Επίδειξη αδιαλλαξίας από Μακρόν

«Είμαστε ένας μικρός κρίκος σε μια αλυσίδα διάρκειας 350 χρόνων. Δεν μπορούμε να είμαστε η γενιά που θα θυσιάσει αυτούς που θα ακολουθήσουν». Οι φράσεις αυτές περιλαμβάνονται στην απάντηση προς την κυβέρνηση από τους χορευτές του μπαλέτου του Παρισιού, όταν τους τέθηκε από την γαλλική κυβέρνηση η εξής «συμβιβαστική», όπως χαρακτηρίστηκε, πρόταση: Να διακόψουν την απεργία στην οποία συμμετέχουν ενεργά όχι μόνο μαζί με τους τεχνικούς και τους μουσικούς αλλά επίσης μαζί με τους σιδηροδρομικούς, το νοσηλευτικό προσωπικό κι άλλους εργαζόμενους από δεκάδες κλάδους και οι προτεινόμενες αντι-ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις να μην ισχύσουν για όσους ήδη εργάζονται, αλλά για όσους  προσληφθούν μετά την 1η Ιανουαρίου 2022. Η απάντηση των χορευτών απένανι στην αντι-ασφαλιστική μεταρρύθμιση του Μακρόν και την πρόταση διάσπασης των εργαζομένων κατέληγε σε μια κατηγορηματική άρνηση.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι χορευτές του μπαλέτου του Παρισιού που αμείβονται 35.000 ευρώ ετησίως συνταξιοδοτούνται στα 42 χρόνια και μέχρι τα 62 τους ανταμείβονται με το 45% ως 48% του μισθού που λάβαιναν όσο εργάζονταν. Αυτή την 20ετία κατά κανόνα εργάζονται ως δάσκαλοι χορού. Οι ίδιοι δε μόνο προνομιακό δεν θεωρούν το καθεστώς πρόωρης συνταξιοδότησής τους στα 42 χρόνια, δεδομένων των πολλών ατυχημάτων και μικρών ή μεγάλων τραυματισμών που συμβαίνουν, λόγω της φύσης της δουλειάς τους. Όλα αυτά ωστόσο δεν απέτρεψαν την κυβέρνηση από τον διασυρμό τους, ειδικά μετά την άρνηση τους να δεχτούν την «συμβιβαστική» πρόταση. Πιθανά η σκληρή στάση της κυβέρνησης να τους οδήγησε στην πρώτη γραμμή των αγώνων όλη αυτή την περίοδο.

Την προηγούμενη Κυριακή 12 Ιανουαρίου κι ενώ η απεργία βρισκόταν στην 39η μέρα της και στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας  διαδήλωναν 150.000 εργαζόμενοι, ο πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ έκανε μια επικοινωνιακή επιχείρηση που πολύ γρήγορα κι εντελώς αδικαιολόγητα παρουσιάστηκε ως συμβιβασμός ή υποχώρηση της κυβέρνησης, ακόμη κι ως πρώτη νίκη των γάλλων απεργών. Πρότεινε να παγώσει η διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου που είναι ήδη σε εξέλιξη μέχρι να δοθεί στη δημοσιότητα μια έκθεση που έχει παραγγείλει η κυβέρνηση και θα είναι έτοιμη τέλος Απριλίου που θα απαντάει στο χρηματοδοτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας και συμπυκνώνεται σε ένα έλλειμμα ύψους 19 δισ. ευρώ ετησίως. Ο γάλλος πρωθυπουργός δεν εξήγγειλε καμμιά αλλαγή για τις σημαντικότερες προβλέψεις του αντι-ασφαλιστικού νομοσχεδίου που αφορούν: Πρώτο, την αλλαγή της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64, με το δικαίωμα συνταξιοδότησης στα 62 να είναι ενεργό μεν, αλλά να συνοδεύεται από πρόστιμο. Διακηρυγμένος στόχος του μέτρου (που έχει πολλές φορές προταθεί και στην Ελλάδα κατά το παρελθόν) είναι να παραμείνουν οι εργαζόμενοι στη δουλειά για περισσότερο χρόνο ώστε να μειωθούν οι συνταξιοδοτικές δαπάνες και να αυξηθούν τα έσοδα. Ταυτόχρονα βέβαια θα αυξηθεί και η ανεργία… Δεύτερο, την κατάργηση του ισχύοντος συστήματος προσδιορισμού του ύψους της σύνταξης βάσει των ετών με τις υψηλότερες αμοιβές και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα προσδιορισμού αποκλειστικά και μόνο βάσει των εισφορών όλου του εργάσιμου βίου. Η νέα πρόταση της κυβέρνησης δεν αφήνει μόνο απαράλλαχτα τα μεγαλύτερα αγκάθια της αντι-μεταρρύθμισης Μακρόν, αλλά δημιουργεί τον κίνδυνο μια πορεία που λόγω των διαδικασιών που προβλέπονται στην Εθνοσυνέλευση κανονικά θα τερματιστεί τον Σεπτέμβριο με την ψήφιση του νομοσχεδίου, να ολοκληρωθεί με τις διαδικασίες του κατεπείγοντος και να υιοθετηθεί με τη μορφή προεδρικού διατάγματος…

Καθόλου τυχαίο δεν ήταν πώς η μοναδική συνομοσπονδία που αποδέχτηκε τις προτάσεις της κυβέρνησης ήταν η συντηρητική Γαλλική Δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργασίας, που ανακοίνωσε την λήξη της απεργίας εκ μέρους της. Οι περισσότερες και μεγαλύτερες ωστόσο συνομοσπονδίες απέρριψαν πανηγυρικά τα συμβιβαστικά μέτρα του Φιλίπ, δηλώνοντας ότι θα συνεχίσουν τις απεργίες. Συγκεκριμένα οι CGT, FO, CFE-CGC, FSU και Solidaires χαρακτήρισαν κοροϊδία τις προτάσεις. Ο ηγέτης μάλιστα της κομμουνιστικής CGT απαντώντας επί της ουσίας στο θέμα που επικέντρωσε ο γάλλος πρωθυπουργός, της χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος, αντέτεινε κάτι απλό: την αύξηση των μισθών και ημερομισθίων που με αυτό τον τρόπο θα γεμίσουν και τα ταμεία του ασφαλιστικού συστήματος.  

Ενδεικτικό στοιχείο για την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι νέες προτάσεις της κυβέρνησης είναι πώς την εβδομάδα που πέρασε ξεκίνησαν απεργίες και σε νέους εργασιακούς χώρους, διευρύνοντας το απεργιακό μέτωπο. Συγκεκριμένα, ξεκίνησαν απεργίες και στα 7 λιμάνια της χώρας, με την συμμετοχή να κρίνεται καθολική στα λιμάνια της Χάβρης, της Μασσαλίας και της Λα Ροσέλ. Αυτή η ενθαρρυντική εικόνα, συμπληρώνεται ωστόσο από την εικόνα κόπωσης που αναδύεται ειδικά από τους εργαζόμενους στους σιδηροδρόμους, όπου κάθε μέρα που περνάει εκτελούνται όλο και περισσότερα δρομολόγια εντός κι εκτός της χώρας… Τις επόμενες εβδομάδες μένει να δούμε αν η θατσερικής έμπνευσης αδιαλλαξία της κυβέρνησης οδηγήσει σε ήττα αυτό το μεγαλειώδες απεργιακό κίνημα.

Πηγή : Νέα Σελίδα

Απεργιακό ποδαρικό στη Γαλλία

Από την Βηρυτό και τη Βαγδάτη, μέχρι το Χονγκ Κονγκ και το Σαντιάγκο της Χιλής χιλιάδες άνθρωποι υποδέχτηκαν το νέο χρόνο διαδηλώνοντας. Σε καμιά πρωτεύουσα του κόσμου όμως δεν είδαμε τον εργατικό ξεσηκωμό που σημάδεψε την είσοδο του 2020 στο Παρίσι.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο αέρας φύσαγε προς το μέρος των απεργών πολλές μέρες πριν την Πρωτοχρονιά. Δημοσκόπηση που διεξήχθη σε τυχαίο δείγμα έδειξε ότι το 62% του κόσμου υποστήριζε τις απεργίες. Το ποσοστό αποδοχής μάλιστα ήταν κατά 3 μονάδες υψηλότερο σε σχέση με το ποσοστό που καταγράφτηκε μία εβδομάδα πριν, δείχνοντας ότι η κυβερνητική προσπάθεια ενεργοποίησης του κοινωνικού αυτοματισμού που θα επιχειρούσε να ολοκληρώσει ότι δεν κατάφερε η αστυνομική βία έπεσε στο κενό. Σημείο τομής για τους Γάλλους απεργούς που έδωσε επιπλέον ώθηση στον αγώνα τους ήταν η συνάντηση με τα «κίτρινα γιλέκα» το Σάββατο 28 Δεκεμβρίου, όταν οι επίμονοι διαδηλωτές με τα αντανακλαστικά γιλέκα συμπλήρωναν το 59ο συνεχές Σάββατο αντικυβερνητικών διαδηλώσεων.

Η στάση των Γάλων ήταν δικαιολογημένη και προβλέψιμη, μιας και οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό που προτείνει ο Μακρόν θα επιδεινώσουν απότομα τη ζωή εκατομμυρίων Γάλλων. Το σχέδιο της κυβέρνησης προβλέπει την άνοδο του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη και την περικοπή δεκάδων απολαβών που έπαιρναν κατά την συνταξιοδότησή τους οι Γάλλοι εργαζόμενοι. Αυτά τα έσοδα, που η κυβέρνηση χαρακτηρίζει προνόμια προσπαθώντας να διασύρει τους απεργούς, είναι ωστόσο που εξασφαλίζουν ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά φτώχειας μεταξύ των ηλικιωμένων που απολαμβάνουν οι Γάλλοι σε σύγκριση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ. Εξασφαλίζουν επίσης ότι το προσδόκιμο ζωής στη Γαλλία μετά την σύνταξη είναι κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερο σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ. Τα γαλλικά συνδικάτα εκτιμούν ότι οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό, που πέραν της μείωσης των απολαβών και της αύξησης του ορίου ηλικίας, περιλαμβάνουν επίσης την ενοποίηση 42 ξεχωριστών συνταξιοδοτικών ταμείων σε ένα και μοναδικό, με τη σύγκλιση προς τα κάτω των παροχών και την σύγκλιση προς τα πάνω των υποχρεώσεων που συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις, θα σημάνουν την καταβαράθρωση του επιπέδου ζωής των εργαζομένων κι επίσης την αύξηση της ανεργίας. Γιατί, η παραμονή στους εργασιακούς χώρους για δύο χρόνια παραπάνω εργαζομένων που διαφορετικά θα λάβαιναν σύνταξη θα σημάνει την ισόποση αύξηση του αριθμού των ανέργων…

Καθόλου αναπάντεχο δεν είναι επομένως πώς απέτυχαν κι όλες οι προσπάθειες της κυβέρνησης να εκτονώσει τις απεργίες. Από τις πιο σοβαρές όπως ήταν οι μετριοπαθέστερες προτάσεις για την αλλαγή του συνταξιοδοτικού των πυροσβεστών, των αστυνόμων και των στρατιωτικών, μέχρι τις πιο επικοινωνιακές όπως ήταν η ανακοίνωση του προέδρου Μανουέλ Μακρόν πώς παραιτείται από την σύνταξη που λαμβάνουν όλοι οι απελθόντες Γάλλοι πρόεδροι ύψους 6.000 ευρώ τον μήνα. Ο Μακρόν μάλλον ξέχασε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των απεργών δεν έχει άλλες πηγές εισοδήματος πέραν της σύνταξης….

Αποτέλεσμα αυτής της ζοφερής προοπτικής είναι το ηθικό των απεργών να παραμένει άκαμπτο. Η απεργία μπορεί να έχει ως κέντρο της τους σιδηροδρόμους και το αριστερό συνδικάτο CGT, έχει επεκταθεί εν τούτοις στους δασκάλους, τους εργαζόμενους στη ενέργεια και δεκάδες άλλους κλάδους, όπως για παράδειγμα οι εργαζόμενοι στο χώρο του θεάματος. Εξ ου και η καταπληκτική παράσταση της Λίμνης των Κύκνων που δόθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων μπροστά από την όπερα Γκαρνιέ. Οι εργαζόμενοι στην ενέργεια αποφάσισαν να μπλοκάρουν τις παραδόσεις καυσίμων από ένα από τα τέσσερα διυλιστήρια της Total που βρίσκεται έξω από το Παρίσι, μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 2020. Το αποτέλεσμα θα είναι αργά ή γρήγορα τα βενζινάδικα της γαλλικής πρωτεύουσας να αντιμετωπίσουν πρόβλημα ανεφοδιασμού… Υπό παράλυση βρίσκεται και το σιδηροδρομικό δίκτυο της Γαλλίας λόγω των απεργιών, με αποτέλεσμα περισσότερα από τα μισά δρομολόγια ημερησίως να ακυρώνονται, περιλαμβανομένων και όσων πάνε στις γειτονικές χώρες.

Μια σαφέστατη ένδειξη της αποδοχής που βρίσκουν οι απεργίες στη γαλλική κοινωνία και της πίεσης που δέχεται ο Μακρόν είναι το 1 εκ. ευρώ που συγκέντρωσε η CGT, απευθυνόμενη στην κοινωνία και ζητώντας της να ενισχύει οικονομικά τους απεργούς. Να σημειωθεί πώς με το απεργιακό κύμα που ξεκίνησε τη Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου οι διαμαρτυρίες εισήλθαν στην τέταρτη εβδομάδα, ξεπερνώντας το ρεκόρ του 1995, όταν και πάλι με μια απεργία 22 ημερών ακυρώθηκε μια προγραμματισμένη νεοφιλελεύθερη αλλαγή του συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

Για τους απεργούς και όλη την κοινωνία της Γαλλίας το μεγάλο ραντεβού είναι μπροστά τους: Στις 9 Ιανουαρίου συγκεκριμένα που ήδη έχει χαρακτηριστεί ως εθνική ημέρα διαδηλώσεων κι αναμένεται οι δρόμοι της Γαλλίας να γεμίσουν απεργούς και διαδηλωτές…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Οι G8 που έγιναν G7, ντε φάκτο G6 και G1 και σύντομα πάλι G8

Μόνο θέματα ρουτίνας δεν θα απασχολήσουν τη σύνοδο των επτά πλουσιότερων κρατών (G7) που συνέρχεται στο Μπίαριτζ της Γαλλίας από το Σάββατο 24 ως τη Δευτέρα 26 Αυγούστου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αναντίρρητα, την τελευταία δεκαετία το ειδικό βάρος του G7 έχει συρρικνωθεί. Η σύνοδος των 20 πλουσιότερων χωρών του πλανήτη (G20) όπως θεσμοθετήθηκε με αφορμή το ξέσπασμα της μεγάλης ύφεσης πριν 11 χρόνια είχε ένα διπλό αποτέλεσμα: Από την μια η είσοδος στο κέντρο των αποφάσεων των αναδυόμενων οικονομιών του πλανήτη (Κίνα, Βραζιλία, Ινδία, κ.α.) έκανε αν όχι πιο δημοκρατική, τουλάχιστον πιο πολυπολική αυτή την άτυπη σύνοδο που αποφασίζει για την τύχη του πλανήτη. Από την άλλη, η εξ ανάγκης είσοδος των περιφερειακών χωρών ενδυνάμωσε άλλα οικονομικά και πολιτικά κέντρα και ενώσεις όπου τα μεγάλα και παραδοσιακά αφεντικά του πλανήτη (ΗΠΑ και ΕΕ) αποφασίζουν χωρίς την παρουσία των …παρείσακτων.

Το μεγαλύτερο πλήγμα όμως στο G7 έφερε η πολιτική του Τραμπ «πρώτα η Αμερική». Σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται πολύ πιθανό ακόμη και το ενδεχόμενο να μην εκδοθεί κοινό ανακοινωθέν στο τέλος των εργασιών. Τα ακανθώδη ζητήματα που διχάζουν βαθιά τους 7 είναι δύο: το διεθνές εμπόριο και η κλιματική αλλαγή. Και στα δύο αυτά θέματα είναι από την μια οι ΗΠΑ και από την άλλη οι …G6. Σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο, οι ΗΠΑ εδώ και δύο χρόνια επιλέγουν ή προστατευτισμό ή εμπορικούς πολέμους και πιο συχνά και τα δύο. Ενώ, η αποχώρηση τους από τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015 για το κλίμα επισημοποιεί και την τυπική απόρριψη εκ μέρους τους κάθε προσπάθειας για μείωση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Διαφωνίες έχουν ήδη εκφραστεί και στο θέμα του Ιράν, με τις ΗΠΑ να δοκιμάζουν μια ακόμη επική απόρριψη της πολιτικής τους για απομόνωση και τιμωρία της Τεχεράνης. Είναι μια πολιτική που ακολουθεί κατά γράμμα τις προτεραιότητες του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή και φέρνει πιο κοντά το ενδεχόμενο ενός φριχτού, αιματηρού πολέμου. Ο Μακρόν ήδη συναντήθηκε με αξιωματούχους του Ιράν, προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή την συμφωνία για τη διαχείριση των πυρηνικών του Ιράν που υπογράφτηκε το 2015, επί Μπαράκ Ομπάμα, και τίναξε στον αέρα το 2018 ο Τραμπ.

Η Σύνοδος του Μπίαριτζ ωστόσο πιθανά θα περάσει στην ιστορία επειδή τουλάχιστον στο περιθώριό της έκλεισε το ρήγμα με τη Ρωσία, που άνοιξε το 2014 με αφορμή την προσάρτηση της χερσονήσου της Κριμαίας στη Ρωσία και οδήγησε σε μια σειρά κυρώσεις εναντίον της Μόσχας.   Μεταξύ αυτών ήταν και η συρρίκνωση των G8 σε G7, με την αποπομπή της Ρωσίας. Αυτή η παρένθεση όμως φαίνεται ότι κλείνει.

Το δήλωσε ο ίδιος ο Τραμπ την Τρίτη 20 Αυγούστου αποδίδοντας μάλιστα τον εξοστρακισμό της στον πληγωμένο εγωισμό του Ομπάμα. Με αυτό τον έμμεσο τρόπο έστω ο αμερικανός πρόεδρος φάνηκε να αποδέχεται τα τελεσμένα στην ανατολική Ευρώπη, ξέροντας άλλωστε πώς η Δύση ωφελήθηκε τα μέγιστα με την απόσπαση της Ουκρανίας από τη ρωσική επιρροή. Ο εμφύλιος που μαίνεται και η απόσπαση της Κριμαίας δεν ήταν παρά ένα μικρό αντίτιμο για ένα μεγάλο κέρδος. Ο Τραμπ μάλιστα δεν έθεσε καν όρους για την επανένταξη της Ρωσίας στο G7 που έτσι θα ξαναγίνει G8, όπως έκανε ο Εμμανουέλ Μακρόνμια μέρα νωρίτερα στο πλαίσιο συνομιλιών που είχε με τον ρώσο πρόεδρο τον οποίο κάλεσε στην προεδρική εξοχική κατοικία στη Μεσόγειο. Ο γάλλος πρόεδρος συνέδεσε την διεύρυνση του G7 με την συμβολή της Ρωσίας στην επίλυση των κρίσεων στη Συρία, το Ιράν και την Ουκρανία.

Σηκώνοντας ωστόσο πιο ψηλά τον πήχη σε σχέση με τις ΗΠΑ ο στόχος του Παρισιού δεν ήταν πιθανότατα ο αποκλεισμός της Μόσχας, αλλά η διαχείριση της αντι-ρωσικής υστερίας που κυριαρχεί πλέον στην ΕΕ με κύρια ευθύνη των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Δείγμα του μένους κατά της Μόσχας που παραπέμπει στην ψυχροπολεμική εποχή ήταν ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που υιοθετήθηκε στις 12 Μαρτίου 2019 για τις πολιτικές σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας (2018/2158 ΙΝΙ). Η ομιλία του Μακρόν όμως κινούταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Αναφέρθηκε σε «νέους μηχανισμούς συνεργασίας που θα είναι χρήσιμοι για όλους μας. Σε αυτή την περίπτωση, σε αυτό το πλαίσιο, οι διμερείς μας σχέσεις όπως επίσης και οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραματίζουν έναν κρίσιμο και αποφασιστικό ρόλο», τόνισε. Έκλεισε δε με τα εξής, που με βεβαιότητα, αργά ή γρήγορα θα πυροδοτήσουν συγκρούσεις στο εσωτερικό της ΕΕ: «Γνωρίζω ότι η Ρωσία είναι μια ευρωπαϊκή χώρα, στην καρδιά των καρδιών. Και πιστεύουμε σε μία Ευρώπη που εκτείνεται από τη Λισαβόνα μέχρι το Βλαδιβοστόκ»!

Η πολιτική στροφή του Μακρόν είναι σίγουρα αποτέλεσμα της ανόδου του γοήτρου της Ρωσίας μετά τη νίκη της στη Συρία και την επιβολή του Άσαντ, παρά κι ενάντια στα σχέδια των αραβικών πετρομοναρχιών, του Ισραήλ, των ΗΠΑ και των Αγγλογάλλων. Είναι αποτέλεσμα επίσης του χάσματος της Γαλλίας με τις ΗΠΑ που βαθαίνει όλο και περισσότερο με όλο και πιο καινούργιες αφορμές: από το κλίμα και το εμπόριο μέχρι τη φορολόγηση των μεγάλων του διαδικτύου και τη συνθήκη του 1987 για τα πυρηνικά μεσαίου βεληνεκούς (INF). Η ειρωνεία της τύχης θέλει τα αποκλίνοντα συμφέροντα Γαλλίας και ΗΠΑ να συμπίπτουν τυχαία κι ευκαιριακά στην ένταξη της Ρωσίας στο κλαμπ των ισχυρών του πλανήτη…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Η καγκελάριος δεν έχει κανέναν να τη στηρίξει

Στην  πιο απρόβλεπτη θέση της πολιτικής της καριέρας βρίσκεται η Άνγκελα Μέρκελ δύο χρόνια πριν εγκαταλείψει τη καγκελαρία, όπως έχει η ίδια δηλώσει, ολοκληρώνοντας επιτυχώς τέσσερις θητείες.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Εκτός της Γερμανίας, ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν δε φαίνεται πρόθυμος να συναινέσει στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που εξήλθε τραυματισμένο της μάχης των ευρωεκλογών κερδίζοντας 180 έδρες από 221 που είχε συγκεντρώσει το 2014, για να δοθεί στον Μάνφρεντ Βέμπερ το ανώτατο αξίωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αναμφισβήτητα, πίσω από την άρνησή του δεν κρύβεται τίποτε άλλο παρά η διαχείριση της ήττας του, στην ίδια τη Γαλλία.  Μια άνευ όρων στήριξη στον εκλεκτό της γερμανικής Δεξιάς δεν καταδικάζει μόνο το δικό του κόμμα, Republique en Marche (La Rem), που κέρδισε 22 έδρες, σε ουραγό του παραδοσιακού συντηρητισμού ακυρώνοντας τα υπερφίαλα σχέδια που περιέφερε ανά την Ευρώπη, αναζητώντας συμμάχους για τη συγκρότηση ενός νέου φιλελεύθερου κέντρου, αλλά μένει έκθετος και στην κριτική της Λε Πεν ότι υποβαθμίζει τη  Γαλλία να σέρνεται πίσω από τη Γερμανία. Εκείνο ωστόσο που με βεβαιότητα δοκιμάζει τα νεύρα της καγκελαρίου είναι το επιχείρημα που επικαλείται ο γάλλος πρόεδρος, που για όσους δε θυμούνται στερείται κοινοβουλευτικής εμπειρίας, μιας και ο βατήρας της εισόδου του στην πολιτική ήταν η τράπεζα Ρότσιλντ. Παρόλα αυτά, απορρίπτει μέχρι στιγμής την πρόταση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δυσκολεύοντας τη ζωή της ευρωπαϊκής Δεξιάς που χρειάζεται εναγωνίως συμμάχους για να κατακτήσει την πολυπόθητη θέση, υποστηρίζοντας ότι ο Βέμπερ στερείται …κυβερνητικής εμπειρίας, δεν έχει υπηρετήσει σε θέσεις υψηλής ευθύνης κι άλλα τέτοια είναι τα επιχειρήματα του …μπαρουτοκαπνισμένου Μακρόν.

Κι εντός της Γερμανίας όμως τα νεύρα της Μέρκελ δοκιμάζονται πολλαπλώς. Η Γερμανική Δεξιά κατέγραψε ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα, με το CDU να συγκεντρώνει 22,6%, που είναι το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα που έχει πετύχει σε εκλογές. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που όχι απλώς είδε το ποσοστό του να καταρρέει στο 15,8% (από 20,5% στις εκλογές του 2017), που είναι η χειρότερη επίδοση που έχει καταγράψει στα 156 χρόνια της ιστορίας του, αλλά επιπλέον ήρθε και τρίτο, μετά τους Πράσινους. Ο τερματισμός του στην τρίτη θέση οδήγησε στα άκρα την κριτική που ασκείται από τη βάση του κόμματος, με προεξάρχοντα τον ηγέτη της νεολαίας Κέβιν Κούχνερτ, η οποία –πολύ ορθά- αποδίδει την κατρακύλα της επιρροής του στη συμμετοχή στον μεγάλο συνασπισμό, καθώς οι υπουργοί των σοσιαλδημοκρατών δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους υπουργούς της Δεξιάς. Εμβληματικό παράδειγμα είναι ο νέος υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σόλτς, που ακολουθεί αδιαμαρτύρητα την οικονομική πολιτική του προκατόχου του Βόλφγακνγκ Σόιμπλε. ΚΙ ας προέρχεται ο μεν πρώτος από το SPD και ο δεύτερος από το κόμμα της βαυαρικής Δεξιάς, CSU, που κινείται πολύ πιο δεξιά κι από το CDU, το κόμμα της Μέρκελ.

Διχασμένοι οι σοσιαλδημοκράτες

Η παραίτηση της επικεφαλής του κόμματος Ανδρέα Νάλες την Κυριακή 2 Ιουνίου, ήταν αποτέλεσμα των αυξανόμενων φωνών διαμαρτυρίας, κι ας εξελέγη στην ανώτερη θέση του αρχαιότερου κόμματος της Γερμανίας μόλις τον Απρίλιο του 2018, αποτελώντας μάλιστα την πρώτη φορά που αυτό το αξίωμα περνούσε σε γυναίκα. Ο κίνδυνος δε για την Μέρκελ είναι η παραίτηση της Νάλες (που κάποτε ως μέλος της νεολαίας ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος), να ακολουθηθεί όχι απλώς από μια ακόμη εσωκομματική κρίση, αλλά από ένα εσωκομματικό δημοψήφισμα στο πλαίσιο του οποίου τα μέλη του κόμματος να τοποθετηθούν στο απλό ερώτημα αν θέλουν ή όχι την παράταση της συμμετοχής του SPD στην κυβέρνηση της Μέρκελ.

Κι αυτό όμως δεν είναι τόσο εύκολο. Πιθανή έξοδος των σοσιαλδημοκρατών από την κυβέρνηση πράγματι θα βάλει ένα φρένο στην ελεύθερη πτώση του κόμματός τους, η οποία όμως απλώς κορυφώθηκε με τον μεγάλο συνασπισμό. Ξεκίνησε όταν ο τότε σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ (κι όχι ο Κολ) γκρέμισε το υποδειγματικό κράτος πρόνοιας της Γερμανίας με το πακέτο Χαρτζ 4, που αποτελεί ακόμη και σήμερα αυτόματο πιλότο διεθνούς εμβέλειας για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση των κοινωνικών παροχών. Επιταχύνθηκε δε από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην κοινωνική δομή της Γερμανίας. Αν οι σοσιαλδημοκράτες δεν τραβήξουν τάχιστα το κόμμα τους από την πρίζα του μεγάλου συνασπισμού αργά ή γρήγορα θα συμβεί αυτό που γράφει το περιοδικό Σπίγκελ: Τη θέση του SPD, ως ο προοδευτικός, εναλλακτικός πυλώνας του πολιτικού συστήματος, θα καταλάβουν οι Πράσινοι. Και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σιγά – σιγά θα οδηγηθεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Αποσυνδέοντας όμως το SPD από τον μεγάλο συνασπισμό ακόμη κι αυτή η εύθραυστη σταθερότητα θα χαθεί κι η Γερμανία θα οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές. Ο σχηματισμός κυβέρνησης με βεβαιότητα θα αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολος απ’ ότι ήταν μετά τις εκλογές του 2017, γιατί η Δεξιά θα καταγράψει ακόμη χαμηλότερα ποσοστά. Θα απουσιάζει επομένως εκείνο το κέντρο ισχύος που εξασφαλίζει τη συνέχεια. Και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ωστόσο δεν είναι σίγουρο ότι θα ανακάμψει μονομιάς. Η συμμετοχή του κόμματος στη κυβέρνηση με την Μέρκελ (που ως παράπλευρη συνέπεια είχε την ανάδειξη της φιλοναζιστικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία ως το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη γερμανική βουλή) δεν άλλαξε μόνο τις προγραμματικές θέσεις του, άλλαξε και την κοινωνική του σύνθεση, όπως και τις απόψεις των ψηφοφόρων του. Δεν αποκλείεται επομένως οι ψηφοφόροι του SPD να μην ανταμείψουν εκλογικά το κόμμα αν επιλέξει τη ρήξη και στη συνέχεια χρεωθεί μια μακρά περίοδο ακυβερνησίας, εγγενώς συμβατή με το γερμανικό …DNA.

Πράσινοι, σκιά του παρελθόντος

Η δυσκολία ενός πιθανού μετεκλογικού παζλ οφείλεται, κατά ένα σημαντικό μέρος, στην άνοδο των Πρασίνων. Πίσω από την αύξηση της εκλογικής επιρροής του κόμματος βρίσκεται ένα εντεινόμενο πολιτικό ενδιαφέρον των Γερμανών ψηφοφόρων για θέματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Η αφύπνιση εκδηλώθηκε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο λίγες εβδομάδες πριν τις ευρωεκλογές, με αφορμή τις σχολικές απεργίες που ξεκίνησαν στη Σουηδία, από μια έφηβη. Μιλώντας ωστόσο για τη Γερμανία, η αλήθεια είναι πώς η Μέρκελ δεν έχει μείνει άπραγη. Το 2011, στα απόνερα της καταστροφής στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία, το Βερολίνο εξήγγειλε την παύση λειτουργίας των πυρηνικών εργοστασίων, την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων και δη του άνθρακα και μια ιστορικών διαστάσεων στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Έκτοτε έχουν γίνει ελάχιστα πράγματα, με την εξαγγελθείσα στροφή στην καθαρή ενέργεια να ανταγωνίζεται σε αποτυχία την κατασκευή του νέου αεροδρομίου του Βερολίνου, αποτελώντας αμφότερα διασυρμό της περίφημης γερμανικής ακρίβειας, συνέπειας  και μεθοδικότητας. Επάνω στη δυσφορία των γερμανών ψηφοφόρων που γεννάει η ολιγωρία του Βερολίνου να αλλάξει την ενεργειακή βάση της χώρας και τη δεξιά στροφή των σοσιαλδημοκρατών προέκυψε η εκλογική επιτυχία των Πράσινων που συγκέντρωσαν 20,5% στις πρόσφατες ευρωεκλογές, όταν και στις δύο προηγούμενες εκλογές για την ανάδειξη ευρωβουλευτών (2009 και 2014) είχαν κερδίσει 12%.

Η εκλογική άνοδος των Πρασίνων είχε ως αποτέλεσμα η ατζέντα τους να διεμβολίσει το πολιτικό πρόγραμμα όλων σχεδόν των άλλων κομμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόσχεση της διαδόχου της Μέρκελ στο CDU, Κραμπ Καρενμπάουερ, να εξαγγείλει μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης για όσες επιχειρήσεις επιτυγχάνουν τους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Το πολιτικό αποτύπωμα των Πρασίνων ωστόσο δεν εξαντλείται σε ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον. Αναμφισβήτητα, ο ριζοσπαστισμός που συνόδευσε την εμφάνισή τους τη δεκαετία του ’70 ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν. Η βοήθεια που προσέφεραν στον Σρέντερ να νομιμοποιήσει στη συνείδηση των Γερμανών και της διεθνούς κοινής γνώμης την πρώτη αποστολή γερμανικών στρατευμάτων στο εξωτερικό και ειδικότερα στη Γιουγκοσλαβία μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στην στην ηγεσία τους ήταν ο Γιόσκα Φίσερ, σηματοδότησε  τον πολιτικό τους ευνουχισμό και την μετατροπή τους σε ένα κόμμα εξουσίας που με την παρουσία του «πρασινίζει», στο μέτρο του εφικτού, μια κατά βάση ρυπογόνα πολιτική. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι Πράσινοι ένωσαν τη φωνή τους με άλλους, κυρίως επιστήμονες, που επικρίνουν την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και ζητούν την αύξηση των δημόσιων δαπανών για υποδομές, δημόσια έργα και επενδύσεις στην εκπαίδευση και την έρευνα. Συγκεκριμένα, άρθρο που γράφτηκε από δύο στελέχη των Πρασίνων ζητούσε να καταργηθεί το περίφημο φρένο χρέους που εισήχθη στο γερμανικό σύνταγμα το 2009 κι απαγορεύει στα 16 ομοσπονδιακά κρατίδια να εμφανίζουν δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση καθηλώνει το διαρθρωτικό έλλειμμα στο επίπεδο του 0,35% του ΑΕΠ. (δες εδώ)

Η κριτική που εκφράζεται από στελέχη των Πράσινων θεωρείται ότι απηχεί την ογκούμενη δυσαρέσκεια μιας γενιάς που βλέπει το περίφημο γερμανικό θαύμα να καταρρέει, λόγω ελλιπούς ή κακής συντήρησης. Δυστυχώς όμως ακόμη κι αυτή η κριτική αναπτύσσεται στις παρυφές των Πράσινων, οι οποίοι όσο κι αν ανταγωνίζονται και απειλούν τους σοσιαλδημοκράτες δεν αμφισβητούν τις σταθερές του σύγχρονου οικονομικού και πολιτικού θαύματος της Γερμανίας, που είναι η αιματηρή λιτότητα και τα «μίνι τζομπς» των 500 ευρώ. Κι αυτά μάλιστα ανασφάλιστα…

 Πηγή: Νέα Σελίδα

Τα «κίτρινα γιλέκα» έχουν ήδη νικήσει

Επιστροφή στις χειρότερες μέρες του κρατικού αυταρχισμού στη Γαλλία σηματοδοτεί ο νόμος απαγόρευσης των διαδηλώσεων που ψηφίστηκε την Τρίτη 5 Φεβρουαρίου από τη γαλλική εθνοσυνέλευση, με 387 ψήφους υπέρ και 92 κατά.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο νόμος δέχθηκε σφοδρές επικρίσεις επειδή στην πράξη καταργεί το συνταγματικό δικαίωμα στις διαδηλώσεις και την απεργία. Προβλέπει για την ακρίβεια απαγόρευση συμμετοχής συγκεκριμένων πολιτών σε διαδηλώσεις, ακόμη και χωρίς δικαστική απόφαση. Εξωφρενικά πρόστιμα ύψους ακόμη και 7.500 ευρώ και ποινές φυλάκισης έως και 6 μηνών σε όσους κατηγορούνται για συμμετοχή σε επεισόδια και ακόμη πιο αυστηρά μέτρα (15.000 ευρώ πρόστιμο και 1 χρόνο φυλάκιση) σε όσους καλύπτουν τα πρόσωπά τους. Ο νόμος παρότι συγκέντρωσε μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία 387 ψήφων (έναντι 92) προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη κι εντός του κυβερνώντος κόμματος του Μακρόν. Κορυφή του παγόβουνου των αντιδράσεων ήταν η αποχή 50 βουλευτών του, που δε θέλησαν να αναλάβουν το πολιτικό κόστος υπερψήφισης ενός νόμου που έχει χαρακτηριστεί ελευθεριο-κτόνος.

Αξίζει να σημειωθεί πώς δεν είναι η πρώτη φορά που η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν τέτοιο νομοθετικό τερατούργημα. Ψηφίστηκε ξανά τέτοιος νόμος το 1970, δύο χρόνια μετά την εξέγερση του Μάη του 1968, για να καταργηθεί το 1981 λίγους μόλις μήνες μετά την ανάληψη της γαλλικής προεδρίας από τον Φρανσουά Μιτεράν, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στροφής προς τα αριστερά.

Η πολιτική πυξίδα όμως πλέον έχει στραφεί προς τα δεξιά. Κι οι πρώτοι που το νιώθουν στο πετσί τους είναι τα «κίτρινα γιλέκα», αυτό το πρωτότυπο κίνημα που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 17 Νοεμβρίου κι έκτοτε με τις διαδηλώσεις που οργανώνουν κάθε σχεδόν Σαββατοκύριακο έχουν αλλάξει εκ βάθρων την πολιτική ατζέντα της Γαλλίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό πώς παρότι η αφορμή για το κοινωνικό ξέσπασμα ήταν μια αύξηση στα καύσιμα, οι κινητοποιήσεις έκτοτε έχουν συμπεριλάβει στις διεκδικήσεις τους τα πιο διαφορετικά αιτήματα, που αφορούν όχι μόνο το κοινωνικό ζήτημα αλλά και την πολιτική αντιπροσώπευση, φέρνοντας στην επιφάνεια το αβυσσαλέο ρήγμα που χωρίζει την γαλλική πολιτική ζωή από τα λαϊκά στρώματα. Η γενική απεργία που έχει εξαγγελθεί για την επόμενη Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου με αίτημα αυξήσεων σε όλους τους μισθούς στο επίπεδο του 10% και ανάκληση όλων των αντεργατικών και αντιασφαλιστικών νόμων που ψήφισε η κυβέρνηση Μακρόν θα κάνει αυτό το ρήγμα ακόμη πιο βαθύ.

Από μια άποψη ωστόσο, τα «κίτρινα γιλέκα» που συνεχίζουν απτόητα να διαδηλώνουν κάθε Σαβββατοκύριακο και ήδη μετρούν 11 νεκρούς (αποτέλεσμα κυρίως τροχαίων ατυχημάτων) και χιλιάδες συλλήψεις (αποτέλεσμα του αστυνομικού αυταρχισμού) έχουν ήδη νικήσει. Αρκεί να θυμηθούμε την αλαζονεία μέσα στην οποία έπλεε ο Εμμανουέλ Μακρόν όταν ξεκίναγε τη θητεία του. Ο ίδιος χαρακτήριζε τη Γαλλία ως Κούβα, λοιδορώντας την υπερβολικά γενναιόδωρη όπως τη χαρακτήριζε κοινωνική της πολιτική, και υποσχόταν να επιφέρει μια τομή ανάλογης εκείνης που προκάλεσε η Μάργκαρετ Θάτσερ στην Αγγλία και ο Γκέρχαρντ Σρέντερ στη Γερμανία. Πίστευε πώς το μόνο που απαιτούταν ήταν κυνισμός, αψηφώντας τα διδάγματα από πολύ πρόσφατες κοινωνικές συγκρούσεις στη Γαλλία, όπως αυτή με το Συμβόλαιο Πρώτης Απασχόλησης, κι άλλες που έστειλαν ουκ ολίγους πρωθυπουργούς σπίτι τους πριν την ώρα τους. Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν να ηττηθεί από τη μαχητικότητα των Γάλλων εργατών και αγροτών και να καταλάβει πώς δεν αρκεί να θέλουν οι επάνω…      

Πηγή:Κontranews