Οι δημόσιοι υπάλληλοι αμορτισέρ στη μηχανή του χρέους (Unfollow, Μάιος 2013)

A municipality worker holds a banner during a rally in central AthensΟ Μιλιτιάδης Ευσταθιάδης το καλοκαίρι του 2007 λειτούργησε όπως θα έπρεπε να λειτουργεί κάθε δημόσιος υπάλληλος. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Δημάρχου Ελληνικού – Αργυρούπολης, Χρίστου Κορτζίδη, πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση της παραλίας του Ελληνικού από τις παράνομες σιδεριές και εγκαταστάσεις που είχαν τοποθετήσει τα νυχτομάγαζα, έτσι ώστε η πλαζ του Άγιου Κοσμά να δοθεί στους πολίτες. Η αντίδραση των ανθρώπων της νύχτας απέναντι όχι μόνο στους ευσυνείδητους δημοτικούς υπαλλήλους, αλλά ακόμη και σε δημοτικούς συμβούλους και δραστήριους πολίτες ήταν ακαριαία. Βροχή από μηνύσεις που ξεκινούσαν από απειλές και κατέληγαν σε συκοφαντική δυσφήμιση και εξύβριση.

Ο καιρός περνάει κι ερχόμαστε στα τέλη του 2012 όταν με το τρίτο Μνημόνιο μπαίνουν στο στόχαστρο οι «επίορκοι» δημόσιοι υπάλληλοι. Η απειλή που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του Μ. Ευσταθιάδη, με αφορμή τις μηνύσεις της εταιρείας ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΠΕΤΡΟΚΛΑΜΠ, παύει να κινείται στη σφαίρα των υποθέσεων τον Φεβρουάριο του 2013, όταν ο υπάλληλος του Δήμου Ελληνικού τίθεται σε αυτοδίκαιη αργία μετά την καταδίκη του σε δεύτερο βαθμό, παρότι μάλιστα στη μία δίκη ο μηνυτής ούτε καν παρουσιάστηκε…

Η λίστα των «επιόρκων» δεν σταματάει σε περιπτώσεις ανάλογες με αυτή του Μ. Ευσταθιάδη. Δηλαδή, σε δημόσιους υπάλληλους που είναι επιφορτισμένοι με την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος ή υπηρετούν σε νευραλγικές θέσεις (εφοριακοί, μηχανικοί, καθηγητές, κ.α.) και ανά πάσα στιγμή οι ελεγχόμενοι μπορούν να εξασφαλίσουν την ατιμωρησία τους ή την ανοχή των ελεγκτών υπό την απειλή μίας μήνυσης που θα άρει αυτόματα το καθεστώς της μονιμότητας και θα ανοίξει το δρόμο για την απόλυση. Η δαμόκλεια σπάθη της ανεργίας κρέμεται πλέον πάνω κι από τα κεφάλια απεργών και συνδικαλιστών, καταφέρνοντας έτσι η Τρόικα να καταργήσει το πιο «μισητό» για το κράτος προνόμιο των δημοσίων: το δικαίωμα στον ελεύθερο συνδικαλισμό. Από τώρα η απαγόρευση στην πράξη του δικαιώματος στην απεργία παύει να είναι γνώρισμα αποκλειστικά και μόνο του ιδιωτικού τομέα. Το πλήγμα που επιφέρει στον συνδικαλισμό το «σπάσιμο του ταμπού των απολύσεων στον δημόσιο τομέα» όπως είπε κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με ανακούφιση προφανώς λόγω των μαρτυρίων που έχει υποστεί ο ίδιος από τα τόσα χρόνια εξοντωτικής δουλειάς στον ιδιωτικό τομέα, έγινε φανερό με την καταδίκη των συνδικαλιστών Νίκου Αδαμόπουλου, Βασιλική Καραγεωργίου και Νίκου Μαυρουδή τον Μάρτιο του 2013 σε έξι μήνες φυλάκιση. Αφορμή αποτέλεσε η παρουσία τους στην απεργία του Δήμου Ηρακλείου που σύμφωνα με τον εισαγγελέα «άσκησε ψυχολογική βία»! Καμία αξιόποινη πράξη, κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και παρόλα αυτά η αλληλεγγύη που επέδειξαν μπορεί να τους τοποθετήσει στην επόμενη λίστα των «επίορκων» που θα ανακοινώσει η κυβέρνηση υλοποιώντας την συμφωνία με την Τρόικα που επήλθε την Δευτέρα 15 Απριλίου και προβλέπει 15.000 απολύσεις μέχρι το τέλος του 2014.

Αυτή η λίστα μάλιστα ούτε κατά διάνοια δεν θα περιλαμβάνει τους αστυνομικούς των ΕΚΑΜ οι οποίοι εισβάλουν νύχτα φορώντας ολοπρόσωπες μάσκες σαν κακοποιοί στις φυλακές των Γρεβενών γρονθοκοπώντας όποτε θέλουν τους φυλακισμένους. Επ’ ουδενί επίσης δεν πρόκειται να περιλαμβάνει τους μεγαλογιατρούς που χρηματίζονταν από την πολυεθνική DePuy, θυγατρική της Johnson & Johnson και βρέθηκαν με τραπεζικούς λογαριασμούς 1 και 2 εκ. ευρώ. Ούτε πρόκειται να εξυγιάνει το νοσηρό κλίμα που επικρατεί στις εφορίες και τα υψηλά κλιμάκια των άλλων οργανισμών κι είναι δημιούργημα των δικών τους ποσοστώσεων (με 4-2-1 μοιράζονται τα πόστα ευθύνης, παστρικές δουλειές) που ουδέποτε αμφισβητήθηκαν παρά το λαϊκίστικο μένος κατά των δημοσίων, όταν έπρεπε όλοι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα να αναγνωρίσουμε στους δημοσίους τις αιτίες των δεινών μας. Ποιος ξεχνάει τον Α. Λοβέρδο να καταγγέλλει από το βήμα της Βουλής «το 1,5 εκ. δημοσίων υπαλλήλων» που ταλαιπωρούν «όλους εμάς»…

Η πρόθυμη αποδοχή από την κυβέρνηση των απολύσεων ακόμη και στον στενό δημόσιο τομέα μαζί με το πλήγμα που καταφέρνει στην προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος και του συνδικαλισμού θα λειτουργήσει ως το μαγικό κουμπί για την εξισορρόπηση των δημόσιων οικονομικών και την δημιουργία πλεονασμάτων στον κρατικό προϋπολογισμό. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο. Κακά τα ψέματα. Η διαδικασία μείωσης των ελλειμμάτων είχε φθάσει από πέρυσι κιόλας σε ένα σημείο κορεσμού, ενώ ταυτόχρονα οι αποκλίσεις στα δημόσια έσοδα αποτελούν ωρολογιακή βόμβα. Απαιτούταν η δημιουργία ενός αμορτισέρ που θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να ενεργοποιηθεί ώστε να εξαλείφεται το έλλειμμα, στο πλαίσιο του συνεχούς ελέγχου των δημόσιων οικονομικών από τους πιστωτές. Με άλλα λόγια ακόμη κι αυτές οι 15.000 απολύσεις που ανακοινώθηκαν από τον υπουργό Αντ. Μανιτάκη, κι οι οποίες θα προστεθούν στις 180.000 αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης, είναι μόνο η αρχή. Σύντομα θα ακολουθήσουν κι άλλες, τις οποίες ούτε καν θα μαθαίνουμε. Κι έτσι κάθε μήνα που θα παρατηρείται έλλειμμα θα ανακοινώνεται η απόλυση 300 δασκάλων ή 500 νοσοκόμων, που θα επιτυγχάνεται μάλιστα μέσω της κατάργησης των οργανικών θέσεων, έτσι ώστε να τηρούνται και τα προσχήματα της συνταγματικής νομιμότητας καθώς στο άρθρο 103, παρ. 4 ορίζεται με σαφήνεια πως «οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν». Ο κυρ-Φώτης όμως από τον Απρίλιο του 2010 έγραφε στην Αυγή ότι ακόμη κι αν τυπικά είναι καλυμμένη η κυβέρνηση με αυτό το τρικ νομικά παραμένει έκθετη! «Αν η κυβέρνηση επιλέξει τη μεθόδευση της κατάργησης θέσεων για την απομάκρυνση δημοσίων υπαλλήλων θα καταστρατηγήσει το Σύνταγμα, θα προσβάλει την αναγνωρισμένη και δεσμευτική αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου υπαλλήλου, ο οποίος εμπιστεύθηκε τη ρύθμιση της μονιμότητας, και κυρίως θα τραυματίσει σημαντικό μέρος της κοινωνίας, με πρόδηλες και αυτονόητες τις συνέπειες και για την κοινωνική συνοχή», έγραφε αποδεικνύοντας το αμέτρητο βάθος του τυχοδιωκτισμού του.

Οι συνέπειες δε, ας μην έχει κανείς την αυταπάτη ότι πρόκειται να κατανεμηθούν αναλογικά πλήττοντας εξ ίσου τις δημόσιες υπηρεσίες που εξυπηρετούν τους εργαζόμενους και εκείνες που εξυπηρετούν το κράτος και την οικονομική – πολιτική ελίτ. Ειπωμένο διαφορετικά, η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει μεγαλύτερη αναλογία αστυνομικών ανά κατοίκους από πολλές χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ιταλία, η Δανία, η Αυστρία, η Σουηδία ακόμη κι η Τουρκία, ενώ την ίδια ώρα τα κενά στην εκπαίδευση θα γίνονται αβυσσαλέα. Ενδεικτικά, και πριν ακόμη αρχίσουν οι απολύσεις, τα κενά ξεπερνούσαν τους 1.600 καθηγητές σε γυμνάσια και λύκεια και τους 1.500 δασκάλους σε δημοτικά.

Η ίδια, άνιση κατανομή θα ακολουθηθεί και στον επικείμενο καταιγισμό λουκέτων σε δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς. Εκ πρώτης όψεως, το αίτημα μείωσης του αριθμού τους φαντάζει λογικό. Και μόνο μια ματιά να ρίξει κανείς στο μητρώο των 1.667 φορέων της γενικής κυβέρνησης που ανακοίνωσε η Στατιστική Αρχή στις 16 Απριλίου (εκ των οποίων οι 480 είναι νομικά πρόσωπα, οι 1.015 ΟΤΑ κι εποπτευόμενοι φορείς, οι 42 οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης και τα 130 νοσοκομεία), οι επικαλύψεις είναι κραυγαλέες. Κι εδώ όμως η συρρίκνωση δεν πρόκειται να γίνει με κριτήριο την εξυπηρέτηση του πολίτη, όπως θα έπρεπε, αλλά την μείωση του κόστους και την διευκόλυνση των ιδιωτών που στο κενό που αφήνει το μικρότερο κράτος βλέπουν πεδίο δόξας λαμπρό για τις δικές τους μπίζνες. «Ας μας προβληματίσει το κλείσιμο της Εργατικής Εστίας και της Εργατικής Κατοικίας», λέει στο Unfollow η Δέσποινα Σπανού, αντιπρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ. «Ήταν δύο οργανισμοί πλήρως αυτοχρηματοδοτούμενοι από τις εισφορές των ασφαλισμένων με σαφές αντικείμενο και κοινωνικό έργο. Παρόλα αυτά έκλεισαν από πέρυσι». Φορείς αντίθετα όπως ο «Επενδύστε στην Ελλάδα» είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να δεχθούν μειώσεις σε προσωπικό ή κονδύλια. «Στα υπ’ όψιν επίσης πως η γεωγραφική ιδιομορφία της χώρας με τα δεκάδες νησιά και τα χωριά σε δύσβατα κι αποκλεισμένα τον χειμώνα μέρη απαιτεί αυξημένο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, όταν σήμερα όλες οι μετρήσεις δείχνουν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι λιγότεροι σε σχέση με άλλες χώρες», τονίζει η Δέσποινα Σπανού.

Οι κοινωνικές επιπτώσεις από την μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων θα είναι δραματικές. «Η κατάσταση στην υγεία ήδη βρίσκεται στο απροχώρητο» τονίζει ο επιμελητής νευροχειρούργος Πάνος Παπανικολάου, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνα Πειραιά (ΕΙΝΑΠ) και του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών (ΙΣΑ). «Το σύνολο των εργαζομένων σε νοσοκομεία, κέντρα υγείας και ΕΚΑΒ ανέρχεται περίπου σε 70.000 άτομα, όταν τα κρεβάτια μόνο στα νοσοκομεία είναι γύρω στα 35.000. Με μια παγκοσμίως αναγνωρισμένη αναλογία 2,5 εργαζομένων ανά 1 κρεβάτι, ο αριθμός των εργαζομένων έπρεπε ήδη να βρισκόταν στους 90.000. Τα αποτελέσματα από την έλλειψη προσωπικού τα βιώνουμε ήδη μέσω για παράδειγμα της εκρηκτικής αύξησης των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, όπως πρόσφατα αναγνώρισε για την Ελλάδα ο εκπρόσωπος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στην Ευρώπη. Αν τυχόν και κλείσουν 10.000 κρεβάτια, όπως φημολογείται, το αποτέλεσμα θα είναι γενοκτονία. Η κυβέρνηση δε, μπορεί να το πετύχει αυτό με έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Αφήνοντας ένα νοσοκομείο χωρίς αναισθησιολόγο, όπως έκανε με το Παίδων Πεντέλης, ακόμη κι οι πιο φιλότιμοι γιατροί που θα απομείνουν θα ζητήσουν να κλείσει το νοσοκομείο ή να μετακινηθούν».

Ακόμη και τότε όμως, όταν από τους 621.529 δημόσιους υπαλλήλους που μισθοδοτούνται σήμερα από το κράτος θα έχουν μείνει οι μισοί, η οργή των απολυμένων ή των πολιτών που θα βλέπουν να κλείνει το σχολείο στο χωριό τους ή να απομακρύνεται η εφορία από το νησί τους θα καλύπτεται από τις πομφόλυγες του υπουργού Οικονομικών για την επιτυχία της κυβέρνησης που κατάφερε να παρουσιάσει πρωτογενές πλεόνασμα…

Η αποτυχία της εσωτερικής υποτίμησης (Επίκαιρα, 4-10/10/2012)

Διπλό ήταν το σοκ που προκάλεσαν τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, Eurostat, στις 17 Σεπτεμβρίου 2012 σε σχέση με την πορεία του εργατικού κόστους στις χώρες μέλη της ΕΕ. Το σοκ πριν απ’ όλα αφορούσε την συντριβή που έχει δεχτεί το εργατικό κόστος στην Ελλάδα. Προκαλεί μεγάλη εντύπωση ότι σε καμία, μα καμία άλλη χώρα της ΕΕ δεν έχει υπάρξει τόσο μεγάλη μείωση για τόσο παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε και στις τρεις χώρες που προσέφυγαν στο Μνημόνιο (Πορτογαλία και Ιρλανδία, πέρα από την Ελλάδα) η πορεία του εργατικού κόστους είναι κατά βάση αρνητική, μειώνεται δηλαδή στο πέρασμα του χρόνου, αν δεν μένει ίδια, σε εμφανή αντίθεση με τον μέσο όρο της ΕΕ των 27 και της ευρωζώνης των 17 κρατών μελών όπου σταθερά παρατηρείται άνοδος παρότι μικρή. Αυτό που παρατηρείται στην Ελλάδα είναι χωρίς σύγκριση καθώς έχουμε μια συνεχή και πολύ σοβαρή μείωση του εργατικού κόστους, που κατά μέσο όρο μειώνεται κάθε τρίμηνο κατά 6%! Φαίνεται επομένως πεντακάθαρα ποιο είναι το τεράστιο επίτευγμα των Μνημονίων, που επιβλήθηκαν με ευθύνη των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ και ΔΗΜΑΡ: να οδηγηθούν οι εργατικές αμοιβές στα Τάρταρα και οι όροι ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων σε αξιοθρήνητο επίπεδο.

  Πτώση μισθών – αύξηση τιμών

Το παραπάνω συμπέρασμα για την πτώση των τιμών που δεν αμφισβητήθηκε από τους αρχιτέκτονες της πολιτικής της λιτότητας (παρότι υποβαθμίζεται συστηματικά στην ογκούμενη φιλολογία για την υποτιθέμενη «αναποτελεσματικότητα» της πολιτικής της ύφεσης) αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της «εσωτερικής υποτίμησης». Σε αυτό το πλαίσιο η μείωση του εργατικού κόστους αναδείχτηκε σε βασικό πυλώνα της προσπάθειας ξεφουσκώματος των τιμών. Ακόμη δηλαδή και για την ίδια την Τρόικα (που δεν θα δηλώσει ότι πέφτει από τον ουρανό μπροστά σε αυτά τα νούμερα, όπως θα προσποιηθούν πιθανά οι πολιτικοί της ΔΗΜΑΡ) η πτώση των ημερομισθίων και των μισθών ήταν το μέσο για να πέσουν οι τιμές, το «τίμημα» που έπρεπε να καταβληθεί για την αναγκαία διόρθωση της ελληνικής οικονομίας.

Στην πραγματικότητα όμως οι τιμές αυξήθηκαν! Μια ματιά να ρίξει κανείς στην πορεία του πληθωρισμού αποκαλύπτεται πόσο μεγάλοι πολιτικοί απατεώνες είναι ο Τόμσεν κι η παρέα του γιατί ενώ πέτυχαν να ζει ο κόσμος της εργασίας σε συνθήκες ακραίας φτώχειας με περισσότερους από το 90% των συνταξιούχων να δηλώνουν αδυναμία ακόμη και να αγοράσουν τα φάρμακά τους, παρόλα αυτά οι τιμές ούτε καν έμειναν σταθερές. Με βάση την ανακοίνωση της Στατιστικής Υπηρεσίας στις 10 Σεπτεμβρίου ο πληθωρισμός τον Αύγουστο του 2012 κινήθηκε στο επίπεδο του 1,7% έναντι του Αυγούστου του 2011 όταν και πάλι είχε αυξηθεί κατά τον ίδιο ρυθμό (1,7%) έναντι του Αυγούστου του 2010. Πρόκειται για επίπεδο που χαρακτηρίζεται υψηλό, δεδομένου ότι λόγω της παρεμβολής των εκπτώσεων οι τιμές κατά παράδοση αυτό τον μήνα κινούνται καθοδικά. Όχι όμως στην εποχή της «εσωτερικής υποτίμησης»… Στην ίδια ανακοίνωση φαίνεται ότι ο πληθωρισμός και τα δύο τελευταία χρόνια που εφαρμόζονται οι θεραπείες σοκ στην ελληνική οικονομία κινείται υψηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Ειδικότερα το 2010 ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση κινήθηκε στο 4,7% και το 2011 στο 3,3% όταν το 2009, προ «εσωτερικής υποτίμησης», ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 1,2%. Το πρόγραμμα της «εσωτερικής υποτίμησης» δηλαδή επέφερε την μεγαλύτερη ανατίμηση!

Αυξημένοι φόροι

Σημαντική ευθύνη γι’ αυτή την εκ πρώτης όψεως απρόβλεπτη εξέλιξη φέρουν οι αυξημένοι φόροι που επιβάλλει το κράτος ώστε να μειώσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η τελική αύξηση των τιμών στις στατιστικές ομάδες μεταφορών και στέγασης, παρά την πτώση των τιμών στα αυτοκίνητα και στα ενοίκια διαμορφώνεται από τους αυξημένους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα, που έχουν ήδη οδηγήσει την τιμή του πετρελαίου στα ύψη και θα την πάνε ακόμη πιο ψηλά τους αμέσως επόμενους μήνες. Δεν είναι όμως μόνο οι αυξημένοι φόροι του «μικρότερου μνημονιακού κράτους» που ευθύνονται για το γεγονός ότι η πτώση των μισθών δεν οδηγεί και σε πτώση των τιμών. Τεράστια ευθύνη έχουν και οι βιομήχανοι που, πολύ απλά, μετέτρεψαν τα οφέλη από την μείωση του εργατικού κόστους και το περιβόητο «άνοιγμα των αγορών» σε επιπλέον κέρδη ή επιχείρησαν με αυτή την μείωση να αντισταθμίσουν μέρος των απωλειών στον τζίρο και τα κέρδη που προκάλεσε η παρατεταμένη ύφεση. Πουθενά όμως – πλην ελαχίστων περιπτώσεων που δεν ανατρέπουν την γενική εικόνα – η πτώση των μισθών δεν οδήγησε σε μείωση των τιμών.

Υπ’ αυτό το πρίσμα η επιστολή που έστειλε ο ΣΕΒ στις 27 Σεπτεμβρίου στο υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφοράς και Δικτύων αποδίδοντας για μια ακόμη φορά στο κράτος την ευθύνη για την ακαμψία των τιμών αποτελεί μνημείο θράσους. Όχι επειδή δεν φταίει το κράτος για την συνεχή αύξηση των φόρων. Αλλά επειδή οι ίδιοι οι βιομήχανοι ζήτησαν να επιβληθεί αυτή η πολιτική, την χειροκρότησαν (ενώ στην πολιτική αγορά οργίαζαν οι φήμες για τους κουκουλοφόρους βιομήχανους που έδιναν οδηγίες στην Τρόικα), επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την μείωση των αποζημιώσεων και την συντριβή των μισθών (ποιοι άλλοι εργοδότες στη γη, με εξαίρεση τους Έλληνες και τους συναδέλφους τους σε κάτι δικτατορίες, ανακοινώνουν όποτε θέλουν μείωση μισθών;) και τώρα για μια ακόμη φορά καταγγέλλουν την «τελευταία σοβιετική δημοκρατία». Στην πραγματικότητα, πίσω από την μονότονα επαναλαμβανόμενη φιλολογία για το «μεγάλο κράτος» κρύβουν τα δικά τους υπερκέρδη.

Σε κάθε περίπτωση όμως, είτε δηλαδή δεχτούμε την απολογητική του ΣΕΒ ότι οι μειώσεις των μισθών δεν αρκούν για να υπερκαλύψουν τις αυξήσεις των φόρων (ερμηνεία φυσικά που στρώνει το έδαφος για να απαιτηθούν κι άλλες μειώσεις…), είτε υιοθετήσουμε το προφανές συμπέρασμα, ότι οι μειώσεις μισθών έγιναν νέα κέρδη, κάτι που ισχύει στο ακέραιο για τα εισαγόμενα είδη, δηλαδή τις πολυεθνικές που έχουν ενιαία πολιτική τιμών σε όλο τον κόσμο με αποτέλεσμα κάθε μείωση μισθών να αυξάνει ισόποσα τα κέρδη, το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο: Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης με την μείωση των μισθών και το άνοιγμα των επαγγελμάτων απέτυχε παταγωδώς να μειώσει το επίπεδο των τιμών, όπως υπόσχονταν οι σχεδιαστές της. Κατ’ επέκταση η συνέχιση ακόμη και σήμερα της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, όταν δυόμισι χρόνια μετά την εφαρμογή της οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα σε σύγκριση με παλιότερα, αποκαλύπτει ότι το ζητούμενο δεν ήταν η μείωση των τιμών – αυτά είναι δικαιολογίες για τους αφελείς. Ζητούμενο ήταν και παραμένει η μείωση μισθών και ημερομισθίων για τον κόσμο της εργασίας και η αύξηση των κερδών. Μπροστά σε αυτό το υλικό όφελος η ντόπια οικονομική ελίτ αποδέχτηκε το καθεστώς περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας που επέβαλαν τα Μνημόνια και το καθεστώς κατοχής που επέβαλλε η Task Force…

                            Ονομαστικό ωριαίο εργατικό κόστος ανά τρίμηνο (Q)

(ποσοστιαία μεταβολή σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του προηγούμενου έτους)

                             Q2 ‘10     Q3 ’10      Q4 ’10     Q1 ’11      Q2 ’11      Q3 ’11     Q4 ’11    Q1 ‘12

Εωρωζώνη         1,5          1,2            1,7           2,5               2,4           2,2         2,2          1,5

ΕΕ 27                    1,7           1,3             1,9           2,1             2,5            2,3         2,2         1,4

Ελλάδα              -1,8        -6,6           -6,5          -6,8         -2,9            -4,2      -8,1         -11,5

Ιρλανδία            0,2          -0,7         -1,1          -1,3         -0,9             0,0       -0,8           0,9

Πορτογαλία       1,3          -0,1            4,2           0,8           -2,8          -1,0       -4,1         -1,2

Πηγή: Eurostat, 17 Σεπτεμβρίου 2012, 16 Μαρτίου 2011

Το αγκάθι των δημόσιων επιχειρήσεων (Unfollow #8, Αύγουστος 2012)

Πολύ πιο περίπλοκο αποδεικνύεται το ζήτημα της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα, απ’ όσα το φαντάζονταν οι πιστωτές μας, όταν πρόβλεπαν πως μέχρι το 2015 θα εισρεύσουν στην Ελλάδα 50 δισ. ευρώ, μόνο από τις ιδιωτικοποιήσεις. Μάρτυρας των αντιξοοτήτων είναι οι θεαματικές μέχρι τώρα επιδόσεις της Ελλάδας στο άθλημα των ιδιωτικοποιήσεων (εδώ το παρελθόν δεν αποδεικνύεται καλός σύμβουλος) και η αναπάντεχη συμπάθεια της ντόπιας οικονομικής ελίτ για τις ΔΕΚΟ που ξάφνου μετατράπηκε σε φύλακα άγγελο των δημόσιων αγαθών!

Όσοι συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν την Ελλάδα ως τελευταία σοβιετική δημοκρατία κι εξακολουθούν να την μέμφονται για την σοβαρή παρουσία του δημοσίου στην επιχειρηματική ζωή θα δυσκολευτούν να εξηγήσουν την σειρά της «κρατικοδίαιτης» Ελλάδας σε έναν πίνακα που κατατάσσει τις χώρες της ΕΕ με βάση τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ (Privatizations in EU countries, CESifo DICE Report 3/2010). Η περίοδος αναφοράς ξεκινάει από το 1989 και φτάνει μέχρι το 2008. Αν λάβαινε κανείς στα σοβαρά τους νεοφιλελεύθερους θα περίμενε την Ελλάδα να βρίσκεται στο ναδίρ της σειράς κατάταξης. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ διαφορετική. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 7η θέση από τις 18, δηλαδή στο πρώτο μισό. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που προκαλεί έκπληξη: Στις πρώτες θέσεις δεν βρίσκονται οι χώρες που πρωταγωνιστούν στις υποδείξεις για την ιδιωτικοποίηση των πάντων, οι ανεπτυγμένες δηλαδή χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου και βορρά. Αυτές οι χώρες βρίσκονται τελευταίες στην κατάταξη, το οποίο σημαίνει πως αντίθετα με τις οδηγίες που δίνουν η Γερμανία ή η Ολλανδία προς τις υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και της ανατολικής Ευρώπης, οι ίδιες προφυλάσσουν σαν κόρη οφθαλμού τις δημόσιες επιχειρήσεις τους. Η κατάταξη των ευρωπαϊκών χωρών, με βάση τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις είναι ως εξής (με πρώτες στη σειρά τις χώρες που έχουν τα υψηλότερα έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ): Πορτογαλία, Τσεχία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Φινλανδία, Πολωνία, Ελλάδα, Σουηδία, Ιταλία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Αυστρία, Ολλανδία, Αγγλία, Γερμανία, Δανία και Βέλγιο.

Οι θετικές επιδόσεις της Ελλάδας στις ιδιωτικοποιήσεις (αναμενόμενη εξέλιξη αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι τα διαμάντια του ελληνικού δημόσιου πλούτου, όπως τράπεζες, ΟΤΕ, Ολυμπιακή, κ.α., έχουν αποδημήσει εις ιδιώτες προ πολλού) δεν δείχνουν μόνο πόσο αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις των νεοφιλελεύθερων. Δείχνουν επίσης και τα όρια που αντιμετωπίζει εκ των πραγμάτων (ανεξάρτητα δηλαδή της βούλησης των επικεφαλής του) το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τις ιδιωτικοποιήσεις ως δείγμα της υπεράνθρωπης προσπάθειας που είναι διατεθειμένη να καταβάλει προκειμένου να υλοποιήσει τις προβλέψεις του Μνημονίου. Πιστεύει ότι αρκεί να ξεπουλήσει την Ακρόπολη και το Σούνιο για να τύχει της εύνοιας των πιστωτών και να παραμείνει έτσι στην ευρωζώνη. Αυτό ήταν το μήνυμα που εξέπεμπαν τόσο οι ομιλίες των κυβερνητικών στη Βουλή στο πλαίσιο των προγραμματικών όσο κι η υπογραφή από το νέο υπουργό Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, ημέρα Κυριακή(!) της απόφασης ξεπουλήματος των αεροσκαφών της Ολυμπιακής έναντι ευτελούς τιμήματος, μόνο και μόνο για να πάει στις Βρυξέλλες έχοντας κάτι να επιδείξει για να μην αμφισβητηθεί η υποτέλειά του. Η πραγματικότητα είναι όμως κι εδώ διαφορετική, δεν αρκεί δηλαδή η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης, κι αποκαλύφθηκε σε ένα έγγραφο του ταμείου ξεπουλήματος δημόσιου πλούτου ή κατ’ ευφημισμό Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) το οποίο έστειλε στις Βρυξέλλες τη δεύτερη εβδομάδα του Ιουλίου. Εκεί αναφέρεται πως η συνολική αξία των προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων και μαζί της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου δεν φθάνει ούτε τα 7 δισ. ευρώ! Αποτιμάται για την ακρίβεια σε 6,94 δισ. ευρώ, ή στο 14% του αρχικού υπολογισμού, όπως είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα τον Ιούνιο του 2011! Αυτό το άθροισμα (της συμφοράς) προκύπτει από τις επιμέρους αποτιμήσεις των προς ιδιωτικοποίηση εταιρειών που η μια προκαλεί μεγαλύτερη απογοήτευση από την άλλη. Για παράδειγμα: ΟΠΑΠ 500 εκ. ευρώ, ΕΥΔΑΠ 200 εκ. ευρώ, ΔΕΠΑ 250 εκ., ΔΕΗ 350 εκ., ΕΥΑΘ 80 εκ., ΕΛΤΑ 80 εκ. Αστέρας Βουλιαγμένης 30 εκ. κλπ. Άνθρακες λοιπόν ο θησαυρός των ιδιωτικοποιήσεων για όποιον τις αντιμετώπιζε εισπρακτικά, ως ένα μέσο δηλαδή αύξησης των εσόδων του δημοσίου, παραβλέποντας το γεγονός ότι ακόμη κι αυτά τα έσοδα πάνε στους πιστωτές. Δεν πρόκειται δηλαδή να βελτιώσουν το επίπεδο των κοινωνικών παροχών.

Κατά τη γνώμη μας ωστόσο η σκανδαλωδώς εξευτελιστική αποτίμηση των ΔΕΚΟ, που θα δώσει υλικό για δεκάδες Ειδικά Δικαστήρια με κατηγορούμενο όποιον βάλει την υπογραφή του στις υπό εξέλιξη ιδιωτικοποιήσεις, δεν πρόκειται να λειτουργήσει σαν τροχοπέδη, όπως θα έπρεπε. Αντίθετα θα αποτελέσει επιπλέον κίνητρο για να ξεπουληθεί η περιουσία του ελληνικού λαού πολύ πιο γρήγορα και με συνοπτικές διαδικασίες, όσο δηλαδή ισχύουν αυτές οι αποτιμήσεις. Ο λόγος είναι προφανής: Είναι αφελής όποιος πιστεύει πως οι ιδιωτικοποιήσεις επινοήθηκαν και προτάθηκαν ως ένα μέσο για την βελτίωση της εικόνας των ελληνικών δημόσιων οικονομικών. Αυτή ήταν η αφορμή. Το ζητούμενο ήταν ξένες πολυεθνικές να πάρουν υπό τον έλεγχό τους τις ελληνικές ΔΕΚΟ (η γαλλική Suez τις εταιρείες ύδρευσης, η γερμανική RWE την ΔΕΗ, κοκ) αυξάνοντας τον κύκλο εργασιών τους, με κατεπείγουσες διαδικασίες κι αξιοποιώντας στο έπακρο την διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης. Και μαζί με τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές πόδι στις ΔΕΚΟ να βάλει κι η εγχώρια διαπλοκή. Η συνεργασία ωστόσο κάπου χάλασε… Τα ασυνήθιστα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα την Κυριακή 8 Ιουλίου του Βήματος και του Έθνους, που δεν φημίζονται για την στράτευσή τους στην έννοια του δημόσιου αγαθού, σε σχέση με τις ιδιωτικοποιήσεις όπου περιέγραφαν σκηνές …συνωστισμού στα αρμόδια υπουργεία με πρωταγωνιστές ευρωπαϊκές πρεσβείες, μεγάλες πολυεθνικές αλλά κι ελληνικές επιχειρήσεις έφεραν στην επιφάνεια το ρήγμα που έχει διαμορφωθεί με επίκεντρο τις προς πώληση δημόσιες επιχειρήσεις. Δεν συμβαίνει και συχνά ο εκδότης του Βήματος, Στ. Ψυχάρης, να τελειώνει το σημείωμά του στην εφημερίδα γράφοντας «όσοι νομίζουν ότι θα αρπάξουν επιχειρήσεις και θα καταληστεύσουν τη δημόσια περιουσία, Έλληνες (…«λαμόγια») και ξένοι (που γνωρίζουν εκ των ένδον τα κρίσιμα νούμερα), τελικώς θα σπάσουν τα μούτρα τους»!!! Αναμφισβήτητα πρόκειται για συγκρούσεις που θύμισαν την σφοδρότατη σύγκρουση που ακολούθησε την απόφαση του Μητσοτάκη να ξεπουλήσει τον ΟΤΕ, με πρωταγωνιστή την διαπλοκή που απομυζούσε τον πάλαι ποτέ εθνικό τηλεπικοινωνιακό οργανισμό. Παρόλα αυτά η διάσωση της δημόσιας περιουσίας και των δημόσιων αγαθών από τα νύχια των πιστωτών που αδημονούν να την κατασπαράξουν είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να εναποτεθεί στην διαπλοκή…