ΕΕ: πεδίο …λόμπι λαμπρό!

Σε πολύ δύσκολη θέση θα βρεθούν όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το σπίτι των λαών αν ρίξουν μια ματιά στα επίσημα στοιχεία που αφορούν τη δράση των εκπροσώπων των οργανωμένων συμφερόντων στις Βρυξέλλες.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η πυρετώδης δράση των λόμπι στην έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φέρνει στην επιφάνεια έναν παράλληλο κόσμο συνεχών επαφών και διαβουλεύσεων που εργάζεται νυχθημερόν στην αφάνεια και πίσω από κλειστές πόρτες, κι ο οποίος νομοθετεί και αποφασίζει εν κρυπτώ από τους πολίτες, ενίοτε ακόμη και τις κυβερνήσεις τους.

Μια μικρή κι ενδεικτική μόνο γεύση για τα κατορθώματα από τη δράση των λόμπι στις Βρυξέλλες δίνει έκθεση (δες εδώ) της οργάνωσης Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International). Πρόκειται για θεσμό που η θεματική του, η οποία αφήνει πάντα εκτός συζήτησης τη διαφθορά του ιδιωτικού τομέα, αναπαράγει τα στερεότυπα περί διεφθαρμένου δημόσιου τομέα τα οποία αποτελούν βούτυρο στο ψωμί των νεοφιλελεύθερων περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες. Παρόλα αυτά, μπορεί κατ’ εξαίρεση, όπως τώρα, να προσφέρουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.

Όπως για παράδειγμα σε σχέση με τις προτιμήσεις που επιδεικνύουν οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι στον προγραμματισμό των ραντεβού, όταν ανοίγουν την ατζέντα τους. Γιατί, θεωρητικά, λόμπινγκ δεν κάνουν μόνο οι εταιρείες αλλά και η περίφημη κοινωνία των πολιτών. Και πιο συγκεκριμένα Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που χρηματοδοτούνται αδρά από τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αν μάλιστα ρωτήσει κάποιος έναν παθιασμένο υποστηρικτή της «ευρωπαϊκής ιδέας» για ποιόν λόγο έχει νομιμοποιηθεί όλο αυτό το πήγαινε – έλα στα γραφεία των επιτρόπων η απάντηση που πιθανά θα εισέπραττε θα αφορούσε τη δυνατότητα επηρεασμού και παρέμβασης που πρέπει να έχουν θεσμικές και αναγνωρισμένες οργανώσεις των πολιτών, έτσι ώστε η φωνή των ψηφοφόρων να φτάνει σε όσους λαμβάνουν αποφάσεις. Πάντα για το καλό μας…  Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική. Η έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2015, δείχνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συναντήσεων έγινε με εκπροσώπους εταιρειών και επιχειρηματικών ενώσεων, συγκεκριμένα το 75%! Από τις υπόλοιπες συναντήσεις το 17% αφορούσε ΜΚΟ (WWF, Greenpeace, Oxfam, Friends of Earth κ.α.), το 4% δεξαμενές σκέψης (E3G, CEPS, Bruegel, κ.α.) και το 2% τοπικές αρχές.

Σταγόνα στον ωκεανό η λογοδοσία

Η δυνατότητα μιας τόσο λεπτομερούς ακτινογραφίας των επαφών δόθηκε μετά την εισαγωγή την 1η Δεκεμβρίου 2014 κανονισμού που αφορούσε την υποχρέωση δημοσιοποίησης των επαφών που πραγματοποιούν οι 28 επίτροποι, τα μέλη των συμβουλίων τους και οι επικεφαλής των γενικών διευθύνσεων. Πρόκειται συγκεκριμένα για 240 άτομα, που είναι φυσικά σταγόνα στον ωκεανό των 33.000 παντελώς ανεξέλεγκτων ευρωγραφειοκρατών που δεν υπόκεινται σε καμιά δημόσια λογοδοσία.

Στη διάρκεια λοιπόν ενός έτους οι επίτροποι είχαν 1.348 ραντεβού με λομπίστες. 48 συναντήσεις με κάθε έναν επίτροπο δείχνει μια απλή αριθμητική πράξη επιμερισμού των συναντήσεων ανά επίτροπο. Η πολιτική όμως ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με την αριθμητική. Προς επίρρωση μια ματιά στην ατζέντα του κάθε επιτρόπου, όπου φαίνεται ότι δεν είχαν όλοι οι επίτροποι την ίδια ζήτηση από τους λομπίστες που εδρεύουν στη βελγική πρωτεύουσα. Το ρεκόρ των επαφών είχε ο ισπανός Μιγκέλ Αρίας Κανιέτε, υπεύθυνος για το Κλίμα και την Ενέργεια, με 212 επαφές. Σχεδόν μία συνάντηση ανά εργάσιμη μέρα! Οι ανοιχτές θύρες του ισπανού επιτρόπου στους εκπροσώπους των επιχειρηματικών συμφερόντων επιβεβαίωσαν την σκληρή κριτική που είχε δεχθεί όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2014 από οργανώσεις όπως οι Φίλοι της Γης (Friends of the Earth) και το Παρατηρητήριο της Εταιρικής Ευρώπης (Corporate Europe Observatory) σχετικά με τη σύγκρουση συμφέροντος που προέκυπτε λόγω της συμμετοχής της οικογένειάς του σε πετρελαϊκές επιχειρήσεις. Αμέσως μετά τον «πράσινο» επίτροπο (που δείχνει ότι οι φιλοπεριβαλλοντικές ευαισθησίες της ΕΕ δεν βρίσκονται σε σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις), ερχόταν ο γερμανός επίτροπος Γκούντερ Έτινγκερ που είχε αρμοδιότητα την ψηφιακή οικονομία, με 180 συναντήσεις, κι ακολουθούσε ο βρετανός επίτροπος Τζόναθαν Χιλ, στον οποίο είχε ανατεθεί το χαρτοφυλάκιο των χρηματοπιστωτικών αγορών, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, τότε, να πειστεί το Σίτι να παραμείνει εντός της ΕΕ.

Στην απέναντι μεριά του τραπεζιού των αξιωματούχων της ΕΕ, η εταιρεία που κάθισε τις περισσότερες φορές ήταν η Google. Κι ακολουθούσε η Airbus κι η General Electric. Με βάση δηλώσεις των ίδιων των εταιρειών που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν τις σχετικές τους δαπάνες οι 3 εταιρείες με το ρεκόρ εξόδων για επηρεασμό των μανδαρίνων της ΕΕ ήταν οι πετρελαϊκές Exxon Mobil και Shell και ο πολυεθνικός γίγαντας του λογισμικού ευρείας χρήσης Microsoft. Αποδεικνύεται μάλιστα ότι όσο πιο μεγάλα ποσά αφιερώνει μια επιχείρηση για λόμπινγκ τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στη λίστα των συναντήσεων. Ενδεικτικά, όσες εταιρείες είχαν περισσότερα από 20 ραντεβού με επιτρόπους δαπάνησαν άνω των 800.000 ευρώ εκείνο το έτος για λόμπινγκ. Σπορ για μεγάλα πορτοφόλια επομένως το λόμπινγκ…

Κανόνες …αδιαφάνειας

Το χειρότερο ωστόσο, για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το δημοκρατικό ιδεώδες έχει την έδρα του στις Βρυξέλλες, είναι ότι ακόμη κι αυτοί οι κανόνες διαφάνειας που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που δημιουργεί η σύμφυση των Βρυξελλών με τα επιχειρηματικά συμφέροντα, κατά βάση αποκρύπτουν την πραγματικότητα και δεν την αποκαλύπτουν. Ότι κάτι δεν πάει και τόσο καλά με το πώς αντιλαμβάνεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη διαφάνεια φαίνεται αν παρατηρήσει κανείς ότι από τους 8.695 καταγεγραμμένους οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον επηρεασμό των γκρίζων κουστουμιών και ταγιέρ, μόνο το 26% φάνηκε να έκανε κάποιο ραντεβού το 2015. Αυτή η αναντιστοιχία δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος από το «πάρε – δώσε» δεν γίνεται με τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Επιτροπής. Υλοποιείται στη σκιά των κανόνων διαφάνειας με πρωταγωνιστή τη χαμηλόβαθμη γραφειοκρατία που συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις και στη σύνταξη των κανονισμών. «Η έρευνα σε διαφορετικούς τομείς πολιτικής, όπως η υγεία, ο καπνός και οι εκπομπές αυτοκινήτων δείχνει, ότι οι συναντήσεις με τα λόμπι κάτω από το επίπεδο της Γενικής Διεύθυνσης είναι πιο συχνές από τις συναντήσεις υψηλού επιπέδου. Οι συναντήσεις χαμηλότερου επιπέδου είναι από 6 ως 10 φορές πιο συχνές από τις συναντήσεις με Επιτρόπους και τους στενούς συμβούλους τους», επισημαίνει η έκθεσης της Διεθνούς Διαφάνειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλοντας να διαφυλάξει τους δεσμούς της ευρω-γραφειοκρατίας με τις πολυεθνικές επέτρεψε στη διαπλοκή να συνεχίζεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η πραγματικότητα της σκανδαλώδους διαπλοκής στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των Βρυξελλών είναι πολύ πιο ζοφερή απ’ αυτή που καταγράφεται στην έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για τουλάχιστον τρεις ακόμη λόγους.

Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με την άρνηση της ΕΕ να εντάξει διεθνή νομικά γραφεία με παρουσία στις Βρυξέλλες (Clifford Chance, White & Case, Sidley Austin, κ.α.) μεταξύ εκείνων των εταιρειών που κάνουν λόμπινγκ, παρότι μάλιστα περιλαμβάνονται στη σχετική αμερικανική λίστα. Έτσι η ΕΕ αφήνει τη δράση τους να μένει απαρατήρητη.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα ημερολόγια δεν λένε πάντα την …αλήθεια. Ραντεβού που ορίζονται και δεν πραγματοποιούνται, άλλα που πραγματοποιούνται χωρίς να έχουν οριστεί κι άλλες τέτοιες ασυνέπειες φέρνουν στην επιφάνεια μια δημιουργική γραμματειακή υποστήριξη που ξέρει να σβήνει τα ίχνη των επαφών, ώστε να μην εκτίθενται οι επίτροποι και οι εταιρείες που έχουν συμφέροντα.

