Σε διπλωματική απομόνωση το Ισραήλ (Επίκαιρα, 4-10/3/2010)

Την αυξανόμενη ανάγκη αναθέρμανσης των διπλωματικών σχέσεων της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο και αποστασιοποίησης της ελληνικής διπλωματίας από το Ισραήλ επιβεβαιώνει το φιάσκο που υπέστη το εβραϊκό κράτος με αφορμή την δολοφονία του Μαχμούντ αλ Μαμπχούχ στο Ντουμπάι. Γιατί, η εκτέλεση του στελέχους της Χαμάς στις 19 Ιανουαρίου από 26 πράκτορες της Μοσάντ με τη μέθοδο των ηλεκτροσόκ και του πνιγμού μπορεί επιχειρησιακά να ολοκληρώθηκε με αψεγάδιαστο τρόπο, στην πράξη όμως εξέθεσε ανεπανόρθωτα το Ισραήλ (όπως ακριβώς συνέβη και με την επιχείρηση εναντίον της Γάζας πέρυσι τον Δεκέμβριο) που από φίλους και εχθρούς όλο και συχνότερα πλέον αποκαλείται «κράτος – παρίας», που συνιστά κίνδυνο για την σταθερότητα στην περιοχή.

Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν περίμενε ότι το Ντουμπάι θα έσπαγε τον κανόνα της σιωπής (που τόσο πολύ συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις) και θα έδινε στη δημοσιότητα στιγμιότυπα από τις κάμερες ασφαλείας με τα πρόσωπα των δραστών. Κατά πολλούς η στάση του Ντουμπάι αποτέλεσε την εκδίκησή του για τη χρεοκοπία στην οποία το οδήγησαν πέρυσι το Νοέμβριο τα δυτικά κερδοσκοπικά κεφάλαια, που κατά μία ερμηνεία ήταν το τίμημα που πλήρωσε για τις στενές σχέσεις του με το Ιράν και την προθυμία με την οποία συνεργαζόταν οικονομικά με το Ιράν αρνούμενο να εφαρμόσει το εμπάργκο των Δυτικών. Έτσι, οι αρχές ασφαλείας του Ιράν αποδείχθηκαν καταπέλτης. Καθώς όχι μόνο έδωσαν στη δημοσιότητα τα βίντεο και τα πλαστογραφημένα διαβατήρια των εκτελεστών, δηλώνοντας πως κατά 99% πρόκειται για πράκτορες της Μοσάντ, αλλά επίσης ζήτησαν από την Ίντερπολ να εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης για τον Μέιρ Ντεγκάν, επικεφαλής της ισραηλινής μυστικής υπηρεσίας, Μοσάντ, για την οποία το τελευταίο τεύχος του βρετανικού περιοδικού Economist αναρωτιέται στον τίτλο του, κατά πόσο πράγματι κάνει το Ισραήλ ασφαλέστερο…

Η οργή εναντίον του Ισραήλ όμως αυτή τη φορά ξεπέρασε τα όρια του αραβικού κόσμου. Η έντονη και χωρίς προηγούμενο καταδίκη από τους υπουργούς Εξωτερικών της ΕΕ της κλοπής και παραποίησης διαβατηρίων ευρωπαίων πολιτών και οι σκληρές αποδοκιμαστικές δηλώσεις των υπουργείων Εξωτερικών της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιρλανδίας (που έγινε μάλιστα από την πολιορκημένη Γάζα) υποδηλώνουν πως καθησυχαστικές δηλώσεις όπως αυτή του υπουργού Βιομηχανίας του Ισραήλ, Μπινιαμίν Μπεν Ελιέζερ, ότι σε έξι μήνες κανείς δεν θα θυμάται το γεγονός, απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτ’ απ’ όλα επειδή οι εξωδικαστικές εκτελέσεις, όπως επισήμως αποκαλούνται ανάλογες μαφιόζικες πρακτικές (που πριν νομιμοποιηθούν από την CIA στον βρόμικο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, εγκαινιάστηκαν από την αστυνομία του Χίτλερ και του Πινοτσέτ) συνιστούν τη ναρκοθέτηση κάθε έννοιας δικαίου. Η επιφόρτιση των μυστικών υπηρεσιών με τα καθήκοντα του δικαστή, του εισαγγελέα και του εκτελεστή της ποινής μετατρέπει τον κόσμο σε μία ζούγκλα αυτοδικίας, όπου νόμος είναι το δίκιο του εκτελεστή και τα συμβόλαια θανάτου αποκαθιστούν την θεσμοθετημένη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης. Τι θα συνέβαινε αν κάθε κράτος εξασφάλιζε τα εθνικά του συμφέροντα με την εκτέλεση των εχθρών του; Κι έχοντας πλήρη επίγνωση των διαφορετικών μέτρων και σταθμών που κυριαρχούν στην «διεθνή κοινότητα», δεν μπορούμε να μην μεταφέρουμε το ερώτημα συντάκτη του βρετανικού Guardian για το τι θα είχε συμβεί αν τυχόν και μια ανάλογη δολοφονία την είχε φέρει σε πέρας η μυστική αστυνομία του Ιράν, σε μεγάλο ξενοδοχείο δυτικής πρωτεύουσας, χρησιμοποιώντας πλαστογραφημένα διαβατήρια ευρωπαίων πολιτών… Πόσες φορές θα είχε ισοπεδωθεί μέχρι τώρα η Τεχεράνη;

Κατά δεύτερο, η οργή εναντίον του Ισραήλ δεν πρόκειται να κοπάσει εύκολα, επειδή οι εξωδικαστικές εκτελέσεις σε τρίτες χώρες καταστρατηγούν την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Όταν η κάθε Μοσάντ ή η CIA, όπως συνέβη κατ’ επανάληψη επί Μπους με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απαγωγή του αιγύπτιου ιμάμη από το Μιλάνο της Ιταλίας, δολοφονεί και απαγάγει, τότε παραβιάζει το αυτονόητο μονοπώλιο που έχει κάθε κράτος στην απονομή δικαιοσύνης στο εσωτερικό του και αυτόματα μετατρέπεται σε προτεκτοράτο ή αποικία, που κρίνεται αναρμόδιο να εφαρμόσει το δίκαιο εντός των εθνικών του συνόρων. Η πόλη – κράτος του Ντουμπάι, προς τιμή του, απέσεισε από πάνω του αυτό τον ταπεινωτικό χαρακτηρισμό.

Κατά τρίτο, το Ισραήλ αυτή τη φορά μάλλον παραβίασε μια λεπτή γραμμή, καθώς χρησιμοποιώντας διαβατήρια Εβραίων από την Ευρώπη δεν έθεσε μόνο σε κίνδυνο τη ζωή κάθε άλλου Εβραίου (που γιατί να μη χαρακτηρίζεται στο εξής ύποπτος για πράκτορας της Μοσάντ;) αλλά και την αξιοπιστία των ίδιων αυτών ευρωπαϊκών κρατών που χρειάστηκε να αποδείξουν ότι τα (υψηλής ασφάλειας να θυμίσουμε) διαβατήρια πλαστογραφήθηκαν και δεν δόθηκαν στο ίδιο το Ισραήλ προς διευκόλυνσή του!

Τέλος, το σημαντικότερο είναι πως οι μαφιόζικες εκτελέσεις έχουν κατ’ επανάληψη αποδείξει την αναποτελεσματικότητά τους. Ας θυμηθούμε την δολοφονία με πύραυλο από ελικόπτερο Απάτσι του παραπληγικού ηγέτη της Χαμάς, Σεϊχη Γιασίν, στο αναπηρικό του καροτσάκι, την ανεξιχνίαστη μεν, αδιαμφισβήτητη ωστόσο δολοφονία του ιστορικού ηγέτη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Γιασέρ Αραφάτ, την αποτυχημένη επιχείρηση δολοφονίας του σημερινού ηγέτη της Χαμάς, Χαλίντ Μεσάλ, στο Αμάν της Ιορδανίας τον Σεπτέμβριο του 1997 που κατέληξε στην ταπείνωση του (και τότε) πρωθυπουργού του Ισραήλ, σιωνιστή Νετανιάχου, και τόσες, δεκάδες άλλες περιπτώσεις. Καμία δεν σηματοδότησε την αναδίπλωση των Παλαιστινίων, ούτε έφερε την ειρήνη στην Παλαιστίνη.

Αυτή τη φορά όμως κάτι αλλάζει στις σχέσεις της Δύσης με το Ισραήλ, ενδεχομένως λόγω και της εξάντλησης της υπομονής των Αμερικανών όπως φάνηκε από την αίτηση που υπέγραψαν 54 μέλη της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων προς τον Ομπάμα, ζητώντας την άρση του αποκλεισμού της Γάζας. Η αλλαγή του κλίματος είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού στον Τύπο με αφορμή την δολοφονία του στελέχους της Χαμάς, που όπως αποκάλυψαν οι βρετανικοί Sunday Times είχε την έγκριση του ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, που επισκέφθηκε ο ίδιος τα γραφεία της Μοσάντ για να δώσει την έγκρισή του στη δολοφονία. Έγραφε χαρακτηριστικά το πάντα προσεκτικό (λόγω του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι που δρα στην Ουάσιγκτον) αμερικανικό περιοδικό Time: «Οι σχέσεις του Ισραήλ με τους δυτικούς του συμμάχους αλλάζουν. Οι μονομερείς στρατιωτικές δράσεις και δράσεις ασφάλειας του Ισραήλ – όσο δικαιολογημένες και αποτελεσματικές μπορεί να είναι – στρέφουν την παγκόσμια κοινή γνώμη ενάντια στο εβραϊκό κράτος. Ο ρόλος του Ισραήλ στον Δυτικό Τύπο είναι όλο και λιγότερο εκείνος του μαχόμενου Δαβίδ κι όλο και περισσότερο του απερίσκεπτου Γολιάθ: από την εξελισσόμενη πολιορκία της Γάζας στη σκόπιμα δυσανάλογη απάντηση κατά τη διάρκεια τόσο του πολέμου στο Λίβανο ενάντια στη Χεζμπολάχ το 2006 όσο κι ενάντια στην Χαμάς το 2009. Αυτές οι απόψεις είναι ισχυρότερες στην Ευρώπη παρά στις ΗΠΑ», παρατηρεί το περιοδικό Time.  

Ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν κι οι Financial Times. Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου, με τίτλο «Το Ισραήλ πλήττει την υπόθεσή του όταν αντιμετωπίζεται σαν κράτος – παρίας» αναφέρεται: «Δεν κάνει καθόλου καλό στην υπόθεση του Ισραήλ να ενθαρρύνει την αντίληψη ότι είναι κράτος – παρίας, ειδικά μετά τις κατηγορίες που δέχτηκε για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα από την έκθεση Γκολντστόουν, που παραγγέλθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη… Οι ηγέτες του Ισραήλ έχουν την τάση να πιστεύουν πως το διεθνές δίκαιο στην πράξη δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, απλώς δεν ισχύει για τους ίδιους. Το έχουν αγνοήσει γιατί μπορούσαν να στηρίζονται στο αμερικανικό βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, που προβλήθηκε 29 φορές για να διασφαλιστεί η συμπεριφορά του Ισραήλ στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη και 11 φορές για να διαφυλαχθούν οι ενέργειες του στο Λίβανο»!

Το ερώτημα αυτή τη φορά είναι κατά πόσο η ελληνική διπλωματία θα λάβει υπ’ όψη της τα παραπάνω σαφή και αδιάψευστα μηνύματα αλλαγής της στάσης της διεθνούς κοινότητας απέναντι στο Ισραήλ, και θα βελτιώσει ουσιαστικά τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο…

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…

Αποχαιρετισμός στα ’00 (Πριν, 24/12/2009)

Δεκαετία της βαρβαρότητας και των τρομερών δυνατοτήτων 

Η France Telecom κι όχι η Google επιχείρηση – σύμβολο της δεκαετίας που φεύγει

Τα «προβλήματα» με την δεκαετία που αποχαιρετούμε σε λίγες μέρες εμφανίστηκαν από το πιο απλό επίπεδο: Πώς να ορίσεις μια δεκαετία όταν το μοναδικό που σου δίνει είναι τα μηδενικά της; Αντίθετα με τις προηγούμενες «πληθωρικές» δεκαετίες, του ’90, του ’80, κ.λπ, το μόνο μετρήσιμο που διαθέτει η δεκαετία που φεύγει ήταν δύο μηδενικά εντελώς απρόσφορα για συντομογραφία κι επιτομή του κακόηχου, αυτοεκπληρούμενη προφητεία ωστόσο για μηδενιστικές, απορριπτικού περιεχομένου αναφορές. Κι έπειτα ήρθαν και τα απομεινάρια της: πόλεμοι, οικονομική κρίση, ανελευθερία, φυσικές καταστροφές και υπερθέρμανση του πλανήτη. Τι να δοξάσεις, τι να νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές;

Η δεκαετία των… μηδενικών παρόλα αυτά, ήταν μια δεκαετία σταθμός γιατί για πρώτη φορά συνέπεσαν τα πιο βάρβαρα φαινόμενα με την εμφάνιση των πιο εκπληκτικών ανθρώπινων δυνατοτήτων οδηγώντας όλες τις αντιθέσεις σε πρωτοφανή παροξυσμό. Η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, όπως σε ένα βαθμό είχε συμβεί και με την πρώτη δεκαετία του προηγούμενου, ήταν μια εκρηκτική δεκαετία γιατί στα χρόνια της ολοκληρώθηκε ο μαρασμός κι η παρακμή μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου κι έκαναν δειλή την εμφάνισή τους για πρώτη φορά οι απελευθερωτικές δυνατότητες της ανθρωπότητας.

Ο πιο εύκολος τρόπος για να χαρακτηριστεί ως δεκαετία των νιχιλιστών αυτή που φεύγει είναι να ανατρέξει κανείς στις εκστατικές φιλοδοξίες που είχε απελευθερώσει η δεκαετία του ’90 με άξονα τις νέες τεχνολογίες. Το ’90 κραδαίνοντας όλο αυτοπεποίθηση τα τρόπαια τη μάχης με τον «υπαρκτό» ενδύθηκε την ολόλαμπρη στολή της καινοτομίας και έθεσε στην προμετωπίδα του το ανειρήνευτο πνεύμα του σκαπανέα του καπιταλισμού κάνοντας το ντεμπούτο του με τον Τεντ Τέρνερ στο εξώφυλλο του περιοδικού Time, ως σύμβολο της νέας δύναμης των Μέσων Ενημέρωσης, και τραβώντας την αυλαία με τον Τζ. Μπέζος, ιδιοκτήτη του διαδικτυακού βιβλιοπωλείου Amazon. Στο ενδιάμεσο της δεκαετίας άνθρωπος της χρονιάς ανακηρύχθηκε ένας ερευνητής του Aids, ο διευθυντής της Intel κι οι «ειρηνοποιοί» Μαντέλα και Ντε Κλερκ, Αραφάτ και Ράμπιν. Η δεκαετία των μηδενιστών ανοίγει αντίθετα με άνθρωπο της χρονιάς τον Μπους, που επανέρχεται στο ίδιο εξώφυλλο το 1994 και κλείνει με τον διοικητή της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, ιδανικό διασώστη, Μπεν. Μπερνάνκι. Στο ενδιάμεσο παρελαύνει ο αμερικανός στρατιώτης με το όπλο του, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι, εις μνήμη των νεκρών της 11ης Σεπτέμβρη και της «μηδενικής ανοχής» κι «εσύ» ή ο καθένας, εγκώμιο στη εξατομικευμένη χρήση του υπολογιστή.

Αν η δεκαετία που έφυγε μπορεί να χαρακτηριστεί ως η δεκαετία του iPhone, και του YouTube της Wikipedia και του Facebook ή η δεκαετία τη αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, των υβριδικών αυτοκινήτων και της τεχνητής καρδιάς τα θεμέλια τέθηκαν μια δεκαετία νωρίτερα, το ’90. Τότε προετοιμάστηκαν όλες οι σημερινές τεχνολογικές καινοτομίες, που δεν παύουν όμως να διαστρέφονται και να ακρωτηριάζονται κάτω από την ηγεμονία του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα: το όνομα με τις περισσότερες αναζητήσεις στο ίντερνετ την προηγούμενη δεκαετία να είναι της… Μπρίτνεϋ Σπίαρς και το πιο πρόσφατο νέο στις εξελίξεις γύρω από το διαδίκτυο στις ΗΠΑ να είναι ο διορισμός από τον Ομπάμα ενός «κυβερνομπάτσου» με αρμοδιότητα τον έλεγχο του διαδικτύου και την προετοιμασία των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν κάποια μελλοντική επίθεση από τον κυβερνοχώρο. Σε συνδυασμό το τελευταίο με τα μέτρα αστυνόμευσης και λογοκρισίας που υιοθέτησε η Γαλλία και ετοιμάζεται να εφαρμόσει κι η Αγγλία προδικάζουν ένα καθόλου ελκυστικό μέλλον για τον κυβερνοχώρο, φαντασιακό βασίλειο της πλέριας ελευθερίας στα πρώτα του βήματα.

Η δεκαετία του ’90 ωστόσο προετοίμασε και την βαρβαρότητα των ’00. Η αμερικανική εκστρατεία στον Κόλπο και στη Σομαλία, η εισβολή και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι πρώτοι αντιτρομοκρατικοί νόμοι του Κλίντον κι η ιδεολογική προπαρασκευή με τη Σύγκρουση των πολιτισμών του Σάμιουελ Χάντιγκτον έθεσαν αρκετά διακριτικά μεν, με σαφήνεια όμως τις βάσεις για τις μετέπειτα αιματηρές ιμπεριαλιστικές εκστρατείες στο Αφγανιστάν το 2001 και το Ιράκ το 2003, και τα παράλληλα μέτωπα που άνοιξε η αντιτρομοκρατική σταυροφορία της Ουάσινγκτον στο Πακιστάν, τη Σομαλία και την Υεμένη. Η επίθεση στους δίδυμους πύργους αποτέλεσε την ιδανική αφορμή κι όχι φυσικά την αυγή μιας νέας εποχής που ως σύμβολά της είχε το Γκουντάναμο και το Αμπού Γκραΐμπ. Το 2000 άλλωστε ήταν, εντελώς συμβολικά στο μεταίχμιο των δύο δεκαετιών, που ο Αριέλ Σαρόν πάτησε στο τέμενος του Αλ Ακσά δίνοντας το έναυσμα για την δεύτερη Ιντιφάντα και που στις ΗΠΑ συνέβη η πιο εξόφθαλμη εκλογική νοθεία για να εκλεγεί ο Μπους – απαρχή και απαράμιλλο σύμβολο της επίθεσης που δέχτηκαν όλη την προηγούμενη δεκαετία και συνεχίζουν να δέχονται τα δημοκρατικά δικαιώματα από τις ΗΠΑ μέχρι την πιο απόμακρη γωνιά του πλανήτη με δολοφονίες αθώων πολιτών, κάμερες, προληπτικές συλλήψεις και αστυνομοκρατία που θα ζήλευαν κι οι λατινοαμερικανικές χούντες.

Η ηθική τουλάχιστον ήττα που υπέστησαν οι ΗΠΑ επί Μπους στην Μέση Ανατολή κι η βέβαιη συντριβή τους στο Αφγανιστάν επί Ομπάμα παρά την πρόσφατη απόφαση του να στείλει 30.000 επιπλέον στρατιώτες σηματοδότησαν και την παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η άνοδος της Κίνας (που όλη την δεκαετία κατέγραφε κατά μέσο όρο ετήσιους ρυθμούς μεγέθυνσης της τάξης του 7,8%) της Ινδίας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας και της ΕΕ που πέτυχε τη νομισματική της ενοποίηση με την εισαγωγή του ευρώ την 1/1/2002, επεκτάθηκε πολύ πέραν των γνωστών συνόρων της με την διεύρυνση του 2004 με 10 νέα μέλη δημιούργησε ντε φάκτο έναν πολυπολικό κόσμο, το κέντρο αποφάσεων του οποίου εξακολουθεί να είναι στην Ουάσινγκτον ή καλύτερα στο αμερικανικό Πεντάγωνο λόγω της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής στρατιωτικής υπεροπλίας.

Η δεκαετία των μηδενικών ως αδιαμφισβήτητο έμβλημά της πάντως θα έχει την οικονομική κρίση που ξέσπασε στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων και γρήγορα εξελίχθηκε ως η βαθύτερη κρίση μετά το 1930 και για πολλούς ισοδύναμη. Τα στοιχεία πάντως από τις αποδόσεις του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης υποστηρίζουν πως ήταν βαθύτερη. Ειδικότερα, η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα ήταν η χειρότερη δεκαετία για τις αμερικανικές μετοχές τα τελευταία 200 χρόνια, καθώς από το τέλος του 1999 μέχρι σήμερα ο μέσος όρος των ετήσιων αποδόσεων ήταν -0,5%! Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης να αναφέρουμε τις αποδόσεις των προηγούμενων δεκαετιών: Το ’90: +17,6%, ’80: +16,6%, ’70: +6,6%, ’50: +18,2%, ’40: +9,6% και το ’30, που θεωρούταν μέχρι πρόσφατα η χειρότερη δεκαετία, ο μέσος όρος των ετήσιων αποδόσεων ήταν -0,2%, καταγράφηκαν δηλαδή μικρότερες απώλειες από την δεκαετία που έφυγε! Για τους αναλυτές, η δεκαετία που αποχαιρετούμε ήταν καταστροφική γιατί κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος μια βεβαιότητα που δεν είχε ποτέ διαψευσθεί: η μακροχρόνια ανοδική πορεία των μετοχών.

Δεν ήταν η μοναδική βεβαιότητα που κατέρρευσε. Στο έδαφος της κρίσης τα ’00 ενταφίασαν οριστικά το αναφαίρετο μέχρι πριν λίγα χρόνια δικαίωμα στην εργασία, μετατρέποντάς το σε «αναχρονισμό». Είδαν, επίσης, την τρομοκρατία του κεφαλαίου να μετατρέπει σε Νταχάου τους χώρους εργασίας και να απαγορεύει στην πράξη το δικαίωμα του συνδικαλισμού και της πολιτικής ενασχόλησης, απειλώντας τους εργαζόμενους με την εσχάτη των ποινών, την απόλυση. Την δεκαετία του ’00 φάνηκε και το πραγματικό πρόσωπο των περιλάλητων νέων μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης των επιχειρήσεων που εγκαινιάστηκαν με το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70 για να γίνουν λαϊκή θρησκεία τη δεκαετία του ’80 και καθεστώς τη δεκαετία του ’90 ακόμη και στον πιο μικρό χώρο εργασίας. Υπό αυτή την έννοια επιχείρηση της δεκαετίας, δεν είναι η Google που το 1999 απασχολούσε 9 εργαζόμενους και σήμερα 20.000 και στη μηχανή αναζήτησής της αναρτώνται κάθε μέρα 1 δισ. αιτήματα κι άλλοι τόσοι χρήστες απ’ όλο τον κόσμο. Επιχείρηση της δεκαετίας είναι η ιδιωτικοποιημένη France Telecom που κατάφερε να οδηγήσει στην αυτοκτονία 23 εργαζόμενους μόλις σε 18 μήνες, ως αποτέλεσμα του σκυλίσιου ανταγωνισμού, της καθημερινής εξαντλητικής εντατικοποίησης και της συνεχούς ανασφάλειας, που κατά τα εγχειρίδια είναι το κίνητρο κάθε προσπάθειας… ακόμη και αυτοκτονίας.

Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα έκανε επίσης την εμφάνισή της το αντιφατικό και βραχύβιο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση που γεννήθηκε στο Σιάτλ το 2000, το Αργεντινάζο το 2001, η εκλογική επιτυχία των κυβερνήσεων της Αριστεράς κάθε απόχρωσης στη Λατινική Αμερική, το αντιπολεμικό κίνημα του 2003, η ηρωική αντίσταση του Ιράκ, η συντριβή κι η ταπείνωση του εβραϊκού κράτους στο νότιο Λίβανο από τη Χεζμπολάχ το 2006. Και σε πείσμα των μηδενιστών η πρώτη δεκαετία έκλεισε τον κύκλο της πέρυσι τον Δεκέμβρη με την ηρωική αντίσταση του παλαιστινιακού λαού στη μαρτυρική Γάζα απέναντι στις θηριωδίες του εβραϊκού στρατού και την εξέγερση στην Αθήνα, τα νέα «Δεκεμβριανά». Βήματα νηπιακά, ανολοκλήρωτα κι αντιφατικά, με ελπιδοφόρο τρόπο παρόλα αυτά δείχνουν το δρόμο για την απελευθέρωση του ανθρώπου!

Η Ινδία αντίβαρο στην ανερχόμενη Κίνα (Διπλωματία, 6ος 2009)

ΣΤΗΝ ΑΣΙΑ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΑΡΟΥΣ

ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΩΝ ΗΠΑ

 Τουλάχιστον σε ένα θέμα η κυβέρνηση του Ομπάμα ακολουθεί κατά πόδας την πολιτική της κυβέρνησης Μπους: στην επιλογή της να αναβαθμίσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ινδία, αναγορεύοντας την πολυπληθή χώρα του 1,2 δισ. ανθρώπων σε στρατηγικό σύμμαχο της στην ασιατική ήπειρο.

Ιδιαίτερης γεωπολιτικής αλλά και οικονομικής σημασίας αποδείχθηκε η (πενθήμερης διάρκειας!) επίσκεψη της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, στα μέσα Ιουλίου στην Ινδία καθώς ήρθε να επιβεβαιώσει την σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών κι ειδικότερα τη φιλοαμερικανική στροφή της Ινδίας. Η απόφαση που έλαβε το Νέο Δελχί να συνάψει στρατηγική σχέση με την Ουάσινγκτον συνιστά τεράστια ανατροπή αν αναλογιστούμε τις θερμές σχέσεις που διατηρούσε με τη Μόσχα μέχρι και το 1989 αποτελώντας το προγεφύρωμά της σε μια περιοχή που κατακλυζόταν από εχθρικά προς αυτήν κράτη. Η ανατροπή αυτή φυσικά δεν συνέβη τώρα. Προετοιμάστηκε όλη τη δεκαετία του ’90 κι επισημοποιήθηκε επί Τζορτζ Μπους όταν κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του επισκέφθηκε την Ινδία και έδωσε το πράσινο φως στο Νέο Δελχί, που δεν έχει υπογράψει την Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών, να συμμετάσχει μετά από 34 χρόνια απαγόρευσης στο διεθνές εμπόριο πυρηνικού υλικού – κίνηση προκλητική αν σκεφτούμε τι συνέπειες υφίστανται άλλες χώρες, όπως το Ιράν, επειδή ασκούν το αναφαίρετο δικαίωμά τους να αναπτύξουν προγράμματα πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν εφαρμόζουν οι ΗΠΑ χρησιμοποιώντας επιλεκτικά και κατά βούληση το δικαίωμά τους να τιμωρούν ή να διευκολύνουν όποια χώρα προχωρά στην κατασκευή εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Ενδεικτικό στοιχείο για την άνθηση που γνώρισαν οι σχέσεις των δύο χωρών κατά την θητεία του Μπους είναι πως από το 2004 έως το 2007 η αξία του διμερούς εμπορίου διπλασιάστηκε φθάνονταςς από τα 30 δισ. στα 60 δισ. δολ. Η επιλογή της Χίλαρι Κλίντον να ξεκινήσει το ταξίδι της στην Ινδία με μια επίσκεψη στη Βομβάη, που τον Νοέμβρη δέχθηκε τη φονική τρομοκρατική επίθεση, και να διαμείνει μάλιστα στο ξενοδοχείο Τατζ Παλάς που δέχθηκε την επίθεση των τρομοκρατών, εμπεριείχε ένα διπλό συμβολισμό. Όχι μόνο γιατί έτσι δήλωνε την συμμαχία ΗΠΑ και Ινδίας στη μάχη κατά της διεθνούς τρομοκρατίας, αλλά και τη συνέχεια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής καθώς την ίδια πόλη επισκέφθηκε κι η προκάτοχός της Κλίντον, η Κοντολίζα Ράις, αμέσως μετά τις επιθέσεις σε ένα από τα τελευταία, αν όχι το τελευταίο της ταξίδι, ως επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο σημαντικότερος ωστόσο σταθμός της Χίλαρι Κλίντον ήταν στο Νέο Δελχί. Κατά τη συνάντησή της με την ινδική πολιτική ηγεσία του Κόμματος του Κογκρέσου, που βγήκε αναβαπτισμένο από τις πρόσφατες εκλογές κερδίζοντας μια συντριπτική νίκη, οι διαφωνίες των δύο χωρών στα θέματα του διεθνούς εμπορίου και της επιβολής ανώτατου ορίου στις εκπομπές ρύπων, μπήκαν στην άκρη. Δε στάθηκαν ικανές να χαλάσουν το θετικό κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών, παρότι πολλοί φοβούνταν ότι θα δηλητηρίαζαν το κλίμα. Τα θέματα που πρυτάνευσαν κατά τη συνάντηση της Χίλαρι Κλίντον με τον πρωθυπουργό Μανμοχάν Σινγκ (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Μπους από το βήμα της ινδικής Βουλής «βαθιά αγαπητό») ήταν δύο: Το πρώτο αφορούσε μια συμφωνία μαμούθ μεταξύ της ινδικής κυβέρνησης και των εταιρειών Boeing και Lockheed Martin για την αγορά 126 μαχητικών αεροσκαφών ύψους 10 δισ. δολ. που εντάσσεται στο εξ ίσου δυσθεώρητου ύψους πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του απαρχαιωμένου οπλοστασίου της, το οποίο έχει κατά βάση χώρα παραγωγής την… ΕΣΣΔ. Σε αυτή την κατεύθυνση έχει αποφασιστεί να δοθούν την επόμενη πενταετία 50 – 55 δισ. δολ. Ειρήσθω εν παρόδω να αναφέρουμε ότι η Ινδία μπορεί να είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ασίας αλλά κρατάει τα σκήπτρα των αντιθέσεων με τα δύο τρίτα του πληθυσμού της να ζουν με λιγότερα από 1,5 δολάρια ημερησίως. Το πρόβλημα διατροφής του πληθυσμού της που κατά τα δύο τρίτα εξακολουθεί να ζει από τη γεωργία οξύνεται επικίνδυνα λόγω της ξηρασίας που έχει πλήξει φέτος της χώρα, καταφέροντας πρωτοφανές πλήγμα στις αγροτικές δραστηριότητες που αποτελούν το 17% του ΑΕΠ. Υπολογίζεται ότι λόγω της ξηρασίας η έκταση της καλλιεργήσιμης γης μειώθηκε μέσα σε ένα χρόνο κατά 21% οδηγώντας το αγροτικό εισόδημα στο ναδίρ. Σ’ αυτό το εκρηκτικό περιβαλλοντικό τοπίο η διοχέτευση τόσου μεγάλου μέρους των κρατικών δαπανών σε πολεμικές δαπάνες αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις δυνατότητες επίλυσης των περιβαλλοντικών κρίσεων και άμβλυνσης των κοινωνικών συνεπειών. Το δεύτερο θέμα που κυριάρχησε στις συνομιλίες Κλίντον – Σινγκ αφορούσε την κατασκευή εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας. Οριστικοποιήθηκε συγκεκριμένα η χωροθεσία των αμερικανικών εργοστασίων κι οι περιοχές αποκλειστικής ενεργειακής εκμετάλλευσης (όπως έχει συμβεί με τις γαλλικές και τις ρώσικες εταιρείες) κι έγινε σαφές στο Νέο Δελχί ότι πρέπει να προηγηθεί ένας αποικιοκρατικού χαρακτήρα νόμος που θα απαλλάσσει τις κατασκευάστριες εταιρείες από οποιαδήποτε νομική ευθύνη στην περίπτωση που συμβεί κάποιο ατύχημα! Η προμήθεια πολεμικού υλικού από τις ΗΠΑ και κυρίως η πολιτική και διπλωματική στήριξη τους προς την Ινδία σε μια κατεύθυνση ισχυροποίησης της διεθνούς πολιτικής της υπόστασης ώστε να πάψει η σημερινή κραυγαλέα αναντιστοιχία μεταξύ του γεωπολιτικού και του οικονομικού της ρόλου, δημιουργεί νέα δεδομένα στο πλαίσιο μιας διελκυστίνδας μεταξύ Κίνας και Ινδίας που μέχρι τώρα είχε ως αδιαμφισβήτητο νικητή την Κίνα. Το γεγονός από την πρόσφατη ιστορία που καθόρισε τις «μη φιλικές», στην καλύτερη περίπτωση, σχέσεις των δύο χωρών ήταν η κατάληψη από την Κίνα μιας ορεινής περιοχής της Ινδίας τον Ιούνιο του 1962. Και σήμερα αν το Πεκίνο καταλογίζει στην Ινδία ότι ρίχνει λάδι στη φωτιά του αυτονομιστικού κινήματος του Θιβέτ φιλοξενώντας πλήθος θιβετιανών αντιφρονούντων, με προεξάρχοντα τον Δαλάι Λάμα, το Νέο Δελχί έχει μια ατελείωτη λίστα παραπόνων να υποβάλλει προς το Πεκίνο. Ξεκινώντας από τα πιο πρόσφατα, διεθνείς πηγές θεωρούν βέβαιο ότι πίσω από το λουτρό αίματος που προκάλεσε η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα καταπνίγοντας πρόσφατα το αποσχιστικό κίνημα των Ταμίλ βρίσκεται το ίδιο το Πεκίνο, που παρείχε στη νησιώτικη χώρα όχι μόνο το απαραίτητο και ιδιαίτερα προηγμένο πολεμικό υλικό, αλλά και τη διπλωματική στήριξη για να αντιμετωπίσει τη διεθνή κατακραυγή και τις κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου που ακολούθησαν τους ανηλεείς βομβαρδισμούς ακόμη και κατοικημένων περιοχών. Η ανάμιξη του Πεκίνου στρεφόταν κατά της Ινδίας στο βαθμό που ειδικά στο παρελθόν ήταν αδιαμφισβήτητη η στήριξη που παρείχε η Ινδία στους Τίγρεις των Ταμίλ στη Σρι Λάνκα, που πολλές φορές λόγω της γεωγραφικής της θέσης χαρακτηρίζεται και «δάκρυ στο πρόσωπο της Ινδίας». Ενδεικτικό στοιχείο για την στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στη Σρι Λάνκα είναι ότι η ετήσια βοήθεια που του παρέχει ξεπερνάει πλέον το 1 δισ. δολ., έχοντας πενταπλασιαστεί μέσα σε λίγα χρόνια. Η παρουσία της Κίνας γίνεται αισθητή στην Ινδία και πάλι με έναν όχι τόσο ευχάριστο τρόπο μέσω μια ακόμη γειτονικής της χώρας, της Μιανμάρ (Βιρμανίας). Το Πεκίνο στηρίζοντας τη χούντα της Μιανμάρ επανειλημμένες φορές, μέσω της αποτροπής της επιβολής σοβαρών οικονομικών κυρώσεων, στην ουσία διαφυλάσσει τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που έχει στη στρατοκρατούμενη χώρα. Ειδικότερα την πρόσβαση στις άφθονες πρώτες ύλες της Μιανμάρ με προνομιακές μάλιστα τιμές. Στρατηγικής επίσης σημασίας για τα συμφέροντα της Κίνας θεωρείται κι ένας αγωγός μεταφοράς πετρελαίου από την Μιανμάρ που καταλήγει στην Κίνα. Τα πυρά επομένως που εξαπέλυσε η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών εναντίον της Μιανμάρ και της Βόρειας Κορέας στη σύνοδο των χωρών της νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) στο εξωτικό νησί της Ταϋλάνδης, Πουκέτ, όπου μετέβη μετά την επίσκεψή της στην Ινδία, δεν στρέφονταν τόσο κατά των δύο αυτών απομονωμένων ούτως ή άλλως χωρών, όσο κατά της Κίνας που τα στηρίζει. Η εικόνα της περικύκλωσης της Ινδίας από την Κίνα και η έκταση του ανταγωνισμού τους γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν λάβουμε υπ’ όψη μας την πολυεπίπεδη στήριξη που παρέχει το Πεκίνο στο Πακιστάν, που είναι ο κατ’ εξοχήν ανταγωνιστής της Ινδίας κι επίσης τις προνομιακές οικονομικές συμφωνίες που έχει συνάψει με μια σειρά χώρες στον Ινδικό ωκεανό εξασφαλίζοντας ελεύθερη πρόσβαση στα λιμάνια τους για τον κινέζικο στόλο. Η στήριξη των ΗΠΑ στην Ινδία δημιουργεί τους όρους για να ανατραπεί αυτός ο συσχετισμός δύναμης, όπως φαίνεται κι από το πράσινο φως που δίνει η Ουάσινγκτον στην Ινδία για να διεισδύσει εκεί όπου έχει τη δυνατότητα, όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν. Ξεχερσώνοντας αργά αλλά σταδιακά την πρόσδεση που είχε το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν στο Πακιστάν, η Ινδία έχει αναγορευτεί στον πέμπτο μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στο Αφγανιστάν, μετά τις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιαπωνία και τον Καναδά. Εκτιμάται ότι οι επενδύσεις της ξεπερνούν τα 1,2 δισ. δολ. Με αυτά τα χρήματα το Νέο Δελχί έχει κατασκευάσει κρίσιμης σημασίας δρόμους προς τα σύνορα του Ιράν υπονομεύοντας έτσι τις οικονομικές σχέσεις με το Ιράν, δίκτυο μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος, παιδιατρικό νοσοκομείο στην Καμπούλ και μεγάλα νοσοκομεία στην πρωτεύουσα και σε σημαντικές πόλεις όπως η Τζαλαλαμπάντ, η Κανταχάρ κ.α., ακόμη και το κτίριο της Βουλής, που έχει συμβολική αξία, και το οποίο θα ολοκληρωθεί το 2011. Επίσης οικοδομώντας προσωπικούς δεσμούς κι επαφές με την αυριανή ελίτ εκπαιδεύει εκατοντάδες επιστήμονες. Με αυτές τις επενδύσεις και την ευρύτερη πολιτική της παρέμβαση στο Αφγανιστάν, η Ινδία δεν βοηθάει απλώς τις ΗΠΑ να σταθεροποιήσουν ένα φιλικό τους καθεστώς ανταποδίδοντας την εύνοια που έχει δεχτεί, αλλά μεριμνά για τα του οίκου της, εξασφαλίζοντας την ουδετεροποίηση αρχικά και τη στήριξη στη συνέχεια του Αφγανιστάν στον ανταγωνισμό με τον παραδοσιακό της αντίπαλο, το Πακιστάν. Απάντηση σε αυτή την τακτική ήταν η βόμβα που εξερράγη πέρυσι στην πρεσβεία της Ινδίας στην Καμπούλ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 41 άτομα, κι η οποία σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τοποθετήθηκε από τους Ταλιμπάν και τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν. Σε αυτό το πλαίσιο η πολυπρόσωπη και αναβαθμισμένη πολιτικά παρουσία των ΗΠΑ στη σύνοδο του ASEAN (που αποτελείται από τις χώρες Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες, Σιγκαπούρη, Ταϊλάνδη, Μπρούνεϊ, Βιρμανία, Καμπότζη, Λάος και Βιετνάμ) επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον της νέας αμερικανικής ηγεσίας να ασχοληθεί πιο σοβαρά με τις εξελίξεις στην Ασία. Το ανέφερε ρητά κι η ίδια η αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών σε άρθρο γνώμης που έγραψε σε τοπική εφημερίδα τις μέρες της συνόδου όπου ανέφερε: «δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι οι τύχες των οικονομιών μας και το μέλλον των κρατών μας είναι πιο συνδεδεμένα από ποτέ». Για να γίνει εμφανής η στροφή που πραγματοποιεί η Ουάσινγκτον προς την Ασία, «όπου στρέφεται πλέον το κέντρο βάρους των διεθνών υποθέσεων» όπως έγραψε στις 20 Αυγούστου ο Χένρι Κίσιγκερ στον διεθνή Τύπο, αρκεί να σκεφτούμε πως, στον αντίποδα, η Κοντολίζα Ράις επισκέφθηκε το ASEAN μόνο 2 φορές μέσα σε 3 χρόνια. Οι ΗΠΑ όμως ασχολούνται με τα θέματα της Ασίας ρίχνοντας ταυτόχρονα λάδι στη φωτιά των τοπικών ανταγωνισμών και δημιουργώντας νέες εστίες έντασης, όπως φαίνεται με τη Βιρμανία και την Βόρεια Κορέα. Κίνητρο δε για την ενεργότερη ανάμιξη των ΗΠΑ δεν είναι μόνο τα οικονομικά τους συμφέροντα, όπως φαίνεται από τις εμπορικές συμφωνίες που υπέγραψε στην Ινδία και το Πουκέτ, αλλά κι η εναγώνια προσπάθεια τους να δημιουργήσουν αναχώματα στην ορμητική κι απειλητική για τα αμερικανικά συμφέροντα ανάπτυξη της Κίνας.

Ποιός θα πληρώσει για την κρίση; (Πριν, 4/4/2009)

Στη σύνοδο του G20, αποφεύχθηκε το φιάσκο

ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πράγματι θα μείνει στην ιστορία η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Πέμπτη 2 Απριλίου, όχι όμως για τους προφανείς λόγους, σε σχέση δηλαδή με τις αποφάσεις που έλαβε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η σύνοδος του G20, η δεύτερη τέτοια σύνοδος μετά απ’ αυτήν που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 και 16 Νοεμβρίου, θα αποτελεί συμβατικά το διεθνές φόρουμ όπου για πρώτη φορά αποτυπώθηκε η συρρίκνωση της αμερικανικής ηγεμονίας και η αδυναμία τους να επιβάλλουν τις αποφάσεις – κάτι χωρίς προηγούμενο στον μεταπολεμικό κόσμο.

Μέχρι και την προηγούμενη μέρα της συνόδου πολλά στοιχεία μαρτυρούσαν ότι η σύνοδος του Λονδίνου θα είχε την τύχη της διακυβερνητικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ το 1999 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Θα κατέρρεε δηλαδή υπό το βάρος των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν οι μάχες χαρακωμάτων που έδιναν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από την μια ο γαλλογερμανικός άξονας που συστάθηκε κατά κύριο λόγο με επίκεντρο την αδιάλλακτη θέση των Σαρκοζύ – Μέρκελ εναντίον της πλημμυρίδας ρευστού και υπέρ των μέτρων ρύθμισης των αγορών και από την άλλη ο αγγλοσαξονικός άξονας των Μπράουν – Ομπάμα που πριν τη σύνοδο είχαν κάνει σημαία τους την άνευ όρων και ορίων χρηματοδότηση της οικονομίας με αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον την λήψη μέτρων ρύθμισης και εξορθολογισμού του καπιταλισμού.

Σε αυτή τη διελκυστίνδα χαμένο βγήκε το δίδυμο Μπράουν – Ομπάμα καθώς στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει καμιά κατεύθυνση για εκπόνηση νέων πακέτων σωτηρίας, όπως επεδίωκαν αρχικά. Πριν δούμε τις αποφάσεις που λήφθηκαν, αξίζει να τονίσουμε πως παρότι οι τελικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν νίκη του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς τα μέτρα ρύθμισης που προβλέπονται για τους φορολογικούς παραδείσους και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είναι ανεπαρκή σε έκταση και υπέρ του δέοντος γενικόλογα, παρόλα αυτά αποτελούν ήττα του αγγλοσαξονικού άξονα. Μια ήττα που έρχεται σαν αποτέλεσμα των τεράστιων ευθυνών που έχουν οι δύο αυτές χώρες για το ξέσπασμα της κρίσης – πληρώνοντας και τώρα το μεγαλύτερο τίμημα, αλλά επίσης και των κινδύνων που δημιουργούν για τη σταθερότητα του συστήματος με τα μέτρα που λαβαίνουν τώρα, όπως φάνηκε από την κριτική που δέχτηκαν!

Η απόφαση των 20 πλουσιότερων κρατών του κόσμου στη σύνοδο του Λονδίνου να ενισχύσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κόντευε να ξεμείνει από κεφάλαια, δείχνει την πρόθεσή τους να βάλουν τους εργαζόμενους να πληρώσουν την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, μέσα από προγράμματα άγριας λιτότητας και περικοπών.

Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων και μειώσεις μισθών σε Ευρώπη και ΗΠΑ

 

Η σημαντικότερη απόφαση που έλαβε η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη στις 2 Απρίλη θα μπορούσε να θωρηθεί απρόβλεπτη ή ακόμη χειρότερα… άσχετη σε σχέση με τα δύο διλήμματα που είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της συνόδου: λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση, το πρώτο, και μικρά ή μεγάλα πακέτα στήριξης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις, το δεύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα προς τα μπρος για το κεφάλαιο, μια δημιουργική σύνθεση των υπαρκτών διαφορών τους. Η απόφαση να στηρίξουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισ. δολαρίων περιγράφει με πηχυαία γράμματα το ταξικό πρόσημο των μέτρων που θα ληφθούν για την υπέρβαση της κρίσης. Απαντάει στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει για την έξοδο από την κρίση!

Μια πρόγευση αυτού του μέτρου είχαμε πάρει από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Το Βερολίνο τότε απαντώντας στις εναγώνιες εκκλήσεις των ανατολικοευρωπαίων για μετρητό ώστε να μπορέσουν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους, τούς έδειξε το δρόμο προς το ΔΝΤ. Με αυτό τον τρόπο δεν αδιαφόρησε απλώς μπροστά στις τυπικές υποχρεώσεις του, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει και το ανάλογο πολιτικό κόστος υπέδειξε στις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και άλλων χωρών να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που ζητάει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για να χορηγήσει τα δάνεια κι έχουν κάνει όλο τον κόσμο, ειδικότερα στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, να το μισεί. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1998 – 1999 στο αποκορύφωμα της ασιατικής κρίσης, ακόμη κι ο μετέπειτα νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς είχε εξοργιστεί με τους όρους που επέβαλλε το ΔΝΤ ασκώντας δημόσια καυστικότατη κριτική στην πολιτική του, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, δίδυμης αδερφής του ΔΝΤ. Η κριτική του συνέτεινε ότι εν ολίγοις το ΔΝΤ για να προσφέρει το ρευστό, όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρνείται να το κάνει με φυσιολογικά επιτόκια, επιβάλλει ως αντίτιμο την οικονομική ερήμωση της χώρας. Όχι μόνο βαθιά αντιλαϊκά προγράμματα, αλλά και μέτρα ύφεσης που καταλήγουν στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν χρειαζόταν να επικαλεστούμε τον Στίγκλιτς για να αποκαλύψουμε τον οπισθοδρομικό ρόλο του ΔΝΤ. Καταφεύγουμε όμως τώρα γιατί εδώ και έξι μήνες το ΔΝΤ έχει πάψει να είναι ένας μισητός οργανισμός κι εμφανίζεται σαν μάννα εξ ουρανού και από μηχανής Θεός, με το μοναδικό πρόβλημα σ’ ότι αφορά τη δράση του να εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του! Οι όροι υπό του οποίους άνοιξε τους κρουνούς του ακόμη και πρόσφατα πέρασαν έτσι στα ψιλά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι στο Πακιστάν το Νοέμβριο επέβαλλε μια σειρά μέτρων με πιο ακραίο τον διπλασιασμό σχεδόν των τιμολογίων του ηλεκτρικού. Στη Λετονία το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο επέβαλε την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 15%, των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, πάγωμα των συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ, στην Ουγγαρία και τη Λευκορωσία τον Ιανουάριο την υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων κατά 22% και 25% αντίστοιχα, ενώ στη γειτονική Τουρκία οι όροι που ζητά είναι τόσο εξωφρενικοί ώστε ο Ερντογάν περίμενε να γίνουν πρώτα οι δημοτικές εκλογές και μετά να προχωρήσει σε ανακοινώσεις.

Αυτήν ακριβώς την πολιτική μείωσης των μισθών, άγριων περικοπών κοινωνικών δαπανών και αύξησης των λαϊκών φόρων αποφάσισαν να στηρίξουν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου. Οι αποφάσεις τους δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Αν μέχρι και την εκπνοή του 2008 αυτό που κυριαρχούσε στις αντιδράσεις των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο ήταν η αμηχανία και η σύγχυση για το τι δέον γενέσθαι, τους τελευταίους τρεις μήνες αυτό που διακρίνεται είναι μια πολιτική πυγμής για να περάσει το κόστος υπέρβασης της κρίσης στους εργαζόμενους.

Το παράδειγμα δίνει πρώτος απ’ όλους ο γενναιόδωρος κατά τ’ άλλα Μπαράκ Ομπάμα που δεν δίστασε να επαναφέρει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, για την χρηματοδότηση των τραπεζών με 1 τρισ. δολάρια, προκαλώντας έκρηξη χαράς στη Γουόλ Στριτ, που στο άκουσμα της είδησης κατέγραψε την σημαντικότερη άνοδο των τελευταίων πολλών μηνών. Το σχέδιο του Ομπάμα επικρίθηκε ακόμη κι από οικονομολόγους που στηρίζουν ενεργά την πολιτική του, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, καθώς στην πράξη είναι ένα σχέδιο εξαγοράς των «τοξικών ομολόγων» από κοινά σχήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο των οποίων το δημόσιο καταβάλει το κόστος κι οι ιδιώτες παίρνουν τα κέρδη, αν υπάρξουν. Το μοναδικό ρίσκο δηλαδή που αναλαμβάνουν είναι να μην… κερδίσουν. Ενώ το αμερικανικό δημόσιο σε κάθε περίπτωση – κερδίσουν ή όχι δηλαδή οι ιδιώτες – βγαίνει χαμένο. Την ίδια ακριβώς εβδομάδα που ανακοίνωσε το σχέδιο για το καθάρισμα των τραπεζών, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στον λαιμό των εργαζομένων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, απαιτώντας την εκχώρηση κι άλλων δικαιωμάτων τους αν θέλουν να ενταχθεί το Ντιτρόιτ σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για ν’ αποφύγει τη σίγουρη χρεοκοπία. Το τελεσίγραφο του Ομπάμα προκάλεσε απόγνωση γιατί ακόμη δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από τις τελευταίες υποχωρήσεις που έκαναν και θεωρήθηκαν ανεπαρκείς: μείωση αποδοχών καλοκαιρινής αδείας, παραίτηση από το ετήσιο μπόνους που το 2007 έφθασε τα 3.000 δολάρια, κατάργηση της επιδότησης των διδάκτρων για τα παιδιά που σπουδάζουν κ.λπ. Η ίδια κατάσταση κυριαρχεί και στη Γερμανία – σε αυτό το επίπεδο καμία αντίθεση δεν καταγράφεται μεταξύ των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν Ομπάμα και Μέρκελ. Πρόσφατο ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ανέφερε ότι ο αριθμός των εποχιακών απασχολουμένων τον τελευταίο μόνοι χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Από 15.248 που ήταν καταγεγραμμένοι τον Φεβρουάριο του  2008, τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο αριθμός τους εκτινάχθηκε στους 700.038. «Συμβάσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, απόλυση εποχιακών απασχολουμένων, πάγωμα προσλήψεων και πρόσκαιρες διακοπές της παραγωγής είναι οι μέθοδοι που μετέρχονται οι γερμανικές εταιρείες για να καθυστερήσουν τις επώδυνες περικοπές θέσεις εργασίας», έγραφε, δείχνοντας έτσι την ταχύτητα με την οποία γενικεύεται η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ακόμη και στις χώρες που ήταν προπύργιο των σταθερών εργασιακών σχέσεων.

Αν πλάι στα παραπάνω παραδείγματα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία συνυπολογίσουμε τα άγρια αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα (ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέσω της μείωσης της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας και των αποδοχών, μηδενικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους και έκρηξη της ανεργίας όπως δείχνουν οι 80.000 επιπλέον άνεργοι που προστέθηκαν στις λίστες μεταξύ Οκτώβρη και Δεκέμβρη) τότε καταλαβαίνουμε ότι σε όλο τον κόσμο είμαστε στο μέσο μιας ιστορικής στιγμής. Η κρισιμότητα της καθορίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει η αστική τάξη να αναιρέσει κατακτήσεις δεκαετιών οδηγώντας τους εργαζόμενους όλης της γης στη φτώχεια και τη εξαθλίωση. Το ζητούμενο για την αστική τάξη είναι να κάνει μια «επαναφορά συστήματος». Βασικό γνώρισμα αυτής της επαναφοράς είναι η ακραία πόλωση των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συντελείται μέσα από το προπέτασμα καπνού που δημιουργεί η κρίση και μια ψευδαίσθηση πως «όλοι χάνουμε». Στην πραγματικότητα όμως οι ταξικοί συσχετισμού ξαναγράφονται. Στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2008, όταν 2 εκατ. Αμερικάνοι έχαναν τα σπίτια τους, περιμένοντας να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους χειρότερα απ’ ότι έζησαν μέχρι τότε, μια χούφτα στελεχών της Γουόλ Στριτ που εντάσσεται στην αστική τάξη αύξανε τις καταθέσεις του, μέσα από μπόνους, κατά 32 δισ. δολάρια. Το ίδιο και στην Ελλάδα. Την ώρα που οι εργαζόμενοι στην Αλουμύλ έπρεπε να επιλέξουν ανεργία ή ημιαπασχόληση οι ελληνικές τράπεζες επαναπαύονταν στην αγκαλιά του γενναιόδωρου κράτους που αναλάμβανε χρέη ασφαλιστικής εταιρείας, καλύπτοντας από τα 28 δισ. τις ζημιές από την επέκταση και την κερδοσκοπική τους δράση στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 200.000 ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΚΟΣΜΟ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η κρίση, ως «ανορθολογικός εξορθολογητής» όπως χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανό μαρξιστή Ντέιβιντ Χάρβευ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο προοδευτικό αμερικανικό δίκτυο Ντιμόκρασυ Νάου, δεν οξύνει την ταξική πάλη εντός των αστικών κρατών μόνο. Παράλληλα οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ενώ κράτη και λαούς που ζούσαν στο περιθώριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στους τροπικούς της εξαθλίωσης (εκεί όπου το αντίστοιχο του άνεργος και άστεγος στη Δύση είναι νεκρός από αρρώστιες και ασιτία) απειλεί να τους αφανίσει.

Επιτροπή της Ουνέσκο πρόσφατα υπολόγισε ότι λόγω της κρίσης 390 εκ. από τους φτωχότερους Αφρικανούς θα δουν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20% και οι θάνατοι παιδιών θα αυξηθούν κατά 200.000 με 400.000 περιπτώσεις επιπλέον. Η εμφανής αιτία γι αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδώνα έγκειται στην επενδυτική ξηρασία που ήδη πλήττει την ήπειρο λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπολογίζεται ότι ενδεικτικά πως οι ροές κεφαλαίων προς τι φτωχές, καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες θα ανέλθουν στα 165 δισ. δολ., λιγότερα από τα μισά από τα περυσινά επίπεδα (466 δισ. δολ.) και ισοδύναμα με το ένα πέμπτο των επιπέδων του 2007.

Η έλλειψη κεφαλαίων δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης γενικά, ή έστω μόνο αυτής. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της κεφαλαιακής αφαίμαξης που προκαλούν ΗΠΑ και Αγγλία, ώστε να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης των κλυδωνιζόμενων επιχειρήσεων τους. Τα κεφάλαια που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον στη Γουόλ Στριτ για να ξαναστήσει στα πόδι τους τις τράπεζες θα προέλθουν από δύο διαύλους, που ο ένας είναι πιο καταστροφικός από τον άλλο. Θα προέλθουν είτε από δανεισμό είτε από έκδοση νέου χρήματος. Σε κάθε περίπτωση είναι αναπόφευκτος ένας σχετικός πληθωρισμός και πιο σίγουρα μια υποτίμηση του δολαρίου. Οι αναταράξεις που θα επέλθουν στη διεθνή νομισματική ισορροπία ήταν και η αιτία πίσω από την οξεία κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της κινέζικης κεντρικής τράπεζας στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ζητώντας για πρώτη φορά άμεσα και δημόσια να πάψει το δολάριο να αποτελεί μέσο αποθησαυρισμού (και διεθνών συναλλαγών συμπληρώνουν άλλοι) και να αντικατασταθεί από ένα καλάθι νομισμάτων, όπως είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για τις συναλλαγές του με τα 185 κράτη μέλη του. Η οργή του κινέζου τραπεζίτη προήλθε από τις μελανές προοπτικές που διαγράφονται για την αξία των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων, εκ των οποίων το ένα τρίτο αξίας 740 δισ. δολ., έχει επενδυθεί σε δολάρια.

Φαίνεται έτσι ότι τα γενναιόδωρα μέτρα στήριξης που ανακοινώνουν Ομπάμα και Μπράουν δεν επαναδιατάζουν τις ισορροπίες μόνο στο εσωτερικό των χωρών τους, ενισχύοντας το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, αλλά επίσης οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς με την εκμετάλλευση προνομίων που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές, επιχειρούν να στείλουν το λογαριασμό σε άλλες αστικές τάξεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Μετά την κρίση, στασιμότητα

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΟΔΟΥ

 

Παράλληλα με το σχέδιο των 20 πλουσιοτέρων κρατών παρουσιάστηκε και το μήνυμα της επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για τη διεθνή κρίση, γνωστής κι ως Επιτροπής Στίγκλιτς, στην οποία συμμετέχει κι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Πρόκειται για ευχολόγιο, που συγκαλύπτει τις τεράστιες ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για τη σημερινή κρίση! Ξεκινώντας απ’ όσα αναφέρει, η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι κραυγαλέα. Για παράδειγμα ενώ τονίζει πως «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται» και προτείνει «να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση παγκόσμια», στην πράξη το ΠΑΣΟΚ συμφώνησε με το ξεπούλημα της Ολυμπιακής στο μονοπώλιο του Βγενόπουλου, ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο πρώτος που πρότεινε, από το Λαύριο πριν τις εκλογές του 2004, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές των νέων εργαζομένων οι εργοδότες. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει λέξη στο κείμενό τους για την ανάγκη σταθερών εργασιακών σχέσεων και την ανάγκη αποτροπής της ελαστικοποίησής τους ή τη σημασία που έχει σήμερα η αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και των εταιρειών. Δεν πρόκειται συνεπώς καν για εναλλακτικό σχέδιο.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας όλων των σχεδίων που προωθούνται αποκαλύπτεται από δύο γεγονότα. Αρχικά από το γεγονός ότι στην πράξη επιδιώκουν να ξαναστήσουν στα πόδια του ένα μοντέλο το οποίο κατάρρευσε παταγωδώς και όλοι οικτίρουν. Μάλιστα, ακόμη κι η επιλογή του Λονδίνου για τη συνάντηση του G20 που αποτελεί σύμβολο της υπερτροφίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ακόμη και σήμερα (καθώς το ενεργητικό των τραπεζών του Σίτι εξακολουθεί να είναι πενταπλάσιο από το βρετανικό ΑΕΠ) μόνο θυμηδία προκαλεί. Η αγωνία του Ομπάμα και του Μπράουν να καθαρίσουν με κάθε κόστος τις χρεοκοπημένες τράπεζες και η διοχέτευση τόσων εκατοντάδων δισ. δολ. στα σαθρά θεμέλιά τους με τη ελπίδα να μπορέσουν κάποια στιγμή να κερδίσουν ξανά τη χαμένη τους σταθερότητα δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτό που επιδιώκουν είναι μια αναστήλωση ενός πλαισίου όχι μόνο βαθιά ταξικού και κοινωνικά άδικου, αλλά επίσης βαθιά κερδοσκοπικού και αναποτελεσματικού, με την έννοια ότι η λειτουργία του έχει ως προϋπόθεση την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του προωθούμενου σχεδίου αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε με πόσο μελανά χρώματα περιγράφουν άπαντες την επόμενη μέρα. «Η ανάκαμψη όταν θα έρθει θα είναι ασθενής» τονίζει ο τελευταίος Εκόνομιστ. Συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εμπειρία των περισσότερων χωρών που δοκιμάστηκαν από κρίσεις την τελευταία εικοσαετία κι οι οποίες στην πράξη δεν απέκτησαν ποτέ τους προγενέστερους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κι από την ίδια την εμπειρία των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Γενικότερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ ποτέ δεν ανέκαμψαν από την κρίση της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα ποτέ να μην επανακτήσουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κυρίως το ποσοστό κέρδους που αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για την υγεία του καπιταλιστικού συστήματος, των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν αυτό που υπόσχονται και γι αυτό το οποίο πασχίζουν θυσιάζοντας έσοδα και πόρους δεκαετιών είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης αποδεδειγμένα ανορθολογικό που γεννάει κρίσεις κι ανεργία με την ίδια φυσικότητα που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.