Ένδεκα και μία θέσεις για τη δημοσιονομική κρίση (Ουτοπία, 1ος-2ος/2010)

 

  1. Η δημοσιονομική κρίση των τριών τελευταίων δεκαετιών, εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με την κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Είναι αποτέλεσμα κυρίως: Πρώτο, των αυξημένων παροχών προς το κεφάλαιο για να αντισταθμιστεί η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους και δεύτερο, της απότομης μείωσης των φορολογικών του υποχρεώσεων. Από την γέννησή της επομένως συνιστά μετάσταση και τρόπο ξεπεράσματος της υποκείμενης καπιταλιστικής κρίσης. Επομένως, η δημοσιονομική κρίση αποτελεί ίδιον του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και ξεχωριστό χαρακτηριστικό του, εφ’ όσον η εμφάνισή τους συμπίπτει χρονικά. Προετοιμάστηκε δε την περίοδο της ταχείας ανόδου, όταν κινητήρια δύναμη είχε τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα που έκτοτε συσσωρεύονταν.
  2. Στην Ελλάδα ειδικότερα δεν είναι τυχαίο πως η δημοσιονομική κρίση εμφανίζεται την δεκαετία του ’80 επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ταυτόχρονα με τις χαριστικές προς το κεφάλαιο ρυθμίσεις των «προβληματικών επιχειρήσεων» και την εμφάνιση ενός μαχητικού εργατικού ριζοσπαστισμού που έθεσε ορισμένα εμπόδια στην προσπάθεια του κράτους να μεταφέρει την κρίση στους εργαζόμενους[1].
  3. Η πρόσφατη δημοσιονομική κρίση πολύ πιο εμφανώς και ευθύγραμμα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στις ΗΠΑ με επίκεντρο την κτηματική αγορά. Ο μηχανισμός που την πυροδότησε εντοπίζεται στα «πακέτα δημοσιονομικής στήριξης» που εκταμιεύθηκαν για να ξεπερασθεί η κρίση ρευστότητας – παράγωγο αποτέλεσμα και πλευρά της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, που προκάλεσε την τρέχουσα κρίση[2].
  4. Η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα το 2009 (όπως εκδηλώθηκε με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος – της διαφοράς δηλαδή μεταξύ κρατικών εσόδων και δαπανών – στο 12,7% του ΑΕΠ και του δημόσιου χρέους στο 113% του ΑΕΠ[3]) είναι αποτέλεσμα ενός συγκερασμού δομικών και συγκυριακών παραγόντων, με καθοριστικότερους τους δεύτερους που προέρχονται από την εν εξελίξει κρίση. Ειδικότερα:
  5. Σε ότι αφορά το σκέλος των δημοσίων εσόδων, η δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα: α) της συνεχούς μείωσης των φορολογικών συντελεστών την τελευταία δεκαπενταετία κι ειδικότερα κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες (από το 35% στο 25%) που ανακοίνωσε η ΝΔ (Σεπτέμβρης 2004), β) της θεσμοθετημένης φοροαπαλλαγής ή/και χαμηλής φορολόγησης ναυτιλιακών εταιρειών και τραπεζών και της κατοχυρωμένης στην πράξη φοροαπαλλαγής των μεσαίων και ανώτερων εισοδημάτων ελεύθερων επαγγελματιών γ) των πολύ χαμηλών συντελεστών φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων.
  6. Σε ότι αφορά το σκέλος των δημοσίων δαπανών, η δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα: α) των υφιστάμενων αυξημένων υποχρεώσεων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους[4], β) των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών[5], γ) των κρατικών επιχορηγήσεων προς το κεφάλαιο μέσω των «αναπτυξιακών νόμων»[6], δ) της απότομης αύξησης του κόστους δανεικού χρήματος ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς παγκόσμιας ζήτησης από τα καπιταλιστικά κράτη για να χρηματοδοτηθεί η ιδιωτική οικονομία[7]. Αυτή είναι η αιτία πίσω από την εκτίναξη των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, πέραν των κερδοσκοπικών παιχνιδιών και των πολιτικών πιέσεων.
  7. Η ΕΕ δεν αποτελεί μηχανισμό εξισορρόπησης των δημόσιων οικονομικών και επαναφοράς της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά μηχανισμό περαιτέρω όξυνσης της. Οι ευθύνες της ΕΕ στην εμφάνιση και τον εκτροχιασμό της κρίσης αφορούν: α) στην υποκίνηση της μείωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του κεφαλαίου, με το επιχείρημα της ενθάρρυνσης της ανάπτυξης, β) στην απαγόρευση – από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ – της εσωτερικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων δια της κοπής νέου νομίσματος από τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα και την υποχρεωτική έκτοτε προσφυγή του δημοσίου στις αγορές χρήματος, γ) στην απίσχναση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας (όπως εκφράζεται από την διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος) στο πλαίσιο ενός πανευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας που ευνοεί τα κεφάλαια υψηλότερης οργανικής σύνθεσης. Η ευκολία με την οποία η ΕΕ δια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έσωσε τις εμπορικές τράπεζες προσφέροντας τους τη δυνατότητα ευνοϊκής χρηματοδότησης με επιτόκιο 1% αποκάλυψε και τα μέσα που θεωρητικά διέθετε για να διευκολύνει και τα εθνικά κράτη. Στην πραγματικότητα όμως τα παρέδωσε βορρά στις εμπορικές τράπεζες που τα δάνειζαν με επιτόκιο 5%!
  8. Το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) δεν αποτελεί ένα «κοινωνικά ουδέτερο σύνολο μέτρων που καλεί όλους να βάλουν το χέρι στην τσέπη», όπως παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση[8]. Αντίθετα συνεχίζει και οξύνει στο έπακρο την εφαρμοζόμενη αντιλαϊκή πολιτική μέσω κυρίως των ακόλουθων μέτρων: α) αύξησης των έμμεσων φόρων σε τσιγάρα και ποτά, β) κατάργησης φοροαπαλλαγών, γ) μείωσης κατά 10% του κονδυλίου επιδομάτων, δ) αναστολής προσλήψεων, ε) μείωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στ) μείωση επιχορηγήσεων ασφαλιστικών ταμείων[9], ζ) μείωση υπερωριών και λοιπών πρόσθετων αμοιβών, η) μείωση δαπάνης προμηθειών νοσοκομείων, και θ) ενός προγράμματος ευρύτατων ιδιωτικοποιήσεων η αξία των οποίων θα φθάσει τα 2,5 τρισ. ευρώ. Τους στόχους μείωσης των κρατικών δαπανών και αύξησης των εσόδων εξυπηρετούν επιπλέον το νέο φορολογικό και ασφαλιστικό νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθούν στη Βουλή το επόμενο τρίμηνο κι η εισοδηματική πολιτική.
  9. Απώτερο ζητούμενο του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν είναι η επίλυση της δημοσιονομικής κρίσης αλλά μια βαθιά αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου, που θα βελτιώνει άμεσα τα δημόσια οικονομικά έτσι ώστε το αστικό κράτος να μπορεί να διευκολύνει την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου όποτε ξανά παραστεί ανάγκη.
  10. Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμά του ΠΣΑ πολύ πιθανά θα είναι μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση, καθώς η εξίσωση των εσόδων με τις δαπάνες θα αποστερήσει την καπιταλιστική οικονομία κι από τις κρίσιμες εκείνες χρηματικές εισροές που τροφοδοτούσαν την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αυξάνοντας την απασχόληση[10]. Η συνταγή διαχείρισης επομένως της κρίσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους που έχει την αφετηρία της στην καπιταλιστική παραγωγή, θα την οξύνει και θα τη γενικεύσει μετατρέποντάς την σε ευρύτερη και καθολική (κρίση υποκατανάλωσης, πραγμοποίησης υπεραξίας, κ.λπ.). Γενικότερα δε, το μοντέλο επίλυσης που επιλέχτηκε (αθρόα παροχή ρευστού στα τμήματα του κεφαλαίου που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης) έχει ήδη, από τώρα, δημιουργήσει τους όρους ξεσπάσματος της νέας κρίσης.
  11. Η παραπάνω συνταγή δημιουργίας και επίλυσης της κρίσης (αφειδώλευτες παροχές στο κεφάλαιο, πρωτοφανής λιτότητα για τους εργαζόμενους) εφαρμόστηκε απαρέγκλιτα από όλες τις δεξιές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις έκτακτης ανάγκης που πιθανά θα προκύψουν.
  12. Τέλος, η αστική τάξη χρησιμοποιεί την τρομοκρατία των ελλειμμάτων και επικαλείται τον κίνδυνο πτώχευσης για να πετύχει μια συνολική αναδιάρθρωση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων και αξιοποίησης του κεφαλαίου προς όφελός της. Ζητούμενο είναι συντριβή του εργατικού κινήματος κι ένα άλμα στην εκμετάλλευση. Το κεφάλαιο δηλαδή αξιοποιεί τη δημοσιονομική κρίση για να πετύχει πολύ ευρύτερους στόχους. Φάνηκε πεντακάθαρα στην επιστολή του ΙΟΒΕ[11], όπου από τις δύο κατηγορίες αντιλαϊκών μέτρων που προτείνονται[12] μόνο η πρώτη αφορά αυστηρά την επίλυση της δημοσιονομικής κρίσης. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων στοχεύει στην φιλελευθεροποίηση της αγοράς, προς όφελος της μονοπωλιακής της οργάνωσης και της ουσιαστικής υπαγωγής κάθε δραστηριότητας στο κεφάλαιο. Η εργατική πάλη επομένως για την απόκρουση των οπισθοδρομικών μέτρων που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει κι ευρύτερους στόχους που αφορούν τη βελτίωση των αμοιβών, των εργασιακών σχέσεων, των όρων ασφάλισης, των κοινωνικών παροχών, κ.λπ

 


[1] Το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα προσέλαβε τις σημερινές του διαστάσεις τη δεκαετία του ’80. Από 26% που ήταν το 1981, το 1990 φθάνει το 65% και το 1993, τελευταίο έτος της κυβέρνησης Μητσοτάκη φθάνει για πρώτη φορά το 99%.

[2] «Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009.

[3] Τα μεγέθη (ανακόλουθα με προγενέστερες αναφορές κυβερνητικών) αναφέρονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που παρέδωσε η κυβέρνηση στην ΕΕ.

[4] Όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 2010 (σελ. 52) για τόκους το 2009 καταβλήθηκαν 12,3 δισ. ευρώ. Αυτό το ποσό ισοδυναμούσε με το 17% των συνολικών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού που ανήλθαν σε 71,4 δισ. και με το 42% του δημοσιονομικού ελλείμματος που ανήλθε σε 29 δισ. ευρώ.

[5] Στον προϋπολογισμό του 2010 έχει προβλεφθεί να δοθούν 2 δισ. ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα. Συνολικά η Ελλάδα με βάση τις μέχρι τώρα «επιδόσεις» της κατέχει την πέμπτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών – εισαγωγέων πολεμικού υλικού.  

[6] Στις μέρες μας του νόμου 3299/2004 και προηγούμενα του 2601/1998.

[7] Για παράδειγμα, το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997.

[8] Προς επίρρωση να αναφέρουμε ότι ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημ. Δασκαλόπουλος, το επικρότησε τονίζοντας πως «είναι προς την ορθή κατεύθυνση – αρκεί βέβαια τα προβλεπόμενα μέτρα να υλοποιηθούν χωρίς εκπτώσεις, χωρίς παλινωδίες» (τύπος, 15 Ιανουαρίου 2010).

[9] Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2010 προβλέπεται μείωση των επιχορηγήσεων ως προς το 2009 στο σύνολο των ασφαλιστικών ταμείων κατά 8% (13,9 δισ. από 15,1 το 2009) κι ειδικότερα προς των ελεύθερων επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) κατά 27% (από 1,5 δισ. το 2009, 1,1 φέτος).

[10] Καθόλου τυχαία υπό αυτή την έννοια δεν είναι η δήλωση του υπουργού Εργασίας, Ανδρέα Λοβέρδου, την Πέμπτη 14 Ιανουαρίου ότι το 2010 είναι πολύ πιθανό να φθάσουμε σε «ισπανικού τύπου ανεργία, με ποσοστό 20% έως 21%», πλήττοντας δηλαδή 1 εκ. εργαζόμενους.

[11] http://www.iobe.gr/index.asp?a_id=87&news_id=897

[12] «Δύο παράλληλες προσαρμογές πρέπει να επισυμβούν το ταχύτερο δυνατό στην ελληνική οικονομία. Η πρώτη είναι η δημοσιονομική. Η δεύτερη αφορά στην ανταγωνιστικότητα».

Φορομπηξία και μείωση μισθών ετοιμάζουν ΠΑΣΟΚ – ΕΕ (Πρν, 10/1/2009)

Τριετές κι όχι τετραετές το Πρόγραμμα Σταθερότητας κατ’ εντολή του Α. Παπανδρέου

 Με νυχτερινή (ν)τροπολογία αύξησαν τους φόρους σε τσιγάρα και ποτά και χάρισαν φόρους στους εφοπλιστές

Με την απειλή εφαρμογής ενός επαχθούς και μακροχρόνιου προγράμματος άγριας λιτότητας ετοιμάζεται να γιορτάσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την ερχόμενη Τετάρτη τις πρώτες 100 ημέρες της στην εξουσία. Η συμβολική αυτή επέτειος, που για όποιον έπαιρνε στα σοβαρά τις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να γιορταστεί με την εφαρμογή μέτρων οικονομικής ανακούφισης των εργαζομένων, στην πραγματικότητα θα συμπέσει με την εφαρμογή μιας ισχυρότατης θεραπείας – σοκ, κατ’ εντολή της ΕΕ και της ελληνικής αστικής τάξης που θα δει τα κέρδη της να ανακάμπτουν και τη θέση της να αναβαθμίζεται.

Το πόσο κενοί περιεχομένου είναι οι κλαυθμοί κι οι οδυρμοί της κυβέρνησης για τον κίνδυνο χρεοκοπίας φάνηκαν τη νύχτα της Πέμπτης όταν μαζί με την (ν)ντροπολογία που κατατέθηκε και αύξανε τους φόρους που θα πληρώσουν εκατομμύρια εργαζόμενοι, ταυτόχρονα, με μια ειδική ρύθμιση για τις «εταιρείες χαρτοφυλακίου» ναυτιλιακών συμφερόντων παραχώρησε νέα φορολογικά προνόμια στους εφοπλιστές. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έτσι έδειξε πόσο ταξική είναι η πολιτική της και πόσο υποκριτική είναι η κινδυνολογία της για τον κίνδυνο χρεοκοπίας. Νέα προνόμια στο κεφάλαιο δίπλα στα υπάρχοντα και ταυτόχρονα νέοι φόροι για τους εργαζόμενους που θα επωμιστούν όλο το βάρος της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Ταυτόχρονα, η απαράδεκτη τροπολογία και οι πρόσφατες επίσημες δηλώσεις κι ανεπίσημες «διαρροές» αποσαφηνίζουν τα μέτρα που θα εφαρμοστούν για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα από 12,7% στο 2009 σε επίπεδα κάτω του 3% το 2012, κι όχι το 2013 (σε 3 δηλαδή κι όχι σε 4 χρόνια) όπως είχε δεσμευθεί ακόμη κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός με την ομιλία του στο Ζάππειο που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την θεραπεία – σοκ. Η χρονική αναπροσαρμογή κι η επίσπευση στην πράξη των μέτρων προκρίθηκε, σύμφωνα με την κυβέρνηση, προκειμένου το 2013 που θα είναι έτος εκλογών να μπορούν να αναγγελθούν παροχές. Παραμύθια! Το ΠΑΣΟΚ, και μαζί η ΕΕ κι η αστική τάξη που του έδωσαν το χρίσμα, ξέρουν καλύτερα από τον καθένα μας ότι μια τέτοια λαίλαπα μέτρων αν δεν περάσει από το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπορέσει να περάσει από καμιά κυβέρνηση της Δεξιάς, ούτε ακόμη κι από κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Βιάζονται λοιπόν για να προλάβουν τη δική τους διαφαινόμενη φθορά, ακόμη και το ενδεχόμενο ανατροπής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ κάτω από τις εργατικές αντιδράσεις. Δεν είναι τυχαίο πως οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ανάκριναν με ύφος ταπεινωτικό τους αρμόδιους υπουργούς την Πέμπτη στην Αθήνα, ρωτούσαν να μάθουν επίμονα για τον κίνδυνο εργατικών αναταραχών, όταν θα εφαρμοστούν τα μέτρα που προβλέπονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Δικαιολογημένη η ανησυχία τους μια και πρόκειται για μέτρα – φωτιά που θα βυθίσουν στη φτώχεια τους εργαζόμενους. Ειδικότερα πρόκειται για μια δέσμη τεσσάρων μέτρων που η κυβέρνηση επιδιώκει να ψηφίσει μέσα στους επόμενους δύο ή τρεις μήνες.

Το πρώτο μέτρο, ακόμη και στην ιεράρχηση, είναι η αύξηση των κάθε λογής φόρων. Με την προχθεσινή τροπολογία το ΠΑΣΟΚ (με τη σύμφωνη γνώμη μάλιστα της ΝΔ) αύξησε τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ποτά και τα τσιγάρα, απ’ όπου αναμένει να εισπράξει 1 δισ. ευρώ. Θα το εισπράξει μάλιστα από την εργαζόμενη πλειοψηφία που κατά βάση χρηματοδοτεί την έμμεση φορολογία. Με την ίδια τροπολογία καταργήθηκε επίσης η φιλολαϊκή φορολόγηση των γονικών παροχών που είχε θεσπίσει η ΝΔ (για να αντισταθμίσει το ταξικό μέτρο του ΕΤΑΚ και της κατάργησης του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας) επιβάλλοντας μια πρωτοφανή ρύθμιση αναδρομικής φορολόγησης των πράξεων μεταβίβασης που έγιναν από προχθές ακόμη, με όρους που θα ανακοινωθούν… οσονούπω! Αύξηση των φόρων θα επέλθει και μέσω της επαναφοράς των αποδείξεων καθώς μέρος έστω του αφορολόγητου θα χάνεται όταν δεν θα δικαιολογείται από αποδείξεις. Καταστροφικές συνέπειες θα έχει κι η αύξηση των αντικειμενικών τιμών των ακινήτων που αναμένεται να ανακοινώσει σύντομα το υπουργείο, επικαλούμενο την απόκλισή τους από τις πραγματικές και στην πράξη ωθώντάς τις ακόμη πιο ψηλά.

Το δεύτερο μέτρο με το οποίο θα επιδιωχθεί η μείωση του ελλείμματος θα είναι η μείωση των δαπανών κι ειδικότερα των δαπανών για συντάξεις και μισθούς. Η δήλωση του τεχνοκράτη των Βρυξελλών ότι «και με 720 ευρώ ο συνταξιούχος δεν περνάει άσχημα» σε συνδυασμό με την εμμονή της ΕΕ για κατάργηση του 14ου μισθού αποτελούν τροχιοδεικτικές βολές για όσα θα ‘ρθουν!

Κατά τρίτο, ένα σημαντικό μέρος των νέων εσόδων (2,5 δισ. ευρώ υπολογίζει η κυβέρνηση) θα έλθει από τις ιδιωτικοποιήσεις που χάρη της δημόσιας διαβούλευσης πρώτα εξαγγέλθηκαν στους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου απ’ όπου το μάθαμε και στην ημεδαπή. Το πρόγραμμα θα αφορά τις επιχειρήσεις ΔΕΗ, Αγροτική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛΠΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΠΑ κλπ. Ότι δηλαδή δεν πρόλαβε να ξεπουλήσει ο Αλογοσκούφης πριν φύγει νύχτα, εγκαταλείποντας την πολιτική.

Η τελευταία (όχι σε σημασία) κατηγορία μέτρων αφορά τα εργασιακά για τα οποία πιέζουν επίμονα οι Βρυξέλλες στην κατεύθυνση ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας (ας περιμένουμε λοιπόν νέο νόμο για τις εργασιακές σχέσεις, με πρόφαση τη ρύθμιση του σημερινού χάους) και το ασφαλιστικό, κατ’ αρχήν στην κατεύθυνση αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης.

Ακόμη κι όλα τα παραπάνω μέτρα, αν αναλογιστούμε την εμπειρία των τελευταίων μηνών, ενδέχεται να αποδειχθούν λίγα μπροστά σ’ αυτά που θα αποφασίσουν για να μειώσουν το έλλειμμα. Η εφαρμογή τους παρόλα αυτά δεν είναι μονόδρομος. Οι εργαζόμενοι όπως έκαναν το 2000 με το ασφαλιστικό του Σημίτη κι όπως κάνουν τώρα στην Ισλανδία, μπορούν να ανατρέψουν αυτή την πολιτική, να αρνηθούν να θυσιαστούν στο βωμό του κεφαλαίου. Διαφορετικά μια δραματική περίοδος φτώχειας και ανέχειας ανοίγει για όλη την επόμενη δεκαετία…

Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ υπηρέτης κερδοσκόπων (Πριν, 19/12/2009)

Το διεθνές τίμημα για την υπέρβαση της κρίσης

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΟΣ

Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα! Όσο κι αν η είσοδος της Ελλάδας στην μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου με ένα βεβαρημένο παρελθόν υψηλού δημόσιου χρέους και ελλείμματος, ταυτόχρονα με μια αποδιαρθρωμένη παραγωγική βάση να την οδήγησε μια ώρα αρχύτερα στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, το πρόβλημα λίγο ή πολύ απαντάται σε όλο τον κόσμο. Δημιουργήθηκε δε, όταν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης η απάντηση που δόθηκε στην απειλή της οικονομικής κατάρρευσης περιελάμβανε τον πιο αχαλίνωτο κεϋνσιανισμό στο σκέλος που αφορά το κεφάλαιο, με αφειδώλευτες ενέσεις ρευστότητας και κάθε είδους επιδοτήσεις ή άτοκες δανειοδοτήσεις, ακόμη και δωρεές. Κατά συνέπεια η αύξηση του χρέους και του ελλείμματος, σε τόσο επικίνδυνα επίπεδα, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας πολιτικής κοινωνικών παροχών ή γενναίων μισθολογικών αυξήσεων. Είναι το αποτέλεσμα μιας σαφέστατα ταξικής οικονομικής πολιτικής.

Προς επίρρωση τα συμπεράσματα του διεθνούς Τύπου και διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Ανέφεραν συγκεκριμένα οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοέμβρη σε ανάλυση με τον εύγλωττο τίτλο, «Οι φορολογούμενοι αντιμέτωποι με μια γενιά θυσιών»: «Το αποτέλεσμα των δημοσιονομικών πακέτων στήριξης και στις 20 σχεδόν μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε τόσο μεγάλα ύψη ώστε να μην υπάρχουν πολεμοφόδια για να διεξαχθεί ένας άλλος οικονομικός πόλεμος και τέλος ένας λογαριασμός για να καθαρίσει όλη αυτή η βρώμα που οι φορολογούμενοι θα τον νιώθουν στο πετσί τους για ολόκληρη την επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι τα ελλείμματα των ανεπτυγμένων χωρών κυμαίνονταν γύρω στο 1,7% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένονται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αναμένεται να εκραγεί από ένα μέσο επίπεδο για όλες τις ανεπτυγμένες χώρες της τάξης του 78% το 2007, στο 118% το 2014»! Το δημόσιο χρέος τους έτσι προβλέπεται να είναι μεγαλύτερο ακόμη κι από της Ελλάδας που προβλέπεται να φθάσει το 114%.

Υπάρχουν κι άλλες συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν προκειμένου το δημοσιονομικό πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού να τεθεί στις πραγματικές, διεθνείς του βάσεις: Από το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που αναμένεται να φθάσει το 12,5% του ΑΕΠ το τρέχον οικονομικό έτος, μέχρι το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας που έχει ξεφύγει πολύ πάνω από το 180% ενώ ταυτόχρονα το δημοσιονομικό της έλλειμμα, πηγή τροφοδοσίας του χρέους κυμαίνεται πάνω από 10% του ΑΕΠ. Καθόλου τυχαία κάθε μια από τις δύο αυτές χώρες θα προσφέρει φέτος και τον επόμενο χρόνο στον ιδιωτικό τομέα για να αντιμετωπιστεί η κρίση το 4% σχεδόν του ΑΕΠ της!

Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την εκτίναξη του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού;

Στη μια συντηρητική αναθεώρηση της πολιτικής της μετά την άλλη προχωρά η κυβέρνηση μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού, φθάνοντας δια στόματος του πρωθυπουργού να εξαγγείλει από το Ζάππειο πως «στους επόμενους τρεις μήνες θα πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήραμε δεκαετίες ολόκληρες». Δηλαδή αποφάσεις που θα εκτινάξουν την ανεργία και θα αυξήσουν τη φτώχεια.

«Ό,τι θέλουν οι αγορές» δεσμεύεται να υλοποιήσει το ΠΑΣΟΚ, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο

Το ΠΑΣΟΚ ωστόσο στην Ελλάδα και όλες οι αστικές κυβερνήσεις στον υπόλοιπο κόσμο αποφεύγοντας μια πραγματιστική, ψυχρή εξέταση του δημοσιονομικού προβλήματος συσκοτίζουν τις σύγχρονες αιτίες δημιουργίας του. Κι αντίθετα επιδίδονται σε μια ακατάσχετη κινδυνολογία που ως απώτερο ζητούμενο έχει να φορτώσει στις πλάτες των εργαζομένων το κόστος επίλυσης της δημοσιονομικής κρίσης.

Τα μέτρα έτσι που εξήγγειλε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη εβδομάδα με διάφορες αφορμές (από την ομιλία του πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου στο Ζάππειο τη Δευτέρα, μέχρι την κεκλεισμένων των θυρών ομιλία του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, στο Σίτι του Λονδίνου την Τετάρτη και τις δηλώσεις του στο υπουργείο της πλατείας Συντάγματος προχθές το μεσημέρι) συνιστούν μια εκ βάθρων και άγρια συντηρητική αναθεώρηση της ίδιας της δικής της πολιτικής. Όχι αυτής που εξήγγειλε προεκλογικά, αλλά ακόμη κι εκείνης που αποτύπωσε στον κρατικό προϋπολογισμό που ξεκίνησε ήδη να συζητιέται στη Βουλή. Θα συμβεί έτσι το εξής γελοίο, ακράδαντο τεκμήριο ανυποληψίας των επίσημων πολιτικών δεσμεύσεων: Την ώρα που θα συζητιέται ο κρατικός προϋπολογισμός στη Βουλή θα ανατρέπεται από την ίδια την κυβέρνηση! Τα νέα μέτρα της κυβέρνησης – που όποιος τολμούσε να τα προδικάσει την προεκλογική περίοδο θα θεωρούταν τερατολόγος – αφορούν: Μείωση ή και πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της μείωσης των επιδομάτων κατά 10% που σημαίνει μείωση των συνολικών αποδοχών κατά 4%, όπως εξήγησε ο αρμόδιος υπουργός στους τραπεζίτες του Λονδίνου. Πάγωμα των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα (με εξαίρεση τους τομείς υγείας, παιδείας και καταστολής) με 1 πρόσληψη ανά 5 συνταξιοδοτήσεις. Μείωση των συμβάσεων εργασίας στο δημόσιο κατά ένα τρίτο. Ιδιωτικοποιήσεις συνολικής αξίας 2,5 δισ. για το 2010 στις οποίες μεταξύ άλλων θα συμπεριλαμβάνονται η Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Επιχειρηματική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω της εισαγωγής της στο χρηματιστήριο. Μείωση των δημόσιων λειτουργικών δαπανών κατά 10% και των καταναλωτικών δαπανών κατά 25%. Κατάργηση των φοροαπαλλαγών και αύξηση των αντικειμενικών αξιών (που θα πυροδοτήσουν αυξήσεις στις πραγματικές τιμές και νέους φόρους) και των (έμμεσων) ειδικών φόρων κατανάλωσης σε ποτά, τσιγάρα και καύσιμα. Επιτάχυνση της κατάθεσης στη Βουλή του φορολογικού νομοσχεδίου μέχρι τον Μάρτιο. Περιορισμός των συνταγογραφούμενων φαρμάκων και των νοσοκομειακών παροχών υπό την επίκληση της καταπολέμησης της διαφθοράς. Δραματική μείωση της λίστας επαγγελμάτων που εντάσσονται στη λίστα των Βαρέων και Ανθυγιεινών μέσω του νέου αντιασφαλιστικού νόμου. Άνοιγμα των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, κλπ.

Τι θα σημάνουν όλα αυτά; Φτώχεια, μείωση της απασχόλησης κι αύξηση της ανεργίας, υποβάθμιση των υπηρεσιών που παρέχει το κράτος στους εργαζόμενους ενώ για τους αστούς ειδικότερα προβλέπεται βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών με τη δημιουργία των one stop shop και την μείωση των ημερών που απαιτούνται για την ίδρυση μιας επιχείρησης, λιτότητα, μεγαλύτερα φορολογικά βάρη για τους εργαζόμενους κι επιδείνωση της σχέσης έμμεσων προς άμεσους φόρους με την αύξηση των πρώτων, υποβάθμιση των παρεχόμενων ασφαλιστικών υπηρεσιών και περαιτέρω αύξηση των δαπανών που θα καταβάλλουν οι οικογένειες των εργαζομένων στην παρασιτική ιδιωτική υγεία, περισσότερα χρόνια εργασίας για τη συνταξιοδότηση, χτύπημα στα μεσαία στρώματα που επωφελούνται από το κορδόνι προστασίας των κλειστών επαγγελμάτων κι άλωσή τους από μονοπωλιακές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κ.λπ! Αυτά είναι τα έργα του ΠΑΣΟΚ τις πρώτες 70 ημέρες διακυβέρνησης. Κι είναι μόνο η αρχή. Γιατί είναι απόλυτα σίγουρο πως και το αντιασφαλιστικό και το φορολογικό νομοσχέδιο στο τέλος θα κρύβουν δυσάρεστες εκπλήξεις για τους εργαζόμενους, που τις κρατούν κρυφές από τώρα για να μην δουν τον κόσμο να τους βρίζει και να τους γυρίζει την πλάτη!

Η δήλωση άλλωστε του πρωθυπουργού από το Ζάππειο πως «μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, θα πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήραμε δεκαετίες ολόκληρες», αποτελεί προανάκρουσμα για μια ατελείωτη σειρά αντιλαϊκών αποφάσεων που θα λάβει το ΠΑΣΟΚ μέχρι την άνοιξη, εκμεταλλευόμενο το μούδιασμα στις συνειδήσεις των εργαζομένων που έπεται κάθε κυβερνητικής αλλαγής κι ανταμείβοντας την αστική τάξη για το χρίσμα που του προσέφερε άνευ όρων και επιφυλάξεων όλο τον προηγούμενο χρόνο. Ας φανταστούμε αντίθετα, για να ερμηνεύσουμε έστω κι εκ των υστέρων τις εξελίξεις του τελευταίου εξαμήνου, τι θα συνέβαινε αν επιχειρούσε η ΝΔ να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα. Ποια θα ήταν η στάση του Τύπου, της ΓΣΣΕ, κλπ.

Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη, διαβλέποντας τον ορατό κίνδυνο που δημιουργείται να μετατραπεί ο Γιωργάκης σε Μητσοτάκη κι ο Παπακωνσταντίνου σε Μάνο οχυρώνεται πίσω από τους κερδοσκόπους και τις απειλές κάθε απατεώνα. Στην πραγματικότητα όμως η πολιτική που ακολουθεί ακόμη κι αν συνέχιζε να έχει σε προτεραιότητα την άμβλυνση των δημοσιονομικών ανισορροπιών κι όχι την επίλυση του οξύτατου κοινωνικού ζητήματος – που αποκτά κατεπείγοντα χαρακτήρα λόγω της παρατεταμένης λιτότητας, δεν αποτελεί μονόδρομο. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, κάλλιστα θα μπορούσε να αύξανε τους φόρους που πληρώνουν οι επιχειρήσεις και τότε πραγματικά θα γέμιζαν τα δημόσια ταμεία με ζεστό χρήμα. Το επιχείρημα που επικαλείται, πως τότε θα έφευγαν οι επενδυτές για να πάνε σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό περιβάλλον, είναι έωλο και προσχηματικό όχι γιατί δεν υφίσταται μειοδοτικός διαγωνισμός γύρω από τη φορολογία των επιχειρήσεων, αλλά γιατί σ’ αυτό τον διαγωνισμό τα πρωτεία τα κρατά η Ελλάδα! Φαίνεται από τη λίστα με τους συντελεστές φορολογίας κερδών του ΟΟΣΑ όπου η Ελλάδα το 2009 φορολογούσε με 25%, ενώ όλες σχεδόν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης φορολογούσαν με υψηλότερους συντελεστές. Για παράδειγμα: Ολλανδία: 25,5%, Φινλανδία: 26%, Σουηδία: 26,3%, Πορτογαλία 26,5%, Ιταλία: 27,5%, Αγγλία: 28%, Ισπανία: 30%, Γερμανία: 30,2%, Βέλγιο: 34% και Γαλλία: 34,4%. Επομένως το κράτος μπορεί να φορολογήσει το κεφάλαιο αλλά δεν το κάνει όχι για να μην φύγουν οι διεθνείς επενδύσεις (κι ας ονοματίσουν κάποτε ποιες είναι αυτές) αλλά για να μην δυσαρεστηθούν οι αστοί της Ελλάδας, που είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι από την μείωση των φορολογικών συντελεστών του κεφαλαίου που ξεκίνησαν επί ΠΑΣΟΚ κι ολοκληρώθηκαν επί Καραμανλή με την μείωση από το 35% στο 25%.

Το ΠΑΣΟΚ είχε κι άλλη επιλογή κι είναι η μοναδική που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα ριζικά αν και σε βάθος χρόνου. Ο εκρηκτικός δε χαρακτήρας που αποκτά στην παρούσα συγκυρία το δημοσιονομικό πρόβλημα σε συγκερασμό με την εξελισσόμενη, αυθόρμητη και τυφλή, αναδιάρθρωση που συνοδεύει κάθε κρίση διευκόλυναν την εφαρμογή των αναγκαίων τομών. Να επιχειρούσε δηλαδή την αναδιάρθρωση του νοσηρού παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, ενισχύοντας δραστηριότητες παραγωγής νέων αξιών σε βάρος των υπηρεσιών (ισχυρό σημείο πώλησης του ελληνικού καπιταλισμού από ιδρύσεώς του) που αποδείχτηκαν βασιλικές οδοί για το πέρασμα της κρίσης, αυξάνοντας συνεχώς την ευθραυστότητα των παραγωγικών δομών του. Δειλό και καθόλου πειστικό φλερτ με μια τέτοια σκέψη αποτέλεσε το σχέδιο για την «πράσινη ανάπτυξη». Ο σοσιαλδημοκρατικός του χαρακτήρας υπογραμμιζόταν από την ιεράρχηση της μεγέθυνσης της πίτας που θα καθιστούσε περιττές τις βίαιες αναδιαρθρώσεις. Βυθίστηκε όμως πριν κάνει το παρθενικό του ταξίδι κι αποκαλυφθούν οι εσωτερικές του αντιφάσεις (καθώς το πεδίο δοκιμής του ήταν για μια ακόμη φορά οι υπηρεσίες) όταν το ΠΑΣΟΚ σήκωσε τη νεοφιλελεύθερη σκυτάλη, αναλαμβάνοντας να υλοποιήσει επώδυνα μέτρα που έμειναν στα χαρτιά για δεκαετίες.

Ρόλο ενορχηστρωτή στην αντιλαϊκή λαίλαπα που έρχεται έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιβεβαιώνοντας τον εγγενώς αντιδραστικό της ρόλο και με πρόσχημα τις ευθύνες της για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του ευρώ, η ΕΕ έρχεται με την τρομοκρατία των ελλειμμάτων και του χρέους να αποκλείσει την εφαρμογή μιας πολιτικής ανάπαυλας κι ενός διαλείμματος στη λιτότητα, όπου συνέτειναν οι προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, πριν καν εφαρμοστούν. Και στη θέση αυτών των πολιτικών, να επιβάλλει μια άνευ προηγουμένου λιτότητα, ανάγοντας την Ελλάδα σε πείραμα ταχείας ανάνηψης για όλη την επικράτεια της ευρωζώνης και της ΕΕ, με ένα και μοναδικό ζητούμενο: την ικανότητα του κάθε αστικού κράτους να μπορέσει να εξοπλιστεί εκ νέου για να ξαναδώσει τον οικονομικό πόλεμο αν χρειαστεί, όπως έγραφαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Να διορθώσει δηλαδή τις δημοσιονομικές ανισορροπίες του ώστε στην επόμενη κρίση να μπορέσει να στηρίξει ξανά το κεφάλαιο από τους κλυδωνισμούς. Αναντικατάστατο ρόλο, όπως αποδείχτηκε, στην επιβολή αυτής της πολιτικής έπαιξαν θεσμοί όπως η ανεξαρτητοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδας από το αστικό κράτος που θεσμοθετήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η πρωτοβουλία για παράδειγμα του διοικητή της κεντρικής τράπεζας, Γ. Προβόπουλου, να «παραπέμψει» την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αφορμή το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τη ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων, επειδή θίγει τα συμφέροντα των τραπεζών, αποτελεί μνημείο του ρόλου θεματοφύλακα της λιτότητας που έχει αναλάβει το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα. Δείχνει ταυτόχρονα πως η ανεξαρτητοποίησή της από το αστικό κράτος ουσιαστικά σήμαινε την θωράκισή της από την πολιτική και τις φιλολαϊκές διακυμάνσεις που μπορεί να έχει – ακόμη και για τη δημιουργία εντυπώσεων.

Κερδοσκοπικά παιχνίδια με έδρα τη Νέα Υόρκη 

ΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΟΥΣΑΝ ΜΕ «ΑΑΑ» ΤΑ ΤΟΞΙΚΑ ΟΜΟΛΟΓΑ

Στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης που εξαπολύθηκε εναντίον της Ελλάδας βρέθηκαν οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Πρόκειται για 3 αμερικανικές εταιρείες (Standars & Poor’s, Moody’s και Fitch) που αν ο καπιταλισμός λειτουργούσε με βάση τα εγχειρίδια έπρεπε να είχαν κλείσει και τα στελέχη τους να είχαν μπει στη φυλακή για απάτη. Έχοντας την ευθύνη να αξιολογούν όσους εκδίδουν ομόλογα, από κράτη μέχρι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με το ξέσπασμα της κρίσης βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα και πολλοί, όπως για παράδειγμα η Άγκελα Μέρκελ κι ο Νικολά Σαρκοζύ, τις είχαν χαρακτηρίσει υπαίτιες της οικονομικής κρίσης, εξαπολύοντας μύδρους εναντίον τους.

Οι ευθύνες των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, των «3 μεγάλων» όπως λέγονται, ήταν εγκληματικές γιατί είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των τοξικών ομολόγων και το «καθάρισμά» τους. Εκμεταλλευόμενες το ρόλο τους, έδιναν την ανώτερη βαθμολογία, ακόμη και το ΑΑΑ, στα τιτλοποιημένα ομόλογα που κυκλοφορούσαν στη διατραπεζική αγορά με αποτέλεσμα να εισέρχονται ακόμη και στα πιο συντηρητικά, σιγουρατζίδικα χαρτοφυλάκια, από ανυποψίαστους επενδυτές. Κι ήταν πολλοί αυτοί, με πρώτους απ’ όλους τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Ως αποτέλεσμα σήμερα οι «3 μεγάλες» βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν καταιγισμό μηνύσεων στις ΗΠΑ (Καλιφόρνια, Οχάιο, Κολοράδο, Ινδιάνα, κ.α.) από ασφαλιστικά ταμεία που τις κατηγορούν για συνειδητή και προσχεδιασμένη εξαπάτηση. Αρκεί, για παράδειγμα, να αναφέρουμε πως κι οι 3 αυτές εταιρείες που τώρα τους «ξινίζουν» τα ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Αγγλίας, υποβαθμίζοντάς τα συνεχώς, αξιολογούσαν με την ανώτερη δυνατή βαθμολογία όλες τις εταιρείες που πέρυσι το φθινόπωρο «βάρεσαν κανόνι»: Λίμαν Μπράδερς, Μέριλ Λιντς, Μπέαρ Στερνς και AIG. Ακόμη και μια μέρα πριν τους έδιναν τα 3Α, συμβολίζοντας την απάτη, την αρπαχτή και πάνω απ’ όλα την αποτυχία τους.

Ειδικότερα για την Ελλάδα, αυτό που θεωρείται από πολλούς βέβαιο είναι ότι οι ιδιαίτερα προσοδοφόρες συνεχείς υποβαθμίσεις, μια και οδηγούν σε αύξηση των επιτοκίων κι επιπλέον αφαίμαξη των φορολογουμένων, κρύβουν και μια επιπλέον σκοπιμότητα. Οι 3 αμερικανικές αυτές εταιρείες «τιμωρούν» το ελληνικό δημόσιο για την απροθυμία του να συνεχίζει να «αγοράζει χρέος» μέσω των αμερικανικών τραπεζών και την απόφαση του να διαφοροποιήσει τις πηγές δανειοδότησής του, εκβιάζοντας έτσι για την επιστροφή του στην αμερικανική αγορά. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η επιμονή τους να ανακοινώνουν αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις την ίδια ώρα που η κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα λιτότητας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις δικές τους οδηγίες.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Χρόνια παραγωγική καθίζηση

ΖΟΦΕΡΟ ΤΟΠΙΟ

Οι επιμέρους αντιθέσεις στις στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού ή αστικού κράτους και ΕΕ, δεν κρύβουν μια κοινή ανησυχία που υπάρχει για το ζοφερό τοπίο που διαμορφώνεται σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο για την επόμενη μέρα της κρίσης. Τα στοιχεία όλα ειδικότερα συντείνουν πως η (τυπική) έξοδος από την κρίση θα σημάνει μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση μηδενικών σχεδόν ρυθμών μεγέθυνσης, αυξανόμενης αν όχι καλπάζουσας ανεργίας, περιορισμένης ζήτησης και χιλιάδων λουκέτων, παρά τις γενναιόδωρες κρατικές ενισχύσεις. Τα συμπτώματα αυτά είναι ήδη εμφανή στις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης που τα δύο προηγούμενα τρίμηνα εξήλθαν κι επισήμως της κρίσης, όπως και στις ΗΠΑ.

«Παρά μια καλοδεχούμενη επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης η παγκόσμια οικονομία απέχει πολύ ακόμη από το να επιστρέψει στην “κανονική” δραστηριότητα», έγραφε ο βρετανικός Εκόνομιστ σε αφιέρωμά του για την παγκόσμια οικονομία στο πρώτο τεύχος του Οκτώβρη. «Η ανεργία εξακολουθεί να αυξάνεται και το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού δυναμικού παραμένει αχρησιμοποίητο. Πολλά από τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται η τωρινή μεγέθυνση είναι πρόσκαιρα και αβέβαια. Σε όλο τον κόσμο οι δαπάνες ωθούνται από την κυβερνητική γενναιοδωρία. Τεράστια χρηματοδοτικά και νομισματικά πακέτα μπαλώνουν τις ζημιές στα ισοζύγια των νοικοκυριών και των τραπεζών αλλά τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν. Στην Αμερική και τις άλλες πρώην οικονομίες-φούσκες τα χρέη των νοικοκυριών είναι ανησυχητικά ψηλά και οι τράπεζες πρέπει να στηρίξουν τα κεφάλαιά τους. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτικές δαπάνες θα είναι χαμηλότερες και το κόστος του κεφαλαίου υψηλότερο σε σχέση με πριν την κρίση. Η παγκόσμια οικονομία μπορεί να δει ορισμένα τρίμηνα ορατής μεγέθυνσης αλλά δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σημείο που ήταν πριν ξεσπάσει η κρίση»!

Αυτή η πρόβλεψη οδηγεί ακόμη πιο χαμηλά την καθοδική σπείρα που ξεκίνησε την επομένη της κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Έκτοτε κάθε κρισιακή έκρηξη (1987, 1991, 2000 και τώρα) οδηγεί ακόμη πιο χαμηλά ρυθμούς μεγέθυνσης, περιθώρια κέρδους, παραγωγικότητα και βιοτικό επίπεδο, ενώ οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση την ανεργία, το δημόσιο χρέος και την εκμετάλλευση. Η τωρινή κρίση λόγω του απροσδόκητα βίαιου χαρακτήρα της απειλεί να προσδώσει ακόμη πιο καταστροφικό και την κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις χαρακτήρα σε αυτή την ολέθρια τάση.

Οι αστικές τάξεις ξέρουν επομένως ότι τα δύσκολα είναι μπροστά τους. Πίσω από τα βιτριολικά σχόλια γερμανών οικονομικών παραγόντων πως «η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει η επόμενη Λίμαν Μπράδερς», κρύβεται η πίεση του κεφαλαίου να συμμαζευτούν με κάθε κόστος τα δημοσιονομικά ανοίγματα ώστε το κράτος να μπορεί να δώσει με επάρκεια την μάχη για την επαναφορά της «έρημης χώρας» που αφήνει πίσω της η οικονομική κρίση. Σε αυτή την κατεύθυνση δύο είναι οι κατηγορίες μέτρων που θα ληφθούν. Η πρώτη αφορά μέτρα λιτότητας για την μείωση των ελλειμμάτων κι είναι ατελέσφορη εξ αρχής στον βαθμό που οι πραγματικές αιτίες δημοσιονομικής ανισορροπίας θα μένουν στο απυρόβλητο. Το κοινωνικό κόστος ωστόσο θα είναι τεράστιο!

Η δεύτερη κατηγορία μέτρων που θα κρίνει την οριστική έξοδο από την κρίση αφορά μέτρα εμβάθυνσης της εκμετάλλευσης, όπως αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις στην κατεύθυνση της ελαστικοποίησης κι επίσης μέτρα ακόμη και ονομαστικής μείωσης των μισθών και των ημερομισθίων ανάλογα αυτών που εφαρμόσθηκαν στην Λετονία και την Ιρλανδία. Εν κατακλείδι ένα αντιδραστικό σχέδιο μακράς πνοής που θα οδηγήσει τη φτώχεια και τη βαρβαρότητα σε πρωτοφανή επίπεδα για ολόκληρη την μεταπολεμική γενιά.

Άγρια λιτότητα υπό την επίκληση του ΔΝΤ (Πριν, 25/1/2009)

Χρονιά βαθιάς κρίσης το 2008

ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΤΟ 2009

Ούτε και οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί κατά την έναρξη του 2008 δεν μπόρεσαν να περιγράψουν το βάθος και την έκταση που προσέλαβε η οικονομική κρίση τη χρονιά που πέρασε. Πέρα για πέρα αντιπροσωπευτική του ευρύτερου κλίματος ήταν η κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών. Από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Τόκιο, την Ευρώπη και τους αναδυόμενους γίγαντες της Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας και Κίνας οι απώλειες που κατέγραψαν οι χρηματιστηριακοί δείκτες ξεπέρασαν το 40%. Η δε χρηματιστηριακή αξία, η κεφαλαιοποίηση των αγορών κατέγραψε ελεύθερη πτώση. Μόνο στη Νέα Υόρκη κατά το χρόνο που πέρασε παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη «εξαΰλωση» κεφαλαιακής αξίας από την εποχή της Μεγάλης Κρίσης του 1929, ύψους 6,9 τρισ. δολ. Στο σύνολο των διεθνών χρηματιστηρίων οι ζημιές που καταγράφηκαν ξεπερνούν τα 30 δισ. δολ., ποσό διπλάσιο από το ΑΕΠ των ΗΠΑ! Το συμπέρασμα πως η τρέχουσα κρίση είναι δομική και ιστορικού χαρακτήρα, κατά πολύ βαθύτερη από αυτή της δεκαετίας του ’70 επιβεβαιώνεται και από μια σειρά άλλα μεγέθη που εκφράζουν περισσότερο ευθύγραμμα τις τάσεις στο παραγωγικό κεφάλαιο και την ευρύτερη, πραγματική λεγόμενη οικονομία. Έτσι, αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης – συρρίκνωση δηλαδή του παραγόμενου προϊόντος, τεράστιες ζημιές ακόμη και χρεοκοπίες κολοσσών πολύ πέραν των τραπεζών, κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, απολύσεις, μειώσεις μισθών και απότομη όξυνση του κοινωνικού ζητήματος μαζί με αλλεπάλληλες χρεοκοπίες τύποις πλέον κυρίαρχων κρατών συνθέτουν το πιο ζοφερό παζλ το οποίο δυστυχώς θα μας συντροφεύει και το νέο χρόνο. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι το 2009 θα κάνει την εμφάνισή του ένα νέο, μαζικό κύμα χρεοκοπιών, πολύ μαζικότερο σε σχέση με το 2008 όταν έγιναν για πρώτη φορά ορατά τα αποτελέσματα της κρίσης, καθώς η παρατεταμένη χαμηλή καταναλωτική ζήτηση και τα συνεχή προβλήματα ρευστότητας θα έχουν εξαντλήσει και τα τελευταία αποθέματα αντοχής των επιχειρήσεων. Το σαρωτικό κύμα χρεοκοπιών θα παρασύρει και τις τράπεζες καθώς τα προβληματικά δάνεια θα προσθέσουν ένα επιπλέον βαρίδι πλάι στις ζημιές που καταγράφουν εδώ και ένα χρόνο από τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις τους σε επενδυτικά προϊόντα υψηλού κινδύνου. Εντελώς δικαιολογημένα λοιπόν η ελπίδα για ανάκαμψη μετατίθεται για μετά το 2011.

 Με το φόβητρο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επιδιώκουν να κάμψουν τις αντιστάσεις και να γίνει δεκτό από τους εργαζόμενους ένα πρόγραμμα αντιδραστικών μέτρων βάρβαρης λιτότητας από την Ευρωπαϊκή Ένωση με τον μανδύα της κοινοτικής επιτήρησης και αφορμή την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος πάνω από το 3%.

Παραμύθι η «θωρακισμένη» κι η «ισχυρή Ελλάδα»

 Η οικονομική πραγματικότητα στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη απ’ αυτήν που παρατηρείται διεθνώς στο βαθμό που τα αποτελέσματα της σφοδρότατης οικονομικής κρίσης διαπλέκονται με τα μόνιμα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού παράγοντας ένα μίγμα πραγματικά εκρηκτικό. Η πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου το 2008 ισοδυναμούσε με την απόλυτη καταστροφή. (Η αξία της αναφοράς πηγάζει από την σημασία που είχε το ΧΑΑ στη χρηματοδότηση της αφρόκρεμας του ελληνικού κεφαλαίου, η οποία μάλιστα σε περιόδους έλλειψης κεφαλαίων και τραπεζικής στενότητας, όπως η σημερινή, καθίσταται πιο έντονη). Καμία άλλη χρονιά δεν χάθηκαν τόσα κεφάλαια, ενώ αυτή η εικόνα είναι πολύ χειρότερη απ’ ότι παρατηρήθηκε κατά μέσο όρο διεθνώς. Από τις 5.207 μονάδες που βρισκόταν ο γενικός δείκτης στις 2 Ιανουαρίου του 2008 την τελευταία μέρα του χρόνου έφθασε τις 1.711, καταγράφοντας απώλειες πολύ πάνω του 60%. Από τα 197 δισ. ευρώ που ήταν η κεφαλαιοποίηση την τελευταία μέρα του 2007 συρρικνώθηκε στα 66 δισ., ενώ οι ρευστοποιήσεις μετοχών όλη τη χρονιά ξεπέρασαν τα 3,5 δισ. ευρώ ως αποτέλεσμα δύο συνισταμένων: Κατ’ αρχήν της αναζήτησης ασφαλέστερων τοποθετήσεων από επενδυτικά χαρτοφυλάκια σε κρατικά ομόλογα και δευτερευόντως των χαμηλών προσδοκιών κέρδους των μετοχών. Ρόλο ελκυστήρα στην ελεύθερη πτώση του χρηματιστηρίου έπαιξαν οι τραπεζικές μετοχές που κατέγραψαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Κι εδώ οι προβλέψεις για το άμεσο μέλλον είναι πραγματικά καταστροφικές με κορυφαία τραπεζικά ιδρύματα, όπως η Alpha, να συστήνουν στους επενδυτές «να αποφύγουν τις μετοχές των τραπεζών για το πρώτο εξάμηνο του 2009», κι άλλα όπως, της Eurobank, να διαπιστώνουν ότι «δεν αποκλείεται νέα κορύφωση της κρίσης»! Το ποδαρικό για το νέο έτος συμπληρώνει η σημαντική πτώση, ισοδύναμη του σοκ, των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε λιγότερο από 1% από 3% που ήταν φέτος, η πτώση της κατανάλωσης και η αύξηση της ανεργίας. Σε αυτό ακριβώς το έδαφος εμφανίστηκε η δημοσιονομική κρίση που είναι άμεσο αποτέλεσμα δύο διαδικασιών που δημιούργησε η οικονομική κρίση. Αρχικά της υστέρησης των δημόσιων εσόδων, λόγω της υποχώρησης της φοροδοτικής ικανότητας. Όταν τα μαγαζιά κυνηγούν τους πελάτες με το ντουφέκι, τι ΦΠΑ να αποδώσουν στο τέλος του μήνα; Κατά δεύτερο, των μέτρων δημοσιονομικής επέκτασης που υλοποιεί το κράτος για να στηρίξει τις τράπεζες άμεσα (βλ. 28 δισ.) και το κεφάλαιο ευρύτερα μέσω μιας μεγάλης γκάμας παροχών. Ακόμη κι έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει δεν είναι «εισαγόμενη», όπως ισχυρίζεται σύσσωμη η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή για να αποφύγει να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που της αναλογούν, αλλά άμεσο αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της, που δεν είναι δυνατό να μην είχε προβλεφθεί… Άλλωστε, δεν είναι και η πρώτη φορά που τους συμβαίνει. Παρά τις κουραστικά επαναλαμβανόμενους όρκους αφοσίωσης στη δημοσιονομική πειθαρχία, από το 2004 μέχρι και το 2007, επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δηλαδή, μία μόνο χρονιά έπεσε το έλλειμμα κάτω από το όριο ασφαλείας του 3%, όπως έχει οριστεί από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Όλες τις υπόλοιπες χρονιές, περιλαμβανομένης κι αυτής που αποχαιρετήσαμε την Τετάρτη, το έλλειμμα ξεπερνούσε το 3%. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η απογείωση του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, όπως μετράται ως η διαφορά του επιτοκίου του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου από το αντίστοιχο γερμανικό (spread). Μια διαφορά που έχει φθάσει το 2,25% (όταν η αντίστοιχη διαφορά του ιταλικού επιτοκίου που κι αυτό έχει πάρει την άγουσα είναι 1,36%), υπογραμμίζοντας τις αποκλίνουσες τροχιές που αναπτύσσονται στο έδαφος της κρίσης και την όξυνση του ενδοκρατικού ανταγωνισμού. Τώρα ωστόσο η κοινοτική επιτήρηση θέτει σε κίνηση μια πολύ διαφορετική ποιοτικά διαδικασία που ισοδυναμεί με την υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδας και την όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης – εξ ου και η συζήτηση περί ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, οι ανακοινώσεις που θα γίνουν στις 19 Ιανουαρίου από τις Βρυξέλλες για την οικονομία των χωρών μελών της ΕΕ θα δώσει μεγαλύτερο βάθος στο πρόβλημα δανεισμού που αντιμετωπίζει το ελληνικό δημόσιο καθώς θα πρέπει να καταβάλλει διαρκώς μεγαλύτερο τίμημα για να συγκεντρώσει τα 60 δισ. που χρειάζεται το ελληνικό δημόσιο συνολικά (σύμφωνα με το ΙΟΒΕ) για το τρέχον έτος. Η αρνητική αυτή εξέλιξη αποδεικνύει πόσο κούφιες ήταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις περί «θωρακισμένης Ελλάδας» που διατυπώνονταν τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον πρωθυπουργό μέχρι πριν λίγους μήνες. Το ίδιο ισχύει και για το ιδεολόγημα του αυτόκλητου σωτήρα, του Κ. Σημίτη, περί «ισχυρής Ελλάδας». Η τρέχουσα κρίση έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τα διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και το σαθρό χαρακτήρα των ιδεολογημάτων που επιστράτευσαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για να νομιμοποιήσουν τις αντιλαϊκές οικονομικές πολιτικές τους. Απαιτούνται ωστόσο εδώ ορισμένες διευκρινίσεις που δείχνουν ότι η διαδικασία την οποία εμφανίζουν λίγο – πολύ ως φυσική και αναπότρεπτη, δεν είναι καθόλου τέτοια. Αυτό που με επιμέλεια κρύβουν όσοι επικαλούνται την δήθεν αυστηρότητα των αγορών δίνοντας τους το δικαίωμα να αξιολογούν το αξιόχρεο κάθε χώρας ή κάθε επιχείρησης είναι ότι αυτό το έργο έχει εναποτεθεί σε μια σφηκοφωλιά η οποία κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι είναι είτε ανίκανη, είτε «παπαγαλάκι» συμφερόντων, κραγμένο μάλιστα. Σε κάθε περίπτωση εντελώς αναρμόδια. Οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (Fitch, S&P και Moody’s), αμερικανικές όλες, που εν είδει αδέκαστου κριτή αποφασίζουν πόσα αστεράκια θα συνοδεύουν τα ελληνικά ομόλογα και κατ’ επέκταση πόσα λεφτά θα πληρώσει ο κάθε εργαζόμενος στους νταβατζήδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι αυτές ακριβώς που όλα τα προηγούμενα χρόνια χαρακτήριζαν ως …διαμάντια τα τιτλοποιημένα δάνεια της αμερικανικής κτηματικής αγοράς. Από πρόεδροι κρατών (Σαρκοζύ, Μέρκελ, κ.α.) μέχρι καθηγητές αλλά και παράγοντες της αγοράς τούς έριχναν επί μήνες την πέτρα του αναθέματος αποδίδοντάς τους την ευθύνη για την φούσκα επειδή στα τοξικά ομόλογα χάριζαν την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία οδηγώντας και τα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια να τα εντάξουν στις τοποθετήσεις τους ή να τα αποδεχτούν ως εγγύηση για να εγκρίνουν δάνεια. Αυτές λοιπόν οι εταιρείες, που δεν είδαν καμιά απάτη στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων και κανονικά θα έπρεπε να είχαν κλείσει πληρώνοντας μάλιστα και πρόστιμα για τη ζημιά που προκάλεσαν, αποφαίνονται τώρα ότι το ελληνικό δημόσιο επειδή μπορεί να κηρύξει χρεοστάσιο θα πρέπει να πληρώνει κάτι τις περισσότερα για να δανείζεται! Αυτό που ωστόσο αποκαλύπτεται είναι δόλος και εξαπάτηση, καθώς ένας αποδεδειγμένα ανίκανος επισείει θεούς και δαίμονες έτσι ώστε οι αποδεδειγμένα απατεώνες να απαιτούν ληστρικά επιτόκια. Συνεργό σε αυτή τη διαδικασία έχουν και την ΕΕ. Γιατί, αν επιβληθεί το καθεστώς επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας οι εταιρείες αξιολόγησης όχι απλά θα επιβεβαιώσουν τις «ανησυχίες» τους, αλλά θα αποκτήσουν κι άλλες – είναι εξαιρετικά επικερδής διαδικασία άλλωστε. Η διαδικασία της επιτήρησης επομένως, πέραν των όσων επικαλείται, θα οξύνει το δημοσιονομικό πρόβλημα, καθώς θα κάνει επαχθέστερους τους όρους δανεισμού του ελληνικού δημοσίου και το δρόμο επιστροφής στην δημοσιονομική ομαλότητα ακόμη πιο μακρύ και ακανθώδη. Να σημειωθεί επιπλέον ότι η διαδικασία της Οικονομικής και Νομισματικής Ενοποίησης στην Ευρώπη συνέβαλε καθοριστικά στην παράδοση του δημοσίου στις αρπακτικές διαθέσεις των αγορών χρήματος, καθώς με την εκκίνησή της, όπως αποφασίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, απαγορεύτηκε στις κεντρικές τράπεζες να εκτυπώνουν χρήμα για να καλύπτουν τις αυξανόμενες ανάγκες του δημοσίου και ορίστηκε ως μονόδρομος η προσφυγή στις αγορές δανείων για την κάλυψη των αναγκών. Προς όφελος φυσικά του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που είδε τις δουλειές του ν’ απογειώνονται με χορηγό τους δημόσιους προϋπολογισμούς, δηλαδή τα χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων. Η αυξανόμενη συζήτηση ωστόσο για τον κίνδυνο προσφυγής της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (έτσι ώστε να παρακαμφθούν τα ληστρικά επιτόκια της αγοράς και να βρεθούν δάνεια με χαμηλό επιτόκιο) και την κοινοτική επιτήρηση (που εμφανίζεται μάλιστα κι ως σωτήρια επειδή έτσι θα γλιτώσουμε από το ΔΝΤ) έρχεται να εξοικειώσει τους εργαζόμενους με το αντίτιμο που θα πληρώσουν: Ένα πρόγραμμα λιτότητας, που χωρίς καμία υπερβολή θα είναι πρωτοφανούς αγριότητας, χωρίς κανένα προηγούμενο στην πρόσφατη οικονομική ιστορία της Ελλάδας. Ως συστατικά του στοιχεία θα περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες μέτρων. Το πρώτο θα αφορά τους μισθούς. Όπως πολύ πιθανά έγινε και στη Λετονία, όπου το πρώτο μέτρο που επέβαλε το ΔΝΤ ήταν η γενική μείωση των μισθών κατά 15%, η κοινοτική επιτήρηση θα σημάνει μειώσεις πραγματικών μισθών ή μηδενικές αυξήσεις και πάγωμα συντάξεων κι επιδομάτων ανεργίας, σε ένα περιβάλλον φυσικά συνεχών ανατιμήσεων. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων θα αφορά το ασφαλιστικό, στην κατεύθυνση μείωσης των συντάξεων, αύξησης των ηλικιακών ορίων και επιδείνωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και αύξησης των εισφορών. Η τελευταία θα αφορά νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο την απορύθμιση της αγοράς εργασίας και τη διευκόλυνση της εισόδου πολυεθνικών επιχειρήσεων (βλ. μέτρα απελευθέρωσης κλειστών επαγγελμάτων).

 Σχεδιάζουν νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα»

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ Η ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΗ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΩΝ»

Η κυβέρνηση ήδη στρώνει μεθοδικά το έδαφος για ένα νέο «σταθεροποιητικό πρόγραμμα» βαθιάς λιτότητας, ανάλογο αυτού που προσπάθησε να επιβάλλει ο Κ. Σημίτης ως υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου τη διετία 1985 – 1987. Εκείνη η αποστροφή του λόγου του Γ. Αλογοσκούφη για παράδειγμα στο Βήμα της προηγούμενης Κυριακής «για την πολιτική της ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόσαμε τα τελευταία χρόνια» πολύ φοβόμαστε ότι δεν αποσκοπεί μόνο να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις για την άγρια πολιτική λιτότητας, αλλά προετοιμάζει τους όρους για δραματικά διαγγέλματα που λίγο – πολύ θα λένε «καλά φάγατε, καλά ήπιατε τόσα χρόνια τώρα περάστε απ’ το ταμείο». Όπως το έθεσε ο αρχιαποστάτης παραμονές Πρωτοχρονιάς: «Δεκαετίες ζήσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας, δανειζόμενοι και καταδικάζοντας τις επόμενες γενιές, ενώ ταυτόχρονα με πείσμα αρνηθήκαμε τις μεταρρυθμίσεις τις οποίες η σημερινή ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα απαιτεί και τις οποίες εφάρμοσαν όλες οι άλλες χώρες της Ευρώπης. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι φυσικό η βαριά διεθνής οικονομική κρίση που ξέσπασε φέτος να μας προσγειώσει και να μας υποχρεώσει να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα»! Η επιβολή αυτών ακριβώς των βαθιά αντιλαϊκών μέτρων είναι το πραγματικό ζητούμενο πίσω από την κινδυνολογία του εφιάλτη Κ. Μητσοτάκη για τη «βοήθεια ξένων διεθνών οργανισμών», πίσω από την πρόταση των Χρ. Βερελή και Θ. Πάγκαλου για ανάθεση των οικονομικών σε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, πίσω την «ιδέα» του νεοφιλελεύθερου Αλ. Παπαδόπουλου να ζητήσει η Ελλάδα αυτοβούλως έξωθεν επιτήρηση της οικονομίας της λόγω εγγενούς αδυναμίας να χειριστεί τα του οίκου της και πίσω από το πλασάρισμα του πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και νυν αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Λουκά Παπαδήμα, για να αναλάβει χρέη «τσάρου της Οικονομίας». Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών δηλαδή, οικονομική χούντα στην πραγματικότητα, που θα αναλάβει να επιβάλλει τη λιτότητα χωρίς να πρέπει η ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ να πληρώσουν το τεράστιο πολιτικό κόστος που θα έχει ένα τέτοιο έκτακτο καθεστώς. Ειδικότερα όμως σ’ ότι αφορά τα παραπάνω στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που έχουν εχθρικές σχέσεις με την ηγετική ομάδα του Γ. Παπανδρέου ή είναι παραγκωνισμένα, στόχος των προτάσεών τους ήταν να στερήσουν από το ΠΑΣΟΚ την διαφαινόμενη νίκη, που δεν θα επιτευχθεί φυσικά τόσο εύκολα όσο δείχνουν τα γκάλοπ. Με τη στήριξη διαπλεκομένων δηλαδή που προσχηματικά επικαλούνται την οικονομική κρίση για να ξαναμοιράσουν την πολιτική τράπουλα, η πρότασή τους δεν βάλει κατά της ΝΔ αλλά του «δικού τους» κόμματος. Για αυτό και μόνο τον λόγο τα πυρά της Χαρ. Τρικούπη ήταν πολύ σφοδρότερα από τα πυρά που δέχτηκαν από την κυβέρνηση.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

 Σε κρίση το μοντέλο ανάπτυξης

ΣΙΩΠΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΤΙΕΣ

Όσο σίγουρο είναι ότι πίσω από κραυγές αγωνίας της αστικής τάξης κρύβεται ένα πρόγραμμα άγριας κι εξοντωτικής λιτότητας, άλλο τόσο σίγουρο είναι πως τα προβλήματα τα οποία επικαλείται, οι λεγόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες, είναι υπαρκτά και μάλιστα η όξυνσή τους λόγω της κρίσης λειτουργεί απειλητικά για τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αλματώδη αύξηση του ελλείμματος ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που έχει φθάσει στο τριτοκοσμικό 14% του ΑΕΠ και την άνοδο του δημόσιου χρέους που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εδώ και 15 χρόνια όλο λένε πως το μειώνουν, αλλά αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στο 105% του ΑΕΠ. Οι αιτίες που επικαλούνται γι αυτή την κατάσταση είναι τόσο φαιδρές όσο και οι λύσεις που προτείνουν, αποκαλύπτοντας μια απίστευτη ένδεια. Ο Κ. Σημίτης για παράδειγμα στο πολυσυζητημένο άρθρό του στην Καθημερινή στις 21 Δεκεμβρίου 2008 έγραφε για το δημόσιο χρέος ότι «οι αιτίες της αύξησης είναι συναρτημένες με την πελατειακή νοοτροπία της κυβέρνησης και τη σταθερή επιδίωξη ενίσχυσης της εξουσίας της. Οι προσλήψεις την περίοδο 2004 – 2008 για παράδειγμα έφθασαν τις 60.000 περίπου με συνέπεια την αύξηση των μισθών που κατέβαλε η κυβέρνηση κατά 40%». Ο ιδρυτής της «ισχυρής Ελλάδας» δεν επικρίνει την κυβέρνηση για τα ρουσφέτια, αλλά επειδή κάνει προσλήψεις, παραβλέποντας τις τεράστιες ανάγκες ανθρώπινου δυναμικού που έχει ο δημόσιος τομέας αλλά και το γεγονός ότι το εν λόγω κονδύλι που το θεωρεί υπαίτιο της κρίσης στο σύνολο των δημόσιων δαπανών είναι αμελητέο! Οι προτάσεις του δε περιλαμβάνουν αυτά που έχει προγραμματίσει η ΝΔ, απλώς πιο γρήγορα. «Χρειάζεται ένα επεξεργασμένο σχέδιο συστηματικής και στοχευμένης ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένες κατευθύνσεις. Η επιτάχυνση της κατασκευής των ήδη προγραμματισμένων έργων. Η προώθηση χωρίς καθυστέρηση των προγραμμάτων του Δ’ ΚΠΣ…». Στην πραγματικότητα αυτό που διέρχεται δομική κρίση είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και ενσωμάτωσης του στον διεθνή καταμερισμό που υιοθετήθηκε από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο μέχρι τις μέρες μας. Στην πιο πρόσφατη εκδοχή του, από τη δεκαετία του ’80 εμβρυακά και τη δεκαετία του ’90 ολοκληρωμένα και συνειδητά, περιελάμβανε την χωρίς όρους και στρατηγικές ανάδειξης «εθνικών πρωταθλητών» ενσωμάτωση του ελληνικού καπιταλισμού στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση. Η διαδικασία αυτή όμως σε περιόδους κρίσης όπως η σημερινή αποδεικνύει τον ανταγωνιστικό της χαρακτήρα, την εγγενή τάση που έχει να οξύνει τις ανισομετρίες, διαλύοντας τις αυταπάτες που συνόδευαν τα πρώτα της βήματα για μια άμβλυνση των διακρατικών ακόμη και περιφερειακών αντιθέσεων. Η ΕΕ και κατ’ επέκταση η ΟΝΕ δεν αποτελούν επομένως ασπίδα προστασίας της ελληνικής οικονομίας όπως προβάλλονται αναδεικνύοντας μόνο την νομισματική – συναλλαγματική πλευρά των διμερών οικονομικών σχέσεων, αλλά παράγοντα διαιώνισης και όξυνσης των διαρθρωτικών προβλημάτων της. Αυτά ωστόσο μένουν ασχολίαστα. Όπως και η κρίση που διέρχεται πλέον, σε βαθμό να έχει κλείσει τον κύκλο του ως ατμομηχανή ανάπτυξης, το μοντέλο αλματώδους αύξησης του ιδιωτικού δανεισμού που χρηματοδοτούσε τον τομέα των κατασκευών, αντιπροσωπεύοντας ο τελευταίος τη σημαντικότερη πηγή αύξησης του ΑΕΠ. Με το συνολικό ιδιωτικό χρέος να φθάνει το 2008 τα 248 δισ. (εκ των οποίων μόνο τα 132 δισ. να είναι επιχειρηματικό) ξεπερνώντας (όπως και το δημόσιο) το ΑΕΠ της χώρας που φθάνει τα 246 δισ. και μετά από τις φούσκες που έχουν σκάσει, τυχόν σχέδια και προσδοκίες διαιώνισής του ισοδυναμούν με οικονομική αυτοκτονία. Η τραγική ειρωνεία όμως είναι ότι η αστική τάξη δεν έχει να αντιπαραβάλλει κανένα εναλλακτικό σχέδιο απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικά καταστρεπτικό και βαθιά ανορθολογικό μοντέλο. Έχει την αυταπάτη ότι θα καλύψει τις αντιφάσεις του με ένα πρόγραμμα λιτότητας διαρκείας που θα αυξήσει τα φορολογικά έσοδα και θα μειώσει τις κοινωνικές παροχές, ενώ στην καλύτερη περίπτωση θα τις κουκουλώσει όπως – όπως και για λίγα χρόνια. Στη χειρότερη γι αυτούς, θα μείνει στα χαρτιά, όπως έμεινε και του Σημίτη το 1986, λόγω της εργατικής πάλης.