Οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό αντικείμενο προεκλογικής παροχολογίας από την κυβέρνηση, αντί για πεδίο διεκδικήσεων, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Υπάρχει κάτι ακόμη πιο αντιδραστικό, ακόμη περισσότερο οπισθοδρομικό από την αδυναμία των αυξήσεων στον βασικό μισθό να εξασφαλίσουν την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, από την μείωση δηλαδή του πραγματικού μισθού. Είναι η μετατροπή των ανακοινώσεων για την αύξηση του βασικού μισθού σε πολιτικό εργαλείο στα χέρια της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όσο περνάει ο καιρός είναι εμφανές ότι θα κριθεί από την διαχείριση της στο επίπεδο της οικονομίας. Κι ως τώρα οι επιδόσεις της είναι απογοητευτικές. Βάσει της πρόσφατης δημοσκόπησης της Alco στο ερώτημα «ποιο είναι το βασικό κριτήριο για να επιλέξετε κόμμα που θα ψηφίσετε στις εκλογές» η πλειοψηφία (28%) απαντάει η οικονομία. Και ακολουθεί η στήριξη της κοινωνίας (24%). Στο ερώτημα δε, αν «συνολικά τα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας έχουν βοηθήσει το νοικοκυριό σας» οι απαντήσεις ταλαντεύονται, με το 34% να απαντά λίγο και το 33% να απαντά καθόλου.

Σε αυτή την κατάσταση της λεπτής ισορροπίας η κυβέρνηση της ΝΔ χρησιμοποιεί την αύξηση του βασικού μισθού ως πολιτικό εργαλείο.

Ωστόσο, η αύξηση του βασικού μισθού αποσπάστηκε από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και περιήλθε στα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης, που αποφασίζει για το ύψος τους, με τον Μνημονιακό νόμο 4093/2012, βάσει του οποίου εγκρίθηκε το Μεσοπρόθσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. Στον συγκεκριμένο νόμο, μνημείο κρατικού αυταρχισμού της περιόδου έκτακτης ανάγκης που εισήγαγαν τα Μνημόνια, προβλέπεται στο άρθρο ΙΑ.11: «Θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατώτατου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013». Αποσαφηνίζει δε ότι «οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας». Έτσι τα μισθολογικά τέθηκαν εκτός διαπραγματεύσεων… Το πλαίσιο που αντικατέστησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις καθορίσθηκε στη συνέχεια με το νόμο 4172/2013, προσφέροντας στις πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης δύο επιχρίσματα: ένα επιστημονικό κι ένα διαλόγου. Απέτυχαν ωστόσο από κοινού να κρύψουν τον κρατικό αυταρχισμό.

Το άρθρο απαγόρευσης των μισθολογικών διαπραγματεύσεων στις συλλογικές συμβάσεις, που τέθηκε ως όρος για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, αποδεικνύει ότι η διάσωση της Ελλάδας ισοδυναμούσε πρωτίστως με διάσωση της ελληνικής ολιγαρχίας. Η έξωση των μισθολογικών από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις που επέφερε το πάγωμα των κατώτατων μισθών ήταν εξυπηρέτηση προς τον ΣΕΒ που ήθελε να μετατρέψει την Ελλάδα σε χώρα φθηνού εργατικού δυναμικού, όπως και συνέβη… Το κύμα φυγής ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που ακολούθησε σε πρώτη φάση και ανειδίκευτου σε δεύτερη φάση ήταν πιο προβλέψιμο κι από το κύμα ανατιμήσεων μετά την παύση της οικονομικής δραστηριότητας την περίοδο της πανδημίας.

Ενδιαφέρον δε, έχει πώς παρότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αναίρεσε, πλήρως ή μερικώς, πολλές από τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου, για παράδειγμα τις μισθολογικές μειώσεις στους πανεπιστημιακούς (καλώς) και στους παράγοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (κακώς), την συγκεκριμένη πρόβλεψη την άφησε ανέγγιχτη. Πιθανότατα για να μην συγκρουστεί με τον ΣΕΒ και την ΕΕ.

Με μια γενναία ωστόσο αύξηση που παραχώρησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, ύψους 11%, που ήταν και η πρώτη με το νέο καθεστώς, και την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, επιχείρησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις από την διατήρηση του αυταρχικού, μνημονιακού πλαισίου καθορισμού του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου. Σημασία ωστόσο έχει πώς και ο ΣΥΡΙΖΑ υπέκυψε στην γοητεία ένταξης των μισθολογικών αυξήσεων στα προεκλογικά του χαρτιά, μετατρέποντας ένα κορυφαίο πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης σε μέσο διεύρυνσης της εκλογικής του δεξαμενής.

Καθόλου τυχαία στην Βουλή μιλώντας ο Γ. Ραγκούσης εκ μέρους της αντιπολίτευσης την Τρίτη 17 Ιανουαρίου ενώ επέκρινε την χρονική συγκυρία που επέλεξε η κυβέρνηση για να ανακοινώσει τις αυξήσεις, άφησε εκτός συζήτησης το πλέον ακανθώδες θέμα που είναι ποιος αποφασίζει για τις αυξήσεις: η κυβέρνηση ή οι εργαζόμενοι που θα μπορούν να κάνουν απεργίες ώστε να πιέσουν για υψηλότερες αυξήσεις;

Μείωση πραγματικού μισθού το 2022

Η κυβέρνηση της ΝΔ δεν παραχώρησε αυξήσεις ούτε το 2020 ούτε το 2021, αποδεικνύοντας έτσι την αναντικατάστατη χρησιμότητα του νόμου για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων. Οι διπλές αυξήσεις που έδωσε η κυβέρνηση το 2022 (2% την 1η Ιανουαρίου και 7,5% την 1η Μαΐου) οδηγώντας τον βασικό, μικτό μισθό από τα 650 ευρώ στα 713 δεν κατάφεραν να ακυρώσουν την διάβρωση που προκάλεσε  ο πληθωρισμός. Μάρτυρας η εκτίμηση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για απώλειες της τάξης του 19% στις κατώτατες αποδοχές και 9-14% στις αποδοχές έως 1.100 ευρώ.

Φτάνουμε έτσι στο 2023, με τον αρμόδιο υπουργό Κωστή Χατζηδάκη να καταθέτει άρον – άρον στην Βουλή την Τρίτη 17 Ιανουαρίου την τροπολογία για την εκκίνηση της συμβουλευτικής διαδικασίας προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, εν πολλοίς διακοσμητική μιας και η απόφαση για το ύψος των αυξήσεων ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην κυβέρνηση. Μάλιστα, η απόφαση επίσπευσης των χρονοδιαγραμμάτων ώστε οι αυξήσεις σε μισθούς και ημερομίσθια να χορηγηθούν την 1η Απριλίου, αντί της 1ης Μαΐου, επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση οδηγεί τον μαυρογιαλουρισμό σε νέα ύψη, εμφανίζοντας ως μεγαλοψυχία και δείγμα γενναιοδωρίας και κοινωνικής της ευαισθησίας ένα μέτρο που όφειλε να αποτελεί υπόθεση των εργαζομένων! Επιδίδονται σε παροχές με τα απαγορευμένα δικαιώματά μας.

Η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη ωστόσο δεν αποδεικνύει μόνο πόσο βαθιά υποταγμένη είναι στον ΣΕΒ, που θεωρεί ζήτημα αρχής να μείνουν οι αυξήσεις εκτός διαπραγματεύσεων και στο έλεος των κυβερνήσεων. Αποδεικνύει επίσης και την υποκρισία της. Τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης δεν χάνουν ευκαιρία να κατακεραυνώνουν το κράτος που ανακατεύεται «εκεί που δεν το σπέρνουν», ζητώντας εμμονικά λιγότερο κράτος, όταν θέλουν να παραχωρήσουν δημόσια αγαθά, όπως η ενέργεια, σε φίλους ολιγάρχες… Όταν όμως πρόκειται να απαγορεύσουν στους εργαζόμενους να διεκδικούν, εκεί οι «ασυμβίβαστοι» νεοφιλελεύθεροι μετατρέπονται στους πιο δογματικούς κρατικολάγνους, αναλαμβάνοντας δραστηριότητες, όπως η ανακοίνωση των μισθών, που μόνο δικτατορίες έχουν υπό την ευθύνη τους.

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι μόνο το ύψος της αύξησης! Ο μνημονιακός νόμος για τον κατώτατο μισθό επέφερε συντριπτικό πλήγμα στους μισθούς και τα ημερομίσθια γιατί αφορώντας γύρω στους 650-700.000 εργαζόμενους μόνο, σε ένα σύνολο 4.138.000 εργαζομένων (γύρω δηλαδή στο 15%), δεν επιδρά ούτε στα υψηλότερα κλιμάκια (όσους δηλαδή αμείβονται με 800 ή 900 ευρώ), ούτε στις κλαδικές συμβάσεις.

Στην βάση των παραπάνω οι μεγαλοστομίες του Κ. Χατζηδάκη για έμπρακτη στήριξη των εργαζομένων είναι κενό γράμμα και προσπάθεια συγκάλυψης της επιδείνωσης της θέσης των εργαζομένων που φέρνει η κυβερνητική πολιτική. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η πιθανολογούμενη αύξηση είτε κυμανθεί στο ελάχιστο 5,5% είτε στο μέγιστο 9,5% θα ωθήσει τον βασικό καθαρό μισθό στην καλύτερη περίπτωση στα 665 ευρώ (781 μικτά) και στη χειρότερη στα 643 ευρώ (752 μικτά). Με άλλα λόγια 100 ευρώ πιο κάτω από το επίπεδο των μσιθών πριν την ένταξη στα μνημόνια, όταν η δημόσια συζήτηση ζητούσε την κατάργηση του αίσχους της γενιάς των 750 ευρώ. Η Νέα Δημοκρατία σήμερα εμφανίζει τα 650 ευρώ ως δείγμα της φιλευσπλαχνίας της…

Προϋπολογισμός 2023: φτωχοποίηση λόγω λιτότητας και κυρώσεων, μέσω ρεκόρ κερδών των εισηγμένων λόγω πληθωρισμού, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Εκπλήξεις έκρυβε το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2023, που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Οικονομικών.

Η κυβέρνηση είχε να υπερηφανεύεται ότι ο νέος προϋπολογισμός είναι ο πρώτος που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου μνημονιακής επιτήρησης ή ενισχυμένης εποπτείας. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι η βαθμολογία της Ελλάδας από τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εξακολουθεί να είναι κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, κοινώς σε επίπεδο «σκουπιδιών». Οι αναβαθμίσεις της επενδυτικής θέσης της Ελλάδας δεν κατάφεραν να την βγάλουν από τον επενδυτικό βάλτο στον οποίο είναι ταξινομημένη. Ως αποτέλεσμα, το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου έφτασε το 4,79%!

Καθόλου τυχαία δεν είναι η αύξηση που καταγράφεται στα ποσά που θα δοθούν για τόκους, βάσει του προϋπολογισμού: Από 5,5 δισ. περίπου το 2021 και το 2022, τον επόμενο χρόνο θα φτάσουν τα 7 δισ. ευρώ! Σχεδόν το ήμισυ των χρημάτων που θα δοθούν για παροχές σε εργαζόμενους (13,67 δισ.).

Η άλλη μισή αλήθεια που κρύβει η κυβέρνηση είναι ότι η λιτότητα και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, η πεμπτουσία δηλαδή της μνημονιακής επιτήρησης και της ενισχυμένης εποπτείας, εξακολουθούν να είναι παρόντες.

Μάρτυρας η αυξημένη φορολογία. Συνολικά, για το 2023 προβλέπονται φόροι ύψους 56,19 δισ. ευρώ, από 50,05 δισ. που ήταν ο προϋπολογισμός για το τρέχον έτος· πρόκειται για αύξηση ύψους άνω του 12% που ξεπερνάει κατά πολύ τις προβλέψεις για την εξέλιξη του πληθωρισμού. Στον προϋπολογισμό έχουν ενσωματωθεί προβλέψεις για αύξηση του πληθωρισμού στην Ελλάδα κατά 3% (στόχος εντελώς εξωπραγματικός που αποδεικνύει την προσπάθεια εντυπωσιασμού που κρύβεται πίσω από τις προβλέψεις του) και ανάπτυξη κατά 2,1% σημαντικά μικρότερη της φετινής ανάπτυξης που αναμένεται να κλείσει στο 5,3%. Η αύξηση της φορολογίας επομένως, κατά 4 φορές ταχύτερα του πληθωρισμού, μόνο φυσιολογική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Η υπέρμετρη αύξησή της υποδηλώνει ακόμη μεγαλύτερη φορολογική αφαίμαξη για να πληρωθούν, μεταξύ άλλων, οι τόκοι του δημόσιου χρέους που το 2022 θα φτάσει τα 392 δισ. ευρώ ή 187% του ΑΕΠ.

Ανάπτυξη και κέρδη χωρίς θέσεις εργασίας

Ακόμη κι έτσι όμως, με έναν ρυθμό ανάπτυξης ομολογουμένως πολύ υψηλό για το 2022, το ποσοστό ανεργίας δεν αναμένεται να πέσει σε μονοψήφιο ποσοστό. Το μοναδικό όφελος στην απασχόληση θα είναι η μείωση της ανεργίας μόλις κατά μία ποσοστιαία: από 13,9% στο 12,9%! Η ασήμαντη, σχεδόν μηδενική, επίπτωση της ανάπτυξης στην απασχόληση δείχνει πόσο βαθιά έχει αποσυνδεθεί η εξέλιξη της οικονομίας από την κατάσταση των εργαζομένων. Η ψήφιση μιας ατελείωτης σειράς αντεργατικών μέτρων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, με κορυφαία την περαιτέρω ελαστικοποίηση της εργασίας που δίνει τη δυνατότητα στην εργοδοσία να γλυτώνει τις υπερωρίες κι έτσι οι αυξημένοι κύκλοι εργασιών να μην οδηγούν σε επιπλέον προσλήψεις ούτε καν σε αυξημένες αποδοχές, οδήγησε στην ανάπτυξη χωρίς νέες θέσεις εργασίας, χωρίς βελτίωση της θέσης των εργαζομένων, χωρίς κανένα κοινωνικό μέρισμα.

Η απασχόληση ωστόσο δεν «ανεξαρτητοποιήθηκε» μόνο από την ανάπτυξη. Ανεξαρτητοποιήθηκε και από τα κέρδη των εισηγμένων εταιρειών που κατέγραψαν αύξηση ρεκόρ για το πρώτο εξάμηνο του 2022. Οι επιδόσεις των εισηγμένων ήταν τόσο θεαματικές που σε όσους παρακολουθούν στενά την εξέλιξη του ελληνικού χρηματιστηρίου παρέπεμπε στην χρυσή πενταετία 2004-2008. Μια πενταετία όμως που οι μισθοί, η απασχόληση και το διαθέσιμο εισόδημα ήταν πολύ υψηλότερα από τα σημερινά, ενώ ακόμη και οι πρωταγωνιστές του χρηματιστηρίου τότε ήταν διπλάσιοι σε σχέση με σήμερα. Τα καθαρά κέρδη που κατέγραψαν οι 152 εισηγμένες το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους έφτασαν τα 5,46 δις. ευρώ. Ήταν δηλαδή υπερδιπλάσια των κερδών ολόκληρου του 2021 όταν έφτασαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Σε σύγκριση δε, με το πρώτο εξάμηνο του 2021 η αύξηση των καθαρών κερδών που καταγράφτηκε έφτασε το 333,5% και ήταν πολύ μεγαλύτερη από την άνοδο του τζίρου (49,1 δισ. έναντι 32,3 δισ. ευρώ) που σημαίνει ότι τα επιπλέον κέρδη προήλθαν από εντατικότερη εκμετάλλευση, εξοικονομήσεις, οικονομίες κλίμακας και τις μοναδικές …ευκαιρίες που προσέφερε το 2022.

Μια πιο προσεκτική ματιά στον κατάλογο των εταιρειών που «έκοψαν το νήμα» δείχνει ότι η αύξηση των κερδών έγινε στην πλάτη μας, σε βάρος της κοινωνίας. Πρωταθλητές των κερδών ήταν δύο κλάδοι: οι ενεργειακές και κυρίως διυλιστήρια και εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών και οι τράπεζες.

Φορολογικός παράδεισος η Ελλάδα για τις τράπεζες

Ο χρηματοοικονομικός κλάδος πιστώνεται την μεγαλύτερη σε όγκο αύξηση κερδών το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους καθώς έφτασαν τα 3,18 δισ. ευρώ, έχοντας αυξηθεί κατά 89,5%. Η έκρηξη των κερδών οφείλεται κατά κύριο λόγο στις τράπεζες που από ζημιές 4,04 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2021, κατέγραψαν κέρδη ύψους 2,3 δισ. ευρώ! Τα τραπεζικά ωστόσο κέρδη δεν θα κατέγραφαν τέτοιες επιδόσεις αν δεν συνέτρεχαν τρεις λόγοι: Πρώτο, τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που ανεξαρτήτως του ολιγάρχη στον οποίο καταλήγουν έχουν ως ενδιάμεσο σταθμό τα ζόμπι των τραπεζών για να εισπράξουν την δέουσα προμήθεια.

Δεύτερο, τους πλειστηριασμούς. Οι τράπεζες με την βοήθεια του σχεδίου Ηρακλής 1 και 2 και της «πλάτης» που έβαλε το κράτος αναλαμβάνοντας την παροχή εγγυήσεων, εν αγνοία τις περισσότερες φορές των δανειοληπτών «ξεφόρτωσαν» στις θυγατρικές τους «κόκκινα» και «πράσινα» δάνεια που πολύ γρήγορα θα μετατραπούν σε αναγκαστικές εξώσεις. Έτσι όμως καθάρισαν τους ισολογισμούς τους. Ενδεικτικά, και με βάση την Τράπεζα Ελλάδας, τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια στο τέλος Μαρτίου 2022 ανήλθαν σε 17,7 δισ. ευρώ μειωμένα κατά 0,7 δισ. σε σχέση με το τέλος του 2021 και κατά περίπου 91 δισ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, όταν είχε καταγραφεί το υψηλότερο επίπεδο Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων.

Τέλος, οι χρεοκοπημένες στην πραγματικότητα τράπεζες δεν θα εμφάνιζαν τόσο ρόδινα αποτελέσματα αν υπόκειντο στην υποχρέωση που φέρουν όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα στην Ελλάδα κι όλο τον κόσμο: Αν πλήρωναν φόρους! Οι τράπεζες με νόμο της κυβέρνησης του δοτού Παπαδήμου, που έκτοτε όχι μόνο έμεινε ανέγγιχτος αλλά κι ενισχύθηκε από όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν, δεν πληρώνουν φόρους! Το αποτέλεσμα;

Το περιγράφει πάλι, ο φύλακας – άγγελός τους, η Τράπεζα της Ελλάδας: «η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών επιδεινώθηκε περαιτέρω, καθώς τον Δεκέμβριο του 2021 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις ανέρχονταν σε 14,4 δισ. ευρώ αντιπροσωπεύοντας το 64% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων»! Κατά συνέπεια οι τράπεζες εμφανίζουν κέρδη επειδή δεν πληρώνουν φόρους, έχοντας μετατρέψει την Ελλάδα σε φορολογικό παράδεισο! Μάλιστα, η Ελλάδα για τους τραπεζίτες είναι φθηνότερη από τα νησιά Κεϊμάν, καθώς η μεταφορά των κερδών τους εκεί όλο και με κάποιους απειροελάχιστους φόρους θα επιβαρυνόταν. Στην Ελλάδα ούτε αυτοί…

Αύξηση κερδών η Μότορ Όιλ κατά 468% και τα ΕΛΠΕ 324%

Από τις ενεργειακές ξεχωρίζουν τα Ελληνικά Πετρέλαια, που τα 205 εκ. ευρώ κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας το πρώτο εξάμηνο του 2021, έναν χρόνο μετά τα υπερτριπλασίασαν (η αύξηση ήταν 324% για την ακρίβεια) για να φτάσουν τα 869 εκ. ευρώ. Ξεχωρίζει επίσης η Μότορ Όιλ του ομίλου Βαρδινογιάννη που κέρδη ύψους 121 εκ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2021 τα οδήγησε έναν χρόνο μετά στα 686 εκ. ευρώ· αύξηση κατά 468%! Από κοντά και η ΤΕΡΝΑ που μετέτρεψε ζημιά 65 εκ. ευρώ του πρώτου εξαμήνου του 2021 σε κέρδη ύψους 34 εκ. ευρώ!

Τα κέρδη των ενεργειακών αποτελούν πρόκληση γιατί από το δεύτερο εξάμηνο του 2021 εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά βάζουν το χέρι όλο και πιο βαθιά στην τσέπη για να πληρώσουν τους λογαριασμούς ενέργειας. Οι αυξήσεις επιταχύνθηκαν από τον Μάρτιο του 2022, λόγω των κυρώσεων που επέβαλε η ΕΕ στη Ρωσία. Μόνο που το αποτέλεσμα ήταν οι τιμές φυσικού αερίου και κιλοβατώρας στην Ευρώπη να τεθούν εκτός τροχιάς, με την ενέργεια να εξελίσσεται σε σπινθήρα μιας πολύ ευρύτερης πληθωριστικής ανάφλεξης, την ίδια ώρα που η Ρωσία δεν έχει υποστεί καμία σοβαρή επίπτωση από τις κυρώσεις. Κι ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη συνεχώς αυξάνονται, όπως παραστατικά φαίνεται στο διάγραμμα που προέρχεται από την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού, οι ΗΠΑ δεν έχουν δει καμία αύξηση! Νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην άλλη όχθη του Ατλαντικού συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα ίδια ή σχεδόν τα ίδια ενεργειακά κόστη με το 2021 και το 2020, βεβαιώνοντας ότι ο μεγαλύτερος κερδισμένος των κυρώσεων είναι οι ΗΠΑ κι ο μεγαλύτερος χαμένος η Ευρώπη! Γιατί το ΝΑΤΟ να μη συνεχίσει τον πόλεμο μέχρι τελευταίου Ουκρανού;

Οι κυρώσεις έτσι κατά της Ρωσίας εξελίχθηκαν σε έναν ακόμη παράγοντα φτωχοποίησης των ευρωπαϊκών λαών. Η ανάγκη άρσης των κυρώσεων δεν προκύπτει μόνο από την παταγώδη αποτυχία κι αποδεδειγμένη αναποτελεσματικότητά τους. Ούτε από μια θέση αρχών που θεωρεί τις κυρώσεις όργανο καταπίεσης των λαών και οικονομικής τρομοκρατίας που υποσκάπτει την αναγκαία διπλωματική επίλυση των συγκρούσεων. Η άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας επιβάλλεται επειδή οι ευρωπαϊκοί προϋπολογισμοί και σε τελική ανάλυση οι ευρωπαϊκοί λαοί καλούνται τελικά να σηκώσουν το βάρος των απαγορεύσεων εισαγωγής ενεργειακών αγαθών.

Τέλος, η αύξηση των φόρων, η γενικευμένη άνοδος των τιμών και το πάρτι των κερδών στο χρηματιστήριο δείχνουν ότι το πληθωριστικό περιβάλλον έχει εξελιχθεί σε μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να λεηλατηθούν τα εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων. Επιχειρήσεις ελάχιστα ενεργοβόρες έχουν προχωρήσει σε αυξήσεις διψήφιου ποσοστού εκμεταλλευόμενες τόσο το διάχυτο κλίμα όσο και την ανοχή της κυβέρνησης, που έχει δώσει το περιθώριο για την λεηλασία των μισθωτών…

Ραγδαία φτωχοποίηση για τους πολλούς φέρνουν τα μέτρα για την κλιματική αλλαγή, εξαιρούνται μόνο οι κάτοχοι Φεράρι!

Το 2035 θα σταματήσουν να πουλιούνται οχήματα με μηχανές εσωτερικής καύσης στην Ευρώπη.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η απόφαση που έλαβαν οι υπουργοί Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 29 Ιουνίου θα φτωχύνει εκατομμύρια πολίτες κατά δύο τρόπους. Επειδή μετά την 1/1/2035 θα είναι αναγκασμένοι να αγοράζουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα που είναι πιο ακριβά σε σχέση με τα συμβατικά κι επειδή σύντομα θα ακούσουμε μια ημερομηνία ακόμη, μεταγενέστερη, στην οποία τα πετρελαιοκίνητα ή βενζινοκίνητα αυτοκίνητα θα απαγορεύεται να κυκλοφορούν στους δρόμους της Ευρώπης. Κατά συνέπεια όσοι δαπάνησαν και θα δαπανήσουν για αγορά συμβατικών ΙΧ θα αποδειχθούν πεταμένα λεφτά!

Η συγκεκριμένη ρύθμιση ωστόσο δεν ισχύει για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες. Εξαιρούνται όσοι θέλουν, και κυρίως όσοι μπορούν, να αγοράζουν αυτοκίνητα υπερπολυτελείας όπως Φεράρι, Μαζεράτι, Λαμποργκίνι, Μπουγκάτι, κ.α. Είναι αυτοκίνητα που κοστίζουν ακόμη και 2 ή 3 εκ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση λοιπόν, με μια φωτογραφική διάταξη εξαίρεσε τους κατασκευαστές αυτοκινήτων που παράγουν και πουλάνε λιγότερα από 1.000 τεμάχια ετησίως από μια υποχρέωση που αφορά εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες, μεταξύ των οποίων και τους φτωχότερους, που αντί να στηριχθούν, φτωχοποιούνται ακόμη περισσότερο!

Διαφορετικά ειπωμένο: Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε ποιες κοινωνικές ομάδες έπρεπε να εξαιρεθούν και θα πρότεινε ο καθένας ή κάθε μία μας από μια απόφαση υποχρεωτικής μετάβασης από συμβατικό σε ηλεκτροκίνητο όχημα. Άλλοι θα απαντούσαν οι συνταξιούχοι, άλλοι θα απαντούσαν οι φτωχοί κάτοικοι της παραμεθόριου κι άλλοι όσοι έχουν εισόδημα κάτω ενός ορίου, πχ του ορίου φτώχειας. Ε, οι ευρωπαίοι ηγέτες, δείχνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον τους για τους χρηματοδότες τους, απάντησαν τους κατόχους Φεράρι και Μαζεράτι…

Η συγκεκριμένη απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προκλητική και αποκαλυπτική. Δείχνει ότι η ευαισθησία της ΕΕ για την κλιματική αλλαγή είναι υποκριτική. Η ΕΕ και όλες οι κυβερνήσεις της άλλες φορές συνειδητά και σχεδιασμένα και άλλες φορές επειδή …απλά λόγω ταξικής θέσης δεν μπορούν να αντισταθούν στην γοητεία μιας …Μπουγκάτι, εκμεταλλεύονται την κλιματική αλλαγή για να πετύχουν μια αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών σε βάρος των φτωχότερων!

Το αποτέλεσμα είναι πώς η κλιματική αλλαγή θα συνεχίσει να προελαύνει, όπως προελαύνει χρόνο με τον χρόνο εδώ και δεκαετίες επειδή τα μέτρα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις είναι άσφαιρα. Και τα δάκρυά τους κροκοδείλια! Τα χύνουν δε μόνο όταν πρόκειται να επιβάλλουν αντιλαϊκά μέτρα. Χαρακτηριστική περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση που, βασιλικότερη του βασιλέως, με τον κλιματικό νόμο που ψήφισε τον Μάιο επίσπευσε ακόμη περισσότερο, κατά πέντε χρόνια το 2030(!), την ημερομηνία απαγόρευσης αυτοκινήτων με μηχανή εσωτερικής καύσης. Προφανώς για να διευκολύνει τους εισαγωγείς αυτοκινήτων που θα δουν τις πωλήσεις τους να αυξάνονται…

Και σε ό,τι αφορά την ουσία, την στάση δηλαδή σε ένα καλόπιστο ερώτημα αν έστω κι αυτή η ημερομηνία μειώσει το διοξείδιο του άνθρακα που εκπέμπουν στην ατμόσφαιρα οι στόλοι των ΙΧ, η απάντηση είναι πως το πρόβλημα της Ευρώπης δεν έγκειται στα αυτοκίνητα με μηχανές εσωτερικής καύσης. Το πρόβλημα έγκειται στα ίδια τα αυτοκίνητα. Αν οι ευρωπαίοι ηγέτες ενδιαφέρονταν πραγματικά για την μείωση των επικίνδυνων αερίων θα λάβαιναν μέτρα για την μείωση των αυτοκινήτων και για να μπει ένα τέρμα στην περιβαλλοντική υποβάθμιση που προκαλεί ο διαρκώς αυξανόμενος στόλος των ΙΧ από την μια άκρη της Ευρώπης στην άλλη. Ενδεικτικά, στην ΕΕ τα επιβατηγά ΙΧ ανά 1.000 κατοίκους το 2016 ανέρχονταν σε 524, το 2017 σε 535, το 2018 σε 547, το 2019 σε 555 και το 2020 σε 560. Σε κάθε χώρα προφανώς η αναλογία είναι πολύ διαφορετική, με την Ελλάδα να υπολείπεται του μέσου όρου: από 475 το 2016, σε 480 το 2017, 481 το 2018, 489 το 2019 και 596 το 2020. Το κοινό χαρακτηριστικό ωστόσο σε όλες τις χώρες είναι η αύξηση των ΙΧ από χρόνο σε χρόνο.

Αυτοί οι αριθμοί που ισοδυναμούν με θρίαμβο για την γερμανική, γαλλική και ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία αποτελούν κόλαφο για την ποιότητα και το κόστος ζωής των Ευρωπαίων. Το κακό με τα ΙΧ στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα της συστηματικής και χρόνιας υποβάθμισης των δημόσιων συγκοινωνιών, έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε οι Ευρωπαίοι ξεπέρασαν ακόμη και τους Αμερικανούς στην κατοχή επιβατηγών αυτοκινήτων.

Αν ήθελαν λοιπόν υπουργοί και Ευρωκοινοβούλιο θα ψήφιζαν την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών και των μέσων σταθερής τροχιάς με γενναίες επενδύσεις και την μείωση του εισιτηρίου τους. Αντί αυτού ψήφισαν την εξαίρεση της Φεράρι… Άξιος ο μισθός τους!

Η απόφαση για την κατάργηση των συμβατικών ΙΧ δεν ήταν η μοναδική οικονομικά επιζήμια για την κοινωνική πλειοψηφία απόφαση που έλαβαν οι υπουργοί Περιβάλλοντος της ΕΕ. Στη συνεδρίαση που λόγω των σοβαρών διαφωνιών διήρκεσε 17 ώρες αποφασίστηκαν μέτρα εξειδίκευσης του στόχου μείωσης το 2030 των επικίνδυνων για το θερμοκήπιο αερίων στο 55% του επιπέδου του 1990 («fit for 55» ή «προσαρμογή στο 55%» επί το ελληνικότερο). Το συγκεκριμένο πακέτο μέτρων, που παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 14 Ιουλίου 2021 πυροδοτώντας την έκρηξη της τιμής του φυσικού αερίου στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ είναι ο ενδιάμεσος στόχος για την επίτευξη του απώτερου (όσο και αμφιλεγόμενου) στόχου της κλιματικής ουδετερότητας το 2050.

Η συνεδρίαση των υπουργών Περιβάλλοντος της ΕΕ θα μας στοιχίσει πολύ ακριβά επειδή κατέληξε σε ένα σύνολο μέτρων που, πέραν του έτους απόσυρσης των αυτοκινήτων με μηχανή εσωτερικής καύσης, περιλαμβάνουν την μεταρρύθμιση της αγοράς άνθρακα της Ευρώπης και νέους εθνικούς στόχους για μείωση των εκπομπών. Το χειρότερο που αποφασίστηκε αφορά την δημιουργία ενός νέου χρηματιστηρίου ρύπων, ανάλογο του χρηματιστηρίου δικαιωμάτων ρύπων που ήδη λειτουργεί για την παραγωγή ενέργειας κι άλλων κλάδων, το οποίο θα αφορά τις μεταφορές και τα καύσιμα θέρμανσης. Ως έτος έναρξης ορίστηκε το 2017, ένας χρόνος αργότερα από τον αρχικό στόχο. Αυτό σημαίνει ότι την έκρηξη της τιμής που είδαμε στην λιγνιτική παραγωγή, σε σημείο ώστε να γίνει απαγορευτική για τους πολλούς, θα τη δούμε σε λίγα χρόνια να συμβαίνει στην μετακίνησή και την θέρμανσή μας!

Κανονικά, αν η ΕΕ δεν είχε τυφλωθεί από αυτό το ιδιότυπο κράμα φονταμενταλισμού της αγοράς και ταξικού κλιματικού φοντεμανταλισμού έπρεπε να ανακήρυττε το χρηματιστήριο ρύπων ως το πιο αποτυχημένο εγχείρημα που έχει υλοποιηθεί ποτέ. Μάρτυρας οι αλλεπάλληλες αποφάσεις επανενεργοποίησης των μονάδων άνθρακα σε όλη την Ευρώπη τους τελευταίους μήνες και ο τριπλασιασμός της τιμής των ρύπων σε ενάμισι χρόνο!

Αντί λοιπόν να καταργήσουν το χρηματιστήριο ρύπων επεκτείνουν το πεδίο δράσης του (συμπεριλαμβάνοντας στις διατάξεις ακόμη και κλάδους οι οποίοι εξαιρούνταν, που σημαίνει κι άλλες αυξήσεις) ενώ δημιουργούν κι άλλα χρηματιστήρια για να αυξήσουν την τιμή στα καύσιμα κίνησης και θέρμανσης. Το αποτέλεσμα φυσικά θα είναι κάθε είδους εισιτήριο (από αστικό και ακτοπλοϊκό μέχρι αεροπορικό) να εκτοξευθεί και μαζί τους το κόστος της θέρμανσης! Η ενεργειακή φτώχεια θα γνωρίσει νέες δόξες!

Για να χρυσώσουν το χάπι των αυξήσεων οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν την δημιουργία ενός Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου που θα χρηματοδοτείται (με μέρος των εσόδων) από το νέο χρηματιστήριο και θα καλύπτει μέρος του νέου επιπλέον κόστους. Το ύψος του θα ανέρχεται σε 59 δισ. ευρώ κι όχι 72 δισ. ευρώ όπως ήταν η αρχική πρόταση λόγω των αντιδράσεων χωρών όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και οι Σκανδιναβικές χώρες. Στην πράξη το Κλιματικό Ταμείο επισφραγίζει και μετριάζει για λίγα μόλις χρόνια και δεν αναιρεί την λεηλασία των πιο φτωχών στο όνομα της κλιματικής αλλαγής.

Υπήρξαν ωστόσο χώρες που πρόβαλαν αντίσταση απέναντι στα σχέδια της αυτοκινητοβιομηχανίας και του λόμπι των ΑΠΕ: Για παράδειγμα, Λιθουανία, Πολωνία και Λετονία ζήτησαν να αυξηθούν οι πόροι του ταμείου. Επίσης, Ιταλία και Σλοβακία ζήτησαν η απόσυρση των συμβατικών αυτοκινήτων να ολοκληρωθεί πέντε χρόνια αργότερα: το 2040. Εις μάτην φυσικά…

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγείται και αποφασίζει ένα κοινωνικά απαράδεκτο σύνολο μέτρων, επειδή μέχρι στιγμής όσα αντιλαϊκά μέτρα έχει επιβάλλει επικαλούμενη την κλιματική αλλαγή δεν έχουν βρει την αντίσταση που έπρεπε: χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόωρο κλείσιμο των λιγνιτικών εργοστασίων στην Ελλάδα για χάρη των επιχειρηματικών συμφερόντων που δραστηριοποιούνται στο φυσικό αέριο.

Δύο μόνο εξαιρέσεις υπάρχουν στον κανόνα της απάθειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο: Τα Κίτρινα Γιλέκα που αντέδρασαν μαχητικά στην φορολογία του Μακρόν προ τριετίας αποκαλύπτοντας τον ολοκληρωτισμό του ακραίου κέντρου και οι Ολλανδοί αγρότες που διαμαρτύρονται εξ ίσου μαχητικά εδώ και ημέρες καταγγέλλοντας τις επιπτώσεις στην παραγωγή τροφίμων από τους στόχους μείωσης των εκπομπών αζώτου στην Ολλανδία ως και 75%. Η αντίφαση στην Ολλανδία είναι τεράστια γιατί στη σημερινή συγκυρία η συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής θα υλοποιηθεί ενώ έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο σοβαρής αύξησης της τιμής των τροφίμων ακόμη κι επισιτιστικής κρίσης. Τα μέτρα που λαμβάνονται στο όνομα της κλιματικής αλλαγής θα επιδεινώσουν κρίση…

Κι αν τέλος πάντων κυβερνήσεις και ευρωπαϊκό ιερατείο κρίνουν ότι ανάλογες αναδιαρθρώσεις επιβάλλονται για το καλό του πλανήτη, ας καλύψουν και το αναλογούν κόστος μέχρι τελευταίου ευρώ. Διαφορετικά, δίνουν την εντύπωση ότι εκμεταλλεύονται την κλιματική αλλαγή για την αναδιάρθρωση και τη συγκέντρωση της γεωργίας στα χέρια των λίγων με τις Φεράρι…

Κοινωνική πολιτική και αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός

Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται η κοινωνική πολιτική όπως αλλάζει στο πλαίσιο του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού

Το κείμενο που ακολουθεί είναι εισήγηση στην δημόσια παρουσίαση του βιβλίου «Κοινωνική πολιτική, αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός και πανδημίας». Επιστημονική επιμέλεια: Απόστολος Καψάλης, Βαγγέλης Κουμαριανός και Νίκος Κουραχάνης (εκδόσεις Τόπος).

του Λεωνίδα Βατικιώτη

Τρεις κατά τη γνώμη μου είναι οι λόγοι που οδηγούν σε μία επιστημονική και δημόσια – πολιτική συζήτηση γύρω από την κοινωνική πολιτική μετά την πανδημία. Είναι τρεις λόγοι αλληλοσυμπληρούμενοι μεν αλλά διακριτοί.

Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με τις αυταπάτες που δημιουργεί κάθε κρίση. Θυμάμαι από την πρώτη κιόλας περίοδο που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, μέχρι και τον Μάρτιο του 2020 όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την πρωτοφανή κρίση της πανδημίας, πηχυαίους τίτλους να προβλέπουν το τέλος του νεοφιλελευθερισμού και την αναβίωση του κεϋνσιανσιμού, του ισχυρού κράτους.

Το δομικό σφάλμα ανάλογων προβλέψεων έγκειται σε μια απλοϊκή ανάγνωση του νεοφιλελευθερισμού που ταυτίζεται με την μείωση των δημοσίων δαπανών. Έγκειται επίσης και σε μια άκρως επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας που παραβλέπει όχι μόνο την ακολουθούμενη πολιτική από τα κόμματα εξουσίας ή τις οδηγίες της ΕΕ, αλλά παραβλέπει επίσης και την γενικότερη δυναμική του καιρού μας. Την ευρύτερη αντιδραστικοποίηση, με άλλα λόγια, που δεν επιτρέπει αυταπάτες.

Η αλήθεια είναι ότι ανάλογες ερμηνείες, που βαφτίζουν το κρέας ψάρι, καταφέρνουν και επιβιώνουν στον χρόνο. Ανάλογες θεωρίες για παράδειγμα προβλήθηκαν με αφορμή το πρόγραμμα του Μπάιντεν, πέρυσι, με τη γνωστή κατάληξη: να διαψευστούν για πολλοστή φορά.

Στα καθ’ ημάς εξ ίσου πομπώδεις διακηρύξεις διαβάσαμε με αφορμή το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που επικεντρώνονταν στα ποσά και αδιαφορούσαν για τους όρους. Μέχρι που και αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποδείχθηκαν μνημόνια.

Αυτή η γενικευμένη σύγχυση οδηγεί κατά τη γνώμη μου στον δεύτερο λόγο που ανοίγει τη συζήτηση για την κοινωνική πολιτική. Το ζητούμενο είναι να περιγραφεί το πρόσημο και η κατεύθυνσή της. Να αναλυθεί σε επίπεδο νόμων, μέτρων, πολιτικών και των αποτελεσμάτων τους, με τελικό ζητούμενο να αποτυπωθούν οι ποσοτικές και ποιοτικές μεταμορφώσεις της και να απαντηθεί ένα θεμελιώδες ερώτημα: γίνεται πιο προοδευτική ή πιο αντιδραστική; Εξυπηρετεί την κοινωνία και τους εργαζόμενους, κάνοντας τις απαραίτητες επικαιροποιήσεις, ή το κεφάλαιο και το κράτος, επικαλείται την ανάγκη των προσαρμογών για να βελτιώσουν τη θέση τους εναντίον των μισθωτών;

Σε αυτό το πεδίο το βιβλίο που επιμελήθηκαν οι Καψάλης, Κουμαριανός και Κουραχάνης, καταφέρνουν μια ουσιαστική συμβολή. Οι αναλύσεις είναι λεπτομερείς και σε βάθος: Από τις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό, μέχρι τα μέτρα που ελήφθησαν για την υγεία και το πτωχευτικό δίκαιο ή τους μετανάστες. Το βιβλίο επιτυγχάνει ένα σκανάρισμα πολύ υψηλής ανάλυσης της κοινωνικής πολιτικής και διαλύει μύθους και εντυπώσεις.

Αντιγράφω εντελώς ενδεικτικά: Από το άρθρο των Καψάλη – Κουζή: «Οι εξελίξεις στην εργασία κατά την περίοδο της πανδημίας αποτελούν τη συνέχεια μιας διαδρομής νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, που εκκινεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, εντείνεται με τις πολιτικές διαχείρισης της κρίσης χρέους και ακολουθεί τις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις σε συνδυασμό με εκείνες που απορρέουν από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ. Το νέο στοιχείο που τις διακρίνει είναι η παρουσία του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού» (σελ. 203).

Επίσης, από το άρθρο των Σπυροπούλου – Παρσάνογλου – Τριμικλινιώτη – Τσιάνου για το προσφυγικό, μια αναφορά που παραπέμπει ευθέως σε όσα γίνονται στην Ουκρανία κι όσα λέει ο υπουργός Ν. Μηταράκης. Γράφουν οι συγγραφείς: «Στη Βρετανία για παράδειγμα τα ζητήματα που παρατηρούμε σήμερα και η παραφιλολογία περί “ψευδοπροσφύγων” υπήρχε στις ακροδεξιές φυλλάδες και τα υπερσυντηρητικά ταμπλόιντ (πχ η εφημερίδα Σαν)» σελ. 341.

Ο τρίτος λόγος που νομιμοποιεί την σχετική πραγμάτευση και τον συνακόλουθο δημόσιο διάλογο είναι η ανάγκη να ανοίξει η συζήτηση. Να πάψουμε να αρκούμαστε στα γνωστά και τετριμμένα.  

Αναφέρει για παράδειγμα ο Κώστας Δημουλάς: «Κατά την τρέχουσα πανδημία έγιναν ρήξεις και τομές που δεν μπορούν να ερμηνευτούν με τα παραδοσιακά εργαλεία ανάλυσης της κοινωνικής πολιτικής, αποδίδοντας για παράδειγμα τις δομικές και θεσμικές αλλαγές σε απλές μετατοπίσεις των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν τα μεταπολεμικά καθεστώτα ευημερίας» (σελ. 109). Ο Μπιλ Τζόρνταν διερευνώντας πώς το σοσιαλδημοκρατικό κράτος έφτασε να παρέχει τα θεμέλια για το νέο απολυταρχισμό αναγνωρίζει πώς επί του παρόντος «δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο θεωρητικό πλαίσιο μέσω του οποίου μπορούμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα» (σελ. 56).

Οι επιμελητές του τόμου από την άλλη υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα «εκδοχή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου δεν συνιστά μια πρωτόγνωρη αλλαγή, αλλά τη συνέχιση και την όξυνση των παραδοσιακών χαρακτηριστικών της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης (σελ. 33)».

Αναφέρω αυτά τα αποσπάσματα για να υπογραμμίσω ότι είμαστε μάρτυρες συγκλονιστικών αλλαγών που απαιτούν βαθύτερη διερεύνηση και τολμηρές προσεγγίσεις. Τα μέχρι σήμερα εργαλεία δεν μας αρκούν! Η πανδημία επιτάχυνε δομικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία: από τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της μέχρι την διεθνοποίησή της και την βαθύτερη πρόσδεσή της στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.

Για να τα αναλύσουμε όλα αυτά χρειαζόμαστε έναν σύγχρονο εργατικό, αριστερό διαφωτισμό που θα έχει ανοιχτά τα αυτιά του και θα επικοινωνεί με τους εκμεταλλευόμενους, που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο.

Το κεφάλαιο για παράδειγμα των Παπανικολόπουλου – Κατσορίδα για τις πέντε φάσεις της συνδικαλιστικής δράσης από το 2020 μέχρι σήμερα (σελ. 212) είναι όχι μόνο διαφωτιστικό αλλά και διδακτικό σε ό,τι αφορά τη σχέση πολιτικής και αγώνων.

Ξέρουμε από την άλλη, όλοι πώς τίποτε δεν γεννιέται από το κενό, όπως κι ότι η επίκληση στην ανάγκη θεωρητικής πρωτοτυπίας σχεδόν πάντα έρχεται να συγκαλύψει και να δικαιολογήσει συντηρητικές μεταλλάξεις και πολιτικές αναδιπλώσεις. Ή τον θεωρητικό αναχωρητισμό, όπως κάνει το μεταμοντέρνο ρεύμα.

Το βιβλίο για το οποίο συζητάμε σήμερα, είναι μια νότα αισιοδοξίας στην κατεύθυνση πρωτότυπης έρευνας και θεωρητικής αναζήτησης. Συμβάλει στις αναζητήσεις, βαθαίνει τη γνώση μας για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τα περιεχόμενα του βιβλίου κι εδώ το πρώτο κεφάλαιο.

Ακολουθούν οι τοποθετήσεις της δημόσιας παρουσίασης:

Το Ταμείο Ανάκαμψης διαλύει την πολιτική σκηνή της Ιταλίας

Η άνοδος της άκρας Δεξιάς και η φτωχοποίηση των Ιταλών που συνοδεύει τον νέο πολιτικό γάμο αλά ιταλικά δείχνει και την άλλη, τη σκοτεινή όψη των χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης. Επιβεβαιώνει δηλαδή ότι η είσπραξή τους δεν ισοδυναμεί με ανάπτυξη και δημιουργία καλοπληρωμένων και ποιοτικών θέσεων εργασίας. Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης ισοδυναμούν με νέα Μνημόνια.

Το «μικρότερο κακό» επελέγη για την προεδρία της Ιταλίας με την ανανέωση της θητείας του προέδρου Σέρτζιο Ματαρέλα. Η επιλογή του δεν ενθουσίασε κανέναν, ούτε καν τον ίδιο τον 80χρονο πολιτικό που είχε δηλώνει προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν επιθυμεί την ανανέωση της θητείας του, που έληξε στις 3 Φεβρουαρίου.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Δεν ενθουσίασε ωστόσο ούτε κι εκείνα τα κέντρα που επέβαλαν τον Φεβρουάριο του 2021 τον πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στέλεχος της τράπεζας Γκόλντμαν Σακς στο απώτερο παρελθόν, Μάριο Ντράγκι, ως δοτό, τεχνοκράτη πρωθυπουργό της χώρας.

Το ιδανικό σχέδιο προέβλεπε την μετακίνηση του Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της χώρας. Ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος για να συνεχίσει να χειραγωγεί τις πολιτικές εξελίξεις στη  γειτονική χώρα για το μεγαλύτερο δυνατό χρονικό διάστημα καθώς η θητεία του προέδρου διαρκεί επτά ολόκληρα χρόνια. Πρόκειται για χρονικό διάστημα που φαντάζει με αιώνα στην πολιτική ζωή της Ιταλίας όπου η ρευστότητα, οι «ανίερες» πολιτικές συμμαχίες και οι πρόωρες εκλογές αποτελούν την κανονικότητα. Δεδομένου ότι ο πρόεδρος στη γειτονική χώρα διορίζει πρωθυπουργούς, οι οποίοι στη συνέχεια χρειάζονται την ψήφο της Βουλής, και διαθέτει δικαίωμα βέτο στον ορισμό υπουργών, η μετακόμιση του Ντράγκι στο Κυρηνάλιο θα εξασφάλιζε την διαιώνιση του μεγαλύτερου σε διάρκεια πραξικοπήματος που άτυπα συντελείται στην Ιταλία: οι ψηφοφόροι να εκλέγουν σταθερά και κατά πλειοψηφία κόμματα που αντιτίθενται στο ευρώ και την ΕΕ και κυβέρνηση να σχηματίζουν διαπρύσιοι υποστηρικτές του ευρώ και της ΕΕ.

Η αναβάθμιση του τραπεζίτη Ντράγκι, που η φήμη του στην ιταλική ελίτ εδραιώθηκε το 1992 όταν ως διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών διαχειρίστηκε την κρίση χρέους της Ιταλίας που την οδήγησε προσωρινά εκτός του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών της ΕΕ, ήταν απαραίτητη για τις Βρυξέλλες και τα φιλικά προς την ΕΕ κέντρα εντός της Ιταλίας για έναν, πολύ συγκεκριμένο λόγο, πέραν των γενικών: την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που συνοδεύουν την εκταμίευση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ειδικότερα η Ιταλία αναμένεται να λάβει μέχρι το 2026 από το Ταμείο Νέα Γενιά 192 δισ. ευρώ, εκ των τα 69 δισ. ευρώ είναι χορηγήσεις και τα 123 δισ. ευρώ είναι δάνεια. Η Ιταλία επομένως στην ωρολογιακή βόμβα των 2,6 τρισ. ευρώ δημοσίου χρέους επάνω στην οποία ήδη κάθεται θα προσθέσει και 123 δισ. ευρώ επιπλέον… Το χειρότερο ωστόσο δεν είναι η αύξηση του δημοσίου χρέους που θα επιφέρει η …γενναιοδωρία της ΕΕ. Είναι οι όροι υπό τους οποίους θα εκταμιευθούν οι δόσεις: Είναι τόσο αντιλαϊκοί που μόνο ένας δοτός πρωθυπουργός και πρώην τραπεζίτης που ξέρει ότι δεν θα ζητήσει ποτέ τη λαϊκή ψήφο θα μπορούσε να τους υλοποιήσει ανεπιφύλακτα! Μετά τα 24,9 δισ. που εκταμιεύθηκαν τον Αύγουστο του 2021, η επόμενη δόση των 21 δισ. θα εγκριθεί υπό την αυστηρή προϋπόθεση της ψήφισης και υλοποίησης 51 αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων. Εντός του έτους η ιταλική βουλή πρέπει να ψηφίσει 100 νεοφιλελεύθερους νόμους για να μπορέσει να εισπράξει συνολικά 40 δισ. ευρώ. Το ιταλικό σχέδιο είναι ασυνήθιστα εμπροσθοβαρές ώστε να αξιοποιηθεί στο έπακρο κι όσο υπάρχει η κυβέρνηση προθύμων του Ντράγκι, καθώς όλοι αναγνωρίζουν ότι η υπάρχουσα εύθραυστη ισορροπία έχει διάρκεια ζωής το πολύ μέχρι το καλοκαίρι του 2022. Από Σεπτέμβριο ξεκινάει η προεκλογική εκστρατεία που θα οδηγήσει στην αναμέτρηση του Ιουνίου του 2023, οπότε θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να ψηφιστούν αντιλαϊκοί νόμοι, όπως αυτοί που ζητάει η ΕΕ για να εγκρίνει τις δόσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Η αποφασιστικότητα της δε να τηρηθούν στο ακέραιο οι δεσμεύσεις της Ιταλίας φάνηκαν τον Νοέμβριο του 2021, όταν έριξε τις πρώτες προειδοποιητικές βολές με αφορμή την απροθυμία της να μειώσει το έλλειμμά της από 9,4% το 2021 σε επίπεδα χαμηλότερα του 5,6% του ΑΕΠ για το 2022. Τα μέτρα που καλούνται να ψηφίσουν οι ιταλοί βουλευτές και γερουσιαστές περιλαμβάνουν φορολογική μεταρρύθμιση που θα αυξήσει τη φορολογία για τους φτωχούς και μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα απειλήσει τη συνοχή της κυβέρνησης του δοτού πρωθυπουργού Ντράγκι.

Η συστράτευση όλων σχεδόν των κομμάτων πίσω από τον Ντράγκι, από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων που ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλιο μέχρι το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα του Ενρίκο Λέτα και την σκληρή αντιμεταναστευτική Δεξιά της Λίγκας που ηγείται ο Ματέο Σαλβίνι έχει αυξήσει τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό τους, υπονομεύοντας από τώρα την συνοχή τους. Στο Κίνημα των Πέντε Αστέρων για παράδειγμα ο επικεφαλής του Τζιουσέπε Κόντε στρέφεται δημόσια εναντίον του πρώην ηγέτη Λουίτζι ντι Μάιο που είναι υπουργός Εξωτερικών και τα νέα μέλη του κόμματος λύνουν τις διαφορές τους στα δικαστήρια με τα παλιά, σχετικά  με το δικαίωμα ψήφου που έχουν στα εσωκομματικά δημοψηφίσματα. Η κρίση τους είναι τόσο γενικευμένη που θεωρείται αδύνατο να διατηρήσουν και στις επόμενες εκλογές την πρώτη θέση που κέρδισαν στις εκλογές του 2018, όταν εξελέγη η πιο ευρωσκεπτικιστική Βουλή στην ιστορία της Ιταλίας που κατάντησε να εκλέξει έναν αλεξιπτωτιστή – εκτελεστή οικονομικών συμβολαίων, όπως τον Ντράγκι, ως πρωθυπουργό. Η έκπληξη ωστόσο σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις πολιτικής πολτοποίησης, όπως ξέρουμε καλά στην Ελλάδα, έρχεται πάντα από την άκρα δεξιά. Στην Ιταλία μάλιστα είναι το κόμμα «Αδελφοί της Ιταλίας», μια σοβαρή Χρυσή Αυγή όπως ζητούσε ο δημοσιογράφος και νυν βουλευτής της ΝΔ Μπάμπης Παπαδημητρίου από την τηλεόραση του Σκάι, που έχει κερδίσει τα πρωτεία από την Λίγκα του Σαλβίνι και στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση κέρδιζε 21% των προτιμήσεων, δηλαδή 5% πάνω από την Λίγκα και 2% υψηλότερα από την προηγούμενη δημοσκόπηση σε ένα διαρκές σερί δημοσκοπικής ανόδου, που μόνο ανησυχία προκαλεί.

Η ανησυχία ωστόσο της ευρωπαϊκής και ιταλικής πολιτικής ελίτ δεν σχετίζεται με την άνοδο της άκρας Δεξιάς που εμφανίζεται ως το αντίβαρο απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που παραδόθηκε αμαχητί στην τραπεζοκρατία και την παγιδευμένη βοήθεια των Βρυξελλών. Σχετίζεται με το αν θα καταφέρει ο εκλεκτός τους Μάριο Ντράγκι να φτάσει έστω μέχρι τον Ιούνιο του 2023, μετά την ήττα των πιο μακροπρόθεσμων σχεδίων τους: να αναρριχηθεί στην θέση του προέδρου, οπότε θα κατάφερναν ένας μη εκλεγμένος άνθρωπος των παρασκηνίων να βρεθεί στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα. Έγκαιρα ωστόσο συνειδητοποίησαν ότι κανένας άλλος πλην του διορισμένου τραπεζίτη δεν μπορούσε να κρατήσει ενωμένο το συνονθύλευμα που συγκροτεί την κυβέρνηση εθνικής ενότητας της Ιταλίας.

Η άνοδος της άκρας Δεξιάς και η φτωχοποίηση των Ιταλών που συνοδεύει τον νέο πολιτικό γάμο αλά ιταλικά δείχνει και την άλλη, τη σκοτεινή όψη των χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης. Επιβεβαιώνει δηλαδή ότι η είσπραξή τους δεν ισοδυναμεί με ανάπτυξη και δημιουργία καλοπληρωμένων και ποιοτικών θέσεων εργασίας. Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης ισοδυναμούν με νέα Μνημόνια. Οι δε δόσεις τους εργαλεία εκβιασμού εκλεγμένων κυβερνήσεων και μηχανισμοί παρέμβασης στην πολιτική ζωή, μέχρι του σημείου διορισμού μη εκλεγμένων πρωθυπουργών, υπό την επίκληση του …βολικού κινδύνου δημοσιονομικού εκτροχιασμού που γεννάει η αύξηση του ιταλικού δημόσιου χρέους στο 153% του ΑΕΠ.

Αρέσει σε %d bloggers: