Ζοφερό το μέλλον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Δε δικαιολογούν το κλίμα ευφορίας και υψηλών προσδοκιών που δημιουργεί η κυβέρνηση για την πολιτική της τα συμπεράσματα της ετήσιας έρευνας «εισοδήματος και δαπανών νοικοκυριών» του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. (εδώ η πλήρης έκθεση)

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η έρευνα της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία Marc, σε ένα πανελλαδικό δείγμα 1.006 νοικοκυριών το Νοέμβριο του 2017, και διακρίνεται για την αξιοπιστία των ευρημάτων της. Τα δε συμπεράσματα που συνοδεύουν τη δημοσίευσή της, κάθε φορά, αποτελούν μια εύστοχη και εμβριθή επισκόπηση των κυρίαρχων τάσεων που διέπουν την οικονομική συγκυρία. Κανείς επομένως δε δικαιούται να τα προσπερνά χωρίς να δίνει τη δέουσα προσοχή.

«Τα ευρήματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ ενισχύουν την υπόθεση της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας, της ενίσχυσης της απασχόλησης και συνακόλουθα της εγχώριας κατανάλωσης, χωρίς όμως αυτό να συνδέεται με βελτίωση του επιπέδου ευημερίας για την πλειονότητα των νοικοκυριών», τονίζει εισαγωγικά κιόλας η έρευνα. Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν πλήρως αυτή τη διαπίστωση. Σύμφωνα με την έρευνα (που όσες φορές «τεσταρίστηκε» με τα επίσημα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών η σύμπτωση ήταν εντυπωσιακή) το 62% των νοικοκυριών παρουσίασε μείωση των εισοδημάτων το 2017 σε σχέση με το 2016. Η παρατηρούμενη κάμψη αντανακλάται στα ετήσια στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη, καθώς ο μέσος ετήσιος μικτός μισθός το 2017 ανήλθε στα 1.021,13 ευρώ. Ήταν δηλαδή χαμηλότερος από το επίπεδο του 2016, που ανήλθε σε 1.057,21 ευρώ.

Η εντεινόμενη οικονομική στενότητα δηλώνεται από πολλά ακόμη ευρήματα, όπως για παράδειγμα ότι:

  • 3,1% του πληθυσμού μόνο καταφέρνει να αποταμιεύει.
  • 14,6% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει ούτε τις βασικές του ανάγκες.
  • 16,3% δήλωσε ότι αδυνατεί να καλύψει μια έκτακτη ανάγκη πληρωμής 500 ευρώ, ενώ το 52,2% θα την κάλυπτε με μεγάλη δυσκολία.
  • 61,1% των νοικοκυριών αναγκάζονται να κάνουν περικοπές για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους.
  • 21,5% των νοικοκυριών έχουν 1 μέλος στην οικογένεια που εργάζεται για λιγότερα χρήματα από τον επίσημα καθορισμένο μισθό των 586 ευρώ (490 καθαρή αμοιβή).

Συνέπεια της γενικότερης δυσπραγίας είναι η αναμενόμενη διεύρυνση του αριθμού των πολιτών με ληξιπρόθεσμες οφειλές. Ήδη, στο τέλος του 2017, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των νοικοκυριών προς το δημόσιο ξεπέρασαν τα 100 δισ. (από 89 δις. ευρώ το 2016, σύμφωνα με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων) δείχνοντας ότι η μείωση της ανεργίας που σημειώθηκε δεν βελτίωσε την κοινωνική ευημερία. Σε ό,τι αφορά την απασχόληση η κατάσταση παραμένει απογοητευτική καθώς το 30% των νοικοκυριών, περίπου 1 εκ. νοικοκυριά, έχουν στην οικογένειά τους 1 τουλάχιστον άνεργο, ενώ το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων ανέρχεται στο 83% του συνόλου. Τα πράγματα δε, γίνονται ακόμη χειρότερα αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι επίδομα ανεργίας λαβαίνει μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 7,3% των ανέργων, που σημαίνει ότι η ανεργία ταυτίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία και η κοινωνική πολιτική με το απόλυτο κενό, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε ένα πιάτο φαΐ σε εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους!

Κοινωνική οπισθοδρόμηση

Επιστρέφοντας στα στοιχεία που σχετίζονται με την υπερχρέωση, η έρευνα τονίζει πώς «το 19,6% των νοικοκυριών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, ενώ το 55,6% αυτών των οφειλετών έχει υπαχθεί σε κάποιου είδους ρύθμιση, ένδειξη ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλετών βρίσκεται σε μια πάγια αδυναμία εξυπηρέτησης οφειλών και αναζητά λύσεις παρατείνοντας τους χρόνους αποπληρωμής». Στη συνέχεια τονίζεται ότι «αναμένεται να διευρυνθεί ο κύκλος των πολιτών που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές». Να σημειωθεί ότι με βάση στοιχεία της κεντρικής τράπεζας, το συνολικό ύψος των δανείων των νοικοκυριών ανέρχεται σε 89,7 δις. ευρώ, εκ των οποίων τα 64,1 δις. αφορούν στεγαστικά δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των νοικοκυριών ανέρχονται στο 46,1%, σχεδόν 1 στα 2!

Το αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης είναι κοινωνική οπισθοδρόμηση, σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής: από την καθημερινότητα (με 1 στα 3 νοικοκυριά να δηλώνει ότι έχει καθυστερήσει να επισκευάσει οικιακή ηλεκτρική συσκευή και να κάνει σέρβις στο αυτοκίνητο και 1 στα 4 να καθυστερεί την εξόφληση των κοινοχρήστων), μέχρι την υγεία! Το 48% σχεδόν των νοικοκυριών δήλωσε στην έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ πώς ανέβαλλε ή καθυστέρησε να λάβει ιατρικές συμβουλές και θεραπείες λόγω οικονομικής αδυναμίας. Πρόκειται για ένα εύρημα που δηλώνει πώς κάτι …σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της «δημόσιας υγείας», καθώς αν οι υγειονομικές υπηρεσίες ήταν ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες η ιατρική φροντίδα δεν θα συναρτούταν από την υγεία της …τσέπης. Προς επίρρωση κι ένα επιπλέον εύρημα που δείχνει ότι αυξήθηκε ο αριθμός των νοικοκυριών που δήλωσε ότι ανήλθε, για τέταρτη μάλιστα συνεχή χρονιά, η ιδιωτική δαπάνη για υγειονομική και φαρμακευτική περίθαλψη. Τι άλλο από ιδιωτικοποίηση της υγείας, έμμεση έστω και καλυμμένη, δείχνουν αυτές οι απαντήσεις;

Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα συμπεράσματα σχετικά με την οικονομική μετανάστευση, καθώς το φαινόμενο όπως διαπιστώνει η έρευνα δε φαίνεται να υποχωρεί και τείνει να λάβει χαρακτηριστικά παγίωσης. Χαρακτηριστικά, το 9% των νοικοκυριών δήλωσε ότι έχει ένα τουλάχιστον μέλος στο εξωτερικό, το 40% δήλωσε ότι θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο να μεταναστεύσει στο εξωτερικό αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εύρεσης εργασίας, ενώ στις νεότερες ηλικίες 18-34 ετών το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 72,3%! Οι 3 στους 4 επομένως δεν ενθουσιάζονται με την προοπτική του τέλους των Μνημονίων σε λιγότερο από έξι μήνες…

Ώριμα αιτήματα

Στη βάση των  στέρεων συμπερασμάτων κι εκτιμήσεων της τακτικής έρευνάς της, η ΓΣΕΒΕΕ διατυπώνει μια σειρά αιτημάτων ιδιαίτερα ρεαλιστικών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον κοινωνικό ιστό και να αμβλύνουν τις οικονομικές ανισότητες, όπως αναφέρει. Ορισμένα εξ αυτών είναι:

Πρώτο, άρση των αυστηρών όρων καταβολής του επιδόματος ανεργίας για τους επαγγελματίες που έχουν βρεθεί εκτός αγοράς, με την παράλληλη διαμόρφωση ενός πλαισίου πρόνοιας και επανένταξης για τους μακροχρόνια ανέργους και επανεκκίνησης για όσους απέτυχαν επιχειρηματικά.

Δεύτερο, προστασία της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης από τους πλειστηριασμούς και τις νέες διαδικασίες κατασχέσεων. Στην έρευνα ένα ποσοστό νοικοκυριών της τάξης του 18,6%, πρακτικά το 1 στα 5, εξέφρασε φόβο για απώλεια της κατοικίας του εξ αιτίας των συσσωρευμένων υποχρεώσεων που ήδη έχουν και επιπρόσθετων επιβαρύνσεων που προκύπτουν (δανειακές, φορολογικές και άλλες).

Τρίτο, απαλοιφή των στρεβλώσεων που υφίστανται στο τραπεζικό σύστημα σχετικά με τις καταχρηστικές χρεώσεις και τις υπέρογκες συνδρομές, δεδομένου ότι δεν πρέπει να υπάρχει στην Ευρώπη άλλο τραπεζικό σύστημα πέραν του ελληνικού που να έχει κάνει πελάτη του κάθε πολίτη, θέλοντας και μη! Χαρακτηριστικά, το 77% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί πλαστικό χρήμα και e-banking για αγορά αγαθών και πληρωμή λογαριασμών. Με μετρητά προτιμά να πληρώνει μόνο το 22,8% όταν ένα χρόνο πριν υπέρ των μετρητών δήλωνε ένα ποσοστό της τάξης του 46%!

Άλλα αιτήματα που διατυπώνονται αφορούν τη διευθέτηση του ζητήματος των συσσωρευμένων οφειλών, την ενεργοποίηση και ολοκλήρωση του πλαισίου πρωτοβάθμιας υγείας, την έμφαση στην καθολική εκπαίδευση και ανάπτυξη ουσιαστικών περιγραμμάτων σπουδών και κατάρτισης και τη συγκράτηση της οικονομικής μετανάστευσης.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η έρευνα τοποθετεί τις εξελίξεις στην Ελλάδα στο ευρύτερο διεθνές οικονομικό τοπίο που διακρίνεται από την ένταση των οικονομικών ανισοτήτων. «Θα ήταν δομικό σφάλμα να αξιολογηθεί η ελληνική περίπτωση σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από αυτό που διαμορφώθηκε σε διεθνές επίπεδο την τελευταία δεκαετία», αναφέρεται χαρακτηριστικά. Μνεία γίνεται στην πρόβλεψη που διατυπώνει το World Inequality Report για το 2050, στην περίπτωση που συνεχιστεί το σημερινό μοντέλο συσσώρευσης πλούτου, ότι το 50% των φτωχότερων νοικοκυριών θα κατέχει λιγότερο από 10% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ το 1% των πλουσιότερων περίπου το 25% του παγκόσμιου πλούτου!

Στην περίπτωση της Ελλάδας, λάδι στη φωτιά των εισοδηματικών και κοινωνικών ανισοτήτων θα ρίξει ο αέναος στόχος των «λεόντειων» όπως χαρακτηρίζονται πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% που προβλέπονται από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Στο βαθμό που το ποσοστό των πλεονασμάτων θα υπερβαίνει την οικονομική μεγέθυνση πολύ εύστοχα παρατηρεί η έρευνα ότι «οδηγεί σε απόσπαση πόρων από την πραγματική οικονομία λειτουργώντας ως τροχοπέδη στην προώθηση ενός βιώσιμου αναπτυξιακού προγράμματος, με έμφαση την κοινωνική ευημερία και τη μείωση των ανισοτήτων».

Με άλλα λόγια, κενό γράμμα η περίφημη έξοδος, ακόμη κι αν είναι …καθαρή!

Πηγή:Περιοδικό Επίκαιρα

Στο κόκκινο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Το Τέξας, τη στιγμή που ο τυφώνας Χάρβεϊ υποχωρεί κι αρχίζει να γίνεται πλέον ορατή η καταστροφή που δημιούργησε, θυμίζει η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με τον καθηγητή Διονύση Γράβαρη και επιστημονικό διευθυντή του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ. Η επισήμανσή του έγινε στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στις 5 Σεπτεμβρίου όπου παρουσιάστηκε η εξαμηνιαία έρευνα αποτύπωσης οικονομικού κλίματος στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. (Εδώ είναι δημοσιευμένη ολόκληρη η έρευνα).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε ένα εύρημα από τη βαρύνουσας σημασίας έρευνα που δημοσιεύεται δύο φορές το χρόνο, είναι ότι για το επόμενο εξάμηνο προβλέπονται 12.500 ως 13.000 λουκέτα που θα μπουν κυρίως σε πολύ μικρές επιχειρήσεις και θα πλήξουν 25.000 θέσεις εργασίας.

Ανοίγοντας την παρουσίαση ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γ. Καββαθάς επισήμανε για πολλοστή φορά την ανάγκη καθιέρωσης ακατάσχετου λογαριασμού για τις επιχειρήσεις καθώς η αυξημένη χρήση POS απειλεί να οδηγήσει σε κλείσιμο τις επιχειρήσεις που οφείλουν. Σύμφωνα με την ίδια την έρευνα το 32,5% του κύκλου εργασιών γίνεται πλέον μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών. Το γεγονός όμως ότι η δέσμευση των ποσών δεν οδηγεί αυτόματα σε συμψηφισμό με τα χρέη στη εφορία, ώστε να μειώνεται ισόποσα η οφειλή, δημιουργεί τεράστια αδιέξοδα καθώς το POS από τη μια αφαιρεί ρευστότητα την επιχείρηση κι από την άλλη αφήνει τα χρέη στο ύψος τους και τους μικρομεσαίους στην απόγνωση…

Βασικό εύρημα της έρευνας είναι ότι το πρώτο εξάμηνο του 2017 σηματοδοτεί τη σταδιακή επαναφορά της οικονομικής δραστηριότητας σε ένα ελάχιστο επίπεδο κανονικότητας, το οποίο εκδηλώνεται με τη βελτίωση πολλών και σημαντικών δεικτών. Κάπου εδώ όμως σταματούν και τα καλά νέα καθώς η γενική εικόνα παραμένει αρνητική.

Για παράδειγμα, το 58,4% των ερωτηθέντων (που περιλαμβάνει 1.006 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις απ’ όλη την Ελλάδα) δήλωσε ότι η κατάσταση της επιχείρησής του επιδεινώθηκε το τελευταίο εξάμηνο. Μόνο το 8,7% δήλωσε ότι βελτιώθηκε ενώ το 32,7% απάντησε ότι η κατάσταση παρέμεινε αμετάβλητη. Η πλειοψηφία επίσης (65,1%) δήλωσε ότι μειώθηκε η ρευστότητα της επιχείρησης (ενώ αύξηση δήλωσε το 8,3% και στασιμότητα το 25,8%), ενώ ένα συγκρίσιμο ποσοστό της τάξης του 62,2% χαρακτήρισε αμετάβλητη την επενδυτική δραστηριότητα του προηγούμενου εξαμήνου. Όσοι δε δήλωσαν μείωση των επενδύσεων (28,2%) είναι πολλαπλάσιοι απ’ όσους δήλωσαν αύξηση (8,2%)! Οι αρνητικές απαντήσεις υπερτερούν επίσης σε ό,τι αφορά τον κύκλο εργασιών (με το 57,5% να δηλώνει μείωση), τη ζήτηση (μείωση δήλωσε το 56,2%) και τις παραγγελίες (για το 57,6% μειώθηκαν).

Εξ ίσου ζοφερή είναι και η εικόνα για το μέλλον, με την πλειοψηφία των ερωτηθέντων (47,4%) να απαντάει ότι η κατάσταση της επιχείρησής του θα επιδεινωθεί. Βελτίωση προβλέπει μόνο το 10,9% ενώ το 33% στην έρευνα που διεξήγαγε η εταιρεία Marc προβλέπει σταθερότητα. Σε ό,τι αφορά την επενδυτική δραστηριότητα περισσότεροι από δύο στους τρεις (69,4%) προβλέπουν ότι θα μείνει αμετάβλητη ενώ όσοι προδικάζουν μείωση (21,8%) υπερτερούν σημαντικά όσων δήλωσαν ότι θα αυξηθεί (4,2%). Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις και σε ό,τι αφορά τον κύκλο εργασιών (μείωση για το 43,9%), τη ζήτηση (μείωση για το 43,5%), τη ρευστότητα (μείωση για το 47,1%) και τις παραγγελίες (μείωση για το 43,3%).

Οι συντάκτες της έκθεσης δίνουν την ακόλουθη ερμηνεία για τα παραπάνω ευρήματα, που θα πρέπει να σημειωθεί ότι διακρίνονται για την αξιοπιστία τους, δεδομένου ότι οι προβλέψεις πάντα επαληθεύονται, ενώ επίσης συμπίπτουν με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιεύει η Στατιστική Υπηρεσία: «Η μετάθεση λήψης μέτρων για τα επόμενα δύο χρόνια (αναφορικά με το αφορολόγητο και τις παρεμβάσεις στις συντάξεις) αναβάλλει απλά τις οικονομικές αποφάσεις των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων στο μέλλον, και σε συνδυασμό με τη χαμηλή αποταμίευση και τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, επιφέρει επιδείνωση στους δείκτες ζήτησης και επενδύσεων των μικρών επιχειρήσεων».

Η κυβέρνηση έτσι, μπορεί να ανέβαλε για το μέλλον την εφαρμογή αποφάσεων υψηλού πολιτικού κόστους, όπως η μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου, στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης διασώζοντας το πολιτικό της κεφάλαιο, με αυτό τον τρόπο ωστόσο πέτυχε να παρατείνει την οικονομική στασιμότητα. Ποια δυναμική οικονομικής ανάπτυξης να δημιουργηθεί όταν όλοι περιμένουν μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, που θα επιφέρει συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης και συνακόλουθα μείωση του τζίρου και της ρευστότητας για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις;

Αποτέλεσμα της υποτονικής ζήτησης είναι και το υψηλό ποσοστό αναξιοποίητου παραγωγικού δυναμικού. Στις μεταποιητικές επιχειρήσεις ο συγκεκριμένος δείκτης ανέρχεται σε 51,3%, που δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της εγκατεστημένης παραγωγικής δυναμικότητας παραμένει σε αχρηστία, είναι αναξιοποίητο. «1 στις 2 μηχανές βρίσκονται σε αδράνεια» όπως αναφέρει η έκθεση. Από μια άλλη οπτική γωνία αυτό το συμπέρασμα δείχνει ότι το ζητούμενο της ελληνικής οικονομίας δεν είναι οι επενδύσεις, όπως κατά κόρον επαναλαμβάνεται ακόμη κι από υπουργούς. Παραγωγική δυναμικότητα υφίσταται, το πρόβλημα είναι πως λείπει το εισόδημα που θα την έθετε σε κίνηση, επιδρώντας ευεργετικά ταυτόχρονα και στην απασχόληση…

Επί του παρόντος για πρώτη φορά η έρευνα δεν κατέγραψε μείωση της απασχόλησης, καθώς σε κάθε μία πρόσληψη αντιστοιχεί μία απόλυση. Για το επόμενο εξάμηνο ωστόσο οι προοπτικές είναι αρνητικές καθώς το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν ότι θα προχωρήσουν σε περικοπές θέσεων εργασίας είναι διπλάσιο από εκείνων που δηλώνουν πως θα τις αυξήσουν. Η εικόνα της απασχόλησης επιδεινώνεται να λάβουμε επίσης υπ’ όψη μας την έκταση της ελαστικής εργασίας. Όπως αναφέρει η έκθεση «η αύξηση των ευέλικτων μορφών εργασίας επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το 36,4% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι αναγκάστηκε να μειώσει περιστασιακά τις ώρες… ποσοστό υψηλότερο σε σχέση με τον Ιούλιο του 2016. Επιπρόσθετα, το 33,8% των επιχειρήσεων δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα έγκαιρης καταβολής μισθοδοσίας».

Από τα ευρήματα της έρευνας ωστόσο ξεχωρίζει κι ένα ποιοτικό στοιχείο, για το οποίο ο Δ. Γράβαρης εξέφρασε την ελπίδα να είναι πρόσκαιρο και να μην παγιωθεί. Συγκεκριμένα, ένας ιδιότυπος οικονομικός δυισμός που καταδικάζει σε χειρότερες οικονομικές επιδόσεις τις μεταποιητικές, μικρές επιχειρήσεις, μεγάλης ηλικίας χωρίς προσωπικό και με ελάχιστο τζίρο. Πιο συγκεκριμένα, τις περισσότερες θετικές απαντήσεις στο ενδεχόμενο η επιχείρηση να έχει σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας το επόμενο διάστημα σε βαθμό να κινδυνεύει να κλείσει έδωσαν οι επιχειρήσεις με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση (ενώ ο περισσότερο αισιόδοξος κλάδος εμφανίζεται οι υπηρεσίες).
  • Έχουν 10 ως 15 έτη λειτουργίας (και τις λιγότερες θετικές απαντήσεις οι επιχειρήσεις έως 5 ετών, αυτές δηλαδή που έκαναν έναρξη εργασιών μέσα στην κρίση).
  • Δεν απασχολούν προσωπικό (ενώ στο άλλο άκρο είναι όσες απασχολούν πάνω από 5 άτομα).
  • Έχουν τζίρο κάτω από 50.000 ευρώ (όταν οι επιχειρήσεις με τον υψηλότερο τζίρο άνω των 300.000 ευρώ δηλώνουν τις λιγότερες θετικές απαντήσεις), και
  • Η έδρα τους βρίσκεται στην Αττική (οι επιχειρήσεις αντίθετα στην υπόλοιπη Ελλάδα δηλώνουν λιγότερο πιθανό να κλείσουν).

Πηγή: περιοδικό Επίκαιρα