Μια καθόλου τυχαία πρόσληψη: Ο Μπαρόζο στην Goldman Sachs

European Commission President Jose Manuel Barroso smiles as he attends a debate at the European Parliament in Strasbourg, eastern France, on September 15, 2009.The European parliament on September 16, 2009 voted to give Jose Manuel Barroso a second five year term as president of the European Commission. AFP PHOTO FREDERICK FLORIN

Η στρατολόγηση του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πορτογάλου Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, από την «Τράπεζα», όπως συχνά αποκαλείται ο αμερικάνικος κολοσσός Goldman Sachs, μόνο ως μεμονωμένο περιστατικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η συχνότητα με την οποία στελέχη που υπηρετούν σε δημόσιες θέσεις προσλαμβάνονται μετά την ολοκλήρωση της θητείας τους στον ιδιωτικό τομέα είναι τόσο συνήθης ώστε το περιστατικό έχει περιγραφεί κι ως «περιστρεφόμενη πόρτα». Και δεν απαντάται μάλιστα μόνο στις ΗΠΑ με τους υπουργούς Οικονομικών να προέρχονται και να επιστρέφουν σε κορυφαίες τράπεζες (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον υπουργό Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, που είχε διατελέσει – όλως …τυχαίως – διευθύνων σύμβουλους της Goldman Sachs), αλλά και στην Ευρώπη. Ποιος ξεχνάει την πρόσληψη του γερμανού καγκελάριου (1998-2005) Γκέρχαρντ Σρέντερ από την επενδυτική τράπεζα των Ρότσιλντ και τη μεταπήδησή του στη συνέχεια στη θέση του προέδρου της κοινοπραξίας που ανέλαβε την κατασκευή του ρωσο-γερμανικού αγωγού Nord Stream; Χώρες μάλιστα όπως η Γαλλία προκειμένου να αποτρέψουν την χρήση ευαίσθητων πληροφοριών, στα οποία είχαν προνομιακή πρόσβαση οι κρατικοί αξιωματούχοι όσο υπηρετούσαν, ως προίκα για μια χρυσή μετεγγραφή σε επιχειρήσεις απαγορεύουν στους δημόσιους λειτουργούς την μετακίνησή τους στον ιδιωτικό τομέα για τρία ολόκληρα χρόνια μετά την απομάκρυνσή τους από το δημόσιο.

Ωστόσο, η ένταξη του Μπαρόζο στα μισθολόγια της Goldman Sachs είναι πολύ πιο σοβαρή υπόθεση, κι αυτό για πολλούς λόγους. Ξεχωρίζουμε τρεις, εξ αυτών.

Πρώτο, γιατί ήδη οι σχέσεις της Τράπεζας με την ευρωζώνη είναι πολύ αμφιλεγόμενες και δεν είναι καθόλου αθώες. Κορυφή του παγόβουνου αποτελούν αναμφισβήτητα τα περίφημα swaps, δηλαδή οι συμφωνίες ανταλλαγής που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης με την Τράπεζα λίγα χρόνια πριν την κυκλοφορία του ευρώ που ως απώτερο σκοπό είχαν την απόκρυψη του πραγματικού ύψους του δημόσιου χρέους. Κι έτσι η ένταξή τους στην ευρωζώνη να μη φαινόταν ότι παραβιάζει τα κριτήρια που είχαν τεθεί – τουλάχιστον να αποκρυβόταν ότι τα παραβίαζε σκανδαλωδώς, όπως πράγματι συνέβαινε. Στην περίπτωση της Ελλάδας για παράδειγμα αποκρύφτηκε χρέος ύψους 2%, με κόστος για την ελληνική κυβέρνηση το μυθικό ποσό (ακόμη και γι’ αυτές τις δουλειές) των 600 εκ. ευρώ!  Δημοσιογραφική έρευνα που ακολούθησε τις αποκαλύψεις από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg τερματίστηκε άδοξα όταν η ΕΚΤ αρνήθηκε με επίσημη απάντησή της να αποκαλύψει κρίσιμα έγγραφα. Εύκολα συνάγει κανείς ότι αν κάτι έμεινε στο σκοτάδι ήταν η ενεργή ανάμειξη των ευρωπαϊκών αρχών στην προσπάθεια ωραιοποίησης των δημοσιονομικών μεγεθών. Το «κοινό σπίτι των λαών» επομένως προσέφερε την απόλυτη προστασία στην Τράπεζα, σε βάρος ακόμη και του δικαιώματος στην ενημέρωση καλύπτοντας προφανώς την απομύζηση κρατών και φορολογουμένων, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η πρόσληψη του Μπαρόζο στην Goldman Sachs αποτελεί πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο ολκής σχετίζεται με τις ευαίσθητες πληροφορίες στις οποίες ο Μπαρόζο είχε επί σειρά ετών πλήρη πρόσβαση. Επρόκειτο για πληροφορίες που αφορούν τη δημοσιονομική κατάσταση των 28 (μέχρι τις 23 Ιουνίου) κρατών μελών και φυσικά άλλων κρατών, όπως η Ρωσία, ή και ολόκληρων περιοχών, όπως η Μέση Ανατολή και η Βόρεια Αφρική. Είναι δυνατό στα χέρια των μελών της Επιτροπής και δη του προέδρου της να μη έφταναν διαβαθμισμένες πληροφορίες για την οικονομία, τα χρηματιστήρια, την αμυντική βιομηχανία, κ.α.; Όλο αυτό το υλικό πλέον, που ήταν στη διάθεση του Μπαρόζο λόγω της θέσης του, θα αποτελεί άυλο κεφάλαιο της Goldman Sachs, η οποία θα μπορεί να χαράξει λεπτομερέστερη στρατηγική για τις αγορές, εδραζόμενη σε μεγαλύτερη γκάμα πληροφοριών την οποία πολλοί ανταγωνιστές της θα ήθελαν να έχουν.

Τέλος, το «χρυσό συμβόλαιο» του Μπαρόζο είναι πολύ σοβαρό, γιατί οι σχέσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων (και δη των τραπεζιτών) με την Goldman Sachs κι όχι οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση του ιδιωτικού τομέα ή τράπεζα δεν περιγράφονται καν από το όρο «περιστρεφόμενη πόρτα». Εδώ, η πόρτα έχει βγει από τους μεντεσέδες ώστε τα δύο μέρη να επικοινωνούν καλύτερα και χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να την ανοιγοκλείνουν κάθε τρεις και λίγο. Κορυφαίος μάρτυρας ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, που ήταν αντιπρόεδρος της Goldman Sachs International για την Ευρώπη με έδρα το Λονδίνο.

Αξίζει μάλιστα να δούμε πώς περιγράφει την όσμωση δημόσιων αξιωματούχων και Goldman Sachs ένας σπουδαίος ερευνητής, συγγραφέας του βιβλίου Η Τράπεζα, Πώς η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο (εκδ. Μεταίχμιο, 2010): «Το πυκνό αυτό δίκτυο, που άρχισε να εξαπλώνεται χρόνια πριν, υπόγειο και δημόσιο την ίδια στιγμή, έχει τους μεσάζοντες και τους πιστούς του. Άγνωστοι στο ευρύ κοινό, οι σύμβουλοι αυτοί, οι οποίοι επιστρατεύονται με μεγάλη προσοχή και με μεγάλο κόστος, γνωρίζουν τα λεπτά σημεία των παρασκηνίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπουργείων των κρατών μελών. Έχουν πρόσβαση στους ιθύνοντες, τους οποίους μπορούν να καλέσουν απευθείας σε στιγμής κρίσης ή όταν θέλουν να πάρουν δουλειές με απευθείας ανάθεση. Τα κατορθώματά τους αυτά προς χάριν του εργοδότη τους συζητιούνται – με θαυμασμό ή με αποστροφή, εξαρτάται – στους διαδρόμους της εξουσίας και στις χρηματαγορές, τα ΜΜΕ και στις επιχειρήσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτός ο μαγικός κύκλος αποτελείται από πρώην υπεύθυνους της εταιρείας που πέρασαν στα υψηλότερα δημόσια αξιώματα. Στην Ευρώπη, αντίθετα, η Goldman Sachs έγινε ο απόστολος του καπιταλισμού των διασυνδέσεων ή του “καπιταλισμού της πρόσβασης” για να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς την έκφραση των ανθρώπων του χώρου». Και να σκεφτεί κανείς ότι ο συγγραφέας, που επιβεβαιώνεται πλήρως, κατηγορήθηκε ως συνομωσιολόγος…

Στη βάση των παραπάνω αποκαλύπτεται κι η πραγματική φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεταπήδηση του Μπαρόζο στην Goldman Sachs αποκαλύπτει τους ακατάλυτους δεσμούς που συνδέουν την ΕΕ με την πιο επιθετική κερδοσκοπία. Δείχνουν επίσης ότι η ΕΕ δεν αποτελεί ένα ακόμη κέντρο εξουσίας ικανό να αλλάξει πολιτικό προσανατολισμό, στη βάση των εκλογικών αποτελεσμάτων, που αντί για την Goldman Sachs μπορεί το ίδιο εύκολα να αρχίσει να υπηρετεί την ΒΙΟΜΕ. Όσο γρηγορότερα γίνει αντιληπτή αυτή η αλήθεια τόσο καλύτερα για όλους μας…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην ιστοσελίδα Kommon.gr

Η ΕΕ διολισθαίνει στον αυταρχισμό (Επίκαιρα, 17-23/10/2013)

baroΒαθιά διχαστική και απρόσμενα ρεβανσιστική ήταν η ετήσια, πανηγυρική ομιλία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο στις 11 Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για έναν θεσμό που έχει εισαχθεί τα τελευταία χρόνια στο πρωτόκολλο της ΕΕ κι αποτελεί πιστό αντίγραφο της αντίστοιχης ομιλίας που εκφωνεί κάθε χρόνο ο αμερικανός πρόεδρος, περιγράφοντας τους βασικούς άξονες της πολιτικής που θα ακολουθήσει σε κάθε πεδίο: από την διπλωματία μέχρι την οικονομία και τα κοινωνικά ζητήματα. Καμία πρωτοτυπία επομένως από τις Βρυξέλλες, που επιχειρούν με δάνεια πολιτικά εργαλεία να αναβαπτίσουν το κύρος τους που σταθερά καταποντίζεται όπως ανάγλυφα αποτυπώνουν κι οι έρευνες του Ευρωβαρόμετρου, με μόλις το 31% των ευρωπαίων πολιτών να εμπιστεύονται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν το 2007 δήλωνε την εμπιστοσύνη του το 57% (Ιούλιος 2013). Ως αποτέλεσμα κι η ίδια η ομιλία του Μανουέλ Μπαρόζο προκαλεί νύστα καθώς βρίθει από κοινοτοπίες, αοριστολογίες και βερμπαλισμούς, στους οποίους η γραφειοκρατία των Βρυξελλών ούτως ή άλλως έχει αναπτύξει μια έφεση.

Αυτή τη φορά όμως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεπέρασε τον εαυτό της με έναν απρόσμενο τρόπο: Κάνοντας επίδειξη δύναμης απέναντι σε ανεξάρτητα, τύποις, κράτη και τους λαούς! Συγκεκριμένα ο Μπαρόζο απείλησε ότι θα γίνει χρήση του άρθρου 7 της συνθήκης της Ένωσης, στο οποίο προβλέπεται αναστολή του δικαιώματος ψήφου των κρατών μελών, στην περίπτωση που παρατηρείται συστηματική παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και των συνταγματικών δεσμεύσεων. Ουσιαστικά δηλαδή απείλησε ότι θα αποβάλλει κράτη μέλη της ΕΕ.

Η Ουγγαρία στο στόχαστρο

Η καμπάνα πίσω από αυτές τις γενικολογίες χτυπάει για την Ουγγαρία και την κυβέρνηση του κεντροδεξιού Βίκτορ Όρμπαν που εδώ και χρόνια αποτελεί κόκκινο πανί για τις Βρυξέλλες. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ επικαλούνται την αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Όρμπαν, η οποία υποτίθεται πως τορπιλίζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και πράγματι υπάρχουν ουκ ολίγα παραδείγματα που δίνουν βάση στην επιχειρηματολογία τους για αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Αναφέρουμε ενδεικτικά: τιμητικές διακρίσεις σε ρατσιστές και αντισημίτες δημοσιογράφους, υπερεξουσίες στον διορισμένο επικεφαλής των δικαστικών αρχών, ποινικοποίηση των αστέγων, απαγόρευση των πολιτικών διαφημίσεων στα Μέσα Ενημέρωσης, αλλεπάλληλες τροποποιήσεις σε ένα σύνταγμα που μόλις ψηφίσθηκε κ.λπ. Όμως, όσο αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Όρμπαν δεν είναι κι η πιο δημοκρατική, άλλο τόσο αλήθεια είναι πως στις ίδιες κι ακόμη χειρότερες αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις επιδίδονται όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις της ΕΕ, υπό την σκανδαλώδη ανοχή, αν όχι ενθάρρυνση της ΕΕ. Και πολύ μεγαλύτερη αλήθεια επίσης είναι ότι η ΕΕ κάνει ρεσιτάλ υποκρισίας γύρω από την Ουγγαρία. Για παράδειγμα, αν δίνει τόσο μεγάλη σημασία στον σεβασμό που οφείλουν να επιδεικνύουν οι κυβερνήσεις απέναντι στο σύνταγμα και τον κοινοβουλευτισμό, τότε γιατί έχει αφήσει ασχολίαστο το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι σημαντικότερες αποφάσεις δε ψηφίζονται από την Βουλή αλλά ενσωματώνονται στη νομοθεσία από την …πίσω πόρτα, μέσω Πράξεων Νομοθετικών Περιεχομένου; Η δημοκρατική ευαισθησία που επιδεικνύει η ΕΕ απέναντι στην Ουγγαρία προκαλεί θυμηδία αν την αντιπαραβάλλουμε με την άνευ προηγουμένων παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας από το δίδυμο των Μερκοζύ πριν δύο ακριβώς χρόνια όταν έδειξαν την πόρτα της εξόδου στον (εκλεγμένο πρωθυπουργό) Γ. Παπανδρέου και επέβαλαν τον τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμο μόνο και μόνο για να ολοκληρωθεί ομαλά και χωρίς απρόοπτα η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Κατά συνέπεια η ΕΕ στερείται των ηθικών πλεονεκτημάτων για να αναλάβει το ρόλο του τιμητή της δημοκρατίας.

Η ΕΕ έχει περάσει την κυβέρνηση του Όρμπαν στην μαύρη λίστα για δύο λόγους. Πρώτο, επειδή ο Όρμπαν επέλεξε να ζημιωθούν οι γερμανο-αυστριακές τράπεζες που λειτουργούσαν στην Ουγγαρία σαν κράτος εν κράτει προκειμένου να ωφεληθούν οι Ούγγροι δανειολήπτες. Επιλογή που αποτέλεσε αιτία πολέμου για το Βερολίνο και τα φερέφωνά του στις Βρυξέλλες. Δεύτερο, η ΕΕ έχει ανοίξει βεντέτα με την Ουγγαρία λόγω της απροθυμίας του Όρμπαν να εκχωρήσει άνευ όρων κυριαρχικά δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Δύο πρόσφατα παραδείγματα είναι ενδεικτικά: Οι κοινοτικοί αξιωματούχοι έγιναν πυρ και μανία επειδή η Βουδαπέστη δεν έλαβε υπ’ όψη της στην διαδικασία της πρόσφατης συνταγματικής αναθεώρησης τις παρατηρήσεις της Επιτροπής της Βενετίας, όπως αποκαλείται μια επιτροπή πρώην δικαστών από συνταγματικά δικαστήρια που γνωμοδοτεί σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Η ΕΕ επίσης θεώρησε αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών αξιών πρόσφατο νόμο βάσει του οποίου όσοι φοιτητές απολαμβάνουν κρατικής υποτροφίας στην Ουγγαρία έχουν την υποχρέωση να εργαστούν για ένα χρονικό διάστημα στη χώρα τους! Κι εδώ η υποκρισία ξεχειλίζει, καθώς η ΕΕ κι ειδικότερα οι βόρειες χώρες διατηρούν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται νέους επιστήμονες που σπούδασαν με δαπάνες των κρατών στα οποία γεννήθηκαν. Όταν όμως αυτά τα κράτη επιχειρούν να επιβάλλουν μια ελάχιστη ανταπόδοση για το κόστος που επωμίστηκαν σπουδάζοντας τόσες χιλιάδες νέων επιστημόνων αυτό χαρακτηρίζεται εθνικισμός κι εμπόδιο στην ευρωπαϊκή ενοποίηση! Ταυτόχρονα κι ο σεβασμός που απαιτείται στην Επιτροπή της Βενετίας είναι εξ ίσου αμφιλεγόμενος καθώς ακόμη κι η γνωμοδότησή της αποτελεί παρέμβαση στα εσωτερικά ανεξάρτητου κράτους, την ίδια μάλιστα ώρα που αυτή η Επιτροπή έχει …καταπιεί την κάμηλο για τις συνταγματικές παραβιάσεις σε άλλες χώρες της ΕΕ.

Γερμανική πειθαρχία

Εν κατακλείδι η απειλή χρήσης του άρθρου 7 αποτελεί κάτι παραπάνω από μια κίνηση εκδίκησης. Η ενεργοποίηση του που θα γίνει αργά ή γρήγορα (θέμα χρόνου είναι δηλαδή να πεταχτεί έξω η Ουγγαρία) θα αποδείξει ότι το Βερολίνο απαιτεί και μπορεί να επιβάλει σιδηρά πειθαρχία εντός της ΕΕ, αποβάλλοντας όσα κράτη μέλη δεν στοιχίζονται πειθήνια και χωρίς αντιρρήσεις πίσω από τις επιλογές του. Σε αυτό το πλαίσιο η τυπική ισότητα των κρατών μελών που προβλέπεται από τις ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ πάει περίπατο, όπως κι ο σεβασμός από την μεριά των Βρυξελλών στα εσωτερικά τους. Έτσι, η ΕΕ που οικοδομείται στα ερείπια της κρίσης περισσότερο θυμίζει γερμανική φυλακή, παρά μια οικειοθελή ένωση ανεξάρτητων κρατών.

Αποκαλύπτεται ταυτόχρονα πως το ζητούμενο των διαδικασιών ενοποίησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ευρωπαίων πολιτών ή η κοινωνική συνοχή ή ισχυροποίηση της δημοκρατίας και των θεσμών που την εγγυώνται. Το ζητούμενο είναι η εξασφάλιση των συμφερόντων των γερμανικών τραπεζών κι η στάση της κάθε κυβέρνησης εξετάζεται υπό αυτό το πρίσμα. Στην καλύτερη εκδοχή οι κυβερνήσεις κρίνονται από το πόσο διευκολύνουν τα σχέδια προώθησης της ενιαίας αγοράς. Ανέφερε συγκεκριμένα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην ομιλία του: «Στο επίπεδο της ΕΕ προτεραιότητα έχει η πλήρης αξιοποίηση της ενιαίας αγοράς. Έχουμε μια ενιαία αγορά που λειτουργεί καλά στα αγαθά και βλέπουμε τα οφέλη της. Χρειάζεται να επεκτείνουμε αυτό το σχήμα και σε άλλους τομείς: κινητικότητα, επικοινωνίες, ενέργεια, χρηματοπιστωτικά και ηλεκτρονικό εμπόριο για να ονοματίσω ορισμένους απ’ αυτούς. Πρέπει να απομακρύνουμε τα εμπόδια που κρατούν καθηλωμένες επιχειρήσεις και ανθρώπους».

Ακόμη κι αν χρειάζεται να αποβληθούν απείθαρχα κράτη μέλη…

Λιτότητα και ΔΝΤ βλάπτουν τη δημοκρατία (Επίκαιρα, 8-14/7/2010)

Το άσπρο – μαύρο έκανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, προσπαθώντας να πείσει για την αναγκαιότητα εφαρμογής των εξοντωτικών και αντιλαϊκών προγραμμάτων λιτότητας. Μιλώντας με κορυφαίο ευρωπαίο συνδικαλιστή του εκμυστηρεύτηκε την «ανησυχία» του μην τυχόν και στις τρεις μεσογειακές χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κρίσης, επιστρέψουν οι δικτατορίες σε περίπτωση που δεν υιοθετηθούν τα μέτρα λιτότητας! «Αν δεν εφαρμόσουν τα περιοριστικά μέτρα αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να εξαφανιστούν υπό τη μορφή που τις γνωρίζουμε ως δημοκρατίες. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Αυτή είναι η μοναδική», ήταν τα λόγια του. Με άλλα λόγια Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αν θέλουν να συνεχίσουν να έχουν δημοκρατία οφείλουν να επιβάλλουν τα εξοντωτικά μέτρα περικοπών. Αλλιώς θα έρθουν τα τανκς!

Το δίλημμα του Μανουέλ Μπαρόζο «λιτότητα ή τανκς» δεν είναι μόνο εκφοβιστικό και απειλητικό, αλλά κυρίως είναι παραπλανητικό γιατί η πραγματικότητα θέλει τη λιτότητα να συνοδεύει τα τανκς και τις περικοπές στα δημόσια έσοδα να επιφέρουν τα πιο συντριπτικά πλήγματα στις λαϊκές ελευθερίες και τα συνταγματικά δικαιώματα. Στον πραγματικό κόσμο επομένως, που δεν τέμνεται πουθενά με τα απογειωμένα κρυστάλλινα παλάτια όπου συνεδριάζουν οι αργυρώνητοι γραφειοκράτες της ΕΕ, το δίλημμα δεν είναι λιτότητα ή τανκς, αλλά λιτότητα και τανκς από την μια ή ακύρωση αυτής της πολιτικής.

Η Ελλάδα αποτελεί κι εδώ, δυστυχώς, πειραματόζωο, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κανόνα που θέλει τη λιτότητα να βλάπτει σοβαρά την δημοκρατία. Πρώτ’ απ’ όλα η απόφαση της κυβέρνησης να περάσει το μνημόνιο της ντροπής από την Βουλή με απλή κι όχι με ενισχυμένη πλειοψηφία των 3/5 αντίκειται στην παρ. 2 του άρθρου 28 του συντάγματος, όπως έγκαιρα έχουν αναλύσει από τις σελίδες των Επικαίρων συνταγματολόγοι κι άλλοι αναλυτές. Οι προσφυγές που ήδη ετοιμάζονται ακόμη και από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας θα ρίξουν άπλετο φως το επόμενο διάστημα στις σκοτεινές μεθοδεύσεις που επιλέγηκαν από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου για την υιοθέτηση του μνημονίου, κατ’ εντολή φυσικά των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που επέβαλλαν τους όρους του.

Οι συνταγματικές εγγυήσεις και τα δημοκρατικά δικαιώματα μετατρέπονται σε πουκάμισο αδειανό κι από τις ίδιες τις προβλέψεις του επαίσχυντου αυτού κειμένου που έχει ήδη περάσει στις πιο μελανές στιγμές της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Για παράδειγμα στις «διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις» που αναφέρονται στο κεφάλαιο «ενέργειες για τον τρίτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τέταρτου τριμήνου του 2010)» υποδεικνύεται «η ενδυνάμωση της θέσης του υπουργείου Οικονομικών σε σχέση με τα υπόλοιπα υπουργεία τόσο κατά την φάση της προετοιμασίας όσο και εκτέλεσης του προϋπολογισμού δίνοντας στο υπουργό δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις για δαπάνες και στην εκτέλεσή τους)»! Η κατεύθυνση αυτή ενισχύει στο έπακρο ολιγαρχικές τάσεις του πολιτεύματος που ήδη ήταν σε εξέλιξη και συνέτειναν στην υποβάθμιση αν όχι την περιθωριοποίηση υπουργείων και κρατικών λειτουργιών που σχετίζονταν με τις κοινωνικές παροχές και την αναδιανομή και ταυτόχρονα την αναβάθμιση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους. Λίγο παρακάτω παρέχεται «η διασφάλιση ότι το κοινοβούλιο δεν αλλάζει το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού κατά το στάδιο έγκρισης, αλλά επικεντρώνεται στη σύνθεση των δημοσίων δαπανών και εσόδων και στην αξιοπιστία των προβλέψεων για τα έξοδα και τα έσοδα». Αυτό όμως αποκαλείται μειωμένη κυριαρχία! Η δε βουλή, στον βαθμό που μόνο μεταθέσεις κονδυλίων θα μπορεί να κάνει ή να παριστάνει τον χωροφύλακα της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετατρέπεται σε βουλή περιορισμένης ευθύνης κι οι βουλευτές σε εντολοδόχους του ΔΝΤ και λογιστές καριέρας της Ντόιτσε Μπανκ. Αν αυτό δεν είναι βελούδινο πραξικόπημα και περιστολή και αναίρεση των συνταγματικών δικαιωμάτων, υπό την επίκληση φυσικά των έκτακτων συνθηκών–όπως πάντα γίνεται σε αυτές τις περιστάσεις, τότε τι είναι;

Η ίδια ακριβώς τάση, αποδυνάμωσης των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών διαδικασιών παρατηρείται σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης που πρωτοστατούν στην εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας από τη στιγμή που οι πολιτικές τους ηγεσίες επέλεξαν να φανούν αξιόπιστες στους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους κι όχι στους πολίτες που τους εξέλεξαν με την ψήφο τους.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η εφαρμογή ενός προγράμματος περικοπών δημοσίων δαπανών από την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Θαπατέρο έχει οδηγήσει τα ποσοστά του στο ναδίρ. Τις προηγούμενες μάλιστα εβδομάδες ο ηγέτης του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, Μαριάνο Ραχόι, πέρασε μπροστά και στις δημοσκοπήσεις που αφορούσαν τον καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Όσο γι το κόμμα του, που έχει επιλέξει να ασκεί μια ελεγχόμενη αντιπολίτευση στα αντιλαϊκά μέτρα του Θαπατέρο προηγείται του σοσιαλιστικού με δέκα μονάδες εδώ και μήνες. Το επόμενο διάστημα η κρίση αντιπροσώπευσης θα οξυνθεί καθώς η προγραμματισμένη γενική απεργία του Σεπτέμβρη, που από πολλούς ήδη χαρακτηρίζεται ιστορική, θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για τον  Θαπατέρο.

Χαοτικό είναι το κενό μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και ψηφοφόρων και στην Πορτογαλία, όπου ο Σόκρατες εκλέχτηκε τον περασμένο Οκτώβρη για δεύτερη φορά, σοβαρά αποδυναμωμένος όμως σε σχέση με την πρώτη του εκλογή το 2005. Τα μέτρα λιτότητας (περικοπές κι αυξήσεις φόρων) που ανακοίνωσε στα μέσα Μάη συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ και με απώτερο να μειωθεί το δημόσιο χρέος από το 90% του ΑΕΠ φέτος στο 87% το 2013 οδήγησαν το αντιπολιτευόμενο δεξιό κόμμα (που λέγεται Σοσιαλδημοκρατικό προκαλώντας συχνά σύγχυση) να αποκτήσει το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Παρότι σε αυτό συνέβαλε σημαντικά η εκλογή ενός νέου ηγέτη στο κόμμα της Δεξιάς, άπαντες συμφωνούν πως τα αντιλαϊκά μέτρα ενέτειναν την λαϊκή δυσφορία απέναντι στον Σόκρατες.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως πρόβλημα δημοκρατίας πράγματι υφίσταται στις μεσογειακές χώρες για τις οποίες ανησυχεί ο Μπαρόζο. Μόνο που αυτό δημιουργείται από την εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας που η ίδια η ΕΕ υποδεικνύει!

Το πολιτικό κενό μάλιστα επεκτείνεται απειλητικά σε όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τόσο εξόφθαλμα φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές, με αποτέλεσμα μια διάχυτη, πολιτικά μη μορφοποιημένη δυσφορία που σχεδόν ποτέ δεν βρίσκει την δέουσα πολιτική έκφραση να κατατρώγει τα θεμέλια της πολιτικής ζωής. Εδώ, η Γερμανία αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν δέκα μήνες η Άγκελα Μέρκελ φαινόταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, όταν οι κάλπες της έδιναν τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση συμμαχίας με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και να πετάξει σαν στημένες λεμονόκουπες τους Σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους σχημάτισε το μεγάλο συνασπισμό την προηγούμενη πενταετία. Κατά την ίδια, κανέναν συμβιβασμό δεν θα ήταν πλέον αναγκασμένη να κάνει και, συνεργαζόμενη με ένα γνήσιο δεξιό, νεοφιλελεύθερο κόμμα θα μπορούσε ανεμπόδιστα να εφαρμόσει όλη την ατζέντα της. Πέτυχε τον υψηλότερο στόχο της. Πριν όμως συμπληρώσει έναν χρόνο, η κυβέρνηση τελεί υπό διαρκή παράλυση κι η δυσφορία στο εσωτερικό της είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και για την εκλογή του προέδρου να χρειαστούν τρεις ψηφοφορίες, καθώς στις δύο πρώτες πολλοί βουλευτές έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους την περίφημη γερμανική πειθαρχία και απείχαν για να δείξουν την ενόχλησή τους απέναντι στην κυβέρνηση. Η συντριπτική πλειοψηφία των ίδιων των Γερμανών, σύμφωνα με δημοσκόπηση του τηλεοπτικού δικτύου ARD, κι ειδικότερα το 62% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι ο συνασπισμός δεν πρόκειται να επιβιώσει.

Αν ρωτούνταν για την επόμενη μέρα οι Γερμανοί, πιθανά κι αυτοί να υποδείκνυαν τον «κανέναν» όπως συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες που ο κόσμος γυρίζει την πλάτη του στο πολιτικό σύστημα, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Μπροστά σε αυτή την ολοφάνερη τάση απονομιμοποίησης της πολιτικής όσο αυτή ταυτίζεται με επιπλέον φόρους και περικοπές δημοσίων δαπανών για τους πολλούς και νέες παροχές για τους λίγους κανείς δεν έχει το δικαίωμα να δηλώνει αδιάφορος. Πολύ περισσότερο να αντιστρέφει την αιτιακή σχέση, κάνοντας ότι δεν βλέπει πως η λιτότητα και το ΔΝΤ έρχονται χέρι – χέρι με την αποστέρηση της δημοκρατίας από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο.

Παράγοντας όξυνσης των αντιθέσεων η ΕΕ (Πριν, 9/5/2009)

 Σε κλίμα αδιαφορίας και απαξίωσης βαδίζει η ΕΕ προς τις ευρωεκλογές (που σε καθένα από τα 27 κράτη μέλη θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιούνη) όπως έδειξε έρευνα του ευρωβαρόμετρου που δημοσιεύτηκε στα μέσα Απριλίου. Βάση των ευρημάτων της μόνο ο 1 στους 3 ψηφοφόρους της ΕΕ αναμένεται να προσέλθει στις κάλπες, με αποτέλεσμα με ασφάλεια να προδικάζεται ένα νέο ρεκόρ αποχής. Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η αποχή δεν είναι αποτέλεσμα της γενικότερης τάσης υποτίμησης της πολιτικής, αλλά είναι το τίμημα που πληρώνει η ΕΕ για την ανταπόκρισή της στην κρίση. Το γεγονός, με άλλα λόγια, πως η μεγαλύτερη αποχή παρατηρείται σε εκείνες ακριβώς τις χώρες που επλήγησαν με τον πιο άγριο τρόπο από την κρίση δείχνει ότι η αποχή είναι η ενστικτώδη τιμωρία που επιβάλλουν οι λαοί στην ΕΕ, τιμωρώντας την για τα μέτρα που έλαβε ή δεν έλαβε ρίχνοντας σε κάθε περίπτωση λάδι στη φωτιά. Αρκεί να θυμηθούμε την αδιαφορία που επέδειξε η Γερμανία απέναντι στο αίτημα των ανατολικών για χρηματοδοτικές διευκολύνσεις ώστε να γίνει με ομαλό τρόπο η αναχρηματοδότηση των δανείων των εμπορικών τους τραπεζών, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους παραπέμψει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ή – κάτι πιο κοντινό σε εμάς – τα μέτρα λιτότητας που απαιτεί. Η απροθυμία του Βερολίνου να στηρίξει οικονομικά τις απειλούμενες χώρες συνδέεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει η ΕΕ να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Μια διακαή και χρόνια επιθυμία, ουσιώδες κίνητρο για τη δημιουργία της ίδιας της ολοκλήρωσης, που στο έδαφος της κρίσης και του κοντέματος της αμερικανικής κυριαρχίας, κερδίζει πόντους. Θα θυσιαστούν τέτοιες βλέψεις για μια χούφτα χώρες της ανατολικής Ευρώπης; Η παραπάνω τάση – ο καθείς μόνος του – που οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ προς όφελος των περισσότερο ισχυρών κρατών, δεν μπορεί κανείς να μη δει ότι συμβαδίζει με μια άνοδο του κύρους της και των κεντρομόλων δυνάμεων, εκτός των ορίων της. Αυτό μαρτυρεί η εσπευσμένη αίτηση ένταξης στο ευρώ που θέλει να υποβάλει η Ισλανδία, η αλλαγή στάσης παραγόντων της ιρλανδικής ζωής που ζητούν νέο δημοψήφισμα για να υιοθετήσουν την αναθεωρημένη συνταγματική συνθήκη, ακόμη και η άρον – άρον ψήφιση της από τη Γερουσία της Τσεχίας την προηγούμενη εβδομάδα παρακάμπτοντας τις (υποκινούμενες από τον έντονο φιλοαμερικανισμό τους) ενστάσεις. Το επιχείρημα που προβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι ότι η ΕΕ και ειδικότερα το ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, μπορεί να αποτελέσει ομπρέλα για την αποφυγή ή τον μετριασμό των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. «Η ισχύς εν τη ενώσει» λοιπόν;

Η δημιουργία της ενιαίας αγοράς και η νομισματική ενοποίηση που επήλθε με την υιοθέτηση του ευρώ λειτούργησε προς όφελος των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών καθώς διευκόλυνε την δράση του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο. Επίσης όξυνε τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων και την πίεση στο μικρό και μεγάλο κεφάλαιο να αυξήσει το βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν την έσωσε από τους τοκογλύφους

Οφείλουμε κατ’ αρχήν να αναγνωρίσουμε πως σε όλη την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο που κορυφώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2008 υπήρξαν καπιταλιστικοί σχηματισμοί που δεν συμμετέχουν στην ευρωζώνη και άντεξαν στις νομισματικές και οικονομικές αναταράξεις πολύ καλύτερα από τα περισσότερα μέλη της ευρωζώνης. Η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, που έχουν διατηρήσει τη νομισματική τους ανεξαρτησία αν και συμμετέχουν στην ΕΕ των 27 (όχι όμως στην ευρωζώνη των 16) έδειξαν πολύ μεγαλύτερη αντοχή. Μεταφέροντας τις συγκρίσεις στο χρόνο μπορούμε επίσης να δούμε ότι το καθόλου «απελευθερωμένο» αλλά πλήρως ελεγχόμενο από το κράτος ελληνικό τραπεζικό σύστημα της δεκαετίας του ’90 και του ’80 δεν ένιωσε καμία συνέπεια από τις τραπεζικές κρίσεις εκείνης της περιόδου. Το σημερινό αντίθετα, πλήρως ενσωματωμένο στη διεθνή αγορά και «απελευθερωμένο» εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στην κρατική επιδότηση των 28 δισ. ευρώ. Ενώ, η συμμετοχή της Ελλάδας στη νομισματική ενοποίηση καθόλου δεν τη διευκόλυνε να αντιμετωπίσει με ευνοϊκούς όρους τις δυσκολίες εξεύρεσης δανειακών κεφαλαίων, ενώ κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Η δυνατότητα όμως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χρηματοδοτήσει με θετικούς όρους τα κράτη μέλη αν κάποια πρακτική συνέπεια είχε ήταν να κερδοσκοπήσουν οι εμπορικές τράπεζες οι οποίες σε ρόλο μεσάζοντα δανείζονταν από την ΕΚΤ με τα χαμηλά επιτόκια δίνοντας ως εχέγγυο τα κρατικά ομόλογα και στη συνέχεια πούλαγαν το χρήμα στο δημόσιο με τοκογλυφικούς όρους. Αυτή η ήταν η θωράκιση που προσέφερε η ΕΚΤ στο απόγειο της κρίσης. Για να επιστρέψουμε, το πρόβλημα επομένως για την Ισλανδία και τις Βαλτικές χώρες δεν εντοπίζεται στην απουσία νομισματικής θωράκισης αλλά στην παρουσία μιας φούσκας ιστορικών διαστάσεων η οποία ανέδειξε τις αντιφάσεις, έφερε στην επιφάνεια τις βαθύτερες αντινομίες του τρόπου παραγωγής μεταξύ του κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης και παρέσυρε την οικονομία στην ύφεση. Από την άλλη οι εγκωμιαστικές αναφορές στο ευρώ, όλη αυτή την περίοδο, δεν είναι μόνο παραπλανητικές όπως δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα αλλά επίσης στερούμενες ιστορικού βάθους. Σαν κάποιος να θέλει να ξεχάσουμε τι προηγήθηκε της εισαγωγής στο ευρώ. Ευρώ δεν θα υπήρχε χωρίς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την βάρβαρη λιτότητα που εισήγαγε, χωρίς την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και την αυτονόμηση της νομισματικής πολιτικής, χωρίς την πρωτοφανή ακρίβεια και τις διψήφιες ανατιμήσεις που συνόδευσαν τη μετάβαση από τη δραχμή στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα. Ευρώ δεν μπορεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα χωρίς τα αντιλαϊκά και αντιαναπτυξιακά, στο βαθμό που αναγορεύουν ως απόλυτη προτεραιότητα την δημοσιονομική πειθαρχία, Προγράμματα Σταθερότητας. Η νομισματική πολιτική, πολύ πιο έντονα στις μέρες μας απ’ ότι στο παρελθόν που ήταν διαθέσιμη μια μεγαλύτερη γκάμα πολιτικών, έχει ταξικό πρόσημο και συμπυκνώνει πολιτικές ιεραρχήσεις. Ανάγεται δηλαδή σε εργαλείο ρύθμισης των ταξικών συσχετισμών και αναδιανομής. Υπό αυτή την έννοια το ευρώ δεν κυκλοφορεί ποτέ μόνο του. Το ευρώ πάνω απ’ όλα αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας διαδικασίας κατ’ όνομα ενοποίησης που επιτάχυνε την κυκλοφορία το κεφαλαίου και τη δράση των νόμων κίνησής του και όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις. Πολύ περισσότερο τη δεκαετία του ’90, όταν η μια οδηγία για το άνοιγμα της αγοράς υποδεχόταν την άλλη – από τις τηλεπικοινωνίες μέχρι τις τράπεζες και από την αγορά ενέργειας μέχρι τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες για να φθάσουμε στο σημερινό αρχιπέλαγος της μίζας – αλλά ακόμη και σήμερα οι μεγαλύτερες, οι πιο στρατηγικού χαρακτήρα ιδιωτικοποιήσεις φέρνουν τη σφραγίδα της ΕΕ. Τα κέρδη που έδρεψε το ελληνικό κεφάλαιο και οι ωφέλειες που είχε δεν είναι καθόλου αμελητέες, από μόνο του ωστόσο είναι πολύ αμφίβολο αν θα είχε καταφέρει να τις επιβάλλει, ειδικά σε προγενέστερες πολιτικές συγκυρίες. Το βασικότερο ωστόσο κίνητρο και εσωτερικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ενοποίησης και κάθε ανάλογου εγχειρήματος (από κρατικές συνενώσεις που συντελούνται με την καταφυγή στη βία μέχρι τις νομισματικές που είναι λιγότερο καταναγκαστικές αν και εξ ίσου βίαιες) είναι η διευκόλυνση της δράσης του νόμου της αξίας. Αν ο σημερινό τρόπος παραγωγής είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μεγάλη παραγωγή (τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις, τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση και την επακόλουθη καταστροφή του μικρού κεφαλαίου) είναι γιατί η επέκτασή της αποτελεί την πιο «γραμμική», τη λιγότερο κοπιώδη και συγκρουσιακή μορφή ανάταξης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Τα οφέλη επομένως από το διεθνές εμπόριο είναι αναντικατάστατα. Το βεβαιώνει το γεγονός ότι η Ιαπωνία και η Γερμανία σήμερα, η δεύτερη και η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς, βουλιάζουν στην κρίση πληρώνοντας ένα υπόδειγμα σχηματισμού κεφαλαίου «προσανατολισμένου στις εξαγωγές», σχεδόν μόνο στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα μόλις μετριάστηκε η ζήτησή τους να καταγράφουν ρεκόρ πτώσης βιομηχανικής παραγωγής και ΑΕΠ. Τα οφέλη του διεθνούς εμπορίου προέρχονται από τη δυνατότητα που έχουν τα κεφάλαια ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών να παράγουν χρησιμοποιώντας μικρότερες ποσότητες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, σε σχέση πάντα με την παραγωγή άλλων καπιταλιστικών κρατών που είναι αναγκασμένες να παράγουν το ίδιο ή συγγενές προϊόν χρησιμοποιώντας περισσότερο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους να αποβαίνει υπέρ του προϊόντος της ανεπτυγμένης καπιταλιστικά χώρας στον βαθμό που έχει χαμηλότερη τιμή ή ανώτερη ποιότητα – πιο συχνά δε και τα δύο – σε σχέση με το όμοιο ή παρεμφερές προϊόν της λιγότερο ανεπτυγμένης. Εν είδει παρενθέσεως πρέπει να πούμε ότι σε αντίθεση με την κυρίαρχη οικονομική θεωρία που πίσω από το διεθνές εμπόριο βρίσκει τη διεθνή εξειδίκευση και καταστάσεις διπλού οφέλους και αμοιβαίου κέρδους, η πραγματικότητα είναι πως το διεθνές εμπόριο οξύνει τις διεθνείς αντιθέσεις και γεννάει νέες, μετατρέποντας το συγκριτικό πλεονέκτημα που απολαμβάνει στο εσωτερικό μιας χώρας ένα σχετικά ανώτερης παραγωγικότητας κεφάλαιο σε απόλυτο πλεονέκτημα όταν εισέρχεται στη διεθνή αγορά. Γι αυτό και η διευκόλυνση της λειτουργίας τους έχει αναχθεί σε άρθρο πίστης παλιού και νέου φιλελευθερισμού, όπως δείχνει η αναβάθμιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και οι ουρές που σχηματίζονται στις πύλες εισόδου του. Εμπόδιο απέναντι σε αυτή τη διαδικασία εξάπλωσης του διεθνούς εμπορίου στέκονται τα εθνικά σύνορα και ειδικότερα, οι τελωνειακοί δασμοί που τα συνοδεύουν υπηρετώντας δύο σκοπούς: να προστατεύσουν την εγχώρια παραγωγή και να αποτρέψουν τις εισαγωγές προϊόντων που απειλούν με την παρουσία τους τα εγχώρια. Και ποια άλλα είναι αυτά αν όχι τα προϊόντα εκείνα που παράγονται από χώρες με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας; Επομένως ο ενιαίος οικονομικός χώρος στην Ευρώπη όπως έγινε πραγματικότητα με την κοινή αγορά του 1992 σήμανε την κατάθεση των όπλων άμυνας κάθε εθνικού κεφαλαίου από τον ανταγωνισμό του με τα άλλα. Η παράδοση των όπλων, η Βάρκιζα του μικρού κεφαλαίου, συντελέστηκε με την νομισματική ενοποίηση όταν τα εθνικά κράτη παραιτούνται κι από το πιο καταστροφικό μέσο που διαθέτουν, την υποτίμηση δηλαδή του εθνικού νομίσματος, η οποία χρησιμοποιεί τις συναλλαγματικές ισοτιμίες ως παραμορφωτικό φακό για να νοθεύσει τα επιβλαβή αποτελέσματα από τη σύγκριση τιμών. Έτσι όμως διαθλάται και παραβιάζεται κι ο νόμος της αξίας καθώς παύει να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Αυτό ακριβώς είναι που καταφέρνει η νομισματική ενοποίηση: την απρόσκοπτη δράση του νόμου της αξίας, επιταχύνοντας έτσι την λειτουργία των νόμων της κεφαλαιακής αναπαραγωγής και συσσώρευσης. Η ενοποίηση της αγοράς και η δράση του νόμου της αξίας, με τις μικρότερες δυνατές τριβές, ήταν το τελικό ζητούμενο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, που αποτέλεσε τον προάγγελο της ΕΟΚ, παραμένει και σήμερα ζητούμενο της ευρωζώνης. Για να επιτευχθεί αυτή η δράση οι ιμπεριαλιστικές χώρες που ηγεμονεύουν τη διαδικασία ενοποίησης προχώρησαν (και υπό το κράτος της πίεσης που δημιουργούσε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός την εποχή της ένταξης) στην εκχώρηση αντισταθμιστικών ωφελειών. Τέτοιας φύσης μέτρα είναι οι χρηματοδοτήσεις της ΕΕ προς τις μεσογειακές χώρες και ειδικά προς την Ελλάδα. Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε επίπεδο ταμειακών ροών είναι ωφελημένος από την ΕΕ, όσο ελάχιστοι. Στην τελευταία έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αναφέρεται ότι οι καθαρές εισπράξεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση (απολήψεις μείον αποδόσεις) υπερβαίνουν σταθερά τα 4 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία (2006: 4,56 δισ., 2007: 4,01 δισ., 2008: 4,83 δισ. και 2009: 4,1 δισ. ευρώ).

Οικονομική ζημιά από τις σχέσεις με την ΕΕ

ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΙΣΟΖΥΓΙΟΥ, ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΤΙΜΗΜΑ

Οι ταμειακές εισροές ωστόσο, ακόμη κι όταν είναι τόσο παχυλές, παραπλανούν γιατί αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου. Στο βάθος υπάρχουν δοσοληψίες και οικονομικές αλλαγές που συντείνουν σε μια καθαρά ανισοβαρή σχέση, εις βάρος φυσικά των εργαζομένων της Ελλάδας και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Πρώτον, σε σημασία, είναι το γεγονός ότι οι αυστηρά οριοθετημένες χρονικά κεφαλαιακές μεταβιβάσεις αποτέλεσαν το υπνωτικό για τον μόνιμο και μη αντιστρεπτό ακρωτηριασμό των παραγωγικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, όπως αυτός εκφράζεται από το συνεχώς διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα. Είναι το τίμημα που πλήρωσαν οι ιμπεριαλιστικοί σχηματισμοί εντός ΕΕ και η Γερμανία για να ενσωματώσουν την ελληνική αγορά, όπως δείχνει το γεγονός ότι το 52% των συνολικών εισαγωγών (που η αξία τους είναι σχεδόν τριπλάσια από την αξία των ελληνικών εξαγωγών) προέρχεται από την ΕΕ. Δεύτερο, οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις μπορεί να καταλήγουν σε κοινώς λεχθέντα «δημόσια έργα» κατ’ ουσία όμως αφορούν έργα υποδομής που πρωτευόντως διευκολύνουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Είναι έργα τα οποία αναλαμβάνει να εκτελέσει με χρήματα των φορολογουμένων το αστικό κράτος απαλλάσσοντας το κεφάλαιο από ένα σημαντικό κόστος, το οποίο έτσι κοινωνικοποιείται. Τρίτο, στον βαθμό που οι εθνικές χρηματοδοτήσεις είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ για τις κοινοτικές δεσμεύουν δημόσιους πόρους που θα μπορούσαν να είχαν δοθεί για έργα ή πληρωμές που θα βελτίωναν το επίπεδο ζωής κοινωνικών ομάδων που βρίσκονται σε πολύ πιο επισφαλή θέση. Στην εισηγητική έκθεση του φετινού κρατικού προϋπολογισμού αναφέρεται ενδεικτικά ότι «το συνολικό ποσό των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2009 καθορίσθηκε στο ύψος των 8,8 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται σε 5,15 δισ. για έργα που συγχρηματοδούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ και σε 3,65 δισ. για έργα που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους». Μεθερμηνευόμενο το τελευταίο σημαίνει πως το 58% των πόρων που κατευθύνθηκαν για δημόσιες επενδύσεις χρηματοδότησε εκείνες που είχαν επιλεγεί με τα κριτήρια της ΕΕ. Το τέταρτο στοιχείο που δείχνει τη σημασία που έχει το ταξικό πρόσημο στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ αφορά την πηγή προέλευσης των αποδιδόμενων πόρων καθώς σημαντικό μέρος τους προέρχεται από το ΦΠΑ. Πληρώνεται δηλαδή εξ ίσου απ’ όλους τους κατοίκους και φορολογουμένους (όταν δίκαιος φόρος θεωρείται εκείνος που καταβάλλεται σε όσο το δυνατόν πιο ευθεία συνάρτηση με το εισόδημα ή την περιουσία) αποτελώντας στην πράξη μια αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση προς όφελος της ΕΕ. Πέμπτο και καθόλου τελευταίο σε σημασία στοιχείο που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα των οικονομικών σχέσεων με την ΕΕ, αφορά το γεγονός ότι αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποτέλεσαν πηγή πρωτοφανούς διαφθοράς και εξαχρείωσης. Το κακό έτσι δεν είναι απλώς ότι τα χρήματα αυτά πήγαν στην ολιγαρχία, αλλά ακόμη χειρότερα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας υπερτροφικής γραφειοκρατίας και μιας βιομηχανίας διαφθοράς και εξαγοράς συνειδήσεων, με την σιωπηρή ανοχή των ίδιων των ελεγκτικών μηχανισμών της ΕΕ πολλές φορές, που μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία επιχείρησαν να ευνουχίσουν τις λαϊκές αντιστάσεις που υπήρχαν για παράδειγμα στον αγροτικό κόσμο, αλλά όχι μόνο. Το ίδιο συνέβη και με τμήματα της μισθωτής διανόησης. 

 ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κοσμοπολίτικος αντικομμουνισμός

 ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε σαν πολιορκητικός κριός όχι μόνο για τις ιδιωτικοποιήσεις και τη χρόνια λιτότητα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι και τώρα που επιμένει στην προτεραιότητα της μείωσης των ελλειμμάτων ζητώντας νέα φορολογικά μέτρα για την επομένη των ευρωεκλογών, αλλά επίσης για τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Από τη δεκαετία του ’90 ακόμη με την Λευκή Βίβλο του Ζακ Ντελόρ, μέχρι την οδηγία Μπολκεστάιν και το νεολογισμό της ελαστασφάλειας η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάργηση των σταθερών σχέσεων εργασίας. Ο ρόλος της έγινε εμφανής ακόμη και τώρα μεσούσης της κρίσης με αφορμή τις προτροπές του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, την προηγούμενη εβδομάδα από την Πράγα για μείωση των ημερών εργασίας και αντίστοιχα των αμοιβών των εργαζομένων. Τη σφραγίδα της ΕΕ φέρουν οι αντιασφαλιστικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, με πιο κραυγαλέα την ενεργοποίηση ακόμη και του ευρωδικαστηρίου για την κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ελληνίδων γυναίκων, όπως και οι αντιεκπαιδευτικές μεταρυθμίσεις. Από την Ελλάδα μέχρι την Ισπανία τα πανό των φοιτητών κατήγγειλλαν τις αποφάσεις που λήφθηκαν από τους υπουργούς Παιδείας στη Μπολόνια και τον Κοινό Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδεσυης υποτάσσοντας την ανλώτατη παιδεία στις προτεραιότητες του κεφαλαίου. Καταλυτικός υπήρξε επίσης ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Οι Βρυξέλλες συμπύκνωσαν τις φιλοδοξίες για κοινωνική αναβάθμιση ολόκληρων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που εκθράφηκαν στο έδαφος των κοινωνικών ανακατατάξεων. Έτσι στο πρώτο στάδιο ενσωματώθηκαν σε μια κοσμοπολίτικη άκρως επιλεκτική ευρωπαϊκή κουλτούρα που ταύτιζε το εθνικό με το παρωχημένο και το ευρωπαϊκό με το πρωτοπόρο και το ποιοτικό. Στη μετεξέλιξή της η αφέλεια έδειξε τα δόντια της όταν ακρογωνιαίος λίθος του “ευρωπαϊκού πνεύματος” έγινε η ταύτιση του φασισμού με τον κομμουνισμό, η αποθέωση των αθεράπευτων οπαδών του Χίτλερ στις Βαλτικές χώρες σαν ηρώων της δημοκρατίας. Μια ιδεολογική στροφή 180 μοιρών σε σχέση με τη δεκαετία του ’80 που αλληλοσυμπληρώνεται με το κλίμα ανελευθερίας που έχει εδραιωθεί και στην ίδια την Ευρώπη από την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001. Ας μην ξεχνάμε ότι τα καύσιμα και το ιπάμενο προσωπικό μπορεί να τα έβαζε όλα η Air CIA για τις απαγωγές υπόπτων αλλά και η ΕΕ, “λίκνο του Διαφωτισμού” κατά τα λεγόμενά τους (κι όχι φυσικά της Ιεράς Εξέτασης, του φασισμού, της αποικοκρατίας και του ιμπεριαλισμού) έβαζε την επίγεια εξυπηρέτηση. Από τα τέλη του 2001 μέχρι τα τέλη του 2005 καταγράφηκαν 1.245 τέτοιες πτήσεις σε αεροδρόμια κρατών μελών της ΕΕ. Τα καταστροφικά αποτελέσματα από την συμπόρευση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ ως προς αυτή τη Ουάσινγκτον φάνηκαν και εντός του Δεκέμβρη του 2008, όταν το πράσινο φως για την επέμβαση στη Γάζα και τη σφαγή που ακολούθησε το έδωσε η ίδια η ΕΕ που δέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων την τότε πρωθυπουργό του Ισραήλ, Τζίπι Λίβνι, αφού πρώτα αναγνώρισε στο Ισραήλ το καθεστώς του πιο ευνοούμενου κράτους. Για τους μετανάστες από την άλλη καραδοκεί η Ευρώπη φρούριο. Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η ΕΕ διαδραματίζει στρατηγικό και οργανικό, όχι απλώς πρωτοπόρο ρόλο στην αντεργατική επίθεση που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά συνέπεια καμιά αλλαγή της σύνθεσης του (διακοσμητικού εν πολλοίς) Κοινοβουλίου ή ακόμη και των κυβερνήσεων των 27 δεν πρόκειται να σηματοδοτήσει αντίστοιχη στροφή στο πολιτικό περιεχόμενο των αποφάσεών της. Η ΕΕ, όπως ακριβώς και το αστικό κράτος είναι αδιαχώριστα από την ταξική πολιτική που υπηρετούν. Στη βάση των παραπάνω η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ερχόμενες ευρωεκλογές δεν παλεύει για τη μεταρρύθμιση της ΕΕ και την αλλαγή των συσχετισμών, αλλά για την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης κατά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και των κυβερνήσεων που υπηρετούν τις πολιτικές της.

Εκμετάλλευση και λιτότητα φέρνει η κρίση (Πριν, 30/11/2008)

Με ημερομηνία λήξης η μείωση ΦΠΑ στην Αγγλία

ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΤΟ ΠΑΚΕΤΟ ΜΠΑΡΟΖΟ

Ποιά είναι τα χειρότερα που θα μπορούσαν να μας συμβούν καταμεσής της κρίσης; Το πρώτο, να μη καταδεχτούν οι τραπεζίτες να πάρουν τα 28 δισ. που με τόσο κόπο εξασφάλισε γι αυτούς ο Γ. Αλογοσκούφης και να μείνουν στο ράφι, αδιάθετα. Το δεύτερο να μείνουν στα χαρτιά οι οδηγίες – κατευθύνσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης που εξέδωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, επί των οποίων πρόκειται να συζητήσουν οι 27 ηγέτες της ΕΕ που θα συγκεντρωθούν στις Βρυξέλλες στη Σύνοδο Κορυφής της ερχόμενης βδομάδας… Έτσι λίγο – πολύ έχουν τα πράγματα, αν πάρουμε φυσικά στα σοβαρά από τη μια τις οιμωγές του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος που γονυπετές παρακαλά τους μεγαλοτραπεζίτες να πάρουν τα λεφτά κι από την άλλη το ΠΑΣΟΚ που εγκαλεί την κυβέρνηση επειδή δεν υιοθετεί αυτούσιες τις προτάσεις του Μπαρόζο και τα μέτρα που υιοθέτησε η Αγγλία για να αντιμετωπίσει την κρίση.

Μια δεύτερη ματιά όμως στις προβλέψεις τους δείχνει ότι δεν είναι τόσο φιλολαϊκά όσο προβάλλονται ή, τέλος πάντων, διαφορετικό περιεχόμενο δίνει ο καθένας στη φιλολαϊκή πολιτική. Από τα μέτρα της κυβέρνησης Γκόρντον Μπράουν αναμφισβήτητα ξεχωρίζουν η μείωση του ΦΠΑ από το 17,5% στο 15% αρχής γενομένης από αύριο, 1η Δεκεμβρίου,  μέχρι το τέλος του επόμενου χρόνου και η αύξηση του συντελεστή φορολόγησης εισοδήματος από το 40% στο 45% για όσους δηλώνουν πάνω από 150.000 λίρες ετήσιο εισόδημα. Και τα δύο μέτρα είναι αναμφισβήτητα θετικά. Ωστόσο το μεν πρώτο είναι αυστηρά περιορισμένης χρονικής διάρκειας και το δε δεύτερο αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό, μια και όπως λέει και το τρέχον τεύχος του Εκόνομιστ είναι η πρώτη αύξηση φορολογικού συντελεστή που συμβαίνει εδώ και 30 χρόνια. Σταγόνα δηλαδή στον ωκεανό της θεσμοθετημένης φορολογικής απαλλαγής που απολαμβάνουν κεφάλαιο και αστοί στην Αγγλία και αλλού λόγω της συνεχούς μείωσης των συντελεστών φορολόγησής τους.

Ακόμη όμως κι αυτά τα μέτρα μείωσης του ΦΠΑ κι αύξησης των άμεσων φόρων που πληρώνουν οι πλούσιοι ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ κι η γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, αρνήθηκαν τη Δευτέρα 24 Νοέμβρη με κοινή τους δήλωση να τα ενσωματώσουν σε ένα πανευρωπαϊκό πακέτο οδηγιών, προτείνοντας αντίθετα την υιοθέτηση άμεσων «στοχευμένων» ενισχύσεων προς επιλεγμένες βιομηχανίες. Δηλαδή την ενίσχυση του κεφαλαίου. Αυτό ακριβώς ήταν και το περιεχόμενο των προτάσεων Μπαρόζο που ανακοίνωσε την Τετάρτη, χωρίς φυσικά να έχουν δεσμευτική ισχύ, για την διάθεση 200 δισ. ευρώ από τα 27 κράτη – μέλη της ΕΕ σε έργα υποδομής, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ της ΕΕ.

Οι αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις και οι ενέσεις ρευστού των κυβερνήσεων προς το κεφάλαιο δεν σηματοδοτούν χαλάρωση της οικονομικής πολιτικής, όπως δείχνει το γεγονός ότι παντού τα μέτρα διάσωσης συνοδεύονται από αντεργατικά μέτρα ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και απολύσεων, ενώ καμία κυβέρνηση δεν προσπαθεί να αποτρέψει τέτοιες λύσεις.

Βαρύνουσα  θα αποδειχτεί η σύσταση του Μπαρόζο για μέτρα ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας

 

Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν περιελάμβαναν μόνο τις  ενισχύσεις προς το κεφάλαιο που στην Ελλάδα, μόνο και μόνο επειδή τις απέρριψε ο Γ. Αλογοσκούφης, χαρακτηρίστηκαν ως προοδευτικές. Περιελάμβαναν επίσης τρεις ακόμη υποδείξεις: Για μείωση της γραφειοκρατίας ώστε να διευκολυνθεί η επιχειρηματική δραστηριότητα (να μπορεί δηλαδή ο κάθε απατεώνας χωρίς πολλά χαρτιά να φτιάχνει την μια εταιρεία ενώ κλείνει την άλλη), υιοθέτηση μεγαλύτερης ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις και μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για να ενισχυθεί η απασχόληση. Χωρίς να διεκδικούν κάποια πρωτοτυπία αυτά τα μέτρα υπογραμμίζουν την προσπάθεια που γίνεται να φορτωθούν στην εργαζόμενη πλειοψηφία τα βάρη της κρίσης. Οι προτάσεις δηλαδή του Μπαρόζο δείχνουν ότι οι προσπάθειες που καταβάλλει η αστική τάξη, στο πλαίσιο των σημερινών συσχετισμών δύναμης, για να ξεπεράσει την κρίση δεν προβλέπουν κανένα διάλειμμα στη χρόνια πολιτική λιτότητας αλλά οδηγούν το κοινωνικό ζήτημα σε παροξυσμό.

Η πρόταση για παράδειγμα μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, αν υιοθετηθεί, θα σημάνει την μείωση του έμμεσου κόστους που έχει για το κεφάλαιο η απασχόληση, δηλαδή η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης – ένα αίτημα πάγιο που μάλλον κρίνουν ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη ευκαιρία για να υλοποιήσουν. Θα σημάνει επίσης τη χαριστική βολή στα ασφαλιστικά ταμεία που ήδη καρκινοβατούν τη στιγμή που στο πλαίσιο της κρίσης, λόγω της αυξημένης ανεργίας δηλαδή, θα έχουν επιπλέον δαπάνες. Από που αλλού θα βρουν έσοδα όταν την ετσιθελική άρνηση του κράτους να αναλάβει τις υποχρεώσεις του ακολουθεί κατά πόδας και το κεφάλαιο; Ως αποτέλεσμα δηλαδή των προτάσεων αντιμετώπισης της κρίσης θα ανοίξει μια ώρα αρχύτερα ο δρόμος για την άλωση του ασφαλιστικού συστήματος από τον ιδιωτικό τομέα.

Το κέντρο βάρους ωστόσο των προσπαθειών που γίνονται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες για την υπέρβαση της τρέχουσας κρίσης (που αποδεικνύεται ιστορική από πολλές τελικά απόψεις) πέφτει στις εργασιακές σχέσεις και το επίπεδο των αμοιβών. Οι εξελίξεις που καταγράφονται ήδη σε αυτό το πεδίο δείχνουν πιο είναι επακριβώς το κοινωνικό περιεχόμενο του περιβόητου new …New Deal. Δείχνουν δηλαδή ότι οι αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις προς το κεφάλαιο, οι χωρίς σταματημό ενέσεις ρευστού που γίνονται με χορηγό τους φορολογούμενους δεν εντάσσονται σε ένα περισσότερο δημοκρατικό κοινωνικό συμβόλαιο που θα διανέμει πιο ισότιμα το προϊόν της παραγωγής όπως καθόλου τυχαία διατυμπανίζεται από δεξιά και αριστερά ώστε να απονεκρωθούν τα κοινωνικά αντανακλαστικά, αλλά αντίθετα συνοδεύονται από μια νέα όξυνση της εκμετάλλευσης, από μια κανιβαλική επίθεση στα δικαιώματα της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Ιδιαίτερα ενδεικτικά είναι τα όσα συμβαίνουν στην αυτοκινητοβιομηχανία. Έναν κλάδο αιχμής του καπιταλισμού από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα που σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής του οι εργασιακές σχέσεις που επιβάλλονταν στο εσωτερικό του και τα πρότυπα κατανάλωσης που συμπύκνωναν οι αμοιβές του έδιναν τροφή για (αδόκιμες και αντιεπιστημονικές εν πολλοίς) γενικεύσεις εν είδει περιοδολόγησης του καπιταλισμού. Εδώ εντάσσονται οι συζητήσεις για το μοντέλο Τ της Φορντ, τον Τογιοτισμό κ.λπ. Ας κρατήσουμε ωστόσο απ’ όλα αυτά το γεγονός ότι οι εργασιακές σχέσεις σε έναν τόσο πρωτοποριακό κλάδο αντανακλούν και προοικονομούν τις εξελίξεις σε όλη την καπιταλιστική οικονομία, όπως αν μη τι άλλο δείχνουν τα παραπάνω παραδείγματα και πολλά ακόμη: Η “Συμφωνία του Ντιτρόιτ” που περιέβαλλε με αξιοζήλευτες παροχές τους εργάτες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, η πρώτη συμφωνία για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, προ δεκαπεντεατίας, κλπ. Καθόλου άσχετο με τα πρωτεία του κλάδου αυτού είναι το γεγονός ότι τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη είναι ο κλάδος που κατά κοινή ομολογία χρήζει άμεσης οικονομικής ενίσχυσης. Ο κλάδος δηλαδή που πριν απ’ όλους δοκιμάστηκε από την κρίση ήταν αυτός που βρίσκεται στο επίκεντρο της καπιταλιστικής παραγωγής, δείχνοντας έτσι ότι η κρίση είναι φυσική συνέπεια, απαραβίαστος νόμος της καπιταλιστικής ανάπτυξης κι όχι κάποιο τυχαίο κι ακανόνιστο υποπροϊόν της. Με άλλα λόγια ότι η καταστροφή των παραγωγικών δυνατοτήτων ενυπάρχει οργανικά κι αναπτύσσεται παράλληλα με την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, δείχνοντας τα όρια της, την αξεπέραστη αντίφαση μέσα στην οποία κινείται κι η οποία προδιαγράφει το ιστορικό της όριο, δηλαδή τον απαρχαιωμένο της χαρακτήρα. Η κρίση, διαφορετικα ειπωμένο, προετοιμάζεται τα χρόνια της ταχύρυθμης μεγέθυνσης όπως ο πόλεμος προετοιμάζεται μέσα στην ειρήνη τους. Προς επιβεβαίωση οι κραυγές αγωνίας που αρθρώνονται αυτές ακριβώς τις ώρες για την επιβίωση κολοσσών που άντεξαν δεκαετίες, όπως οι 3 του Ντιτρόιτ (Τζένεραλ Μότορς, Φορντ και Κράισλερ) και οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες (Βολκσβάγκεν, Άουντι, Μερσέντες Μπενζ και BMW) και πλέον απειλούνται με άμεση χρεοκοπία. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο ο νεοκλεγείς Ομπάμα, που δεν έχει αναλάβει επίσημα τα καθήκοντά του, εξαντλεί όλες τις δυνάμεις που διαθέτει για να περάσει ένα πακέτο ενίσχυσης στον κάδο ύψους 25 δισ. δολ., ενώ στην ΕΕ το μοναδικό σχεδόν που συμφώνησαν την προηγούμενη εβδομάδα ήταν να δώσουν 5 δισ. ευρώ στην αυτοκινητοβιομηχανία, επικαλούμενοι τις αναγκαίες επενδύσεις για την παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον οχημάτων.

Η χορήγηση αυτών των δισ. όμως στην καπιταλιστική παραγωγή (που εσχάτως ανακαλύψαμε ότι η χρηματοδότησή της αποτελεί το αντίπαλο, “προοδευτικό” δέος στην αλόγιστη χρηματοδότηση των άπληστων τραπεζιτών) δεν θα επιφέρει γενική αύξηση των εργατικών εισοδημάτων ή μεγαλύτερη εργασιακή σταθερότητα, αλλά επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Στις ΗΠΑ έχουν καθήσει ήδη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι αυτοκινητοβιομηχανίες με το συνδικάτο των εργαζομένων του κλάδου (UAW) για να συζητήσουν τις «θυσίες» που θα κάνουν οι εργαζόμενοι με την εμφάνιση του ρευστού ώστε να στηρίξουν κι αυτοί μετά το κράτος, τον «δοκιμαζόμενο κλάδο». Ο εκβιασμός που γίνεται είναι δε στη συνέχεια άλλων εξ ίσου ειδεχθών. «Η Φορντ έχει κλείσει 17 εργοστάσια κι έχει περικόψει 51.000 θέσεις εργασίας τα τελευταία χρόνια», δήλωνε πρόσφατα στη Γερουσία εκπρόσωπος της βιομηχανίας για να τους πείσει να δώσουν τα λεφτά, όπως μετέφερε τα λόγια του η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ την προηγούμενη Πέμπτη 20 Νοέμβρη! Συνέχιζε δε τονίζοντας ότι «σε συνεργασία με την UAW και με άλλες κινήσεις μείωσης του κόστους η εταιρεία έχει μειώσει το δομικό της κόστος κατά 9 δισ. δολ. ή 23% από το 2005». Σε άλλη σελίδα της ίδιας εφημερίδας ο διευθυντής της Τζένεραλ Μότορς επιχειρηματολογούσε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ζητιανεύοντας την κρατική χρηματοδότηση: «Από το 2000 έχουμε μειώσει το προσωπικό που αμείβεται με ωρομίσθιο στις ΗΠΑ κατά 52%, από 133.000 σε 64.000. Την ίδια περίοδο έχουμε μειώσει το έμμισθο προσωπικό μας από 44.000 σε λιγότερους από 30.000», έγραφε ο …ζήτουλας θέλοντας να δείξει ότι τα λεφτά που ζητάει δεν θα πάνε χαμένα. Δεν πρόκειται δηλαδή να δοθούν για μισθούς ή μεροκάματα… Σε αυτό το πλαίσιο η πραγματικά ενθαρρυντική για τις στρατιές των απολυμένων δήλωση που έκανε ο Μπ. Ομπάμα το προηγούμενο Σάββατο ότι στοχεύει να δημιουργήσει 2,5 εκ. θέσεις εργασίας δεν πείθει καθώς άμεσα επιτρέπει τις απολύσεις.

Το ίδιο αντεργατικό ντελίριο παρατηρείται και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Σε εκτενές ρεπορτάζ του τελευταίου γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ, με τον εύγλωττο τίτλο «Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αντιμέτωπη με την άβυσσο» το αποκρουστικό κοινωνικό πρόσωπο του new New Deal περιγράφεται με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μάλιστα τονίζεται πως είναι θύμα κι αυτή της επιτυχίας της για έναν επιπλέον λόγο, δεδομένου ότι η περιλάλητη παγκοσμιοποίηση δεν επέτρεψε αυτή τη φορά να μπει σε λειτουργία ένας μηχανισμός που απέτρεπε στο παρελθόν την καθίζηση των πωλήσεων κι ο οποίος έστρεφε το κέντρο βάρους πωλήσεων και κερδών στη γεωγραφική περιοχή που τύχαινε να τη γλιτώνει από την κρίση. Ο παγκόσμιος αυτή τη φορά χαρακτήρας της κρίσης, ο διεθνής συγχρονισμός της δηλαδή, έφερε μια γενική πτώση των πωλήσεων.

Η κρίση έχει οδηγήσει ήδη στην εφαρμογή αντεργατικών μέτρων, όπως είναι η επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας ενώ είναι θέμα χρόνου η ανακοίνωση μαζικών απολύσεων – παρά μάλιστα την κρατική χρηματοδότηση. Κι εδώ χρήζει υπογράμμισης η ανοχή του κράτους προς το κεφάλαιο καθώς παραιτείται ακόμη κι από την επιβολή ως όρου για τη χορήγηση του ρευστού μιας ελάχιστης δέσμευσης για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας. «Η διοίκηση διαπραγματεύεται με τους εργατικούς εκπροσώπους τη δυνατότητα η Μερσεντές να μειώσει την εργάσιμη εβδομάδα στις 30 ώρες με μια αντίστοιχη μείωση μισθών ή να επιβάλλει τη μερική απασχόληση στη βιομηχανία. Η Ντέμλερ  μπορεί να πρέπει να περικόψει αρκετές χιλιάδες θέσεις εργασίας», ανέφερε, προς επίρρωση των παραπάνω, το γερμανικό περιοδικό. Τα ίδια και στα …αυτοκίνητα του λαού: «η Βολκσβάγκεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα ότι έχει υπερβολικά πολλούς εργαζόμενους και τα στελέχη της εταιρείας υποστηρίζουν ότι η Βολκσβάγκεν θα πρέπει να καταργήσει αρκετές χιλιάδες θέσεις εργασίας», ενώ η BMW έχει ήδη καταργήσει 8.000 θέσεις εργασίας. Στελέχη δε της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας που έχει την έδρα της στο Μόναχο πιστεύουν ότι «είναι αντιμέτωπη με τη  μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της», παρότι όπως τονίζει το Σπίγκελ «κατά ειρωνικό τρόπο η BMW έχει πιθανά το πιο ευέλικτο μοντέλο ωρών εργασίας σε όλη τη βιομηχανία».

 Έκρηξη της παραγωγικότητας σε ΗΠΑ – Ευρώπη

ΣΕ ΡΟΛΟ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ Η ΚΡΙΣΗ

 

Το (εργαστηριακό) παράδειγμα της αυτοκινητοβιομηχανίας δείχνει πως οι όροι για το ξέσπασμα της κρίσης προετοιμάζονται από την ίδια καπιταλιστική επέκταση και τις επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού, όταν ο καπιταλιστής κοιτάει αφ υψηλού τους ανταγωνιστές πιστεύοντας ότι έχει βρει το ελιξήριο της αιώνιας νεότητας, αφήνοντας μετά στις τράπεζες και την κερδοσκοπία των ενυπόθηκων δανείων και των παραγώγων να παίξουν το ρόλο του σπινθήρα. Ο μηχανισμός της κρίσης έγκειται για την ακρίβεια σε όλες αυτές τις «θαυμαστές» για τα golden boys και τις κυβερνήσεις, στην πραγματικότητα όμως κοινωνικά επώδυνες επιδόσεις των αμερικανών και γερμανών αυτοκινητοβιομηχάνων που μείωναν την ποσότητα ζωντανής εργασίας την οποία κάθε φορά αξιοποιούσαν αυξάνοντας τον λόγο της νεκρής εργασίας. Έτσι όμως, επαναστατικοποιώντας δηλαδή την παραγωγή με την εκμηχάνισή της, το κεφάλαιο συρρικνώνει διαρκώς την εργατική δύναμη που είναι όμως η μοναδική πηγή που παράγει κέρδη, μπορεί δηλαδή στο υπάρχον χρηματικό απόθεμα που περιλαμβάνεται σε μια εργαλειομηχανή να προσθέσει επιπλέον αξία. Το ίδιο ακριβώς κάνουν και τώρα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού με πρόσχημα την παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον ΙΧ, προετοιμάζοντας όμως την επόμενη κρίση ακόμη κι αν αυτές οι «αντεπιδρώσες προς την κρίση αιτίες» τελεσφορήσουν εκτονώνοντας πρόσκαιρα ή μεταθέτοντας χρονικά την κρίση, όπως έγινε άλλωστε και το 2000 στις ΗΠΑ.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του κεφαλαίου ως τρόπου παραγωγής και  οργάνωσης της κοινωνίας επιβεβαιώνεται αν δούμε ότι στην καλύτερη περίπτωση όλο αυτό το διάστημα, τα «τριάντα ένδοξα χρόνια» δηλαδή, αυτό που έκαναν ήταν να προετοιμάζουν τη σημερινή παρακμή. Έτσι η παραγωγικότητα της εργασίας, ως αποτέλεσμα των επιστημονικοτεχνικών επαναστάσεων, ακολουθούσε μια σταθερά ανοδική πορεία, μετατρεπόμενη κι αυτή με τη σειρά της σε θύμα της επιτυχίας ή των εκρηκτικών δυνατοτήτων της. Ο Πολ Κρούγκμαν για παράδειγμα στο νέο του βιβλίο, Η συνείδηση ενός προοδευτικού, αναφέρει ότι «η αξία του προϊόντος το οποίο παράγεται από τον μέσο εργάτη σε μια ώρα έχει σημειώσει αύξηση σχεδόν κατά 50% από το 1973 ως σήμερα». Ενώ το Σπίγκελ αναφέρει ότι στα εργοστάσια της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας η παραγωγικότητα αυξάνεται κάθε χρόνο από 5% έως 10%!

Αυτά όμως τα τεράστια κοινωνικά άλματα, που καθιστούν εφικτή θεωρητικά τη δυνατότητα εξαφάνισης της ανεργίας αν μειώνονταν κάθε χρόνο για παράδειγμα οι ώρες εργασίας και επίσης την κάλυψη όλων των αναγκών αν αυτές οι τεράστιες κατακτήσεις του εργαζόμενου ανθρώπου στρέφονταν στην παραγωγή κοινωνικά χρήσιμων προϊόντων και υπηρεσιών, μετατρέπονται σε νέα δεσμά, γυρίζουν μπούμερανγκ στην εργατική τάξη, τους δημιουργούς του πλούτου.

 ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Αλλεπάλληλες ενέσεις ρευστού

Η ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Το αναντίρρητο, θεωρητικό ωστόσο γεγονός ότι η εκτόπιση της ζωντανής εργασίας από τη νεκρή στρώνει το χαλί για την επόμενη κρίση καθώς οδηγεί προς τα κάτω μακροπρόθεσμα το μέσο γενικό ποσοστό κέρδους, δεν υποβαθμίζει καθόλου τη σταρτηγική σημασία που έχουν για τον καπιταλισμό σήμερα οι αντεργατικές τομές. Αυτό ακριβώς το πεδίο θα επιλέξει για να επιχειρήσει να υπερβεί την κρίση.

Άμεσα όμως ρίχνει στην αγορά πακτωλούς χρημάτων προσπαθώντας έτσι να ξαναζεστάνει την καταναλωτική ζήτηση που σε όλο τον κόσμο, από την Αθήνα μέχρι τη Νέα Υόρκη, μειώνεται κάθετα ως αποτέλεσμα των δυσοίωνων προβλέψεων, των απολύσεων που έχουν ήδη ξεκινήσει και του κλεισίματος της στρόφιγγας των δανείων για κατανάλωση και κεφάλαια κίνησης προς επιχειρήσεις από τις τράπεζες. Στις ΗΠΑ ο Ομπάμα επέλεξε το νέο του οικονομικό επιτελείο με κριτήριο τις ικανότητες του καθένα στη διάσωση χρεοκοπημένων επιχειρήσεων. Δεν ξαφνιάζει έτσι που η επιλογή του νέου υπουργού Οικονομικών, ο οποίος θεωρείται αρχιτέκτονας της διάσωσης των τραπεζών Μπέαρ Στερνς, Φρέντι Μακ, Φάνι Μάι και AIG, συνέπεσε με τη ανακοίνωση από την υπό προθεσμία κυβέρνηση Μπους ενός νέου δεύτερου πακέτου διάσωσης ύψους 800 δισ. δολ., πέραν του πρώτου πακέτου των 700 δισ. δολ. που εγκρίθηκε τον Οκτώβρη. Με τη νέα αυτή ένεση ρευστού όπως έγραψε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ την Τετάρτη “μετασχηματίζεται η κρατική κεντρική τράπεζα σε δανειστή κάθε γωνιάς της αμερικανικής ζωής”. Το ίδιο γίνεται σε όλη την Ευρώπη με την Ισπανία να έχει εγκρίνει ήδη 11 δισ. ευρώ, τη Γαλλία 20 δισ., τη Γερμανία 12 δισ., την Ιταλία 6 δισ. ευρώ και την Αγγλία 20 δισ. λίρες σε ένα νέο δεύτερο γύρο χρηματοδοτήσεων που κατευθύνεται άμεσα προς το κεφάλαιο, αλλά και στην καπιταλιστική Κίνα, που είναι αντιμέτωπη με εξεγέρσεις απελπισμένων. Γι αυτό το λόγο πέραν της πτώσης των επιτοκίων ανακοινώθηκε μια ένεση ύψους 600 δισ. δολ., γιγαντιαίων δηλαδή διαστάσεων που ισοδυναμεί με το ένα έκτο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της αχανούς χώρας! Αποτέλεσμα όλων αυτών των μέτρων θα είναι μια νέα δημοσιονομική κρίση. Αν η πρώτη δημοσιονομική κρίση που γέννησε το Μάαστριχτ και τη λιτότητα των τελευταίων τριών δεκαετιών έλκει την καταγωγή της από την κρίση του ’70, τώρα μπαίνουν τα θεμέλια για μια νέα δημοσιονομική κρίση, ως αποτέλεσμα των αθρόων χορηγήσεων προς το κεφάλαιο. Πολύ σύντομα όμως, ακόμη και πριν τελειώσει η κρίση, κράτος και κεφάλαια που τώρα συνεργάζονταν από κοινού για να λεηλατήσουν τον κρατικό κορβανά, θα μεταβιβάσουν τον λογαριασμό στους εργαζόμενους, ζητώντάς τους να πληρώσουν επιπλέον φόρους για να μειωθεί το έλειμμα που δημιούργησαν οι τραπεζίτες.

Τόσο οι εξελίξεις στην καπιταλιστική παραγωγή όσο και στα δημοσιονομικά προεξοφλούν ένα νέο βάρβαρο γύρο αντεργατικής επίθεσης. Επίσης αποκαθηλώνουν στα μάτια των εργαζομένων, ίσως για πρώτη φορά τόσο απροκάλυπτα, τον καπιταλισμό και όλες τις …αρετές του. Για να μπορέσουν  όμως οι σημερινές δυνατότητες να γίνουν υλική δύναμη χρειάζεται μια Αριστερά που κατ’ αρχήν να μην θαμπώνεται από τα συναλλαγματικά αποθέματα της Κίνας, προβάλλοντας (με τη φόρα που έχουν πάρει) την “αρμονική ανάπτυξη” της ως εναλλακτικό μοντέλο, όπως κάνει το ΚΚΕ. Χρειάζεται επίσης μια Αριστερά που απέναντι στην έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων να μην ζητάει την “αποεμπορευματοποίηση, ανάκτηση, διεύρυνση και στήριξη της δημόσιας σφαίρας, του κοινωνικού τομέα και των δημοσίων αγαθών”, όπως κάνει ο ΣΥΝ χωρίς να διευκρινίζει υπό ποιο καθεστώς θα πραγματοποιηθούν όλα αυτά και τι πρέπει να κάνει σήμερα το εργατικό κίνημα για να ανατρέψει την επίθεση. Όρος αντίθετα για να πάρουν σάρκα και οστά οι τεράστιες δυνατότητες της εποχής μας είναι να γίνουν επιτέλους βήματα στη δημιουργία του τρίτου πόλου της επαναστατικής Αριστεράς και της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης και στην ανάπτυξη ενός νέου μαχητικού εργατικού κινήματος.

Αρέσει σε %d bloggers: