Παράλληλο νόμισμα συζητά η Ιταλία

Δεν έχει τέλος η κρίση του ευρώ!

Tου Λεωνίδα Βατικιώτη

Τυπικά, η κρίση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος που ξέσπασε το 2010 και κορυφώθηκε το 2012 αποτελεί παρελθόν. Κάτι τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης του εφάρμοσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αρχής γενομένης του Μαρτίου του 2015 ύψους 60 δισ. ευρώ μηνιαίως (και 80 δισ. μηνιαίως από τον Μάρτιο του 2016 όταν συμπεριελήφθησαν στο καλάθι των αγορών και εταιρικά ομόλογα), κάτι η πλήρης παράδοση στους πιστωτές κι η στροφή 180 μοιρών του ΣΥΡΙΖΑ με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του πολιτικού κινδύνου (από τα αριστερά), κάτι η ανάπτυξη που ακολούθησε (παρότι ήταν και είναι αναιμική) ο κύκλος της κρίσης φαίνεται να έκλεισε.

Και κάπου εδώ, ενώ το Brexit μπήκε σε μια τροχιά, που δεν αντιπροσωπεύει και το χειρότερο σενάριο για το Βερολίνο κι ο κίνδυνος της Λεπέν αποσοβήθηκε – προς μεγάλη χαρά της Γερμανίας, εμφανίζεται η μόνιμα θορυβώδης και πολιτικά απρόβλεπτη Ιταλία, με πρωταγωνιστή όπως πάντα τις τελευταίες δεκαετίες τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αυτή τη φορά προκάλεσε πονοκεφάλους αποκαλύπτοντας μια φιλόδοξη πρωτοβουλία του που ως τελικό ζητούμενο έχει να ενώσει την ιταλική Δεξιά, εν όψει των βουλευτικών εκλογών που θα διεξαχθούν μέχρι τον Μάιο του 2018. Η πλατφόρμα επάνω στην οποία θα επιτευχθούν οι αναγκαίες συγκλίσεις αφορά τη διαδικασία εξόδου από το ευρώ, που ως πρώτο βήμα έχει την εισαγωγή παράλληλου νομίσματος. Μέχρι στιγμής τα κόμματα που κρατούν από επιφυλακτική μέχρι καθαρά αρνητική στάση απέναντι στο κοινό νόμισμα έχουν την καθαρή πλειοψηφία, με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις. Συγκεκριμένα, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, που βρίσκεται στην πρώτη θέση των προτιμήσεων, συγκεντρώνει το 28%. Η ακροδεξιά Λίγκα του Βορρά 15% και η Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι 13%. Από τα μεγάλα κόμματα το μοναδικό που τάσσεται αναφανδόν υπέρ του ευρώ είναι το κεντρο-αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα που συγκεντρώνει το 27%.

Το σχέδιο του Καβαλιέρε, που επανήλθε με αφορμή μια συνέντευξή του η οποία μέσα σε λίγες ώρες έστειλε στα ύψη τα επιτόκια των ιταλικών ομολόγων, έχει δύο στόχους, σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα: αρχικά την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας και στη συνέχεια την υποστήριξη της εγχώριας κατανάλωσης. Επιμένει μάλιστα δηλώνοντας ότι το παράλληλο νόμισμα είναι συμβατό και δεν αντιβαίνει με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, ενώ υποστηρίζει ότι το σχέδιο θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι το Σεπτέμβριο. Με άλλα λόγια ο Μπερλουσκόνι δεν επιζητά σύγκρουση με τη Γερμανία και μια έξοδο με όρους ρήξης, αλλά ένα βελούδινο διαζύγιο. Έχει ενδιαφέρον ότι οι επεξεργασίες στο πλαίσιο της ιταλικής Δεξιάς έχουν προχωρήσει τόσο πολύ ώστε η ξενοφοβική Λίγκα του Βορρά εισηγείται επίσημα την έκδοση μιας κρατικής υποσχετικής (ονόματι mini-BoT) μικρής αξίας, χωρίς επιτόκιο και βραχείας χρονικής διάρκειας που θα χρησιμοποιείται ως εσωτερικό νόμισμα για την πληρωμή κρατικών προμηθευτών, φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλειας.

«Όλες οι σημαντικές χώρες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Μεγάλη Βρετανία, την Ρωσική Ομοσπονδία και την Ιαπωνία καταπολέμησαν την κρίση κόβοντας νόμισμα. Θα έπρεπε να το κάνουμε και εμείς, λαμβάνοντας υπόψη ότι στην φάση αυτή, ο πληθωρισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος», δήλωσε ο πρώην ιταλός πρωθυπουργός.

Είναι εμφανές ότι όσο προχωρά αυτή η συζήτηση, τόσο θα νομιμοποιείται η διερεύνηση δρόμων εξόδου από το ευρώ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της εξόδου από το κοινό νόμισμα, μεταξύ των Ιταλών ψηφοφόρων.

«Αυτό καθιστά την Ιταλία πολύ μεγαλύτερη πηγή πιθανής ανησυχίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση απ’ ότι οι περισσότεροι άνθρωποι εκτιμούν. Όχι μόνο επειδή μπορεί η Ιταλία να εισάγει παράλληλο νόμισμα, αλλά επειδή μπορεί να το κάνουν κι άλλες χώρες», γράφουν οι Financial Times. Και συνεχίζουν με κάποια σχόλια εξόχως ενδιαφέροντα, που προσγειώνουν τη σχετική συζήτηση, μακριά από τη δαιμονοποίηση και την καταστροφολογία που συνοδεύει το διάλογο στην Ελλάδα, με αποκλειστική ευθύνη της Εθνικής της Υποτέλειας που ξεκινάει από την άκρα Δεξιά, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Αυγής και καταλήγει στην Αριστερά, με το ΣΥΡΙΖΑ καταφύγιο έσχατης ανάγκης κάθε ευρωλιγούρη. «Τι σημαίνει αυτό για το ευρύτερο σύστημα της ΕΚΤ, φυσικά, δεν είναι βέβαιο. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι η κίνηση για το ιταλικό νόμισμα θα είναι επιτυχής επειδή είναι κυβερνητική πρωτοβουλία. Όπως συμβαίνει με όλα τα επιτυχημένα νομισματικά φαινόμενα οι χρήστες σε τελική ανάλυση είναι αυτοί που καθορίζουν την επιτυχία του. Αν οι ιταλικές επιχειρήσεις, τα άτομα και οι οφειλέτες συνεχίσουν να είναι προσκολλημένοι στα ευρώ τους μετά το διαχωρισμό, το παράλληλο νόμισμα θα είναι μια αποτυχία. Αν, όμως, στο πνεύμα του οικονομικού εθνικισμού οι Ιταλοί υποστηρίξουν το παράλληλο νόμισμα για πολιτιστικούς και συναισθηματικούς λόγους, είναι δύσκολο να δούμε πώς θα το ανταγωνιστεί το ευρώ».

Η συζήτηση έχει βάθος και δεν είναι μόνο τεχνική, παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις η τεχνική διερεύνηση είναι ο μεγάλος απών. Η συζήτηση έχει κυρίως πολιτικές αφετηρίες που ξεκινούν από την οικονομική στασιμότητα που έχει προκαλέσει το κοινό νόμισμα (με την Ιταλία να καταγράφει κάθε έτος ή τρίμηνο ρυθμούς μεγέθυνσης στο ήμισυ του μέσου όρου της ευρωζώνης) και τη συνακόλουθη φτώχεια και φτάνουν στη στάση των Ιταλών απέναντι στο ΕΕ, που ισοδυναμεί με πλήρη απαξίωση. Χαρακτηριστικά, ενώ το 2010 σχεδόν το 75% είχε θετική διάθεση πλέον θετικά απέναντι στην ΕΕ διάκεινται λιγότεροι από το 40%, δηλαδή η μειοψηφία.

Παρόλα αυτά η συζήτηση στην Ιταλία έχει ξεκινήσει από τη Δεξιά και την ίδια την αστική τάξη, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα όπου η αστική τάξη εξ αιτίας των άμεσων και στενών συμφερόντων της παραμένει προσδεμένη στο ευρώ και τη Γερμανία. Στη γείτονα η Αριστερά είναι απούσα από τη σχετική συζήτηση, με αποτέλεσμα το σχέδιο εξόδου να μη διαθέτει ριζοσπαστικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή να μη συνδέεται με ένα σχέδιο κοινωνικής ρήξης και αλλαγής. Συγκροτείται επομένως ερήμην των ταξικών, λαϊκών συμφερόντων τα οποία προσκολλώνται στο κεφάλαιο αναζητώντας μέσα από τη βελτίωση της δική του θέσης και τη δική τους αναβάθμιση…

Σε κάθε περίπτωση οι ήσυχες μέρες που περιμένει η Γερμανία από πουθενά δεν διακρίνονται στον ορίζοντα. Το ευρώ και κατ’ επέκταση και η ΕΕ αποτελώντας σχέδια διεθνούς οικονομικής (στο εξωτερικό) και ταξικής (στο εσωτερικό) κυριαρχίας θα παράγουν διαρκώς καινούργιες αντιθέσεις, θέτοντας την Αριστερά προ των ευθυνών της, αν δε θέλει φυσικά να είναι ουρά του Τέταρτου Ράιχ…

Πηγή: kommon, 25/9/2017

Ιταλοποίηση για πάντα!

Μετά το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου των δημοτικών εκλογών στην Ιταλία την Κυριακή 25 Ιουνίου κανείς πια δεν μπορεί να προβλέψει πόσες φορές ένας ηγέτης μπορεί να επιστρέψει στην πολιτική ζωή. Γιατί, το παράδειγμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι θα τον διαψεύσει.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Με τις περισσότερες εκτιμήσεις να τον θεωρούν οριστικά και αμετάκλητα τελειωμένο πολιτικά μετά το διπλό πολιτικό χτύπημα των αποκαλύψεων για τα σεξουαλικά όργια με μια ανήλικη Μαροκινής καταγωγής το 2011 και τη φοροδιαφυγή του 2013, αυτό που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ήταν ότι θα ξαναγίνει ο ρυθμιστής του παιχνιδιού. Κι όμως το κατάφερε…

Οι δημοτικές εκλογές της Ιταλίας σημαδεύτηκαν από χαμηλή συμμετοχή, στο επίπεδο του 46%. Επίσης, στο επίπεδο μιας τυπικής καταγραφής η κεντροαριστερά δεν τα πήγε και τόσο άσχημα αν ληφθεί υπ’ όψη ότι συνεχίζει να ασκεί τον πολιτικό έλεγχο 76 πόλεων, ενώ η κεντροδεξιά σε 79. Εξετάζοντας ωστόσο πέρα από την επιφάνεια και λίγο πιο προσεκτικά τις πολιτικές τάσεις που διαμορφώνονται φαίνεται ότι η συμμαχία της Φόρτσα Ιτάλια με τη Λίγκα του Βορά κέρδισε 25 δήμους σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, ενώ η κεντροαριστερά έχασε 30! Μεταξύ αυτών την εργατικής σύνθεσης Γένοβα που είχε υπό τον έλεγχό της επί 50 συνεχή έτη! Αέρα στα πανιά της Δεξιάς, συγκυριακά, έδωσαν οι πολύ κακές επιδόσεις του Κινήματος των 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλιο, που απέτυχε να αναδείξει δικό του υποψήφιο στο δεύτερο γύρο των εκλογών. Επί της ουσίας, η Δεξιά επιστρέφει δριμύτερη στην Ιταλία από τη στιγμή που ο ηγέτης Λίγκας του Βορά, Ματέο Σαλβίνι, πέτυχε να μεταμορφώσει το κόμμα του από ένα αυστηρά γεωγραφικά προσδιορισμένο στο Βορρά της Ιταλίας περιφερειακό κόμμα, σε ένα πανεθνικό κόμμα αυθεντικό εκφραστή της ιταλικής Δεξιάς. Κατά τ’ άλλα το ρατσιστικό και ξενοφοβικό του πρόγραμμα παρέμεινε ίδιο κι απαράλλαχτο.

Η εκλογική επιτυχία της Δεξιάς έγειρε οριστικά το εκκρεμές της ιταλικής πολιτικής ζωής προς τη συντήρηση, επιταχύνοντας μια πορεία που ξεκίνησε με την ήττα του Ματέο Ρέντσι στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική αναθεώρηση και κορυφώθηκε με την παραίτησή του από το αξίωμα του πρωθυπουργού, τον Δεκέμβριο του 2016. Η φθορά συνεχίστηκε με την ανάληψη των πρωθυπουργικών καθηκόντων από τον Πάολο Τζεντιλόνι, που αδυνατεί παρόλα αυτά να εμπνεύσει ακόμη και να κρατήσει ενωμένο το Δημοκρατικό Κόμμα.

Κι από την άλλη πλευρά, της Δεξιάς, η σαφής άνοδός της απέχει πολύ από μια άνετη νίκη που θα εξασφάλιζε καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές που θα διεξαχθούν μέχρι την άνοιξη του 2018. Όσες δημοσκοπήσεις έχουν δει το φως της δημοσιότητας, αν κάτι υποδηλώνουν είναι ότι μπορεί άλλοι πολιτικοί να έρχονται (Σαλβίνι), άλλοι να παρέρχονται (Τζεντιλόνι), κι άλλοι διαρκώς να επανέρχονται (Μπερλουσκόνι), η ιταλοποίηση ωστόσο του πολιτικού συστήματος με εφήμερες κυβερνήσεις και καιροσκοπικές συμμαχίες είναι διαρκώς παρούσα. Μάρτυρας τα ποσοστά αποδοχής ύψους 14% που κερδίζει κάθε ένα από τα δύο κόμματα της Δεξιάς, τα οποία συνεργάστηκαν άψογα στις δημοτικές εκλογές με κοινούς υποψηφίους, όταν το Δημοκρατικό Κόμμα εμφανίζεται να κερδίζει  28%, όσο και το Κίνημα των 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο, το οποίο μοιράζεται ωστόσο με τα κόμματα της Δεξιάς την αντίθεση στο ευρώ, που είναι απόλυτη σε ό,τι αφορά την Λίγκα , φθάνοντας στο σημείο να ζητάει έξοδο από το ευρώ, και περισσότερο σχετική σε ό,τι αφορά τη Φόρτσα Ιτάλια που ζητά την εισαγωγή διπλού νομίσματος.

Τραπεζική διάσωση αλα Ιταλικά

Δεν είναι μόνο η Ισπανία, όπου μόλις πριν δύο εβδομάδες η τράπεζα Μπάνκο Σαταντέρ εξαγόρασε την Ποπουλάρ ακολουθώντας κατά γράμμα τους νέους κανόνες διάσωσης του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. Ούτε η Ελλάδα που πραγματοποίησε την τρίτη και φαρμακερή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών άρον – άρον πριν τεθεί σε εφαρμογή το πλαίσιο εκ των έσω διάσωσης (bail in) την 1/1/2016. Για να μην πούμε για την Κύπρο όπου σε μια πρόβα τζενεράλε χρησιμοποιήθηκαν οι αποταμιεύσεις ανυποψίαστων καταθετών τον Μάρτιο του 2013, χωρίς καν να έχει ψηφιστεί το σχετικό πλαίσιο. Είναι και η Γερμανία που έμεινε άναυδη παρακολουθώντας την απόφαση της Ιταλίας να προχωρήσει στη διάσωση δύο περιφερειακών τραπεζών της (Βένετο Μπάνκα και Μπάνκα Ποπολάρε ντι Βιτσέντζα) αψηφώντας τους νέους κανόνες και δίνοντας κρατικό χρήμα, συνολικού ύψους 17 δισ. ευρώ.

Η Ιταλία, γράφοντας στα παλιότερα των υποδημάτων της τις σχετικές οδηγίες, που σε άλλες περιπτώσεις εμφανίζονται σαν σιδερένιοι νόμοι, μεταξύ δύο κακών επέλεξε το μικρότερο και αρνήθηκε να λειτουργήσει σαν καουμπόης, όπως εύστοχα σχολίασε στέλεχος της κεντρικής τράπεζας, υφαρπάζοντας καταθέσεις. Επιβεβαίωσε ωστόσο, ότι και στη ευρωζώνη οι νόμοι γράφονται για να παραβιάζονται…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα 

Ο αχαλίνωτος Μπερλουσκόνι κι ο φαρισαϊσμός (Μετροπόλιταν, 4/7/2009)

Πανταχόθεν βαλόμενος ετοιμάζεται να δεχτεί ο πρωθυπουργός της Ιταλίας τους ηγέτες των υπόλοιπων επτά πλουσιοτέρων χωρών της γης στη σύνοδο του G8 που ξεκινάει την Τετάρτη 8 και λήγει το Σάββατο 10 Ιούλη. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατάφερε ακόμη κι αυτή η σύνοδος να αποτελέσει αιτία τριβών ορίζοντας ως τόπο διεξαγωγής της την μεσαιωνική πόλη Λ’Ακουίλα που επλήγη από τον καταστροφικό σεισμό της 6ης Απριλίου, υποτάσοντας έτσι τη διεθνή συνάντηση στις εσωτερικές πολιτικές του σκοπιμότητες.

Στη σύνοδο του G8 ελάχιστοι ομόλογοι του Μπερλουσκόνι θα νιώθουν άνετα μαζί του. Αναμφίβολα ο ιταλός πρωθυποργός τις πιο περίπλοκες σχέσεις, «καυτές» θα τις χαρακτηρίζαμε αν δεν υπήρχε κίνδυνος δημιουργίας ανάρμοστων συνειρμών με τα ανοιχτά μέτωπα που διατηρεί στο εσωτερικό της χώρας του, τις έχει με τις ΗΠΑ. Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ότι ο αμερικανός πρόεδρος, Μπαράκ Ομπάμα, δέχτηκε από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι τη μεγαλύτερη προσωπική προσβολή που έχει υποστεί δημόσια. Αναφερόμαστε στο ρατσιστικό, ταπεινωτικό «χιούμορ» που έκανε ο ιταλός πρωθυπουργός (ο οποίος στο πλαίσιο της προεκλογικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ είχε στηρίξει τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο Τζον Μακ Κέιν) όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών της 4ης Νοέμβρη ρωτώντας λίγο – πολύ αν ο νικητής των εκλογών μαύρισε από τον ήλιο! Έκτοτε ο πρωθυπουργός της Ιταλίας έχει βοηθήσει τις ΗΠΑ με πολλούς τρόπους: εκδηλώνοντας την προθυμία του να φιλοξενήσει κρατούμενους από το Γκουαντάναμο, τονίζοντας, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τον αμετάκλητο χαρακτήρα της απόφασης της κυβέρνησης του να διατηρήσει στο Αφγανιστάν 2.350 στρατιώτες, κ.α. Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο χωρών για μια σειρά από λόγους, δεν είναι όπως παλιά.

Η αξία χρήσης του ιταλού πρωθυπουργού για τη νέα ηγεσία του Λευκού Οίκου είναι πολύ μικρή αν την συγκρίνουμε με την αξία που είχε για την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους. Η θεμελιώδης μεταβολή έγκειται στην ευρύτερη βελτίωση των αμερικανο-ευρωπαϊκών σχέσεων που ως αποτέλεσμα έχει όλο και λιγότερο οι ΗΠΑ να είναι εξαρτημένες από δύο ή τρεις κυβερνήσεις για να προωθήσουν τα συμφέροντα τους, όπως συνέβαινε επί Μπους. Κατ’ αντιστοιχία αυτών που παρατηρούνται στα νομισματικά, ο πληθωρισμός της αμερικανοφιλίας μείωσε την αξία κάθε μεμονωμένης αμερικανόφιλης κυβέρνησης…

Δευτερευόντως, μεταξύ των κυβερνήσεων Ομπάμα και Μπερλουσκόνι υπάρχει σαφής πολιτική απόσταση. Φάνηκε με αφορμή το σχόλιο του ιταλού πρωθυπουργού για την πολιτική του Ομπάμα έναντι του Ιράν, την οποία χαρακτήρισε «αδύναμη». Το γεγονός μάλιστα ότι το σχόλιο έγινε σε συνάντηση που είχε με τον ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, (από το περιβάλλον του οποίου και διαδόθηκε στο ισραηλινό Τύπο, για να διαψευστεί στη συνέχεια από τη Ρώμη) βεβαιώνει ότι κίνητρό του δεν ήταν η ευαισθησία για τις δημοκρατικές ελευθερίες, αλλά η εξυπηρέτηση των φιλοπολεμικών σιωνιστικών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή.

Αντίθετα με τα παραπάνω, όπου το χάσμα με τον Λευκό Οίκο δημιουργείται από τις πολιτικά παρωχημένες, νεοσυντηρητικές θέσεις του Μπερλουσκόνι, η απόφαση του ιταλού πρωθυπουργού να στηρίξει το ρωσικό σχέδιο κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Σάουθ Στριμ αποτέλεσε καίριο πλήγμα, στρατηγικής σημασίας, στην διαιώνιση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ. Η Ιταλία μαζί με τη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα υπέγραψαν στις 15 Μαΐου συμφωνία με τη Ρωσία για να ξεκινήσουν, επιτέλους, οι εργασίες κατασκευής του αγωγού μήκους 2.000 χλμ. που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ν. Ρωσία στην Ευρώπη. Καθοριστική μάλιστα σημασία για τα ρωσικά σχέδια είχε η συμφωνία του ιταλού πρωθυπουργού με τον ρώσο ομόλογό του, Βαλντίμιρ Πούτιν, στο θέρετρο του Σότσι, (συμφωνία που δέσμευε τη ρωσική Γκαζπρόμ και την ιταλική ΕΝΙ) να διπλασιαστεί η χωρητικότητα του αγωγού φθάνοντας τα 63 δισ. κυβ. μ. Αυτό το σχέδιο έχει συναντήσει τη ριζική αντίθεση των ΗΠΑ που επικαλούμενες την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης από τη Ρωσία προκρίνουν τον ανταγωνιστικό αγωγό Ναμπούκο, η κατασκευή του οποίου βρίθει από αβεβαιότητες. Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκει η Ουάσινγκτον (με την αμέριστη υποστήριξη του Μανουέλ Μπαρόζο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) είναι να ναρκοθετήσει την ανάπτυξη οικονομικών δεσμών και τη στενότερη συνεργασία μεταξύ Δυτικής Ευρώπης και ΕΕ από τη μια και της Ρωσίας από την άλλη. Ο Μπερλουσκόνι παρά την γενικότερη φιλοαμερικανική του πολιτική δεν βοήθησε στην ευόδωση αυτού του σχεδίου.

Τα βέλη ωστόσο που δέχεται δεν σχετίζονται με τις γεωπολιτικές του επιλογές.

Σημείο αφετηρίας για να εκδηλωθεί το τελευταίο κύμα επιθέσεων αποτέλεσε η προστριβή που είχε με τη γυναίκα του, Βερόνικα Λάριο, πριν δύο μήνες επ’ αφορμή την οργή της για τη μετατροπή του ευρωψηφοδελτίου του κόμματός του σε… πασαρέλα και την αίτηση διαζυγίου που κατέθεσε στη συνέχεια. Η επιλογή του 72χρονου Μπερλουσκόνι να τοποθετήσει στις εκλόγιμες μάλιστα θέσεις κόρες εκπάγλου καλλονής άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για μια νέα φουρνιά κατηγοριών εναντίον του που σχετίζονται με ροζ σκάνδαλα και ξεκινούν από τη σχέση του με μια έφηβη, περνούν από διονυσιακά πάρτι στη βίλα του και καταλήγουν σε μια ατελείωτη συζήτηση για το αν ήξερε ή όχι πως μια γυναίκα που κοιμήθηκε μαζί της ασκούσε το… αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου ή όχι.

Πέρα από το αστείο της υπόθεσης, όλη αυτή η αντιπαράθεση κρύβει πολύ μεγαλύτερο φαρισαϊσμό από τη δίωξη του Αλ Καπόνε για φοροδιαφυγή. Καθώς, η πέτρα του σκανδάλου, δυστυχώς, δεν είναι τα τωρινά όργια του Μπερλουσκόνι με τα μοντέλα, όπως στο παρελθόν δεν ήταν η φοροδιαφυγή, δεν ήταν οι σχέσεις του με τη μαφία και τη μασονία, δεν ήταν η ψευδορκία, ούτε οι νόμοι που έκοβε κι έραβε στα μέτρα του για να διευρύνει τις επιχειρήσεις του και να τη γλιτώνει από τους δικαστές. Το πρόβλημα στην Ιταλία είναι ότι έχει δημιουργηθεί ένα πολιτικό σύστημα εγγενώς διεφθαρμένο, προσωποπαγές, σαθρό και απολίτικο, με την ευθύνη να μη βαραίνει αποκλειστικά τον Μπερλουσκόνι. Αυτό το σύστημα μάλιστα είναι προϊόν της πιο σαρωτικής και βίαιης επιχείρησης «καθαρά χέρια» που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ επί ευρωπαϊκού εδάφους η οποία έστειλε στη φυλακή ή σπίτι τους τούς παλαιότερους πολιτικούς και στα εγχειρίδια πολιτικής επιστήμης ιστορικά κόμματα, όπως των Χριστιανοδημοκρατών. Το ανέκαθεν αμφισβητούμενο για την αστάθεια και τον κατακερματισμό του μεταπολεμικό πολιτικό σύστημα της Ιταλίας λοιπόν διαλύθηκε για να ‘ρθει και να θρονιαστεί ο… πιο αμφισβητούμενος πολιτικός όλων των εποχών!

Ο δισεκατομμυριούχος Μπερλουσκόνι ωστόσο δεν ήρθε από τις πίστες των κρουαζιερόπλοιων όπου διέπρεπε στην πολιτική αρένα μόνος του. Με την καθοριστική βοήθεια της μιντιακής αυτοκρατορίας του, ο «καβαλιέρε», όπως τον επέβαλλαν στην κοινή γνώμη τα δικά του μέσα, κέρδισε τρεις εκλογικές μάχες (Μάρτιος 2004, Μάιος 2001, Απρίλιος 2008) και πέτυχε μάλιστα με τη δεύτερη του νίκη ένα ιστορικό ρεκόρ: είναι ο πρώτος μεταπολεμικός πρωθυπουργός της Ιταλίας που κυβερνά μια ολόκληρη θητεία. Στο βιβλίο των ρεκόρ θα γραφτούν κι οι πρόσφατες επιδόσεις του, εν μέσω των ροζ αποκαλύψεων: Στις ευρωεκλογές, όταν παρέμεινε στην πρώτη θέση των προτιμήσεων των ιταλών ψηφοφόρων κερδίζοντας το 35% (από 37% στις περυσινές βουλευτικές), στις τοπικές που διεξήχθησαν προ δεκαημέρου με την κεντροδεξιά να κερδίζει 34 περιφέρειες (ενώ είχε μόνο 9!) και στη δημοσκόπηση που δημοσίευσε η ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντε λα Σέρα την προηγούμενη Κυριακή (28 Ιούνη) βάση της οποίας η δημοτικότητα του βρίσκεται στα ύψη, στο 49% (από 51% όπου βρισκόταν το πρώτο πεντάμηνο του 2009) πρακτικά ανεπηρέαστη!

Το ερώτημα που αβίαστα γεννάται, και αφορά τους λόγους που κάνουν έναν λαό με δημοκρατική παράδοση, όπως τον ιταλικό, να επιλέγει ως ηγέτη του τον Μπερλουσκόνι, απαντιέται κατά μεγάλος μέρος από την πολιτική ανεπάρκεια που επικρατεί στην άλλη μεριά του πολιτικού φάσματος. Εκεί όπου το όνομα του κόμματος αλλάζει με την ίδια συχνότητα που έρχονται και παρέρχονται οι ηγέτες, οδηγώντας από κοινού όλο και πιο δεξιά την ιταλική Αριστερά σε σημείο να μετονομαστεί Δημοκρατικό Κόμμα, όπως στις ΗΠΑ: Πρόντι, Ντ’ Αλέμα, Αμάτο, Ρουτέλι, Φασίνο και ξανά Πρόντι, μετά Βελτρόνι και τώρα Φραντζεσκίνι. Αυτό που μένει σταθερά αναπάντητο είναι το γεμάτο απελπισία αίτημα που είχε εκφράσει δημόσια ο σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι προς τον Μάσιμο Ντ’ Αλέμα το 2002: «Επιτέλους, πες κάτι αριστερό»! Όσο αυτό δεν απαντιέται ο αχαλίνωτος Μπερλουσκόνι θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν τον αυτοκράτορα Τιβέριο, όπως γράφουν οι βρετανικοί Τάιμς, κι η εκλογή του στους ιταλούς ψηφοφόρους θα φαντάζει μονόδρομος ελλείψει εναλλακτικής λύσης κι αντίπαλου δέους…

Ευρωεκλογές δεξιάς κυριαρχίας και κρίσης (Μετροπόλιταν, 14/6/2009)

Σταθεροποίηση των δεξιών κυβερνήσεων, ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς και ήττα των σοσιαλιστικών κομμάτων και της κεντροαριστεράς σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας των ευρωπαίων πολιτών για τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το μήνυμα των ευρωεκλογών της προηγούμενης Κυριακής.

Ιδανικότερες συνθήκες για τα σοσιαλιστικά κόμματα και την πάσης φύσης Αριστερά στην Ευρώπη δεν μπορούσαν να υπάρχουν για τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών: παταγώδης και ομολογημένη αποτυχία των νεοφιλελεύθερων δοξασιών και αναγνώριση της σημασίας που έχει το κράτος και ο δημόσιος τομέας στην ανεμπόδιστη λειτουργία της οικονομίας συνθέτουν ένα πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που εκθέτουν στη δημόσια χλεύη όσους επικαλούνται το αόρατο χέρι των αγορών, νομιμοποιούν την κριτική από τα αριστερά και δίνουν το απαραίτητο επίχρισμα ρεαλισμού στα αιτήματα για κοινωνική προστασία, άνοδο των λαϊκών εισοδημάτων και μείωση των ταξικών αντιθέσεων. Σ’ αυτό ακριβώς όμως το περιβάλλον, όπως θεμελιωδώς διαμορφώθηκε από την βαθύτερη κρίση που έχει γνωρίσει η παγκόσμια οικονομία από τη δεκαετία του ’30, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σήμανε μια βαθιά στροφή του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά. Επίσης, την απονομιμοποίηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αποτέλεσμα του νέου ρεκόρ αποχής.

Ας δούμε όμως πως διαμορφώθηκαν τα αποτελέσματα. Την πρώτη εντύπωση δημιουργεί αναμφισβήτητα η ήττα που κατέγραψαν τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Πρώτ’ απ’ όλα στην Αγγλία όπου το Εργατικό Κόμμα εκλέχτηκε στην τρίτη θέση, παίρνοντας 16% που είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην μεταπολεμική ιστορία του. Οι κάλπες άνοιξαν στην Αγγλία με τον πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν, που συμπλήρωσε δύο χρόνια στη Ντάουνιγκ Στριτ, να έχει μόλις ολοκληρώσει έναν μίνι ανασχηματισμό μετά την αποχώρηση 6 υπουργών του που επέλεξαν την παραίτησή ως μέσο πίεσης για να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί. Έκλεισαν δε με ένα αποτέλεσμα που φέρνει πιο κοντά τις πρόωρες βουλευτικές κάλπες. Εξ’ ίσου αρνητικό ήταν το αποτέλεσμα και για το κυβερνών ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα που βρέθηκε στη δεύτερη θέση κερδίζοντας το 39% των ψήφων έναντι 42% που κέρδισε το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του οποίου ηγείται ο Μαριάνο Ραχόι. Ήττα και μάλιστα ταπεινωτική κατέγραψαν οι κάλπες για τους σοσιαλδημοκράτες και στην Πορτογαλία όπου το κόμμα του πρωθυπουργού Ζοζέ Σόκρατες έχασε 18% της δύναμης του κερδίζοντας το 27% των ψήφων. Το δεξιό – παρά την ονομασία του – Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κέρδισε το 32% των ψήφων εξασφαλίζοντας έτσι περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει την εκλογική μάχη του Σεπτεμβρίου.

Παρά ωστόσο την ήττα των κεντροαριστερών κυβερνήσεων στην Αγγλία, τη Γαλλία, και την Πορτογαλία το μήνυμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου δεν ήταν «μαύρισμα» των κυβερνητικών κομμάτων. Σαφής απάντηση δηλαδή στο ερώτημα αν οι εκλογείς αποδοκίμασαν τα κυβερνητικά κόμματα ψηφίζοντας μαζικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν υπάρχει. Αυτό φαίνεται στις χώρες εκείνες που βρίσκεται στην κυβέρνηση η Δεξιά, όπου ναι μεν μειώθηκαν τα ποσοστά τους όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να περάσουν στη δεύτερη θέση. Στη Γαλλία για παράδειγμα το κεντροδεξιό κόμμα του προέδρου Νικολά Σαρκοζύ, UMP, κέρδισε το 28% των ψήφων, ένα ποσοστό χαμηλότερο από το 31% που είχε πάρει στον πρώτο γύρο των προεδρικών του 2007, σχεδόν διπλάσιο όμως από το 16% που είχε κερδίσει στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Ο Νικολά Σαρκοζύ επομένως, που είχε δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην μάχη των ευρωεκλογών και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος το κόμμα του οποίου κερδίζει ευρωεκλογές από το 1979, βγαίνει ενισχυμένος από την δοκιμασία της προηγούμενης Κυριακής. Πολύ περισσότερο αν δούμε την ήττα του κεντροδεξιού αντιπάλου του, Φρανσουά Μπαϊρού, που κέρδισε 8,5% των ψήφων, και πολύ περισσότερο την συντριβή των σοσιαλιστών που κέρδισαν 16% (από 29% που είχαν πάρει στις προηγούμενες ευρωεκλογές) καταφέρνοντας μόλις και μετά βία να παραμείνουν στη δεύτερη θέση, η οποία διεκδικήθηκε και χάθηκε για κάποια εκατοστά της μονάδας από το νέο κόμμα Ευρώπη – Οικολογία που συγκρότησε ο απόμαχος του Μάη του ’68 Ντανιέλ Κον Μπετίτ με τον πολέμιο της παγκοσμιοποίησης, Ζοζέ Μποβέ.

Εξ ίσου δραματικές ήταν και οι επιδόσεις των γερμανών σοσιαλδημοκρατών οι οποίοι κερδίζοντας το 21% πήραν το χαμηλότερο ποσοστό τους σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Τα δύο κόμματα της γερμανικής Δεξιάς (CSU – CSU) είδαν τον ποσοστό τους να μειώνεται από 44% που είχαν πάρει στις εκλογές του 2004 σε 38%. Ωστόσο οι προοπτικές τους για τον Σεπτέμβρη οπότε θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές διαγράφονται ελπιδοφόρες επειδή το νεοφιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, που συχνά χαρακτηρίζεται κι ως φιλο-επιχειρηματικό λόμπι, κατάφερε να διπλασιάσει τις δυνάμεις του, φθάνοντας στο 12%. Είναι πολύ πιθανό επομένως η γερμανική Δεξιά να πετάξει στο περιθώριο τους σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους συγκυβερνά την τελευταία πενταετία και να σχηματίσει μια «καθαρόαιμη» δεξιά κυβέρνηση με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών.

Ανάλογη τάση εδραίωσης παρατηρήθηκε και στην Ιταλία, όπου το κόμμα του μεγιστάνα πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι (παρότι ο ίδιος κολυμπάει στα κάθε είδους σκάνδαλα – ερωτικά, οικονομικά) αναδείχθηκε πρώτο κερδίζοντας το 35% των ψήφων. Η δε κεντροαριστερή αντιπολίτευση του Δημοκρατικού Κόμματος κέρδισε το 28% και μια νέα αφορμή εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Πιο ισχυρή από την μάχη των ευρωεκλογών βγήκε κι η δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ ο οποίος κερδίζοντας το 45% των ψήφων το χαρακτήρισε ως νέα ψήφο εμπιστοσύνης.

Το περίγραμμα του νέου πολιτικού χάρτη του Ευρωκοινοβουλίου συμπληρώνεται από την άνοδο των ακροδεξιών, αντιμεταναστευτικών και ξενοφοβικών κομμάτων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται: Η ιταλική Λίγκα του Βορρά που συμμετέχει στην κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι κι είδε το ποσοστό της να αυξάνει στο 11% από 8,3% που είχε στις περυσινές βουλευτικές εκλογές. Το ακροδεξιό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα που για πρώτη φορά κέρδισε στις Βρυξέλλες δύο έδρες και μαζί με το Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) το οποίο ήρθε δεύτερο κερδίζοντας το 17% των ψήφων συγκροτούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης ενάντια στην ΕΕ. Σε ένα ακροδεξιό κι ένα «ευρωσκεπτικιστικό» κόμμα πήγαν 5 επίσης από τις 17 έδρες της Αυστρίας. Στη Ρουμανία ποσοστό 9% κέρδισε το υπερεθνικιστικό Κόμμα Μεγαλύτερης Ρουμανίας που επιτίθεται συνεχώς στην ουγγρική μειονότητα της Τρανσιλβανίας. Στη γειτονική Ουγγαρία το ακροδεξιό κόμμα Jobbik («Για μια καλύτερη Ουγγαρία») που κατηγορεί συνεχώς τους Ρόμα κέρδισε το 15% των ψήφων περνώντας στη δεύτερη θέση! Στη δεύτερη θέση βρέθηκε και το ολλανδικό ακροδεξιό Κόμμα για τις Ελευθερίες συγκεντρώνοντας το 17% των ψήφων. Στη Δανία το Δανικό Λαϊκό Κόμμα κέρδισε το 15% και στην Φινλανδία το κόμμα «Γνήσιοι Φιλανδοί» το 10%. 

Η μουντή εικόνα ολοκληρώνεται από την μεγάλη αποχή, καθώς τον «κόπο» να πάει μέχρι τις κάλπες έκανε μόνο το 43% των ψηφοφόρων, παρά την εκτεταμένη διαφημιστική εκστρατεία. Το γεγονός μάλιστα ότι από το 1979, οπότε ξεκίνησαν οι ευρωβουλευτές να εκλέγονται απ’ ευθείας, η συμμετοχή μειώνεται σταθερά βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ή συγκυριακό γεγονός. Οι αιτίες του μειωμένου ενδιαφέροντος των ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν μπορούν να αναζητούνται στο διηνεκές στην ελλιπή πληροφόρηση ή την άγνοια του γεγονότος ότι 3 στις 4 νόμους του εθνικού κοινοβουλίου αποτελούν ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο αποφάσεων της ΕΕ – επιχείρημα που κατά κόρον ακούστηκε αυτές τις μέρες. Η βαθύτερη αιτία – κατά τη γνώμη μας – πρέπει να αναζητηθεί στο δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, το οποίο πρόσφατα είχε επισημάνει κι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κ. Παπούλιας. Η αιτία επομένως έγκειται στο ότι οι ευρωπαίοι πολίτες ξέρουν ότι δεν μπορούν να παρέμβουν σε εκείνα τα κέντρα αποφάσεων όπου πράγματι κρίνονται οι τύχες όλων μας. Η ταύτιση άλλωστε των Βρυξελλών με ότι πιο κακόφημο κυκλοφορεί στο χώρο της πολιτικής – φορομπηχτικά μέτρα, περιορισμός ασφαλιστικών δικαιωμάτων, οδηγία Μπολκεστάιν, παραχώρηση στο Ισραήλ ειδικής σχέσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενάντια μάλιστα στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου – δεν μπορεί να μην έχει κι ένα αντίτιμο. Το ίδιο ισχύει και για την σοσιαλδημοκρατία που καλείται να καταβάλλει το κόστος των συντηρητικών πολιτικών επιλογών της, όπως φάνηκαν περίτρανα από την πρόταση για υπερψήφιση του Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής. Όταν Μπράουν, Θαπατέρο και Σόκρατες στηρίζουν τον δηλωμένο φιλοαμερικανό και υπέρμαχο της λιτότητας Μπαρόζο, όταν στις χώρες τους η ανεργία φθάνει το 18% και τα πολιτικά – οικονομικά σκάνδαλα μονοπωλούν το ενδιαφέρον δικαιούνται να παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς;

Συμμετοχή στις ευρωεκλογές: 1979:   62%, 1984 : 59%, 1989 : 58%, 1994:   57%, 1999:   50%, 2004:  45%, 2009:  43%