Αφγανιστάν: Χειρότερα δεν γίνεται (Διπλωματία, 8ος/2009)

ΠΑΤΑΓΩΔΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 20ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΣ ΤΑΛΙΜΠΑΝ

Στην υιοθέτηση και την εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής στο Αφγανιστάν προσανατολίζονται οι Αμερικάνοι ως αποτέλεσμα της διπλής ήττας που έχουν δεχτεί τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο από τους Ταλιμπάν, όσο και στο πολιτικό επίπεδο όταν έγινε σαφές πως οι πολλά υποσχόμενα εκλογές εξελίχθησαν σε όργιο νοθείας από τον Καρζαΐ.

Μεγαλύτερο φιάσκο δεν μπορούσε να υπάρξει στο πολιτικό επίπεδο από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στο Αφγανιστάν. Οι δυνάμεις κατοχής είχαν επενδύσει τα μέγιστα στην επιτυχή τους ολοκλήρωση έτσι ώστε να λειτουργήσουν νομιμοποιητικά για το καθεστώς και να δείξουν πως παρά τα όσα προβλήματα είναι σε εξέλιξη μια διαδικασία που αργά και βασανιστικά ενοποιεί την κατακερματισμένη χώρα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής διαδικασίας.

Στην πραγματικότητα τίποτε απ’ αυτά δεν συνέβη. Τα περιστατικά νοθείας που καταγράφηκαν ήταν τόσο πολλά ώστε σε οποιαδήποτε άλλη χώρα οι εκλογές θα έπρεπε να έχουν ακυρωθεί. Η συμμετοχή δεν ξεπέρασε το 40%, με βάση όλες τις πρώτες εκτιμήσεις. Κινήθηκε δηλαδή πολύ χαμηλότερα από τις προηγούμενες εκλογές του 2004 όταν η συμμετοχή είχε φθάσει το 70%, ενώ στις επαρχίες του Νότου (Κανταχάρ, Χελμούτ, Ουρουζγκάν, Ζαμπούλ) όπου κυριαρχούν οι Παστούν από τους οποίους προέρχονται τόσο ο πρόεδρος της χώρας, Χαμίντ Καρζαΐ, όσο κι οι Ταλιμπάν, η συμμετοχή μόλις και μετά βίας έφθασε το 5% έως 10%. Η ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Spiegel ανέφερε πως «πέρα από την χαμηλή συμμετοχή, πολυάριθμες αναφορές για εκλογικές απάτες δημιουργούσαν αμφιβολίες για τη νομιμότητα της ψήφου. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραφαν πως τοπικοί φύλαρχοι – ειδικότερα στις πιο επικίνδυνες περιοχές της χώρας – είχαν πάρει τις κάλπες σπίτι τους κι έπειτα τις έφεραν πίσω γεμάτες με ψηφοδέλτια του Καρζαΐ. Τουλάχιστον τέσσερα τέτοια περιστατικά περιγράφηκαν με κάθε λεπτομέρεια μόνο στο Spiegel Online». Αντίστοιχα  περιστατικά νοθείας περιγράφουν όλοι μα όλοι οι παρατηρητές που βρέθηκαν στη πολύπαθη χώρα. Όπως τα μετέφερε η Wall Street Journal στις 24 Αυγούστου, το Εθνικό Δημοκρατικό Ινστιτούτο που είχε περισσότερους από 100 παρατηρητές στο Αφγανιστάν επεσήμανε πως πλευρές μόνο των εκλογών ήταν σε συμφωνία με τις δημοκρατικές αρχές! Η εκτύπωση κι η διανομή ψηφοδελτίων, ο ορισμός εκλογικών τμημάτων κι η τοποθέτηση καλπών, μπορούμε να υποθέσουμε… Μια άλλη ομάδα αμερικανών παρατηρητών από την οργάνωση Διεθνή Δημοκρατία αρνήθηκαν ακόμη και να επιβεβαιώσουν το αδιάβλητο των εκλογών δηλώνοντας πως είναι πολύ νωρίς για να αξιολογήσουν αν οι εκλογές είναι αξιόπιστες. Ενώ, μια τρίτη ομάδα παρατηρητών, με τίτλο Ίδρυμα για Ελεύθερες και Δημοκρατικές Εκλογές στο Αφγανιστάν, που είχε τοποθετήσει 7.000 παρατηρητές στις κάλπες εντόπισε πολλά περιστατικά μαζικής τοποθέτησης ψηφοδελτίων στην κάλπη κι υπαλλήλων του εκλογικού μηχανισμού που εργάζονταν μεροληπτικά. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, η βιασύνη πολλών δυτικών ηγετών όπως του Μπαράκ Ομπάμα για παράδειγμα, να επικροτήσουν την εκλογική διαδικασία αποτέλεσε μπούμερανγκ καθώς τμήματα του νεοπαγούς πολιτικού κατεστημένου του Αφγανιστάν, που βρέθηκαν στην αντίπερα όχθη από τον Καρζαΐ, δέχτηκαν μ’ αυτές τις δηλώσεις τη χαριστική βολή.

Και δεν επρόκειτο για μεμονωμένες περιπτώσεις. Στις εκλογές συμμετείχε ο υπερβολικός αριθμός των 40 υποψηφίων, εκ των οποίων οι σημαντικότεροι υποψήφιοι ήταν οι εξής τρεις. Ο 59χρονος Ασράφ Γκανί, εθνότητας Παστούν, με διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, ο οποίος πριν αναλάβει υπουργός Οικονομίας του Καρζαΐ καθιερώνοντας τον ενιαίο φορολογικό συντελεστή που αποτελεί την επιτομή των πλέον σύγχρονων αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων, είχε εργαστεί στην Παγκόσμια Τράπεζα. Ο 48χρονος Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, υπουργός Εξωτερικών του Καρζαΐ από το 2001 μέχρι το 2006 που παλιότερα διατηρούσε το ίδιο πόστο στο πλαίσιο της Βόρειας Συμμαχίας η οποία βοήθησε σημαντικά τους Αμερικάνους να ανατρέψουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Και φυσικά ο 51χρονος σήμερα Χαμίντ Καρζαΐ, εθνότητας Παστούν, που τοποθετήθηκε στην προεδρία του Αφγανιστάν από τις δυνάμεις κατοχής αμέσως μετά την επέμβασή τους το Νοέμβριο του 2001, ο οποίος τη δεκαετία του ’90 υποστήριζε τους Ταλιμπάν, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναλάβει καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών μετά την πτώση της φιλικής προς τη Μόσχα κυβέρνησης το 1992. Περασμένα ξεχασμένα φυσικά, για όποιους δεν θέλουν να θυμούνται τις συνθήκες υπό τις οποίες επωάστηκαν οι Ταλιμπάν. Ο Καρζαΐ ωστόσο σήμερα θεωρείται από τους Δυτικούς η αιτία κάθε κακοδαιμονίας που βασανίζει το Αφγανιστάν. «Ο Καρζαΐ, ανώτατος ηγέτης του Αφγανιστάν από τον Δεκέμβρη του 2001, προεδρεύει μιας κυβέρνησης η συστηματική διαφθορά της οποίας έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία της και τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους της χώρας. Έχει δημιουργήσει συμμαχίες με διαβόητους πολέμαρχους. Η καλλιέργεια του οπίου και το εμπόριο ναρκωτικών έχουν επεκταθεί υπό την προστασία των συγγενών και συμμάχων του κι είναι τώρα οι πιο δυναμικοί τομείς της εθνικής οικονομίας. Ο στρατός απέχει πολύ από το να είναι ετοιμοπόλεμος κι η εθνική αστυνομία είναι συχνά διεφθαρμένη κι υπό την επιρροή των τοπικών φύλαρχων», έγραφαν σε σημείωμα της σύνταξής τους οι New York Times το Σαββατοκύριακο 22-23 Αυγούστου φέρνοντας στην επιφάνεια την άβυσσο πλέον που χωρίζει τις δυνάμεις κατοχής με τον πιο έμπιστό τους άνθρωπο μέχρι πρόσφατα στο Αφγανιστάν.

Πρόχειρες δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν από δυτικά μέσα, χωρίς φυσικά να διεκδικούν δάφνες επιστημονικής πληρότητας, μετά την έξοδο από την κάλπη, όπως των New York Times έδειξαν αρκετά νωρίς πως ο Καρζαΐ με κανέναν τρόπο δεν επρόκειτο να επαναλάβει τον θρίαμβο του 2004 όταν είχε κερδίσει το 54% των ψήφων. Τώρα αντίθετα, κι ως αποτέλεσμα του ότι οι Αμερικάνοι έπαψαν να τον στηρίζουν, τα exit polls έφερναν τον Καρζαΐ στήθος με στήθος με τον βασικότερο αντίπαλό του, Αμπντουλάχ, (39% ο Καρζαΐ και 38% ο Αμπντουλάχ) με αποτέλεσμα να θεωρείται βέβαιη η προσφυγή στον δεύτερο γύρο. Γεγονός απευκταίο για τον Καρζαΐ καθώς σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι λίγες οι πιθανότητες εκλογής του, καθώς κι οι 39 άλλοι υποψήφιοι θα ενωθούν εναντίον του, σε μια ευκαιριακή και χωρίς βάθος συμμαχία που θα τερματίσει όμως την προεδρία του Καρζαΐ. Το γεγονός αυτό όμως, της επαναληπτικής ψηφοφορίας μεταξύ των δύο υποψηφίων που συγκέντρωσαν τα μεγαλύτερα ποσοστά παρέμενε απευκταίο και για τα ξένα στρατεύματα όπως και για τις δυτικές πρωτεύουσες αν και θεωρούταν σίγουρο μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων στις 25 Αυγούστου από την καταμέτρηση του 10% των ψήφων που έδειξαν τον Καρζαΐ να κερδίζει το 40% και τον Αμπντουλάχ το 39% των ψήφων. Ένας δεύτερος γύρος θεωρούταν αρνητική εξέλιξη για τους Δυτικούς για δύο λόγους. Επειδή κατ’ αρχήν ένα νέο δίμηνο, μετωπικής αυτή τη φορά, αντιπαράθεσης μεταξύ του προερχόμενου από τους Παστούν του νότου, Χαμίντ Καρζαΐ και του προερχόμενου από τον βορρά όπου κατοικούν Τατζίκοι και Ουζμπέκοι, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, θα οδηγούσε στα όρια θραύσης τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ των δύο εθνικών μειονοτήτων με αποτέλεσμα να βάθαινε απειλητικά το χάσμα μεταξύ τους. Κατά δεύτερο, οι Δυτικοί απεύχονταν μια επαναληπτική ψηφοφορία επειδή η κατάσταση διάλυσης αυτού του υποτυπώδους κρατικού μηχανισμού θα παρατεινόταν ακόμη περισσότερο.

Το μπαράζ επιθέσεων λοιπόν που πραγματοποιήθηκε την ημέρα των εκλογών από τους Ταλιμπάν (73 επιθέσεις σε 15 επαρχίες, ενώ μόνο στην Κανταχάρ ρίχθηκαν 122 οβίδες) με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 26 άνθρωποι δεν ήταν το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί για να υπονομευθεί το κύρος των εκλογών… Στην πραγματικότητα οι Ταλιμπάν την ημέρα των εκλογών έκαναν επίδειξη δύναμης. Το μήνυμα που έστειλαν ήταν δε ηχηρότατο λόγω του ότι μήνες πριν τα αμερικανικά και ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα επέλεξαν να βγουν έξω από τα οχυρά τους και να τους αντιμετωπίσουν στην… έδρα τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Τα επιβεβαίωσε ο ναύαρχος Μάικ Μούλεν, επικεφαλής του κοινού στρατηγείου, όταν δήλωσε στο CNN στις 24 Αυγούστου πως «η κατάσταση είναι σοβαρή και επιδεινούμενη». Επίσης, ο στρατηγός Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, που πρόσφατα διορίστηκε στη διοίκηση των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, κι οποίος σε συνέντευξη του στη Wall Street Journal στις 10 Αυγούστου δήλωνε με βάση την ίδια την εφημερίδα πως οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν έχουν το «πάνω χέρι»! Τη δραματική κατάσταση διαπίστωσε ιδίοις όμμασι κι ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, κατά την ξαφνική του επίσκεψη στο Αφγανιστάν στις αρχές Ιούνη όταν για να αποκτήσει μια εποπτική εικόνα τού παρουσίασαν ένα χάρτη του Αφγανιστάν όπου κυριαρχούσε το βαθύ κόκκινο. Με αυτό το χρώμα βάφονται οι περιοχές στις οποίες οι Ταλιμπάν επιτίθενται σχεδόν καθημερινά. Ειδικότερα, από τα 356 διαμερίσματα στα οποία έχει χωρισθεί το Αφγανιστάν, τα 133 θεωρούνται εξαιρετικά επικίνδυνα, ενώ τα 13 εκτιμάται ότι έχουν περάσει στα χέρια του εχθρού!

Τη δική της, ασφυκτική μερικές φορές, πίεση στα σχέδια των ΝΑΤΟϊκών ασκεί κι η κοινή γνώμη της Δύσης που όλο και με ταχύτερους ρυθμούς στρέφεται εναντίον του πολέμου στο Αφγανιστάν. Στις ΗΠΑ η δημόσια υποστήριξη στον πόλεμο έπεσε κάτω από το κρίσιμο πολιτικά επίπεδο του 50% για πρώτη φορά κατά τις επόμενες μέρες των εκλογών στο Αφγανιστάν – όταν συνειδητοποιήθηκε πιθανά η μηδενική αποτελεσματικότητα της αιματοχυσίας στο Αφγανιστάν και των δικών τους θυσιών. Να αναφερθεί πως τα θύματα των Αμερικανών έχουν ξεπεράσει τα 800 ενώ το μηνιαίο κόστος του πολέμου υπερβαίνει τα 4 δισ. δολ.! Στην Αγγλία δημοσκόπηση που διεξήχθη την Κυριακή 23 Αυγούστου έδειξε ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των Βρετανών πιστεύουν πως ο στρατός τους δεν έπρεπε να βρίσκεται στο Αφγανιστάν. Μόνο το 1,5% των ερωτηθέντων φάνηκε να πιστεύει πως ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν χειρίζεται «πολύ καλά» τον πόλεμο. Μια άλλη επίσης δημοσκόπηση από την Sunday Mail την ίδια μέρα έδειξε τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να μην πιστεύουν πως ο πόλεμος στο Αφγανιστάν καθιστά ασφαλείς τους Βρετανούς από την τρομοκρατία. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυσφορία που καταγράφεται και στη Γερμανία. Εν όψει μάλιστα των εθνικών εκλογών που θα διεξαχθούν στις 27 Σεπτέμβρη ούτε η Δεξιά ούτε η Σοσιαλδημοκρατία είναι διατεθειμένες να υποστηρίξουν το – βαθιά αντιδημοφιλές στη Γερμανία – αίτημα των Αμερικανών διοικητών στο Αφγανιστάν να αυξηθούν κι άλλο τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα, πέραν των 68.000 Αμερικανών που θα βρίσκονται στο Αφγανιστάν μέχρι το τέλος του έτους (μετά την απόφαση του Ομπάμα να αυξήσει τη δύναμή τους κατά 21.000) και των 30.000 ΝΑΤΟϊκών.

Στο πλαίσιο όλων των παραπάνω οι Αμερικάνοι αναθεωρούν την στρατηγική τους στο Αφγανιστάν δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα στον προσεταιρισμό μετριοπαθών Ταλιμπάν, ακόμη και μέσω της εξαγοράς τους, ως ένα μέσο για την αποδυνάμωσή τους. Αυτή η ιεράρχηση φυσικά δεν αποκλείει τις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα θα τις συμπληρώνει, όπως υπογραμμίζεται στο πρώτο άρθρο του αμερικανικού περιοδικού Foreign Affairs, του τεύχους Ιουλίου – Αυγούστου: «Αν η αφγανική κυβέρνηση προσφέρει την συμφιλίωση της σαν το καρότο, πρέπει επίσης να επιδείξει τη δύναμη της σαν το μαστίγιο – από δω προκύπτει κι η σημασία της αποστολής περισσότερων αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν κι επίσης, μακροπρόθεσμα, η σπουδαιότητα της δημιουργίας από τη μεριά του Αφγανιστάν των δικών τους δυνάμεων ασφαλείας. Η συμφιλίωση πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικο-στρατιωτικής στρατηγικής για να ηττηθεί η εξέγερση, όπως αυτή που ακολούθησε πρόσφατα η Ουάσινγκτον στο Ιράκ: Κέρδισε τους εξεγερμένους που επιθυμούν να συμφιλιωθούν και σκότωσε ή συνέλαβε εκείνους που δεν επιθυμούν».

Αυτή η «νέα» στρατηγική όμως αφήνει αναπάντητα δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι γιατί να επιλέξουν την «συμφιλίωση», δηλαδή την παράδοση οι Ταλιμπάν, όταν είναι τέτοια η αυτοπεποίθησή τους από τα πλήγματα που έχουν καταφέρει στα ξένα στρατεύματα, ώστε έφθασαν να προσφέρουν ασφαλή υποχώρηση στους ΝΑΤΟϊκούς, όπως έκαναν και στους Σοβιετικούς, αν επιλέξουν να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν! Και το δεύτερο ερώτημα που μένει αναπάντητο είναι το πως θα κερδίσουν στρατιωτικά τώρα, εκεί που τα τελευταία οκτώ χρόνια απέτυχαν και μάλιστα παταγωδώς κατ’ ουσίαν όμοιες στρατηγικές…

Μια κρίση που αλλάζει το πρόσωπο του καπιταλισμού (Τετράδια, Άνοιξη-Καλοκαίρι 09)

Ενώπιον μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης δομικού χαρακτήρα, που θα αλλάξει δραματικά την μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού βρίσκονται όλες οι χώρες του πλανήτη από την άνοιξη του 2007. Εδώ και δύο χρόνια, αφού οι πρώτες προβλέψεις που προδίκαζαν μια πρόσκαιρη καθοδική πορεία κυκλικού χαρακτήρα διαψεύστηκαν, η μια αρνητική πρόβλεψη είναι χειρότερη από την άλλη.

Τα τελευταία ζοφερά στοιχεία προήλθαν από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στις 30 Μαρτίου[1] προβλέποντας ότι το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών για το τρέχον έτος θα συρρικνωθεί κατά 4,3% – γεγονός χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο – ενώ το 2010 θα υπάρξει στασιμότητα. Ούτε καν δηλαδή οριακή άνοδος του ΑΕΠ δεν αναμένεται. Πολύ πιο σοβαρά θα πληγούν δε οι χώρες με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, που τα προηγούμενα χρόνια επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, η Ιαπωνία, που τον Φεβρουάριο είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται κατά 49%, αλλά και η Γερμανία που προβλέψεις από την τράπεζα Commerzbank θέλουν το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 7%! Με βάση προβλέψεις του ΟΟΣΑ πάλι, που στους κόλπους περιλαμβάνει του 30 χώρες, τον επόμενο χρόνο, το 2010, προβλέπεται επίσης εκρηκτική άνοδος της ανεργίας που από 6% κατά μέσο όρο το 2008 θα φτάσει το 10%. Τουλάχιστον 1 στους 10 εργαζόμενους στις ανεπτυγμένες χώρες θα χάσει τη δουλειά του, κι αυτό «πρακτικά χωρίς καμία εξαίρεση», δήλωσε εκπρόσωπος του οργανισμού που έκανε λόγο για «25 περίπου εκ. άτομα, μακράν η μεγαλύτερη και πιο ταχεία αύξηση της ανεργίας στον ΟΟΣΑ κατά την μεταπολεμική περίοδο».

Πλάι στην διόγκωση γνωστών και χρόνιων προβλημάτων, όπως η ανεργία, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης κάνουν την απειλητική εμφάνισή τους κι άλλα που περιορίζουν ασφυκτικά το πλαίσιο άσκησης αντικυκλικής πολιτικής, όπως είναι ο αποπληθωρισμός που αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την Ιαπωνία αφότου διέβη τον Ρουβικώνα της ύφεσης. Έτσι, η πτώση του επιπέδου τιμών σε ετήσια βάση κατά 0,1% στην Ισπανία τον Μάρτιο έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, στο βαθμό που το φαινόμενο ενδέχεται να προσλάβει απειλητικές και γενικευμένες διαστάσεις. Οι κίνδυνοι υπογραμμίζονται και από την πτώση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη κατά τον Μάρτιο στο 0,6%, σε ετήσια βάση, επίπεδο ρεκόρ από το 1996 όταν ξεκίνησε να μετριέται ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν τα μηδενικά επιτόκια που είναι ήδη γεγονός στις ΗΠΑ και την Αγγλία (0-0,25% και 0,5% αντίστοιχα). Στη δε ευρωζώνη, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την Πέμπτη 2 Μαρτίου που ήταν η έκτη σχετική απόφαση από τον Οκτώβρη του 2008 όταν το επιτόκιο του ευρώ βρισκόταν στο 4,25% να μειώσει το επιτόκιο στο 1,25% – επίπεδο ρεκόρ από τη δημιουργία του ευρώ – και τη διαφαινόμενη ως βέβαιη απόφαση περαιτέρω μείωσης τον Ιούνιο τουλάχιστον στο 1%, θεωρείται θέμα χρόνου το πέρασμα στη ζώνη των μηδενικών ονομαστικών επιτοκίων.

Το ενδεχόμενο εμφάνισης αποπληθωρισμού δεν αποτελεί τεχνικό θέμα, όσο κι αν οι συνέπειές του στο επίπεδο ζωής των εργαζομένων δεν είναι τόσο άμεσες. Αλλά, υπογραμμίζει τους αυξημένους κινδύνους που εμφανίζονται ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κρίση, όπως η πτώση των επιτοκίων, να μετατραπούν σε μπούμερανγκ.

Για να επισημανθεί ο ανεξίτηλος τρόπος με τον οποίο η τρέχουσα κρίση θα σημαδέψει τις μελλοντικές εξελίξεις και την ταξική πάλη είναι χρήσιμο να σταθούμε στα συμπεράσματα από μια συγκριτική μελέτη[2] των συνεπειών ορισμένων πρόσφατων κρίσεων. Προς διάψευση λοιπόν της υποτίμησης των συνεπειών, επισημαίνεται γενικά ότι η επόμενη μέρα των οικονομικών κρίσεων σφραγίζεται από τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, τη παρατεταμένη χρονικά και βαθιά κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι τιμές των κατοικιών έτσι κατέγραψαν πτώση της τάξης του 35% η οποία κράτησε 6 ολόκληρα χρόνια, ενώ η πτώση των τιμών των μετοχών κυμάνθηκε γύρω στο 55% και διήρκεσε 3,5 χρόνια. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η σοβαρή μείωση της παραγωγής και του επιπέδου απασχόλησης. Η ανεργία αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 7% διαρκώντας 5 χρόνια. Οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά δε χώρες εμφανίζουν μεγαλύτερη δυστοκία να μειώσουν την ανεργία. Η παραγωγή για μια περίοδο 2 ετών πέφτει από το ανώτερο σημείο της κατά 9%. Συνέπεια αυτών είναι η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 9% η οποία διαρκεί σχεδόν 2 χρόνια. Τρίτο, η πραγματική αξία του δημόσιου χρέους οδηγείται σε έκρηξη καθώς αυξάνει κατά 86%! Η σημαντικότερη μάλιστα αιτία αυτής της ανόδου δεν είναι οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναπλήρωση του κεφαλαίου των τραπεζών που έχει διαβρωθεί λόγω των «κακών δανείων» ή τη διάσωσή τους, αλλά η κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και οι φιλόδοξες κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας. Το πιο ανησυχητικό δε απ’ όλα είναι το γεγονός ότι η τρέχουσα κρίση μέχρι στιγμής – ακόμη δηλαδή κι αν αύριο ανακάμψει η οικονομία κάτι που είναι αδύνατο – είναι πολύ πιο βαθιά, δομικού χαρακτήρα, από τις 18 τραπεζικές κρίσεις που σημάδεψαν την μεταπολεμική εποχή κι ειδικότερα τις 5 μεγάλες (Ισπανία 1977, Νορβηγία 1987, Φινλανδία 1991, Σουηδία 1991 και Ιαπωνία 1992) μαζί με ορισμένες ακόμη που παρατηρήθηκαν σε αναδυόμενες καπιταλιστικές αγορές (ασιατική κρίση 1997 – 1998: Χονγκ Κονγκ, Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη), Κολομβία 1998 και Αργεντινή 2001. Είναι αυτές ακριβώς οι κρίσεις που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το εν λόγω επιστημονικό άρθρο. Καθόλου τυχαίο έτσι δεν είναι το γεγονός ότι στην Ισλανδία και την Αυστρία η πτώση των τιμών των μετοχών την τελευταία διετία είναι κατά πολύ ανώτερη του παραπάνω μέσου όρου. Φαίνεται επομένως ότι πρόκειται για μια διαδικασία η οποία θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου, με ασυνήθιστα δραματικές συνέπειες στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Το μέτρο που ενστικτωδώς υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου για να μετριάσουν τις συνέπειες της κρίσης αφορούσε αρχικά χρηματοδοτικά προγράμματα – μαμούθ με στόχο την αναπλήρωση κεφαλαίου όσων τραπεζών είχαν εκτεθεί σε «τοξικά ομόλογα» της αμερικανικής αγοράς κτηματικής πίστης. Στήθηκε έτσι ένας χορός δισεκατομμυρίων πραγματική πρόκληση για τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους που έβλεπαν επί χρόνια κάθε αίτημά τους για αυξήσεις να απορρίπτεται με την επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο[3] και μένοντας μόνο σε Ευρώπη και ΗΠΑ οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν 195,1 δισ. ευρώ (Citigroup 46.522 εκ. ευρώ, Bank of America 34.891, AIG 31.014, Wells Fargo 19.384, JP Morgan Chase 19.384, Fannie Mae 11.785, Freddie Mac 10.700, Morgan Stanley 7.753, Goldman Sachs 7.753 και PNC Financial Services 5.876), η Αγγλία 44 δισ. (Royal Bank of Scotland 21.775 εκ. ευρώ, HBOS 12.509, Lloyds 5.982 και Northern Rock 3.698), η Ολλανδία 16,3 δισ. (ING 10.000 εκ. ευρώ, Fortis 4.000 και Aegon 2.326), η Δανία 503 εκ. (Roskilde Bank), το Βέλγιο 12,2 δισ. (KBC 5.500 εκ. ευρώ, Fortis 4.700 και Dexia 2.000), η Γαλλία 8,2 δισ. (Credit Agricole 3.000 εκ. ευρώ, BNP Paribas 2.550, Societe Generale 1.700 και Dexia 1.000), η Ελβετία 3,9 δισ. (UBS) και η Γερμανία 27 δισ. ευρώ (Commerzbank 18.200 εκ. ευρώ, Bayerische Landesbank 14.800, West LB 5.000 και ΙKB 2.300)!

