Τραμπονόμικς: Βαθύτερη εκμετάλλευση εντός, ανταγωνισμός μέχρι τέλους εκτός των ΗΠΑ

A trader wears a Donald Trump hat while working on the floor of the New York Stock Exchange shortly after the opening bell. REUTERS/Lucas Jackson

Οποιαδήποτε προσπάθεια πρόβλεψης, ανάλυσης και τοποθέτησης της οικονομικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ στο ιστορικό πλαίσιο αντιμετωπίζει μια δυσκολία.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Τη ρητορεία του που ξεχειλίζει από επιθέσεις ενάντια στην αμερικανική επιχειρηματική ελίτ, της οποίας ο ίδιος αποτελεί επίλεκτο μέλος. Αν ο προκάτοχός του στο Λευκό Οίκο μπορεί να υπερηφανεύεται ότι ήταν ο πρώτος μαύρος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, ο Ντόναλν Τραμπ διεκδικεί το προνόμιο πώς είναι ο πλουσιότερος. Με επενδύσεις κυρίως στην αγορά ακινήτων που υπερβαίνουν ακόμη κι αυτά τα σύνορα των ΗΠΑ ο Τραμπ συνεχίζει στο δρόμο που πρώτος άνοιξε ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Δηλαδή, σε περιόδους σοβαρής οικονομικής κρίσης τμήματα του κεφαλαίου να παίρνουν απ’ ευθείας στα χέρια τους τα ηνία της πολιτικής καταργώντας, πρόσκαιρα, τη σχετική της αυτονομία. Για να κρύψει πιθανότατα αυτήν ακριβώς την ταξική του ένταξη, δεν είναι και λίγες εκείνες οι φορές που οι επιθέσεις του υπερέβησαν το επίπεδο του εντυπωσιασμού κι έγιναν πράξη, όπως για παράδειγμα συνέβη με αφορμή την εγκατάσταση αμερικανικών εργοστασίων παραγωγής στο Μεξικό, όταν απείλησε όχι μόνο τις γερμανικές αλλά και τις αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες με επιπλέον φόρους, ακόμη και στο επίπεδο του 35%. Η δυσκολία γίνεται μεγαλύτερη λόγω των επιλεκτικών συμμαχιών που έχει δημιουργήσει με τμήματα της παραδοσιακής λευκής εργατικής τάξης των ΗΠΑ, εκείνη που κατοικεί στις μεσοδυτικές πολιτείες (Ουισκόνσιν, Μίτσιγκαν, Πενσυλβάνια, Οχάιο) κι επλήγη από την κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας, στην οποία ο πρώτος δισεκατομμυριούχος πρόεδρος απευθυνόταν κατά την προεκλογική του εκστρατεία με προνομιακό τρόπο.

Φιλο-επιχειρηματική ατζέντα

Αφαιρώντας τον «θόρυβο» που δημιουργεί η επικοινωνιακή πληθωρικότητα του νέου αμερικανού προέδρου, έργο που γίνεται σημαντικά ευκολότερο όσο απομακρυνόμαστε από τις ήσυχες προεκλογικές μέρες, με ευκολία μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το οικονομικό πρόγραμμα του Τραμπ, τα Τραμπονόμικς, συμπυκνώνονται σε δύο κατευθύνσεις: Από τη μια, θα γίνουμε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς επίθεσης στα λαϊκά εργατικά στρώματα με στόχο την αφαίρεση και των τελευταίων κατακτήσεων τους, είτε εδράζονται στο πεδίο της διανομής (μισθός), είτε της αναδιανομής (εισοδηματικές ενισχύσεις, ασφάλιση). Από την άλλη, η διακυβέρνηση Τραμπ θα επιχειρήσει να υλοποιήσει μια ξεκάθαρα φιλο-επιχειρηματική ατζέντα, καταργώντας κάθε είδους εμπόδιο που περιορίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ειδικότερα στις εξής κατευθύνσεις, όπως είχε εξαγγείλει ο ίδιος ο Τραμπ, θα στραφεί η φιλο-επιχειρηματική δράση του: Απορρύθμιση, περικοπές φόρων, μείωση κυβερνητικών δαπανών, διαμόρφωση φιλικών απέναντι στις επιχειρήσεις πολιτικών και η εκπόνηση ενός γενναίου προγράμματος ενίσχυσης των υποδομών, που μπορεί να φτάσει ακόμη και το 1 τρισ. δολ. Η υλοποίηση φυσικά όλων αυτών των πολιτικών και πολύ περισσότερο του προγράμματος χρηματοδότησης των υποδομών περνάει μέσα από τους αυστηρότατους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Ο Τραμπ κι η ομάδα του ξέρουν καλά πως άλλα περιθώρια ενίσχυσης του κεφαλαίου υπήρχαν την εποχή που ανέλαβε ο Ρέιγκαν όταν ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ ήταν 30%, ακόμη κι όταν αναλάμβανε ο Τζορτζ Μπους που ήταν 57%. Σήμερα ξεπερνάει το 75% οπότε η χρηματοδότηση των υποδομών περνάει αναγκαστικά μέσα από σχήματα συμπράξεων δημοσίου και ιδιωτικού τομέα που χρησιμοποιούνται κατά κόρον σε Ηνωμένο Βασίλειο και Καναδά. Εκ των πραγμάτων περιορισμένα θα είναι και τα φορολογικά δώρα που μπορεί να προσφέρει ο Ντόναλντ Τραμπ στους πλουσίους, δεδομένου ότι επί Ρέιγκαν για παράδειγμα ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής ανερχόταν στο 70%, για να μειωθεί σε δύο θητείες στο 28%. Σήμερα ωστόσο ο υψηλότερος φορολογικός συντελεστής βρίσκεται στο 39,6%, οπότε το περιθώριο μείωσης είναι σημαντικά μικρότερο.

Παρόλ’ αυτά, το ζητούμενο της διακυβέρνησης Τραμπ θα είναι να συντελεσθεί μια νέα, βαθιά αντιδραστική στροφή. Πρώτος σταθμός σε αυτή τη διαδικασία θα είναι η ακύρωση των πολιτικών ενσωμάτωσης της οκταετίας Ομπάμα, που συνυπήρχαν με πολιτικές εξυπηρέτησης του κεφαλαίου. Η θητεία του πρώτου μαύρου προέδρου στην ιστορία των ΗΠΑ (2009-2016), μένοντας μόνο στην οικονομία, θα χαρακτηρίζεται τόσο από την μείωση της ανεργίας από το επίπεδο ρεκόρ του 10% που είχε φτάσει όταν εγκαταστάθηκε στο Λευκό Οίκο στο 5% που την παρέδωσε αποχωρώντας, όσο και από τους όρους αλλαγής των εργασιακών σχέσεων στην αυτοκινητοβιομηχανία ως αυστηρή προϋπόθεση για τη διάσωσή της General Motors και της Chrysler. Τόσο από το νόμο Ντοντ Φρανκ, που ψηφίστηκε το 2010 υψώνοντας κάποια τείχη μεταξύ της λιανικής και της επενδυτικής τραπεζικής ώστε να μην επαναληφθεί η άγρια κερδοσκοπία που οδήγησε στην κρίση του Σεπτεμβρίου του 2008, όσο και από υλοποίηση του προγράμματος TRAP (Troubled Asset Relief Program) ύψους 700 δισ. δολ. με το οποίο χρηματοδοτήθηκαν αθρόα οι χρεοκοπημένες τράπεζες. Η κατάληξη ωστόσο ήταν να δημιουργηθούν ακόμη μεγαλύτερες τράπεζες! Με τη συγχώνευση της Chase με την Bear Sterns, της Wells Fargo με τη Wachovia και της Bank of America με την Merrill Lynch, το αποτέλεσμα είναι οι 12 μεγαλύτερες τράπεζες να ελέγχουν το 70% του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού και οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες (JPMorgan, Citigroup, Bank of America, Wells Fargo US και Bankcorp) το 52% όλων των καταθέσεων! Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός του ολιγοπωλίου τότε τι είναι;

Επομένως, χωρίς να υποτιμούμε το πραγματικό νέο (αν και αποκρουστικό) που εκπροσωπεί ο Τραμπ, δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τα στοιχεία της συνέχειας που διαπερνούν την πολιτική Ομπάμα και Τραμπ, με το νέο πρόεδρο να έρχεται να υλοποιήσει ακόμη πιο επιθετικά στοιχεία της πολιτικής Ομπάμα, ενώ ακρωτηριάζει εκείνες τις πολιτικές που άμβλυναν τις αντιθέσεις. Είναι ενδεικτική η αντίδραση των χρηματιστηρίων, που επιβεβαιώνει την τομή αλλά και τη συνέχεια. Το πάρτι που παρατηρείται είναι εμφανές από την επομένη των εκλογών του Νοεμβρίου με όλους τους δείκτες να καταγράφουν μια μέση αύξηση της τάξης του 10% (πχ ο S&P 500 από 2.168 στις 10 Νοεμβρίου 2016 στις 2.344 στις 24 Μαρτίου 2017, ο Ντάου Τζόουνς 18.532 στις 20.575, κοκ) και πριν ωστόσο σταθερά αυξητική ήταν η πορεία των μετοχών και των δεικτών.

Στο πυρ το εξώτερο περιβάλλον και ρυθμίσεις

Επίδειξη της αποφασιστικότητάς του να υλοποιήσει το πρόγραμμά του, έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ στις 24 Ιανουαρίου όταν υπέγραφε το ένα προεδρικό διάταγμα μετά το άλλο, δείχνοντας έτσι ότι η υποβάθμιση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας δεν είναι προνόμιο μόνο χωρών όπως η Ελλάδα, που ελέω δημοσιονομικής κρίσης έχουν παραδώσει τα κυριαρχικά τους δικαιώματα. Μεταξύ πολλών άλλων ο νέος αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε επίσης και προεδρικό διάταγμα που έδινε το πράσινο φως για την κατασκευή δύο αγωγών μεταφοράς πετρελαίου (Keystone XL και Dakota Pipeline – DAPL) που στο παρελθόν είχαν προκαλέσει μαζικές κινητοποιήσεις με αίτημα να ακυρωθεί η κατασκευή τους. Ο Μπάρακ Ομπάμα μόλις το Νοέμβριο του 2015 απέρριψε την κατασκευή του Keystone, ενώ ο Τραμπ στις προεκλογικές του ομιλίες υποστήριζε την κατασκευή τους επικαλούμενος τις θέσεις εργασίας που θα δημιουργήσουν, την μείωση των τιμών στα καύσιμα που θα επιφέρουν και τον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης των ΗΠΑ. Επί της ουσίας η κατασκευή τους μπορεί να σημάνει τεράστιους περιβαλλοντικούς κινδύνους, ωστόσο θα αποτελέσει θείο δώρο για την πετρελαιοβιομηχανία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα κληθεί να χρηματοδοτήσει πρότζεκτ αξίας δισ. δολ.

Ένα άλλο αντιπροσωπευτικό δείγμα για το περιεχόμενο που δίνει ο Τραμπ στον όρο απορρύθμιση, εννοώντας να ακυρωθεί κάθε μέτρο ρύθμισης της επιχειρηματικής δράσης κι εν προκειμένω να σταματήσει κάθε μέτρο περιβαλλοντικής προστασίας, έδωσε ήδη η νέα αμερικανική διοίκηση παγώνοντας τον ορισμό στόχων, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, για την εκπομπή ρύπων των αυτοκινήτων την περίοδο 2022-2025. Στην πράξη αφήνεται η αγορά ελεύθερη, δηλαδή ασύδοτη, να συνεχίσει να ρυπαίνει. Η απροθυμία του Λευκού Οίκου να επιβάλλει περιοριστικούς κανόνες που θα διευκολύνουν την μείωση των επικίνδυνων ρύπων ήδη υποκινεί την Πολιτεία της Καλιφόρνιας να καλύψει το κενό, θέτοντας εκείνη τους στόχους που δεν τίθενται σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι μάλιστα δεδομένο ότι τους δικούς της στόχους θα υιοθετήσουν κι άλλες Πολιτείες στη συνέχεια δημιουργώντας ένα κατακερματισμένο ρυθμιστικό περιβάλλον. Επί της ουσίας όμως η αυτοκινητοβιομηχανία, στην περίπτωσή μας, θα έχει καταγάγει μια νίκη, δεδομένου του υψηλού κόστους συμμόρφωσης που επισείουν οι ρυθμίσεις σεβασμού του περιβάλλοντος.

Στα ύψη οι πολεμικές δαπάνες

Η πρώτη μείζονος σημασίας απόφαση στη οικονομική πολιτική που έχει δρομολογηθεί από τη διακυβέρνηση Τραμπ αφορά στην ψήφιση του νέου προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2018, που θα ξεκινήσει να εφαρμόζεται την 1η Οκτωβρίου 2017, ενώ η σύνταξή του θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τον Μάιο του 2017. Ήδη, ωστόσο, έχουν γίνει γνωστές οι εγγραφές στα σημαντικότερα κονδύλια του, με προεξάρχων το κονδύλι των αμυντικών δαπανών που θα αυξηθεί κατά 10% περίπου ή κατά 54 δισ. ευρώ, από τα 596 δισ. που είναι σήμερα. Πρόκειται για μια πρωτοφανή αύξηση, πηγή σοβαρότατων ανησυχιών σε δύο κατευθύνσεις.

Η πρώτη σχετίζεται με την παγκόσμια ειρήνη. Με βάση στοιχεία του 2015, οι ΗΠΑ ήταν η χώρα που διέθεταν όχι μόνο μακράν το μεγαλύτερο ποσό απ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα για πολεμικές δαπάνες (αναμενόμενο αυτό), αλλά οι δαπάνες τους, επιπλέον, ισοδυναμούσαν με τα ποσά που διέθεταν οι επτά επόμενες χώρες στη λίστα με τις πολεμικές δαπάνες. Πλέον θα ξεπερνούν τα χρήματα που δίνουν κι οι εννιά επόμενες (Κίνα: 215 δισ. δολ., Σαουδική Αραβία: 87,2 δισ. δολ. Ρωσία: 66,4 δισ. δολ., Αγγλία: 55,5 δισ. δολ., Ινδία: 51,3 δισ. δολ., Γαλλία: 52,9 δισ. δολ., Ιαπωνία: 40,9 δισ. δολ., Γερμανία: 39,4 δισ. δολ. και Ν. Κορέα: 36,4 δισ. δολ.). Με άλλα λόγια όσο θα δίνουν οι ΗΠΑ θα ξεπερνούν όσα έδωσαν οι εννιά επόμενες χώρες στη λίστα των 10 κορυφαίων. Δηλώσεις μάλιστα του ίδιου του αμερικανού προέδρου προδικάζουν ότι ο πακτωλός χρημάτων που θα δοθεί στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα θα διοχετευθεί κατά προτεραιότητα σε παραγγελίες πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών και στην ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας σε δύο περιοχές: Τα στενά του Χορμούζ (στον Περσικό Κόλπο) και τη Νότια Κινέζικη Θάλασσα. Ο Ντόναλντ Τραμπ, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για επιθετικές κι όχι αμυντικές προετοιμασίες (που θα μπορούσαν να αιτιολογηθούν στο όνομα του περιβόητου πολέμου κατά της τρομοκρατίας) προδίκασε με αυτό τον τρόπο τα δύο επόμενα θερμά μέτωπα που θα ανοίξουν οι ΗΠΑ: Ιράν και Κίνα! Η προοπτική ραγδαίας αύξησης των πολεμικών δαπανών διαψεύδει εφησυχαστικές προβλέψεις που διατυπώνονταν κατά κόρον την προεκλογική περίοδο και προδίκαζαν ότι ο Τραμπ θα σημάνει μια αναδίπλωση των ΗΠΑ στα του οίκου τους. Επρόκειτο για προβλέψεις που μέσω της αποσιώπησης και της συγκάλυψης αποσκοπούσαν στη δημιουργία συναίνεσης και την εύρεση συμμάχων γύρω από την πολιτική του.

Ο δεύτερος λόγος ανησυχίας από την εκρηκτική αύξηση των αμερικανικών πολεμικών δαπανών προέρχεται από μια διαβεβαίωση που έδωσε ο Τραμπ, ώστε να καθησυχάσει τους ιέρακες της δημοσιονομικής πειθαρχίας: ότι η αύξηση των δαπανών θα είναι δημοσιονομικά ουδέτερη. Δηλαδή, δεν πρόκειται να ανατρέψει την όποια δημοσιονομική σταθερότητα και να διευρύνει το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού. Έτσι, η αύξηση των πολεμικών δαπανών, που δικαιολογήθηκε από τον Λευκό Οίκο με την επίκληση του συνθήματος «Η Αμερική πρώτα» (για να πάρει τη σκυτάλη ο βρετανικός Γκάρντιαν και να γράψει στις 27 Φεβρουαρίου ότι «αυτή η φράση προέρχεται από τους συμπαθούντες των Ναζί που επεδίωκαν να κρατήσουν έξω από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τις ΗΠΑ») θα προκαλέσει την μεγαλύτερη μείωση στις μη στρατιωτικές δαπάνες από την εποχή του Ντόναλντ Ρέιγκαν. Η μεγαλύτερη πηγή εξοικονόμησης κονδυλίων θα είναι το υπουργείο Εξωτερικών και δη τα κονδύλια που χρηματοδοτούσαν διεθνή βοήθεια, τα οποία διεύρυναν την επιρροή των ΗΠΑ μέσω της στήριξης φιλικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων κάθε λογής δραστηριότητας. Οργανώσεων που πολύ συχνά λειτουργούσαν σαν ιμάντες προώθησης της αμερικανικής πολιτικής επιρροής στον κόσμο.

Οι περικοπές δαπανών θα παρασύρουν επιπλέον δεκάδες κωδικούς του κρατικού προϋπολογισμού που βοηθούσαν φτωχούς και απόρους εντός των ΗΠΑ. Μεταξύ πολλών άλλων, ενδεικτική είναι η απόφαση να εξαλειφθεί πλήρως η κρατική χρηματοδότηση σε δικηγόρους και νομικά γραφεία που στήριζαν τους φτωχούς και δη μάλιστα των αγροτικών Πολιτειών (Αλαμπάμα, Αριζόνα, Αϊντάχο, Ινδιάνα, Κάνσας, Μισισιπή, Νεβάδα, Νέο Μεξικό, Νότια Καρολίνα, Νότια Ντακότα, Τέξας και Ούτα) στις δικαστικές τους διαμάχες. Οι διαμάχες αφορούσαν από αντιδικίες με τράπεζες, με αφορμή εξώσεις και πλειστηριασμούς, μέχρι οικογενειακές υποθέσεις (διαζύγια, επιμέλεια παιδιών, κ.α.). Τερματίζοντας το κράτος αυτή την παροχή είναι εμφανές ότι οι πιο φτωχοί (που αδυνατούν να καλύψουν το κόστος του συνηγόρου) θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση όταν θα πρέπει να υπερασπισθούν τα δικαιώματά τους απέναντι στο κράτος, τις τράπεζες ή πιο εύπορους αντίδικους.

Ανισότητες και χρέη

Αν εφαρμοσθούν τα μέτρα του Τραμπ η τρομερή εισοδηματική ανισότητα που χαρακτηρίζει τη σημερινή Αμερική θα οδηγηθεί σε παροξυσμό. Για να γίνει αντιληπτή η αυξανόμενη ανισότητα αξίζουν να αναφερθούν τα ακόλουθα στοιχεία: Το κορυφαίο 1% του πληθυσμού κερδίζει κατά μέσο όρο 1,3 εκ. δολ. ετησίως, που είναι τρεις φορές περισσότερα απ’ όσα κέρδιζε τη δεκαετία του ’80, όταν το εισόδημά του ανερχόταν 428.000 δολ. Το κατώτερο 50% του πληθυσμού ωστόσο 16.000 δολ. κέρδιζε προ φόρων τη δεκαετία του ’80, τόσα κερδίζει και σήμερα. Ένα άλλο μέτρο της αυξανόμενης ανισότητας δίνεται από το ακόλουθο στοιχείο: Τη δεκαετία του ’70, το κορυφαίο 1% κέρδιζε το 10% του συνολικού εισοδήματος. Σήμερα όμως κερδίζει το 20%, δηλαδή διπλασίασε το μερίδιό του. Πηγαίνοντας στην άλλη άκρη της κλίμακας, το κατώτερο 50% ενώ τη δεκαετία του ’70 κέρδιζε το 20% του εθνικού εισοδήματος, σήμερα κερδίζει μόνο το 12% (CNN money, 12 Δεκεμβρίου 2016).

Ενδεικτικά στοιχεία για την κατάσταση φτώχειας στην οποία διαβιούν εκατομμύρια αμερικανικές οικογένειες προέκυψαν από την ανάλυση στην οποία προέβη ο ιστότοπος Credit.com για τα χρέη όσων αποβιούν. Τα δεδομένα αφορούσαν τον Δεκέμβριο του 2016 κι έδειξαν πως το 73% μαζί με τη …ζωή άφηνε πίσω του και χρέη, κατά μέσο όρο 61.554 δολάρια. Αφαιρώντας το υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων το μέσο χρέος μειωνόταν σε 12.875 δολ.! Το υπόλοιπο με τη μεγαλύτερη συχνότητα ήταν πιστωτικές κάρτες (68%, με μέσο υπόλοιπο 4.531 δολ.) κι ακολουθούσαν στεγαστικά δάνεια (37%), δάνεια για αγορά αυτοκινήτου (25%, 17.111 δολ.), προσωπικά δάνεια (12%, 14.793 δολ.) και φοιτητικά δάνεια (6%, 25.931 δολ.). Οι συνέπειες αυτής της (μακάβριας) στατιστικής προκαλούν δέος: Αν η προηγούμενη γενιά έκλεινε τον κύκλο της ζωής κληροδοτώντας στη επόμενη περιουσία (ακίνητα, μετρητά, τιμαλφή, ΙΧ, μετοχές, κοκ) η σημερινή γενιά σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό κληροδοτεί χρέη, δηλαδή υποχρεώσεις που οδηγούν σε κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων από τους πιστωτές. Και κάθε φορά θα μένει να φανεί αν ό,τι μείνει μετά την οικειοποίηση εκ μέρους των δανειστών του χρέους θα είναι άξιο λόγου ώστε να μεταφερθεί στην επόμενη γενιά…

Λίγοι και καλοί από τους ανθρώπους του προέδρου…

Τα πρώτα δείγματα γραφής για την οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσει ο νέος αμερικανός κατατέθηκαν με την επιλογή των προσώπων που θα φέρουν σε πέρας στο εξής την υλοποίηση αυτής της πολιτικής. Είναι αυτοί που, όπως έγραψαν οι Financial Times στις 2 Μαρτίου «λάθρα θα αλλάξουν τον τρόπο που οι κανόνες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται. Αυτό μπορεί να έχει δραματικές επιπτώσεις»…

Μεταξύ πολλών άλλων παραδειγμάτων που αποκαλύπτουν τις στενές σχέσεις της ομάδας του Τραμπ με το επιχειρηματικό κατεστημένο των ΗΠΑ αξίζει να σταθούμε στον Τζέο Κλέιτον που επέλεξε να διορίσει ο αμερικανός πρόεδρος στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με επίσημη αποστολή να προστατεύει τα συμφέροντα των επενδυτών, να αποκαλύπτει περιπτώσεις χρηματοπιστωτικών εγκλημάτων και να διασφαλίζει ότι οι αγορές λειτουργούν επ’ ωφελεία όλων. Μόνο, που για να φέρει σε πέρας όλα αυτά τα καθήκοντα πρέπει να ξεπεράσει ένα εμπόδιο: τη σύγκρουση συμφέροντος που προκαλούν στα νέα του καθήκοντα οι επαγγελματικές σχέσεις του πολύ πρόσφατου παρελθόντος του. Ειδικότερα, έχοντας εργαστεί ως νομικός σύμβουλος πολυεθνικών κολοσσών στο παρελθόν, όπως της Goldman Sachs και της Deutsche Bank (που καταδικάστηκε με 10 δισ. δολ. πρόστιμο για ξέπλυμα ρώσικου χρήματος), πώς είναι δυνατό τώρα να υπηρετήσει τα συμφέροντα των επενδυτών απέναντι σε αυτές τις εταιρείες που αποτελούν συνήθεις υπόπτους κάθε παραβίασης της νομοθεσίας; Επιπλέον, η διεθνούς κύρους νομική του εταιρεία είχε μόλις τα τελευταία χρόνια πελάτες εταιρείες όπως τη Volkswagen, που βρέθηκε ένοχη για την παραποίηση των εκπομπών αερίων από τους κινητήρες των οχημάτων της ώστε να φαίνεται πώς καλύπτουν τις προϋποθέσεις προστασίας του περιβάλλοντος, και τη φαρμακευτική Valean, που χαρακτηρίζεται ως η αντίστοιχη της Enron στο φαρμακευτικό κλάδο. Καθόλου τυχαία ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, που το 2016 διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών, για να βρει απέναντί του σύσσωμο το δημοκρατικό κατεστημένο,  χαρακτήρισε τον Κλέιτον ως «ενσάρκωση της πλεονεξίας που κατέστρεψε σχεδόν την οικονομία».

Και δεν είναι μόνο ο Κλέιτον που φέρνει στην επιφάνεια τους δεσμούς αίματος που διατηρεί ο Τραμπ με την επιχειρηματική κοινότητα των ΗΠΑ.

Εξ ίσου κραυγαλέες περιπτώσεις αποτελούν κι οι ακόλουθες επιλογές του Τραμπ, που προδικάζουν τη φιλοεπιχειρηματική ατζέντα του Λευκού Οίκου: Γκάρι Κον, πρόεδρος της Goldman Sachs που διορίστηκε από τις 12 Δεκεμβρίου 2016 κιόλας διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου. Στίβεν Μινούχιν, υπουργός Οικονομικών που εργάστηκε επί 17 χρόνια στην Goldman Sachs πριν δημιουργήσει το δικό του κεφάλαιο υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου. Γουίλμπορ Ρος, υπουργός Εμπορίου, επικεφαλής της επενδυτικής τράπεζας Ρότσιλντ για 25 χρόνια και με προσωπική περιουσία που φτάνει τα 2,5 δισ. δολ. σύμφωνα με το περιοδικό Forbes. Σκοτ Γκότλιμπ, επίτροπος με ευθύνη τα τρόφιμα και τα φάρμακα κι επίσης μέτοχος σε μεγάλη εταιρεία κεφαλαίων υψηλού κινδύνου. Μάλιστα, αντίθετα με την τρέχουσα φιλολογία που εμφανίζει τις ΗΠΑ ως υπόδειγμα λιτού κράτους, η λίστα των διορισμών που θα επιβάλλει ο Λευκός Οίκος σε όλο το μήκος της δημόσιας διοίκησης υπερβαίνει τους 1.000. (Σε αυτό τον αριθμό για την ακρίβεια περιορίζονται μόνοι οι διορισμοί που θα εγκριθούν από τη Γερουσία). Αριθμός ικανός ώστε να αποκτήσει την πρόσβαση που χρειάζεται στις δημόσιες υποθέσεις κάθε μεγέθους αμερικανική επιχείρηση για να υπερασπίζεται και να προάγει αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά της…

Το σχέδιο του Τραμπ, δεν θα υλοποιηθεί χωρίς αντιδράσεις. Ο 45ος αμερικανός πρόεδρος, επιχειρώντας να υλοποιήσει μια αντιδραστική στροφή βάθους, και σε όλο μάλιστα το μέτωπο (από τα πολιτικά δικαιώματα και την εξωτερική πολιτική μέχρι τη μετανάστευση και την οικονομία), συναντάει απρόβλεπτης έντασης και επιμονής αντιστάσεις από όλο το μήκος και το πλάτος της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής.

Η ασφαλιστική κάλυψη διχάζει τους Ρεπουμπλικανούς

Ενδεικτικές ήταν οι αντιδράσεις που συνόδευσαν την προσπάθεια του Τραμπ να εκθεμελιώσει την λεγόμενη «Obamacare», όπως αποκαλείται ένα πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης το οποίο ψηφίστηκε το 2010 και για πρώτη φορά στην ιστορία των ΗΠΑ επιχείρησε να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στους φτωχούς. Η κατάργησή του αποτελούσε βασική εξαγγελία του Τραμπ το 2016. Ωστόσο, και οι δύο προσπάθειες που έκανε ο Λευκός Οίκος, μέσα σε 24 ώρες, στις 24 Μαρτίου 2017 για να καταργήσει το νόμο του Ομπάμα, απέτυχαν και μάλιστα παταγωδώς, καθώς ο νόμος που, μέσω μεταρρυθμίσεων θα καταργούσε το υπάρχων καθεστώς αποσύρθηκε ώστε να μην καταγραφεί μια ταπεινωτική ήττα. Η απόφαση να μην εισέλθει καν για ψήφιση το ταξικό τερατούργημα του Τραμπ, με την ονομασία Αμερικανικός Νόμος για την Υγειονομική Περίθαλψη, οριστικοποιήθηκε όταν έγινε εμφανές ότι απέναντι στη νομοθετική πρωτοβουλία του δεν στέκονταν μόνο σύσσωμοι οι Δημοκρατικοί, αλλά και Ρεπουμπλικάνοι, καθιστώντας έτσι αδύνατο να συγκεντρωθούν οι 216 ψήφοι που απαιτούνταν. Συγκεκριμένα 30 Ρεπουμπλικάνοι δήλωσαν ότι δεν θα ψήφιζαν το νομοσχέδιο του Τραμπ που αν τεθεί σε εφαρμογή τότε οι φτωχότεροι Αμερικάνοι (με εισόδημα λιγότερο των 10.000 δολ. ετησίως) θα χάσουν κατά μέσο όρο το ένα τρίτο του εισοδήματός τους από την απώλεια βοηθημάτων και απαλλαγών, ενώ οι πλουσιότεροι θα κερδίσουν μέσω φοροαπαλλαγών κατά μέσο όρο 5.640 δολ. το χρόνο!

Η αποχή των Ρεπουμπλικανών δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στη δυσφορία κορυφαίων στελεχών του κόμματος απέναντι στην ακραία ατζέντα του Τραμπ, όπως εκδηλώθηκε από την προεκλογική ακόμη περίοδο με την ανοιχτή διαφοροποίηση από τη ρητορική του ακόμη και πρώην υποψήφιων προέδρων, όπως έκανε ο Τζον ΜακΚέιν. Η άρνηση τόσων βουλευτών να ρίξουν στον Καιάδα το νόμο του Ομπάμα για την ασφαλιστική κάλυψη των ανασφάλιστων, που υπολογίζεται ότι ωφέλησε άμεσα 20 εκ. φτωχούς Αμερικάνους, ήταν αποτέλεσμα και των λαϊκών αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν με τη διοργάνωση μαζικών κινητοποιήσεων σε πολλές πόλεις. Από την Ουάσινγτον και το Σικάγο μέχρι το Λος Άντζελες χιλιάδες διαδηλωτές που κρατούσαν πλακάτ τα οποία έγραφαν «Κρατήστε την Αμερική υγιή» (σε αντιδιαστολή προφανώς με το σύνθημα «κάντε την Αμερική μεγάλη») απαίτησαν να παραμείνει ως έχει ο νόμος και να μην υλοποιηθούν εφιαλτικά σενάρια, όπως αυτό που προέβλεψε το διακομματικό Γραφείο Προϋπολογισμού, βάσει του οποίου τυχόν κατάργηση του νόμου θα οδηγούσε μέχρι το 2026 την αύξηση των ανασφάλιστων κατά 26 εκ. άτομα! Να σημειωθεί ότι ο αριθμός των ανασφάλιστων στις ΗΠΑ έφτασε στο ανώτερο σημείο του το 2013, πλήττοντας το 18% του πληθυσμού. Από το 2014, που ήταν το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής του νόμου του Ομπάμα, ξεκίνησε να μειώνεται ραγδαία φτάνοντας το τέταρτο τρίμηνο του 2014 το 12,9%, ή 42 εκ.

Ο διχασμός των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο ακολούθησε το διχασμό των ψηφοφόρων. Με βάση δημοσκόπηση που διενεργήθηκε μεταξύ 13 και 23 Μαρτίου και δημοσιεύθηκε τη μέρα που επιχειρήθηκε η κατεδάφιση του «Obamacare», το 49% των ερωτηθέντων δήλωσαν πως η πρόταση των Ρεπουμπλικανών δεν αποτελούσε βελτίωση, όπως τον εμφάνιζε η κυβέρνηση, για να δημιουργήσει την απαραίτητη συναίνεση. Μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 33% θεώρησε το σχέδιο νόμου βελτίωση, υιοθετώντας έτσι τους ισχυρισμούς του Λευκού Οίκου. Η απόρριψη των ρεπουμπλικανικών σχεδίων, ακόμη και σε αυτό το δημοσκοπικό επίπεδο, δείχνει τις αντιστάσεις που συναντάει η πολιτική του Τραμπ, όσο από τη δημαγωγία αρχίζει να μετασχηματίζεται σε νόμους.

Μέτωπο με ανταγωνιστές και εργαζόμενους

Οι σάλπιγγες του οικονομικού πολέμου δεν ηχούν μόνο στο εσωτερικό, απέναντι στους εργαζόμενους και τους φτωχούς.

Πρώτα, ήχησαν στο εξωτερικό. Ο νέος αμερικάνος πρόεδρος επιχείρησε να ενώσει υπό την ηγεμονία του όλη την Αμερική χαρακτηρίζοντας ως ετεροβαρείς τις οικονομικές ενώσεις στις οποίες συμμετέχουν οι ΗΠΑ, από τον Ειρηνικό Ωκεανό (TPP) μέχρι τη Βόρεια Αμερική (NAFTA). Εξαίρεση δεν μπορούσε να αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, που από την προεκλογική κιόλας περίοδο συγκέντρωσε τα πυρά του επιτελείου του αμερικανού μεγιστάνα. Η δυσανεξία του απέναντι στην ΕΕ φάνηκε και κατά την συνάντηση που είχε με τη γερμανίδα καγκελάριο στο οβάλ γραφείο, στις 17 Μαρτίου όπου ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου αρνήθηκε ακόμη και να αναφερθεί στην ΕΕ. Κίνηση που έπρεπε να στείλει πολύ περισσότερα μηνύματα στην από δω μεριά του Ατλαντικού από την απροθυμία του να τηρήσει το πρωτόκολλο και να δώσει το χέρι του στην Μέρκελ, η οποία έθεσε το ζήτημα της συζητούμενης εμπορικής συμφωνίας ΤΤΙΡ, χωρίς φυσικά να πάρει απάντηση. Η νέα αμερικανική ηγεσία φαίνεται επομένως ότι οδεύει σε μια συνολική αναθεώρηση των σχέσεων της με όλους του μείζονες εμπορικούς της εταίρους που βρίσκονται και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: από την Ανατολή (Ειρηνικός) μέχρι τη Δύση (ΕΕ) και από το Βορρά (Καναδάς) μέχρι το Νότο (Μεξικό).

Η ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών να ορίσουν εκ νέου τη θέση τους στο διεθνή καταμερισμό και συνδυασμό εργασίας φαίνεται αν δούμε τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται, με κριτήριο ορισμένους σημαντικότατους δείκτες. Το γεγονός για παράδειγμα ότι οι ΗΠΑ για να δανειστούν σε βάθος δεκαετίας πληρώνουν 2,37%, επιβαρύνοντας δυσανάλογα με τους εταίρους τους το ύψος του δημόσιου χρέους τους! Πληρώνουν περισσότερα όχι μόνο από την Ιαπωνία (0,05%), τη Γερμανία (0,4%) και την Αγγλία (1,16%), αλλά ακόμη και από τη Γαλλία (0,97%), την Ισπανία (1,69%), και την Ιταλία (2,2%) που απειλούταν με κρατική χρεοκοπία! Οι όροι δανεισμού των ΗΠΑ είναι χειρότεροι σε σχέση με τους σημαντικότερους εταίρους τους παρότι οι προοπτικές μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι καλύτερες. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, για φέτος και το 2018 το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,4% και 2,8% αντίστοιχα, όταν για κάθε ένα από αυτά τα έτη η μεγέθυνση της ευρωζώνης θα είναι υποδεέστερη: 1,6%.

Ο λόγος για τον οποίο ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός τερμάτισε απότομα τις σχετικά ξέγνοιαστες μέρες του Ομπάμα, δίνοντας το χρίσμα στον Ντόναλτ Τραμπ που έχει διχάσει το αμερικανικό κατεστημένο όπως δείχνουν τα πρωτοφανή χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας του που κυμαίνονται κάτω του 40%, φαίνεται καλύτερα αν ρίξουμε μια ματιά στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Θα δούμε τότε, για παράδειγμα, ότι ο δείκτης S&P 500 που απεικονίζει την τιμή των μετοχών των σημαντικότερων αμερικανικών εταιρειών, είναι όχι απλά υπερβολικά, αλλά ανησυχητικά υπερτιμημένος, σε τέτοιο βαθμό ώστε να χρειάζεται διόρθωση. Το ερώτημα είναι αν θα γίνει απότομα, δηλαδή με μια κρίση ανάλογης εκείνης του 2000 (των ιντερνετικών μετοχών) και του 2008 (της αγοράς ακινήτων) ή ομαλά. Συγκεκριμένα, ο λόγος τιμών/κέρδη (Ρ/Ε) που πρέπει να κυμαίνεται γύρω στο 15 έχει ξεπεράσει το 26. Στο ίδιο ανησυχητικό επίπεδο βρισκόταν μόνο το 2000 και το 2008 και ξέρουμε τη συνέχεια… Η ένδειξη «προσδεθείτε» ενεργοποιείται αν εξετάσουμε έναν ακόμη δείκτη που φέρει το όνομα του βαθύπλουτου Μπάφετ κι έχει στον αριθμητή την αξία των μετοχών και στον παρανομαστή το ΑΕΠ της χώρας. Ο λόγος αυτός (22,6/18,8 τρισ. δολ.) βρίσκεται στο 1,20 όταν υπό κανονικές συνθήκες πρέπει να βρίσκεται γύρω στο 1 και πριν την κρίση του 2008 βρισκόταν στο 1,1! Ανησυχία προκαλεί επίσης και το γεγονός ότι επί 11 ολόκληρα χρόνια το ΑΕΠ των ΗΠΑ δεν έχει αυξηθεί περισσότερο από 3%, όταν το πραγματικό ΑΕΠ επί Ρέιγκαν αυξανόταν κατά μέσο όρο 3,4% ετησίως και επί Κλίντον 3,7%! Η ανάπτυξη που σημειώθηκε επί Ομπάμα, μπορεί να ξεπερνούσε τις ευρωπαϊκές επιδόσεις, αλλά υπολειπόταν των αμερικανικών δεδομένων.

Εν συντομία είναι θέμα χρόνου μια βίαιη διόρθωση στα αμερικανικά χρηματιστήρια, που δεν αποκλείεται να προσλάβει και το χαρακτήρα της κρίσης. Έργο του Τραμπ, και το βαθύτερο περιεχόμενο των Τραμπονόμικς, θα είναι μεταβιβαστεί ο λογαριασμός της επικείμενης κρίσης εντός, στους εργαζόμενους των ΗΠΑ και εκτός, στους ανταγωνιστές τους, σηματοδοτώντας έτσι μια βαθιά αντιδραστική στροφή οι επιπτώσεις της οποίας θα γίνουν αισθητές σε όλο τον κόσμο!

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, τεύχος 22, Απρίλιος – Μάιος 2017

Ταχύτερη …κινεζοποίηση της Κίνας φέρνει η πτώση των μετοχών (Πριν, 12/7/2015)

1435364689428Νέα δεδομένα δημιουργεί στην παγκόσμια οικονομία η κρίση που πλήττει τα κινέζικα χρηματιστήρια εδώ και λίγες ημέρες, οδηγώντας σε λιγότερο από έναν μήνα τις τιμές των μετοχών να χάσουν το ένα τρίτο της αξίας τους.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Πρόκειται για κρίση πρωτοφανούς σφοδρότητας, όπως μαρτυρά η απόφαση από τις 7 Ιουλίου του 90% των 2.774 εισηγμένων εταιρειών να αναστείλουν την διαπραγμάτευση των μετοχών τους κι επίσης η εξαΰλωση αξίας ύψους 3,5 τρισ. δολ. Παρότι οι κινέζικες αρχές καταβάλλουν μια γιγαντιαία προσπάθεια για να ανακόψουν το κύμα πωλήσεων και ρευστοποίησης (με την ενεργοποίηση ακόμη και της κεντρικής τράπεζας που προβαίνει σε αγορές μετοχών) δεδομένου μάλιστα ότι διαθέτουν πολύ περισσότερα μέσα απ’ όσα έχουν άλλες καπιταλιστικές χώρες στα χέρια τους λόγω του ελέγχου που ασκεί το κράτος στην οικονομία, η πτώση των μετοχών δεν πρόκειται να ανακοπεί. Η «διόρθωση» θα συνεχιστεί επειδή η φούσκα παραμένει ακόμη και τώρα σε δυσθεώρητα ύψη. Αρκεί να αναφερθεί πως οι τιμές των μετοχών, παρά την κατρακύλα, δεν έχουν πέσει παρά μόνο στα επίπεδα του Μαρτίου, ενώ παραμένουν ανατιμημένες σε ποσοστό 75% σε σχέση με ένα χρόνο πριν.

Οι συνέπειες ωστόσο ακόμη και τώρα, ακόμη κι αν δεν συνεχιστεί η πτώση, ενδέχεται να αποτελέσουν σημείο καμπής. Πρώτ’ απ’ όλα για την ίδια την Κίνα, που είναι η δεύτερη σε σημασία οικονομία παγκοσμίως. Η χρηματιστηριακή κρίση, πιθανότατα έκφραση υποκείμενης κρίσης όπως μαρτυρά η σοβαρή μείωση των ποσοστών μεγέθυνσης του ΑΕΠ (από 14,7% το 2007 σε 7,4% το 2014), αποκλείεται να μην πλήξει και την λεγόμενη πραγματική οικονομία της Κίνας που κατά τα ειωθότα αναζητούσε στη χρηματιστηριακή σφαίρα τα υπερκέρδη που στο παρελθόν πρόσφερε η ίδια η παραγωγή. Επομένως, η πτώση των τιμών των μετοχών αργά ή γρήγορα θα σηματοδοτήσει μια αναγκαστική προσγείωση στα κέρδη και τα μεγέθη του κινέζικου καπιταλισμού, παρότι μάλιστα η κεφαλαιοποίηση στην Κίνα ανέρχεται στο ένα τρίτο του ΑΕΠ, όταν ο κανόνας στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό  θέλει την κεφαλαιοποίηση να είναι στο 100% του ΑΕΠ. Ανέπαφη δεν θα μείνει ούτε η οικονομική πολιτική της Κίνας, που θα δεχτεί επιπλέον πιέσεις στην κατεύθυνση της πλήρους φιλελευθεροποίησης.

Στην κινέζικη κοινωνία η χρηματιστηριακή κρίση προκαλεί μια αναδιανομή πλούτου από τα μεσαία στρώματα προς τα ανώτερα, λόγω του ότι το 80% των επενδυτών ήταν πολίτες, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου η μερίδα του λέοντος ελέγχεται από θεσμικούς επενδυτές κι επιχειρήσεις. Έτσι, ανακόπτεται απότομα η πορεία βελτίωσης της θέσης των μεσαίων στρωμάτων, την οποία ανέμενε όχι μόνο η κινέζικη αστική τάξη αλλά κι άλλες αστικές τάξεις.

Η διάψευση των ελπίδων γρήγορου πλουτισμού που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια κι οι απώλειες που ήδη μετρούν τα κινέζικα νοικοκυριά θα προκαλέσουν νέο πλήγμα στις κινέζικες εισαγωγές, επιταχύνοντας την πτώση που καταγράφτηκε τον Μάιο για έβδομο συνεχή μήνα όταν οι εισαγωγές σε ετήσια βάση μειώθηκαν κατά 17,6%. Ο μεγάλος χαμένος αυτής της φτωχοποίησης θα είναι οι Ευρωπαίοι και δη οι Γερμανοί (κι όχι τόσο οι Αμερικανοί που εξακολουθούν να διατηρούν το προνόμιο της δικής τους αχανούς εσωτερικής αγοράς) οι οποίοι στα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα της Κίνας έβλεπαν εκείνη την καταναλωτική αγορά που στερούνται ολοένα και περισσότερο λόγω της επέκτασης της πολιτικής της λιτότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Χρηματιστήριο: Ελλάδα: -29%, Αργεντινή: +59%! (Πριν, 4 Ιανουαρίου 2015)

Employees are reflected on an electronic board displaying stock prices at the Athens stock exchange in AthensΗ κατρακύλα των τραπεζικών μετοχών διαψεύδει την πλαστή εικόνα των τεστ αντοχής

«Κρίμα που δεν γίναμε Αργεντινή» είναι το πρώτο και σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τον χρηματιστηριακό απολογισμό της χρονιάς που πέρασε και μια διεθνή σύγκριση των αποδόσεων των χρηματιστηρίων, καθώς η αγορά κεφαλαίων με τις μεγαλύτερες ζημιές το 2014 ήταν η ελληνική (29%), ενώ στο άλλο άκρο η αγορά κεφαλαίων με τα μεγαλύτερα κέρδη ήταν της Αργεντινής (59%)! Η χώρα της Κίρχνερ που εξακολουθεί να επιβάλλει τους δικούς της όρους ακόμη και στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, αποκλείοντας για παράδειγμα όσους αρνούνται το κούρεμα των ομολόγων, ξεπέρασε σε επιδόσεις ακόμη και τα κινέζικα χρηματιστήρια (άνω του 50%), ακόμη κι αυτά των ΗΠΑ που συνέχισαν να καταγράφουν θεαματικές επιδόσεις (S&P 500: 11,4%, Dow Jones: 7,5%) και το 2014. Η εκτόξευση μάλιστα του αργεντίνικου χρηματιστηρίου συνέβη παρά την πτώση της τιμής του πετρελαίου Μπρεντ κατά 49%∙ δεν ήταν δηλαδή πλασματική, αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών του μαύρου χρυσού…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το ελληνικό χρηματιστήριο δεν φάνηκε να πείθεται από τις εξαγγελίες της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου για έξοδο από την κρίση και επιστροφή στον δρόμο της ανάπτυξης, καθώς το 2014 έκανε ποδαρικό με το γενικό δείκτη στις 1.160 μονάδες και αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο στις 826 μονάδες, αφού πρώτα στις 19 Μαρτίου εκτινάχθηκε στις 1.380 μονάδες, δίνοντας τροφή σε αυταπάτες για μια μακρά χρηματιστηριακή άνοιξη… Η πτώση επιταχύνθηκε το φθινόπωρο, υποκινούμενη από τις προσπάθειες της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να ξεφορτωθούν το ΔΝΤ, ωστόσο είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ενδογενείς επομένως οι αιτίες της κατρακύλας των τιμών των μετοχών, με την Πορτογαλία, όπου κι εκεί ο γενικός δείκτης μειώθηκε κατά 25% το 2014, να επιβεβαιώνει πως στους καλούς μαθητές των πιστωτών ταιριάζει η χρηματιστηριακή κατεδάφιση! Κι ας ομνύουν στην επιχειρηματική ευημερία και το μετοχικό ιδεώδες…

Στην Ελλάδα, την μεγαλύτερη συντριβή ωστόσο υπέστησαν οι τραπεζικές μετοχές με τον σχετικό δείκτη να μειώνεται κατά 46% και τις τιμές των μετοχών να φιγουράρουν επικίνδυνα με το αρνητικό πρόσημο. Η τιμή της Γιούρομπανκ πχ έφτασε στα 18 λεπτά (από 55 λεπτά στις αρχές του 2014 και 73 ευρώ στις αρχές του 2010, επί «σοβιετικής Ελλάδας» κατά τον Σαμαρά), της Άλφα Μπανκ στα 46 λεπτά και της Πειραιώς στα 93 λεπτά! Κανένα αγοραστικό ενδιαφέρον, καμία έλξη από επενδυτικό κοινό και τους θεσμικούς κι ας έχουν απορροφήσει από το 2008 μέχρι σήμερα 211,5 δισ. ευρώ, σε μορφή ρευστού και εγγυήσεων, για να παραμείνουν τυπικά εν ζωή. Η κατρακύλα των τιμών των τραπεζικών μετοχών απέδειξε επίσης πόσο εικονικά ήταν τα συμπεράσματα των τεστ αντοχής που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τέλη Οκτώβρη. Προϊόν δημιουργικής στατιστικής ήταν η καλή βαθμολογία των ελληνικών (και όχι μόνο) τραπεζών με την επιβεβαίωση να έρχεται από τους πιο αξιόπιστους, κατά τα δικά τους κριτήρια, κριτές: την αγορά!

Περιμένοντας το επόμενο κραχ (Επίκαιρα, 30/10-5/11/2014)

burstbubbleΜε πρόκληση στην λογική ισοδυναμούσαν οι ερμηνείες, εντός και εκτός Ελλάδας, που επιστρατεύτηκαν για να εξηγήσουν την απότομη πτώση των τιμών των μετοχών στις διεθνείς αγορές και το βραχύβιο ράλι στα επιτόκια των ομολόγων, που ως κοινό παρανομαστή είχαν – για μια ακόμη φορά – τις ελληνικές ευθύνες. Εν ολίγοις, η αιτία που το τριήμερο 14 – 16 Οκτωβρίου δοκιμάστηκαν οι αντοχές του διεθνούς συστήματος βρίσκεται στην Ελλάδα, η οποία με την απρόβλεπτη και παρακινδυνευμένη συμπεριφορά της, όταν έθεσε θέμα διακοπής της χρηματοδότησης από το ΔΝΤ και πρόωρης εξόδου από το Μνημόνιο, έθεσε σε κίνδυνο μια ομαλά λειτουργούσα αγορά…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Στον αντίποδα αυτών των επιφανειακών αν όχι φαιδρών ερμηνειών, οι αιτίες της αναστάτωσης στο εξωτερικό και του μίνι κραχ στο εσωτερικό πρέπει να αναζητηθούν σε ένα εκρηκτικό μίγμα υπερτιμημένων μετοχών στον μαγικό κόσμο της χρηματοοικονομίας και παρατεταμένης στασιμότητας στον καταθλιπτικό κόσμο της πραγματικής οικονομίας. Η Ελλάδα που απείλησε αυτή την εύθραυστη ισορροπία δεν ήταν παρά η θρυαλλίδα, όπως ήταν η Lehman Brothers προ εξαετίας. Το εκρηκτικό υλικό προϋπήρχε και, το χειρότερο, συνεχίζει να συσσωρεύεται περιμένοντας την επόμενη αφορμή που, με μαθηματική βεβαιότητα, θα προκαλέσει μια κρίση μεγαλύτερη ακόμη κι από του 2008, λόγω των οξύτερων ανισορροπιών που έχουν συσσωρευτεί.

Στασιμότητα και ύφεση στην Ευρώπη

Στις 7 Οκτωβρίου το ΔΝΤ αναθεώρησε επί τα χείρω τις προσδοκίες για την πορεία της παγκόσμιας μεγέθυνσης το 2014 στο 3,3% (από 3,7% που είχε προβλέψει τον Απρίλιο). Οι μεγαλύτερες αλλαγές προήλθαν από την Ευρώπη, όπου το δεύτερο τρίμηνο η οικονομία έμεινε στάσιμη, ωθώντας τον βρετανικό Εκόνομιστ να γράψει στο τελευταίο φύλλο του Αυγούστου πως ό,τι ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια ως τραπεζική και δημοσιονομική πλέον έχει εκφυλιστεί σε κρίση των ρυθμών μεγέθυνσης. Έκτοτε όλοι τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας μόνο επιδείνωση προδικάζουν. Για παράδειγμα η βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας τον Αύγουστο μειώθηκε κατά 4%, οι βιομηχανικές παραγγελίες κατά 6%, ενώ όλοι περιμένουν με κομμένη την ανάσα τις ανακοινώσεις της Γιούροστατ για το τρίτο τρίμηνο καθώς εδώ θα αποτυπωθούν οι οικονομικές συνέπειες από τις κυρώσεις στην Ρωσία. Ιδιαίτερη – πολιτική – σημασία έχει πως τη στιγμή που η Ευρώπη ετοιμάζεται να εισέλθει και επίσημα σε ύφεση (όπως τυπικά ορίζεται η μείωση του ΑΕΠ για δύο συνεχόμενα τρίμηνα) με την επιβαλλόμενη από τις ΗΠΑ επίδειξη πυγμής απέναντι στην Μόσχα να αποτελεί την σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πορεία αντίθετη. Το μαρτυρά κυρίως η εγκατάλειψη του τρίτου στη σειρά προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, που το τελευταίο διάστημα ανερχόταν σε 15 δις. δολ. μηνιαίως. Θέμα χρόνου επίσης θεωρείται από δω και πέρα κι η σταδιακή άνοδος των αμερικανικών επιτοκίων, που θα σημάνουν την επιστροφή στην «κανονικότητα» ή σε ένα περιβάλλον «σχεδόν κανονικό», καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης ακόμη και στις ΗΠΑ διατηρούνται στα μισά επίπεδα της δεκαετίας του ’90, που και τότε ήταν στα μισά επίπεδα της λεγόμενης «χρυσής εποχής». Ως προς το παρόν πάντως ακόμη κι αυτή η οριακή μεγέθυνση ή η ύφεση συντελείται σε ένα περιβάλλον μηδενικών ή σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και πακτωλών ρευστού που προσφέρουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου. «Όλο αυτό το φθηνό χρήμα οδηγεί τις ΗΠΑ σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με το χρόνο, όπου κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί πρώτα», γράφει το περιοδικό Σπίγκελ σε ένα εκτενές αφιέρωμά του για την παγκόσμια οικονομία με τίτλο «Το σύστημα ζόμπι». Και συνεχίζει: «Η αναμενόμενη οικονομική άνοδος ή το επόμενο κραχ. Ειδικοί, όπως ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Ρόμπερτ Ράμπιν, πιστεύουν πως το εν εξελίξει ράλι στις αγορές είναι στην πραγματικότητα ο προάγγελος του επόμενου κραχ».

Το φάντασμα της Ιαπωνίας

Το κενό που θα προκαλέσει η απόσυρση της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας από την πλημμυρίδα ρευστότητας θα καλυφθεί από την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, καθώς πλέον ξεκινάει επίσημα η Φρανκφούρτη την αγορά καλυμμένων ομολογιών από τις τράπεζες (όπως και την ιαπωνική που μπαίνει στην ίδια τροχιά). Υπόθεση εβδομάδων θεωρείται επίσης το πρόγραμμα της ΕΚΤ (που σε πρώτη φάση προβλέπει την αγορά τίτλων αξία 10 δις. σε μηνιαία βάση) να επεκταθεί σε εταιρικά, ακόμη και κρατικά ομόλογα. Οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτό το σχέδιο προέρχονται από την Γερμανία, που αντιτείνει ότι έτσι θα χαλαρώσει το πρόγραμμα αντεργατικών μεταρρυθμίσεων που είναι σε εξέλιξη σε όλη την Ευρώπη. Η Γερμανία δηλαδή θέλει την ύφεση γιατί έτσι μπορεί και πιέζει για μειώσεις μισθών και περικοπές κοινωνικών παροχών. Το πρόβλημα ωστόσο δημιουργείται όταν ορθώνεται το φάντασμα της Ιαπωνίας. Με άλλα λόγια η ζοφερή προοπτική της οικονομικής στασιμότητας μαζί με αποπληθωρισμό, όπως ακριβώς συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 0,4%, όταν ο στόχος για την ΕΚΤ είναι 2%. Στα υπ’ όψη επίσης και η «γερμανική αποτυχία»: Η ύφεση της γερμανικής οικονομίας αποδεικνύει ότι οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ, τις οποίες η Γερμανία υποδεικνύει ως μονόδρομο και συνταγή επιτυχίας για την υπόλοιπη Ευρώπη, μπορεί να διέλυσαν το γερμανικό κράτος πρόνοιας και να κατακερμάτισαν την αγορά εργασίας με την εισαγωγή των «μίνι δουλειών», ωστόσο δεν έφεραν την ανάπτυξη της οικονομίας. Η οικονομική αποτελεσματικότητα των περίφημων μεταρρυθμίσεων αποδεικνύεται ανύπαρκτη! Καθόλου τυχαίες επομένως δεν είναι κι οι αντιδράσεις που εμφανίζονται τώρα από Γαλλία και Ιταλία απέναντι στις γερμανικές οδηγίες για μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ακόμη όμως κι αν προχωρήσουν οι αγορές εταιρικών ή και κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ κανείς δεν εγγυάται ότι η επιπλέον ρευστότητα θα γίνει επενδύσεις, αυτές νέες θέσεις εργασίας κι αυτές αυξημένη κοινωνική ευημερία, που είναι το ζητούμενο και το ύστατο κριτήριο αξιολόγησης κάθε οικονομικής πολιτικής. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η πλημμυρίδα πιστωτικού χρήματος επάνω στην οποία κάθεται η παγκόσμια οικονομία θα γνωρίσει νέες δόξες, κι οι λόγοι της εγγενούς αστάθειας θα αυξηθούν. Σε αυτό το απρόβλεπτο περιβάλλον η επίρριψη των ευθυνών στην Ελλάδα ισοδυναμεί με υποτίμηση του ασταθούς και εκρηκτικού περιβάλλοντος που έχει δημιουργηθεί και το οποίο περιμένει μια σπίθα…

Προς μια νέα παγκόσμια φούσκα (Επίκαιρα, 9-15/1/2014)

waalΠολλοί μπορεί να θεώρησαν υπερβολική την τελευταία σκηνή στη νέα, αριστουργηματική ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, Ο λύκος της Γουόλ Στριτ, όπου ο πρωταγωνιστής Λεονάρντο ΝτιΚάπριο στο ρόλο ενός αδίστακτου χρηματιστή αναλαμβάνει μετά από δύο κορυφαίες αποτυχίες να εκπαιδεύσει για τρίτη φορά στα μυστικά της απληστίας και του άνευ όρων και ορίων κυνηγιού του κέρδους μια ακόμη φουρνιά μαθητευόμενων …μάγων των μετοχών. Πόσες φορές μπορεί να επαναλαμβάνεται η ίδια αυτή ιστορία ανόδου και πτώσης όταν όλοι είναι σε θέση να προβλέψουν το τέλος της, είναι η σκέψη που γεννιέται στον κάθε θεατή. Η απάντηση έρχεται από τις πρόσφατες εξελίξεις στα διεθνή χρηματιστήρια και δη τα αμερικάνικα και είναι απρόβλεπτη και αποστομωτική: άπειρες!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αδιάψευστος μάρτυρας η ξέφρενη πορεία των δεικτών των μετοχών στα μεγαλύτερα χρηματιστήρια του κόσμου που βεβαιώνει ότι είμαστε μάρτυρες της τρίτης κατά σειρά φούσκας την τελευταία 15ετία, μετά την φούσκα του 1999-2000 που είχε ως επίκεντρο τις μετοχές των εταιρειών του ίντερνετ κι εκείνη του 2008 που συνδέθηκε με τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια.

Τα στοιχεία προκαλούν σοκ. Ο δείκτης Ντάου Τζόουνς του χρηματιστηρίου της Γουόλ Στριτ την τελευταία μέρα του χρόνου έκλεισε στις 16.577 μονάδες καταγράφοντας ρεκόρ όλων των εποχών. Ενδεικτικό στοιχείο της αγκύρωσής του σε αυτά τα επίπεδα είναι ότι έκτοτε οι απώλειες του είναι ελάχιστες. Την προηγούμενη Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014, για παράδειγμα, έκλεισε στις 16.470 μονάδες. Για την ιστορία, να σημειωθεί πως έναν χρόνο πριν, στο τέλος του 2012, ο δείκτης Ντάου Τζόουνς είχε κλείσει στις 12.938 μονάδες. Μέσα σε έναν χρόνο δηλαδή αυξήθηκε κατά 28%. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης αξίζει να τονίσουμε πως αυτόν ακριβώς το χρόνο, το 2013, η αμερικάνικη οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 4,1%. Ο χρηματιστηριακός δείκτης επομένως αυξήθηκε 7 φορές ταχύτερα από τον δείκτη που καταγράφει την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Εξ ίσου εκρηκτικές αυξήσεις καταγράφτηκαν και σε μια σειρά άλλους χρηματιστηριακούς δείκτες. Για παράδειγμα ο S&P500 που κινείται το τελευταίο χρονικό διάστημα πάνω από τις 1.800 μονάδες έχει τριπλασιάσει τα επίπεδα του από το ναδίρ του 2009, ενώ ενδεικτικό της αισιοδοξίας που επικρατεί στο Μανχάταν είναι πως ο στόχος που θέτει η S&P στην έκθεση που κυκλοφόρησε για το νέο έτος ταυτίζεται με αυτό: 2014 μονάδες! Η αύξηση του S&P το 2013 έφτασε το 29%, ήταν δηλαδή συγκρίσιμη με τον Ντάου Τζόουνς. Ο δείκτης NASDAQ που απεικονίζει την πορεία των μετοχών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας έφτασε τις 4.132 μονάδες καταγράφοντας ρεκόρ για τα 13 τελευταία έτη. Μόνο δε από το 2008 μέχρι σήμερα η αύξηση του ξεπερνάει το 150%.

Σε Αμερική και Ευρώπη

Να σημειωθεί πως το πάρτι δεν περιορίστηκε στην πάντα επιρρεπή, προς τον έκλυτο οικονομικό βίο, Αμερική. Κι η γηραιά ήπειρος δεν πήγε πίσω. Ο ευρωπαϊκός δείκτης FTSE Eurofirst είχε ετήσια κέρδη 16% (όταν η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώθηκε κατά 0,4% το 2013) ο γερμανικός δείκτης Dax αυξήθηκε κατά 26% (όταν το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1%), ο δείκτης του Λονδίνου FTSE αυξήθηκε κατά 14,4% (όταν το βρετανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,5%), μέχρι και στις κατεστραμμένες από τα μνημόνια και την λιτότητα χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας τα χρηματιστήρια έκαναν πάρτι με την Σόφια να κρατάει τα σκήπτρα, παρουσιάζοντας άνοδο κατά 40%, το Δουβλίνο κατά 33% και την Αθήνα που παραμένει βυθισμένη στην ύφεση επί 6 συνεχή έτη, να βλέπει το χρηματιστήριο της να απογειώνεται ζώντας ακόμη στην εποχή της «ισχυρής Ελλάδας» με άνοδο της τάξης του 27,5%!

Αναμφισβήτητα λοιπόν είμαστε μάρτυρες μιας ακόμη φούσκας που σαν την παλίρροια ανεβάζει σχεδόν όλες τις μετοχές και σχεδόν όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, που είναι εντελώς αδικαιολόγητα με βάση την πορεία της πραγματικής οικονομίας της χώρας τους. Παραμένοντας στις ΗΠΑ το επίκεντρο των δονήσεων που προκαλεί η ρευστότητα βρίσκεται στις εταιρείες του ίντερνετ, της βιοτεχνολογίας και της πράσινης ενέργειας. Για μια ακόμη φορά το οικονομικό ρεπορτάζ κατακλύζεται από ιστορίες νεοϊδρυθέντων εταιρειών, όπως της Solar City που εγκαθιστά φωτοβολταϊκά πάνελ σε στέγες και αναλαμβάνει την πώληση της παραγόμενης ενέργειας, οι οποίες πριν 8 χρόνια δεν υπήρχαν καν και σήμερα η αποτίμησή της έχει φθάσει σχεδόν τα 5 δισ. δολάρια! Το σημαντικότερο ωστόσο, πως η δημιουργία αυτής της αγοράς είναι σχεδόν ατόφιο δημιούργημα του κράτους καθώς οι φοροαπαλλαγές είναι που δίνουν ώθηση στην ζήτηση, ελάχιστα αναφέρεται. Γιατί τότε, θα γινόταν ορατός κι ο χρονικός ορίζοντας του «θαύματος»…

Πλημμυρίδα ρευστού

Οι αιτίες που έχουν εκτοξεύσει στα ουράνια τις τιμές των μετοχών δεν βρίσκονται φυσικά σε νέες επιστημονικές ανακαλύψεις ή έστω κάποιες σοβαρές προσδοκίες κερδών από την εισαγωγή στην παραγωγή τεχνολογικών καινοτομιών. Σε αντίθεση με την διετία 1999-2000 τώρα ούτε καν τέτοιες θεωρίες δεν δημοσιεύονται στον Τύπο, που θα επιχειρούσαν να πείσουν τον κόσμο για την μη αντιστρεπτή άνοδο των τιμών των μετοχών. Το …αέριο που γεμίζει την φούσκα των μετοχών προέρχεται κυρίως από τις τρεις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες. Είναι η νομισματική πολιτική που με αυστηρότητα ακολουθούν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, με βάση τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ομοσπονδιακή τράπεζα, δημιουργείται επιπλέον ρευστότητα ύψους 85 δισ. δολ. τον μήνα ή 2 εκ. δολ. το λεπτό, εξασφαλίζοντας έτσι μέσω της μαζικής αγοράς ομολόγων ότι τα επιτόκια τους θα παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Την ίδια πολιτική ακολουθεί κι η Ιαπωνία τυπώνοντας μάλιστα διπλάσιες ποσότητες χρήματος, σε σχέση με τις αμερικάνικες επιδόσεις! Στις ΗΠΑ επίσης παραμένοντας τα επιτόκια γύρω στο μηδέν επί 5 σχεδόν χρόνια, στην πράξη υπολείπονται του πληθωρισμού, που κινείται στο 1,2%! Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην ευρωζώνη με τον πληθωρισμό να κινείται στο 0,9% για όλο τον προηγούμενο χρόνο και τα επιτόκια, μετά την απόφαση του Νοεμβρίου, στο 0,25%. Πρόκειται για συνθήκες που ευνοούν στο μέγιστο την φυγή του χρήματος στις μετοχές και τα χρηματιστήρια. Οπότε, μηδενικά ονομαστικά και πραγματικά αρνητικά επιτόκια σε συνδυασμό με πακτωλούς χρήματος που εξέδωσαν οι κεντρικές τράπεζες προκάλεσαν την φούσκα.

Παράλληλα με τα προηγούμενα, στις ΗΠΑ έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και άλλες εξελίξεις που ως αποτέλεσμα είχαν την εκτόξευση των τιμών των μετοχών. Όπως για παράδειγμα η αγορά μετοχών με ενέχυρο τις ίδιες τις μετοχές. Πρόκειται για συνταγή εξασφαλισμένης αποτυχίας καθώς όσο οι τιμές των μετοχών αυξάνονται όλα βαίνουν καλώς, όταν όμως αρχίσει η καθοδική πορεία τότε τα ενέχυρα παύουν να έχουν την παραμικρή αξία και στο στόχαστρο τίθενται αποταμιεύσεις, οδηγώντας τα σχέδια εύκολου πλουτισμού σε απότομη προσγείωση. Το υψηλότερο επίπεδο που είχαν φτάσει τέτοιου είδους αγορές ήταν τον Ιούλιο του 2007 με αξία 381 δισ. δολ. Έκτοτε μαζί με το πολύ νερό στ’ αυλάκι μεσολάβησαν κι εκατομμύρια ωρών με εξαγγελίες για ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και δημιουργία βαλβίδων ασφαλείας που δεν θα επέτρεπαν ποτέ, μα ποτέ ξανά να γίνουν όσα εξωφρενικά συνέβησαν το 2008 στις ΗΠΑ. Φτάνουμε έτσι οι αγορές μετοχών με ενέχυρο μετοχές σήμερα, μετά την ρύθμιση των αγορών να ανέρχονται σε 413 δισ. δολ. Ψηλότερα από το 2007…

Πομφόλυγες αποδείχθηκαν οι εξαγγελίες για ρύθμιση ακόμη και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις ίδιες τις τράπεζες, καθιστώντας πολύ πιο εύφλεκτο το υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις συνέπειες από μια νέα κρίση να προβλέπονται πολύ πιο σοβαρές. Το ευχάριστο, εκ πρώτης όψης, είναι η κάθετη μείωση του αριθμού των τραπεζών που δραστηριοποιούνται επί αμερικάνικου εδάφους. Από 18.000 που ήταν σχεδόν το 1985, τώρα για πρώτη φορά από την δεκαετία του ’30 οπότε ξεκίνησαν να τηρούνται στοιχεία, ο αριθμός τους πέφτει κάτω από 7.000, φτάνοντας τις 6.891. Τα καλά νέα, όπως περιγράφονταν στο Businessweek στις 10 Δεκέμβρη σταματούν κάπου εδώ γιατί η συνέχεια της ιστορίας θέλει τους συνήθεις υπόπτους αντί να έχουν αφοπλιστεί, να έχουν συγκεντρώσει μια τέτοια δύναμη πυρός που είναι ικανή να προκαλέσει πολύ πιο φονικές σεισμικές δονήσεις! Συγκεκριμένα, οι 6 μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ (JP Morgan Chase, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo, Goldman Sachs και Morgan Stanley) είναι 37% μεγαλύτερες σε σχέση με το υψηλότερο σημείο που είχαν φτάσει πριν την τελευταία κρίση, έχοντας στα ταμεία τους τα 4 από τα 10 δάνεια της αμερικάνικης οικονομίας και τα δύο τρίτα του ενεργητικού όλου του τραπεζικού συστήματος (14,4 τρισ. δολ.). Ακόμη μεγαλύτερο δέος προκαλεί η εκτίμηση πως οι 5 ισχυρότερες αμερικάνικες τράπεζες το 2006 έλεγχαν το 43% του αμερικάνικου ΑΕΠ (6 τρισ. σε σύνολο 13,4) ενώ το 2011 έλεγχαν το 56% (8,5 τρισ. σε σύνολο 15,1)! Το ποιοτικό πρόβλημα που γεννάται απ’ αυτά πρωτοφανή επίπεδα γιγαντισμού σχετίζεται με το κόστος που θα σηκώσουν οι λαοί από μια πιθανή διάσωσή τους. Γιατί η αιτία των σημερινών δεινών βρίσκεται στην όχι και τόσο αθώα φράση (πολλαπλών αναγνώσεων) που επαναλαμβανόταν το 2008 πως οι τράπεζες ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν», που σήμαινε ότι έπρεπε να σωθούν με κάθε κόστος, το οποίο επωμίστηκαν στη συνέχεια οι κοινωνίες. Αν οι τράπεζες του 2008 ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» οι σημερινές είναι ακόμη μεγαλύτερες, άρα το κόστος της σωτηρίας τους ακόμη πιο οδυνηρό…

Τραπεζικός υδροκεφαλισμός

Η περαιτέρω γιγάντωση της εικονικής, παρασιτικής οικονομίας φαίνεται επιπλέον από τα παράγωγα που με βάση τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, η αξία τους έχει φθάσει τα 638 τρισ. δολ., έχοντας τριπλασιαστεί σε 5 χρόνια. Στον πιο ευρύ τους μάλιστα ορισμό η αξία τους υπερβαίνει τα 1.000 τρισ. δολ. ισούται δηλαδή με 14 φορές την αξία του παγκόσμιου ΑΕΠ!

Η σημασία της παρακολούθησης της χρηματιστηριακής οικονομίας δεν σχετίζεται μόνο με την πρόβλεψη των επιπτώσεων που μπορεί να έχει το σκάσιμο της φούσκας, ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη χώρα του κόσμου. Εμπειρία που με οδυνηρό τρόπο βίωσε η Ελλάδα, όταν οι αλυσιδωτές αντιδράσεις της κρίσης στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων του 2008 έφεραν τα Μνημόνια και την μετέπειτα χρεοκοπία. Έχει επίσης σημασία γιατί αποδεικνύει πόσο κίβδηλες είναι οι νεοφιλελεύθερες εξαγγελίες. Για παράδειγμα ανέκαθεν οι οπαδοί του οικονομικού δαρβινισμού υποστήριζαν την ανεμπόδιστη ελευθερία των πλουσίων και των εταιρειών να αυξάνουν τον πλούτο τους με το σκεπτικό ότι η κοινωνία αργά ή γρήγορα θα γευτεί την διάχυση αυτών των αποτελεσμάτων, που θα δημιουργούν επιπλέον πλούτο στην κοινωνία.

Ό,τι έχει συμβεί στην αμερικάνικη οικονομία εσχάτως ανατρέπει εκ βάθρων τον παραπάνω συλλογισμό. Ακόμη κι ο Ομπάμα στην πρόσφατη ετήσια ομιλία του προς το έθνος υπογράμμισε την δραματική έκταση που έχουν προσλάβει οι αντιθέσεις τα τελευταία χρόνια. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το κορυφαίο 10% στην εισοδηματική κλίμακα τώρα κερδίζει το ήμισυ του εθνικού εισοδήματος, όταν το 1979 κέρδιζε το ένα τρίτο. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι επομένως. Από την άλλη, τα 1,30 δολ. που ήταν το 1968 το ελάχιστο ωρομίσθιο, σε σημερινές αξίες αντιπροσωπεύουν 10,3 δολ. ή 30% πάνω από το βασικό ωρομίσθιο που είναι στα 9 δολ. Κι οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι επομένως. Ως αποτέλεσμα ακόμη κι ένας εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση που κερδίζει 14.500 δολάρια το έτος κινείται πολύ κάτω από την γραμμή της φτώχειας που για μια 4μελή οικογένεια ορίζεται σε ετήσια βάση στα 23.550 δολάρια. Ο στόχος όμως του Ομπάμα, να μη ζει κανένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης στη φτώχεια, υπονομεύεται από την ίδια του την πολιτική. Με βάση εκτενές ρεπορτάζ των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 29 Δεκεμβρίου μόνο αυτή την χρονιά στο Σικάγο 50 σχολεία οδηγήθηκαν σε κλείσιμο, ενώ ανακοινώθηκαν και 3.000 απολύσεις σε μια προσπάθεια να μειωθεί το έλλειμμα στην πολιτεία. Τα χειρότερα ωστόσο είναι μπροστά καθώς το επόμενο θύμα όχι μόνο στο Ιλινόις θα είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα που θα κληθεί όπως και στην Ελλάδα να πληρώσει τα σπασμένα με μειώσεις παροχών και συντάξεων και αύξηση των εισφορών. Προοπτική που προκαλεί οργή αν στις δραματικές περικοπές αντιπαραβάλλουμε την πλημμυρίδα ρευστού που ρίχνει κάθε μήνα στην αγορά η κεντρική τράπεζα, χρηματοδοτώντας το χρηματιστηριακό πάρτυ.

Σε έξαρση οι αυτοκτονίες

Η γενικευμένη απόγνωση που επικρατεί στις ΗΠΑ αντανακλάται και στις αυτοκτονίες που είναι πλέον εκτός ελέγχου. Με βάση ρεπορτάζ του περιοδικού Τάιμ στις 25 Νοεμβρίου, «ο αριθμός των αυτοκτονιών το 2009 ξεπέρασε για πρώτη φορά τον αριθμό των θανάτων από αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Το 2010, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο είναι διαθέσιμα στατιστικά, αυτοκτόνησαν 38.364 Αμερικάνοι. Από το 1999 μέχρι το 2010 οι αυτοκτονίες στις ηλικίες μεταξύ 35 και 64 ετών αυξήθηκαν κατά 28,4% και για τους άνδρες στα ’50 σχεδόν κατά 50%»!

Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζει ο Ομπάμα εδώ κι έναν χρόνο οδηγούν επίσης την αμερικάνικη κοινωνία στην οπισθοδρόμηση. Πολύ πριν ανακοινωθούν οι τελευταίες περικοπές, στις 8 Φεβρουαρίου 2013 οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς περιέγραφαν με τα ακόλουθα μελανά χρώματα τις άμεσες επιπτώσεις των περικοπών: «Ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι οι οριζόντιες περικοπές στα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, που καθοδηγούν την ιατρική έρευνα στις ΗΠΑ, θα αφαιρέσουν κονδύλια έρευνας ύψους 12,5 δισ. αυτό το χρόνο και θα μειώσουν την οικονομική μεγέθυνση μέχρι και 860 δισ. δολ. σε 9 χρόνια, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην υγεία μακροχρόνια και επιφέροντας την απώλεια μισού εκατομμυρίου θέσεων εργασίας μεταξύ 2013 και 2016. Ακόμη κι η ικανότητα πρόβλεψης του καιρού θα επηρεαστεί. Οι περικοπές θα μειώσουν την χρηματοδότηση για ένα νέο δορυφόρο που χρειαζόταν το 2016, επιβραδύνοντας τις βελτιώσεις στις μακροχρόνιες προβλέψεις καιρού για εν δυνάμει καταστροφικά φαινόμενα όπως οι τυφώνες».

Εν κατακλείδι, η χρηματιστηριακή άνθηση δεν είναι μόνο προάγγελος νέων περιδινήσεων για την παγκόσμια οικονομία, που εξ ορισμού είναι καταστροφικές για τις κοινωνίες καθώς αυτές επωμίζονται το κόστος της διάσωσης τραπεζών και τζογαδόρων. Επιπλέον, το ξέφρενο πάρτι που γίνεται στα χρηματιστηριακά γραφεία έχει, σαν την άλλη όψη του νομίσματος, την αυξανόμενη φτώχεια για τους πολλούς, την έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων και την οπισθοδρόμηση ολόκληρης της κοινωνίας που όλο και σπανιότερα γεύεται τους καρπούς της σύγχρονης επιστήμης και της τεχνολογίας.