Σε σταυροδρόμι η Βραζιλία (Επίκαιρα, 13-19/1/2010)

Δεν μπορούσαν να υπάρχουν καλύτεροι όροι για την αλλαγή προεδρικής σκυτάλης που πραγματοποιήθηκε στη Βραζιλία με την είσοδο του καινούργιου χρόνου. Ο απερχόμενος πρόεδρος, Λουίς Ιγκνάσιο Λούλα ντα Σίλβα, εγκατέλειψε την προεδρία μετά από δύο θητείες κι έχοντας καταφέρει το αδύνατο: να αποχωρήσει με τη δημοτικότητά του να φτάνει το 87%! Ποσοστό αποδοχής που απολαμβάνουν σπανίως ακόμη και νεοκλεγμένοι πρόεδροι που βρίσκονται στην αρχή της θητείας τους.

Η αποθέωση που γνωρίζει ο Λούλα μόνο τυχαία δεν είναι. Αποτελώντας την πιο φιλική προς το διεθνές σύστημα και τις ΗΠΑ, χωρίς ωστόσο να γίνεται υποτελής, εκδοχή της Αριστεράς που κυριάρχησε στην Λατινική Αμερική την προηγούμενη δεκαετία (σε τέτοιο βαθμό ώστε να συγκροτήσει έναν ανταγωνιστικό πόλο απέναντι στο παράδειγμα των Τσάβες και Κάστρο) πέτυχε να συνδυάσει τόσο την καταπολέμηση της φτώχειας όσο και την αναβάθμιση της θέσης της χώρας του στη διεθνή σκηνή. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του τουλάχιστον 21 εκ. πολίτες της Βραζιλίας (από τα 191 εκ. συνολικά) εξήλθαν από την απόλυτη φτώχεια και 30 εκ. ακόμη εντάχθηκαν στα μεσαία στρώματα. Ποτέ άλλοτε τις τελευταίες δεκαετίες δεν επιτεύχθηκε τόσο ουσιαστική κοινωνική πρόοδος σε άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής.

Τα γενναιόδωρα κοινωνικά προγράμματα υλοποιήθηκαν σε ένα πλαίσιο συνεχούς αύξησης του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου. Με βάση συντηρητικές μάλιστα εκτιμήσεις, υπολογίζεται πως το ΑΕΠ της Βραζιλίας (που πλέον είναι η όγδοη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως) φέτος θα αυξηθεί κατά 5%, όταν στον περισσότερο κόσμο οι ρυθμοί είναι πολύ χαμηλότεροι. Στις προεκλογικές του μάλιστα ομιλίες ο Λούλα δεν έκρυβε την ικανοποίησή του για την πλήρη αντιστροφή των όρων, δεδομένου ότι μόλις πριν δέκα χρόνια η Βραζιλία συγκαταλεγόταν στους μόνιμους πελάτες του ΔΝΤ, ενώ τώρα ανήκει στις χώρες που το προμηθεύουν με κεφάλαια (για να συνεχίσει να εφαρμόζει την ίδια καταστροφική πολιτική σε άλλες περιοχές του κόσμου). Στην ιστορία έτσι θα περάσει η έκπληξη και η χαιρεκακία που εξέφραζε σε μια δημόσια ομιλία του όταν δήλωνε «τελειώνω τη θητεία μου βλέποντας τις ΗΠΑ σε κρίση, βλέποντας την ΕΕ σε κρίση, βλέποντας την Ιαπωνία σε κρίση, όλους αυτούς που κάποτε τα ήξεραν όλα!»

Ενδεικτικό κι επίσης εντυπωσιακό στοιχείο για την πρόοδο που έχε συντελεστεί στην Βραζιλία τα τελευταία χρόνια αποτελεί η επιστημονική της παραγωγή, όπως την παρουσίαζε με εγκωμιαστικό τρόπο το τελευταίο τεύχος του βρετανικού Economist. Μισό εκ. πτυχιούχοι και 10.000 διδάκτορες ετησίως (δέκα φορές περισσότεροι σε σχέση με μια δεκαετία πριν), ένα μερίδιο στις παγκόσμιες επιστημονικές ανακοινώσεις που από 1,7% το 2002 έφθασε το 2,7% στο 2008 και ένα ποσοστό της τάξης του 1% του ΑΕΠ να δαπανάται σταθερά στην έρευνα, εγγυώνται ότι η Βραζιλία δεν είναι πια μόνο η χώρα του καρναβαλιού και της σάμπας.

Η αδιαμφισβήτητη οικονομική άνθηση της Βραζιλίας, που όχι μόνο επέτρεψε την αναδιανομή αλλά επιπλέον στηρίχθηκε επάνω της – βεβαιώνοντας έτσι ποιος είναι ο πιο σύντομος δρόμος για την ανάπτυξη της οικονομίας – δεν κρύβει ωστόσο τις πολύ κρίσιμες επιλογές που έχει μπροστά της η Ντίλμα Ρουσέφ. Η νέα πρόεδρος της Βραζιλίας δεν μοιράζεται πολλά κοινά με τον 64χρονο προκάτοχο και μέντορά της, όσο κι αν είχε την ολόθυμη στήριξη του Λούλα από την εποχή που την όρισε νούμερο 2 στην κυβέρνηση μέχρι πέρυσι που της έδωσε το χρίσμα για την προεδρία εκ μέρους του Εργατικού Κόμματος λόγω της συνταγματικής απαγόρευσης που δεν του επέτρεπε να διεκδικήσει την προεδρία για τρίτη συνεχή φορά. Χαρισματικός, ευσυγκίνητος και επικοινωνιακός ο Λούλα, φεύγει από την προεδρία με το προσωνύμιο «πρόεδρος λάστιχο» λόγω των ισορροπιών που κράταγε και των συμβιβασμών που έκανε για να ψηφίζονται οι διάφοροι νόμοι. Η 62χρονη διάδοχός του, όσο κι αν μοιράζεται την ίδια πολιτική παράδοση μαζί του καθώς κι αυτή ανήκε σε οργάνωση της άκρας Αριστεράς με αποτέλεσμα να συλληφθεί, να βασανιστεί σκληρά και να φυλακιστεί στα χρόνια της χούντας, πολύ συχνά περιγράφεται ως «γκρίζο κουστούμι», ακόμη και «σιδηρά κυρία»!

Η ίδια κατά την ομιλία της τόσο στις 31 Οκτώβρη, με αφορμή τον εκλογικό της θρίαμβο, όσο και την 1η Ιανουαρίου κατά την ανάληψη των καθηκόντων της τόνισε ότι θα συνεχίσει την μάχη για την εξάλειψη της φτώχειας. Κι η δουλειά που την περιμένει είναι αρκετή, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί 18 εκ. άτομα ακόμη παραμένουν βυθισμένα στη φτώχεια.

Η μεγαλύτερη πρόκληση που έχει μπροστά της αφορά την οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσει. Το πώς ειδικότερα θα χειριστεί μια αντιφατική και δυσεπίλυτη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και ορίζεται από ένα υπερτιμημένο νόμισμα, που κατά τη διάρκεια της θητείας του Λούλα διπλασίασε την αξία του έναντι του δολαρίου, από υψηλά επιτόκια της τάξης του 5%, που κυμαίνονται σε πολύ ανώτερα επίπεδα σε σχέση με όλον το υπόλοιπο κόσμο και εσχάτως από μια πλημμυρίδα ρευστού που απειλεί να εκτροχιάσει την οικονομία, ανατιμώντας περαιτέρω το εθνικό της νόμισμα, μειώνοντας τις εξαγωγές και συρρικνώνοντας την εγχώρια παραγωγή με δυσμενείς συνέπειες για την απασχόληση.

Το «ζεστό χρήμα» που κατακλύζει όχι μόνο την Βραζιλία, αλλά όλες τις αναπτυσσόμενες, περιφερειακές χώρες ήταν η παράπλευρη συνέπεια των μέτρων «ποσοτικής διευκόλυνσης» που εφάρμοσε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να στηρίξει το δολάριο και την αμερικανική οικονομία. Στον υπουργό Οικονομικών της Βραζιλίας Γκουίντο Μαντέγκα άλλωστε, που παρέμεινε στη θέση του μετά την αλλαγή της κυβέρνησης την 1η Ιανουαρίου, οφείλεται και ο όρος «νομισματικός πόλεμος» που εισήχθη στο πολιτικό λεξιλόγιο τον Σεπτέμβρη, για να περιγράψει τις ανταγωνιστικές νομισματικές πολιτικές που ακολουθούνται με ευθύνη πρώτα και κύρια των ΗΠΑ.

Απέναντι σε αυτή την αθρόα εισροή βραχυπρόθεσμων, κερδοσκοπικών κεφαλαίων, η Βραζιλία αντέδρασε ζητώντας από τις εμπορικές τράπεζες να τηρούν αυξημένα αποθεματικά για πράξεις που σχετίζονται με συνάλλαγμα. Στην πράξη επιστράτευσε τη νομισματική πολιτική και επέβαλε μέτρα ελέγχου των κεφαλαιακών ροών, προκειμένου να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή και φυσικά την σταθερότητα της ίδιας της οικονομίας. Η πολιτική αυτή, που περιττό να πούμε ότι συνάντησε την συγκαλυμμένη αν και δημόσια δυσφορία του ΔΝΤ, υποστηρίχθηκε επίσημα από τη νέα πρόεδρο της Βραζιλίας. Μάλιστα, ανάλογα μέτρα έλαβε και η γειτονική Χιλή που ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα διαθέσει 12 δισ. δολ. από τα συναλλαγματικά της αποθέματα για να μειώσει την συναλλαγματική ισοτιμία του εθνικού νομίσματός της, του πέσο, και να στηρίξει έτσι την εγχώρια παραγωγή και τους εξαγωγείς της. Το παράδειγμα της Χιλής (όπως υπογραμμίζεται από τον υπουργό Οικονομικών της να δηλώνει δημόσια «στηρίζουμε τους παραγωγούς της χώρας, τους εξαγωγείς μας στη γεωργία και τους βιομηχανικούς τομείς που εξαρτώνται από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες») βεβαιώνει ότι η ανεξάρτητη, προσδιορισμένη με βάση τις ανάγκες της χώρας, νομισματική πολιτική δεν αρμόζει μόνο σε υπερδυνάμεις τύπου Βραζιλίας. Αλλά αντίθετα και μικρές χώρες όπως η Χιλή, έχοντας τον έλεγχο της νομισματικής τους πολιτικής διασφαλίζουν και δεν υπονομεύουν τη θέση τους στον διεθνή ανταγωνισμό…

Η νέα πρόεδρος της Βραζιλίας, Ντίλμα Ρουσέφ, παρότι κατέστησε σαφές ότι θα συνεχίσει να εφαρμόζει τις πολιτικές ελέγχου των κεφαλαιακών ροών που εγκαινίασε ο προκάτοχός της, μένει να αποδειχθεί αν προτίθεται να στηρίζει εξ ίσου αποφασιστικά και το λαϊκό εισόδημα. Κι αυτό γιατί οι πιέσεις που ασκούνται, η αρθρογραφία που βλέπει το φως της δημοσιότητας και οι εισηγήσεις που δέχεται για να μειώσει τις κοινωνικές δαπάνες και να κρατήσει καθηλωμένους τους βασικούς μισθούς και τα ημερομίσθια είναι πολύ επίμονες, αυξάνοντας την αγωνία για την πολιτική που θα επιλέξει. Τους επόμενους μήνες μένει να δούμε αν η Ρουσέφ θα ακολουθήσει τα χνάρια του προκατόχου της ή θα επιβεβαιώσει τις φήμες που τη θέλουν «σιδηρά κυρία».

Νικητής είναι… η Βραζιλία (Διπλωματία, 11ος/2009)

ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΥΠΕΡΔΥΝΑΜΗ Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΣΑΜΠΑΣ 

Η ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΣΤΙΑΣ ΤΗΣ 

Όπως συνέβη και με το Πεκίνο, η ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή επισφραγίζει τα τεράστια βήματα που έχει πραγματοποιήσει η χώρα της σάμπας τα τελευταία χρόνια και κυρίως τις λαμπρές της προοπτικές, αν φυσικά καταφέρει και ξεπεράσει τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες.

Πλήρης συμβολισμών ήταν η μάχη που έδωσε και κέρδισε το Ρίο ντε Τζανέιρο στις 4 Οκτώβρη εναντίον τριών άλλων πόλεων – του Σικάγου, του Τόκιο και της Μαδρίτης – καταφέρνοντας να κερδίσει τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2016 κι έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη φιλοξενία του παγκόσμιου κυπέλλου ποδοσφαίρου το 2014. Μαζί φυσικά κέρδισε και το έπαθλο που συνοδεύει την ανάθεση: επενδύσεις ύψους 14,4 δισ. δολ. Η μάχη έβριθε συμβολισμών γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιπρόσωποι των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Ισπανίας αναγκάζονταν να διπλώσουν τις σημαίες τους και να αποχωρήσουν ηττημένοι. Κι άλλες φορές στο παρελθόν η Βραζιλία συγκρούστηκε μαζί τους, αναγκάζοντάς τους να αποδεχθούν την ανάδυση των νέων κέντρων οικονομικής δύναμης που φέρνει μαζί της η υποχώρηση των ΗΠΑ.

Η Ιαπωνία για παράδειγμα, ήταν ο πλέον διαπρύσιος αντίπαλος του θεσμού του G20, όπως εν συντομία έχει χαρακτηριστεί η σύνοδος των 19 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη συν την Ευρωπαϊκή Ένωση, που συγκαλείται πλέον σε τακτική βάση έχοντας υποκαταστήσει πλήρως το πολιτικά απονομιμοποιημένο G8, αφότου ξέσπασε η τρέχουσα οικονομική κρίση. Η αντίδραση της Ιαπωνίας προήλθε από το ότι έχασε το προνόμιο να μιλάει εξ ονόματος όλης της Ασίας όπως δικαιούταν να κάνει μέχρι πριν δύο χρόνια που για την παγκόσμια οικονομία αποφάσιζε η σύνοδο των 8 πλουσιοτέρων κρατών του πλανήτη. Τώρα το δικαίωμά της αυτό το μοιράζεται μαζί με την Ινδία, την Ινδονησία, τη Νότια Κορέα, τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και, το πιο ενοχλητικό, μαζί και με την Κίνα. Μεγάλος χαμένος από τη συγκρότηση του G20 ήταν κι η Ισπανία, σε βαθμό τέτοιο που εξέφρασε πολλές φορές δημόσια την δυσφορία της για τ’ ότι δεν συμπεριλαμβάνεται, αντίθετα με άλλες χώρες που τις θεωρεί υποδεέστερες οικονομικά, με αποτέλεσμα να καλείται να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις ως παρατηρητής. Μέλος ωστόσο ακόμη κι αυτού του διευρυμένου κλαμπ ισχυρών κρατών δεν είναι. Αντίθετα με την Βραζιλία, που πολλές φορές έχει συγκεντρώσει πάνω της τη διεθνή προσοχή, σε σημείο τέτοιο που πρόσφατα ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα να χαρακτηρίσει τον Λούλα, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, «άνθρωπο της εποχής μας». Ο σημαντικότερος λόγος για αυτούς τους επαίνους είναι οι εντυπωσιακές οικονομικές επιδόσεις της Βραζιλίας.

Ο άθλος που έχει επιτευχθεί την τελευταία οκταετία γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακός αν συγκριθεί με τη ζοφερή εικόνα που επικρατούσε μέχρι και πριν οκτώ χρόνια, πριν δηλαδή κερδίσει τις εκλογές ο Λούλα. Ένα νούμερο είναι αρκετό: 2.477%! Τόσος ήταν ο πληθωρισμός που επικρατούσε το 1993! Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Σημείο τομής ήταν οι εκλογές του 2002, που τις κέρδισε το Κόμμα των Εργατών του πρώην μεταλλεργάτη συνδικαλιστή Λούλα ντα Σίλβα. Η ανησυχία τότε για τους κινδύνους από την εκλογή του ήταν τόσο έντονες που το εθνικό νόμισμα έχασε σημαντικό μέρος της αξίας του. Έκτοτε όμως ξεκίνησε η ανοδική πορεία για να φθάσει σήμερα η Βραζιλία να χαρακτηρίζεται 9η οικονομία του κόσμου κατά τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις, και 5η κατά τις πιο υπερφίαλες. Κι ο δε Λούλα, που ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το προεδρικό παλάτι λόγω του ότι απαγορεύεται να θέσει υποψηφιότητα για τρίτη φορά στις εκλογές που θα διεξαχθούν τον Οκτώβρη του 2010, να απολαμβάνει ποσοστά δημοτικότητας της τάξης του 76%, που δεν χαίρονται ούτε καν νεοεκλεγμένοι πρόεδροι!

Σε αυτή την πορεία η Βραζιλία, κράτησε τον πληθωρισμό καθηλωμένο στο 6%, το δημόσιο χρέος της στο 44%, τα συναλλαγματικά της αποθέματα στα 220 δισ. δολ. και το εμπορικό της ισοζύγιο πλεονασματικό στα 26 δισ. δολ. Ένδειξη του δυναμισμού της βραζιλιάνικης οικονομίας είναι και το έλλειμμα που έχει προκαλέσει στο ευρωπαϊκό ισοζύγιο. Με βάση ανακοίνωση της στατιστικής υπηρεσίας της ΕΕ, Eurostat, με ημερομηνία 2 Οκτώβρη 2009, μεταξύ του 2000 και 2008 η αξία των εξαγωγών από την ΕΕ των 27 προς τη Βραζιλία αυξήθηκαν κατά 50%, ενώ οι εισαγωγές σχεδόν διπλασιάστηκαν. Το αποτέλεσμα ήταν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, εις βάρος της ΕΕ, να φθάσει από 1,8 δισ. ευρώ το 2000 στα 9,5 δισ. το 2009. Δηλαδή να τετραπλασιαστεί!

Σημείο σταθμός στην οικονομία της Βραζιλίας αποτέλεσε ο εντοπισμός πετρελαϊκών κοιτασμάτων στα βάθη της θάλασσάς της. Υπολογίζεται ότι σε ένα τεράστιο βάθος, άνω των 9 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, βρίσκονται από 5 έως 8 δισ. βαρέλια αργού πετρελαίου εξαιρετικής ποιότητας. Η εξόρυξή τους αναμένεται να προκαλέσει τεκτονικές δονήσεις στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη, ακόμη πιο σημαντικές και απ’ αυτές που προκάλεσε η ανακάλυψη των κοιτασμάτων στη Βόρεια Θάλασσα τη δεκαετία του ’70. Η Βραζιλία ακόμη δεν έχει κατασταλάξει στο μοντέλο που θα προκρίνει για την εκμετάλλευσή τους. Αν δηλαδή θα ανατεθεί στην κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Petrobras, τι μερίδιο θα έχουν από τα κέρδη τα 3 από τα 27 ομοσπονδιακά κρατίδια στα ύδατα των οποίων φιλοξενούνται τα κοιτάσματα, κοκ. Αν κάτι είναι σίγουρο αυτό αφορά την δέσμευση του Λούλα να δημιουργήσει ένα κεφάλαιο από τα κέρδη που θα αφήνει η εξαγωγή του πετρελαίου με το οποίο θα χρηματοδοτήσει την αντιμετώπιση της φτώχειας. Επίσης αυτό που είναι ακόμη πιο σίγουρο είναι οι διακρατικοί ανταγωνισμοί που έχει αρχίσει ήδη να τροφοδοτεί στην αμερικανική ήπειρο η μετατροπή της Βραζιλίας σε πετρελαιοεξαγωγική χώρα.

Όταν η συζήτηση για τα κοιτάσματα της Βραζιλίας μεσουρανούσε δίνοντας τροφή για τις πιο ακραίες φιλοδοξίες, τον Ιούλιο του 2008, ανακοινώθηκε επίσημα από την Ουάσινγκτον η σημαντικότερη είδηση στο επίπεδο της ισορροπίας στρατιωτικών δυνάμεων. Αφορούσε την επανίδρυση του Τέταρτου αμερικανικού Στόλου, που θα αποτελείται από 11 πλοία, 1 πυρηνοκίνητο υποβρύχιο και 1 αεροπλανοφόρο, με περιοχή επιχειρησιακής ευθύνης τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Η επίσημη αιτιολογία για την επανασύστασή του Τέταρτου Στόλου από την κυβέρνηση Μπους ήταν η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και παράνομων ενεργειών όπως το εμπόριο ναρκωτικών. Πραγματικά δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι διατάσσεται τέτοια συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος για να αντιμετωπιστούν οι παραγωγοί κόκας στα όρη των Άνδεων, με τον αρχιβαρώνο της κοκαΐνης, Πάμπλο Εσκομπάρ να έχει αποδημήσει προ πολλού και το αντάρτικο των FARC στην Κολομβία να αποτελεί παρελθόν… Πολύ περισσότερο όταν οι ΗΠΑ έλαβαν μια ακόμη στρατηγική απόφαση, από την ηγεσία του Μπαράκ Ομπάμα μάλιστα, οδηγώντας σε υψηλότερα επίπεδα το θερμόμετρο στη Νότια Αμερική. Ειδικότερα, η άδεια που έδωσε ο πρόεδρος της Κολομβίας Αλβάρο Ουρίμπε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν ελεύθερα τις 9 βάσεις που διαθέτουν στη χώρα. Απόφαση που προκάλεσε κύματα διαμαρτυρίας σε όλη την υποήπειρο, ακόμη κι από τις πιο μετριοπαθείς κυβερνήσεις καθώς όλες ένιωσαν να απειλούνται! Στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ πυροδότησαν μια κούρσα εξοπλισμών, μεγάλων μάλιστα ταχυτήτων.

Η χώρα που σήκωσε πρώτη το γάντι ήταν η Βραζιλία, όπως έδειξε η παραγγελία – μαμούθ από τη Γαλλία. Για την επισφράγισή της μάλιστα επισκέφθηκε ο ίδιος ο γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζύ την Βραζιλία. Η παραγγελία, αρχικής αξίας 8,7 δισ. ευρώ, περιελάμβανε 36 αεροπλάνα Rafale, 4 υποβρύχια συμβατικής τεχνολογίας και 1 πυρηνοκίνητο. Ταυτόχρονα με την αγορά τους η Βραζιλία έσπευσε να υπογραμμίσει τον αμυντικό χαρακτήρα της κίνησής της, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τη σημασία των όσων θα διακυβευτούν στην Νότια Αμερική τα επόμενα χρόνια. Ο υπουργός Άμυνας της Βραζιλίας, Νέλσον Γιομπίμ, (που ήταν υπουργός Δικαιοσύνης του προηγούμενου προέδρου και αντιπάλου του Λούλα) σε συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα El Pais στις 28 Οκτώβρη, έδωσε μια εξαιρετικά διπλωματική αλλά πλήρης περιεχομένου απάντηση όταν ρωτήθηκε από τον δημοσιογράφο κατά πόσο υφίσταται μια κούρσα εξοπλισμών στην περιοχή. «Όχι, αυτό που υπάρχει είναι μια επανάκτηση του χαμένου χρόνου. Η μοναδική σύγκρουση είναι της Κολομβίας με τους FARC (Ένοπλοι Επαναστατικοί Στρατοί της Κολομβίας). Τα υπόλοιπα ανταποκρίνονται στην ανάγκη κάθε χώρας να υπερασπιστεί τους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους. Το να έχεις μια καλή άμυνα σημαίνει ότι έχεις τη δυνατότητα να λες όχι, όταν έχεις την ανάγκη να πεις όχι»!

Με άλλα λόγια η Βραζιλία παρότι έχει τον ισχυρότερο στρατό της Λατινικής Αμερικής (15,5 δισ. δολ. έδωσε το 2008 από τον κρατικό προϋπολογισμό για αμυντικές δαπάνες) προβλέποντας τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσει, εξοπλίζεται ακόμη πιο αποφασιστικά ώστε να μπορεί να προστατεύσει από ξένες επιβουλές τον εθνικό της πλούτο κι επίσης την πολιτική και οικονομική της ανεξαρτησία. Κι αυτό γιατί μια σειρά από κινήσεις που κάνει, παρότι ανολοκλήρωτες ακόμη, απειλούν σοβαρά την υφιστάμενη οικονομική τάξη πραγμάτων. Απειλητικός για παράδειγμα απέναντι στην κυριαρχία του δολαρίου είναι ο προβληματισμός που αναπτύσσουν Κίνα και Βραζιλία για την αναγκαιότητα να χρησιμοποιούν στις μεταξύ τους οικονομικές ανταλλαγές το δολάριο. Κι οι σχέσεις τους κάθε άλλο παρά περιθωριακές είναι, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Ευρώπη, που οι ανταλλαγές της με την Βραζιλία αντιπροσωπεύουν το 2% του παγκόσμιου εμπορίου των 27. Η Κίνα αντίθετα τον Απρίλιο κατέλαβε την πρώτη θέση στον κατάλογο των εμπορικών εταίρων της Βραζιλίας. Υπό αυτό το πρίσμα το ακόλουθο απόσπασμα από άρθρο του βραζιλιάνου προέδρου σε κινέζικο περιοδικό που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2009, έχει τεράστια σημασία: «Δε χρειαζόμαστε το δολάριο! Γιατί δύο σπουδαίες χώρες όπως η Κίνα και η Βραζιλία πρέπει να χρησιμοποιούν το δολάριο ως νόμισμα αναφοράς αντί των εθνικών τους νομισμάτων; Είναι παράλογο, όπως και το να δίνουμε σε μία μόνο χώρα την εξουσία να τυπώνει αυτό το νόμισμα. Πρέπει να δώσουμε περισσότερη αξία στο κινέζικο και βραζιλιάνικο νόμισμα»!

Και να σκεφθεί μάλιστα κανείς πως μετά τις δεξιές και φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις του Μεξικού και της Κολομβίας, η Αριστερά του Λούλα είναι η πιο μετριοπαθής και φιλικά διακείμενη απέναντι στην Ουάσινγκτον, σε σύγκριση με τον αντιαμερικανικό άξονα των Κάστρο – Κορέα – Τσάβες – Μοράλες…

Το οικονομικό θαύμα της Βραζιλίας χάνει μεγάλο μέρος από τη λάμψη του όταν το βλέμμα πέφτει στην ακραία φτώχεια που συνεχίζει να επικρατεί, παρά τα βήματα που έχουν συντελεστεί. Αποτέλεσμα της φτώχειας και των τεράστιων κοινωνικών αντιθέσεων είναι και το οργανωμένο έγκλημα, που συνεχίζει να ανθεί, παρά την οικονομική ανάπτυξη της Βραζιλίας. Οι εφιαλτικές διαστάσεις που έχει προσλάβει ο πόλεμος των συμμοριών στις φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου κατοικεί ο 1 στους 3 από τα 6 εκ. κατοίκων του, αποκαλύφθηκαν όταν λίγες μέρες μετά την ανάθεση των Ολυμπιακών συμμορίες εγκληματιών κατέρριψαν με ρουκέτα ελικόπτερο της αστυνομίας (!) που συμμετείχε σε καταδίωξη κακοποιών! Η κατάρριψη μάλιστα έγινε 1,5 χιλιόμετρο μακριά από το θρυλικό γήπεδο Μαρακανά, όπου θα πραγματοποιηθούν οι τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων κι ο τελικό του παγκόσμιου Κυπέλλου. Το χειρότερο είναι πως δεν επρόκειτο για μεμονωμένο φαινόμενο. Το Ρίο, με 4.631 νεκρούς (όταν η Νέα Υόρκη έχει 523, με βάση ρεπορτάζ των New York Times στις 22 Οκτώβρη) κρατάει τα σκήπτρα στην εγκληματικότητα, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που οι επιδόσεις του μπορούν να συγκριθούν με τις απώλειες που παρατηρούνται σε εμφύλιους πολέμους χαμηλής έντασης! Εκτός αστικών κέντρων, στην αχανή ύπαιθρο της Βραζιλίας, η λάμψη του οικονομικού θαύματος χλομιάζει από το κίνημα των 4 εκ. ακτημόνων που συνεχίζουν να μάχονται ενάντια στα λατιφούντια. Για να γίνει εμφανής η αντίθεση αρκεί να αναφέρουμε πως, σύμφωνα με την Le Monde Diplomatique του Μαΐου, το 44% της γης ανήκει στο 1,5% των ιδιοκτητών και το 57% της γης στο 3,5% των ιδιοκτητών!

Από αυτές ακριβώς τις προκλήσεις, την αντιμετώπιση δηλαδή του οξυμένου κοινωνικού ζητήματος με τη βοήθεια των εσόδων από το πετρέλαιο, θα κριθεί αν η Βραζιλία θα γίνει αυτό που υποστήριζε ο αυστριακός συγγραφέας Στέβαν Τσβάιχ, σε ένα διήγημα που έγραψε το 1942: Μια χώρα του μέλλοντος…