Οι πακτωλοί χρημάτων που απελευθερώθηκαν εν μία νυκτί με την επίκληση του στόχου αποτροπής του κινδύνου μιας συστημικής κατάρρευσης, όπως αυτής που προκλήθηκε το 1930 κι απειλήθηκε στις 15 Σεπτέμβρη 2008 με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, έδειξαν ότι η χρόνια λιτότητα και η πολιτική μείωσης των μισθών που ακολουθήθηκε στην Ευρώπη όλα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης δεν ήταν μονόδρομος. Χρήματα με τα οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική πολιτική υπήρχαν! Εφικτή επίσης αποδεικνύεται πως είναι ακόμη και τώρα μια πολιτική ανακούφισης των εργαζομένων από τις συνέπειες της κρίσης. Για παράδειγμα, γιατί όλα αυτά τα δισ. να μην είχαν δοθεί για να εξαγορασθούν από το κράτος τα σπίτια που έβγαιναν στον πλειστηριασμό στις ΗΠΑ κι όλο αυτό το απόθεμα κατοικιών στη συνέχεια να αποτελούσε κρατική περιουσία που να δινόταν σε χαμηλόμισθους και ανέργους στο πλαίσιο μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής στήριξης της εργατικής κατοικίας; Με αυτό τον τρόπο μάλιστα θα σωζόντουσαν κι οι τράπεζες που θα εισέπρατταν από το κράτος τα ληξιπρόθεσμα δάνεια, ενώ δεν θα έβγαιναν στο δρόμο τουλάχιστον 2,5 εκ. νοικοκυριά, όπως συνέβη στις ΗΠΑ αποχαιρετώντας μια για πάντα το όνειρο απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας κι οδηγώντας το κοινωνικό ζήτημα σε νέα όξυνση…

Σε μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη τέτοιων μέτρων που θα ανακούφιζαν τους εργαζόμενους, αυτό που συντελείται σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες επάνω στην κινούμενη άμμο της κρίσης είναι μια προσπάθεια μεταφοράς όλου του κόστους για την επίλυσή της στις πλάτες των εργαζομένων. Από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ μέχρι την Ασία, αστικές κυβερνήσεις και κεφάλαιο επιχειρούν να θωρακίσουν τα κέρδη, μειώνοντας τους μισθούς και καταργώντας ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν παρατηρούνται δύο εξελίξεις.

Η πρώτη έχει ως επίκεντρο το αστικό κράτος και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης.

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις για την επιδότηση του κεφαλαίου και τη διάσωση των τραπεζών, όπως συνέβη και στην Ελλάδα με τα 28 δισ. που έδωσε η κυβέρνηση της ΝΔ στους τραπεζίτες, δημιουργούν τους όρους ώστε η χρόνια δημοσιονομική κρίση να οδηγηθεί σε παροξυσμό. Έτσι αν η δημοσιονομική κρίση του κράτους έλκυε μέχρι τώρα την καταγωγή της από την δομική κρίση του 1970 – μετάσταση και υποτροπή της οποίας είναι και η τρέχουσα κρίση – τους έξι τελευταίους μήνες δημιουργούνται οι όροι για μια νέα έκρηξη της. Το εύφλεκτο υλικό της θα αποτελείται από τα πακέτα διάσωσης που χορηγούν οι κυβερνήσεις προς το κεφάλαιο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα, όπου υφίστανται και μια χρόνια δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στο χώρο των δημόσιων οικονομικών έκανε την εμφάνισή της πρώτη φορά η κρίση πριν εκδηλωθεί στο χώρο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η ευκολία δε με την οποία η κυβέρνηση «στοχοποίησε» τους δημόσιους υπάλληλους και τους συνταξιούχους με την μηδενική εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας Γ. Παπαθανασίου δείχνει τον στρατηγικό ρόλο που αποκτά το κράτος για την υπέρβαση της κρίσης και ταυτόχρονα την κατεύθυνση από την οποία θα αντληθούν οι αναγκαίοι πόροι γι αυτή την υπέρβαση.

Στις ΗΠΑ ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα να διαθέσει 500 δισ. δολ. για τη διάσωση των τραπεζών τον Μάρτιο, μέσω της δημιουργίας κοινών επιχειρηματικών σχημάτων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα επικρίθηκε σφοδρά ακόμη κι από οικονομολόγους που εντάσσονται στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, όπως για παράδειγμα ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίκλιτς[4] που έγραψε σχετικά: «Αυτό που κάνει η κυβέρνηση Ομπάμα είναι πολύ χειρότερο από εθνικοποίηση. Είναι ένα κακέκτυπο καπιταλισμού, η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών. Είναι μια “σύμπραξη” στην οποία ο ένας συνέταιρος κλέβει τον άλλο. Και τέτοιες συμπράξεις – με τον ιδιωτικό τομέα να έχει τον έλεγχο – έχουν ανορθολογικά κίνητρα, ακόμη χειρότερα κι από εκείνα που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Ήδη υποφέρουμε από μια κρίση εμπιστοσύνης. Όταν γίνει εμφανές το υψηλό κόστος του κυβερνητικού σχεδίου, η εμπιστοσύνη θα διαβρωθεί περαιτέρω. Σε εκείνο το σημείο, το έργο της νεκρανάστασης της οικονομίας θα είναι ακόμη πιο επώδυνο»!

Η ευκολία με την οποία όμως οι αστικές κυβερνήσεις ανακοινώνουν το ένα πακέτο χρηματοδοτικής ενίσχυσης μετά το άλλο δεν οξύνει μόνο το κοινωνικό ζήτημα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, στο βαθμό που τέτοιες λύσεις ενισχύουν τη θέση της αστικής τάξης εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και νέου τύπου ανισορροπίες σε διεθνές επίπεδο. Πρωταγωνιστές είναι το δίδυμο Ομπάμα – Μπράουν που ηγούνται παγκοσμίως του ράλι αφειδώλευτης χρηματοδότησης του κεφαλαίου. Για να μπορέσουν όμως να χρηματοδοτήσουν αυτά τα ανοίγματα έχουν επιδοθεί σε μια παράλληλη κούρσα «μέτρων διευκόλυνσης», όπως διακριτικά αποκαλείται η εκτύπωση χρήματος από τις κεντρικές τους τράπεζες. Έτσι τους τελευταίους μήνες και με απώτερο σκοπό να αγοράσουν τα ομόλογα που εκδίδουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις[5] οι ΗΠΑ έχουν εκτυπώσει δολάρια αξίας μεγαλύτερης του 1 τρισ. δολ. και η Αγγλία βρετανικές λίρες που υπερβαίνουν τα 75 δισ. (107,3 δισ. δολ.)! Ως αποτέλεσμα στην αγορά των επιτοκίων τα στοιχήματα για σοβαρή άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και την Αγγλία κατά το προσεχές μέλλον έχουν πάρει φωτιά, ενώ όσοι έχουν ήδη συμφέροντα επάνω στο δολάριο έχουν πάρει τ’ όπλο τους. Και πρώτη απ’ όλους η κυβέρνηση της Κίνας που διατηρεί τα μεγαλύτερα δολαριακά αποθέματα εκτός ΗΠΑ, αξίας ανώτερης του 1 τρισ. δολαρίων. Η αντίδραση επομένως του κινέζου πρωθυπουργού στην πλημμυρίδα ρευστού του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στις παραμονές της συνεδρίασης του G20 έφτασε να ζητήσει να πάψει το δολάριο να έχει την θέση που διατηρεί σήμερα στις διεθνείς συναλλαγές και τα νομισματικά αποθέματα ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη κι ως κίνητρο είχε τη διαφύλαξη της αξίας αυτών των αποθεμάτων. Μαζί με την Κίνα αντέδρασε κι η Γερμανία μέσω του υπουργού Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος προειδοποίησε[6] ότι «τα νέα χρηματοδοτούμενα από χρέη προγράμματα υποστήριξης της οικονομίας θα συνθλίψουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, θα καταστρέψουν την αξία των νομισμάτων και θα θέσουν τις βάσεις για την επόμενη κρίση». Παρατηρήσεις εύστοχες, όσο κι αν διατυπώνονται για να δικαιολογήσουν μια σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, μηδενικών ελλειμμάτων.

Η τεράστια ζήτηση ρευστού από τις ΗΠΑ και την Αγγλία δυσχεραίνει παράλληλα αφάνταστα και τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των υπόλοιπων χωρών του κόσμου στο βαθμό που οι όροι υπό τους οποίους ζητάει χρήμα το αμερικανικό δημόσιο είναι κατά πολύ ευνοϊκότεροι αυτών που ζητούν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για παράδειγμα. Επίσης η βεβαιότητα που προσφέρει το αμερικανικό δημόσιο, ακόμη και τώρα, που η εκτύπωση νέου χρήματος γεννάει με μαθηματική βεβαιότητα πληθωρισμό, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν που προσφέρει κάθε άλλο κράτος. Κατ’ επέκταση και η κοινωνικά επώδυνη[7] εκτίναξη του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, μπορεί μεταξύ άλλων να θεωρηθεί κι αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που στην έναρξη της είχε την απότομη αύξησης της ζήτησης ρευστού από τις ιμπεριαλιστικές χώρες για να σώσουν τις τράπεζές τους. Πολύ πιο ακριβά ωστόσο πλήρωσαν την αμερικανική πολιτική άλλες χώρες που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των συνθηκών αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο ΔΝΤ. «Τα νομίσματα βυθίζονται από το Μεξικό μέχρι την Μαλαισία καθώς δανειστές κι επενδυτές αποσύρουν τα χρήματά τους για να τα παρκάρουν στα ομόλογα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Το Πακιστάν, η Ισλανδία, η Τουρκία και το Ελ Σαλβαδόρ με αρκετές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να πληρώσουν τους διεθνείς πιστωτές τους»[8].

          Μια επιπλέον παράπλευρη συνέπεια του άτυπου πλειοδοτικού διαγωνισμού που έχει στηθεί στη Δύση για την εύρεση ρευστού είναι η χρηματοδοτική ξηρασία που πλήττει το Νότο και ειδικότερα τις υπανάπτυκτες χώρες. «Στην πραγματικότητα όλες οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα», δήλωνε πρόσφατα[9] στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επισημαίνοντας ακόμη πως «αυτό είναι το τρίτο κύμα της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η ροή ιδιωτικού κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές έχει στεγνώσει». Με βάση εκτιμήσεις του διεθνούς μισητού ιμπεριαλιστικού οργανισμού οι ροές κεφαλαίου προς τις αποκαλούμενες αναδυόμενες αγορές από 928 δισ. δολ. το 2007, μειώθηκαν στα 466 τον προηγούμενο χρόνο και φέτος εκτιμάται ότι θα πέσουν στα 165 δισ. δολ. Καθόλου τυχαία επομένως δεν είναι η προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας ότι φέτος οι άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα θ’ αυξηθούν κατά 50 εκ.!

          Τα μέτρα διάσωσης που εφαρμόζουν επομένως οι ΗΠΑ οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς βελτιώνουν τη θέση τους, εις βάρος άλλων χωρών που καταποντίζονται.

          Στο εσωτερικό τώρα των χωρών, εδώ και λίγους μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστια επιχείρηση καθαρής μείωσης των εργατικών μισθών και βίαιης ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Αστική τάξη και κράτος το επιτυγχάνουν θέτοντας στους εργαζόμενους το δίλημμα απολύσεις ή μοίρασμα της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων (που με εκπληκτική ομοιομορφία εφαρμόζονται από την κοιτίδα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Ντιτρόιτ, μέχρι την Αγγλία και τα εργοστάσια της Βοιωτίας) είναι να πάψουν πλέον τα όρια μεταξύ εργαζομένων και ανέργων να είναι τόσο ευδιάκριτα, ενώ τα μόνα σαφώς οριοθετημένα θα είναι τα κέρδη του κεφαλαίου που θα μείνουν στο απυρόβλητο, καθώς το κόστος της κρίσης θα μεταφέρεται ακέραιο στους εργαζόμενους. Αυτή ακριβώς είναι και η δεύτερη εξέλιξη, που σε συγκερασμό με τον Κεϋνσιανισμό για τους πλουσίους σκιαγραφεί τις κυρίαρχες πολιτικές για την υπέρβαση της κρίσης από την μεριά του κεφαλαίου.

Η επιμονή του κεφαλαίου να αναζητά την υπέρβαση της κρίσης στο χώρο της παραγωγής, εκεί που δημιουργούνται οι νέες αξίες επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η κρίση δεν είναι κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν είναι κρίση ρευστότητας, ούτε κρίση εμπιστοσύνης, όσο κι αν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές εμφανίζεται ως τέτοια. Πριν απ’ όλα είναι κρίση πτώσης του ποσοστού κέρδους, όπως ορίστηκε από τον Κ. Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, που φέρνει στην επιφάνεια την σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και τον βαθιά οπισθοδρομικό χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, καθώς όρος επιβίωσής τους είναι ο ακρωτηριασμός των σύγχρονων, κοσμογονικών δυνατοτήτων που γεννάει η εποχή μας, επιτρέποντας την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά[10].

Τέλος, σημείο αισιοδοξίας που μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η τρέχουσα κρίση μπορεί να σηματοδοτήσει την αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας και των πολιτικών εκείνων δυνάμεων που αναφέρονται στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας είναι ο μαχητικός κοινωνικός ριζοσπαστισμός που γεννιέται: από την εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα μέχρι τις ομηρίες διευθυντικών στελεχών από οργισμένους εργάτες στη Γαλλία.


[1] Financial Times, 31 Μαρτίου 2009.

[2] Reinhart Carmen M., Kenneth S. Rogoff, «The aftermath of financial crises», Paper prepared for presentation at the American Economic Association meeting in San Francisco, 3 Ιανουαρίου 2009.

[3] El Pais, 15 Mαρτίου 2009.

[4] New York Times, Obama’s ersatz capitalism, 2 Απρίλη 2009.

[5] Wall Street Journal, A dangerous lure: inflation curbs debt, 30 Μαρτίου 2009.

[6] Spiegel Online, A summit at the abyss – Can the G 20 save the world?, 30 Μαρτίου 2009.

[7] «Το επιπλέον ετήσιο κόστος για τους τόκους από τον μέχρι στιγμής δανεισμό λόγω της ανόδου της διαφοράς των ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με τα γερμανικά ξεπερνούν τα 900 εκ. ευρώ. Ακόμη και σε σχέση με την Ιταλία, με την οποία δανειζόμασταν περίπου στα ίδια επίπεδα μέχρι πριν λίγους μήνες, θα επιβαρυνθούμε περίπου 520 εκ. ευρώ παραπάνω για τα ίδια ποσά δανεισμού… Με τα 520 εκ. ευρώ που πληρώνουμε επιπλέον σε σχέση με την Ιταλία θα μπορούσε να αυξηθεί το επίδομα ανεργίας από το 55% του βασικού μισθού που είναι σήμερα στο 70%… και να ενισχυθεί με επιπλέον 160 εκ. ευρώ το Ταμείο κατά της Φτώχειας για δράσεις ανακούφισης συμπολιτών μας με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα», Ενημερωτικό σημείωμα από τον τομέα Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, 1 Απριλίου 2009.

[8] International Herald Tribune, Averting a catastrophe in the developing world, 6 Μαρτίου 2009.

[9] International Herald Tribune, Crisis sends dollars flowing back to U.S., 9 Μαρτίου 2009.

[10] «Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάθε τρόπου παραγωγής εξακολουθεί να είναι η αντικειμενική βάση στην οποία οφείλουν να εδράζονται οι προσπάθειες για την υπέρβαση του συστήματος» (Θανάσης Μανιάτης, Κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας; Περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο: Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2009).

Αρέσει σε %d bloggers: