Κ. Λαπαβίτσας: «Έρχεται βαθιά ύφεση, μείωση εισοδημάτων» (Πριν, 30/5/2010)

Συνολική αποτυχία ήταν το σχέδιο ένταξης της δραχμής στη ζώνη του ευρώ καθώς επιτάχυνε την πορεία καταστροφής του παραγωγικού ιστού της χώρας, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε τα χρέη, υπογραμμίζει στο Πριν ο Κώστας Λαπαβίτσας. Στη συνέντευξή του αναφέρεται επίσης στις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων του μνημονίου και τις δυνατότητες εξόδου από την κρίση, προς όφελος της εργατικής τάξης.

  • Σήμερα εφαρμόζονται οι πιο αποτυχημένες οικονομικές ιδέες της δεκαετίας του ’20

– Η μια χώρα της ευρωζώνης μετά την άλλη (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία) ανακοινώνουν μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζουν τις αιτίες της κρίσης και αποτελούν μονόδρομο για τους εργαζόμενους;

– Τα μέτρα αποτελούν εσπευσμένη αντίδραση στα φαινόμενα κρίσης που επανεμφανίστηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές από το τέλος του 2009. Το πρόβλημα του κρατικού χρέους οδήγησε σε πτώση του ευρώ τους τελευταίους μήνες. Έκανε έτσι ιδιαίτερα επισφαλή τη θέση των ευρωπαϊκών τραπεζών. Για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση, οι μηχανισμοί της ΕΕ και του ΔΝΤ παρείχαν τεράστια ποσά ρευστότητας, τα οποία ουσιαστικά πάνε στις τράπεζες. Ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις προσπαθούν βεβιασμένα να περιορίσουν τα ελλείμματά τους, ώστε να δείξουν ότι ελέγχουν το θέμα του δημοσίου χρέους.

Πρόκειται για πολύ κακή εξέλιξη για τους εργαζόμενους αλλά και την κοινωνία ολόκληρη. Το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης περνάει για μια ακόμη φορά στις πλάτες αυτών που δεν φταίνε για όσα συμβαίνουν. Αυτό γίνεται είτε ως  παροχή δημοσίων πόρων που καταλήγουν στις τράπεζες, είτε ως μείωση του λαϊκού εισοδήματος, περικοπή της κατανάλωσης και άνοδος της ανεργίας  λόγω της λιτότητας.

Τα μέτρα δείχνουν επίσης την ιδεολογική χρεοκοπία στην καρδιά της ευρωζώνης. Εν μέσω ήδη βαθειάς κρίσης, οι κυβερνήσεις επιβάλλουν αυστηρή λιτότητα με τη λογική ότι πρόκειται για «φάρμακο» το οποίο θα εξυγιάνει την οικονομία, η οποία θα επανέλθει κατόπιν σε ταχείς ρυθμούς μεγέθυνσης. Πρόκειται για τις πιο αποτυχημένες ιδέες στο χώρο της οικονομικής πολιτικής, για την οικονομική ιδεολογία η οποία επικρατούσε κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 πριν την εμφάνιση του Κέινς. Είναι εντυπωσιακή η διαφορά με την αμερικανική αστική τάξη που ακολουθεί αντίθετη πορεία διευρύνοντας τα ελλείμματα σε μια προσπάθεια να απαλύνει την ύφεση.

Τα μέτρα βεβαίως δεν αντιμετωπίζουν το δομικό πρόβλημα στην καρδιά της ευρωζώνης, δηλαδή την εμφάνιση χωρών του κέντρου, με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, και χωρών της περιφέρειας, με αντιστοίχως μεγάλα ελλείμματα. Αντιθέτως, η επιβολή λιτότητας στην περιφέρεια θα κάνει τα πράγματα χειρότερα διότι θα εξασθενίσουν κι άλλο οι πιο αδύνατες οικονομίες. Θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο η κυριαρχία των χωρών του κέντρου, κυρίως της Γερμανίας.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρξει αντίσταση από πλευράς των εργαζομένων. Δεν πρόκειται καθόλου για μονόδρομο, αλλά για την επιβολή απαρχαιωμένων και σκληρά ταξικών πολιτικών, οι οποίες θα κάνουν τα πράγματα πολύ χειρότερα για τους λαούς της Ευρώπης.

– Στην Ελλάδα, ποιο ήταν το απώτερο ζητούμενο από την ενεργοποίηση του περίφημου «μηχανισμού διάσωσης» και την προσφυγή στο ΔΝΤ;

– Η ελληνική οικονομία βρίσκεται καταπρόσωπο με τη χρεοκοπία ήδη από το 2009. Είναι άκρως απίθανο να μπορέσει από μόνη της να αντιμετωπίσει τον τεράστιο όγκο του χρέους. Εάν χρεοκοπήσει η Ελλάδα όμως, θα βρεθούν σε δύσκολη θέση οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες, ιδίως δε αν το φαινόμενο επεκταθεί και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η γερμανική κυβέρνηση άργησε να αντιληφθεί αυτή τη διάσταση της κρίσης, που της έγινε ξεκάθαρη μόνο μετά τη μεσολάβηση του ΔΝΤ με διάφορες επισκέψεις στο Βερολίνο.

Ο μηχανισμός, λοιπόν, αποβλέπει στην αποτροπή άμεσης χρεοκοπίας της Ελλάδας, η οποία θα ήταν αναπόφευκτη το Μάιο. Δε λύνει όμως το βαθύτερο πρόβλημα που είναι ο όγκος του χρέους που συνθλίβει την ελληνική οικονομία. Η χρεοκοπία παραμένει πιθανή στο εγγύς μέλλον. Ο μηχανισμός εξασφαλίζει ένα χρονικό περιθώριο για τις μεγάλες τράπεζες του κέντρου ώστε να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο ελληνικής χρεοκοπίας. 

– Με βάση την διεθνή εμπειρία ποια θα είναι η επόμενη μέρα από την εφαρμογή του προγράμματος του ΔΝΤ; Τι θα σημάνει για την ελληνική οικονομία;

– Είναι προφανές ότι θα υπάρξει βαθύτατη ύφεση, με πτώση της κατανάλωσης, πτώση των επενδύσεων και μεγάλη άνοδο της ανεργίας. Η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί δραστικά, τα εισοδήματα θα πέσουν και οι εισοδηματικές διαφορές, που είναι ήδη πολύ μεγάλες, θα γιγαντωθούν. Είναι απίθανο να υπάρξει ουσιαστική άνοδος των εξαγωγών δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει υποτίμηση.

Από την άλλη, είναι πιθανό ότι θα περιοριστεί το έλλειμμα του δημοσίου και άρα θα πάψει η διόγκωση του χρέους. Το παράδοξο είναι όμως ότι, επειδή θα συρρικνωθεί δραστικά η οικονομία, το βάρος του χρέους  θα μεγαλώσει σημαντικά ως προς το εθνικό εισόδημα. Θα βρεθεί δηλαδή η Ελλάδα ακόμη πιο χρεωμένη, έστω κι αν περιοριστεί ο συνολικός όγκος του χρέους. Με τις εκτιμήσεις του ίδιου το ΔΝΤ, ο λόγος χρέους προς εθνικό εισόδημα θα είναι 120% το 2020, ενώ τώρα είναι περίπου 115%.

Με δυο λόγια, οι έλληνες εργαζόμενοι θα μπουν σε ένα τούνελ περικοπών, ανεργίας και μείωσης μισθών για μία δεκαετία, ενώ το αποτέλεσμα θα είναι να βρεθεί η Ελλάδα ακόμη πιο χρεωμένη. Πρόκειται για τραγική εξέλιξη διότι, αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο παραγωγικός ιστός θα βρεθεί πολύ πιο εξασθενημένος και είναι πιθανό να χαθεί μια ολόκληρη γενιά, είτε μέσω της ανεργίας, είτε μέσω της μετανάστευσης.

– Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, όπως προωθείται από κέντρα του ιμπεριαλισμού, συμφέρει τους εργαζόμενους ή είναι ολότελα εχθρική λύση;

– Η αναδιάρθρωση είναι στην ουσία ένας εύσχημος τρόπος για να αναλάβουν κάποιο από το κόστος του χρέους οι πιστωτές. Το ζήτημα είναι ποιός θα έχει τον έλεγχο της διαδικασίας. Αν τον κρατήσουν οι πιστωτές και τα κομμάτια του ελληνικού κεφαλαίου τα οποία επίσης κατέχουν δάνεια, οι εξελίξεις δεν θα είναι καθόλου καλές για τα λαϊκά στρώματα αλλά και την οικονομία γενικότερα. Μπορεί, για παράδειγμα, να οδηγηθούμε σε μεταβίβαση των ελληνικών τραπεζών στην ιδιοκτησία του ξένου κεφαλαίου. 

Αυτό που χρειάζεται είναι να γίνει παύση πληρωμών με λαϊκό και δημοκρατικό έλεγχο. Να υπάρξει καταρχήν διαφάνεια στο ποιός κατέχει το χρέος, με ποιούς όρους έχει συναφθεί και ποιός φέρει το βάρος. Οι διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές θα πρέπει να γίνουν συντεταγμένα, με ξεκάθαρους στόχους και αποβλέποντας σε σημαντική συρρίκνωση του χρέους ώστε να ανασάνει η οικονομία. Στη βάση της ιστορικής εμπειρίας, το λεγόμενο ‘κούρεμα΄ θα πρέπει να είναι τουλάχιστον της τάξης του 50%-60%.

  • Δυνατότητα για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό
  • Είναι ανάγκη η Αριστερά να οικοδομήσει ευρύτερα μέτωπα

– Τι μέλλον έχει ο ελληνικός καπιταλισμός εντός του ευρώ;

– Η ένταξη του ελληνικού καπιταλισμού στο ευρώ είναι συνολική αποτυχία. Μετά μία δεκαετία, η Ελλάδα βρέθηκε με εξασθενημένο παραγωγικό μηχανισμό και εντάχθηκε για τα καλά στην περιφέρεια της Γερμανίας. Αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τις χώρες του κέντρου, το ελληνικό κεφάλαιο έδωσε βάρος στην εγχώρια κατανάλωση βασισμένη στο δανεισμό. Παράλληλα αξιοποίησε το ευρώ ώστε να επεκταθεί σε γειτονικές χώρες, κυρίως οι τράπεζες, που είναι ο μεγάλος ωφελημένος του ευρώ. Η στρατηγική αυτή απέτυχε διότι η παραγωγική υποχώρηση της εγχώριας οικονομίας τελικά δημιούργησε χρέη τα οποία δεν μπορούν να στηριχτούν. Στο πλαίσιο αυτό φάνηκαν ξεκάθαρα και οι εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού κράτους, δηλαδή η διαφθορά και ο σκληρός ταξικός του χαρακτήρας. Με τα μέτρα που πάρθηκαν τώρα και με τη προοπτική της χρεοκοπίας στο σύντομο μέλλον, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Είναι επιτακτική ανάγκη η έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη.

– Σε ποιους στόχους μπορεί να συμπυκνωθεί μια φιλολαϊκή – αντικαπιταλιστική πρόταση διεξόδου από την κρίση;

– Η κρίση είναι μια τεράστια ευκαιρία για να υπάρξει βαθειά κοινωνική αλλαγή, η οποία θα αλλάξει την ισορροπία ισχύος υπέρ της εργασίας ανοίγοντας παράλληλα το δρόμο για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό οικονομίας και κοινωνίας. Η Αριστερά πρέπει να δημιουργήσει πρόγραμμα το οποίο θα λύνει τα προβλήματα της κρίσης υπέρ της εργατικής τάξης, ενώ θα βάζει τις βάσεις για σοσιαλιστική αλλαγή. Θα πρέπει δηλαδή το πρόγραμμα να είναι όχι μόνο αντικαπιταλιστικό αλλά και με σοσιαλιστική στόχευση σε βάθος χρόνου.

Ορισμένα μέτρα είναι προφανή, κυρίως αυτά που θα αντιμετωπίσουν την άμεση πίεση από την κρίση. Θα πρέπει να γίνει παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ. Αμέσως θα τεθεί θέμα δημοσίου ελέγχου των τραπεζών και μεγάλων τομέων της οικονομίας, ώστε αφενός να προστατευτούν και αφετέρου, να λειτουργήσουν ως βάση για τη συνολική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η έξοδος από το ευρώ θα φέρει υποτίμηση τονώνοντας έτσι την παραγωγή. Από την άλλη θα χτυπήσει το εργατικό εισόδημα και άρα θα χρειαστεί πολιτική αναδιανομής από τους πλούσιους στους φτωχούς ώστε να περιοριστεί το πλήγμα. Η εμπειρία από άλλες χώρες που έκαναν παύση πληρωμών με υποτίμηση είναι ότι η παραγωγή ανακάμπτει ταχέως, ενώ περιορίζεται πολύ η άνοδος της ανεργίας. Στη βάση αυτή θα μπορέσει να διαμορφωθεί βιομηχανική πολιτική η οποία θα τονώσει τις επενδύσεις και θα κατευθύνει την οικονομία προς νέους τομείς που θα δημιουργούν απασχόληση. Θα γίνει δηλαδή εφικτή η σοσιαλιστική αλλαγή της χώρας.

Είναι προφανές ότι όλα αυτά απαιτούν δραστική αλλαγή του κράτους. Το σημερινό διεφθαρμένο και βαθειά ταξικό κράτος θα πρέπει να αλλάξει εκ βάθρων. Είναι απαραίτητο να υπάρξει διαφάνεια και λαϊκός έλεγχος από τα κάτω. Η αλλαγή υπέρ της εργασίας στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού δε μπορεί να γίνει χωρίς δημοκρατία στους κρατικούς μηχανισμούς. Θα πρέπει οι εργατικές και λαϊκές δυνάμεις στη χώρα να αποκτήσουν κυριότητα επί του κράτους με διαφάνεια και δημοκρατία.

Μπορεί η Αριστερά να σηκώσει τέτοιο βάρος; Η ιστορική πρόκληση είναι πολύ μεγάλη, αλλά και οι κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να κάνουν την αλλαγή είναι ορατές. Υπάρχει μεγάλο πεδίο για συμμαχία εργατικών, μικροαστικών και αγροτικών στρωμάτων που θα στηρίξουν ένα τέτοιο πρόγραμμα. Απομένει να δούμε αν η Αριστερά έχει τη δύναμη να διαμορφώσει τα μετωπικά σχήματα που είναι απαραίτητα. Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες.

Οι κερδισμένοι της δημοσιονομικής κρίσης (Πριν, 25 Απρίλη 2010)

Η δημοσιονομική κρίση στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης είναι αποτέλεσμα της πίεσης που άσκησε η Γερμανία στα δικαιώματα των εργαζομένων στο εσωτερικό της και στα ισοζύγια των άλλων χωρών υποστηρίζει ένα κείμενο εργασίας – συμβολή στη ριζοσπαστική σκέψη – που εκδόθηκε στην Αγγλία από ομάδα επιστημόνων, με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα.

 «Οι κρατικές δαπάνες αυξήθηκαν σε αρκετές χώρες μετά το 2007 καθώς η διάσωση των τραπεζών αποδείχθηκε ακριβή. Υπ’ αυτό το πρίσμα το ελληνικό κράτος ήταν αντιπροσωπευτικό πολλών άλλων, περιλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Αγγλίας»

Τις βαθύτερες αιτίες πίσω από την κρίση που μαστίζει την ευρωζώνη διερευνά κείμενο εργασίας που εξέδωσε τον προηγούμενο μήνα ομάδα ριζοσπαστών οικονομολόγων από την Αγγλία, με επικεφαλής τον Κώστα Λαπαβίτσα. Δυο βασικές ιδέες διατρέχουν την καίρια παρέμβασή της, που είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα www.researchonmoneyandfinance.org: Η όξυνση των αντιθέσεων εντός της ΕΕ με ευθύνη της Γερμανίας που αποδεικνύεται κι η κερδισμένη της διαδικασίας νομισματικής ενοποίησης κι επίσης η ένταση της ταξικής πάλης, που οδηγεί όλο και πιο χαμηλά τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης από την μια άκρη της ευρωζώνης ως την άλλη.

Αφετηριακά, οι συγγραφείς υποστηρίζουν πως η νομισματική ενοποίηση εξαφάνισε ή περιόρισε την ελευθερία διαμόρφωσης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, μεταφέροντας τις πιέσεις της προσαρμογής στην αγορά εργασίας. Ειδικότερα, η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων κι η συγκράτηση των μισθών αποτέλεσαν τα «οχήματα» μέσω των οποίων επιτεύχθηκε η καθοδική πορεία. Οι πρώτοι δε που υπέστησαν τις πιο άγριες περικοπές ήταν οι εργάτες της ίδιας της Γερμανίας, την επομένη κιόλας της ενοποίησης. Επίσης, οι άνισοι όροι υπό τους οποίους κλήθηκαν να συμμετάσχουν στον κατά τ’ άλλα ελεύθερο ανταγωνισμό με τη Γερμανία οι καπιταλιστικές χώρες της περιφέρειας διαμορφώθηκαν από την εκκίνηση κιόλας της νομισματικής ενοποίησης, χάρη στις υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες με τις οποίες κλείδωσε η ένταξή τους στο ευρώ. Έτσι, με πρόσχημα την καταπολέμηση του πληθωρισμού, απώλεσαν ένα βασικότατο πλεονέκτημα για να ανταγωνιστούν την Γερμανία, με αποτέλεσμα η μετέπειτα εξέλιξη να έχει σε μεγάλο μέρος προδιαγραφεί.

Στην πορεία η επιπλέον ώθηση που έδωσε η Γερμανία στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της, με τις βαθιές αντεργατικές τομές του Σρέντερ για παράδειγμα που περιλαμβάνονταν στην Ατζέντα 2010, μετουσιώθηκε σε πλεονασματικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών. Ειδικότερα σε δύο μεγάλες επιτυχίες: Πρώτο, τα εμπορικά πλεονάσματα και, δεύτερο, τις εξαγωγές κεφαλαίου που προήλθαν από τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τον τραπεζικό δανεισμό. Κατά συνέπεια η δημοσιονομική κρίση στην οποία παραδέρνουν το τελευταίο εξάμηνο οι μεσογειακές χώρες και περισσότερο η Ελλάδα είναι το τίμημα που πληρώνει από την ιμπεριαλιστική επέκταση της Γερμανίας.

Στο κείμενο παρέμβασης αναφέρεται χαρακτηριστικά πως «οι περιφερειακές χώρες απώλεσαν ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία λόγω των αρχικών υψηλών συναλλαγματικών ισοτιμιών όπως επίσης και της ικανότητας των γερμανών εργοδοτών να εκμεταλλεύονται τους εργάτες περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα δομικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας που αποτέλεσε το αντεστραμμένο είδωλο των δομικών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των περιφερειακών χωρών».

Καθοριστικό ρόλο στις εκρηκτικές διαστάσεις που έλαβε η κρίση διαδραμάτισε η ιδιαίτερα επιλεκτική πολιτική παρεμβάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο θεματοφύλακας του ευρώ παρότι δεν έμεινε αμέτοχος όταν κινδύνευσαν οι εμπορικές τράπεζες κι έσπευσε να τους παράσχει ρευστότητα για να αποφύγουν την χρεοκοπία, όταν ήρθαν τα κράτη στην ίδια θέση απλώς …κώφευσε παραπέμποντάς τα στην αγορά. «Μια καλά λειτουργούσα κεντρική τράπεζα δεν θα καθόταν απλώς και θα κοίταγε τους κερδοσκόπους να παίζουν αποσταθεροποιητικά παιχνίδια στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στην καλύτερη περίπτωση θα είχε ξεδιπλώσει μέρος της επινοητικότητάς της όπως έπραξε αφειδώλευτα όταν χρειάστηκαν ρευστότητα οι ιδιωτικές τράπεζες το 2007-2008». Οι συγγραφείς του κειμένου με εύστοχο τρόπο περιγράφουν και τον τρόπο που οι σωτήριες για τις ιδιωτικές τράπεζες παρεμβάσεις της ΕΚΤ δυσκόλεψαν στη συνέχεια την απορρόφηση από τις αγορές των κρατικών ομολόγων, συμβάλλοντας έτσι στην έκρηξη της δημοσιονομικής κρίσης.

Η ΕΚΤ κατηγορείται επίσης ότι συνέβαλε στην «χρηματιστικοποίηση» της Ευρώπης (όπως περιγράφεται η υπερτροφική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάρος του παραγωγικού) μέσω της ιδιαίτερης φροντίδας που έχει επιδείξει από την ίδρυσή της για την προστασία των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Για τους συγγραφείς, η τρέχουσα δημοσιονομική κρίση αντιπροσωπεύει το δεύτερο στάδιο της κρίσης που ξεκίνησε το 2007, την οποία χαρακτηρίζουν κρίση «χρηματιστικοποίησης», εντοπίζοντας τις αιτίες της στη σφαίρα της διανομής και κυκλοφορίας της υπεραξίας.

Στο τέλος του κειμένου εργασίας παρατίθενται οι τρεις διαφορετικές εναλλακτικές δυνατότητες που αναδύονται για τις περιφερειακές χώρες στη σημερινή ασυνήθιστη συγκυρία. Η πρώτη είναι η… πεπατημένη. Προγράμματα λιτότητας, κατ’ αντιγραφή των οδηγιών του ΔΝΤ, όπως αυτά που επέβαλε πρόσφατα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τα οποία όμως «πιθανά θα επιτείνουν την ύφεση, οδηγώντας τα κυβερνητικά έσοδα σε περαιτέρω πίεση κι οδηγώντας τους στόχους ακόμη πιο μακριά». Το χειρότερο ωστόσο του «ορθού δρόμου» είναι πως αφήνει στο απυρόβλητο τις υποκείμενες, δομικές αιτίες που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο. «Η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί επενδύσεις, νέες τεχνολογίες και δημιουργία νέων πεδίων δραστηριότητας. Στην περίπτωση της Ελλάδας επίσης σημαίνει να απομακρυνθεί η χώρα από ένα υπόδειγμα μεγέθυνσης που στηρίχθηκε στην κατανάλωση στη βάση ενός αυξανόμενου χρέους των νοικοκυριών. Τέτοιες αλλαγές δεν επέρχονται από τη φιλελευθεροποίηση των αγορών».

 ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΕΩΝ

Έξοδος από το ευρώ και την ΟΝΕ

Η δεύτερη εναλλακτική λύση που αναφέρεται στο κείμενο εργασίας περιγράφεται κωδικά υπό την ονομασία «το καλό ευρώ». Περιλαμβάνει προτάσεις που έχουν ανά εποχές κατατεθεί από την ευρωπαϊκή Αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία και αφορούν: την αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ μέχρι να φθάσει στο επίπεδο του 5-6%, την θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου ευρωπαϊκού μισθού, την μεταρρύθμιση του πλαισίου δράσης της ΕΚΤ που θα θέτει τέλος στην υφιστάμενη -αντιδημοκρατική επί του περιεχομένου- περίφημη «ανεξαρτησία» της, κ.α. Ωστόσο, αναγνωρίζεται πως η στρατηγική του «καλού ευρώ» διέπεται από πολύ βαθιές αντιφάσεις, σε βαθμό να υφίσταται αναντιστοιχία μέσων και σκοπού. «Μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση ενδέχεται να οδηγήσει στην κατάρρευση της νομισματικής ένωσης», αναφέρεται χαρακτηριστικά. 

Τέλος, υπάρχει κι η τρίτη εναλλακτική επιλογή, της εξόδου από την ευρωζώνη, με την επαναφορά της δραχμής σε μια τέτοια ισοτιμία ως προς το ευρώ που θα συνιστούσε υποτίμηση. Τότε θα λυνόταν – έστω και στιγμιαία – το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Από αυτή την υπόθεση εκκινούν δύο διαφορετικές στρατηγικές, πλήρως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Η πρώτη, η συντηρητική εναλλακτική, μπορεί κάλλιστα να συμπληρώνει το πρόγραμμα βίαιης προσαρμογής του ΔΝΤ κι ως απώτερο ζητούμενο να έχει την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας και την ώθηση των εξαγωγών. Παρότι θεωρητικά δεν αποκλείεται η «συντηρητική έξοδος», υπογραμμίζοντας ότι η προοπτική αποδέσμευσης από την ΟΝΕ δεν έχει αποκλειστικά και μόνο αριστερό περιεχόμενο, σε πρακτικό επίπεδο δεν διαθέτει εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που θα την επιζητούσαν και θα την επέβαλλαν.

Έτσι, η έξοδος από το ευρώ στην πράξη συνιστά μια αριστερή, προοδευτική στρατηγική, που συμπληρώνεται από ένα ευρύ πρόγραμμα κοινωνικών και οικονομικών αναδιαρθρώσεων, το οποίο όμως δεν θα καταλήγει στην εθνική αυτάρκεια. Επιλεκτικά αναφέρουμε: την εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη δημιουργία ενός συστήματος δημοσίων τραπεζών, η αναγκαιότητα του οποίου γίνεται εμφανέστερη στο έδαφος της παρ’ ολίγον χρεοκοπίας των ιδιωτικών τραπεζών μεταξύ 2007 και 2009. Επίσης, την επιβολή ελέγχων στην κυκλοφορία του κεφαλαίου, τον δημόσιο έλεγχο σε μια σειρά τομείς της οικονομίας από τις μεταφορές και την ενέργεια μέχρι τις τηλεπικοινωνίες, την εφαρμογή βιομηχανικής πολιτικής, την εκπόνηση ενός προγράμματος δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, την διεύρυνση της φορολογίας εισοδήματος, την μείωση των έμμεσων φόρων, κ.α. Επιλογές που σύμφωνα και με την τελευταία πρόταση του κειμένου εργασίας «ανήκουν στην κοινωνία και όπως πάντα εξαρτώνται από τους αγώνες».

Αρέσει σε %d bloggers: