Η καγκελάριος δεν έχει κανέναν να τη στηρίξει

Στην  πιο απρόβλεπτη θέση της πολιτικής της καριέρας βρίσκεται η Άνγκελα Μέρκελ δύο χρόνια πριν εγκαταλείψει τη καγκελαρία, όπως έχει η ίδια δηλώσει, ολοκληρώνοντας επιτυχώς τέσσερις θητείες.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Εκτός της Γερμανίας, ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν δε φαίνεται πρόθυμος να συναινέσει στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που εξήλθε τραυματισμένο της μάχης των ευρωεκλογών κερδίζοντας 180 έδρες από 221 που είχε συγκεντρώσει το 2014, για να δοθεί στον Μάνφρεντ Βέμπερ το ανώτατο αξίωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αναμφισβήτητα, πίσω από την άρνησή του δεν κρύβεται τίποτε άλλο παρά η διαχείριση της ήττας του, στην ίδια τη Γαλλία.  Μια άνευ όρων στήριξη στον εκλεκτό της γερμανικής Δεξιάς δεν καταδικάζει μόνο το δικό του κόμμα, Republique en Marche (La Rem), που κέρδισε 22 έδρες, σε ουραγό του παραδοσιακού συντηρητισμού ακυρώνοντας τα υπερφίαλα σχέδια που περιέφερε ανά την Ευρώπη, αναζητώντας συμμάχους για τη συγκρότηση ενός νέου φιλελεύθερου κέντρου, αλλά μένει έκθετος και στην κριτική της Λε Πεν ότι υποβαθμίζει τη  Γαλλία να σέρνεται πίσω από τη Γερμανία. Εκείνο ωστόσο που με βεβαιότητα δοκιμάζει τα νεύρα της καγκελαρίου είναι το επιχείρημα που επικαλείται ο γάλλος πρόεδρος, που για όσους δε θυμούνται στερείται κοινοβουλευτικής εμπειρίας, μιας και ο βατήρας της εισόδου του στην πολιτική ήταν η τράπεζα Ρότσιλντ. Παρόλα αυτά, απορρίπτει μέχρι στιγμής την πρόταση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δυσκολεύοντας τη ζωή της ευρωπαϊκής Δεξιάς που χρειάζεται εναγωνίως συμμάχους για να κατακτήσει την πολυπόθητη θέση, υποστηρίζοντας ότι ο Βέμπερ στερείται …κυβερνητικής εμπειρίας, δεν έχει υπηρετήσει σε θέσεις υψηλής ευθύνης κι άλλα τέτοια είναι τα επιχειρήματα του …μπαρουτοκαπνισμένου Μακρόν.

Κι εντός της Γερμανίας όμως τα νεύρα της Μέρκελ δοκιμάζονται πολλαπλώς. Η Γερμανική Δεξιά κατέγραψε ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα, με το CDU να συγκεντρώνει 22,6%, που είναι το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα που έχει πετύχει σε εκλογές. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που όχι απλώς είδε το ποσοστό του να καταρρέει στο 15,8% (από 20,5% στις εκλογές του 2017), που είναι η χειρότερη επίδοση που έχει καταγράψει στα 156 χρόνια της ιστορίας του, αλλά επιπλέον ήρθε και τρίτο, μετά τους Πράσινους. Ο τερματισμός του στην τρίτη θέση οδήγησε στα άκρα την κριτική που ασκείται από τη βάση του κόμματος, με προεξάρχοντα τον ηγέτη της νεολαίας Κέβιν Κούχνερτ, η οποία –πολύ ορθά- αποδίδει την κατρακύλα της επιρροής του στη συμμετοχή στον μεγάλο συνασπισμό, καθώς οι υπουργοί των σοσιαλδημοκρατών δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους υπουργούς της Δεξιάς. Εμβληματικό παράδειγμα είναι ο νέος υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σόλτς, που ακολουθεί αδιαμαρτύρητα την οικονομική πολιτική του προκατόχου του Βόλφγακνγκ Σόιμπλε. ΚΙ ας προέρχεται ο μεν πρώτος από το SPD και ο δεύτερος από το κόμμα της βαυαρικής Δεξιάς, CSU, που κινείται πολύ πιο δεξιά κι από το CDU, το κόμμα της Μέρκελ.

Διχασμένοι οι σοσιαλδημοκράτες

Η παραίτηση της επικεφαλής του κόμματος Ανδρέα Νάλες την Κυριακή 2 Ιουνίου, ήταν αποτέλεσμα των αυξανόμενων φωνών διαμαρτυρίας, κι ας εξελέγη στην ανώτερη θέση του αρχαιότερου κόμματος της Γερμανίας μόλις τον Απρίλιο του 2018, αποτελώντας μάλιστα την πρώτη φορά που αυτό το αξίωμα περνούσε σε γυναίκα. Ο κίνδυνος δε για την Μέρκελ είναι η παραίτηση της Νάλες (που κάποτε ως μέλος της νεολαίας ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος), να ακολουθηθεί όχι απλώς από μια ακόμη εσωκομματική κρίση, αλλά από ένα εσωκομματικό δημοψήφισμα στο πλαίσιο του οποίου τα μέλη του κόμματος να τοποθετηθούν στο απλό ερώτημα αν θέλουν ή όχι την παράταση της συμμετοχής του SPD στην κυβέρνηση της Μέρκελ.

Κι αυτό όμως δεν είναι τόσο εύκολο. Πιθανή έξοδος των σοσιαλδημοκρατών από την κυβέρνηση πράγματι θα βάλει ένα φρένο στην ελεύθερη πτώση του κόμματός τους, η οποία όμως απλώς κορυφώθηκε με τον μεγάλο συνασπισμό. Ξεκίνησε όταν ο τότε σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ (κι όχι ο Κολ) γκρέμισε το υποδειγματικό κράτος πρόνοιας της Γερμανίας με το πακέτο Χαρτζ 4, που αποτελεί ακόμη και σήμερα αυτόματο πιλότο διεθνούς εμβέλειας για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση των κοινωνικών παροχών. Επιταχύνθηκε δε από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην κοινωνική δομή της Γερμανίας. Αν οι σοσιαλδημοκράτες δεν τραβήξουν τάχιστα το κόμμα τους από την πρίζα του μεγάλου συνασπισμού αργά ή γρήγορα θα συμβεί αυτό που γράφει το περιοδικό Σπίγκελ: Τη θέση του SPD, ως ο προοδευτικός, εναλλακτικός πυλώνας του πολιτικού συστήματος, θα καταλάβουν οι Πράσινοι. Και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σιγά – σιγά θα οδηγηθεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Αποσυνδέοντας όμως το SPD από τον μεγάλο συνασπισμό ακόμη κι αυτή η εύθραυστη σταθερότητα θα χαθεί κι η Γερμανία θα οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές. Ο σχηματισμός κυβέρνησης με βεβαιότητα θα αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολος απ’ ότι ήταν μετά τις εκλογές του 2017, γιατί η Δεξιά θα καταγράψει ακόμη χαμηλότερα ποσοστά. Θα απουσιάζει επομένως εκείνο το κέντρο ισχύος που εξασφαλίζει τη συνέχεια. Και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ωστόσο δεν είναι σίγουρο ότι θα ανακάμψει μονομιάς. Η συμμετοχή του κόμματος στη κυβέρνηση με την Μέρκελ (που ως παράπλευρη συνέπεια είχε την ανάδειξη της φιλοναζιστικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία ως το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη γερμανική βουλή) δεν άλλαξε μόνο τις προγραμματικές θέσεις του, άλλαξε και την κοινωνική του σύνθεση, όπως και τις απόψεις των ψηφοφόρων του. Δεν αποκλείεται επομένως οι ψηφοφόροι του SPD να μην ανταμείψουν εκλογικά το κόμμα αν επιλέξει τη ρήξη και στη συνέχεια χρεωθεί μια μακρά περίοδο ακυβερνησίας, εγγενώς συμβατή με το γερμανικό …DNA.

Πράσινοι, σκιά του παρελθόντος

Η δυσκολία ενός πιθανού μετεκλογικού παζλ οφείλεται, κατά ένα σημαντικό μέρος, στην άνοδο των Πρασίνων. Πίσω από την αύξηση της εκλογικής επιρροής του κόμματος βρίσκεται ένα εντεινόμενο πολιτικό ενδιαφέρον των Γερμανών ψηφοφόρων για θέματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Η αφύπνιση εκδηλώθηκε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο λίγες εβδομάδες πριν τις ευρωεκλογές, με αφορμή τις σχολικές απεργίες που ξεκίνησαν στη Σουηδία, από μια έφηβη. Μιλώντας ωστόσο για τη Γερμανία, η αλήθεια είναι πώς η Μέρκελ δεν έχει μείνει άπραγη. Το 2011, στα απόνερα της καταστροφής στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία, το Βερολίνο εξήγγειλε την παύση λειτουργίας των πυρηνικών εργοστασίων, την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων και δη του άνθρακα και μια ιστορικών διαστάσεων στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Έκτοτε έχουν γίνει ελάχιστα πράγματα, με την εξαγγελθείσα στροφή στην καθαρή ενέργεια να ανταγωνίζεται σε αποτυχία την κατασκευή του νέου αεροδρομίου του Βερολίνου, αποτελώντας αμφότερα διασυρμό της περίφημης γερμανικής ακρίβειας, συνέπειας  και μεθοδικότητας. Επάνω στη δυσφορία των γερμανών ψηφοφόρων που γεννάει η ολιγωρία του Βερολίνου να αλλάξει την ενεργειακή βάση της χώρας και τη δεξιά στροφή των σοσιαλδημοκρατών προέκυψε η εκλογική επιτυχία των Πράσινων που συγκέντρωσαν 20,5% στις πρόσφατες ευρωεκλογές, όταν και στις δύο προηγούμενες εκλογές για την ανάδειξη ευρωβουλευτών (2009 και 2014) είχαν κερδίσει 12%.

Η εκλογική άνοδος των Πρασίνων είχε ως αποτέλεσμα η ατζέντα τους να διεμβολίσει το πολιτικό πρόγραμμα όλων σχεδόν των άλλων κομμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόσχεση της διαδόχου της Μέρκελ στο CDU, Κραμπ Καρενμπάουερ, να εξαγγείλει μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης για όσες επιχειρήσεις επιτυγχάνουν τους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Το πολιτικό αποτύπωμα των Πρασίνων ωστόσο δεν εξαντλείται σε ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον. Αναμφισβήτητα, ο ριζοσπαστισμός που συνόδευσε την εμφάνισή τους τη δεκαετία του ’70 ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν. Η βοήθεια που προσέφεραν στον Σρέντερ να νομιμοποιήσει στη συνείδηση των Γερμανών και της διεθνούς κοινής γνώμης την πρώτη αποστολή γερμανικών στρατευμάτων στο εξωτερικό και ειδικότερα στη Γιουγκοσλαβία μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στην στην ηγεσία τους ήταν ο Γιόσκα Φίσερ, σηματοδότησε  τον πολιτικό τους ευνουχισμό και την μετατροπή τους σε ένα κόμμα εξουσίας που με την παρουσία του «πρασινίζει», στο μέτρο του εφικτού, μια κατά βάση ρυπογόνα πολιτική. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι Πράσινοι ένωσαν τη φωνή τους με άλλους, κυρίως επιστήμονες, που επικρίνουν την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και ζητούν την αύξηση των δημόσιων δαπανών για υποδομές, δημόσια έργα και επενδύσεις στην εκπαίδευση και την έρευνα. Συγκεκριμένα, άρθρο που γράφτηκε από δύο στελέχη των Πρασίνων ζητούσε να καταργηθεί το περίφημο φρένο χρέους που εισήχθη στο γερμανικό σύνταγμα το 2009 κι απαγορεύει στα 16 ομοσπονδιακά κρατίδια να εμφανίζουν δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση καθηλώνει το διαρθρωτικό έλλειμμα στο επίπεδο του 0,35% του ΑΕΠ. (δες εδώ)

Η κριτική που εκφράζεται από στελέχη των Πράσινων θεωρείται ότι απηχεί την ογκούμενη δυσαρέσκεια μιας γενιάς που βλέπει το περίφημο γερμανικό θαύμα να καταρρέει, λόγω ελλιπούς ή κακής συντήρησης. Δυστυχώς όμως ακόμη κι αυτή η κριτική αναπτύσσεται στις παρυφές των Πράσινων, οι οποίοι όσο κι αν ανταγωνίζονται και απειλούν τους σοσιαλδημοκράτες δεν αμφισβητούν τις σταθερές του σύγχρονου οικονομικού και πολιτικού θαύματος της Γερμανίας, που είναι η αιματηρή λιτότητα και τα «μίνι τζομπς» των 500 ευρώ. Κι αυτά μάλιστα ανασφάλιστα…

 Πηγή: Νέα Σελίδα

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΤΣΩΜΟΥ, δημοσιογράφος: «Καλύτερα Έλληνες παρά να σερνόμαστε» (Πριν, 14/8/2010)

Τους στόχους και τις δραστηριότητες του κινήματος αλληλεγγύης που ξεδιπλώνεται στη Γερμανία παρουσιάζει στο Πριν η Μαργαρίτα Τσώμου, Ελληνίδα δημοσιογράφος που ζει στο Βερολίνο κι εκδότρια ενός φεμινιστικού περιοδικού (Μίσι Magazine) η οποία τους τελευταίους μήνες πρωταγωνιστεί στην ενημέρωση του κινήματος στη Γερμανία για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα.

  • Η Αριστερά εξ αρχής αντιστάθηκε στη δαινομοποίηση της Ελλάδας και πρόβαλε την αλληλεγγύη της στους έλληνες εργαζόμενους

– Πως είδαν οι Γερμανοί την δημοσιονομική κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα; Που απέδωσαν την ευθύνη;

– Κίτρινος τύπος και αστικές εφημερίδες αναφερόταν επί εβδομάδες στα ελληνικά δημοσιονομικά, προσπαθώντας να προβάλουν την κρίση σαν μεμονωμένο ελληνικό φαινόμενο. Οι πιο σοβαροί δημοσιογράφοι απέδιδαν την ευθύνη σε λάθος πολιτικές στο πλαίσιο της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ, σε κακή διαχείριση καθώς και σε ένα υπερδιογκωμένο κράτος. Έγινε αρκετός λόγος για «υψηλές συντάξεις» και περιττά «κρατικά επιδόματα», χωρίς βέβαια να αναφερθεί τι παίρνει μέσος ο συνταξιούχος ή εργαζόμενος ή ότι τα κρατικά έξοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ στη Γερμανία μέχρι πρόσφατα ήταν σαφώς πιο υψηλός του ελληνικού – πράγμα που θα αναιρούσε αμέσως τα παραπάνω επιχειρήματα. Αλλά υπήρχαν και απαράδεκτα σχόλια για την ελληνική νοοτροπία, διαφθορά και «τεμπελιά». Πρέπει να πω ότι πρώτη φορά ως Ελληνίδα της Γερμανίας αισθάνθηκα ρατσισμό.

Βέβαια με την ανακοίνωση της σύστασης του ευρωπαϊκού ταμείου στήριξης καθώς και του σκληρού γερμανικού πακέτου λιτότητας έγινε εμφανές ότι η κρίση είναι τουλάχιστον πανευρωπαϊκή. Ωστόσο εξαιτίας της έλλειψης πληροφοριών και επιχειρημάτων η κοινή γνώμη έμεινε με την εντύπωση ότι οι φορολογούμενοι Γερμανοί πληρώνουν τα χρέη που δημιουργήθηκαν από τη διαφθορά και ανοργανωσιά του ελληνικού κράτους. Η Μέρκελ, που δεν ντράπηκε να πει, «ότι έχει βαρεθεί να παίζει τον πρωθυπουργό της Ελλάδας» υιοθέτησε μία ρητορική με επίκεντρο τα επιχειρήματα περί συμμαζέματος κτλ. Ας μην γελιόμαστε πάντως, η ρητορική αυτή δεν απέχει πολύ από τις δηλώσεις του Παπακωνσταντίνου ή των ελληνικών ΜΜΕ, τύπου Σκάι, για ένα «αναγκαίο νοικοκύρεμα», λες και η οικονομική κρίση είναι θέμα λάθους ή απροσεξίας.    

– Ποια ήταν η στάση της Αριστεράς; Τι αιτήματα πρόβαλε;

– Η Αριστερά σε όλο της το φάσμα στάθηκε εξαρχής ενιαία και πολύ καθαρά εναντίον της δαιμονοποίησης της Ελλάδας, δείχνοντας αλληλεγγύη με τους έλληνες εργαζόμενους, θέτοντας την ελληνική κρίση σαν παγκόσμιο σύμπτωμα του καπιταλισμού, ρίχνοντας την ευθύνη στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, τις τράπεζες και πολυεθνικές. Επίσης, ως γερμανική Αριστερά τονίζουμε ότι το μνημόνιο χτίστηκε για να μην έχουν απώλειες οι γερμανικές τράπεζες, προσπαθώντας να ξεκαθαρίσουμε ότι τα χρήματα του γερμανού φορολογούμενου δεν ξοδεύονται για να σωθεί ο ελληνικός λαός, αλλά για να σωθεί η Commerzbank ή η Hypo Real Estate από το φέσι! Επίσης η Αριστερά σχετίζει την κρίση άμεσα με την γερμανική οικονομική ηγεμονία στην ευρωζώνη και εστιάζει στο γεγονός ότι είναι η γερμανική εξαγωγική οικονομία και η γερμανική πολιτική των χαμηλών μισθών, που έχει γονατίσει της χώρες του νότου. Με αφορμή την κρίση της Ελλάδας η γερμανική Αριστερά στράφηκε σε μία σκληρή κριτική της εσωτερικής πολιτικής, όπου οι μισθοί σχετικά με την παραγωγικότητα έχουν αυξηθεί μόλις κατά το 7% τα τελευταία δέκα χρόνια, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 25-27%.

«Είμαστε όλοι Έλληνες, από την Αθήνα ως το Βερολίνο» ήταν το σύνθημα που ακούστηκε στις διαδηλώσεις αλληλεγγύης με την Ελλάδα. Οι αγώνες στην Ελλάδα δίνουν έμπνευση στο γερμανικό κίνημα, γιατί η Αριστερά ξέρει ότι αν περάσουν τα μέτρα στην Ελλάδα θα είναι πιο εύκολο για άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να πιέσουν του εργαζόμενους να δεχτούν τα πακέτα λιτότητας. Σχετικά με το χρέος, ένα πιο ριζοσπαστικό κομμάτι απαιτούσε την ολική διαγραφή του, άλλοι πάλι τουλάχιστον την μερική διαγραφή του χρέους και τον έλεγχο των χρηματαγορών. Η Αριστερά στη Γερμανία ελπίζει σε μία πανευρωπαϊκή συντονισμένη κίνηση, η οποία θα μπορέσει να δώσει ώθηση και στο γερμανικό μέχρι τώρα διστακτικό κίνημα.   

– Πως αντιμετώπισε η Αριστερά και ο κόσμος του αγώνα τα αιτήματα της Πρωτοβουλίας Οικονομολόγων και της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Ελλάδα για παύση πληρωμών κι έξοδο από το ευρώ;

– Στη Γερμανία είναι δύσκολο να προβληθεί επιχείρημα εξόδου από το ευρώ γιατί αποτελεί αίτημα της Δεξιάς, σε μία προσπάθεια να αποδεσμευτεί η Γερμανία από τις αρρώστιες των φτωχών κρατών. Οι περισσότεροι αριστεροί οικονομολόγοι φοβούνται ότι η Ελλάδα μπορεί να καταστραφεί οικονομικά ολοσχερώς εάν κάνει υποτίμηση, εφόσον προβλέπεται να δεχτεί οικονομικό αποκλεισμό και επειδή θα αυξηθεί το χρέος τουλάχιστον στο τριπλάσιο. Το νεαρό αριστερό κόμμα Die Linke ήταν το μόνο που έδηξε αλληλεγγύη με την Ελλάδα και κατέβαλε προτάσεις για μερική διαγραφή του χρέος στο κοινοβούλιο. Ωστόσο εκφράστηκε πολύ προσεκτικά σχετικά με την λύση της εξόδου από το ευρώ και δεν δέχτηκε να διαδώσει το κείμενο της Πρωτοβουλίας στους κόλπους της. Η Attac πάλι, μία μη κυβερνητική οργάνωση, που κατάφερε να συσπειρώσει χιλιάδες ακτιβιστές τον καιρό του κινήματος εναντίον της παγκοσμιοποίησης, μετέφρασε το κείμενο και το ανέβασε στο σάιτ της – βέβαια η Attac είναι πολιτική πλατφόρμα και όχι κόμμα, πράγμα που επιτρέπει μία πιο ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων.

– Μπορείς να αναφερθείς στις κινήσεις αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας που έχουν γίνει μέχρι στιγμής στη Γερμανία και την απήχηση που είχαν;

– Η ελληνική κρίση συζητιόταν παντού. Εκτός από μία πληθώρα συζητήσεων και εκδηλώσεων, που σε κάποια περίοδο πραγματοποιούταν καθημερινά σε πανεπιστήμια, οργανώσεις της Αριστεράς κ.τλ. έγιναν δύο κινητοποιήσεις. Εδώ την πρωτοβουλία είχε ένας πολύμορφος συνασπισμός δυνάμεων, που συγκεντρώνει όλη την γερμανική Αριστερά, από την αναρχία μέχρι την Die Linke και πρωτοποριακά συνδικάτα, όπως η Verdi το συνδικάτο υπηρεσιών που περιλαμβάνει και μεγάλο κομμάτι των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Η συμμαχία διαμορφώθηκε μετά την κρίση των τραπεζών το 2007/08 και φέρει το χαρακτηριστικό όνομα «Δεν θα πληρώσουμε εμείς τη κρίση σας». Έδρασε άμεσα και διοργάνωσε μία σχεδόν – για γερμανικά δεδομένα – «αυθόρμητη» διαδήλωση μέσα σε μία εβδομάδα. (Πρέπει να ξέρει κανείς ότι η γερμανοί οργανώνουν κινητοποιήσεις μισό χρόνο πριν). Στη συμμαχία αυτή βρεθήκαμε τυχαία σκόρπιοι Έλληνες και Ελληνίδες ακτιβίστριες και ακτιβιστές, μας δόθηκε αμέσως ο λόγος και χωρίς να το καταλάβουμε καλά – καλά μας αναθέσανε να πληροφορούμε και να δίνουμε αναφορά για την ελληνική κατάσταση. Θέλω να πω ότι όχι μόνο είμασταν ευπρόσδεκτοι ως Έλληνες αλλά ότι η γερμανική Αριστερά μας αντιμετωπίζει σαν σημαντικούς παράγοντες στη δικτύωση των κινημάτων, εφόσον δεν υπάρχει ακόμη δυστυχώς επίσημη προσπάθεια ενιαίας ευρωπαϊκής κίνησης π.χ. από την πλευρά των συνδικάτων. Τα λέω όλα αυτά θέλοντας να τονίσω ότι υπάρχει άμεση ανάγκη πληροφόρησης και δικτύωσης από την Γερμανία με την ελληνική Αριστερά. Η μεγάλη διαδήλωση εναντίον της κρίσης συνέπεσε με την ανακοίνωση του πακέτου περικοπών της Μέρκελ και είχε μεγάλη απήχηση κατεβάζοντας 40.000 άτομα σε Στουτγκάρδη και Βερολίνο. Η προκήρυξη της διαδήλωσης αναφερόταν κατά μεγάλο κομμάτι στην αδικία εις βάρος του ελληνικού λαού. Ακόμη, τα πιο ριζοσπαστικά συνδικάτα χρησιμοποιούν στις προκηρύξεις τους συνθήματα όπως «Καλύτερα Έλληνες παρά να σερνόμαστε» (Griechen statt Kriechen).

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Στοίχημα η ανατροπή των μέτρων της Μέρκελ

– Ποια στάση κράτησε η ελληνική κοινότητα;

– Η ελληνική κοινότητα αποτελείται από όλες τις ελληνικές κομματικές παρατάξεις και κινείται ανάλογα. Ένα της κομμάτι συμμετείχε οργανωμένα στις κινητοποιήσεις με τη διαμόρφωση ενός κύκλου αλληλεγγύης. Άλλα κομμάτια της βέβαια είναι υπέρ των μέτρων ή είναι έντονα εθνικιστικά κτλ. Γενικά η κοινότητα συσπειρώνει ετερογενή κόσμο, ιδίως παλιούς μετανάστες ή μικροαστούς, κατά κανόνα εστιάτορες, χωρίς συμμετοχή της νεολαίας. Εντύπωση έκανε η αντιδραστική στάση άλλων ελληνικών οργανώσεων, όπως π.χ. ο «Σύλλογος ελλήνων επιστημόνων Βερολίνου», που φοβήθηκαν να ακολουθήσουν τις κινητοποιήσεις για να μην αντιπαρατεθούν με το γερμανικό κράτος. Επίσης μέσα από τις κινητοποιήσεις βρεθήκαμε νέοι εργαζόμενοι, φοιτητές και άνεργοι και σχηματίσαμε μία ομάδα πληροφόρησης και δικτύωσης προσπαθώντας να κλείσουμε το κενό επικοινωνίας μεταξύ των κινημάτων Γερμανίας Ελλάδας. Στα πλαίσια της μεταφράζουμε και δημοσιεύουμε κείμενα στο μπλογκ http://infomanufakturberlin.wordpress.com/.    

– Ποια είναι τα επόμενα βήματα σας;

– Το στοίχημα στη Γερμανία αυτή την στιγμή είναι πώς θα χτιστεί το κίνημα εναντίον του πακέτου λιτότητας της κυβέρνησης, το οποίο ανακοινώθηκε – παρόμοια με την Ελλάδα – με το πρόσχημα να μειωθεί το δημόσιο χρέος εν μέσω της κρίσης. Πρόκειται για το πιο μεγάλο πακέτο περικοπών στην μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας, το οποίο όμως δεν χτυπάει άμεσα, αλλά έμμεσα τους εργαζόμενους μέσω ραγδαίων περικοπών για τους ανέργους και μέσω αυξήσεων των ασφαλιστικών συνεισφορών. Σαν αποτέλεσμα είναι δύσκολο να κινητοποιηθούν οι εργατικές οργανώσεις και τα συνδικάτα, εφόσον δεν πλήττονται άμεσα. Επίσης εξαιτίας της ελαφριάς ανάκαμψης της γερμανικής οικονομίας τον τελευταίο μήνα, που βασίζεται στο εξαγωγικό δυναμικό της χώρας, υπάρχει μεγάλη πίεση για κοινωνική συναίνεση για να μην διακινδυνεύσει η πρόσφατη ανάκαμψη. ’Ετσι τα γερμανικά συνδικάτα δεν ακολούθησαν το πανευρωπαϊκό κάλεσμα για απεργίες στις 29 Σεπτέμβρη. Το κενό προσπαθεί να κλείσει η συμμαχία εναντίον της κρίσης που ανέφερα πριν. Θα υπάρξουν δράσεις ανυπακοής με επίκεντρο τον τραπεζικό τομέα από την Attac, στο Βερολίνο θα κάνουμε μια απογευματινή διαδήλωση. Τα συνδικάτα προγραμματίζουν δράσεις για τα τέλη Οκτωβρίου καθώς και μία παγγερμανική διαδήλωση για τις 13 Νοεμβρίου. Όπως βλέπεται οι ρυθμοί δράσης του κινήματος εδώ είναι σχεδόν τραγικά αργοί – ειδικά συγκριτικά με την Ελλάδα. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι οι κυβερνητικές πολιτικές σε όλη την Ευρώπη είναι σχεδιασμένες με την ίδια λογική: με πρόσχημα την κρίση των τραπεζών και των επιχειρήσεων εφαρμόζετε η πιο σκληρή φιλελεύθερη πολιτική χωρίς προηγούμενο –  παρά μόνο στα όνειρα των οικονομολόγων της σχολής του Σικάγο. Ο καπιταλισμός έχει εξαντλήσει τα περιθώρια δημοκρατικής διαπραγμάτευσης. Τα ερωτήματα θέτονται πλέον σε επίπεδο του συστήματος. Το μούδιασμα το γερμανικών συνδικάτων σχετίζεται με το γεγονός ότι οι απαντήσεις στην κρίση υπερβαίνουν, θέλει δεν θέλεις, τα όρια του καπιταλισμού. Αριστεροί συνδικαλιστές παρατηρούν ότι για αυτό το λόγο είναι δύσκολο για τα συνδικάτα να πάρουν μία καθαρή θέση, αλλά ότι για τον ίδιο λόγο οι συζητήσεις στις εργατικές οργανώσεις έχουν πάρει μία φορά, που έχει προοπτικές για μία έντονα πιο ριζοσπαστική διάθεση. Το στοίχημα του γερμανικού κινήματος είναι αν αυτό θα πάρει μορφή στους δρόμους ή αν η δυσαρέσκεια του κόσμου θα απορροφηθεί από δεξιές κυβερνήσεις όπως π.χ. στην Ουγγαρία.