 46% κι η ακροδεξιά 12%, περισσότερα δηλαδή απ’ ότι κερδίζουν οι σοσιαλιστές. Με άλλα λόγια όποιο κόμμα άνοιξε το δρόμο για το ΔΝΤ και ταυτίστηκε με τις εξοντωτικές πολιτικές του υπέγραψε και την πολιτική του καταδίκη!

Ειρήσθω εν παρόδω, η πρωτοβουλία του Γιωργάκη να επισκεφθεί την Ουγγαρία αναδεικνύοντας την σε χώρα πρότυπο για την Ελλάδα δεν είναι καν δική του. Στην Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στις 20-21 Φεβρουαρίου 2010 διαβάζουμε ότι «ο Τζορτζ Σόρος, ο δισεκατομμυριούχος μάνατζερ κερδοσκοπικών κεφαλαίων υποστηρίζει ότι η προσπάθεια της Ουγγαρίας θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν παράδειγμα για την Ελλάδα, όπως επίσης την Πορτογαλία και την Ισπανία»…

Με βάση τα παραπάνω η επιλογή του ΔΝΤ, έστω κι αν επιβληθεί στο πλαίσιο της μικτής λύσης ενός «κοινοπρακτικού» δανείου με τη συμμετοχή όχι μόνο του ΔΝΤ, αλλά μαζί και της ΕΕ, αποδεικνύεται καταστρεπτική για τους εργαζόμενους και την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Κατά συνέπεια είναι χίλιες φορές προτιμότερο να πληρώνουμε όχι μόνο 6,5%, αλλά και μεγαλύτερα επιτόκια της τάξης του 8 και 9%, παρά να προσφύγουμε στο μισητό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο η κυβέρνηση εμφανίζει ως εναλλακτική λύση, παραβλέποντας τις δραματικές συνέπειες που θα έχουν οι συνταγές του στους ρυθμούς μεγέθυνσης, την ανεργία και τη φτώχεια!

Οργή για τους τραπεζίτες (Περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ ΝΤΑΒΟΣ

ΣΕ ΡΟΛΟ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ 

Επισήμως, το θέμα που επιλέχτηκε να συζητηθεί στις φετινές εργασίες του Νταβός ήταν «Βελτιώνοντας την κατάσταση του κόσμου: Επανεξέταση, επανασχεδιασμός, ανοικοδόμηση». Ανεπισήμως, το θέμα περιγράφτηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal, αντανακλώντας το κλίμα των συζητήσεων, μια μέρα μετά την επίσημη λήξη των εργασιών: «Σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»!

Το κέντρο βάρους της φετινής συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απείχε σημαντικά από τον δυτικό κόσμο που αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης. Η σύνοδος του 2010 που διήρκεσε από τις 27 έως τις 31 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή 2.500 ατόμων, σφραγίσθηκε από τον περιορισμό του ειδικού βάρους των γνωστών και μη εξαιρετέων υπερανεπτυγμένων κρατών στην παγκόσμια οικονομία και την ανάδυση των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών, που καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο. Ορισμένα μεγέθη επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ομάδα των επτά πλουσιοτέρων κρατών, το περίφημο G7, το 1976 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ ισοδυναμούσε με 6,3 τρισ. δολ.) παρήγαγε το 61,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ο υπόλοιπος κόσμος το εναπομείναν 38,1%. Το 1990 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 21,8 τρισ. δολ.) το μερίδιο του G7 είχε αυξηθεί στο 66,2%. Το 2008 (όταν το ΑΕΠ του κόσμου ανερχόταν σε 60,6 τρισ. δολ.) η τάση ανόδου είχε αντιστραφεί πλήρως και στο G7 αντιστοιχούσε το 52,8%. Το μερίδιο δε των υπόλοιπων 13 χωρών που απαρτίζουν σήμερα το G20 από 24,3% που ήταν το 1990, το 2008 έφθασε το 34,6%. Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορούσαν να αγνοούνται; Η νέα αυτή πραγματικότητα που έδωσε την ώθηση γα την δημιουργία του G20 και τον παροπλισμό του G7 εκφράστηκε, αν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τουλάχιστον εμφανώς στη σύνοδο του φετινού φόρουμ του οποίου ηγείται ο Κλάους Σβαμπ. Για παράδειγμα τα μέλη των αντιπροσωπειών των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – (και συχνά περιγράφονται με το αρκτικόλεξο BRIC) υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2005, φθάνοντας τους 237 κι αποτελώντας το 10% των αντιπροσώπων.

Ενδεικτικό στοιχείο για το αυξανόμενο ενδιαφέρον με το οποίο γίνονται δεκτές οι διάφορες ομάδες αναπτυσσομένων χωρών είναι κι η θαυμαστή πορεία που καταγράφουν διάφορα αρκτικόλεξα όπως για παράδειγμα το BRITVIC, όπου μεταξύ της Βραζιλίας και της Ρωσίας από τη μια και της Ινδίας και της Κίνας από την άλλη παρεμβάλλονται οι χώρες Ταϊβάν, Βιετνάμ και Ινδονησία. Ή, το CIVETS που περιγράφει τις χώρες Κολομβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Αίγυπτο, Τουρκία και Νότα Αφρική.

Τα ομαδικά πυρά κατά των τραπεζιτών εξαπολύθηκαν πριν απ’ όλους από τον γάλλο πρόεδρο, που έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία από πολλούς εκπροσώπους χαρακτηρίστηκε προεκλογική κι ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους του φόρουμ αλλά στους γάλλους ψηφοφόρους που σε έξι σχεδόν εβδομάδες θα όδευαν για τις κάλπες των δημοτικών εκλογών. Λαϊκιστής με άλλα λόγια, χαρακτηρίστηκε ο Νικολά Σαρκοζύ, όπως συνηθίζεται σε όσους πολιτικούς, όχι μόνο της Αριστεράς όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν αλλά ακόμη και της πιο καθαρόαιμης Δεξιάς, αποκλίνουν από τον επίσημο λόγο, εκφράζοντας τις λαϊκές ανησυχίες. Ο γάλλος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να προαναγγείλει πως θα αξιοποιήσει την προεδρία του G20 που θα έχει το Παρίσι τον επόμενο χρόνο, το 2011, για να συγκροτήσει ένα νέο νομισματικό σύστημα. «Χρειαζόμαστε ένα νέο Μπρέτον Γουντς», ήταν τα λόγια του παραπέμποντας στην ιστορική διάσκεψη του Νιου Χαρμσάιρ το 1944 όταν τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής νομισματικής αρχιτεκτονικής. «Δεν μπορούμε να έχουμε από την μεριά μια πολυπολική τάξη κι από την άλλη ένα και μόνο αποθεματικό νόμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο» τόνισε, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Στην ομιλία του επίσης, αφού περιέγραψε την κρίση των τελευταίων ετών ως «κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης» ζήτησε τον διεθνή συντονισμό ώστε να εφαρμοστεί ένα ασφαλές κι αξιόπιστο πλαίσιο ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Πως μπορούμε σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τρεις φορές περισσότερα κεφάλαια για να καλύπτουν τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους και να μη ζητούμε το ίδιο από τις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες», αναρωτήθηκε.

Στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τράπεζες βρέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση που διχάζει τις ΗΠΑ κι όχι μόνο για την επαναφορά του νόμου Glass Steagall του 1932, με τον οποίο διαχωρίζονται οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, ώστε τα ρίσκα που αναλαμβάνουν οι τελευταίες να μην θέτουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός που επιχειρείται να επανέλθει σήμερα από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα καταργήθηκε το 1999 επί Μπιλ Κλίντον. Σφοδρότεροι δε επικριτές του είναι οι τραπεζίτες και τα ευρύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πέρυσι παρακάλαγαν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τον κρατικό κορβανά και να οικειοποιηθούν τα λεφτά των φορολογουμένων για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Και φέτος, προκαλούν εκ νέου με τα μυθικά μπόνους που διανέμουν στα πρωτοκλασάτα στελέχη τους. Για παράδειγμα, η ασφαλιστική εταιρεία American International Group (AIG) που την άνοιξη του 2008 έλαβε από το αμερικανικό κράτος 180 εκ. δολάρια για να σωθεί από την κατάρρευση, μόλις πριν λίγες εβδομάδες διένειμε στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προκάλεσαν την ουσιαστική της χρεοκοπία με τις άστοχες επενδύσεις στα υψηλού ρίσκου παράγωγα, μπόνους ύψους 100 εκ. μπόνους. Έτερο παράδειγμα, το μπόνους ύψους 16 εκ. δολ. που πήρε υπό τη μορφή μετοχών ο διευθυντής της JPMorgan η οποία μόλις την άνοιξη του 2008 έλαβε από το κράτος 25 δισ. δολ. για να μη χρεοκοπήσει. Πως μετά να μη φτάνει όχι ο Φιντέλ Κάστρο ή ο Ούγκο Τσάβες αλλά η Wall Street Journal, που αποτελεί βίβλο των αμερικανών τραπεζιτών, να λέει «σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»; Το ολότελα διαφορετικά κλίμα που έχει διαμορφωθεί απέναντι στους τραπεζίτες μετά την κρίση αποτυπώθηκε, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, από τον πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων όταν ρωτήθηκε κατά την έξοδό του από μια συζήτηση στο Νταβός κατά πόσο προτίθενται να συνεργαστούν οι τραπεζίτες για να συμφωνηθούν με ένα συναινετικό τρόπο οι όροι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. «Ποιος νοιάζεται; Δεν επαφίεται σ’ αυτούς. Αν έχουν κάποιες προτάσεις θα τις ακούσουμε», ήταν η απίστευτα περιφρονητική απάντησή του όπως μεταφέρθηκε από τους απεσταλμένους της International Herald Tribune τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου.

Παρόλα αυτά το «κόντυμα» των τραπεζιτών κι οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για να τεθεί ένα όριο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία τους δυστυχώς δεν συνάδει με κινήσεις στην ίδια την οικονομία που θα έδιναν ώθηση στον λεγόμενο παραγωγικό τομέα, σηματοδοτώντας μια αντιστροφή στον υδροκεφαλισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα τέθηκε με πειστικότατο τρόπο από τον πρόεδρο της Ισλανδίας, ο οποίος πρόσφατα είπε ένα περήφανο όχι στην Αγγλία και την Ιρλανδία, αρνούμενος να πληρώσει το ισλανδικό δημόσιο τις αποζημιώσεις που έδωσαν σε όσους πολίτες τους έχασαν από τη χρεοκοπία της ισλανδικής τράπεζας, Icebank. «Για τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ η Ισλανδία προσφέρει σημαντικά μαθήματα», ήταν τα λόγια του. «Αν ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνει υπερβολικά δυνατός θα απορροφήσει τα αναγκαία ταλέντα για να καταστεί ο παραγωγικός τομέας ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια αγορά. Ένας εκρηκτικά αναπτυσσόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη. Η Ισλανδία όμως δείχνει ότι μακροχρόνια επισείει κινδύνους».

Η τεράστια αξία των επισημάνσεων του ισλανδού προέδρου επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές που συντελέστηκαν στον χάρτη της αμερικανικής οικονομίας την τελευταία διετία και συνεχίζουν να συντελούνται στο έδαφος της κρίσης, που ως κοινή συνισταμένη έχουν την ακόμη εντονότερη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής στο εσωτερικό της χώρας. Με βάση ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις 4 Φεβρουαρίου η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ στην κλωστοϋφαντουργία, τις εκτυπώσεις, τα έπιπλα, τους κινητήρες αυτοκινήτων και τα πλαστικά μόνο το 2009 συρρικνώθηκε σε ένα χρόνο από 7% μέχρι 2%. Η παραγωγική οικονομία των ΗΠΑ δηλαδή βγαίνει από την κρίση πολύ πιο αδυνατισμένη και ασθενής! Μία απ’ τα ίδια επομένως, καθώς φαίνεται πως οι αιτίες που συνέβαλαν, αν δεν οδήγησαν στη σημερινή κρίση, αναπαράγονται!

Κοινός τόπος μεταξύ όλων σχεδόν των ομιλητών στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, όπως μεταφέρθηκαν οι τοποθετήσεις τους από τον διεθνή Τύπο, ήταν επίσης κι η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρότι μάλιστα είναι δεδομένο πως τα χειρότερα είναι πίσω. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν άνοδο του ΑΕΠ της τάξης του 3,9% για φέτος και 4,3% για το 2011. Για τις ΗΠΑ ειδικότερα προβλέπουν άνοδο 2,7% φέτος και 2,4% του χρόνου, ενώ για την ευρωζώνη 1% φέτος και 1,6% το 2011. Ο κίνδυνος ωστόσο για τις 16 χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούν το ενιαίο νόμισμα είναι να εισέλθουν στη νέα φάση χωρισμένες στα δύο: από την μια αυτές που θα βλέπουν το ΑΕΠ τους να αυξάνεται έστω και ράθυμα κι από την άλλη αυτές που θα βουλιάζουν στην κρίση για ένα με δύο χρόνια ακόμη (βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.α.) με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες και στην οικονομία. Ειρήσθω εν παρόδω, δεν περνάει απαρατήρητο ότι η Ευρώπη που μέσα από την κρίση έβλεπε την δυνατότητα βελτίωσης της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εξέρχεται πιο βαριά τραυματισμένη από τις συμπληγάδες της, με τον νέο πολυ-πολικό κόσμο να αποδεικνύεται πολύ πιο αφιλόξενος για τις διεθνείς της φιλοδοξίες. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία, επιβεβαιώνει την υποβάθμισή της η οποία μάλιστα συμπίπτει με τη επικύρωση και την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τον διορισμό προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις της. Επανερχόμενοι στο διεθνές πλαίσιο των ζοφερών προβλέψεων, οι σημαντικότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του Νταβός συμφώνησαν πως τα δημοσιονομικά μέτρα, με τα οποία το κράτος στήριξε τον δοκιμαζόμενο ιδιωτικό τομέα, δεν πρέπει να διακοπούν υπό το φως των θετικών εξελίξεων γιατί τότε αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης ή βύθισης. Την άποψη αυτή υποστήριξε δημόσια κι ο γάλλος διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, παροτρύνοντας τα κράτη μέλη του να συνεχίσουν να έχουν το χέρι στην τσέπη. Ο αναντικατάστατος ρόλος των κρατικών μέτρων στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας (με βαρύτατες προφανώς συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά) επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του ιδιωτικού δανεισμού που όλες τις τελευταίες δεκαετίες στήριζε την χειμαζόμενη – λόγω παρατεταμένης λιτότητας – ιδιωτική κατανάλωση. Μέχρι το 2007 για παράδειγμα τα κτηματικά δάνεια ανέρχονταν στο 73% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και στο 81% του ΑΕΠ στην Αγγλία, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός στις επιχειρήσεις ισοδυναμούσε με το 46% του ΑΕΠ στην Αγγλία και το 36% στις ΗΠΑ. Στη βάση των παραπάνω «θα πρέπει να περιμένουμε πολλά χρόνια μείωσης του χρέους σε συγκεκριμένους τομείς ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κι αυτή η διαδικασία θα ασκήσει ένα αξιοσημείωτο εμπόδιο στην αύξηση του ΑΕΠ», αναφερόταν σε έκθεση διεθνούς οικονομικού ινστιτούτου που μετέφερε η βρετανική Guardian Weekly στις 22 Ιανουαρίου. Ταυτόχρονα άπαντες επίσης συμφωνούν πως δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική μηδενικών επιτοκίων καθώς έχει αρχίσει να δημιουργεί νέου τύπου φούσκες στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου καταλήγει το «τσάμπα χρήμα». Ενδεικτικά αναφέρθηκε πως οι διεθνείς ροές κεφαλαίου από 435 δισ. δολ. το 2009 αναμένεται φέτος να φθάσουν τα 722 και το 2011 να ξεπεράσουν τα 800 δισ. – πραγματική πλημμυρίδα ρευστού που αναστατώνει τις εθνικές οικονομίες οδηγώντας χώρες όπως η Βραζιλία να επιβάλουν φόρο στις βραχυπρόθεσμες κεφαλαίου, διώχνοντας έτσι τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Μια άνοδο των επιτοκίων όμως από την ΕΚΤ ή τη FED θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των απαισιόδοξων προβλέψεων, που γίνονται ακόμη ζοφερότερες από την εκτίναξη της ανεργίας στο 10% σε χώρες όπως η Αμερική για παράδειγμα, τίθεται υπό αίρεση ακόμη κι η διαπίστωση του Λόρενς Σάμερς, επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, ότι είμαστε στο μέσον μιας περιόδου «στατιστικής ανάκαμψης και ανθρώπινης ύφεσης»…

Απειλείται οικονομικό ολοκαύτωμα (Πριν, 15/12/2007)

Άνοδος τιμής πετρελαίου και πτώση του δολαρίου

ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ

 Άστραψαν και βρόντησαν οι πρόεδροι της Βενεζουέλας και του Ιράν στην τελευταία σύνοδο των ηγετών των μελών του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών εναντίον των ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως κανείς, στην κυριολεξία κανείς δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να τους κάνει να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, καθώς η αγωνία που εξέφραζαν με αφορμή την κάθετη πτώση της διεθνούς ισοτιμίας του δολαρίου ήταν κοινή! «Δεν βλέπετε πως το δολάριο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο», ρώτησε από το βήμα ο Ούγκο Τσάβες για να συμπληρώσει: «Λόγω της υποτίμησης του αμερικανικού δολαρίου οι συναλλαγές στο πετρέλαιο θα πρέπει να διεξάγονται με τη χρήση ενός συνδυασμού άλλων ισχυρών σκληρών νομισμάτων και θα πρέπει να απαιτήσουμε από τα χρηματιστήρια πετρελαίου να αντικαταστήσουν το δολάριο με άλλα νομίσματα»! Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πιο πρακτικός ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της συνόδου: «Όλοι οι συμμετέχοντες ηγέτες επέδειξαν ενδιαφέρον να αλλάξουν τα αποθεματικά τους σε σκληρό νόμισμα προς όφελος ενός αξιόπιστου σκληρού νομίσματος», δήλωσε με το πέρας των εργασιών, κάνοντας τους αμερικανόδουλους Σαουδάραβες να σπεύσουν πανικόβλητοι με ανακοίνωση Τύπου να διαχωριστούν, τονίζοντας ότι οι ίδιοι ουδέποτε εκδήλωσαν σχετική πρόθεση!

Τα όσα διαμείφθηκαν στον ΟΠΕΚ δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου της τρέχουσας, ιστορικών διαστάσεων οικονομικής κρίσης, όπως ήρθε στην επιφάνεια τον Αύγουστο που μας πέρασε. Η σημασία της είναι πρωτοφανής καθώς αγκαλιάζει, με θανάσιμο τρόπο, τους πιο βασικούς πυλώνες του διεθνούς οικονομικού συστήματος: Από τη δολαριακή του βάση μέχρι την ατμομηχανή του που είναι η ικανότητά του να εγγυάται την αέναη επέκταση της πίστωσης: να παράγει δηλαδή δανεικά, ώστε από τα κράτη και τις επιχειρήσεις μέχρι τα νοικοκυριά να δανείζονται με σχετικά ευνοϊκούς όρους για να καταναλώνουν διασφαλίζοντας την πραγμοποίηση της υπεραξίας. Πλέον καμία σταθερή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη καθώς μια σειρά παράγοντες φαινομενικά ανεξάρτητοι (όπως η κρίση στην αγορά στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης και η πιστωτική ασφυξία από τη μια και η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου από την άλλη) έχουν οδηγήσει στη σύμπτωση κυκλικές και δομικές αιτίες της χρόνιας κρίσης οδηγώντας την καπιταλιστική οικονομία σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. Η μοναδικότητά του, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζεται από την πασιφανή αδυναμία όλων εκείνων των παλιών εργαλείων που έκαναν για παράδειγμα την άλυτη κρίση του ’73 να μη λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις και να αργοσέρνεται. Ότι είχαν να δώσουν αυτά τα μέσα πλέον το έδωσαν.

 Οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν ότι θα ξεσπάσει ύφεση στην Αμερική, ανέφερε ο βρετανικός Εκόνομιστ πριν ένα μήνα για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί τον Μάρτιο του 2001 όταν το 95% των οικονομολόγων δήλωνε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση, αλλά και το 1929 όταν οι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ διαβεβαίωναν πως «το ενδεχόμενο κρίσης είναι πέραν όλων των πιθανών ενδεχομένων». Καλύτερα λοιπόν να δέσουμε τις ζώνες μας…

 

 Η υποτίμηση του δολαρίου αποτέλεσμα της κρίσης της αμερικάνικης ηγεμονίας

 

Στην πιο περίοπτη θέση των μέσων που αναδύθηκαν στα απόνερα της δομικής κρίσης του 1973 βρίσκεται η λεγόμενη συμφωνία Μπρέτον Γουντς ΙΙ, που ως κύριο χαρακτηριστικό της έχει ότι …ποτέ δεν συνομολογήθηκε, ούτε καν στα λόγια από όσους συμμετείχαν, αλλά επιβλήθηκε όπως περίπου η Pax Americana. Σε αντίθεση με την συμφωνία του Μπρέτον Γουντς που συμφωνήθηκε ρητά με κάθε επισημότητα και προπαρασκευή την επομένη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου προβλέποντας ένα σταθερό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών, εγγυημένο από χρυσό, με τις ΗΠΑ να λειτουργούν ως άμεσος εγγυητής του, το Μπρέτον Γουντς ΙΙ αφορά κατ’ αρχήν την σταθερή πρόσδεση πολλών εθνικών νομισμάτων αναπτυσσόμενων χωρών με το δολάριο σε ένα μάλιστα επίπεδο που μπορεί να χαρακτηριστεί υποτιμημένο γι αυτά, ώστε να διευκολύνονται οι εξαγωγές τους. Το άλλο σκέλος της ανταλλαγής περιλαμβάνει την κατάθεση στις ΗΠΑ, με τον πιο διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο τα τελευταία χρόνια, όλων αυτών των ρευστών διαθέσιμων έτσι ώστε να καλύπτονται τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της και να μπορεί να λειτουργεί ως εγγυητής, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνει και δεσμεύσεις. «Από ορισμένες πλευρές το Μπρέττον Γουντς ΙΙ μοιάζει με ένα γιγαντιαίο καρτέλ που ξεπλένει χρήμα. Αγοράζεις τα προϊόντα μου και σε ανταπόδοση σου δίνω τα λεφτά πίσω υπό τη μορφή δανείων», ανέφερε αναλυτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοεμβρίου. Αυτό μπορούσε να το πράττει όμως όσο λειτουργούσε ένας άλλος καλολαδωμένος μηχανισμός που κράταγε το δολάριο σε μια αξιοπρεπή ισοτιμία. Βασική κινητήρια δύναμή του ήταν τα αμερικανικά επιτόκια στα οποία θα επανέλθουμε.

Ο μηχανισμός που κρατούσε το δολάριο σε μια υψηλή ισοτιμία κατέρρευσε και ως αποτέλεσμα το αμερικανικό νόμισμα έναντι ενός καλαθιού ισχυρών νομισμάτων έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας του τα τελευταία πέντε χρόνια ενώ έναντι του ευρώ έφθασε να κατρακυλήσει: από 86 σεντς που ανταλλασσόταν το 2002, εδώ και λίγους μήνες διαπραγματεύεται σταθερά μεταξύ 1,4 και 1,5 δολάρια ανά ευρώ. Η πτώση του δολαρίου είχε πολλαπλές συνέπειες τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ. Στο εξωτερικό οι συνέπειες ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το δολάριο αποτελεί το βασικότερο μέσο με το οποίο γίνονται οι διεθνείς συναλλαγές, αλλά και το βασικότερο νόμισμα στο οποίο τηρούν τα αποθεματικά τους κεντρικές τράπεζες, επενδυτές, κ.α. Στη βάση της πρώτης του λειτουργίας, ως μέσο διεκπεραίωσης των διεθνών ανταλλαγών η κάθετη πτώση της ισοτιμίας του σηματοδότησε την κάθετη πτώση των εσόδων εκείνων των κρατών που το χρησιμοποιούν ως μέσο πληρωμής. Γι αυτό φώναζαν Τσάβες και Αχμαντινετζάντ και γι αυτό οι συνδαιτυμόνες τους κατά βάση συμφωνούσαν, όσο κι αν δεν το παραδέχονταν δημόσια επειδή δε ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Υπό αυτό το πρίσμα η συνεχής άνοδος της τιμής του πετρελαίου είναι κατά ένα σημαντικό μέρος αποτέλεσμα της πτώσης της ισοτιμίας του δολαρίου, για να μπορέσουν οι πετρελαιοεξαγωγικές χώρες να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους, και αυτό το αποτέλεσμα στη συνέχεια γίνεται νέα αιτία πτώσης της ισοτιμίας του αμερικανικού νομίσματος για να μετριαστούν οι επιπτώσεις από την κούρσα ανόδου της τιμής του μαύρου χρυσού. Έτσι, η άνοδος από την αρχή του χρόνου της τιμής του πετρελαίου κατά 60% σε όρους δολαρίου, μεταφράζεται σε άνοδο της τάξης του 51% σε όρους βρετανικής λίρας, 46% σε όρους γιεν και 42% σε όρους ευρώ. Υπολογίζεται μάλιστα ότι η πτώση κατά μια ποσοστιαία μονάδα της ισοτιμίας του δολαρίου οδηγεί το πετρέλαιο σε μια ισόποση αύξηση. Ενώ δεν είναι τυχαίο ότι το πετρέλαιο έφθασε μια ανάσα από τα 100 δολάρια όταν η ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο άγγιξε για πρώτη φορά το 1,5. Αυτός ο μηχανισμός αντιστάθμισης ωστόσο δεν είναι μηδενικού αθροίσματος για τις χώρες που εξάγουν βασικά εμπορεύματα και πιο συγκεκριμένα πετρέλαιο καθώς βλέπουν τα πραγματικά τους έξοδα να υπολείπονται σταθερά αυτών που θα μπορούσαν να εισπράξουν λόγω του μέσου με το οποίο είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιούν τις διεθνείς συναλλαγές τους. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο επιτίθενται στις ΗΠΑ χωρίς να παραγνωρίζονται τα πολιτικά κίνητρα: ότι τυχόν αντικατάσταση του δολαρίου θα έχει δραματικές συνέπειες τόσο για την  ισοτιμία του όσο και για το κύρος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο στρέφονται πολλές χώρες κατά του δολαρίου είναι ότι η σταθερή πρόσδεση της ισοτιμίας των νομισμάτων τους προς το δολάριο (όπως έχουν κάνει όλες σχεδόν οι αραβικές χώρες και δεκάδες άλλες από τον Ισημερινό μέχρι την Ουκρανία, εκχωρώντας έτσι στην αμερικάνικη κεντρική τράπεζα το προνόμιο χάραξης πολιτικής επιτοκίων) έχει μετατραπεί σε παράγοντα δημιουργίας πληθωρισμού και μύριων άλλων ανισορροπιών στο εσωτερικό τους. Στα Εμιράτα για παράδειγμα τρίζει εκ θεμελίων το θαύμα που οικοδομείται από τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες καθώς η συνεχής πτώση της πραγματικής αξίας των δολαριακών εμβασμάτων που στέλνουν στις οικογένειές τους στην Ινδία και το Πακιστάν έχει οδηγήσει σε απεργίες, βίαιες μορφές καταστολής και αμφισβήτηση της βιωσιμότητας ενός μοντέλου εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης που απέδιδε επί δεκαετίες. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι οι πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργούνται στην οικονομία τους καθώς η αμερικανική κεντρική τράπεζα μειώνει τα επιτόκια για να αποτρέψει την ύφεσή στο εσωτερικό των ΗΠΑ και αυτές οι χώρες που θα ήθελαν μια συγκρατημένη πολιτική επιτοκίων βλέπουν να ανοίγουν οι κρουνοί των χρηματοδοτήσεων, υπερθερμαίνοντας μια ήδη φλεγόμενη οικονομία. Στα Εμιράτα σήμερα συμβαίνει ότι ακριβώς είχε συμβεί στην Αργεντινή το 2001, όταν η δολαριοποιημένη οικονομία οδηγήθηκε σε κρίση λόγω μιας άσχετης πολιτικής επιτοκίων, με αντίστροφους όμως όρους: το πέσο κατέρρευσε υπό το βάρος μιας συσταλτικής νομισματικής πολιτικής όταν ενδεικνυόταν επέκταση, ενώ το ριάλ και το ντιρχάμ απειλούνται από μια εξ ίσου απρόσφορη επεκτατική πολιτική, όταν ενδείκνυται μάζεμα των λουριών. Καθόλου τυχαία λοιπόν, ακόμη και χώρες όπως το Κουβέιτ που θεωρούν αδιαμφισβήτητο τον φιλοαμερικανικό προσανατολισμό τους, εγκαταλείπουν τη μονοσήμαντη νομισματική πολιτική και στη θέση του δολαρίου συνδέουν το εθνικό τους νόμισμα με ένα καλάθι ισχυρών νομισμάτων, στα οποία απλά συμπεριλαμβάνεται και το δολάριο.

Ο τρίτος λόγο για τον οποίο ακούγεται σαν ειρωνεία η φράση «στροφή προς την ποιότητα» που παλιά σήμαινε αγορά δολαρίων είναι ότι η αποτίμηση των αποθεματικών που τηρούν σε δολάρια κατά κανόνα οι κεντρικές τράπεζες οδηγεί συνεχώς σε απώλειες. Ως αποτέλεσμα το ειδικό τους βάρος συνεχώς μειώνεται. Έτσι από 71% που ήταν οι τοποθετήσεις των κεντρικών τραπεζών σε δολάρια το 1999, σήμερα έχουν φτάσει το 64,8%. Από δω και πέρα όμως αρχίζουν τα προβλήματα καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω απομάκρυνση από τις δολαριακές τοποθετήσεις, πολύ μάλιστα περισσότερο αν γίνει απότομα, θα σημάνει την περαιτέρω απαξίωση αυτών των τοποθετήσεων. Η μετάβαση έτσι στη νέα κατάσταση επισύρει ένα επιπλέον, διαφορετικό κόστος, το οποίο θα μεγιστοποιηθεί αν η μετάβαση γίνει απότομα. Εδώ συναντιούνται τα στενά οικονομικά συμφέροντα της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας που πουλάει δολάρια με τους ανά τον κόσμο πελάτές της οι οποίοι αγοράζουν, καθώς τους κρατάει όμηρους και είναι σαν να τους λέει «αν με κάψετε καήκατε».

Αυτή η ισορροπία ωστόσο, υπό το βάρος των υψηλών διακυβευμάτων με τα οποία είναι αντιμέτωπη η αμερικάνικη οικονομία, έχασε το σασπένς της από τη στιγμή που η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα άρχισε ξανά να μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράτησε τα επιτόκια του ευρώ στο ύψος τους προσφέροντας έτσι μια επωφελέστατη εναλλακτική λύση για τις τοποθετήσεις σε ξένο νόμισμα. Χωρίς κόστος μπορούν επομένως να εγκαταλείψουν το δολάριο οι κεντρικές τράπεζες όλου του κόσμου από τη στιγμή που ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, αποσαφήνισε ότι δεν πρόκειται να μείνει απαθής μπροστά στους κινδύνους της ύφεσης και θα μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο προκάτοχός του Γκρίνσπαν οδηγώντάς τα από το 6,5% στο 1%!

Η διαφαινόμενη μείωση των αμερικάνικων επιτοκίων καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι η τρέχουσα πτώση του δολαρίου δεν θα είναι συγκυριακή ή κυκλική ανάλογη της πτώσης που καταγράφηκε το 1977-79, το 1985-88 και το 1993-95, για να ανακάμψει στη συνέχεια. Οι πιθανότητες να αποβεί για το δολάριο ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας τόσο καταστροφικός όσο απέβη και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος για τη βρετανική λίρα αυξάνονται αν δούμε τη σταδιακή συρρίκνωση του ειδικού βάρους της αμερικάνικης στην παγκόσμια οικονομίας και την παράλληλη άνοδο του ειδικού βάρους των αναπτυσσομένων όπως συνηθίζεται να λέγονται περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών. Η συσσώρευση στα χέρια τους τεράστιου πλούτου εξ αιτίας της ανόδου των τιμών των βασικών προϊόντων την τελευταία πενταετία έχει ενισχύσει τη θέση τους στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Η ευκολία με την οποία έσπευσαν να παίξουν το ρόλο του «λευκού ιππότη» αραβικά και ασιατικά επενδυτικά κεφάλαια σώζοντας το τελευταίο τρίμηνο από τη χρεοκοπία τραπεζικούς κολοσσούς όπως τη Citibank, τη Barclays, τη Bear Sterns, τη Merryll Lynch και την εβδομάδα που μας πέρασε την ελβετική UBS ή η είδηση ότι τα δύο τρίτα των μετοχών του χρηματιστηρίου του Λονδίνου ελέγχονται από μεσανατολικά κεφάλαια δείχνουν μια ιστορικής σημασίας αλλαγή των οικονομικών συσχετισμών.

Η φούσκα των ακινήτων απειλεί

Η ΥΦΕΣΗ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΝΟΔΟ!!!

 

Όσο όμως κι αν οι αποφάσεις για τις τοποθετήσεις νομισμάτων έγιναν ευκολότερες από την ευκαμψία που έδειξε η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα και την εμμονή των ευρωπαίων να δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες εκκαθάρισης κεφαλαίου που υποκινούν τα αμετάβλητα – παρά τις διεθνείς εκκλήσεις – ψηλά επιτόκια του ευρώ, το σασπένς δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα έγινε μεγαλύτερο και μετατοπίστηκε, αφορώντας τα εξής: Πρώτο, τις πηγές από τις οποίες οι ΗΠΑ θα καλύπτουν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών τους και δεύτερον, το μίγμα πολιτικής που θα εφαρμόσουν πιεζόμενοι από τη μια να μειώσουν άμεσα τα επιτόκια για να αποτραπεί η ύφεση και από την άλλη να τα αυξήσουν για να ενισχυθεί το δολάριο και να στηριχτεί το ισοζύγιο. Οι επιλογές δεν είναι άπειρες και κάθε μια έχει κόστος!

Μέχρι και πρόσφατα, στο πλαίσιο του Μπρέττον Γουντς ΙΙ που προαναφέραμε, οι ΗΠΑ ήταν η τραπεζική θυρίδα όλου του κόσμου έχοντας επινοήσει και εφαρμόσει έναν σκανδαλώδη στη σύλληψη του μηχανισμό για να μαζεύουν αυτά τα λεφτά και να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου. Στον πυρήνα του είχε τη δημιουργία χρεογράφων στη βάση υλικών περιουσιακών στοιχείων, εσχάτως και όλο και περισσότερο στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης. Έτσι με την ίδια συχνότητα που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου όλου του κόσμου κατέληγαν στις ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και αμέσως μετά τη φούσκα των μετοχών νέας τεχνολογίας, με την ίδια ακριβώς ταχύτητα όλη την προηγούμενη πενταετία κατέληγαν να χρηματοδοτούν την αμερικανική κτηματική αγορά. Οι χαμηλές αποδόσεις των κρατικών χρεογράφων παρέμεναν έτσι αδιάφορες μια και ο ιδιωτικός τομέας αναλάμβανε να δημιουργήσει τα κίνητρα για την προσέλευση των κεφαλαίων. Η ανοχή που επέδειχναν επομένως οι αμερικάνικες πιστωτικές αρχές στην Άγρια Δύση της κτηματικής φούσκας δεν είναι και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί.

Το ρευστό που εισέρεε μετατρεπόταν σε δάνεια τα οποία έφθασαν να χορηγούνται χωρίς καμιά εγγύηση. Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης  από 8,5% που ήταν στο σύνολο των κτηματικών δανείων στα τέλη του 2003 μετά από δύο χρόνια έφθασαν το 20%. Η αφειδώλευτη χορήγησή τους υποκινούσε παράλληλα έναν οικοδομικό οργασμό και μία άνοδο των τιμών των κατοικιών. Πέρυσι τέτοια εποχή, στο τέλος του 2006 δηλαδή, η αξία όλων των σπιτιών στις ΗΠΑ είχε φθάσει το 153% του αμερικανικού ΑΕΠ, για να μειωθεί στις 30 Σεπτέμβρη του 2007 στο 150% του ΑΕΠ κι αφού πρώτα στο τέλος του δεύτερου τριμήνου 2,1 εκατ. σπίτια έμεναν άδεια! Για να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης για τη φούσκα των ακινήτων να αναφέρουμε ότι η φούσκα των μετοχών δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη, καθώς στο ανώτατο σημείο η κεφαλαιοποίησή της έφθασε το 136% του ΑΕΠ …μόνο.

Το ερώτημα που τώρα γεννιέται είναι με ποιο τρόπο θα καλύψουν άμεσα όπως απαιτείται οι αμερικάνικες αρχές το κενό που άφησε πίσω της η φούσκα των ακινήτων καθώς συνέβαλε στη χρηματοδότηση του ελλείμματος.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Κρίση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων

ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΖΗΜΙΕΣ

 

Η ζημιά που δημιουργήθηκε από τη φούσκα των ακινήτων ξεπερνάει κατά πολύ το πρόβλημα χρηματοδότησης του αμερικανικού ισοζυγίου γιατί πρώτον οι διαστάσεις της είναι πρωτοφανείς και παραμένουν ακόμη άγνωστες, δεύτερον, είναι πλανητική ξεπερνάει δηλαδή τα περιορισμένα σύνορα των ΗΠΑ και τρίτον έχει κάνει μετάσταση στο πιο νευραλγικό σημείο του σύγχρονου καπιταλισμού: εκεί που παράγονται οι πιστώσεις.

Η αμερικανική βιομηχανία των ακινήτων θα μείνει στην ιστορία της απάτης καθώς μετέτρεπε τα κουρελόχαρτα που υπέγραφαν ακόμη και οι άποροι για να αγοράσουν δάνεια σε εγγυήσεις τις οποίες στη συνέχεια εκχωρούσε στους δανειστές της για να παρασυρθούν μετά σε μια δίνη αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων, με αποτέλεσμα σήμερα στην κυριολεξία κανείς να μην ξέρει που ακριβώς βρίσκονται. Τα πιθανά σημεία εξαιρουμένων των γνωστών τραπεζών υπολογίζονται σε 11.000! Θα χρειαστεί να περάσουν πολλές μέρες από το νέο χρόνο για να γίνει αυτό γνωστό καθώς μία – μία οι μεγαλύτερες τράπεζες που ενεπλάκησαν θα δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους, εμφανίζοντας τις μαύρες τρύπες. Το σύνολο των απωλειών που αναμένεται τελικά να καταγράψουν (έχοντας συνυπολογίσει τις ζημιές ύψους 50 δισ. δολ. που έχουν μέχρι τώρα γίνει γνωστές από τις τράπεζες που προαναφέραμε) εκτιμάται ακόμη και σε 400 δισ. δολάρια, όταν το σκάσιμο της φούσκας της νέας τεχνολογίας συνοδεύτηκε από ζημιές ύψους 93 δισ. δολ. …μόνο. Πρόκειται για ποσά που εμπεριέχουν και αέρα, κυρίως όμως αποτελούν παραγωγικές δυνατότητες της κοινωνίας που θυσιάζονται στο βωμό των οπισθοδρομικών και εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής για να ξεπεραστεί η κρίση. Φαίνεται έτσι ότι η τεχνική διάχυσης κινδύνου που επιλέγηκε κατάφερε το ακατόρθωτο: να μολύνει το πιστωτικό σύστημα από την μια άκρη ως την άλλη, ελαχιστοποιώντας πάντως τις απώλειες κάθε μεμονωμένης τράπεζας. Εντυπωσιακό επίσης, πέρα από ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι η κρίση δεν περιορίστηκε μόνο στις ΗΠΑ αλλά έθιξε κολοσσούς από την Ελβετία, την Αγγλία, τη Γερμανία κ.α.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πρόβλημα ρευστότητας που έχει εμφανιστεί από τον Αύγουστο λόγω των βάσιμων υποψιών που έχει το κάθε πιστωτικό ίδρυμα για το άλλο πως καταγράφει απώλειες και δεν θα μπορέσει να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει όταν ζητάει δανεικά από τη διατραπεζική. Ως αποτέλεσμα η μείωση των λεγόμενων «εμπορικών γραμματίων» που παρατηρείται είναι θεαματική και άνευ προηγουμένου. «Ούτε μία φορά από το 1973 που ξεκίνησε η αμερικανική κεντρική τράπεζα να μετράει αυτά τα μεγέθη δεν μειώθηκαν με τέτοια ταχύτητα αυτές οι χρηματοδοτικές αρτηρίες», τόνιζαν οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 29 Νοέμβρη. Για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες εύρεσης ρευστού εν όψει των αυξημένων πάντα αναγκών του τέλους του έτους οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου (ΗΠΑ, Ευρωζώνης, Αγγλίας, Καναδά και Ελβετίας) συμφώνησαν την Τετάρτη να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό παροχής ρευστού που θα διοχετεύει επιτόπου όσες ενέσεις ρευστού χρειάζεται η αγορά πριν οι ανάγκες προσλάβουν τη μορφή χιονοστιβάδας οδηγώντας τα επιτόκια σε τριψήφια μαυραγορίτικα επίπεδα και τις τράπεζες στη χρεοκοπία όπως συνέβη με την βρετανική Northern Rock τον Σεπτέμβριο. Τελευταία φορά που στήθηκε ανάλογος μηχανισμός άμεσης βοήθειας ήταν την 11η Σεπτέμβρη του 2001…

Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η κρίση που έχει ξεσπάσει στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία από τον Αύγουστο, με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας», ακόμη και αν δεν προσλάβει βίαιες ή εκρηκτικές μορφές το επόμενο διάστημα, όπως συνέβη για παράδειγμα το 1930 ή το 1973 και παραμείνει μια ακόμη πυορροούσα πληγή δίπλα στις πέντε έξη ακόμη που έχουν ανοίξει αυτή την τριακονταετία, σηματοδοτεί έναν μετασχηματισμό βαθιά αντιδραστικό, καταστροφικό για τις εκρηκτικά αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και αποκαλυπτικό για την αδυναμία του κεφαλαίου να συνεχίσει να διοικεί την κοινωνία.