Δομική, όχι συγκυριακή η υστέρηση εσόδων (Πριν, 22 Αυγούστου 2010)

Συγκυριακή, έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την υστέρηση εσόδων που καταγράφτηκε πρόσφατα κύκλοι του υπουργείου Οικονομικών, υποβαθμίζοντας τη σημασία της. Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Δομική είναι η υστέρηση των εσόδων κι ας είναι σχετικά μικρή, ύψους 800 εκ. ευρώ, ενώ συγκυριακοί και βραχυπρόθεσμοι είναι οι τρόποι με τους οποίους επιχειρεί η κυβέρνηση να καλύψει αυτές τις μαύρες τρύπες.

Ειδικότερα, το υπουργείο Οικονομικών θα προσπαθήσει να γεμίσει τα κενά που δημιουργήθηκαν στα δημόσια οικονομικά μέσω των φοροεισπρακτικών μηχανισμών. Ξαμολώντας δηλαδή τους εφοριακούς στις παραλίες και τους τουριστικούς προορισμούς. Πρόκειται για μέτρο που θα αποδώσει μεν άμεσα, αδυνατεί ωστόσο να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες δημιουργίας των δυσμενών αναθεωρήσεων, τις οποίες η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκαλύψει για να μην φανούν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της πολιτικής που εφαρμόζει κατ’ εντολή της τρόικας.

Κι αυτές είναι, αναφερόμενοι μόνο στα τελευταία: Η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 4,5% τον Ιούνη, μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας κατά 12% τον Μάιο, η εκτίναξη της ανεργίας στο 12% τον Μάιο (από 8,5% τον Μάη του 2009), η συρρίκνωση των τουριστικών εσόδων κατά 16% τον Ιούνη, κοκ. Πίσω από την πτώση των φορολογικών εσόδων κατά συνέπεια βρίσκεται η ύφεση που μόλις ξεκίνησε στην ελληνική οικονομία ως αποτέλεσμα των αντιλαϊκών μέτρων που επέβαλε το Μνημόνιο. Ακόμη μάλιστα δεν έχουμε δει τις επιπτώσεις αυτών των μέτρων σε όλο τους το μεγαλείο, καθώς τώρα αρχίζουν τα διαβρωτικά αποτελέσματά τους να διαχέονται σε όλη την έκταση του οικονομικού κυκλώματος. Επομένως η υστέρηση των φορολογικών εσόδων ήρθε για να μείνει.

Μέτρο της αποτυχίας της εφαρμοζόμενης πολιτικής είναι και η εκτίναξη των σπρεντ (της διαφοράς δηλαδή των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται η Ελλάδα σε σύγκριση με αυτά της Γερμανίας) σε επίπεδο που προσεγγίζει τις 810 μονάδες. Πού είναι η σταθερότητα την οποία θα προσέφερε η προσφυγή στον μηχανισμό ΕΕ – ΔΝΤ; Η περίφημη σταθερότητα και η βελτίωση των όρων δανειοδότησης δεν ήταν η απώτερη επιδίωξη για την «χημειοθεραπεία» που επιβλήθηκε;

Τα καθόλου αυτονόητα του «λιγότερου κράτους» (Πριν, 8 Αυγούστου 2010)

Το πραγματικό πρόσωπο ενός κράτους εντελώς εχθρικού προς τους πολίτες, πιστού υπηρέτη όμως του κεφαλαίου επιχείρησε να συγκαλύψει ο πρωθυπουργός την προηγούμενη Κυριακή κηρύσσοντας την «επανάσταση του αυτονόητου» από την Κρήτη. Στο λόγο του στηλίτευσε τα δημοσιονομικά ελλείμματα, την ευνοιοκρατία, την γραφειοκρατία, την αδιαφάνεια, τη διαφθορά. Ακόμη και την θεσμοθετημένη φοροελάφρυνση των πλουσιοτέρων και τη φορολογική επιβάρυνση των φτωχών, λες και δεν είναι η δική του κυβέρνηση, όπως και όλες οι προηγούμενες που επέβαλαν αυτό το ταξικό φορολογικό καθεστώς και το συντηρούν μέχρι σήμερα σαν κόρη οφθαμού.

Οι καταγγελίες του πρωθυπουργού αν κάπου σκόπευαν ήταν να συγκαλύψουν την βαθιά μετάλλαξη του κράτους που συντελείται στις μέρες μας και να διασφαλίσουν την απαραίτηση κοινωνική συναίνεση ώστε να ολοκληρωθεί όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα μέσω της εφαρμογής μιας σειράς μέτρων: Καλλικράτης, ιδιωτικοποιήσεις, συγχωνεύσεις δημοσίων φορέων, κατάργηση στην πράξη των νέων προσλήψεων, απολύσεις, αντι-ασφαλιστικό, περικοπές δημοσίων δαπανών, κ.α. Ένας πραγματικός οδοστρωτήρας που διαλύει βίαια κατακτήσεις χρόνων και μαζί τους τις σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες για το χαρακτήρα του κράτους οι οποίες εκκολάφθηκαν την σύντομη περίοδο της οικονομικής ανόδου, μέσω μαζικών και αναξιοκρατικών προσλήψεων, που πριν απ’ όλα εξυπηρέτησαν την διεύρυνση της πολιτικής επιρροής του ίδιου του ΠΑΣΟΚ και την απαξίωση των συλλογικών αγώνων για το δικαίωμα στην εργασία.

Στην πορεία υλοποίησης των παραπάνω μέτρων, την εφαρμογή των οποίων η Τρόικα και το Μνημόνιο απλώς επιταχύνουν, το κράτος δεν πρόκειται να γίνει πιο φιλικό προς τους πολίτες, όπως αφήνει να εννοηθεί ο πρωθυπουργός. Θα γίνει χειρότερο απ’ ότι είναι σήμερα. Στο τέλος του δρόμου των κυβερνητικών μέτρων καραδοκεί ένα κράτος στο οποίο η υγεία, η ασφάλιση και η παιδεία θα είναι ιδιωτικές κι απλησίαστες ενώ οι παρεχόμενες από το δημόσιο σχετικές υπηρεσίες θα είναι εικονικές και στην πράξη ανύπαρκτες. Οι ουρές ακόμη μεγαλύτερες κι η εξυπηρέτηση του πολίτη πολύ χειρότερη λόγω έλλειψης προσωπικού. Ήδη τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα την προηγούμενη εβδομάδα από την καταγραφή των δημοσίων υπαλλήλων (πρώτο βήμα για την διαμόρφωση του ενιαίου μισθολογίου από Σεπτέμβρη που θα σημάνει την κάθετη μείωση των αποδοχών τους κι ενός κύματος μαζικών μετατάξεων) είναι αποκαλυπτικά. Που είναι το ένα και το ενάμισι εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων για το οποίο ορύονταν οι «οπαδοί του αυτονόητου»; 768.009 άτομα είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι εκ των οποίων το 82% μόνιμοι και απ’ αυτούς η μερίδα του λέοντος αναμφισβήτητα θα είναι στρατιωτικοί, αστυνομικοί και παπάδες! Ούτε γιατροί, ούτε νοσοκόμοι, ούτε δάσκαλοι, ούτε καθηγητές! Η ίδια δε διαδικασία που επιλέχθηκε, της καταγραφής των ενδιαφερομένων «από τα κάτω» και με δική τους ευθύνη, συγκρίσιμη του τρόπου που συγκροτήθηκε το κτηματολόγιο, συνιστά κραυγαλέα απόδειξη της ανικανότητας του κράτους τους ακόμη και να εγγυηθεί την εύρυθμη λειτουργία του να φέρει σε πέρας την πιο απλή εργασία.

Η ερήμωση των κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Στην Αγγλία, όπου γεννήθηκε ο θεσμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας, το οποίο δεν τόλμησε να θίξει ούτε η Θάτσερ, αίφνης ανακάλυψαν το τεράστιο ψυχολογικό και οικονομικό κόστος που προκαλούν τα επιδοτούμενα τεστ πρόληψης του καρκίνου του μαστού μιας και τα αποτελέσματα των περισσοτέρων βγαίνουν… αρνητικά! Οπότε ποιά η προσφορά τους πέρα από το να γεμίζουν άγχος όσες γυναίκες προσφεύγουν σε αυτά, υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι των περικοπών, εκφραστές της πιο μεγάλης κοινωνικής οπισθοδρόμησης…

Η δε διαφθορά στην πορεία εφαρμογής των μέτρων απορύθμισης της ελληνικής οικονομίας, που ζήτησε ο εκπρόσωπος της Τρόικας με συνέντευξή του την Παρασκευή, θα οδηγείται στο ζενίθ, τροφοδοτούμενη από την παρακμή και την ανυποληψία στην οποία θα έχει περιέλθει κάθε έννοια δημοσίου αγαθού ή κοινού συμφέροντος, σε ένα περιβάλλον έκρηξης της ανεργίας. «Το δημοκρατικό κράτος που έχει ήδη μετασχηματισθεί σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ, δεν έχει τίποτε να προσφέρει στους πρώην εργαζόμενους υπηκόους του. Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο η κρατική διοίκηση θα αποσυντεθεί. Ο κρατικός μηχανισμός θα καταντήσει μια διεφθαρμένη κλεπτοκρατία», προβλέπει η γερμανική ομάδα «Κρίση», σε ένα πολύτιμο ντοκουμέντο της που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα και στα ελληνικά (Κείμενα για την εργασία και την κρίση, Εκδόσεις των ξένων).

Αξιοζήλευτη θέση στο κράτος που οραματίζεται το ΠΑΣΟΚ και η τρόικα θα κατέχει μόνο η εσωτερική καταστολή. Ο πληθωρισμός δημιουργίας νέων μονάδων καταστολής (ΜΑΤ, συνοριοφύλακες, δημοτική αστυνομία, ΕΚΑΜ, Ειδικοί φρουροί, Δίας, Δέλτα, κλπ) βρίσκεται σε χτυπητή αντίθεση με την μανία ενοποίησης δημόσιων φορέων που στην πράξη επιταχύνει τη συρρίκνωση και την εξάλειψη του έργου τους. Απ’ τον σιδηρούν νόμο της 1 πρόσληψης για κάθε 5 συνταξιοδοτήσεις, που εξαγγέλθηκε από τον Οκτώβρη ακόμη, εξαιρέθηκαν τα σώματα ασφαλείας.

Ξεχωριστή επίσης θέση θα κατέχει κάθε υπηρεσία που στρέφεται προς το κεφάλαιο και κάθε κρατικός φορέας που εξυπηρετεί επενδυτές, ανώνυμες εταιρείες, πολυεθνικές. «Υπηρεσίες ταχείας εξυπηρέτησης» στο όνομα της ανάπτυξης η οποία θα αποδεικνύεται όλο και συχνότερα ανταγωνιστική της κοινωνικής ευημερίας, συνώνυμη των πιο προκλητικών και άνευ του παραμικρού αντικρίσματος κρατικών χρηματοδοτήσεων προς το κεφάλαιο, όπως τα 25 δισ. που προσέφερε ο υπερυπουργός, Γ. Παπακωνσταντίνου, στις τράπεζες την Πέμπτη.

Αυτά είναι τα πραγματικά αυτονόητα της πολιτικής που υλοποιούν.

Γενναιοδωρία και λιτότητα

Την πιο βάρβαρη επίθεση στα δημόσια αγαθά και τις κοινωνικές παροχές έρχεται να συγκαλύψει και να ωραιοποιήσει η επίθεση της κυβέρνησης ενάντια στο «σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος». Όπου, οι νεοφιλελεύθεροι μύδροι για τις κρατικές σπατάλες δεν περιλαμβάνουν τα 78 δισ. που έχουν τσεπώσει μέχρι στιγμής οι τραπεζίτες. Πού να περισσέψουν μετά χρήματα για συντάξεις ή προσλήψεις;

Λιτότητα και ΔΝΤ βλάπτουν τη δημοκρατία (Επίκαιρα, 8-14/7/2010)

Το άσπρο – μαύρο έκανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, προσπαθώντας να πείσει για την αναγκαιότητα εφαρμογής των εξοντωτικών και αντιλαϊκών προγραμμάτων λιτότητας. Μιλώντας με κορυφαίο ευρωπαίο συνδικαλιστή του εκμυστηρεύτηκε την «ανησυχία» του μην τυχόν και στις τρεις μεσογειακές χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κρίσης, επιστρέψουν οι δικτατορίες σε περίπτωση που δεν υιοθετηθούν τα μέτρα λιτότητας! «Αν δεν εφαρμόσουν τα περιοριστικά μέτρα αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να εξαφανιστούν υπό τη μορφή που τις γνωρίζουμε ως δημοκρατίες. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Αυτή είναι η μοναδική», ήταν τα λόγια του. Με άλλα λόγια Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αν θέλουν να συνεχίσουν να έχουν δημοκρατία οφείλουν να επιβάλλουν τα εξοντωτικά μέτρα περικοπών. Αλλιώς θα έρθουν τα τανκς!

Το δίλημμα του Μανουέλ Μπαρόζο «λιτότητα ή τανκς» δεν είναι μόνο εκφοβιστικό και απειλητικό, αλλά κυρίως είναι παραπλανητικό γιατί η πραγματικότητα θέλει τη λιτότητα να συνοδεύει τα τανκς και τις περικοπές στα δημόσια έσοδα να επιφέρουν τα πιο συντριπτικά πλήγματα στις λαϊκές ελευθερίες και τα συνταγματικά δικαιώματα. Στον πραγματικό κόσμο επομένως, που δεν τέμνεται πουθενά με τα απογειωμένα κρυστάλλινα παλάτια όπου συνεδριάζουν οι αργυρώνητοι γραφειοκράτες της ΕΕ, το δίλημμα δεν είναι λιτότητα ή τανκς, αλλά λιτότητα και τανκς από την μια ή ακύρωση αυτής της πολιτικής.

Η Ελλάδα αποτελεί κι εδώ, δυστυχώς, πειραματόζωο, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κανόνα που θέλει τη λιτότητα να βλάπτει σοβαρά την δημοκρατία. Πρώτ’ απ’ όλα η απόφαση της κυβέρνησης να περάσει το μνημόνιο της ντροπής από την Βουλή με απλή κι όχι με ενισχυμένη πλειοψηφία των 3/5 αντίκειται στην παρ. 2 του άρθρου 28 του συντάγματος, όπως έγκαιρα έχουν αναλύσει από τις σελίδες των Επικαίρων συνταγματολόγοι κι άλλοι αναλυτές. Οι προσφυγές που ήδη ετοιμάζονται ακόμη και από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας θα ρίξουν άπλετο φως το επόμενο διάστημα στις σκοτεινές μεθοδεύσεις που επιλέγηκαν από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου για την υιοθέτηση του μνημονίου, κατ’ εντολή φυσικά των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που επέβαλλαν τους όρους του.

Οι συνταγματικές εγγυήσεις και τα δημοκρατικά δικαιώματα μετατρέπονται σε πουκάμισο αδειανό κι από τις ίδιες τις προβλέψεις του επαίσχυντου αυτού κειμένου που έχει ήδη περάσει στις πιο μελανές στιγμές της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Για παράδειγμα στις «διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις» που αναφέρονται στο κεφάλαιο «ενέργειες για τον τρίτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τέταρτου τριμήνου του 2010)» υποδεικνύεται «η ενδυνάμωση της θέσης του υπουργείου Οικονομικών σε σχέση με τα υπόλοιπα υπουργεία τόσο κατά την φάση της προετοιμασίας όσο και εκτέλεσης του προϋπολογισμού δίνοντας στο υπουργό δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις για δαπάνες και στην εκτέλεσή τους)»! Η κατεύθυνση αυτή ενισχύει στο έπακρο ολιγαρχικές τάσεις του πολιτεύματος που ήδη ήταν σε εξέλιξη και συνέτειναν στην υποβάθμιση αν όχι την περιθωριοποίηση υπουργείων και κρατικών λειτουργιών που σχετίζονταν με τις κοινωνικές παροχές και την αναδιανομή και ταυτόχρονα την αναβάθμιση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους. Λίγο παρακάτω παρέχεται «η διασφάλιση ότι το κοινοβούλιο δεν αλλάζει το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού κατά το στάδιο έγκρισης, αλλά επικεντρώνεται στη σύνθεση των δημοσίων δαπανών και εσόδων και στην αξιοπιστία των προβλέψεων για τα έξοδα και τα έσοδα». Αυτό όμως αποκαλείται μειωμένη κυριαρχία! Η δε βουλή, στον βαθμό που μόνο μεταθέσεις κονδυλίων θα μπορεί να κάνει ή να παριστάνει τον χωροφύλακα της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετατρέπεται σε βουλή περιορισμένης ευθύνης κι οι βουλευτές σε εντολοδόχους του ΔΝΤ και λογιστές καριέρας της Ντόιτσε Μπανκ. Αν αυτό δεν είναι βελούδινο πραξικόπημα και περιστολή και αναίρεση των συνταγματικών δικαιωμάτων, υπό την επίκληση φυσικά των έκτακτων συνθηκών–όπως πάντα γίνεται σε αυτές τις περιστάσεις, τότε τι είναι;

Η ίδια ακριβώς τάση, αποδυνάμωσης των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών διαδικασιών παρατηρείται σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης που πρωτοστατούν στην εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας από τη στιγμή που οι πολιτικές τους ηγεσίες επέλεξαν να φανούν αξιόπιστες στους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους κι όχι στους πολίτες που τους εξέλεξαν με την ψήφο τους.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η εφαρμογή ενός προγράμματος περικοπών δημοσίων δαπανών από την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Θαπατέρο έχει οδηγήσει τα ποσοστά του στο ναδίρ. Τις προηγούμενες μάλιστα εβδομάδες ο ηγέτης του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, Μαριάνο Ραχόι, πέρασε μπροστά και στις δημοσκοπήσεις που αφορούσαν τον καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Όσο γι το κόμμα του, που έχει επιλέξει να ασκεί μια ελεγχόμενη αντιπολίτευση στα αντιλαϊκά μέτρα του Θαπατέρο προηγείται του σοσιαλιστικού με δέκα μονάδες εδώ και μήνες. Το επόμενο διάστημα η κρίση αντιπροσώπευσης θα οξυνθεί καθώς η προγραμματισμένη γενική απεργία του Σεπτέμβρη, που από πολλούς ήδη χαρακτηρίζεται ιστορική, θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για τον  Θαπατέρο.

Χαοτικό είναι το κενό μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και ψηφοφόρων και στην Πορτογαλία, όπου ο Σόκρατες εκλέχτηκε τον περασμένο Οκτώβρη για δεύτερη φορά, σοβαρά αποδυναμωμένος όμως σε σχέση με την πρώτη του εκλογή το 2005. Τα μέτρα λιτότητας (περικοπές κι αυξήσεις φόρων) που ανακοίνωσε στα μέσα Μάη συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ και με απώτερο να μειωθεί το δημόσιο χρέος από το 90% του ΑΕΠ φέτος στο 87% το 2013 οδήγησαν το αντιπολιτευόμενο δεξιό κόμμα (που λέγεται Σοσιαλδημοκρατικό προκαλώντας συχνά σύγχυση) να αποκτήσει το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Παρότι σε αυτό συνέβαλε σημαντικά η εκλογή ενός νέου ηγέτη στο κόμμα της Δεξιάς, άπαντες συμφωνούν πως τα αντιλαϊκά μέτρα ενέτειναν την λαϊκή δυσφορία απέναντι στον Σόκρατες.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως πρόβλημα δημοκρατίας πράγματι υφίσταται στις μεσογειακές χώρες για τις οποίες ανησυχεί ο Μπαρόζο. Μόνο που αυτό δημιουργείται από την εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας που η ίδια η ΕΕ υποδεικνύει!

Το πολιτικό κενό μάλιστα επεκτείνεται απειλητικά σε όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τόσο εξόφθαλμα φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές, με αποτέλεσμα μια διάχυτη, πολιτικά μη μορφοποιημένη δυσφορία που σχεδόν ποτέ δεν βρίσκει την δέουσα πολιτική έκφραση να κατατρώγει τα θεμέλια της πολιτικής ζωής. Εδώ, η Γερμανία αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν δέκα μήνες η Άγκελα Μέρκελ φαινόταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, όταν οι κάλπες της έδιναν τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση συμμαχίας με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και να πετάξει σαν στημένες λεμονόκουπες τους Σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους σχημάτισε το μεγάλο συνασπισμό την προηγούμενη πενταετία. Κατά την ίδια, κανέναν συμβιβασμό δεν θα ήταν πλέον αναγκασμένη να κάνει και, συνεργαζόμενη με ένα γνήσιο δεξιό, νεοφιλελεύθερο κόμμα θα μπορούσε ανεμπόδιστα να εφαρμόσει όλη την ατζέντα της. Πέτυχε τον υψηλότερο στόχο της. Πριν όμως συμπληρώσει έναν χρόνο, η κυβέρνηση τελεί υπό διαρκή παράλυση κι η δυσφορία στο εσωτερικό της είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και για την εκλογή του προέδρου να χρειαστούν τρεις ψηφοφορίες, καθώς στις δύο πρώτες πολλοί βουλευτές έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους την περίφημη γερμανική πειθαρχία και απείχαν για να δείξουν την ενόχλησή τους απέναντι στην κυβέρνηση. Η συντριπτική πλειοψηφία των ίδιων των Γερμανών, σύμφωνα με δημοσκόπηση του τηλεοπτικού δικτύου ARD, κι ειδικότερα το 62% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι ο συνασπισμός δεν πρόκειται να επιβιώσει.

Αν ρωτούνταν για την επόμενη μέρα οι Γερμανοί, πιθανά κι αυτοί να υποδείκνυαν τον «κανέναν» όπως συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες που ο κόσμος γυρίζει την πλάτη του στο πολιτικό σύστημα, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Μπροστά σε αυτή την ολοφάνερη τάση απονομιμοποίησης της πολιτικής όσο αυτή ταυτίζεται με επιπλέον φόρους και περικοπές δημοσίων δαπανών για τους πολλούς και νέες παροχές για τους λίγους κανείς δεν έχει το δικαίωμα να δηλώνει αδιάφορος. Πολύ περισσότερο να αντιστρέφει την αιτιακή σχέση, κάνοντας ότι δεν βλέπει πως η λιτότητα και το ΔΝΤ έρχονται χέρι – χέρι με την αποστέρηση της δημοκρατίας από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο.