Εκλογές πλήξης στη Γερμανία (Μετροπόλιταν, 20/9/2009)

Στις πιο βαρετές εκλογές οδηγείται η Γερμανία την επόμενη Κυριακή, 27 Αυγούστου, με τους εκλογείς να έχουν γυρίσει την πλάτη τους σε όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα. Τα αποτελέσματα πρόσφατης δημοσκόπησης που δημοσίευσε η International Herald Tribune ήταν αποκαλυπτικά και με μια δεύτερη ματιά βαθιά ανησυχητικά, καθώς το συντριπτικά υψηλό ποσοστό του 84% των γερμανών εκλογέων χαρακτήρισε την εκλογική διαδικασία ως βαρετή κι απ’ αυτούς το 38% παντελώς αδιάφορη!

Η αποστροφή των Γερμανών προς την κορυφαία κατά τ’ άλλα πολιτική διαδικασία εκφράζεται επίσης και με τα χαμηλά ποσοστά που συγκεντρώνουν τα ισχυρότερα και παραδοσιακότερα πολιτικά κόμματα. Για παράδειγμα το δεξιό κόμμα της καγκελάριου Άγκελα Μέρκελ, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU), παρότι όλοι προεξοφλούν ότι θα κερδίσει με άνεση τις εκλογές της επόμενης Κυριακής, κάτι που διαφαίνεται κι από τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα δημοσκοπήσεων με βάση τα οποία αναμένεται να κερδίσει το 35% των ψήφων, ήταν ο μεγάλος χαμένος των εκλογών που διενεργήθηκαν στις 30 Αυγούστου σε τρία κρατίδια. Δέκα ολόκληρες μονάδες έχασε σε δύο απ’ αυτά, τη Θουριγγία και τη Σάαρλαντ, βεβαιώνοντας έτσι πόσο εύθραυστη θα είναι η νίκη της την επόμενη Κυριακή, όταν οι Γερμανοί θα το επιλέξουν προφανώς ως το μικρότερο κακό. Εξ ίσου άσχημα τα πήγε και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Το χειρότερο μάλιστα για τους σοσιαλδημοκράτες είναι ότι στις εκλογές της επόμενης Κυριακής αναμένεται να καταγράψουν ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά της ιστορίας τους. Ειδικότερα οι προβλέψεις, και δη αυτή που διενήργησε το περιοδικό Stern κι ο τηλεοπτικός σταθμός RTL, δίνουν στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 21%. Η βαθιά κρίση την οποία διέρχεται το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα γίνεται εμφανής κι από την υποχώρηση που καταγράφει στα κρατίδια. Το 1998 για παράδειγμα, όταν εκλέχτηκε πρώτη φορά ο Γκέρχαρντ Σρέντερ κι οι ελπίδες για μια οριστική υπέρβαση του σκληρού νεοσυντηρητικού χειμώνα της εποχής Κολ μεσουρανούσαν, το SPD ήλεγχε τα 11 από τα 16 κρατίδια. Σήμερα έχει κυβερνήσεις μόνο σε 5, στα 2 εκ των οποίων συγκυβερνά με τη Δεξιά, όπως ακριβώς κάνει και σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Αυτή ακριβώς η συγκυβέρνηση, που βεβαιώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη δεξιά στροφή του SPD, αποτελεί την βαθύτερη αιτία της αποστροφής των Γερμανών και κατ’ επέκταση των τριγμών που δέχεται το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας. Άμεσο αποτέλεσμα της ανοιχτής συναίνεσης των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, είναι τα πιο ουσιώδη πολιτικά ζητήματα να βρίσκονται εκτός ημερήσιας διάταξης. Χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες, μόνο και μόνο για να μην υπονομεύσουν τα θεμέλια της πολιτικής τους συμφωνίας δε λένε λέξη για το Αφγανιστάν, για την οικονομική κρίση και τις εντεινόμενες κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτά ακριβώς όμως είναι τα σημαντικότερα διακυβεύματα της τρέχουσας συγκυρίας στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης και τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη.

Το θέμα του Αφγανιστάν, υπό τη μορφή της τύχης που θα έχει η αποστολή των 4.200 γερμανών στρατιωτών τέθηκε με πρωτοφανή έμφαση την Παρασκευή 4 Σεπτέμβρη, όταν γερμανός αξιωματικός διέταξε σφαγή αμάχων! Τουλάχιστον 125 άμαχοι σκοτώθηκαν με εντολή γερμανού διοικητή, σύμφωνα με την αμερικανική Washington Post που μετά χαράς θα είδε να μοιράζονται επιτέλους κι άλλες χώρες του ΝΑΤΟ την πολιτική ευθύνη και την διεθνή κατακραυγή για τις σφαγές των αμάχων. Ο πρωταγωνιστικός πλέον ρόλος της Γερμανίας στο λουτρό αίματος που ποτίζει καθημερινά την άνυδρη γη του Αφγανιστάν οδήγησε σε νέα ύψη τις αντιδράσεις των Γερμανών που, όπως κι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι,  κατά δύο τρίτα διαφωνούν με την αποστολή στο Αφγανιστάν. Παρότι όμως οι Γερμανοί δεν θέλουν το στρατό τους σε αποστολές στο εξωτερικό Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες αρνούνται να συζητήσουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο αποχώρησης. Σε ομιλία της στη γερμανική Βουλή η καγκελάριος, Άγκελα Μέρκελ, που συνέχισε να περιγράφει ως «επιχείρηση σταθεροποίησης» την εισβολή και κατοχή του Αφγανιστάν αποφεύγοντας ακόμη και να πει τη λέξη πόλεμος, παρέπεμψε σε εξεταστική επιτροπή όσους χαρακτήρισαν εγκληματική την απόφαση βομβαρδισμού. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε κι ο ηγέτης των σοσιαλδημοκρατών, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγιερ, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης συνεργασίας κι αναπληρωτής καγκελάριος, ο οποίος χαρακτήρισε ως «ανευθυνότητα» οποιαδήποτε πρόταση αποχώρησης του γερμανικού στρατού. Το αστείο ωστόσο είναι ότι αυτό το ενδεχόμενο έχει αρχίσει πλέον να ακούγεται όλο και πιο έντονα ακόμη κι από επίσημα αμερικανικά χείλη που βλέπουν ότι εννιά σχεδόν χρόνια μετά την εισβολή δεν έχουν να επιδείξουν την παραμικρή επιτυχία… Κανείς βέβαια δεν ξεχνάει πως επί της συμμαχικής κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών και Πράσινων, επί καγκελαρίας Σρέντερ και με προορισμό τα Βαλκάνια, πέρασε ο γερμανικός στρατός για πρώτη φορά τα σύνορα της χώρας του μετά το θάνατο του Χίτλερ. Οι σοσιαλδημοκράτες επομένως παρότι θα έπρεπε να είναι οι πιο διαπρύσιοι φιλειρηνιστές, εμφανίζονται ως  τα γεράκια της Μπούντεσβερ.

Η αρνητική κληρονομιά του Σρέντερ ακολουθεί το SPD και σ’ ότι αφορά το κοινωνικό ζήτημα. Η εφαρμογή δε της Ατζέντας 2010 όπως είχε ονομάσει ο Σρέντερ ένα σαρωτικό πρόγραμμα αντεργατικών μεταρρυθμίσεων με το οποίο πέρασε στην ιστορία το αξιοζήλευτο κράτος πρόνοιας της Γερμανίας, συνέπεσε χρονικά με τον εκλογικό καταποντισμό του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, από τον οποίο ακόμη δεν έχει συνέλθει.

Κατ’ επέκταση, οι προεκλογικές εξαγγελίες του ηγέτη των σοσιαλδημοκρατών για δημιουργία 4 εκατ. θέσεων εργασίας και την επίτευξη πλήρους απασχόλησης μέχρι το 2020, ήταν εντελώς αναμενόμενο να μη συγκινήσουν κανέναν. Πολύ περισσότερο όταν τα πιο κρίσιμα και στρατηγικής σημασίας ζητήματα που ανέδειξε η κρίση μένουν εκτός συζήτησης, όπως είναι για παράδειγμα το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Η Γερμανία βίωσε με το πιο δραματικό τρόπο την διεθνή οικονομική κρίση, βλέποντας το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες στη διάρκεια τεσσάρων τριμήνων, λόγω του ότι οι εξαγωγές της (που λόγω της συρρίκνωσης της διεθνούς ζήτησης μειώθηκαν κατά 17%) συνεισφέρουν στο 47% του ΑΕΠ. Στην πράξη αυτό που κατέρρευσε στη Γερμανία ήταν ένα μοντέλο ανάπτυξης που από τη μια πλευρά έχει τις εξαγωγές κι από την άλλη τη λιτότητα. Αντί λοιπόν οι σοσιαλδημοκράτες να δώσουν το εναρκτήριο λάκτισμα για τον αναπροσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής με στόχο στη στήριξη του εισοδήματος, αφήνουν στο απυρόβλητο το νοσηρό αυτό μοντέλο, εξαντλώντας την ευαισθησία τους σε επιμέρους διορθωτικές παρεμβάσεις και την άμβλυνση των πιο ακραίων αρνητικών συνεπειών του. Αποτέλεσμα αυτής της οικονομικής πολιτικής είναι κι η όξυνση των κάθε λογής αντιθέσεων: κοινωνικών, οικονομικών και περιφερειακών. Στο απώτερο άκρο τους βρίσκεται το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των κατοίκων της πάλαι ποτέ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας (των Ossis και Wessis) με αποτέλεσμα το 10% των πρώτων να δηλώνει ότι πέρναγε καλύτερα στη Γερμανία του Χόνεκερ δίνοντας νέα ώθηση στην λεγόμενη …Οσταλγία! Κι αυτό μάλιστα ακριβώς στην επέτειο της εικοσαετίας από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω μοναδικό διακύβευμα των εκλογών της επόμενης Κυριακής στη Γερμανία είναι η σύνθεση του συνασπισμού που θα κυβερνήσει, με το δίλημμα που κυριαρχεί να συνοψίζεται στο …Τζαμάικα ή φανάρι. Συγκεκριμένα, στόχος της Μέρκελ είναι να ξεφορτωθεί τους Σοσιαλδημοκράτες, που δεν έχουν φυσικά καμιά αναστολή να συγκυβερνήσουν με τη Δεξιά για μια ακόμη τετραετία, και στη θέση τους να συμμαχήσει με το φιλοεπιχειρηματικό, νεοφιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP) που φαίνεται να κερδίζει το 14%. Το πρόβλημα για τη γερμανική Δεξιά είναι πως μάλλον αποκλείεται να μπορέσουν αυτά τα δύο κόμματα να συγκεντρώσουν την απόλυτη πλειοψηφία. Υπό το πρίσμα αυτής της αδυναμίας μπαίνουν στο τραπέζι δύο άλλες επιλογές. Η πρώτη είναι να εμπλουτιστεί αυτή η συμμαχία και με τους Πράσινους. Ένας συνδυασμός που με βάση τα χαρακτηριστικά χρώματα των τριών αυτών κομμάτων (μαύρο, κίτρινο και πράσινο) παραπέμπει στη σημαίας της Τζαμάικας. Για τους ηγέτες των Πρασίνων ωστόσο, «η Τζαμάικα παραμένει στην Καραϊβική» κι όχι στα πολιτικά τους σχέδια. Το δεύτερο σενάριο περιλαμβάνει τους νεοφιλελεύθερους του FDP και τους Πράσινους αλλά στη θέση των Χριστιανοδημοκρατών μπαίνουν οι Σοσιαλδημοκράτες. Συνδυασμός που παραπέμπει στα χρώματα του φωτεινού σηματοδότη και για τους ηγέτες των FDP κινείται στη σφαίρα της φαντασίας καθώς απορρίπτουν οποιαδήποτε συμμαχία με τους Σοσιαλδημοκράτες. Οι ίδιοι οι Σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν κανένα πρόβλημα να κυβερνήσουν με τους λάτρεις του πιο ακραίου νεοφιλελευθερισμού, ενώ αντίθετα απορρίπτουν κατηγορηματικά οποιοδήποτε ενδεχόμενο συγκυβέρνησης με το Αριστερό Κόμμα του Λαφονταίν το οποίο στις δημοσκοπήσεις φαίνεται να κερδίζει ακόμη και το 14% των ψήφων συγκεντρώνοντας όλη την αριστερή διαμαρτυρία.

Οποιοδήποτε σενάριο ωστόσο κι αν επιλεγεί λύνοντας άμεσα το πρόβλημα σχηματισμού κυβέρνησης, αυτό που θα αιωρείται θα είναι ένα τεράστιο κενό στην πολιτική αντιπροσώπευση αποτέλεσμα της απουσίας πολιτικών αντιπαραθέσεων και της ευκαιριακής σύγκλισης των κορυφών των μεγαλύτερων κομμάτων.

Ποιός θα πληρώσει για την κρίση; (Πριν, 4/4/2009)

Στη σύνοδο του G20, αποφεύχθηκε το φιάσκο

ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πράγματι θα μείνει στην ιστορία η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Πέμπτη 2 Απριλίου, όχι όμως για τους προφανείς λόγους, σε σχέση δηλαδή με τις αποφάσεις που έλαβε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η σύνοδος του G20, η δεύτερη τέτοια σύνοδος μετά απ’ αυτήν που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 και 16 Νοεμβρίου, θα αποτελεί συμβατικά το διεθνές φόρουμ όπου για πρώτη φορά αποτυπώθηκε η συρρίκνωση της αμερικανικής ηγεμονίας και η αδυναμία τους να επιβάλλουν τις αποφάσεις – κάτι χωρίς προηγούμενο στον μεταπολεμικό κόσμο.

Μέχρι και την προηγούμενη μέρα της συνόδου πολλά στοιχεία μαρτυρούσαν ότι η σύνοδος του Λονδίνου θα είχε την τύχη της διακυβερνητικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ το 1999 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Θα κατέρρεε δηλαδή υπό το βάρος των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν οι μάχες χαρακωμάτων που έδιναν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από την μια ο γαλλογερμανικός άξονας που συστάθηκε κατά κύριο λόγο με επίκεντρο την αδιάλλακτη θέση των Σαρκοζύ – Μέρκελ εναντίον της πλημμυρίδας ρευστού και υπέρ των μέτρων ρύθμισης των αγορών και από την άλλη ο αγγλοσαξονικός άξονας των Μπράουν – Ομπάμα που πριν τη σύνοδο είχαν κάνει σημαία τους την άνευ όρων και ορίων χρηματοδότηση της οικονομίας με αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον την λήψη μέτρων ρύθμισης και εξορθολογισμού του καπιταλισμού.

Σε αυτή τη διελκυστίνδα χαμένο βγήκε το δίδυμο Μπράουν – Ομπάμα καθώς στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει καμιά κατεύθυνση για εκπόνηση νέων πακέτων σωτηρίας, όπως επεδίωκαν αρχικά. Πριν δούμε τις αποφάσεις που λήφθηκαν, αξίζει να τονίσουμε πως παρότι οι τελικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν νίκη του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς τα μέτρα ρύθμισης που προβλέπονται για τους φορολογικούς παραδείσους και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είναι ανεπαρκή σε έκταση και υπέρ του δέοντος γενικόλογα, παρόλα αυτά αποτελούν ήττα του αγγλοσαξονικού άξονα. Μια ήττα που έρχεται σαν αποτέλεσμα των τεράστιων ευθυνών που έχουν οι δύο αυτές χώρες για το ξέσπασμα της κρίσης – πληρώνοντας και τώρα το μεγαλύτερο τίμημα, αλλά επίσης και των κινδύνων που δημιουργούν για τη σταθερότητα του συστήματος με τα μέτρα που λαβαίνουν τώρα, όπως φάνηκε από την κριτική που δέχτηκαν!

Η απόφαση των 20 πλουσιότερων κρατών του κόσμου στη σύνοδο του Λονδίνου να ενισχύσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κόντευε να ξεμείνει από κεφάλαια, δείχνει την πρόθεσή τους να βάλουν τους εργαζόμενους να πληρώσουν την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, μέσα από προγράμματα άγριας λιτότητας και περικοπών.

Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων και μειώσεις μισθών σε Ευρώπη και ΗΠΑ

 

Η σημαντικότερη απόφαση που έλαβε η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη στις 2 Απρίλη θα μπορούσε να θωρηθεί απρόβλεπτη ή ακόμη χειρότερα… άσχετη σε σχέση με τα δύο διλήμματα που είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της συνόδου: λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση, το πρώτο, και μικρά ή μεγάλα πακέτα στήριξης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις, το δεύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα προς τα μπρος για το κεφάλαιο, μια δημιουργική σύνθεση των υπαρκτών διαφορών τους. Η απόφαση να στηρίξουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισ. δολαρίων περιγράφει με πηχυαία γράμματα το ταξικό πρόσημο των μέτρων που θα ληφθούν για την υπέρβαση της κρίσης. Απαντάει στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει για την έξοδο από την κρίση!

Μια πρόγευση αυτού του μέτρου είχαμε πάρει από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Το Βερολίνο τότε απαντώντας στις εναγώνιες εκκλήσεις των ανατολικοευρωπαίων για μετρητό ώστε να μπορέσουν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους, τούς έδειξε το δρόμο προς το ΔΝΤ. Με αυτό τον τρόπο δεν αδιαφόρησε απλώς μπροστά στις τυπικές υποχρεώσεις του, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει και το ανάλογο πολιτικό κόστος υπέδειξε στις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και άλλων χωρών να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που ζητάει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για να χορηγήσει τα δάνεια κι έχουν κάνει όλο τον κόσμο, ειδικότερα στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, να το μισεί. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1998 – 1999 στο αποκορύφωμα της ασιατικής κρίσης, ακόμη κι ο μετέπειτα νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς είχε εξοργιστεί με τους όρους που επέβαλλε το ΔΝΤ ασκώντας δημόσια καυστικότατη κριτική στην πολιτική του, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, δίδυμης αδερφής του ΔΝΤ. Η κριτική του συνέτεινε ότι εν ολίγοις το ΔΝΤ για να προσφέρει το ρευστό, όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρνείται να το κάνει με φυσιολογικά επιτόκια, επιβάλλει ως αντίτιμο την οικονομική ερήμωση της χώρας. Όχι μόνο βαθιά αντιλαϊκά προγράμματα, αλλά και μέτρα ύφεσης που καταλήγουν στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν χρειαζόταν να επικαλεστούμε τον Στίγκλιτς για να αποκαλύψουμε τον οπισθοδρομικό ρόλο του ΔΝΤ. Καταφεύγουμε όμως τώρα γιατί εδώ και έξι μήνες το ΔΝΤ έχει πάψει να είναι ένας μισητός οργανισμός κι εμφανίζεται σαν μάννα εξ ουρανού και από μηχανής Θεός, με το μοναδικό πρόβλημα σ’ ότι αφορά τη δράση του να εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του! Οι όροι υπό του οποίους άνοιξε τους κρουνούς του ακόμη και πρόσφατα πέρασαν έτσι στα ψιλά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι στο Πακιστάν το Νοέμβριο επέβαλλε μια σειρά μέτρων με πιο ακραίο τον διπλασιασμό σχεδόν των τιμολογίων του ηλεκτρικού. Στη Λετονία το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο επέβαλε την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 15%, των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, πάγωμα των συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ, στην Ουγγαρία και τη Λευκορωσία τον Ιανουάριο την υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων κατά 22% και 25% αντίστοιχα, ενώ στη γειτονική Τουρκία οι όροι που ζητά είναι τόσο εξωφρενικοί ώστε ο Ερντογάν περίμενε να γίνουν πρώτα οι δημοτικές εκλογές και μετά να προχωρήσει σε ανακοινώσεις.

Αυτήν ακριβώς την πολιτική μείωσης των μισθών, άγριων περικοπών κοινωνικών δαπανών και αύξησης των λαϊκών φόρων αποφάσισαν να στηρίξουν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου. Οι αποφάσεις τους δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Αν μέχρι και την εκπνοή του 2008 αυτό που κυριαρχούσε στις αντιδράσεις των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο ήταν η αμηχανία και η σύγχυση για το τι δέον γενέσθαι, τους τελευταίους τρεις μήνες αυτό που διακρίνεται είναι μια πολιτική πυγμής για να περάσει το κόστος υπέρβασης της κρίσης στους εργαζόμενους.

Το παράδειγμα δίνει πρώτος απ’ όλους ο γενναιόδωρος κατά τ’ άλλα Μπαράκ Ομπάμα που δεν δίστασε να επαναφέρει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, για την χρηματοδότηση των τραπεζών με 1 τρισ. δολάρια, προκαλώντας έκρηξη χαράς στη Γουόλ Στριτ, που στο άκουσμα της είδησης κατέγραψε την σημαντικότερη άνοδο των τελευταίων πολλών μηνών. Το σχέδιο του Ομπάμα επικρίθηκε ακόμη κι από οικονομολόγους που στηρίζουν ενεργά την πολιτική του, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, καθώς στην πράξη είναι ένα σχέδιο εξαγοράς των «τοξικών ομολόγων» από κοινά σχήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο των οποίων το δημόσιο καταβάλει το κόστος κι οι ιδιώτες παίρνουν τα κέρδη, αν υπάρξουν. Το μοναδικό ρίσκο δηλαδή που αναλαμβάνουν είναι να μην… κερδίσουν. Ενώ το αμερικανικό δημόσιο σε κάθε περίπτωση – κερδίσουν ή όχι δηλαδή οι ιδιώτες – βγαίνει χαμένο. Την ίδια ακριβώς εβδομάδα που ανακοίνωσε το σχέδιο για το καθάρισμα των τραπεζών, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στον λαιμό των εργαζομένων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, απαιτώντας την εκχώρηση κι άλλων δικαιωμάτων τους αν θέλουν να ενταχθεί το Ντιτρόιτ σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για ν’ αποφύγει τη σίγουρη χρεοκοπία. Το τελεσίγραφο του Ομπάμα προκάλεσε απόγνωση γιατί ακόμη δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από τις τελευταίες υποχωρήσεις που έκαναν και θεωρήθηκαν ανεπαρκείς: μείωση αποδοχών καλοκαιρινής αδείας, παραίτηση από το ετήσιο μπόνους που το 2007 έφθασε τα 3.000 δολάρια, κατάργηση της επιδότησης των διδάκτρων για τα παιδιά που σπουδάζουν κ.λπ. Η ίδια κατάσταση κυριαρχεί και στη Γερμανία – σε αυτό το επίπεδο καμία αντίθεση δεν καταγράφεται μεταξύ των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν Ομπάμα και Μέρκελ. Πρόσφατο ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ανέφερε ότι ο αριθμός των εποχιακών απασχολουμένων τον τελευταίο μόνοι χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Από 15.248 που ήταν καταγεγραμμένοι τον Φεβρουάριο του  2008, τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο αριθμός τους εκτινάχθηκε στους 700.038. «Συμβάσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, απόλυση εποχιακών απασχολουμένων, πάγωμα προσλήψεων και πρόσκαιρες διακοπές της παραγωγής είναι οι μέθοδοι που μετέρχονται οι γερμανικές εταιρείες για να καθυστερήσουν τις επώδυνες περικοπές θέσεις εργασίας», έγραφε, δείχνοντας έτσι την ταχύτητα με την οποία γενικεύεται η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ακόμη και στις χώρες που ήταν προπύργιο των σταθερών εργασιακών σχέσεων.

Αν πλάι στα παραπάνω παραδείγματα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία συνυπολογίσουμε τα άγρια αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα (ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέσω της μείωσης της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας και των αποδοχών, μηδενικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους και έκρηξη της ανεργίας όπως δείχνουν οι 80.000 επιπλέον άνεργοι που προστέθηκαν στις λίστες μεταξύ Οκτώβρη και Δεκέμβρη) τότε καταλαβαίνουμε ότι σε όλο τον κόσμο είμαστε στο μέσο μιας ιστορικής στιγμής. Η κρισιμότητα της καθορίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει η αστική τάξη να αναιρέσει κατακτήσεις δεκαετιών οδηγώντας τους εργαζόμενους όλης της γης στη φτώχεια και τη εξαθλίωση. Το ζητούμενο για την αστική τάξη είναι να κάνει μια «επαναφορά συστήματος». Βασικό γνώρισμα αυτής της επαναφοράς είναι η ακραία πόλωση των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συντελείται μέσα από το προπέτασμα καπνού που δημιουργεί η κρίση και μια ψευδαίσθηση πως «όλοι χάνουμε». Στην πραγματικότητα όμως οι ταξικοί συσχετισμού ξαναγράφονται. Στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2008, όταν 2 εκατ. Αμερικάνοι έχαναν τα σπίτια τους, περιμένοντας να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους χειρότερα απ’ ότι έζησαν μέχρι τότε, μια χούφτα στελεχών της Γουόλ Στριτ που εντάσσεται στην αστική τάξη αύξανε τις καταθέσεις του, μέσα από μπόνους, κατά 32 δισ. δολάρια. Το ίδιο και στην Ελλάδα. Την ώρα που οι εργαζόμενοι στην Αλουμύλ έπρεπε να επιλέξουν ανεργία ή ημιαπασχόληση οι ελληνικές τράπεζες επαναπαύονταν στην αγκαλιά του γενναιόδωρου κράτους που αναλάμβανε χρέη ασφαλιστικής εταιρείας, καλύπτοντας από τα 28 δισ. τις ζημιές από την επέκταση και την κερδοσκοπική τους δράση στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 200.000 ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΚΟΣΜΟ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η κρίση, ως «ανορθολογικός εξορθολογητής» όπως χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανό μαρξιστή Ντέιβιντ Χάρβευ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο προοδευτικό αμερικανικό δίκτυο Ντιμόκρασυ Νάου, δεν οξύνει την ταξική πάλη εντός των αστικών κρατών μόνο. Παράλληλα οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ενώ κράτη και λαούς που ζούσαν στο περιθώριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στους τροπικούς της εξαθλίωσης (εκεί όπου το αντίστοιχο του άνεργος και άστεγος στη Δύση είναι νεκρός από αρρώστιες και ασιτία) απειλεί να τους αφανίσει.

Επιτροπή της Ουνέσκο πρόσφατα υπολόγισε ότι λόγω της κρίσης 390 εκ. από τους φτωχότερους Αφρικανούς θα δουν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20% και οι θάνατοι παιδιών θα αυξηθούν κατά 200.000 με 400.000 περιπτώσεις επιπλέον. Η εμφανής αιτία γι αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδώνα έγκειται στην επενδυτική ξηρασία που ήδη πλήττει την ήπειρο λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπολογίζεται ότι ενδεικτικά πως οι ροές κεφαλαίων προς τι φτωχές, καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες θα ανέλθουν στα 165 δισ. δολ., λιγότερα από τα μισά από τα περυσινά επίπεδα (466 δισ. δολ.) και ισοδύναμα με το ένα πέμπτο των επιπέδων του 2007.

Η έλλειψη κεφαλαίων δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης γενικά, ή έστω μόνο αυτής. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της κεφαλαιακής αφαίμαξης που προκαλούν ΗΠΑ και Αγγλία, ώστε να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης των κλυδωνιζόμενων επιχειρήσεων τους. Τα κεφάλαια που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον στη Γουόλ Στριτ για να ξαναστήσει στα πόδι τους τις τράπεζες θα προέλθουν από δύο διαύλους, που ο ένας είναι πιο καταστροφικός από τον άλλο. Θα προέλθουν είτε από δανεισμό είτε από έκδοση νέου χρήματος. Σε κάθε περίπτωση είναι αναπόφευκτος ένας σχετικός πληθωρισμός και πιο σίγουρα μια υποτίμηση του δολαρίου. Οι αναταράξεις που θα επέλθουν στη διεθνή νομισματική ισορροπία ήταν και η αιτία πίσω από την οξεία κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της κινέζικης κεντρικής τράπεζας στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ζητώντας για πρώτη φορά άμεσα και δημόσια να πάψει το δολάριο να αποτελεί μέσο αποθησαυρισμού (και διεθνών συναλλαγών συμπληρώνουν άλλοι) και να αντικατασταθεί από ένα καλάθι νομισμάτων, όπως είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για τις συναλλαγές του με τα 185 κράτη μέλη του. Η οργή του κινέζου τραπεζίτη προήλθε από τις μελανές προοπτικές που διαγράφονται για την αξία των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων, εκ των οποίων το ένα τρίτο αξίας 740 δισ. δολ., έχει επενδυθεί σε δολάρια.

Φαίνεται έτσι ότι τα γενναιόδωρα μέτρα στήριξης που ανακοινώνουν Ομπάμα και Μπράουν δεν επαναδιατάζουν τις ισορροπίες μόνο στο εσωτερικό των χωρών τους, ενισχύοντας το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, αλλά επίσης οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς με την εκμετάλλευση προνομίων που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές, επιχειρούν να στείλουν το λογαριασμό σε άλλες αστικές τάξεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Μετά την κρίση, στασιμότητα

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΟΔΟΥ

 

Παράλληλα με το σχέδιο των 20 πλουσιοτέρων κρατών παρουσιάστηκε και το μήνυμα της επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για τη διεθνή κρίση, γνωστής κι ως Επιτροπής Στίγκλιτς, στην οποία συμμετέχει κι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Πρόκειται για ευχολόγιο, που συγκαλύπτει τις τεράστιες ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για τη σημερινή κρίση! Ξεκινώντας απ’ όσα αναφέρει, η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι κραυγαλέα. Για παράδειγμα ενώ τονίζει πως «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται» και προτείνει «να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση παγκόσμια», στην πράξη το ΠΑΣΟΚ συμφώνησε με το ξεπούλημα της Ολυμπιακής στο μονοπώλιο του Βγενόπουλου, ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο πρώτος που πρότεινε, από το Λαύριο πριν τις εκλογές του 2004, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές των νέων εργαζομένων οι εργοδότες. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει λέξη στο κείμενό τους για την ανάγκη σταθερών εργασιακών σχέσεων και την ανάγκη αποτροπής της ελαστικοποίησής τους ή τη σημασία που έχει σήμερα η αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και των εταιρειών. Δεν πρόκειται συνεπώς καν για εναλλακτικό σχέδιο.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας όλων των σχεδίων που προωθούνται αποκαλύπτεται από δύο γεγονότα. Αρχικά από το γεγονός ότι στην πράξη επιδιώκουν να ξαναστήσουν στα πόδια του ένα μοντέλο το οποίο κατάρρευσε παταγωδώς και όλοι οικτίρουν. Μάλιστα, ακόμη κι η επιλογή του Λονδίνου για τη συνάντηση του G20 που αποτελεί σύμβολο της υπερτροφίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ακόμη και σήμερα (καθώς το ενεργητικό των τραπεζών του Σίτι εξακολουθεί να είναι πενταπλάσιο από το βρετανικό ΑΕΠ) μόνο θυμηδία προκαλεί. Η αγωνία του Ομπάμα και του Μπράουν να καθαρίσουν με κάθε κόστος τις χρεοκοπημένες τράπεζες και η διοχέτευση τόσων εκατοντάδων δισ. δολ. στα σαθρά θεμέλιά τους με τη ελπίδα να μπορέσουν κάποια στιγμή να κερδίσουν ξανά τη χαμένη τους σταθερότητα δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτό που επιδιώκουν είναι μια αναστήλωση ενός πλαισίου όχι μόνο βαθιά ταξικού και κοινωνικά άδικου, αλλά επίσης βαθιά κερδοσκοπικού και αναποτελεσματικού, με την έννοια ότι η λειτουργία του έχει ως προϋπόθεση την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του προωθούμενου σχεδίου αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε με πόσο μελανά χρώματα περιγράφουν άπαντες την επόμενη μέρα. «Η ανάκαμψη όταν θα έρθει θα είναι ασθενής» τονίζει ο τελευταίος Εκόνομιστ. Συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εμπειρία των περισσότερων χωρών που δοκιμάστηκαν από κρίσεις την τελευταία εικοσαετία κι οι οποίες στην πράξη δεν απέκτησαν ποτέ τους προγενέστερους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κι από την ίδια την εμπειρία των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Γενικότερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ ποτέ δεν ανέκαμψαν από την κρίση της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα ποτέ να μην επανακτήσουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κυρίως το ποσοστό κέρδους που αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για την υγεία του καπιταλιστικού συστήματος, των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν αυτό που υπόσχονται και γι αυτό το οποίο πασχίζουν θυσιάζοντας έσοδα και πόρους δεκαετιών είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης αποδεδειγμένα ανορθολογικό που γεννάει κρίσεις κι ανεργία με την ίδια φυσικότητα που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.

Νταβός ’09: Τι κρατάμε… (Διπλωματία 1ος/2009)

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ 

ΖΟΦΕΡΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 

Στην περυσινή σύνοδο του Νταβός το θέμα της συζήτησης ήταν η δυνατότητα της παγκόσμιας οικονομίας να συνεχίσει να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την αμερικανική, που είχε αρχίσει να βυθίζεται στην ύφεση. Φέτος τέτοιες αυταπάτες δεν υπήρχαν καθώς ήταν κοινή συνείδηση ότι εξαίρεση από τον κανόνα της κρίσης δεν υφίσταται, ενώ το βάθος της είναι πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά χρονικά.

Προς επίρρωση, έρευνα που διεξήγαγε η Price Waterhouse Coopers κι η οποία παρουσιάστηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ βάση της οποίας μόνο ένα στα πέντε στελέχη επιχειρήσεων (το 21% για την ακρίβεια των 1.200 ερωτηθέντων από 50 χώρες του κόσμου) αναμένει να αυξηθούν τα έσοδα της επιχείρησής του το τρέχον έτος. Και μόνο και μόνο για να φανεί η επιδείνωση του κλίματος τον τελευταίο χρόνο να αναφερθεί ότι πέρυσι το 50% εκτιμούσε ότι θα αυξηθούν τα έσοδά του.

Οι κακές ειδήσεις έπεφταν σαν βροχή στο θέρετρο των Άλπεων τις έξι μέρες που διήρκεσε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, που φέτος είχε ως θέμα τη διαμόρφωση του κόσμου μετά την κρίση και τιμώμενα πρόσωπα τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων κι όχι τα ακριβοπληρωμένα στελέχη όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του, την τελευταία εβδομάδα του Ιανουαρίου τρεις ειδήσεις ήρθαν να υπογραμμίσουν τη σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης. Η πρώτη αφορούσε την συρρίκνωση του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2008, σε ετήσια βάση, κατά 3,8%! Ποσοστό που έδωσε την αφορμή στο νεοεκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ να μιλήσει από το βήμα της Βουλής για «συνεχόμενη καταστροφή» των εργαζόμενων οικογενειών ζητώντας να υπερψηφιστεί το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας (αρχικού) ύψους 819 δισ. δολ. Το κακό όμως της απότομης και βαθιάς συρρίκνωσης του ΑΕΠ δεν περιορίζεται μόνο στην αμερικανική, αλλά αφορά όλη την παγκόσμια οικονομία κι αυτή είναι η δεύτερη είδηση που σκοτείνιασε τον ουρανό του Νταβός. Σύμφωνα με νεώτερες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που αναθεωρούσαν προηγούμενες εκτιμήσεις, η παγκόσμια οικονομία κατά το 2009 θα συρρικνωθεί κατά 2%, γεγονός πρωτοφανές για ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο όταν οι οικονομικές κρίσεις εξαπλώνονταν κατά κύματα και όχι συγχρονισμένα όπως τώρα, κάτι που καθιστά εκ προοιμίου αδόκιμη κάθε σύγκριση της τρέχουσας κρίσης με αυτήν των αρχών της δεκαετίας του ’70 ή του ’80. Άμεση απόρροια των μειωμένων προσδοκιών είναι οι δραματικές προβλέψεις για την εκτίναξη της παγκόσμιας ανεργίας, που διατύπωσε ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας βάση των οποίων υπάρχει ο σαφής κίνδυνος περισσότερα από 50 εκ. άτομα να χάσουν φέτος τις δουλειές τους. Η είδηση αυτή, με την οποία τρίτωσε το κακό, δεν προεξοφλεί μόνο τη δραματική επιδείνωση των όρων διαβίωσης δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλη τη γη, αλλά επίσης και μια νέα ώθηση στην κρισιακή σπείρα καθώς η ανεργία θα φέρει πτώση των εισοδημάτων, που με τη σειρά της θα ενεργοποιήσει ένα ντόμινο πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης, των πωλήσεων, της παραγωγής, των επενδύσεων, των κερδών, κοκ.

Απρόσμενο βάθος στην απαισιοδοξία που κυριαρχούσε στη φετινή σύνοδο του Νταβός έδωσαν ακόμη κι αυτές οι προβλέψεις που διατυπώθηκαν για την επόμενη μέρα της κρίσης, καθώς η συναίνεση που δημιουργήθηκε κατέληγε πως δεν θα είναι και τόσο …φωτεινή. Ο Στίβεν Ρόοουτς για παράδειγμα επικεφαλής της ασιατικής Morgan Stanley (κι ένας από τους ανθρώπους που εδώ και χρόνια είχαν χαρακτηρίσει νοσηρό το μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στην αλόγιστη αύξηση του δανεισμού) ανέφερε σε συζήτηση στην οποία συμμετείχε πως «ακόμη κι αυτή η ανάκαμψη όποτε έρθει θα είναι αναιμική και όχι αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει το ποσοστό ανεργίας από συνεχή άνοδο στον περισσότερο κόσμο». Εξ ίσου απαισιόδοξος ήταν αναφερόμενος στις ΗΠΑ κι ο ιστορικός Ν. Φέργκιουσον ο οποίος πρόβλεψε την επανάληψη του ιαπωνικού σεναρίου. Δηλαδή, μια χαμένη δεκαετία εξαιρετικά ασθενών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ.

Σε αυτό το φόντο το ενδιαφέρον όλων των συνέδρων ήταν στραμμένο σε δύο απόντες, τον Μπαράκ Ομπάμα και τον υπουργό Οικονομικών του, Τίμοθι Γκάιτνερ, καθώς το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως το πιο αισιόδοξο νέο που ακούστηκε στο Νταβός. Πολύ περισσότερο που οι εκτιμήσεις για την τελική αξία των «τοξικών ομολόγων» αναθεωρούνται συνεχώς προς τα πάνω με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερες ποσότητες δημόσιου χρήματος να θεωρούνται αναγκαίες για την υπέρβαση της κρίσης. Το ΔΝΤ για παράδειγμα αναθεώρησε την πρόβλεψη που είχε δημοσιοποιήσει τον Οκτώβριο βάση της οποίας η αξία τους ανερχόταν σε 1,4 τρισ. και πλέον τα υπολογίζει σε 2,2 τρισ. δολ. Ενώ δεν λείπουν και εκτιμήσεις όπως για παράδειγμα της Goldman Sachs που ανεβάζουν τα προβληματικά ομόλογα στο ύψος των 5,7 τρισ. δολ., σύμφωνα με τον βρετανικό Economist της 31ης Ιανουαρίου.

Ωστόσο, για τις αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις που σύμφωνα με το ΔΝΤ θα οδηγήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 στο 7% από 2% που ήταν το 2007 διατυπώνονται και σοβαρές ενστάσεις από δύο πλευρές. Η πρώτη από υπέρμαχους της οικονομικής ορθοδοξίας, όπως για παράδειγμα η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ η οποία σε μια ασυνήθιστη αντιστροφή ρόλων κατηγόρησε τις ΗΠΑ ούτε λίγο ούτε πολύ για ιδεολογική υποχώρηση. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «δεν πρέπει να επιτρέψουμε την πλήρη στρέβλωση των δυνάμεων της αγοράς. Για παράδειγμα», συνέχισε «είμαι πολύ ανήσυχη βλέποντας τις επιδοτήσεις στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία. Θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στρέβλωση και προστατευτισμό». Στις θέσεις της γερμανίδας καγκελαρίου είχε απαντήσει (πολλές …μέρες μάλιστα πριν διατυπωθούν) ο άνθρωπος που κέρδισε πρόσφατα το βραβείο Νομπέλ Οικονομίας και με την σφοδρή κριτική που ασκούσε στον Μπους κατά τη διάρκεια της θητείας του, προσγείωσε στην πραγματικότητα την οικονομική επιστήμη, ο Πολ Κρούγκμαν. Έγραφε λοιπόν πρόσφατα στην αμερικανική επιθεώρηση New York Review of Books (στο τεύχος 18 Δεκέμβρη 2008 – 14 Ιανουαρίου 2009) επιχειρηματολογώντας υπέρ των κρατικών ενισχύσεων: «Ως προς το παρόν το σημαντικότερο είναι να λασκάρει η πίστωση με οποιονδήποτε τρόπο είναι διαθέσιμος χωρίς να μένουμε προσκολλημένοι σε ιδεολογικούς βρόγχους. Τίποτε δεν θα ήταν χειρότερο από το να αποτύχουμε να κάνουμε αυτό που είναι αναγκαίο από φόβο μήπως οι ενέργειές μας για να σώσουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι κάτι σαν “σοσιαλισμός”».

Ο Πολ Κρούγκμαν έχασε ωστόσο από την οπτική του μια άλλη συνέπεια του αυξανόμενων κρατικών ενισχύσεων: Τις ανισορροπίες και τις στρεβλώσεις που δημιουργούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα εις βάρος προφανώς των ασθενέστερων κρίκων του που ήδη δοκιμάζονται σκληρά, βιώνοντας την οικονομική κρίση με πιο επώδυνους όρους, απ’ ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη για παράδειγμα. Χαρακτηριστικά έτσι η Ρωσία λόγω της πτώσης των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και ιδιαίτερα του πετρελαίου αλλά και της πιστωτικής ασφυξίας διέρχεται την βαθύτερη κρίση της τελευταίας δεκαετίας, ενώ έχει αναγκαστεί να σπαταλήσει το ένα τρίτο των τεράστιων συναλλαγματικών αποθεμάτων της για να υποστηρίξει το ρούβλι, χωρίς να έχει καταφέρει και σπουδαία πράγματα. Το Μεξικό είδε το 2008 για πρώτη φορά να μειώνεται η καθαρή, συνολική αξία των εμβασμάτων που στέλνουν οι μετανάστες στις οικογένειές τους φθάνοντας χαμηλότερα κι από τα επίπεδα του 2006. Η ελεύθερη πτώση της αξίας των εμβασμάτων προς τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο οδήγησε και τα Ηνωμένα Έθνη να σημάνουν το καμπανάκι του κινδύνου για μεγάλες και πολυπληθείς περιοχές του πλανήτη, όπως η Καραϊβική και η Κεντρική Ασία, σε ότι αφορά ειδικότερα το ζήτημα της πείνας. Δεδομένου ότι αντίθετα με το πετρέλαιο και τα μεταλλεύματα τα αγροτικά είδη παραμένουν ακριβότερα απ’ ότι πριν ένα χρόνο, οι υπηρεσίες του ΟΗΕ προειδοποίησαν ότι ο αριθμός των πεινασμένων από 963 εκ. (ενώ το 2007 ήταν 923 εκ.) αναμένεται να αυξηθεί ταχύτατα το αμέσως επόμενο διάστημα!

Η έκρηξη του δημόσιου δανεισμού των ανεπτυγμένων χωρών θα οδηγήσει σε παροξυσμό αυτές τις αντιθέσεις με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτή η αναιμική έξοδος από την κρίση των ΗΠΑ ή της Ευρώπης, όποτε κι αν γίνει, να συντελεστεί σε βάρος των αναπτυσσόμενων χωρών! Τον κίνδυνο που εγκυμονείται τον τόνισαν στο Νταβός εκπρόσωποι κι αξιωματούχοι των δύο χωρών που προαναφέραμε. Ανώτατος σύμβουλος για παράδειγμα του ρώσου προέδρου, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, θρυμματίζοντας την εικόνα ελπίδας που έχει δημιουργηθεί σε όλο τον πλανήτη με αφορμή το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας τόνισε, όπως έγραψαν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου: «Για μας είναι αποθαρρυντική η δήλωση του Ομπάμα ότι πρόκειται να φθάσει το έλλειμμα στο 1 τρισ. δολ. τα επόμενα χρόνια. Για εμάς αυτό σημαίνει ότι όλη η αδιάθετη ρευστότητα του κόσμου θα κατευθυνθεί στους λογαριασμούς του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών». Στη συνέχεια κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι η ίδια επιστρέφει στις πολιτικές προστατευτισμού της δεκαετίας του ’30, τις οποίες κατά τ’ άλλα αποκηρύσσει, ενώ άφησε ερωτηματικά για το κατά πόσο δεδομένη πρέπει να θεωρούν και στο μέλλον στην Ουάσινγκτον τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους από το Πεκίνο και τη Μόσχα.

Εξ ίσου καυστικός ήταν και πρώην πρόεδρος του Μεξικού, Ερνέστο Ζεντίλιο, ο οποίος ηγούταν της κεντροαμερικανικής χώρας κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1994, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «κρίση της τεκίλας». «Εμείς, ως αναπτυσσόμενες χώρες», είπε σε ειδική συνεδρίαση του Νταβός «θέλουμε να ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να πεταχτούμε έξω από τις αγορές κεφαλαίου κάτι που ήδη συμβαίνει». Ο υπαινιγμός εδώ αφορούσε τις προβλέψεις που είχαν δοθεί προ ημερών στη δημοσιότητα και περιέγραφαν την υπό εξέλιξη αλλαγή κατεύθυνσης των παγκόσμιων κεφαλαιακών ροών. Το Ινστιτούτο για τη Διεθνή Χρηματοδότηση υποστήριξε ότι το τρέχον έτος τα κεφάλαια προς τις αναδυόμενες αγορές θα μειωθούν στα 165 δισ., λιγότερα κι από τα μισά σε σχέση με τα επίπεδα του 2008, όταν ανήλθαν σε 466 δισ. ή το ένα πέμπτο των κεφαλαίων που στάλθηκαν στις αναδυόμενες αγορές το 2007 όταν έσκασε στις ΗΠΑ η φούσκα των ακινήτων. Ο πρώην πρόεδρος του Μεξικού κατηγόρησε επίσης τις ΗΠΑ ότι έχοντας τη δυνατότητα να τυπώνουν πληθωρικό χρήμα, για να καλύπτουν τα ελλείμματά τους εκμεταλλεύονται το ειδικό καθεστώς του δολαρίου που αποτελεί αποθεματικό νόμισμα για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Επεσήμανε επίσης τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στον κόσμο από την άνοδο των επιτοκίων του δολαρίου μακροπρόθεσμα. «Ο κόσμος δεν είναι ανόητος» ήταν τα λόγια του. «Βλέπει το τεράστιο έλλειμμα, τις τεράστιες δαπάνες και αναρωτιέται γι αυτό που θα ‘ρθει μετά», τόνισε αφήνοντας κατά μέρους τις διπλωματικές διατυπώσεις.

Αξίζει να αναφερθεί ότι σημαντική (κι όχι αποκλειστική) πλευρά της τάσης υπερσυγκέντρωσης των χρηματικών κεφαλαίων στις ανεπτυγμένες χώρες που ανάδειξε ο μεξικανός πρόεδρος, λόγω των πακέτων διάσωσης – μαμούθ που εγκρίνουν οι κυβερνήσεις τους είναι και η επιδείνωση των όρων δανεισμού που αντιμετωπίζουν όλες σχεδόν οι μεσογειακές χώρες και περισσότερο απ’ όλες η Ελλάδα.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο παγκόσμιος χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης και το γεγονός ότι από κοινού θίγει πλέον όλες τις χώρες του πλανήτη δεν προεξοφλεί ότι κοινή και ενιαία θα είναι κι η έξοδος απ’ αυτήν. Αντίθετα οι στρατηγικές που χαράσσονται για την υπέρβασή της θα επιφέρουν την όξυνση των διεθνών διακρατικών ανταγωνισμών με τελικό αποτέλεσμα οι χώρες με ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου και μεγαλύτερη αξιοπιστία να περάσουν ταχύτερα τις Συμπληγάδες της. Κι ας είναι αυτές οι χώρες που ευθύνονται για το ξέσπασμα της κρίσης, κι εν προκειμένω οι ΗΠΑ που πρόσφερε το γόνιμο έδαφος για να ανθήσει σειρά κερδοσκοπικών και απορυθμισμένων αγορών όπως για παράδειγμα τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα η αξία των οποίων έφθασε τα 700 τρισ. δολ. έχοντας αυξηθεί εννιά φορές μέσα σε δέκα χρόνια… Οι άλλες χώρες αντίθετα θα δουν τη θέση τους να επιδεινώνεται πληρώνοντας ακριβά για την έξοδο τους από την κρίση.