Νταβός ’09: Τι κρατάμε… (Διπλωματία 1ος/2009)

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ 

ΖΟΦΕΡΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 

Στην περυσινή σύνοδο του Νταβός το θέμα της συζήτησης ήταν η δυνατότητα της παγκόσμιας οικονομίας να συνεχίσει να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την αμερικανική, που είχε αρχίσει να βυθίζεται στην ύφεση. Φέτος τέτοιες αυταπάτες δεν υπήρχαν καθώς ήταν κοινή συνείδηση ότι εξαίρεση από τον κανόνα της κρίσης δεν υφίσταται, ενώ το βάθος της είναι πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά χρονικά.

Προς επίρρωση, έρευνα που διεξήγαγε η Price Waterhouse Coopers κι η οποία παρουσιάστηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ βάση της οποίας μόνο ένα στα πέντε στελέχη επιχειρήσεων (το 21% για την ακρίβεια των 1.200 ερωτηθέντων από 50 χώρες του κόσμου) αναμένει να αυξηθούν τα έσοδα της επιχείρησής του το τρέχον έτος. Και μόνο και μόνο για να φανεί η επιδείνωση του κλίματος τον τελευταίο χρόνο να αναφερθεί ότι πέρυσι το 50% εκτιμούσε ότι θα αυξηθούν τα έσοδά του.

Οι κακές ειδήσεις έπεφταν σαν βροχή στο θέρετρο των Άλπεων τις έξι μέρες που διήρκεσε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, που φέτος είχε ως θέμα τη διαμόρφωση του κόσμου μετά την κρίση και τιμώμενα πρόσωπα τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων κι όχι τα ακριβοπληρωμένα στελέχη όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του, την τελευταία εβδομάδα του Ιανουαρίου τρεις ειδήσεις ήρθαν να υπογραμμίσουν τη σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης. Η πρώτη αφορούσε την συρρίκνωση του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2008, σε ετήσια βάση, κατά 3,8%! Ποσοστό που έδωσε την αφορμή στο νεοεκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ να μιλήσει από το βήμα της Βουλής για «συνεχόμενη καταστροφή» των εργαζόμενων οικογενειών ζητώντας να υπερψηφιστεί το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας (αρχικού) ύψους 819 δισ. δολ. Το κακό όμως της απότομης και βαθιάς συρρίκνωσης του ΑΕΠ δεν περιορίζεται μόνο στην αμερικανική, αλλά αφορά όλη την παγκόσμια οικονομία κι αυτή είναι η δεύτερη είδηση που σκοτείνιασε τον ουρανό του Νταβός. Σύμφωνα με νεώτερες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που αναθεωρούσαν προηγούμενες εκτιμήσεις, η παγκόσμια οικονομία κατά το 2009 θα συρρικνωθεί κατά 2%, γεγονός πρωτοφανές για ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο όταν οι οικονομικές κρίσεις εξαπλώνονταν κατά κύματα και όχι συγχρονισμένα όπως τώρα, κάτι που καθιστά εκ προοιμίου αδόκιμη κάθε σύγκριση της τρέχουσας κρίσης με αυτήν των αρχών της δεκαετίας του ’70 ή του ’80. Άμεση απόρροια των μειωμένων προσδοκιών είναι οι δραματικές προβλέψεις για την εκτίναξη της παγκόσμιας ανεργίας, που διατύπωσε ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας βάση των οποίων υπάρχει ο σαφής κίνδυνος περισσότερα από 50 εκ. άτομα να χάσουν φέτος τις δουλειές τους. Η είδηση αυτή, με την οποία τρίτωσε το κακό, δεν προεξοφλεί μόνο τη δραματική επιδείνωση των όρων διαβίωσης δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλη τη γη, αλλά επίσης και μια νέα ώθηση στην κρισιακή σπείρα καθώς η ανεργία θα φέρει πτώση των εισοδημάτων, που με τη σειρά της θα ενεργοποιήσει ένα ντόμινο πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης, των πωλήσεων, της παραγωγής, των επενδύσεων, των κερδών, κοκ.

Απρόσμενο βάθος στην απαισιοδοξία που κυριαρχούσε στη φετινή σύνοδο του Νταβός έδωσαν ακόμη κι αυτές οι προβλέψεις που διατυπώθηκαν για την επόμενη μέρα της κρίσης, καθώς η συναίνεση που δημιουργήθηκε κατέληγε πως δεν θα είναι και τόσο …φωτεινή. Ο Στίβεν Ρόοουτς για παράδειγμα επικεφαλής της ασιατικής Morgan Stanley (κι ένας από τους ανθρώπους που εδώ και χρόνια είχαν χαρακτηρίσει νοσηρό το μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στην αλόγιστη αύξηση του δανεισμού) ανέφερε σε συζήτηση στην οποία συμμετείχε πως «ακόμη κι αυτή η ανάκαμψη όποτε έρθει θα είναι αναιμική και όχι αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει το ποσοστό ανεργίας από συνεχή άνοδο στον περισσότερο κόσμο». Εξ ίσου απαισιόδοξος ήταν αναφερόμενος στις ΗΠΑ κι ο ιστορικός Ν. Φέργκιουσον ο οποίος πρόβλεψε την επανάληψη του ιαπωνικού σεναρίου. Δηλαδή, μια χαμένη δεκαετία εξαιρετικά ασθενών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ.

Σε αυτό το φόντο το ενδιαφέρον όλων των συνέδρων ήταν στραμμένο σε δύο απόντες, τον Μπαράκ Ομπάμα και τον υπουργό Οικονομικών του, Τίμοθι Γκάιτνερ, καθώς το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως το πιο αισιόδοξο νέο που ακούστηκε στο Νταβός. Πολύ περισσότερο που οι εκτιμήσεις για την τελική αξία των «τοξικών ομολόγων» αναθεωρούνται συνεχώς προς τα πάνω με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερες ποσότητες δημόσιου χρήματος να θεωρούνται αναγκαίες για την υπέρβαση της κρίσης. Το ΔΝΤ για παράδειγμα αναθεώρησε την πρόβλεψη που είχε δημοσιοποιήσει τον Οκτώβριο βάση της οποίας η αξία τους ανερχόταν σε 1,4 τρισ. και πλέον τα υπολογίζει σε 2,2 τρισ. δολ. Ενώ δεν λείπουν και εκτιμήσεις όπως για παράδειγμα της Goldman Sachs που ανεβάζουν τα προβληματικά ομόλογα στο ύψος των 5,7 τρισ. δολ., σύμφωνα με τον βρετανικό Economist της 31ης Ιανουαρίου.

Ωστόσο, για τις αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις που σύμφωνα με το ΔΝΤ θα οδηγήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 στο 7% από 2% που ήταν το 2007 διατυπώνονται και σοβαρές ενστάσεις από δύο πλευρές. Η πρώτη από υπέρμαχους της οικονομικής ορθοδοξίας, όπως για παράδειγμα η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ η οποία σε μια ασυνήθιστη αντιστροφή ρόλων κατηγόρησε τις ΗΠΑ ούτε λίγο ούτε πολύ για ιδεολογική υποχώρηση. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «δεν πρέπει να επιτρέψουμε την πλήρη στρέβλωση των δυνάμεων της αγοράς. Για παράδειγμα», συνέχισε «είμαι πολύ ανήσυχη βλέποντας τις επιδοτήσεις στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία. Θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στρέβλωση και προστατευτισμό». Στις θέσεις της γερμανίδας καγκελαρίου είχε απαντήσει (πολλές …μέρες μάλιστα πριν διατυπωθούν) ο άνθρωπος που κέρδισε πρόσφατα το βραβείο Νομπέλ Οικονομίας και με την σφοδρή κριτική που ασκούσε στον Μπους κατά τη διάρκεια της θητείας του, προσγείωσε στην πραγματικότητα την οικονομική επιστήμη, ο Πολ Κρούγκμαν. Έγραφε λοιπόν πρόσφατα στην αμερικανική επιθεώρηση New York Review of Books (στο τεύχος 18 Δεκέμβρη 2008 – 14 Ιανουαρίου 2009) επιχειρηματολογώντας υπέρ των κρατικών ενισχύσεων: «Ως προς το παρόν το σημαντικότερο είναι να λασκάρει η πίστωση με οποιονδήποτε τρόπο είναι διαθέσιμος χωρίς να μένουμε προσκολλημένοι σε ιδεολογικούς βρόγχους. Τίποτε δεν θα ήταν χειρότερο από το να αποτύχουμε να κάνουμε αυτό που είναι αναγκαίο από φόβο μήπως οι ενέργειές μας για να σώσουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι κάτι σαν “σοσιαλισμός”».

Ο Πολ Κρούγκμαν έχασε ωστόσο από την οπτική του μια άλλη συνέπεια του αυξανόμενων κρατικών ενισχύσεων: Τις ανισορροπίες και τις στρεβλώσεις που δημιουργούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα εις βάρος προφανώς των ασθενέστερων κρίκων του που ήδη δοκιμάζονται σκληρά, βιώνοντας την οικονομική κρίση με πιο επώδυνους όρους, απ’ ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη για παράδειγμα. Χαρακτηριστικά έτσι η Ρωσία λόγω της πτώσης των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και ιδιαίτερα του πετρελαίου αλλά και της πιστωτικής ασφυξίας διέρχεται την βαθύτερη κρίση της τελευταίας δεκαετίας, ενώ έχει αναγκαστεί να σπαταλήσει το ένα τρίτο των τεράστιων συναλλαγματικών αποθεμάτων της για να υποστηρίξει το ρούβλι, χωρίς να έχει καταφέρει και σπουδαία πράγματα. Το Μεξικό είδε το 2008 για πρώτη φορά να μειώνεται η καθαρή, συνολική αξία των εμβασμάτων που στέλνουν οι μετανάστες στις οικογένειές τους φθάνοντας χαμηλότερα κι από τα επίπεδα του 2006. Η ελεύθερη πτώση της αξίας των εμβασμάτων προς τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο οδήγησε και τα Ηνωμένα Έθνη να σημάνουν το καμπανάκι του κινδύνου για μεγάλες και πολυπληθείς περιοχές του πλανήτη, όπως η Καραϊβική και η Κεντρική Ασία, σε ότι αφορά ειδικότερα το ζήτημα της πείνας. Δεδομένου ότι αντίθετα με το πετρέλαιο και τα μεταλλεύματα τα αγροτικά είδη παραμένουν ακριβότερα απ’ ότι πριν ένα χρόνο, οι υπηρεσίες του ΟΗΕ προειδοποίησαν ότι ο αριθμός των πεινασμένων από 963 εκ. (ενώ το 2007 ήταν 923 εκ.) αναμένεται να αυξηθεί ταχύτατα το αμέσως επόμενο διάστημα!

Η έκρηξη του δημόσιου δανεισμού των ανεπτυγμένων χωρών θα οδηγήσει σε παροξυσμό αυτές τις αντιθέσεις με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτή η αναιμική έξοδος από την κρίση των ΗΠΑ ή της Ευρώπης, όποτε κι αν γίνει, να συντελεστεί σε βάρος των αναπτυσσόμενων χωρών! Τον κίνδυνο που εγκυμονείται τον τόνισαν στο Νταβός εκπρόσωποι κι αξιωματούχοι των δύο χωρών που προαναφέραμε. Ανώτατος σύμβουλος για παράδειγμα του ρώσου προέδρου, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, θρυμματίζοντας την εικόνα ελπίδας που έχει δημιουργηθεί σε όλο τον πλανήτη με αφορμή το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας τόνισε, όπως έγραψαν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου: «Για μας είναι αποθαρρυντική η δήλωση του Ομπάμα ότι πρόκειται να φθάσει το έλλειμμα στο 1 τρισ. δολ. τα επόμενα χρόνια. Για εμάς αυτό σημαίνει ότι όλη η αδιάθετη ρευστότητα του κόσμου θα κατευθυνθεί στους λογαριασμούς του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών». Στη συνέχεια κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι η ίδια επιστρέφει στις πολιτικές προστατευτισμού της δεκαετίας του ’30, τις οποίες κατά τ’ άλλα αποκηρύσσει, ενώ άφησε ερωτηματικά για το κατά πόσο δεδομένη πρέπει να θεωρούν και στο μέλλον στην Ουάσινγκτον τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους από το Πεκίνο και τη Μόσχα.

Εξ ίσου καυστικός ήταν και πρώην πρόεδρος του Μεξικού, Ερνέστο Ζεντίλιο, ο οποίος ηγούταν της κεντροαμερικανικής χώρας κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1994, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «κρίση της τεκίλας». «Εμείς, ως αναπτυσσόμενες χώρες», είπε σε ειδική συνεδρίαση του Νταβός «θέλουμε να ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να πεταχτούμε έξω από τις αγορές κεφαλαίου κάτι που ήδη συμβαίνει». Ο υπαινιγμός εδώ αφορούσε τις προβλέψεις που είχαν δοθεί προ ημερών στη δημοσιότητα και περιέγραφαν την υπό εξέλιξη αλλαγή κατεύθυνσης των παγκόσμιων κεφαλαιακών ροών. Το Ινστιτούτο για τη Διεθνή Χρηματοδότηση υποστήριξε ότι το τρέχον έτος τα κεφάλαια προς τις αναδυόμενες αγορές θα μειωθούν στα 165 δισ., λιγότερα κι από τα μισά σε σχέση με τα επίπεδα του 2008, όταν ανήλθαν σε 466 δισ. ή το ένα πέμπτο των κεφαλαίων που στάλθηκαν στις αναδυόμενες αγορές το 2007 όταν έσκασε στις ΗΠΑ η φούσκα των ακινήτων. Ο πρώην πρόεδρος του Μεξικού κατηγόρησε επίσης τις ΗΠΑ ότι έχοντας τη δυνατότητα να τυπώνουν πληθωρικό χρήμα, για να καλύπτουν τα ελλείμματά τους εκμεταλλεύονται το ειδικό καθεστώς του δολαρίου που αποτελεί αποθεματικό νόμισμα για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Επεσήμανε επίσης τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στον κόσμο από την άνοδο των επιτοκίων του δολαρίου μακροπρόθεσμα. «Ο κόσμος δεν είναι ανόητος» ήταν τα λόγια του. «Βλέπει το τεράστιο έλλειμμα, τις τεράστιες δαπάνες και αναρωτιέται γι αυτό που θα ‘ρθει μετά», τόνισε αφήνοντας κατά μέρους τις διπλωματικές διατυπώσεις.

Αξίζει να αναφερθεί ότι σημαντική (κι όχι αποκλειστική) πλευρά της τάσης υπερσυγκέντρωσης των χρηματικών κεφαλαίων στις ανεπτυγμένες χώρες που ανάδειξε ο μεξικανός πρόεδρος, λόγω των πακέτων διάσωσης – μαμούθ που εγκρίνουν οι κυβερνήσεις τους είναι και η επιδείνωση των όρων δανεισμού που αντιμετωπίζουν όλες σχεδόν οι μεσογειακές χώρες και περισσότερο απ’ όλες η Ελλάδα.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο παγκόσμιος χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης και το γεγονός ότι από κοινού θίγει πλέον όλες τις χώρες του πλανήτη δεν προεξοφλεί ότι κοινή και ενιαία θα είναι κι η έξοδος απ’ αυτήν. Αντίθετα οι στρατηγικές που χαράσσονται για την υπέρβασή της θα επιφέρουν την όξυνση των διεθνών διακρατικών ανταγωνισμών με τελικό αποτέλεσμα οι χώρες με ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου και μεγαλύτερη αξιοπιστία να περάσουν ταχύτερα τις Συμπληγάδες της. Κι ας είναι αυτές οι χώρες που ευθύνονται για το ξέσπασμα της κρίσης, κι εν προκειμένω οι ΗΠΑ που πρόσφερε το γόνιμο έδαφος για να ανθήσει σειρά κερδοσκοπικών και απορυθμισμένων αγορών όπως για παράδειγμα τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα η αξία των οποίων έφθασε τα 700 τρισ. δολ. έχοντας αυξηθεί εννιά φορές μέσα σε δέκα χρόνια… Οι άλλες χώρες αντίθετα θα δουν τη θέση τους να επιδεινώνεται πληρώνοντας ακριβά για την έξοδο τους από την κρίση.

Στους φορολογούμενους ο λογαριασμός (Διπλωματία 1/2009))

ΣΕ ΥΨΟΣ ΡΕΚΟΡ ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Το σωσίβιο των Δημοκρατικών στο Ντιτρόιτ παρότι αποτρέπει τα χειρότερα, όπως για παράδειγμα ένα ντόμινο χρεοκοπιών που θα αγκάλιαζε όλη την οικονομία, δεν συνιστά επίλυση της κρίσης.

Για την αμερικανική οικονομία η αρχή ότι «οι ΗΠΑ έχουν ένα πρόεδρο κάθε φορά» την οποία αλλεπάλληλες φορές επικαλέστηκε η ομάδα του νέου προέδρου αρνούμενη να παρέμβει στη σφαγή της Γάζας δεν ίσχυε. Από την επομένη κιόλας της εκλογής του ο Μπαράκ Ομπάμα εξάντλησε κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του για να εφαρμόσει τις οικονομικές του προτεραιότητες που στην τρέχουσα συγκυρία συνέτειναν σε μία και μόνο κατεύθυνση: τη διάσωση, με κάθε μέσο και χωρίς όρους, της κλυδωνιζόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας. Το Ντιτρόιτ, κοιτίδα του αμερικάνικου ονείρου την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, είδε τα χρηματοοικονομικά του προβλήματα να λαμβάνουν απειλητικές διαστάσεις από τη στιγμή που η οικονομική κρίση η οποία πλήττει τις ΗΠΑ έπαψε να αποτελεί υπόθεση των τραπεζών και άρχισε να επηρεάζει τα νοικοκυριά. Έτσι, η πτώση της καταναλωτικής ζήτησης που ξεκίνησε το 2007 και όλο το 2008 κατέγραφε κάθε μήνα κι ένα ρεκόρ (με αποτέλεσμα μόνο τον Οκτώβριο οι πωλήσεις αυτοκινήτων να πέσουν κατά 30%) ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, προκαλώντας ιλιγγιώδεις ζημιές. Η General Motors για παράδειγμα που απασχολεί 252.000 εργαζόμενους κατέγραψε για το 2007 ως ζημιές το ποσό των 38 δισ. δολ. ενώ η Ford, που απασχολεί 87.700 000 εργαζόμενους και δεν βρίσκεται και σε τόσο απελπιστική θέση όσο η GM και η Chrysler εμφάνισε ζημιές για το ίδιο έτος ύψους 2,7 δισ. Ούτε τα παραπάνω μεγέθη ωστόσο, ούτε ακόμη και τα καμπανάκια κινδύνου που ακούστηκαν στο αμερικανικό Κογκρέσο, από τον οικονομολόγο καθηγητή του Κολούμπια Τζέφρεϋ Σακς για παράδειγμα, ο οποίος προδίκασε μια χιονοστιβάδα χρεοκοπιών σε περίπτωση που αφήνονταν στην τύχη τους οι αυτοκινητοβιομηχανίες, έπεισαν την ρεπουμπλικανική πλειοψηφία να εγκρίνει τις πιστώσεις. Επανειλημμένες φορές, με χαρακτηριστικότερη την ψηφοφορία που έγινε στις 11 Δεκέμβρη, το πακέτο διάσωσης «κόπηκε» υπό τον ήχο πομπωδών δηλώσεων Ρεπουμπλικάνων που ορκίζονταν πίστη στα λεφτά των φορολογουμένων. «Ακόμη κι όλοι οι Αμερικάνοι θέλουν αυτή η βιομηχανία να πετύχει, δεν μπορώ να υποστηρίξω ένα σχέδιο που δαπανά τα λεφτά των φορολογουμένων για να τη διασώσει», δήλωνε για παράδειγμα ο εκπρόσωπος του κόμματος του Μπους στην αρμόδια επιτροπή, με βάση το περιοδικό Τάιμ της 15ης Δεκεμβρίου, αφήνοντας όλους μας με την απορία για τα κριτήρια με τα οποία ανέκριναν μόλις πριν λίγους μήνες το πολύ πιο δαπανηρό «πακέτο Πόλσον», ύψους 700 δισ… Παρόλα αυτά, κι αφού όπως μπορεί να υποθέσει ο καθένας ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ εξάντλησε όλη του την πειθώ, στις 19 Δεκέμβρη το σχετικό νομοσχέδιο εγκρίθηκε. Οι προϋποθέσεις όμως υπό τις οποίες δόθηκαν τα 17,4 δισ. δολ. στη General Motors και την Chrysler έκαναν πολλούς να μιλήσουν για δηλητηριασμένο φρούτο. Με «πιστόλι στον κρόταφο των δύο αυτοκινητοβιομηχανιών και των μετόχων τους» συνέκρινε τις επιχορηγήσεις ο βρετανικός Economist στο πρώτο τεύχος του νέου χρόνου. Ο πιο επαχθής δε όρος αφορά τις απολαβές των εργαζομένων καθώς τα συνδικάτα θα πρέπει να συνομολογήσουν στην κάθετη μείωση των μισθών και ωρομισθίων στα αμερικανικά εργοστάσια ώστε να μην υπερβαίνουν τις αποδοχές των ανταγωνιστικών. Όλοι αυτοί οι όροι, με σημαντικότερο ένα βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο, θα πρέπει να έχουν ξεκαθαριστεί μέχρι τη τελευταία μέρα του Μαρτίου οπότε ο 44ος πρόεδρος των ΗΠΑ θα λάβει τις οριστικές αποφάσεις για την τύχη της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο οι τρεις του Ντιτρόιτ θα συνεχίσουν να είναι τρεις κι όχι δύο, όπως εισηγούνται πολλοί δείχνοντας στην Chrysler, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί τον αδύναμο κρίκο, το δρόμο της εξόδου. Το πακέτο διάσωσης της αυτοκινητοβιομηχανίας μαζί με τις υπόλοιπες χρηματοδοτήσεις που έχει στο πρόγραμμα της η οικονομική ομάδα του Μπαράκ Ομπάμα σε συγκερασμό με την κάθετη πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της κρίσης ωθούν πολλούς να προδικάζουν έκρηξη του δημοσιονομικού ελλείμματος. «Το έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών για το οικονομικό έτος που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2008 θα προσεγγίσει το 1 τρισ. δολ., ποσό υπερδιπλάσιο των 450 δισ. του προηγούμενου χρόνου. Αυτό θα είναι μακράν το μεγαλύτερο ονομαστικό έλλειμμα που καταγράφηκε ποτέ από κράτος και θα αντιπροσωπεύει το 7,5% του αμερικανικού ΑΕΠ, επίπεδο που στο παρελθόν είχε παρατηρηθεί μόνο κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων πολέμων», τονίζει στο περιοδικό Foreign Affairs του Ιανουαρίου Φεβρουαρίου 2009, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών του Μπιλ Κλίντον τη διετία 1993-94, Ρότζερ Άλτμαν. Η προσφυγή στις κρατικές επιδοτήσεις (που κατά το παρελθόν είχαν δεχθεί το ανάθεμα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με αποτέλεσμα σε πολλές χώρες του κόσμου, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας να οδηγηθούν στον Καιάδα εύρωστες μονάδες αυτοκινητοβιομηχανίας που όταν χρειάστηκαν την κρατική στήριξη το σχετικό αίτημα ισοδυναμούσε με ύβρη…) αποτελεί ένδειξη αδυναμίας για την αμερικανική κυβέρνηση κι αυτό για δύο λόγους. Κατά πρώτο επειδή φέρνει στην επιφάνεια την εξάντληση του διαθέσιμου οπλοστασίου μετά την απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας να οδηγήσει τα επιτόκια επί της ουσίας στο 0! Κατά δεύτερο επειδή η έξοδος κινδύνου μοιάζει απειλητικά με την οδό …εισόδου σε αυτήν. Μεγέθυνση δια της πρόκλησης τεχνητής ρευστότητας και της προεξόφλησης μελλοντικών εσόδων με το λογαριασμό να πηγαίνει στους φορολογούμενους, χωρίς πραγματική άνοδο των εισοδημάτων αλλά αντίθετα μείωσή τους. Αυτή η οδός δεν επιλέγηκε για να ξεπεραστεί και η κρίση του 2000;