Χωρίς ρήξεις και με κρίσιμα διατάγματα συμβολικής σημασίας ξεκίνησε η θητεία Μπάιντεν

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο και άρχισε να υπογράφει ένα – ένα τα προεδρικά διατάγματα για την ακύρωση της συμμετοχής των ΗΠΑ στη Συμφωνία για το Κλίμα, για την έναρξη του εμπορικού πολέμου με Μεξικό, Καναδά, Κίνα, κ.α. δημιουργήθηκε ένα ερώτημα: Κατά πόσο εκείνη η έξαψη οφειλόταν στον ενθουσιασμό που διακατέχει κάθε νεοφώτιστο και θα περάσει ή ήρθε για να μείνει. Τα χρόνια που ακολούθησαν διέψευσαν όσους πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ακολουθούσε την πεπατημένη.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Μπάιντεν κατέβαλε μια ανάλογη προσπάθεια να δείξει ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν πορεία σε ορισμένα επιλεκτικά και συμβολικά πεδία, όπως είναι για παράδειγμα απέναντι στην κλιματική αλλαγή με αφορμή την ακύρωση της άδειας κατασκευής του γιγαντιαίου αγωγού μεταφοράς πετρελαίου Keystone XL, το θέμα των μεταναστών με αφορμή την επαναφορά του δικαιώματος εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών μουσουλμανικών χωρών, το θέμα του σεβασμού στους πολυμερείς οργανισμούς με αφορμή το πάγωμα της διαδικασίας αποχώρησης των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τέλος το κοινωνικό ζήτημα, με αφορμή την πρωτοβουλία του νέου προέδρου να υπογράψει την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια και την επανέναρξη των συσσιτίων για τους φτωχούς. Ο κατακλυσμός των προεδρικών διαταγμάτων αποτέλεσε τομή με τη θητεία Τραμπ. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει κι αφορά την επομένη από το σβήσιμο των φώτων: Ο Μπάιντεν θα κλείσει οριστικά το κεφάλαιο που άνοιξε ο Τραμπ ή θα αποδειχθεί μια σύντομη παρένθεση;  Το ερώτημα αποκτά βαρύτητα δεδομένου ότι ο Τραμπ δεν είναι πλέον αουτσάιντερ στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, όπως ήταν το 2016. Τα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του έστρεψε το κόμμα πιο δεξιά οδηγώντας το σε συγχρωτισμό με την άκρα Δεξιά σε τέτοιο σημείο ώστε το 53% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων να δηλώνει σε δημοσκόπηση ότι προτιμά τον πρώην πρόεδρο ως επόμενο υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών. Έπεται ο Μάικ Πενς που συγκεντρώνει το 12% των προτιμήσεων μόλις! Υπάρχουν και χειρότερα: Στην τρίτη θέση των επιλογών των δεξιών ψηφοφόρων βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο μεγαλύτερος γιός του 45ου προέδρου… Κρατάμε επομένως ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του 2021 ταιριάζει πλέον περισσότερο στον Τραμπ.

Εκεί που αναμφισβήτητα θα κάνει τη διαφορά ο Τζο Μπάιντεν είναι στο θέμα του κλίματος. Ήδη η επιστροφή των ΗΠΑ στην συμφωνία του Παρισιού είναι γεγονός κι αυτό όχι για να ικανοποιήσει τους δημότες της γαλλικής πρωτεύουσας όπως δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός Τεντ Κρους για να εισπράξει μια πληρωμένη απάντηση από την Αλεξάνδρια Οκάσιο Κορτές η οποία τον ρώτησε αν ο σεβασμός στη Συνθήκη της Γενεύης επιβάλλεται χάρη της θετικής άποψης των κατοίκων της ελβετικής πόλης… Η επιστροφή των ΗΠΑ στη Συνθήκη του Παρισιού, που ως κορυφαίο στόχο έχει τη δέσμευση να μην υπερβεί η αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι το τέλος του αιώνα τους 2 βαθμούς Κελσίου και στην καλύτερη περίπτωση τους 1,5 βαθμούς, όπως και ο δεσμευτικός στόχος για απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των ΗΠΑ ως το 2035, πέραν του αναγκαίου σεβασμού στο περιβάλλον εξυπηρετούν και τα ηγεμονικά σχέδια των ΗΠΑ. Η υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και τους κλιματικούς στόχους, επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα να αναπτύξουν διμερείς συμφωνίες και να πρωταγωνιστήσουν σε μια τεχνολογία αιχμής που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες, σε βάρος ή έστω εν απουσία των αμερικανικών συμφερόντων.

Προτεραιότητα για το νέο αμερικανό πρόεδρο αποτελεί και η Ευρώπη. Η βελτίωση των διμερών σχέσεων θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να ανάψει εκ νέου τις μηχανές του ΝΑΤΟ, ακυρώνοντας αποσχιστικές και υπονομευτικές τάσεις όπως του Μακρόν που είχε χαρακτηρίσει το βορειοατλαντικό σύμφωνο ως κλινικά νεκρό. Για τον Μπάιντεν το κλείσιμο των ρηγμάτων στο ΝΑΤΟ, που θα σηματοδοτήσει και τη διακοπή της προσέγγισης Μόσχας – Βερολίνου, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για το μακροπρόθεσμο σχέδιο αντιμετώπισης της Ρωσίας. Άμεσα, με αφορμή την ανάγκη έναρξης διαπραγματεύσεων για την ανανέωση της Συνθήκης μείωσης των πυρηνικών New Start που λήγει στις 5 Φεβρουαρίου, θα δούμε ενσταντανέ που επί Τραμπ δεν είδαμε λόγω των ανόητων κατηγοριών που εξαπέλυαν οι Δημοκρατικοί στον Τραμπ, περί υπόγεια συνεργασίας με τον Πούτιν. Ωστόσο, καίτοι το κλίμα εντός των ΗΠΑ ήταν ψυχροπολεμικό κατά της Ρωσίας, οι διμερείς σχέσεις τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια δεν δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα, με εξαίρεση το Nord Stream 2. Στο εξής αυτό το ιδιότυπο μορατόριουμ, με ευθύνη των ΗΠΑ, τερματίζεται!

Σε διαφορετική κατεύθυνση θα κινηθούν οι σχέσεις με την Κίνα: Προς ταχεία αναθέρμανση! Ταυτόχρονα οι δασμοί που επέβαλλε ο Τραμπ είναι πολύ αμφίβολο αν και πότε θα ανακληθούν. Έτσι, ενώ σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρξει μια σύντομη επιστροφή στις μέρες του Ομπάμα, σε οικονομικό επίπεδο ελάχιστα θα αλλάξουν. Tο σύνθημα «Η Αμερική Πρώτα» μπορεί να μην το ξαναδούμε σε μακό, καπελάκια και μπάνερ, θα συνεχίσουμε όμως να το βλέπουμε στην πράξη. Ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να επιβάλλει στο αμερικανικό δημόσιο πολιτική προτίμησης προμηθειών από εγχώριους παραγωγούς ενώ θεωρείται σίγουρη η επιβολή ενός νέου φόρου σε όσες εταιρείες των ΗΠΑ δημιουργούν και διατηρούν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Κι όσο για τις αντιδράσεις που αναμένεται να προκύψουν εκ μέρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στους κανόνες φιλελευθεροποίησης του οποίου αναγκάστηκαν να πειθαρχήσουν όλες οι χώρες του κόσμου) θα μάθουμε για μια κόμη φορά ότι μερικοί κόμποι δεν λύνονται, …κόβονται. Οι ΗΠΑ δείχνοντας την αποφασιστικότητα τους να συνεχίσουν την πολιτική του Τραμπ στο μέτωπο του προστατευτισμού επιδιώκουν την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ σε μια κατεύθυνση που λίγο πολύ όλοι μπορούμε να φανταστούμε: μερικές χώρες να είναι πιο ίσες από τις άλλες…

Αυτούσια θα εφαρμοστεί η πολιτική του Τραμπ και στο Παλαιστινιακό. Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει πώς δεν πρόκειται να στείλει την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Τελ Αβίβ όπου ήταν μέχρι και το 2018 , πριν ο Τραμπ διατάξει τη μεταφορά της στη Ιερουσαλήμ. Αυτή όμως η επιλογή ευνοεί τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια και υπονομεύει, στην πράξη ακυρώνει, τις αποφάσεις του ΟΗΕ για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. Την ίδια ώρα που ο Μπάιντεν θα στηρίζει τα εμπρηστικά σχέδια του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή σε βάρος των Παλαιστινίων, έστω δια τη ανοχής του, αποστάσεις φέρεται ότι θα κρατήσει από τη Σαουδική Αραβία, την οποία χαρακτήρισε «κράτος παρία», ενώ θέμα χρόνου είναι μια συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας ποτέ δεν έφτασε στο σημείο υιοθέτησης αιτημάτων που θα έβαζαν ένα τέρμα στην γιγάντωση των κατασταλτικών μηχανισμών. Η αστυνομία έτσι θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται πλουσιοπάροχα, όπως συνέβαινε επί Τραμπ και επί Ομπάμα, όταν κάθε χρονιά ο αριθμός των έγχρωμων που σκοτώνονταν από αστυνομικά πυρά μεγάλωνε…

Οι ταλαντεύσεις και οι αμφισημίες του Μπάιντεν, εντός κι εκτός των ΗΠΑ, ακόμη και τώρα που οι εικόνες από την ορκωμοσία είναι νωπές και πιο νωπές ακόμη κι απειλητικές είναι οι εικόνες από την εισβολή των ακροδεξιών στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, δεν εγγυώνται ότι το πείραμα Τραμπ θα περάσει στην ιστορία, όπως θα μπορούσε να συμβεί αν ο Μπάιντεν επέλεγε τομές, εντός των ορίων έστω του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Αν για παράδειγμα ακύρωνε μέρος των φοιτητικών χρεών, αν δημιουργούσε σύστημα καθολικής υγειονομικής ασφάλισης για όλους, αν αφιέρωνε μέρος από τα 1,9 τρισ. δολ. του νέου πακέτου υποστήριξης της οικονομίας για να υποστηρίξει τις δημόσιες υποδομές, κ.α. Αρνούμενος να προβεί σε τέτοιες ρήξεις η οριακή πλειοψηφία που έχει συγκεντρώσει σε Γερουσία και Βουλή είναι πολύ πιθανό να έχει την τύχη της αντίστοιχης πλειοψηφίας που είχε συγκεντρώσει κι ο Ομπάμα το 2008: να φυλλορροήσει στις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές, ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή του Τραμπ ή κάποιου ομοιώματός του…

Η παρένθεση του Τζο Μπάιντεν

Για τους χιλιάδες αμερικανούς πολίτες που συγκεντρώθηκαν στην Ουάσινγκτον να γιορτάσουν τη νίκη του Τζο Μπάιντεν, φορώντας πολλοί εξ αυτών μακό του κινήματος Black Lives Matter με συνθήματα όπως Defund the Police, σημασία δεν είχε αυτό που ερχόταν, όσο αυτό που τελείωνε: Μια θητεία που απέδειξε ότι στην πολιτική ποτέ μην λες …ποτέ, μιας και αποδείχτηκε ότι είναι δυνατό να υπάρξει πρόεδρος χειρότερος ακόμη κι από τον Τζορτζ Μπους τζούνιορ: ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο δισεκατομμυριούχος 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να μην κήρυξε τόσους πολέμους όσους ο προκάτοχός του, σηματοδότησε ωστόσο με τα έργα του μια τόσο δεξιά στροφή που συγκρίνεται μόνο με την αντεπανάσταση του Ρέιγκαν: τα δισεκατομμύρια που έρρεαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του 1% και ο θεσμικός κι επίσημος ρατσισμός στο εσωτερικό και οι οικονομικοί πόλεμοι εναντίον όλων (από Κίνα μέχρι Καναδά, Μεξικό και Ευρώπη) στο εξωτερικό αποτέλεσαν την κορυφή του παγόβουνου μιας φιλόδοξης ατζέντας που ξεπέρασε κατά πολύ τα αμερικανικά σύνορα.

Το δυσάρεστο όχι μόνο για όσους ζητωκραύγαζαν υπέρ του Μπάιντεν αλλά και για όλο τον πλανήτη είναι ότι αυτή η ατζέντα  πολύ δύσκολα θα αλλάξει. Στα βασικά της κεφάλαια θα μείνει ίδια και απαράλλακτη.

Κατ’ αρχήν λόγω των γνωστών, σε όλο το πολιτικό φάσμα, αντικειμενικών συνθηκών. Το ανώτατο δικαστήριο κατά τη θητεία του Μπάιντεν θα ελέγχεται από μια ρεπουμπλικανική πλειοψηφία 6 στους 9, που δεν είναι συντριπτική μόνο με αριθμητικούς όρους αλλά και με ιδεολογικούς. Κατά πολλούς από τη δεκαετία του ‘30 έχουν να καθίσουν στις νευραλγικές θέσεις του δικαστές που να είναι τόσο βαθιά στρατευμένοι στα ιδανικά της οικογένειας, της θρησκείας, της οπλοφορίας και του ατομικού πλουτισμού κι εχθροί κάθε είδους κοινωνικής παροχής, όπως ακόμη και η υγεία. Μια κρίσιμη ψηφοφορία που αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες για το νόμο της καθολικής φροντίδας υγείας που ψηφίστηκε επί Ομπάμα, αποτελώντας σκιά των εξαγγελιών του, θα δείξει με βάση όλες τις προβλέψεις πεντακάθαρα την ταξική μεροληψία του δικαστηρίου και θα λειτουργήσει σαν το τελευταίο καρφί στο νόμο που επιχείρησε να εξανθρωπίσει τον αμερικανικό καπιταλισμό. Οι συσχετισμοί του ανώτατου δικαστηρίου θα λειτουργήσουν ως απαράβατο όριο κάθε προσπάθειας του Μπάιντεν να στραφεί αριστερά, υιοθετώντας στοιχεία από το προεκλογικό πρόγραμμα του Μπέρνι Σάντερς.

Μια επιπλέον σειρά εμποδίων στον πρώην αντιπρόεδρο του Μπαράκ Ομπάμα  θέτουν οι συσχετισμοί στη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Στα εκλογικά αποτελέσματα υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση: Παρότι ο Μπάιντεν συγκέντρωσε αριθμό ψήφων ρεκόρ (77 εκ. μέχρι στιγμής έναντι 66 εκ. της Χ. Κλίντον το 2016 και του Μπ. Ομπάμα το 2012 και 70 εκ. του Μπ. Ομπάμα το 2008) είναι σίγουρο ότι δεν θα κερδίσει την πλειοψηφία και στα δύο σώματα. Η αδικία σε βάρος του Μπάιντεν γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν λάβουμε υπ’ όψη ότι ο αριθμός των ψήφων του αποτελεί ρεκόρ, μιας και κανένας άλλος πρόεδρος δεν έχει συγκεντρώσει τόσους πολλούς.  Ωστόσο, η άνοδος της συμμετοχής στις εκλογές (να λοιπόν που η πόλωση και ο διχασμός έχουν και τα καλά τους) οδήγησε σε αύξηση και τις ψήφους των Ρεπουμπλικανών. Ως αποτέλεσμα ο Μπάιντεν αναδεικνύεται με μια μικρή διαφορά, που μικραίνει ακόμη περισσότερο όταν μεταφράζεται σε θέσεις γερουσιαστών και βουλευτών, ελέω ενός βαθιά ολιγαρχικού και παραμορφωτικού, όχι απλώς πλειοψηφικού, εκλογικού συστήματος που διαθέτουν οι ΗΠΑ.

Από την άλλη είναι και ο …δρόμος. Εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι η πολιτική πίεση που άσκησαν τα εκατομμύρια εγχρώμων και λευκών διαδηλωτών που βγήκαν στους δρόμους των ΗΠΑ την άνοιξη και το καλοκαίρι για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στην αστυνομοκρατία και τον ρατσισμό θα πάψει να υφίσταται. Δεν ισχύει ωστόσο το ίδιο για το αντίπαλο δέος. Τα κατακάθια της αμερικανικής κοινωνίας που βγήκαν στους δρόμους (ως απάντηση στο κίνημα BLM) βλέπε Proud Boys κι άλλοι πολλοί υπό τη σημαία της ανωτερότητας της λευκής φυλής, τώρα θα κληθούν στα όπλα, για να αντιμετωπίσουν το σοσιαλισμό που υποτίθεται θα φέρει ο Μπάιντεν. Με όλη την οργή που συσσωρεύει το αίσθημα αδικίας που φρόντισε να ενσταλάξει ο Τραμπ μιλώντας για εκλογική νοθεία. Ακόμη επομένως κι αν όλες οι προσφυγές του για ακύρωση ψήφων πέσουν στο κενό, η αμφισβήτησή του στα αποτελέσματα και την επιστολή ψήφο θα έχει καταφέρει να αποτελέσει την καύσιμη ύλη για μια εκστρατεία της αμερικανικής ακροδεξιάς μακράς διάρκειας (τουλάχιστον μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022) που θα πιέζει τα προερχόμενα από τους Ρεπουμπλικανούς μέλη του Κογκρέσου και θα κόβει γέφυρες, αποτρέποντας τον 46ο αμερικανό πρόεδρο από την αναζήτηση ψήφων στα δεξιά του.

Η πιο άμεση πρόκληση ωστόσο για τον αμερικανό πρόεδρο βρίσκεται μπροστά του και είναι η αντιμετώπιση της πανδημίας. Ήδη στις ΗΠΑ τα ρεκόρ πέφτουν το ένα μετά το άλλο: Αριθμός διασωληνωμένων, κρούσματα και μετάδοση υπόσχονται τα χειρότερα. Με την ανάληψη των καθηκόντων του στις 20 Ιανουαρίου ο Τζο Μπάιντεν, αν για να δείξει την αλλαγή στάσης του στην κλιματική αλλαγή αρκεί η υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού,  για να στηρίξει το σύστημα υγείας θα πρέπει να προχωρήσει στη λήψη ουσιαστικών και δαπανηρών μέτρων. Επίσης, να συγκρουστεί με το σύμπλεγμα ασφαλιστικών – νοσοκομειακών και φαρμακευτικών εταιρειών που έχει αποδειχθεί πολύ πιο επικίνδυνο για την ευημερία των Αμερικανών από το περίφημο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Η αναθεώρηση επί το ριζισπαστικότερο της υγειονομικής μεταρρύθμισης του Ομπάμα αποτελεί αίτημα της συντριπτικής πλειοψηφίας μεταξύ όσων συμφωνούν με τη διατήρησή της. Έρευνα του Fox News που διενεργήθηκε μεταξύ 26 Οκτωβρίου και 3 Νοεμβρίου σε 29.000 πολίτες από 50 Πολιτείες έδειξε ότι μόνο το 14% επιθυμεί να μείνει ως έχει. Το 40% επέλεξε την βελτίωσή της.

Ο βίος και η πολιτεία μέχρι σήμερα του Τζο Μπάιντεν τον έχουν χαρακτηρίσει ως άνθρωπο του κέντρου και γεφυροποιό. Αν το παρελθόν διατηρεί κάποια σημασία και προβλεπτική ικανότητα, και δεν επαληθευτεί η ρήση του Βίαντα του Πριηνέα «αρχή άνδρα δείξει» με το νέο πρόεδρο των ΗΠΑ να μην εκμεταλλεύεται τη συγκυρία και το αξίωμά του για μικρές έστω υπερβάσεις, τότε οι φτωχοί των ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πληρώνουν βαρύτατο φόρο αίματος από την εξάπλωση της πανδημίας και μετά την 20η Ιανουαρίου. Κι έτσι μετά βεβαιότητας η θητεία Μπάιντεν θα αποτελέσει μια σύντομη παρένθεση στον μακρύ χειμώνα του Τραμπ…

Στο έλεος της αντι-πυραυλικής ασπίδας (Επίκαιρα, 25/2-3/3/2010)

Θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως ανέκδοτο: Σε τι τελικά συνίσταται η πολυαναμενόμενη «αλλαγή» του Μπαράκ Ομπάμα ως προς την πολιτική που ακολουθούσε ο προκάτοχός του; Στην αντικατάσταση της Πολωνίας και της Τσεχίας, στο πλαίσιο του ίδιου – εμπρηστικού για την ειρήνη – σχεδίου για την δημιουργία αντιπυραυλικής ασπίδας, από την Ρουμανία και την Βουλγαρία…

Απογοήτευση και ανησυχία προκάλεσε η δημοσιοποίηση των αμερικανικών σχεδίων για αντιπυραυλική ασπίδα λίγους μόλις μήνες την επίσημη απόρριψη των σχεδίων της κυβέρνησης Μπους από τη νέα κυβέρνηση του Ομπάμα. Ο λόγος είναι ότι αν τελικά ευοδωθεί το σχέδιο θα οδηγήσει σε μία εκ βάθρων ανατροπή της στρατηγικής ισορροπίας στην περιοχή των Βαλκανίων και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, εις βάρος της σταθερότητας.

Η πρώτη επίσημη παραδοχή του σχεδίου ήρθε στις αρχές Φεβρουαρίου από το Βουκουρέστι δια στόματος του προέδρου Τραϊάν Μπασέσκου, ο οποίος δήλωσε ότι το συμβούλιο εθνικής άμυνας της Ρουμανίας ενέκρινε κι επισήμως την εγκατάσταση στην Μαύρη Θάλασσα εκτοξευτήρων πυραύλων που θα αποτελέσουν μέρος της αντιπυραυλικής ασπίδας. Με βάση δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου η πρόταση είχε υποβληθεί με κάθε επισημότητα κατά την επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, στην Ρουμανία τον Οκτώβρη – οπότε λύθηκε κι η απορία για τα στραβά μάτια της «διεθνούς κοινότητας» στην εμφανή καλπονοθεία του Μπασέσκου στις προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου, όταν ο σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος έχασε τη νίκη μέσα από τα χέρια του, προς διάψευση όλων των έξιτ πολς και των προβλέψεων. Από τη Σόφια η σχετική ανακοίνωση έγινε πιο καθυστερημένα, με τον βούλγαρο πρωθυπουργό να καλύπτεται πίσω από τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η χώρα του μέσω της συμμετοχής της στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο και την ΕΕ. «Αν είσαι μέλος του ΝΑΤΟ πρέπει να εργάζεσαι για τη συλλογική ασφάλεια», ήταν οι δηλώσεις του Μπόικο Μπορίσοβ, την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου. Η φιλοξενία στοιχείων της αντιπυραυλικής ασπίδας από την Βουλγαρία επιβεβαιώνει την ευρύτερη φιλοαμερικανική στροφή της Σόφιας, μετά τις εκλογές του περασμένου Ιουλίου. Κορυφαία πράξη αυτής της στροφής αποτελούν οι αποστάσεις που κρατά η Σόφια το τελευταίο διάστημα από το ρωσικό σχέδιο κατασκευής των αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου Σάουθ Στριμ και Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη.

Παρότι τόσο οι δύο χώρες που θα φιλοξενήσουν την αμερικανική αντιπυραυλική ασπίδα, όσο κι οι ίδιες οι ΗΠΑ επιχείρησαν να υποβαθμίσουν την απειλή που γεννάται για την Ρωσία, η αντίδραση της Μόσχας ήταν ακαριαία και σκληρή. Ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, από την πρωτεύουσα της Νικαράγουα όπου βρισκόταν, ζήτησε αμέσως εξηγήσεις από την Σόφια, εκφράζοντας έτσι την δυσφορία της ρωσικής διπλωματίας, που δεν πείσθηκε καθόλου από τις δικαιολογίες της Ουάσιγκτον πως η αντιπυραυλική ασπίδα στρέφεται κατά του Ιράν. Η Μόσχα αντίθετα θεώρησε πως η επαναφορά του σχεδίου του Μπους, που αντί για εγκατάσταση συστοιχίας εκτοξευτήρων στην Πολωνία και ραντάρ στην Τσεχία τώρα προβλέπει την εγκατάσταση εκτοξευτήρων στην Πολωνία και την Βουλγαρία, απειλεί την αποτελεσματικότητα του πυρηνικού της οπλοστασίου και σηματοδοτεί την επιθετική διείσδυση της Ουάσιγκτον στην παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της Ρωσίας.

Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως των καθησυχαστικών δηλώσεων αμερικανικών παραγόντων όπως του πρέσβη των ΗΠΑ στη Σόφια που υπενθύμισε τη δήλωση του Ομπάμα πως οι ΗΠΑ θέλουν «μια ισχυρή, ειρηνική και ευημερούσα Ρωσία», οι συνέπειες από την αμερικανική πρωτοβουλία αναμένεται να είναι πολύ σοβαρές. Θα γίνουν δε εμφανείς σε τρία επίπεδα. Αρχικά, παύουν να θεωρούνται σίγουρα τα αποτελέσματα των αμερικανο-ρωσικών διαπραγματεύσεων σχετικά με την ανανέωση της συμφωνίας για την μείωση των πυρηνικών που έληξε τον Δεκέμβριο του 2009. Μια διαδικασία δηλαδή που αποτέλεσε την κορωνίδα της διαδικασίας «επανεκκίνησης» των ρωσο-αμερικανικών σχέσεων την οποία εγκαινίασε ο Ομπάμα με την επίσκεψή του στην Μόσχα βρίσκεται στο εξής σε «κατάσταση αναμονής» ή «απενεργοποίησης». Κατά δεύτερο οι ΗΠΑ δεν αποκλείεται να εισπράξουν το αντίτιμο της πολιτικής τους εκεί που πονούν περισσότερο, στο Αφγανιστάν, καθώς η ομαλή τροφοδοσία των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων κατοχής εδώ κι ένα χρόνο εξαρτάται εν πολλοίς από την δυνατότητα χρησιμοποίησης των ρωσικών αεροδρομίων. Πλέον, γιατί να συνεχίσει να στηρίζει τους Αμερικάνους στο Αφγανιστάν η Ρωσία; Επίσης, γιατί να συνεχίσει να στηρίζει την αμερικανική πολιτική οικονομικού στραγγαλισμού του καθεστώτος του Αχμαντινετζάντ και να μην προβάλλει βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως πιθανά θα πράξει και το Πεκίνο, στο νέο πακέτο κυρώσεων που θα προτείνει η Ουάσιγκτον εναντίον του Ιράν;

Ευρύτερα, η πρωτοβουλία του Μπαράκ Ομπάμα για την αντιπυραυλική ασπίδα, που θα χρηματοδοτηθεί με 8,4 δισ. δολ. από τον αμερικανικό κρατικό προϋπολογισμό για το επόμενο οικονομικό έτος, κλιμακώνει την αντιπαράθεση με τη Ρωσία κι αυξάνει την αστάθεια σε όλη την περιοχή κι όχι μόνο τα Βαλκάνια, περιλαμβανομένης της Μέσης Ανατολής. Είναι χαρακτηριστικό πως ακριβώς με την ίδια δικαιολογία, την ιρανική απειλή – όταν η μοναδική επίσημη απειλή στην περιοχή προέρχεται από το Ισραήλ και στρέφεται κατά του Ιράν, η Ουάσιγκτον επέβαλε την αναβάθμιση των πυραύλων Πάτριοτ στο Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εξασφαλίζοντας νέες δουλειές στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα. Ο εκσυγχρονισμός των Πάτριοτ επίσης διευκολύνει τα τυχοδιωκτικά σχέδια του Ισραήλ, για επίτευξη ενός προληπτικού πλήγματος στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, όταν ξέρει πως η θωράκισή του αυτόματα καθίσταται πιο αποτελεσματική, με έξοδα μάλιστα που θα καταβάλλουν οι πετρομοναρχίες του Κόλπου!

Σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από τα παραπάνω (διακατεχόμενα από παθολογική υποτέλεια απέναντι στις ΗΠΑ) καθεστώτα κινήθηκε η Άγκυρα που αρνήθηκε να διευκολύνει τους Αμερικανούς, δηλώνοντας την απροθυμία της να φιλοξενήσει τα ραντάρ της αντιπυραυλικής ασπίδας! Η άρνησή της έρχεται ως φυσικό επακόλουθο των αυτοτελών διπλωματικών της πρωτοβουλιών και βλέψεων στην περιοχή, εξέχουσα θέση στις οποίες καταλαμβάνουν οι αναβαθμισμένες διμερείς διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν. Σε αυτό το πλαίσιο επισκέφθηκε την Τεχεράνη πριν δύο εβδομάδες ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, ενώ ο εκπρόσωπος της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη απείχε κατά τη διάρκεια κρίσιμων ψηφοφοριών που αφορούσαν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Δεν προχωρούν επομένως ανεμπόδιστα τα αμερικανικά σχέδια κι ούτε όλα τα καθεστώτα της περιοχής στοιχίζονται πίσω από την Ουάσιγκτον.

Καταργούν τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας (Επίκαιρα, 30/10/2009)

Ενώπιον ενός απαράδεκτου πολιτικού εκβιασμού θέτει τους Σέρβους της Βοσνίας η Αγία Τριάδα των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ πιέζοντάς τους να διαλύσουν την αυτόνομη δημοκρατία τους, που κατοχυρώθηκε με τη συμφωνία του Ντέιτον, αν θέλουν να ενταχθούν στην ΕΕ! 

Μόνο γέλια προκαλεί η κινδυνολογία που φιλοξενείται όλο και συχνότερα στον δυτικό Τύπο για το ενδεχόμενο νέας σύγκρουσης στην πολύπαθη Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Αν πάρει κανείς στα σοβαρά τις δηλώσεις του ηγέτη των μουσουλμάνων της Βοσνίας, Σουλεϊμάν Τίχιτς, θα πιστέψει πως ο κίνδυνος μιας νέας αιματοχυσίας είναι ξανά προ των πυλών. «Αν συνεχιστεί έτσι, δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως θα υπάρξει σύγκρουση», δήλωνε για παράδειγμα στο αμερικανικό περιοδικό Τάιμ, στις 19 Οκτώβρη. Για να συνεχίσει, με ακόμη πιο δραματικούς τόνους: «Το μόνο ανοιχτό είναι το είδος της σύγκρουσης που θα υπάρξει κι αν αυτό θα γίνει σε τρεις μήνες, έξι μήνες ή ένα χρόνο», ήταν τα λόγια του. Δε χρειάζεται να είναι κανείς στρατιωτικός αναλυτής για να διαπιστώσει ότι η απειλή του πολέμου που επισείεται είναι εντελώς αυθαίρετη, καθώς οι Σερβοβόσνιοι του 2009 δεν έχουν καμιά σχέση με τους Σερβοβόσνιους του 1993, ούτε φυσικά και η τοπική υπερδύναμη της Γιουγκοσλαβίας του τότε με το πολιτικά και στρατιωτικά ξεδοντιασμένο Βελιγράδι του σήμερα.

Στην πραγματικότητα ανάλογες απειλές χρησιμοποιούνται εν είδει εκβιασμών για να γίνει αποδεκτή και να εμφανιστεί ως αναγκαία μια αναθεώρηση της Συνθήκης του Ντέιτον που υπογράφηκε στην ομώνυμη αμερικανική βάση του Οχάιο το Νοέμβριο του 1995, τερματίζοντας τον τριετή εμφύλιο.

Η Συνθήκη του Ντέιτον δημιούργησε το πιο δυσλειτουργικό κρατικό μόρφωμα που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ένας γραφειοκράτης και υφίσταται στη γη. Ένα μόνο κατ’ όνομα κράτος που αποτελείται από μια σερβική δημοκρατία και μια ομοσπονδία η οποία συντίθεται από μια κροατική και μια μουσουλμανική δημοκρατία. Το μόρφωμα της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, που διοικούταν από έναν ύπατο αρμοστή ο οποίος είχε την αρμοδιότητα να απολύει εκλεγμένους πολιτικούς και να ακυρώνει νόμους, απέτυχε παταγωδώς. Εξελίχθηκε σε ένα υπόδειγμα της θνησιγένειας όλων των προτεκτοράτων που δημιούργησε η Νέα Τάξη στο έδαφος των κατακερματισμένων κραταιών δημοκρατών. Απέτυχε μάλιστα παρότι στηρίχθηκε με πακτωλούς χρημάτων. «Αμέσως μετά το τέλος του πολέμου η χώρα βρέθηκε στο κέντρο της προσοχής και δέχθηκε μια πλημμυρίδα χρημάτων που υπερέβαιναν τα 14 δισ. αναπτυξιακής βοήθειας, μετατρέποντάς την σε ένα εργαστήρι για ότι κατά κοινή ομολογία αποτέλεσε το πιο ακριβό και καινοτόμο πείραμα εκδημοκρατισμού στην ιστορία. Από το τέλος του 1996, 17 διαφορετικές ξένες κυβερνήσεις, 18 υπηρεσίες του ΟΗΕ, 27 διακυβερνητικές οργανώσεις και περίπου 200 Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις – για να μην αναφέρουμε δεκάδες χιλιάδες στρατευμάτων απ’ όλον τον κόσμο – αναμίχθηκαν στις προσπάθειες ανοικοδόμησης. Σε κατά κεφαλήν βάση, η ανοικοδόμηση της Βοσνίας – με λιγότερους από 4 εκ. πολίτες έκανε την μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας να μοιάζουν συντηρητικές», γράφει το τελευταίο τεύχος (Σεπτέμβρης – Οκτώβρης 2009) του αμερικανικού περιοδικού Φόρεϊν Αφαίαρς. Παρόλα αυτά το τερατούργημα του Ντέιτον απέτυχε βεβαιώνοντας ότι οι χρηματοδοτήσεις κι η αμφιβόλου πολιτικής ηθικής διεθνής αναπτυξιακή βοήθεια αποδεικνύονται εντελώς αναποτελεσματικά εργαλεία για τη δημιουργία κρατών όταν λείπει η νομιμοποίηση από την ίδια την κοινωνία. Μάρτυρας της αποτυχίας δεν είναι μόνο η συνεχιζόμενη έχθρα μεταξύ των τριών διαφορετικών κοινοτήτων – Μουσουλμάνων, Κροατών και Σέρβων -, αλλά, πολύ περισσότερο μάλιστα, η παρατεταμένη παράλυση των σημαντικότερων κυβερνητικών οργάνων που για να λειτουργήσουν χρειάζονται την ομόφωνη αποδοχή και των τριών εκπροσώπων των κοινοτήτων.

Τα χειρότερα ωστόσο έπονται. Αντιμέτωποι με αυτήν τους την αποτυχία ΕΕ, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ διατάζουν τώρα την αναθεώρηση της Συνθήκης του Ντέιτον. Το αίτημα τέθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο όταν επισκέφθηκε το Σεράγεβο ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, συνοδευόμενος από τον εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας, Χαβιέ Σολάνα. Έκτοτε η Σερβία – Ερζεγοβίνη δέχθηκε πολλές και σημαντικές επισκέψεις. Η πρώτη απ’ όλες σημειώθηκε στις 9 Οκτώβρη από τον Καρλ Μπιλντ, υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας που έχει το τρέχον εξάμηνο την κυκλική προεδρία της ΕΕ ο οποίος μάλιστα είχε διατελέσει και πρώτος ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, και τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζέιμς Στάινμπεργκ. Το μήνυμα που μετέφεραν από κοινού στην πολιτική ηγεσία της χώρας ήταν πως προϋπόθεση για να ενταχθεί η χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί η αναθεώρηση της Συνθήκης του Ντέιτον, ώστε να πάψει να αποτελεί προτεκτοράτο του ΟΗΕ, κι επίσης η διάλυση της Σερβικής Δημοκρατίας κι η διάχυσή της στην Βοσνία – Ερζεγοβίνη, με τους Σέρβους στο εξής να αποτελούν μια εθνική μειονότητα, απεμπολώντας όλα τα δικαιώματα αυτοτελούς συγκρότησης, αρνησικυρίας και θεσμοθετημένης εκπροσώπησης που διατηρούσαν από την δημιουργία της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Πρακτικά με αυτό τον τρόπο το δίλημμα που θέτουν στους Σέρβους είναι πως η ένταξή τους στην ΕΕ κι η ταυτόχρονη απαλλαγή του κράτους από τα βαρίδια της καταστροφικής Συνθήκης του Ντέιτον έχει ως προϋπόθεση την μετατροπή τους σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, καθώς αυτό που καταργείται από την αναθεώρηση είναι τα δικαιώματα των Σέρβων και μόνο! Το πόσο μεροληπτικό είναι το αίτημα τους φαίνεται (και) από το γεγονός πως αν κάποιας μειονότητας τα δικαιώματα έπρεπε να καταργηθούν είναι της κροατικής, καθώς ο πληθυσμός της έχει μειωθεί κάθετα από 17% που ήταν τον καιρό του πολέμου στο 10% του τωρινού πληθυσμού λόγω της μετανάστευσης τους στην Κροατία. Παρόλα αυτά επιμένουν πως ο στόχος της εθνικής ομογενοποίησης περνάει μέσα από την κατάργηση των δικαιωμάτων των Σέρβων! Το σχέδιο διάλυσης της Σερβικής Δημοκρατίας προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη οργή καθώς η Σερβική Δημοκρατία είναι πολύ πιο εύρωστη από την μουσουλμανο-κροατική ομοσπονδία που ήταν βυθισμένη στα χρέη, αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων της, πριν καν ξεσπάσει η διεθνής οικονομική κρίση.

Απέναντι στην σερβοβοσνιακή ηγεσία έχει εξαπολυθεί μια ομοβροντία πολιτικά απαράδεκτων πιέσεων. Για παράδειγμα, ο αρμόδιος επίτροπος για τη διεύρυνση, Όλι Ρεν, δήλωσε λίγο πολύ πως αν δεν δεχθούν οι Σέρβοι την απεμπόληση των δικαιωμάτων τους καμιά χώρα δεν πρόκειται να μπει στην ΕΕ! «Δεν πρόκειται να μείνει όλη η περιοχή όμηρος της Βοσνίας», τόνισε στη δήλωσή του, πιέζοντας τους Σέρβους να υποχωρήσουν. Από κοντά κι ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ρασμούσεν, που τόνισε πως «η Βοσνία θα πρέπει να συνεχίσει και να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις».

Η πολιτική ηγεσία της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας, υπό την ηγεσία του Μίλοραντ Ντόντικ ενός νέου πολιτικού από το νεοπαγές Κόμμα Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών που αναδείχθηκε στις εκλογές της 1ης Οκτωβρίου 2006, μέχρι στιγμής αντιστέκεται. Το διάστημα μάλιστα που μεσολάβησε από την 17η Φεβρουαρίου 2008, όταν το Κόσοβο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του, όλο και πιο επίμονα θέτει το στόχο διενέργειας δημοψηφίσματος για να αποφασίσουν οι Σέρβοι κατά πόσο επιθυμούν να είναι ενταγμένοι στην Δημοκρατία της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Γιατί οι Κοσοβάροι κι όχι οι Σερβοβόσνιοι είναι το επιχείρημά του. Το ερώτημα είναι κατά πόσο θα συνεχίσει να αντιστέκεται καθώς οι πιέσεις θα γίνουν ασφυκτικές εν όψει των κρίσιμων αποφάσεων που θα ληφθούν για το μέλλον της Σερβικής Δημοκρατίας στις 18 και 19 Νοέμβρη…

Στο πλευρό Γεωργίας και Ουκρανίας η Ουάσινγκτον (Μετροπόλιταν 8/8/2009)

Καμία πρόθεση δεν έχουν οι ΗΠΑ να θυσιάσουν τις στρατηγικές συμμαχίες τους με την Ουκρανία και τη Γεωργία στο βωμό της επανεκκίνησης των ρωσοαμερικανικών σχέσεων! Αυτό ήταν το μήνυμα της πρόσφατης επίσκεψης του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, στο Κίεβο και την Τιφλίδα. Ένα μήνυμα με τη δική του σημασία καθώς στην περίπτωση της Γεωργίας «επιδόθηκε» λίγες μόλις μέρες πριν την επέτειο του καταστροφικού για την ίδια πολέμου των «5 ημερών» με τη Ρωσία. 

Ασπίδα προστασίας αποτέλεσε για τον Μικαΐλ Σαακασβίλι η επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου στην Τιφλίδα στις 22 Ιούλη. Η παρουσία του Τζο Μπάιντεν στην Τιφλίδα μετρίασε (σε βαθμό… ξεδοντιάσματος) τις σφοδρές επικρίσεις προς τον πανταχόθεν βαλλόμενο πρόεδρο της χώρας για τους χειρισμούς του πέρυσι το καλοκαίρι όταν στις 7 Αυγούστου προκάλεσε πόλεμο με την Ρωσία με αποτέλεσμα η Γεωργία να απολέσει το 20% των εδαφών της και να δει τις ένοπλες δυνάμεις της επιχειρησιακά να εκμηδενίζονται και ηθικά να ταπεινώνονται. Έκτοτε ο Σαακασβίλι έχει δεχθεί σφοδρότατες κριτικές τόσο από το εξωτερικό (ακόμη κι από την ΕΕ στο βαθμό που φάνηκε ότι η Γεωργία ήταν ο υπαίτιος της σύγκρουσης στη Νότια Οσετία) όσο κι από το εσωτερικό της χώρας, με συνεχή κύματα μαζικών και βίαιων διαδηλώσεων που ζητούν την παραίτησή του και τη διενέργεια πρόωρων εκλογών.

Στην ίδια τη Γεωργία είναι η αλήθεια ότι η λάμψη της αμφιλεγόμενης «επανάστασης των ρόδων» που ανέδειξε το Νοέμβριο του 2003 στην εξουσία τον αμερικανοσπουδαγμένο Μικαΐλ Σαακασβίλι είχε ξεθωριάσει πολύ πριν το καλοκαίρι του 2008. Τόσο στις προεδρικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2008, όσο και στις κοινοβουλευτικές εκλογές που οργανώθηκαν τον Μάιο της ίδιας χρονιάς ο εκλεκτός των ΗΠΑ προέβη σε τόση εκτεταμένη νοθεία ώστε αντέδρασαν ακόμη κι οι παρατηρητές του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Πολύ περισσότερο όμως αντέδρασαν οι ίδιοι οι Γεωργιανοί που είδαν τον αρχάγγελο του εκδημοκρατισμού να μετατρέπεται σε έναν ακόμη αδίστακτο, αυταρχικό ηγέτη. Η μοναδική του διαφορά με όλους τους άλλους εστιαζόταν στο μίσος του απέναντι στη Μόσχα και τις σχέσεις αγάπης του με την Ουάσινγκτον. Σε βαθμό τέτοιο ώστε να υπάρχουν αλλεπάλληλα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο για το ενδεχόμενο ο πόλεμος το Σαακασβίλι ενάντια στη Ρωσία τον Αύγουστο του 2008 να μην ήταν εντελώς δικός του, αλλά κυρίως του πανίσχυρου και σκοτεινού αντιπροέδρου των ΗΠΑ Ντικ Τσέινι. Ποιος ξεχνάει άλλωστε ότι σύμβουλός του την κρίσιμη εκείνη περίοδο ήταν ο εξ ίσου σκοτεινός Άλεξ Ρόντος – που εξακολουθεί, όπως φάνηκε κι από την παρουσία του στο πρόσφατο Συμπόσιο της Σύμης να διατηρεί σχέσεις με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Γιώργο Παπανδρέου…

Δεδομένου λοιπόν ότι ο Μικαΐλ Σαακασβίλι είναι άνθρωπος του χθες («όλο και περισσότερο μέρος του προβλήματος παρά μέρος της λύσης» τον αποκάλεσαν σε εντιτόριαλ τους οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 23 Ιούλη, την επομένη της επίσκεψης Μπάιντεν) ο αμερικανός αντιπρόεδρος συναντήθηκε και με στελέχη της αντιπολίτευσης που παραμένει εν πολλοίς κατακερματισμένη. Κατά την ομιλία του στη Βουλή της Τιφλίδας ο Τζο Μπάιντεν αλλά και σε όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις του αφού εξήρε τον στρατηγικό ρόλο της Γεωργίας στον χάρτη των αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου κι επίσης τη βοήθεια που προσφέρει στις ΗΠΑ συμμετέχοντας στις δυνάμεις κατοχής του Αφγανιστάν, τόνισε την ανάγκη επανάκτησης της εθνικής ακεραιότητας της χωρίς ωστόσο να προκρίνει την προσφυγή στη χρήση των όπλων. Με αυτό τον τρόπο η Ουάσινγκτον έκανε σαφές ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ν. Οσετίας και της Αμπχαζίας από τη Γεωργία, όπως ανακοινώθηκαν την επομένη του πολέμου των «5 ημερών», ούτε φυσικά να στηρίξει (ξανά) οποιοδήποτε πολεμικό τυχοδιωκτισμό κατά της Ρωσίας, με στόχο την επανένωση της διαλυμένης χώρας. Οι ΗΠΑ επίσης δήλωσαν την συμφωνία τους με τον στόχο ένταξης της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, παρότι εδώ ο Σαακασβίλι ήταν αυτός που πρωτοστάτησε σε ρεαλισμό, αναγνωρίζοντας από το βήμα της Βουλής, λίγες μέρες πριν πως «οι ελπίδες έχουν σχεδόν πεθάνει».

Τη Ρωσία πάντως, που φρόντισε να δείξει ποιος ελέγχει το νότιο Καύκασο με την επίσκεψη του προέδρου Ντμίτρι Μεντβέντεβ στη Ν. Οσετία λίγες μέρες πριν την επίσκεψη του Μπάιντεν στη Γεωργία, υπάρχει κάτι που την ανησυχεί περισσότερο από την ένταξη της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ. Είναι ο επανεξοπλισμός της και δη με αντιαρματικούς και αντιαεροπορικούς πυραύλους. Την απαίτησή της φρόντισε μάλιστα να την κάνει γνωστή από την έδρα του ΝΑΤΟ, προειδοποιώντας έτσι τα μέλη της συμμαχίας, δια στόματος του μονίμου αντιπροσώπου της, Ντμίτρι Ρογκοζίν. Η Μόσχα μάλιστα απείλησε και με κυρώσεις όποιον κατασκευαστή προμηθεύσει τη Γεωργία με τέτοια όπλα «είτε είναι στην Αρκτική, είτε στην Ανταρκτική, είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες». Κι η απειλή δεν αφορούσε την Αρκτική, ούτε την Ανταρκτική, μια κι επανειλημμένες φορές η Μόσχα έχει αποδοκιμάσει την παρουσία αμερικανών στρατιωτικών συμβούλων στη Γεωργία κι επίσης την προκλητική χρησιμοποίηση πολεμικών πλοίων από τις ΗΠΑ για τη μεταφορά… ανθρωπιστικής βοήθειας. Πρακτική που εγείρει φυσικά υποψίες ότι η Γεωργία σιωπηρά επανεξοπλίζεται από τις ΗΠΑ, όσο κι αν οι ΗΠΑ αρνούνται δημόσια κάθε τέτοιο ενδεχόμενο!

Την ίδια δέσμευση, πως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι στο πλευρό τους ανεξάρτητα από την επαναπροσέγγιση που επιχειρείται με τη Ρωσία όπως φάνηκε από το ταξίδι του Μπαράκ Ομπάμα στη Μόσχα από τις 6 έως τις 8 Ιούνη, μετέφερε και στη Ουκρανία την οποία επισκέφθηκε αμέσως πριν τη Γεωργία ο αμερικανός αντιπρόεδρος. Το δυστύχημα και σ’ αυτή τη χώρα για τις ΗΠΑ είναι πως το πολιτικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε μετά την Πορτοκαλί Επανάσταση, μπορεί να αποτέλεσε ανάχωμα στη ρωσική επιρροή δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στην Μόσχα όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε χρόνο με τις διακοπές στην παροχή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη που υπονομεύουν την αξιοπιστία της Ρωσίας ως ενεργειακού εταίρου, ωστόσο, αντί να είναι παράδειγμα προς μίμηση, είναι βαθιά διεφθαρμένο, μη λειτουργικό, απονομιμοποιημένο στην κοινωνική συνείδηση και μετράει κι αυτό μέρες. Σε τέτοιο βαθμό ώστε απέναντι στην αναξιοπιστία του διδύμου που ηγήθηκε της «πορτοκαλί επανάστασης» δηλαδή του προέδρου Βίκτορ Γιουστσένκο και της πρωθυπουργού Γιούλια Τιμοσένκο, οι οποίοι όμως τώρα ούτε που μιλιούνται μεταξύ τους, να αναζητούνται εναλλακτικές λύσεις. Κι αυτό μάλιστα επειγόντως έτσι ώστε το κενό που αφήνει η κατακρήμνιση των ποσοστών δημοτικότητας τους στο 2% και στο 14%, αντίστοιχα, να μην καλυφθεί από την υψηλή επιρροή του φιλορώσου Βίκτορ Γιανούκοβιτς που κυμαίνεται στο 23% ενώ στις ανατολικές, ρωσόφωνες περιοχές της χώρας είναι συντριπτική ξεπερνώντας το 50%. Η εναλλακτική λύση μέχρι στιγμής ακούει στο όνομα Αρσένι Γιατσενιούκ κι η δημοτικότητά του ανέρχεται στο 12%. Είναι πρώην κεντρικός τραπεζίτης, πρώην υπουργός Οικονομικών και νυν υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας τον πολιτικό προσανατολισμό του οποίου «εγγυήθηκε» στέλεχος του ιδρύματος Σόρος που μόλις πρόσφατα, στις 20 Ιούλη, έπλεκε το εγκώμιο του στην υπερσυντηρητική Γουόλ Στριτ Τζέρναλ! Ο Μπάιντεν, όπως και στη Γεωργία, κατά το ταξίδι του στην Ουκρανία συναντήθηκε και με στελέχη της αντιπολίτευσης συμπεριλαμβανομένου του Γιατσενιούκ, που θα αποτελέσουν την επόμενη γενιά ηγετών της χώρας. Ο αμερικανός αντιπρόεδρος κατέθεσε και στην Ουκρανία την υποστήριξή του στο αίτημα ένταξής της στο ΝΑΤΟ, παρότι στην Ουκρανία αυτοί που διαφωνούν είναι οι ίδιοι κάτοικοι της χώρας οι οποίοι απορρίπτουν κάθε τέτοιο ενδεχόμενο, που θα τους φέρει σε σύγκρουση με τη Ρωσία.

Εν κατακλείδι ο αμερικανός αντιπρόεδρος (ο οποίος φαίνεται να βγάζει συστηματικά τη βρώμικη δουλειά του Λευκού Οίκου όπως έδειξαν οι προηγούμενες «αποστολές» του στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη όπου επιτέθηκε στους Σέρβους και στο Λίβανο όπου απείλησε με διακοπή της βοήθειας αν ψηφισθεί η Χεζμπολάχ, αφήνοντας έτσι για τον Μπαράκ Ομπάμα τις περισσότερο δημοφιλείς διεθνείς επαφές) έκανε σαφές ότι οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν την Ουκρανία και τη Γεωργία. Επιδιώκουν μεν μια επανεκκίνηση των σχέσεων τους με τη Ρωσία – κι αυτό λόγω της ανάγκης που έχουν για διευκολύνσεις στον πόλεμο του Αφγανιστάν, εγκαταλείπουν επικίνδυνους τυχοδιωκτισμούς της εποχής του Μπους – που αποδείχθηκαν κι αναποτελεσματικοί, χωρίς ωστόσο να παραιτούνται από το στόχο περικύκλωσης της Ρωσίας με υποτελή τους καθεστώτα.