Τέλος, θα ήταν αφελής κάποιος αν πίστευε ότι οι επίτροποι και οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών είναι μακριά από οικονομικά συμφέροντα και περιμένουν τα λόμπι… Ο επηρεασμός τους μάλιστα τις πιο πολλές φορές είναι αδιαμεσολάβητος. Δεν έχει καν την ανάγκη του θεσμοθετημένου λόμπινγκ στο οποίο επιδίδονται εξειδικευμένες εταιρείες. Προς επίρρωση, μεταξύ δεκάδων άλλων παραδειγμάτων, η πρόσληψη του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μανουέλ Μπαρόζου από την Goldman Sachs… (Εδώ σχετικό ρεπορτάζ)

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 9 Ιουνίου 2017

Πρώτες πεθαίνουν οι ελπίδες για τον Ομπάμα (Πριν, 8/11/2008)

Μαζικό, λαϊκό ρεύμα υπέρ του Ομπάμα

ΤΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να υποτιμήσει τις άνευ πρόσφατου προηγουμένου προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η απροσδόκητη εμφάνιση στην πολιτική κονίστρα και η μετεωρική άνοδος του Μπάρακ Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ. Οι λαοθάλασσες που συγκεντρώνονταν για να τον ακούσουν, με αποκορύφωμα τους 200.000 ανθρώπους που μαζεύτηκαν το βράδυ της περασμένης Τρίτης στο Μεγάλο Πάρκο του Σικάγου, και κυρίως τα αποτελέσματα των εκλογών βεβαιώνουν ότι δεν πρόκειται για μια αλλαγή ρουτίνας στον Λευκό Οίκο. Είναι κατ’ αρχήν η διαφορά των 6 ποσοστιαίων μονάδων έναντι του Ρεπουμπλικανού υποψήφιου Μακ Κέην που έκανε το ποσοστό του 52% να φαντάζει εντυπωσιακό. Φαίνεται δε ακόμη εντυπωσιακότερο αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά υπερβαίνουν τα συνήθη επίπεδα των Δημοκρατικών: όχι μόνο του Κλίντον αλλά ακόμη και του Κάρτερ, που μετά βίας έφθασαν το 50,1%. Έπειτα είναι η σύνθεση των ψήφων του που συγκροτεί ένα εξαιρετικά δυναμικό κοινωνικό μίγμα. Ο 47χρονος γερουσιαστής μέχρι τώρα, που δεν είχε συμπληρώσει καν μια ολόκληρη θητεία στη Γερουσία όπου εξελέγη πρώτη φορά το 2005, σάρωσε στους μαύρους που τον ψήφισαν κατά 98%, τους Λατίνους που τον ψήφισαν κατά 66%, όσους ψήφιζαν για πρώτη φορά (68%) και τους νέους 18 – 29 ετών (συγκεντρώνοντας το 66% των ψήφων τους).

Το κοινωνικό ρεύμα που δημιουργήθηκε υπέρ του Ομπάμα υποκινήθηκε κατά μεγάλο μέρος από τον Μπους, κατ’ αναλογία της αθέλητης μεν, τεράστιας ωστόσο συνεισφοράς που είχε ο …Αλογοσκούφης στην πρόσφατη δημοσκοπική επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. Ακόμη δηλαδή κι ένας λιγότερο χαρισματικός Δημοκρατικός υποψήφιος να διεκδικούσε την προεδρία έπρεπε να προσπαθήσει για να χάσει, ειδικά μάλιστα από τον Τζον Μακ Κέην το βιογραφικό του οποίου έκανε έγκαιρα γνωστό ο Γκορ Βιντάλ: «Πήγε σε ιδιωτικό σχολείο και ήταν ο τελευταίος στην τάξη του. Συνέτριψε το αεροπλάνο του, κατέστη αιχμάλωτος πολέμου και τώρα προσπαθεί να εμφανιστεί ως ήρωας πολέμου». Προς επίρρωση μια σειρά στοιχεία που βεβαιώνουν την παντελή ανυποληψία της κυβέρνησης Μπους και των Ρεπουμπλικάνων και την ήττα συνολικότερα του νεοσυντηρητικού σχεδίου. Για παράδειγμα, εντός των ΗΠΑ τα ποσοστά επιδοκιμασίας της κυβέρνησης Μπους κυμαίνονται από 19% έως 20%. Ο Μπους δηλαδή τα καταφέρνει λίγο καλύτερα από τον Γέλτσιν την εποχή που γύρναγε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τρεκλίζοντας από το ποτό. Οι 4 στους 5 Αμερικάνους επίσης δηλώνουν ότι η χώρα τους κινείται σε λάθος κατεύθυνση. Εκτός των ΗΠΑ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα για όσους επαγγέλονταν ένα «νέο αμερικανικό αιώνα» και χωρίς μάλιστα να ρωτηθούν οι λαοί της δικής μας περιοχής που γνώρισαν από πρώτο χέρι τις ωδίνες αυτής της τερατογένησης. Στο Μεξικό και τον Καναδά συγκεκριμένα, ο Μπους θεωρείται εξ ίσου επικίνδυνος για την παγκόσμια ειρήνη με το σύμβολο του απόλυτου κακού για την αμερικανική προπαγάνδα, τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Λίγο πιο ‘δώ τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για τη δημόσια εικόνα των ΗΠΑ μια, και όπως δείχνει έρευνα του BBC, οι κάτοικοι της Αιγύπτου και του Πακιστάν ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Αλ Κάιντα, προτιμούν τη δεύτερη!!!

Η αναστροφή αυτής ακριβώς της κατάστασης, η αναστήλωση δηλαδή της θέσης και του γοήτρου του αμερικανικού ιμπεριαλισμού είναι το έργο που έχει ανατεθεί στον πρώτο αφροαμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ.

Επιλέγοντας να συμμαχήσει στην προεκλογική περίοδο με πρόσωπα που εγγυώνται την συνέχιση της επιθετικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ο Μπάρακ Ομπάμα, αντί για παράδειγμα να ορίσει ως αντιπρόεδρό του τον αριστερό – για τα αμερικανικά δεδομένα – Τζ. Έντουαρντς, περιόρισε το εύρος της νίκης του και προδίκασε την κατεύθυνση που θα κινηθεί.

 

Το χαμήλωμα των – επικίνδυνων – προσδοκιών πρώτη προτεραιότητα του επιτελείου του νέου προέδρου

 

Από το μίγμα των ψηφοφόρων του Ομπάμα που περιγράψαμε στη διπλανή στήλη απουσιάζει με κραυγαλέο μάλιστα τρόπο ένα κοινωνικό στρώμα, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά του: η λευκή εργατική τάξη. Ειδικότερα, λευκοί απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – χωρίς δηλαδή πανεπιστημιακή παιδεία που (μαζί με τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών και τους πλούσιους – για διαφορετικούς ωστόσο λόγους) ψήφισαν κατά προτίμηση τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων. Η απουσία του ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή που ο Ομπάμα αρνήθηκε να επιλέξει ως αντιπρόεδρό του τον Τζον Έντουαρντς, επίδοξο διεκδικητή του χρίσματος ο οποίος όμως αποχώρησε πολύ νωρίς. Ο Τζον Έντουαρντς όμως ήταν ότι πιο αριστερό έχει βγάλει το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα τα τελευταία χρόνια, έχοντας οργανικούς δεσμούς με τα αμερικανικά συνδικάτα και επιβεβαιωμένη από τις δημοσκοπήσεις υψηλή επιρροή στα «μπλε κολάρα». Γι αυτόν ακριβώς το λόγο το αμερικανικό κατεστημένο τον έθεσε έγκαιρα εκτός μάχης με τον πιο σίγουρο και δοκιμασμένο τρόπο: βγάζοντας στη φόρα έναν παράνομο δεσμό του… Έτσι, ο Ομπάμα για την εξαιρετικά νευραλγική θέση του αντιπροέδρου (πολύ περισσότερο αν δούμε ότι κατά την οκταετία Μπους ο Ντικ Τσέινι λάβαινε όλες τις κρίσιμες αποφάσεις) επέλεξε τον Τζον Μπάιντεν που είχε διατελέσει επί χρόνια πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της αμερικανικής Γερουσίας κι ο οποίος εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα εξασφαλίσει τη συνέχεια της ακολουθούμενης πολιτικής. Το ίδιο εγγυώνται και μια σειρά πρόσωπα που στήριξαν τον Ομπάμα: από την Μαντλίν Ολμπράιτ και τον Κόλιν Πάουελ, που πρώτος απέδειξε ότι δεν είναι και τόσο εξωτική επιλογή ο διορισμός ενός αφροαμερικάνου σε κρίσιμη πολιτική θέση, μέχρι τον Φουκουγιάμα.

Το κόστος που κατέβαλλε γι αυτή την επιλογή του ο υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν είναι αμελητέο, παρά τις σημαντικές εκλογικές επιδόσεις του. Γιατί, ο Ομπάμα μπορεί να υπερέβη τα ποσοστά του Κλίντον και του Κάρτερ εκλέγοντας 349 μέχρι στιγμής εκλέκτορες (ενώ απαιτούνται 270 για να ορίσουν πρόεδρο), χάρη στην άνοδο της συμμετοχής που έφθασε τα επίπεδα του 64% (για πρώτη φορά μετά το 1908), ωστόσο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εκλογικές επιδόσεις του Ρόναλντ Ρέιγκαν ο οποίος στις ενδιάμεσες εκλογές του 1984 είχε πετύχει έναν ανεπανάληπτο εκλογικό και κατ’ επέκταση πολιτικό θρίαμβο που διαρκεί μέχρι σήμερα: Βάφοντας όλον, μα όλον τον εκλογικό χάρτη των ΗΠΑ κόκκινο, όπως είναι το χρώμα των Ρεπουμπλικάνων, με μοναδική εξαίρεση της Πολιτεία της Μινεσότας κατάφερε να εξασφαλίσει 525 από τους 538 βουλευτές, αφήνοντας στους Δημοκρατικούς μόνο 13! Η τοποθέτηση του πήχη σε αυτό το σημείο δεν είναι καθόλου τυχαία, γιατί το μεγάλο διακύβευμα με την εκλογή του Ομπάμα, τουλάχιστον για τις λαϊκές προσδοκίες που ξεσήκωσε, είναι το κατά πόσο θα σημάνει τον τερματισμό της μακράς συντηρητικής περιόδου που ξεκίνησε με την εκλογή του Ρέιγκαν το 1982, χωρίς η οκταετία του Κλίντον να την διαρρήξει, παρά μάλιστα τις ελπίδες που γέννησε για μια αντινεοφιλεύθερη στροφή όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην από δω μεριά του Ατλαντικού. Παρόλα αυτά σε μόλις δύο χρόνια κι αφού είχε μεσολαβήσει η άτακτη υποχώρηση της Χίλαρι (με πολιτική ευθύνη του ίδιου του Κλίντον φυσικά) στο θέμα της καθολικής ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού, τα ποσοστά αποδοχής του μειώθηκαν στο 35%, ενώ το 65% των ψηφοφόρων του δήλωνε πως  δεν πρόκειται να τον ψηφίσουν για δεύτερη φορά. Η παρθενική εμφάνιση των νεοσυντηρητικών με το Συμβόλαιο για την Αμερική του Νιουτ Γκίνγκριτς την ίδια χρονιά και η συνεχής μείωση των ποσοστών του σε όλες τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (έως ότου το σκάνδαλο με την Μόνικα Λεβίνσκι ήρθε να κλείσει με ατιμωτικό τρόπο την οκταετία του) περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα των αποφάσεών του, ενώ το κενό κάλυπτε κατά βήμα το ανερχόμενο νεοσυντηρητικό ρεύμα.

Το κόστος που κατέβαλε ο Ομπάμα από την απροθυμία του να συμμαχήσει με τον Τζ. Έντουρντς και την συνδικαλιστική γραφειοκρατία της Αμερικής που είχε στοιχηθεί από πίσω του μετριέται και με πιο πρακτικούς όρους, όπως με την αποτυχία του για παράδειγμα να εκλέξει 60 γερουσιαστές στο σχετικό κοινοβουλευτικό σώμα οπότε θα στερούσε το δικαίωμα του βέτο από τους αντιπάλους του και θα μπορούσε να διαχειριστεί εν λευκώ την εξουσία του. Το θετικό αποτέλεσμα που θα είχε ο Ομπάμα αν στρεφόταν προς τα αριστερά δίνοντας τη θέση του αντιπροέδρου στον Έντουαρντς επιβεβαιώνεται από τα καλά αποτελέσματα που είχαν οι αριστεροί υποψήφιοι, υπερσκελίζοντας αθροιστικά τους ακροδεξιούς. Για παράδειγμα, ο Ραλφ Νέιδερ συγκέντρωσε 600.000 ψήφους (και 4 εκ. δολάρια οικονομικές ενισχύσεις), η Σίνθια Μακ Κίνεϋ 120.000 ψήφους (και 880.000 δολ.) ενώ η μητέρα του σκοτωμένου στο Ιράκ αμερικανού στρατιώτη και σύμβολο πια του αντιπολεμικού κινήματος Σίντι Σίχαν που έγινε γνωστή όταν κατασκήνωσε έξω από το ράντσο του Μπους για να απαιτήσει την επιστροφή του αμερικανικού στρατού κέρδισε στο Σαν Φραντζίσκο το 17,9% των ψήφων! Απέναντί της μάλιστα δεν είχε κάποιον συντηρητικό ή δεύτερης κλάσης δημοκρατική υποψηφιότητα αλλά την επικεφαλής των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, Νάνσι Πελόσι, που εκλέχτηκε για 12η φορά! Μη έχοντας όμως ο Ομπάμα μετά την 20η Ιανουαρίου, οπότε θα αναλάβει και επίσημα τα καθήκοντά του, την πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία θα είναι αναγκασμένος να παίρνει υπ’ όψη του τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών για σημαντικά ζητήματα ή να επικαλείται προσχηματικά την άρνησή τους προκειμένου να τα απορρίπτει.

Ας μη βιαστεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως ακραία υποθετικό και πρακτικά αδύνατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η σημερινή Γουόλ Στριτ Τζέρναλ αναφερόμενη στην ατζέντα του περιθωριοποιημένου πλέον εργατικού συνδικάτου AFL – CIO (όχι μόνο λόγω της γνωστής πολιτικής του κατεύθυνσης αλλά λόγω επίσης και του ότι μέλη του είναι μόνο το 7,5% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από 20% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’80) επικαλείται αυτήν ακριβώς την πλειοψηφία στην αμερικανική Γερουσία για να την απορρίψει! Πρόκειται ειδικότερα για ένα νομοσχέδιο (με τίτλο Νόμος για την Ελεύθερη Επιλογή του Εργαζομένου) το οποίο ο πρόεδρος του συνδικάτου χαρακτηρίζει ως «το σημαντικότερο θέμα που έχουμε» και η ακραία νεοσυντηρητική εφημερίδα προοικονομεί την ατυχή του κατάληξη λόγω της δικαιώματος βέτο των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, πριν ακόμη αναλάβει έργο η καινούργια Γερουσία! «Με τους Δημοκράτες να έχουν αποτύχει να κερδίσουν την κρίσιμη πλειοψηφία των 60 εδρών στη Γερουσία μερικοί υποστηρίζουν πως τώρα είναι περισσότερο πιθανός ένας συμβιβασμός στην επίμαχη πρόβλεψη»!!!

Η παραπομπή στις ελληνικές καλένδες του αιτήματος της AFL – CIO δεν ήταν και το μοναδικό κρούσμα που το επιτελείο Ομπάμα θέλησε να αποστασιοποιηθεί από το ρεύμα το οποίο τον ανέδειξε, ελπίζοντας πως με την εκλογή του θα ξεκινήσει μια περίοδο σαρωτικών και άμεσων αλλαγών. Έτσι, για παράδειγμα, το ρεπορτάζ της προχτεσινής Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν για τη νέα αμερικανική ηγεσία άρχιζε με τα εξής: «Ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια να περιστείλει τις ασυνήθιστα υψηλές προσδοκίες μεταξύ των υποστηρικτών του που οι σύμβουλοί του φοβούνται και να θυμίσει στους Αμερικανούς ότι αν και κέρδισε τις εκλογές με μια πλατφόρμα αλλαγής οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα είναι σημαντικές και θα πάρει χρόνο για να τις διαχειριστεί». Ξενερώνοντας μάλιστα ο ίδιος τις υψηλές προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί όταν απάντησε σε δημοσιογραφική ερώτηση για το τι πρέπει να αναμένεται τις πρώτες 100 μέρες από την εκλογή του παρέπεμψε τον δημοσιογράφο στις πρώτες 1.000 μέρες, δηλαδή στο πέρας της πρώτης τριετίας! Ρεπορτάζ των βρετανικών Τάιμς με τίτλο «Ο Μπάρακ Ομπάμα καταστρώνει σχέδια για να εκτονώσει τις προσδοκίες μετά τη εκλογική νίκη» ήταν επίσης αποκαλυπτικό για τα μετέπειτα σχέδια του διαδόχου του Μπους: «Σε συνέντευξη σε ραδιοφωνικό σταθμό του Κολοράντο εμφανίστηκε ήδη να επιδίδεται στο χαμήλωμα των προσδοκιών. Ερωτώμενος για τους στόχους του τις πρώτες εκατό ημέρες είπε ότι χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να καταπιαστεί με τόσο μεγάλα και δαπανηρά ζητήματα όπως η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας και το Ιράκ. Τις τελευταίες επίσης μέρες υπενθύμιζε στα πλήθη πόσο δύσκολο θα είναι να πετύχει τους στόχους του κι ότι θα απαιτηθεί χρόνος». Κατά την προεκλογική περίοδο επίσης προσγείωσε τις προσδοκίες και σ’ ότι αφορά το βάθος των αλλαγών, υποσχόμενος δικομματική συναίνεση, για να του απαντήσουν εύστοχα ακόμη και οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 6 Νοεμβρίου πως «αν εργαστεί με τους Ρεπουμπλικάνους για να βρει κοινό έδαφος σε θέματα όπως το Ιράκ, η τρομοκρατία και η κλιματική αλλαγή κινδυνεύει να αποξενωθεί από την προοδευτική του βάση»! Τις προσδοκίες  της «Ομπαμάνια» προσγείωσε χωρίς περιστροφές ο ανταποκριτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στην αμερικανική πρωτεύουσα γράφοντας, μια μέρα μάλιστα πριν τις εκλογές, πως «οι ομοιότητες με τον Τόνι Μπλερ είναι αδύνατο να παραβλεφθούν. Ο ενθουσιασμός μεταξύ των οπαδών του Ομπάμα δεν είναι απλά αφελής, αλλά αγγίζει την παραφροσύνη θυμίζοντας πολύ τον ενθουσιασμό στη Βρετανία το 1997 για τον Μπλερ. Θυμάστε πως όλα τελικά έγιναν δυνατά; “Τα πράγματα μπορούν μόνο να βελτιωθούν” Και δείτε τώρα πως κατάντησαν»!

Συνεχίζεται ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας! 

ΝΕΑ ΡΗΓΜΑΤΑ ΜΕ τους ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΧΥΣΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΖΕΙ Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

 

Δεν είναι συνεπώς καθόλου παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι το συνεχώς ογκούμενο ρεύμα που στήριξε τον Ομπάμα τους 21 αυτούς μήνες που διήρκεσε η προεκλογική εκστρατεία πολύ σύντομα θα ξεφουσκώσει, θα ηττηθεί. Αυτό άλλωστε επιδιώκει το ίδιο το επιτελείο του Ομπάμα. Κι αν δεν το καταφέρει με την πειθώ θα έρθουν οι πρώτες 100 μέρες, οπότε ανεξαρτήτως από τη θέληση του Ομπάμα, όλοι θα κάνουν έναν πρώτο απολογισμό για το κατά πόσο διαφορετική ήταν η θητεία του μαύρου προέδρου στον Λευκό Οίκο. Δεν αποκλείεται καθόλου βέβαια το διάστημα που μεσολαβεί η σημερινή ηγεσία να επιχειρήσει να προκαταβάλει την εξωτερική πολιτική του Ομπάμα, όπως άλλωστε είχε κάνει κι ο Μπους ο πρεσβύτερος εισβάλλοντας στη Σομαλία το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ήττας του από τον Κλίντον και της ενθρόνισης του τελευταίου στον Λευκό Οίκο.

Είναι όμως πολύ πιθανό ο Ομπάμα να μη χρειάζεται προβοκάτσιες στην εξωτερική του πολιτική (όπως ο αιματηρός βομβαρδισμός στη Συρία που πραγματοποίησαν οι αμερικανικές δυνάμεις από το Ιράκ πριν δύο εβδομάδες ή ο ακήρυχτος πόλεμος που είναι σε εξέλιξη κατά του Πακιστάν) προκειμένου να παγιδευτεί σε ένα νέο αδιέξοδο. Επιλέγοντας ο ίδιος το καλοκαίρι που μας πέρασε να εξαγγείλει ότι θα αναγορεύσει το Αφγανιστάν σε κεντρικό μέτωπο κατά της τρομοκρατίας εξασφάλισε κατ’ αρχήν τη διαιώνιση της αιματοχυσίας μια και έχει αποδειχτεί πλέον το αήττητο των Ταλιμπάν από τους Δυτικούς και πολύ χειρότερα ένα νέο μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Δυτική Ευρώπη, όπου μόνο το 43% του πληθυσμού της συμφωνεί με τον πόλεμο. Στις ΗΠΑ αντίθετα υπέρ του πολέμου τάσσεται το 76% των πολιτών.

Παράλληλα ο Ομπάμα έχει πάψει να μιλάει για υποχώρηση από το Ιράκ (πολύ πριν επισκεφθεί και προσκυνήσει το εβραϊκό λόμπι AIPAC ενώπιον του οποίου μίλησε για ενιαία και αδιαίρετη, δηλαδή εβραϊκή, Ιερουσαλήμ) αρνούμενος να θέσει έστω κι ένα μακρινό χρονοδιάγραμμα για την αποχώρηση του αμερικανικού στρατού.

Ολοκληρωτική διάψευση των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Ομπάμα θα επέλθει αν τυχόν και επιβεβαιωθούν επίσης τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα και ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέξει για το υπουργείο Άμυνας τον σημερινό υπουργό, το Ρόμπερτ Γκέιτς. Θα είναι μια επιλογή που θα ισοδυναμεί με την πλήρη υιοθέτηση της πολιτικής του Μπους από τον επόμενο πρόεδρο και την αδιατάρακτη συνέχισή της. Εξέλιξη που δεν πρόκειται να ξαφνιάσει αν πάρουμε υπ’ όψη μας τις «αξιοζήλευτες» επιδόσεις που είχαν ανέκαθεν οι Δημοκρατικοί στο μέτωπο των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων: Με τον Τζον Κένεντι να διατάζει την εισβολή στη Κούβα και το Βιετνάμ, τον Τζίμι Κάρτερ να εξοπλίζει το πρόπλασμα των Ταλιμπάν, τους Μουτζαχεντίν, στο Αφγανιστάν και τον Μπιλ Κλίντον να συνεχίζει την εισβολή στη Σομαλία, να επιβάλλει το εμπάργκο στο Ιράκ και να βομβαρδίζει τη Γιουγκοσλαβία, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ο Μπάρακ Ομπάμα δεσμεύεται από μια πολιτική αρχών που αποκλείει τις επεμβάσεις.

Και στην ομιλία του άλλωστε το βράδυ του εκλογικού του θριάμβου δεν ξέχασε να κάνει επίδειξη δύναμης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, λέγοντας «σε εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο – θα σας νικήσουμε»!

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το New New Deal είναι εδώ

ΚΑΜΙΑ ΧΑΛΑΡΩΣΗ

 

Όσο σφίγγες αποδεικνύονται οι Δημοκρατικοί απέναντι στην AFL – CIO αποκλείοντας από τώρα την ψήφιση του φιλεργατικού νόμου που ζητάει, άλλο τόσο απλόχεροι αποδεικνύονται απέναντι στο παραγωγικό κεφάλαιο δηλώνοντας ότι πρώτη τους προτεραιότητα είναι η χορήγηση στην υπό χρεοκοπία αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία ενός πακέτου διάσωσης ύψους 25 δισ. δολ. το οποίο θα αποτελέσει την κορωνίδα του πακέτου Πόλσον Νο 2, που είναι υπό επεξεργασία.

Η νέα κυβέρνηση του Ομπάμα σε αυτό τον τομέα, τον οικονομικό, είναι που θα κληθεί να δώσει τις σημαντικότερες εξετάσεις, έχοντας να διαχειριστεί ένα ναρκοπέδιο που ορίζεται από τις ακόλουθες τρεις διαστάσεις: Μια οικονομία που βρίσκεται στο μέσο της ύφεσης (με την κρίση που έχει τις αιτίες της και την αφετηρία της στην πτώση του ποσοστού κέρδους που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του ’70 να έχει τώρα οδηγήσει χιλιάδες επιχειρήσεις στη χρεοκοπία και την καταναλωτική ζήτηση με τις βιομηχανικές παραγγελίες στο ναδίρ), μια κοινωνία που βλέπει τη θέση της να υποβαθμίζεται ραγδαία λόγω των απολύσεων και των ανισοτήτων (με την ανεργία τον Οκτώβριο να φθάνει το 6,5% από 6,1% τον Σεπτέμβριο, την ανέμελη άλλοτε Νέα Υόρκη να στέκεται στην ένατη θέση των πόλεων με τις μεγαλύτερες ανισότητες οδηγώντας τον ΟΗΕ να προειδοποιεί μέσα από πρόσφατη έκθεσή του για τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης και το προσδόκιμο ζωής των αφροαμερικάνων των ΗΠΑ να συγκρίνεται με αυτό της Κίνας και ορισμένων κρατιδίων της Ινδίας) και ένα δημόσιο ταμείο με όλο και μεγαλύτερα ανοίγματα (με το δημόσιο χρέος να έχει διπλασιασθεί κατά την διακυβέρνηση Μπους φθάνοντας τα 10 τρισ. δολ.) που δεν κηρύσσει πτώχευση λόγω της κινέζικης «γενναιοδωρίας».

Το περίγραμμα της στρατηγικής που θα εφαρμόσει ο Ομπάμα για να ξεπεράσει την οικονομική κρίση έχει ήδη αποφασισθεί και ορίζεται με τον καθόλου ευρηματικό αλλά ξεχειλίζοντα προσδοκιών τίτλο ως New New Deal, ο οποίος παραπέμπει στην κοινωνική συμφωνία που σύναψε ο Ρούζβελτ τη δεκαετία του ’30 – πολύ πιο δεξιά όμως! Ακρογωνιαίοι λίθοι της θα είναι η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, ώστε να μην εμφανιστούν ξανά καταστροφές τύπου Κατρίνα, αυξημένες κρατικές επιχορηγήσεις που θα επιδιώξουν να αναστηλώσουν τις δημόσιες επενδύσεις κι ενδεχομένως μια ροή κρατικών κεφαλαίων προς νέες επενδύσεις σε λιγότερο κορεσμένους κλάδους και τομείς της πράσινης βιομηχανίας, όπως εναλλακτικές μορφές ενέργειας και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, που αρχικά τουλάχιστον εγγυώνται υψηλότερα ποσοστά κέρδους. «Μία τέτοια μαζική πλημμυρίδα πολλών τρισ. δολ. μοιραία θα απαιτήσει συνεργασίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα» αναφέρει σε άρθρο προγραμματικού χαρακτήρα με τίτλο «The New New Deal» που φιλοξενείται στο τρέχον τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Φόρτσουν ο οικονομολόγος Τζέφρεϋ Σακς που έχει διαχωρίσει εδώ και χρόνια τη θέση του από τον καθαρό νεοφιλελευθερισμό. Αυτό που προτείνει όμως είναι – επί το ελληνικότερο – συγχρηματοδοτούμενα έργα, στο πλαίσιο των οποίων οι ιδιώτες αναλαμβάνουν τα κέρδη και ο δήμος το κόστος! Για τον τρόπο δε κάλυψης των διευρυμένων δημοσιονομικών αναγκών υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ που δεν έχουν ΦΠΑ «θα χρειαστούν ένα εθνικό φόρο προστιθέμενης αξίας ή κάποιου είδους φόρο επί των πωλήσεων ξεκινώντας πιθανά από ένα επίπεδο 5% (για να συγκεντρωθεί αρχικά το 3% με 5% του ΑΕΠ). Ο ΦΠΑ έχει αποδειχτεί έξυπνος φόρος, εστιάζοντας τη φορολογία στην κατανάλωση κι όχι στις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις». Έτσι όμως θα αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνση των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, που θα κληθούν με ένα πρωτότυπο – για τις ΗΠΑ – τρόπο να αναλάβουν το κόστος υπέρβασης της κρίσης. Φαίνεται λοιπόν ότι το New New Deal του Μπάρακ Ομπάμα (που παρά τις πολλές τομές που εγκαινίασε σε αυτές τις εκλογές συνέχισε την παράδοση να κερδίζει τις εκλογές όποιος συγκεντρώνει τα μεγαλύτερα ποσά ως δωρεές από το κεφάλαιο) δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά ένα νέο γύρο επίθεσης στα εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, παρότι σοβαρές παράμετροι της νέας αυτής συμφωνίας μένει να καθορισθούν ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της κρίσης, του ανταγωνισμού μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου και της ταξικής πάλης.

Στο οικονομικό πρόγραμμα του Μπάρακ Ομπάμα (που προβλέπονται φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες θα αφορούν την ανάκληση μέρους και όχι του συνόλου του προκλητικά φιλικού προς τα υψηλά εισοδήματα προγράμματος φοροαπαλλαγών του Μπους) δεν περιλαμβάνονται πουθενά αυξήσεις σε μισθούς ή δημιουργία εγγυημένων από το κράτος θέσεων εργασίας. Αντίθετα, τόσο η αντιμετώπιση της ανεργίας όσο και η διεύρυνση της ασφαλιστικής κάλυψης αποθέτονται στις δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή το κεφάλαιο, αποδεικνύοντας έτσι πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες που καλλιεργούνται για μια χαλάρωση της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής και της επίθεσης του κεφαλαίου.

Αρέσει σε %d bloggers: