Home » Posts tagged 'λογοκρισία'

Tag Archives: λογοκρισία

Με αφορμή τις ψευδείς ειδήσεις φιμώνουν το ίντερνετ

Η ψηφιακή επεξεργασία που υπέστη η φωτογραφία της Κλαούντια Καρντινάλε στην επίσημη αφίσα του 70ου κινηματογραφικού φεστιβάλ Καννών, ώστε να εξαφανιστούν λίγα περιττά κιλά και η γάμπα της πανέμορφης ηθοποιού που χορεύει περιχαρής σε μια ιταλική ταράτσα να γίνει ακόμη πιο κομψή, ελάχιστους απασχόλησε πέραν των συνήθων υπόπτων του (μικρό)κοσμου της δημοσιογραφίας, του θεάματος και της διαφήμισης. Και δικαίως. Η «δικτατορία της μεζούρας» που έχει επιβάλλει η βιομηχανία της μόδας, όσο κι αν υποβάλλει σε στερήσεις, αναπαράγοντας στερεότυπα και διακρίσεις, είναι χάδι μπροστά σε άλλες δικτατορίες όπως της ανεργίας, της φτώχειας και της πείνας.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Με έναν γοητευτικό τρόπο ωστόσο, πρέπει να ομολογήσουμε, επανήλθε στη δημόσια συζήτηση ένα ερώτημα που απασχολεί την πολιτική, τον Τύπο και το διαδίκτυο εντονότατα τους τελευταίους μήνες: τι είναι αληθινό και τι όχι στην εποχή του ίντερνετ; Ερώτημα που αν περιορίζεται στις αισθητικές επεμβάσεις του photoshop, προφανώς, δεν επηρεάζει την πολιτική και τις ζωές μας.

Τι γίνεται όμως όταν η κατασκευασμένη πραγματικότητα, σύμφωνα με ορισμένες κατηγορίες, εκλέγει προέδρους;

Τι γίνεται πολύ περισσότερο όταν μετατρέπεται σε αφορμή για νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο να φιμώσουν το ίντερνετ;

Οι ψευδείς ειδήσεις πρώτο θέμα

Η συζήτηση κορυφώθηκε, κι έκτοτε συνεχίζεται αμείωτη, με αφορμή τις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβριο του 2016. Όταν έγινε αντιληπτό πως στην εκλογή του αμερικανού μεγιστάνα της αγοράς ακινήτων συνέβαλε η παρέμβαση που ξεδιπλώθηκε στο διαδίκτυο, μέσω ανυπόληπτων ή μικρής απήχησης λογαριασμών και Μέσων Ενημέρωσης, που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον ψεύδη! Ο σεβασμός απέναντι στην αλήθεια του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ, πολύ καιρό πριν λάβει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών για να διεκδικήσει να γίνει ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν ήταν κι η καλύτερη δυνατή. Με tweet, για παράδειγμα, αμφισβήτησε ευθέως το επίσημο ποσοστό ανεργίας των ΗΠΑ που κυμαίνεται γύρω στο 5%, γράφοντας ότι είναι 3 και 4 φορές μεγαλύτερο, χωρίς να κάνει τον κόπο να επιχειρηματολογήσει για την άποψή του. Στις αρχές Μαρτίου άφησε εκατομμύρια ανθρώπους άναυδους όταν δήλωσε πως ο Μπάρακ Ομπάμα είχε στήσει μηχανισμό στον πύργο Τραμπ, όπου ήταν το στρατηγείο του μέχρι να εγκατασταθεί στον Λευκό Οίκο, για να τον παρακολουθεί. Μια επίθεση που δε συνηθίζεται από έναν εν ενεργεία απέναντι σε έναν πρώην πρόεδρο. Είχαν προηγηθεί παντελώς αβάσιμοι ισχυρισμοί, μέσω πάλι του twitter που έχει αναδειχθεί στο προσφιλές του μέσο επικοινωνίας, ότι τον ψήφισε αριθμός ρεκόρ εκλεκτόρων ενώ η αντίπαλός του ψηφίστηκε από 3 εκ. παράνομους ψηφοφόρους! Ισχυρισμός που αν, διαλανθάνοντας της προσοχής του αρχισυντάκτη, δημοσιευόταν ακόμη και σε λαθρόβιο μέσο ενημέρωσης όφειλε να προκαλέσει 1-2 παραιτήσεις την ημέρα της δημοσίευσης.

Οι ψευδείς ειδήσεις ωστόσο προσέλαβαν διαστάσεις πλημμυρίδας όταν μέσα ενημέρωσης και λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναμετάδιδαν χείμαρρους ψεύτικων «ειδήσεων» και «πληροφοριών» υπέρ του Τραμπ. Κορυφαία στιγμή αυτής της πλημμυρίδας ήταν η είδηση για τη στήριξη που προσέφερε ο Ποντίφικας στον Τραμπ. Μια είδηση που αναπαράχθηκε τόσο μαζικά, ώστε και μόνο η επανάληψή της έπειθε έναν ανυποψίαστο αναγνώστη για την αλήθεια της. Καθόλου τυχαία λίγες εβδομάδες αργότερα ήρθε το λεξικό της Οξφόρδης να αναδείξει τη λέξη «μετα-αλήθεια» ως λέξη της περυσινής χρονιάς…

Τραμπ εναντίον New York Times

Η διαμάχη περί των «ψευδών ειδήσεων» δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τη σφοδρότατη, ιστορικά πρωτοφανή, σύγκρουση του Τραμπ με το φιλελεύθερο κατεστημένο, στο οποίο εντάσσεται ακόμη κι η δικαστική εξουσία. Αιχμή του δόρατος ωστόσο αυτού του κατεστημένου αποδείχθηκαν εμβληματικές εφημερίδες όπως οι New York Times και τηλεοπτικά δίκτυα όπως το CNN που, κατά την πάγια αμερικανική πρακτική η οποία θέλει όλα τα Μέσα στην προεκλογική περίοδο να δηλώνουν με ποιόν υποψήφιο τάσσονται, στρατεύθηκαν υπέρ της Χίλαρι Κλίντον. Και το 2016 ωστόσο και μετά την ορκωμοσία του Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου 2017 η σύγκρουση τους με τον Λευκό Οίκο υπερέβη κατ’ επανάληψη τα εσκαμμένα.

Απρόβλεπτο παραπροϊόν αυτής της διαμάχης ήταν τα ρεκόρ τηλεθέασης των καθιερωμένων συνεντεύξεων Τύπων του Λευκού Οίκου, στην απογευματινή ζώνη, που οδήγησαν στα Τάρταρα της τηλεθέασης τις σαπουνόπερες που κατακλύζουν τους αμερικανικούς δέκτες. Ουδέν κακόν αμιγές καλού…

Στο πλαίσιο αυτής της διαμάχης του ο νέος αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε τις κατηγορίες περί «ψευδών ειδήσεων» στους εμπνευστές τους, σε μια προσπάθεια να απαξιώσει την αξιοπιστία και την εγκυρότητα ιστορικών μέσων ενημέρωσης που έχουν ενσωματώσει στους κανόνες δεοντολογίας τους τη φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το «κόντυμά» τους επιχειρήθηκε ταυτόχρονα με την προβολή μέσων ενημέρωσης που λόγω της ακροδεξιάς ιδεολογίας τους και της θρησκοληψίας που τα διακατείχε κινούνταν πάντα στη σφαίρα του γραφικού, πχ Christian Broadcasting Network, Breitbart News (με το διευθυντή του Στίβεν Μπανόν να γίνεται επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Τραμπ), NewsMax, Daily Caller, Life Zette, Gateway Pundit, κ.α. Επί Τραμπ ωστόσο αυτά τα Μέσα στρογγυλοκάθησαν στην αίθουσα Τύπου του Λευκού Οίκου, έπαιρναν πρώτα ερώτηση, που πάντα ήταν εκ των προτέρων γνωστή και φυσικά την είχε δώσει ο Λευκός Οίκος στοχεύοντας στη δημιουργία εντυπώσεων. Έτσι ανατράπηκαν ισορροπίες δεκαετιών στη δημοσιογραφική επετηρίδα, προκαλώντας οργή σε δημοσιογράφους ειδησεογραφικών πρακτορείων και εφημερίδων παγκόσμιας απήχησης με μακρά θητεία που ξαφνικά, και κατά παράβαση του πρωτοκόλλου, δεν έπαιρναν καν ερώτηση! Παρόλα αυτά, όσες φορές κι αν ο εκπρόσωπος Τύπου του νέου αμερικανού προέδρου εξαπέλυσε την κατηγορία περί «ψευδών ειδήσεων» στα παραδοσιακά Μέσα για να δικαιολογήσει την αλλαγή βάρδιας που επιχείρησε, προσπαθώντας να στηρίξει τα δικά του μέσα ενημέρωσης, η κατηγορία βαραίνει, σχεδόν αποκλειστικά το στρατόπεδο του Τραμπ. Ποτέ άλλοτε τόσο μαζικά και συντεταγμένα δε χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς ειδήσεις για να δημιουργήσουν πολιτικές εντυπώσεις και να καθοδηγήσουν την ψήφο των πολιτών.

Παρόλα αυτά πρέπει να πάσχει από αμνησία κάποιος για να μη θυμάται τα δημοσιογραφικά κατορθώματα στα οποία επιδόθηκαν εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα – προπύργια του φιλελεύθερου κατεστημένου, αντιστρέφοντας την αλήθεια, μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες! Αφήνουμε δηλαδή εκτός σχολιασμού δημοσιογραφικές γκάφες ολκής που μπορούν να αποδοθούν σε αυτό που πολύ εύστοχα περιέγραψε ο Ντένζελ Ουάσινγκτον λέγοντας ότι «ένα από τα αποτελέσματα της υπερβολικής πληροφόρησης είναι η ανάγκη να είσαι πρώτος, κι όχι πλέον να λες την αλήθεια». Μόνο και μόνο επομένως για να φανεί ότι τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης δεν διαθέτουν πλέον το κύρος για να αποφασίζουν ποιο μέσο είναι αξιόπιστο και ποιο όχι να υπενθυμίσουμε τρία σχετικά πρόσφατα περιστατικά: Πρώτο, το BBC, καλύπτοντας το 2011 την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το πλήθος που έδειξε να ζητωκραυγάζει την αλλαγή του καθεστώτος δεν προερχόταν από την πρωτεύουσα της χώρας, την Τρίπολη, αλλά από την Ινδία… Δεύτερο, τα βίντεο που μετέδωσαν βελγικά δίκτυα για να καλύψουν τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών τον Μάρτιο του 2016 περιέγραφαν μια χαρά τον πανικό μεταξύ των επιβατών είχαν όμως μια αδυναμία: Προέρχονταν από την επίθεση που έγινε στο αεροδρόμιο της Μόσχας το 2011. Τρίτο, το CNN και το BBC καλύπτοντας τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 δε δίστασαν να χαλκεύσουν την ώρα της μετάδοσης για να δείξουν την ετοιμότητά τους με αποτέλεσμα το ρεπορτάζ και τα σχετικά πλάνα να φαίνεται ότι μεταδόθηκαν πριν την επίθεση…

Ως συμπέρασμα ας κρατήσουμε ότι οι ψευδείς ειδήσεις δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Υπήρχαν και πριν την έλευση του Τραμπ και μεταδίδονταν μάλιστα από τα θεωρούμενα έγκυρα Μέσα… Επιπλέον, είναι υπερβολή που προσβάλλει τη νοημοσύνη όλων μας να αποδίδεται η νίκη του Τραμπ στις ψευδείς ειδήσεις κι όχι πχ στην απογοήτευση που προκάλεσε στον κόσμο της εργασίας η ταύτιση της Κλίντον με τη Γουόλ Στριτ…

Προεκλογικά κίνητρα από την Μέρκελ

Τούτου δοθέντος η ζέση που επέδειξε η Γερμανία να ποινικοποιήσει στις αρχές Μαρτίου τη δημοσίευση ψευδών ειδήσεων στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης μόνο ως προσπάθεια φίμωσης του ίντερνετ μπορεί να μεταφραστεί. Συγκεκριμένα ψηφίστηκε η επιβολή προστίμων που μπορεί να φτάσει τα 50 εκ. ευρώ στα κοινωνικά δίκτυα και 5 εκ. ευρώ στους ιδιώτες που διασπείρουν ψευδείς ειδήσεις. Επιπλέον, κοινωνικά δίκτυα όπως το facebook είναι υποχρεωμένα μέχρι και το τέλος του 2017 να προσλάβουν έως και 700 άτομα με αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τον έλεγχο του περιεχομένου των δημοσιεύσεων, ενώ στο εξής θα δημοσιεύουν σε σταθερή τριμηνιαία βάση εκθέσεις με θέμα ουσιαστικά την καταστολή που ασκούν. Η βιασύνη της Γερμανίας δεν εξηγείται μόνο βάσει της ισχυρής παράδοσης κρατικού ελέγχου σε ζητήματα που άπτονται της ελευθερίας του λόγου. Ερμηνεύεται επίσης και λόγω των επικείμενων εκλογών καθώς το Βερολίνο φοβάται ότι τα ισχυρότατα ακροδεξιά – νεοφασιστικά ρεύματα που υπάρχουν στη Γερμανία μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τις τακτικές που αξιοποιήθηκαν στις ΗΠΑ την προεκλογική περίοδο, προσπερνώντας τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Το νέο πλαίσιο επομένως επιβλήθηκε για μικροπολιτικούς, προεκλογικούς λόγους.

Η επίθεση στο διαδίκτυο εκ μέρους του Βερολίνου δεν αποκλείεται να χρησιμοποιείται κι ως όχημα ώστε τα νέα Μέσα, που κατά βάση έχουν την έδρα τους στις ΗΠΑ, να χάσουν μέρος της αυξανόμενης οικονομικής τους επιρροής. Ο ιδρυτής του facebook, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, έχει δηλώσει ότι στόχος του είναι να δημιουργήσει την τέλεια προσωποποιημένη εφημερίδα για κάθε άτομο στον πλανήτη. Η Μέρκελ έτσι τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια τους προκειμένου να στηρίξει το παραδοσιακό εκδοτικό κατεστημένο της γερμανικής υπερδύναμης. Βάζει φίμωτρο με άλλα λόγια στην ελευθερία του διαδικτύου δημιουργώντας ένα σύγχρονο Υπουργείο Αλήθειας μόνο και μόνο για χάρη  των ιστορικών κέντρων εξουσίας.

Άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν αρνηθεί να λάβουν τόσο αυστηρά μέτρα καταστολής, σεβόμενες την ανοιχτή κουλτούρα που συνοδεύει εγγενώς το ίντερνετ. Στη Γαλλία για παράδειγμα δημοσιογράφοι της Le Monde έλαβαν πρωτοβουλία ενημέρωσης των μαθητών με στόχο να μάθουν να διασταυρώνουν τις πληροφορίες που πέφτουν στην αντίληψή τους. Στην Αγγλία, επίσης, όταν ρωτήθηκαν οι αρμόδιοι διέψευσαν ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν ανάλογους νόμους.

Εν κατακλείδι, οι υπάρχοντες νόμοι περί συκοφαντικής δυσφήμισης, μεταξύ πολλών άλλων, είναι υπεραρκετοί για να προστατευθούν οι πολίτες από αναίτιες και υβριστικές επιθέσεις στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Παραπέρα, είναι υπόθεση του καθενός, όπως ίσχυε σε κάθε εποχή, να διασταυρώνει τις ειδήσεις που διαβάζει, με τον κάθε ένα που διακινεί ψευδείς ειδήσεις από την άλλη να κρίνεται για ό,τι γράφει και μεταδίδει. Κάθε άλλη προσπάθεια χειραγώγησης και ελέγχου αποτελεί ανοιχτή ή συγκαλυμμένη λογοκρισία…

31 Μαρτίου 2017

Πηγή: μηνιαίο περιοδικό Nexus

Advertisements

Μηχανή λογοκρισίας κι όχι εγγυητής της ισότητας η Google

Μάννα εξ ουρανού ήταν για τη δημοφιλή μηχανή αναζήτησης και απόλυτο κυρίαρχο του διαδικτύου ο συντηρητικός 28χρονος μηχανικός που σε ένα εσωτερικό σημείωμα 3.500 λέξεων απέδωσε σε βιολογικές διαφορές τις αιτίες της μικρής συμμετοχής των γυναικών στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οι απόψεις του Τζέιμς Νταμόρ, διδάκτορα της Χάρβαρντ στη βιολογία των συστημάτων, ότι «οι άνδρες κλίνουν προς τη συστηματική σκέψη εξ ου και γίνονται προγραμματιστές ενώ οι γυναίκες είναι πιο ανοικτές στην αισθητική και στα αισθήματα και όχι στις ιδέες, οπότε αυτό το γεγονός τις οδηγεί στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών και της τέχνης» υποβαθμίζουν αν δεν εξαφανίζουν τις κοινωνικές αιτίες που κρατούν τις γυναίκες μακριά από θέσεις ευθύνης σε έντονα ανταγωνιστικά περιβάλλοντα και συμπλέουν με τον πολύπλευρο ρατσισμό που είναι σε έξαρση στις ΗΠΑ από το 2016 και μετά όταν ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε επίσημη υπόσταση και νέα ώθηση στις πιο αντιδραστικές θεωρίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μηχανικός της Google έκανε γνωστή την απόλυσή του στο ακροδεξιό ιστότοπο Breitbart, πολιορκητικό κριό των περιθωριακών και θρησκόληπτων ακροδεξιών Μέσων Ενημέρωσης που ανέδειξαν τον Τραμπ. Ενδεικτικό στοιχείο της εκλεκτικής συγγένειας μεταξύ Τραμπ και του δικτύου ενημέρωσης Breitbart είναι ότι ο επικεφαλής του Στίβεν Μπανόν ήταν υπεύθυνος στρατηγικής του Τραμπ.

Ωστόσο, η αυξημένη ευαισθησία που επέδειξε η Google απέναντι στον εργαζόμενό της δείχνοντάς του την πόρτα της εξόδου δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο στη βάση της μαχητικής στράτευσής της στο στρατόπεδο του φιλελεύθερου κατεστημένου, μαζί με όλους σχεδόν τους τεχνολογικούς γίγαντες και με μοναδικές εξαιρέσεις την Uber και την Tesla. Μια στράτευση που κορυφώθηκε όταν η Κοιλάδα της Σιλικόνης προσέφυγε εναντίον της απόφασης του Τραμπ τον Ιανουάριο να απαγορεύσει τη βίζα στους υπηκόους επτά μουσουλμανικών κρατών. Μέτρο που τίναζε στον αέρα τον κλάδο της πληροφορικής των ΗΠΑ ο οποίος στηρίζεται στην ικανότητά του να τραβά σαν μαγνήτης τα πιο λαμπρά μυαλά του κόσμου: Από το Πακιστάν μέχρι το Μεξικό.

Επομένως, λόγοι συμφέροντος κι όχι λόγοι αρχής έχουν ωθήσει την Google να πρωτοστατεί στην διαπάλη που διεξάγεται στο εσωτερικό των ΗΠΑ απέναντι στο Τραμπ. Το οικονομικό της συμφέρον βρίσκεται πίσω και από την μάχη που δίνει για τα δικαιώματα των γυναικών, όσο καθολική κι αν είναι η αποστροφή απέναντι σε θεωρίες βιολογικού ντετερμινισμού.

«Η καλή μεταχείριση των γυναικών δεν είναι μόνο ηθικά σωστή, έχει και οικονομική λογική», αναφέρει ο Άλεκ Ρος, ένας εκ των κορυφαίων ειδικών παγκοσμίως σε θέματα καινοτομίας, στο βιβλίο του Οι βιομηχανίες του μέλλοντος (εκδ. Ίκαρος, 2017). Και συνεχίζει: «Οι γυναίκες αποτελούν το μισό εργατικό δυναμικό -ή δυνάμει εργατικό δυναμικό- κάθε χώρας. Για να ευημερεί μια χώρα και να είναι ανταγωνιστική, πρέπει να έχει πρόσβαση σε άριστα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Αν μια χώρα αποκλείει το ήμισυ του δυνάμει εργατικού δυναμικού της, τίθεται εκτός παιχνιδιού. Οι χώρες που κλείνουν το χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλλα είναι ανταγωνιστικές, είναι οι χώρες του μέλλοντος, οι χώρες που εκπαιδεύουν αγόρια και κορίτσια, και διασφαλίζουν ότι όλοι οι πολίτες τους διαθέτουν επαγγελματική εξειδίκευση και είναι έτοιμοι για την παγκόσμια οικονομία. Με απλά λόγια οι χώρες που χειραφετούν τις γυναίκες δρέπουν τα οφέλη», αναφέρει ο Κρος που διετέλεσε επιπλέον σύμβουλος καινοτομίας στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, επί Χίλαρι Κλίντον, στο βιβλίο του που έχει γίνει μπεστ σέλερ των New York Times.

Κατ’ επέκταση για τη Google η διασφάλιση ίσων δικαιωμάτων πρόσβασης στις γυναίκες αποτελεί όπλο στη μάχη της οικονομικής της επιβίωσης και της αύξησης των κερδών και τίποτε άλλο!

Η υποκρισία πίσω από τον κώδικα συμπεριφοράς της Google τον οποίο επικαλέστηκε ο διευθύνων σύμβουλός της Σαντάρ Πικάι αποκαλύπτεται επίσης από τις κατηγορίες του αμερικανικού υπουργείου Εργασίας εναντίον της Google λόγω των συστηματικών διακρίσεων στις αμοιβές! Η εταιρεία που πρωτοστατεί στο δικαίωμα των γυναικών να εργάζονται πρωτοστατεί και στο δικαίωμά της να τις αμείβει χαμηλότερα σε σχέση με τους άνδρες! «Βρήκαμε συστηματικές διακρίσεις στις αμοιβές σε βάρος των γυναικών σε όλο το εργατικό δυναμικό» δήλωνε τον Απρίλιο κιόλας ο διευθυντής του αμερικανικού υπουργείου Εργασίας σε δικαστήριο του Σαν Φραντζίσκου. Στη βάση των παραπάνω η «αριστερή κουλτούρα εντός της Google με έμφαση στην πολιτική ορθότητα» την οποία κατήγγειλε ο απολυμένος Τζέιμς Νταμόρ, ως νέος Άδωνης, έχει τόση σχέση με την Αριστερά όσο και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ…

Ωστόσο, η ασυνήθιστη ευαισθησία που έδειξε η Google απολύοντας τον σεξιστή διδάκτορα του Χάρβαρντ δεν ερμηνεύεται μόνο λόγω της προσπάθειάς της να αποκρύψει τις μισθολογικές διαφορές στο εσωτερικό της, που αποτελούν άλλωστε και την υλική βάση για την ανάπτυξη και τη διάδοση ιδεολογημάτων που καταδικάζουν τις γυναίκες σε υποδεέστερη θέση. Ούτε λόγω της συνεχούς προσπάθειας που καταβάλλει να γοητεύει το νεανικό και ανοιχτό στις ιδέες της ισότητας κοινό της βαθαίνοντας το ρήγμα με ό,τι εκφράζει και εμφορείται από την ιδεολογική οπισθοδρόμηση που είναι σε εξέλιξη στις ΗΠΑ.

Η Google ήθελε ταυτόχρονα να συγκαλύψει τη σύμπλευσή μαζί του όπως υλοποιείται στο πολιτικό πεδίο! Συγκεκριμένα, η Google στο  πλαίσιο της αναθεώρησής των αλγορίθμων της από τον Απρίλιο με στόχο να πάψουν να διαδίδονται ψευδείς ειδήσεις, θεωρίες συνομωσίας και περιεχόμενο χαμηλής ποιότητας μείωσε τις επισκέψεις σε κορυφαία μέσα αριστερής εναλλακτικής ενημέρωσης, όπως το καναδικό Global Research, του οποίου ηγείται ο Μάικλ Τσοσουντόβσκι, το τροτσκιστικό World Socialist Web Site, το Real News, το Common Dreams και το Truthout. Με βάση ρεπορτάζ του wsws.org η αναγνωσιμότητα του Truthout που εστιάζει σε πολιτικές, κοινωνικές και οικολογικές εξελίξεις μειώθηκε από τον Απρίλιο κατά 35%, του Real News που έχει ειδικευτεί στην παραγωγή βίντεο και ντοκιμαντέρ κατά 37% και του Common Dreams κατά 50%, ενώ η επισκεψιμότητα του ίδιου του wsws.org έχει μειωθεί κατά 70%!

Φαίνεται επομένως πώς οι πρώτοι που πλήρωσαν το τίμημα του «ψαλιδιού» στα fake news, κατόπιν της έξαρσης που γνώρισαν πριν και μετά τις αμερικανικές εκλογές το Νοέμβριο του 2016 και τη συμφωνία που επήλθε για να ληφθούν αυστηρά μέτρα, ήταν τα αριστερά Μέσα ενημέρωσης με ευθύνη της Google που πλέον μετατρέπεται στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή του Διαδικτύου! Σε αυτό το βωμό θυσιάστηκε ο 28χρονος μηχανικός…

Πηγή: Kommon