Η υποβάθμιση τεκμήριο αποτυχίας των μέτρων ΔΝΤ-ΕΕ-ΠΑΣΟΚ (Πριν, 20/6/2010)

Τα χειρότερα για την ελληνική οικονομία προοιωνίζεται η απόφαση της αμερικανικής Μούντι’ς 

Την γνωστή κινηματογραφική ατάκα, «αν είναι τόσο έξυπνος γιατί είναι νεκρός;», θύμισε η άτυπη διαβεβαίωση των ελεγκτών της τρόικας για την καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά την επίσκεψή τους την προηγούμενη εβδομάδα, μετά την ανακοίνωση της υποβάθμισης της από τον οίκο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Μούντι’ς. Η απόφαση του αμερικανικού οίκου να υποβαθμίσει την ελληνική οικονομία κατά τέσσερις ολόκληρες κατηγορίες, που ισοδυναμεί με κατακρήμνιση, δεν έχει πρόσφατο προηγούμενο σε καμιά άλλη χώρα. Κι ούτε φυσικά μπορεί να αποδοθεί στην υστέρηση των στοιχείων με τα οποία έγινε η αξιολόγηση, όπως έσπευσε να δηλώσει το υπουργείο Οικονομικών, υποβαθμίζοντας την σημασία της εξέλιξης. Η πραγματικότητα είναι πως η ανακοίνωση των Μούντι’ς υπογραμμίζει με τον πιο επίσημο και αδιάψευστο τρόπο την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής που επέβαλε το μνημόνιο συνεργασίας της κυβέρνησης με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Αρκεί να θυμηθούμε τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού ότι η υπαγωγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ θα θωρακίσει την Ελλάδα από τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, δημιουργώντας κλίμα σταθερότητας και αισιοδοξίας στις διεθνείς αγορές. Με τέτοιες αερολογίες δεν χρύσωναν το χάπι του ΔΝΤ;

Η ανακοίνωση των Μούντι’ς συμπυκνώνει τις ζοφερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, με επίκεντρο τη διαφαινόμενη ύφεση, όπως αυτές προωθούνται από το σύνολο των μέτρων που έχουν επιβληθεί. Η έκρηξη του πληθωρισμού, η υστέρηση των δημοσίων εσόδων, η συρρίκνωση του ΑΕΠ και της βιομηχανικής παραγωγής, η αύξηση της ανεργίας και η κάθετη πτώση της καταναλωτικής ζήτησης, όσο κι αν αποτελούν προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα μιας θεραπείας – σοκ, δεν παύουν να προμηνύουν τα χειρότερα  για μια οικονομία. Αυτές ακριβώς τις προοπτικές αντανακλά η υποβάθμιση κατά τέσσερις μονάδες. Επίσης, η υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας συμπυκνώνει πολύ πιθανά τις ανησυχίες τραπεζικών κύκλων για τα σενάρια αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, όπως έσπευσε να αποκαλύψει μια μέρα μετά η ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντε λα Σέρα, που έφερε στη δημοσιότητα επαφές του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, με την εταιρεία Λαζάρ που εξειδικεύεται σε αυτό το αντικείμενο.

Οι ζοφερές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σχετίζονται και με την ευρύτερη ανησυχία που υπάρχει για τις τράπεζες. Σε όλη την ΕΕ τις προηγούμενες εβδομάδες υπήρχε μια βαθιά διχογνωμία σε πολιτικό επίπεδο για το κατά πόσο θα δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματα των ελέγχων στους οποίους υποβλήθηκαν οι 25 μεγαλύτερες τράπεζες της ΕΕ. Ο λόγος είναι απλός: ακόμη και γι’ αυτούς τους κολοσσούς οι πληροφορίες που υπήρχαν ήταν ότι στηρίζονται σε πήλινα πόδια, μη διαθέτοντας την απαραίτητη κεφαλαιακή επάρκεια που θα τις καταστήσει ικανές να αντεπεξέλθουν σε μια μακρόχρονη περίοδο ύφεσης όπως αυτή που διακρίνεται με σαφήνεια στον ορίζοντα. Αυτή η προοπτική δεν είναι αποτέλεσμα κινδυνολογίας. Η απόφαση του Βερολίνου να ανακοινώσει ένα τεράστιο σε έκταση πρόγραμμα περικοπών της τάξης των 80 δισ. ευρώ, ταυτόχρονα με την επίσημη εγκατάλειψη κατά την προηγούμενη εβδομάδα από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία δειλών έστω επεκτατικών πολιτικών στήριξης της ζήτησης μέσω κρατικών ενισχύσεων και την προώθηση αντίστοιχων προγραμμάτων λιτότητας στην Γαλλία και την Ισπανία, για την οποία πληθαίνουν οι φήμες που την θέλουν να υπάγεται επίσημα στο κρεματόριο του ΔΝΤ, υπογραμμίζουν ότι είμαστε μάρτυρες μιας πολιτικής αλλαγής. Ότι αυτή τη στιγμή σε όλη τη γη υιοθετούνται χωρίς καμία επιφύλαξη ή αναστολή στο ακέραιο εκείνες οι πολιτικές που έριξαν την παγκόσμια οικονομία στην άβυσσο της κρίσης του ’30.

Οι δραματικές προοπτικές περιγράφονται με σαφήνεια από μια σειρά οικονομολόγους που κράτησαν αποστάσεις από τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και βλέπουν τώρα να υιοθετείται αργά και σταθερά από την Ευρώπη και τον Ομπάμα. «Η γερμανική λιτότητα θα επιδεινώσει την κρίση στην ευρωζώνη καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο για την Ισπανία και τις άλλες προβληματικές οικονομίες να ανακάμψουν» τόνιζε ο Πολ Κρούγκμαν σε αρθρογραφία του την Πέμπτη 17 Ιούνη, υπογραμμίζοντας τον τρόπο που η γερμανική λιτότητα οξύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και πολύ περισσότερο της ευρωζώνης, τορπιλίζοντας τις προοπτικές ανάκαμψης. Τελείωνε δε με τα εξής (που δείχνουν πόσο επιπόλαιες και ρηχές είναι οι πρόσφατες διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου ότι βαδίζουμε σε καλό δρόμο): «Αυτό που ξέρω είναι ότι η οικονομική πολιτική σε όλο τον κόσμο έχει πραγματοποιήσει μια μείζονος σημασίας λάθος στροφή σε όλο τον κόσμο κι οι πιθανότητες μιας παρατεταμένης κρίσης αυξάνονται μέρα με την μέρα». Εν είδει παρενθέσεως αξίζει να τονιστούν τα αυξανόμενα ποσοστά αποδοκιμασίας των ευρωπαίων πολιτών απέναντι στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και την οικονομική πολιτική φυσικά που συμπυκνώνει και προωθεί. Έρευνα έτσι που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λε Μοντ την Τρίτη 15 Ιούνη αναφέρει πως άνω του 62% των Γάλλων (οι δύο στους τρεις) πιστεύουν ότι το ευρώ επιδεινώνει τις επιπτώσεις της κρίσης.

Για να επανέλθουμε, το ερώτημα επομένως που κλήθηκαν να απαντήσουν οι έλεγχοι ήταν αν οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αντέξουν το επερχόμενο σοκ. Η απόφαση που έλαβαν τελικά μόλις την Παρασκευή οι πολιτικοί ηγέτες της ΕΕ (κι αναφερόμαστε σε επίπεδο Μέρκελ και Σαρκοζύ!) ήταν να δοθούν τελικά στην δημοσιότητα τα αποτελέσματα. Ακόμη κι αυτός ο έλεγχος όμως δεν θα αφορά τις πολλές εκατοντάδες μικρές τράπεζες της Γερμανίας (κρατιδιακές) και της Ισπανίας (κάχας) που βρίσκονταν επί χρόνια εκτός καθεστώτος ρύθμισης και εποπτείας που επέβαλλαν οι σχετικά αυστηροί παλιοί και νεώτεροι κανόνες της Βασιλείας με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι αυτός ο παράλληλος τραπεζικός τομέας αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του τραπεζικού συστήματος της Ευρώπης λόγω της έκθεσης τους στην καταναλωτική πίστη και τα στεγαστικά δάνεια, αντιστοίχως.

Τεράστια πολιτική σημασία ωστόσο έχει ότι κι αυτή η απόφαση λήφθηκε ταυτόχρονα με την συμφωνία των ευρωπαίων ηγετών να ξεκινήσουν μια δεύτερη επιχείρηση διάσωσης των ιδιωτικών τραπεζών, ακόμη πιο δαπανηρή από την πρώτη που στοίχισε στους έλληνες φορολογούμενους 28 δισ. ευρώ. Για τις 27 δε χώρες της ΕΕ συνολικά ο λογαριασμός από τον Σεπτέμβρη του 2008 για τη διάσωση των τραπεζών ανήλθε στο μυθικό ποσό των 4,13 τρισ. ευρώ. Σαν να μην έφθαναν αυτά τα χρήματα, τώρα ο ευρωπαίος επίτροπος, Χοακίν Αλμούνια, με συνέντευξή του την Πέμπτη 17 Ιούνη στη γερμανική εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ θεώρησε πιθανό οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ισπανίας να χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν νέα σχέδια διάσωσης των ελληνικών τραπεζών! Λεφτά υπάρχουν επομένως ακόμη και τώρα αλλά είναι για τους τραπεζίτες…

Αξίζει εδώ να θαυμάσουμε την υποκρισία, τα διαφορετικά μέτρα και σταθμά που χρησιμοποιούνται για τις τράπεζες και τις κοινωνίες. Στην περίπτωση της Ισπανίας μόνο τον μήνα Μάιο οι τράπεζές της (που κλυδωνίζονται λόγω της έκθεσής τους στην πύρινη μέχρι πριν λίγα χρόνια αγορά ακινήτων) άντλησαν από την ΕΚΤ 85 δισ. ευρώ, τη στιγμή που η Ελλάδα για να εξασφαλίσει την πρώτη δόση του δανείου στις 19 Μαΐου, ύψους 22 δισ. ευρώ, θυσίασε τον 13ο και 14ο μισθό δημόσιων υπαλλήλων και συνταξιούχων, συντάξεις και εργασιακές σχέσεις, επέβαλλε υπέρογκες αυξήσεις σε φόρους, κοκ. Τον ίδιο φαρμακερό λογαριασμό ωστόσο πλήρωσαν κι οι Ισπανοί για να μπορέσουν οι τράπεζές «τους» να γευτούν τις αφειδώλευτες ενέσεις ρευστού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σε μια επίδειξη αυταρχισμού, που έχει εξόφθαλμες ομοιότητες με τις πρακτικές της κυβέρνησης Παπανδρέου, ο Θαπατέρο επέβαλλε μέσω βασιλικών διαταγμάτων (το αντίστοιχο των προεδρικών διαταγμάτων στη χώρα του Φράνκο) την μείωση των αποζημιώσεων και τη διευκόλυνση των απολύσεων. Η ολιγαρχική οδός των βασιλικών διαταγμάτων επιλέγηκε επειδή πολύ πρόσφατη προσπάθεια της σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Ισπανίας να περάσει από την Βουλή πακέτο μέτρων λιτότητας οδήγησε σε μια Πύρρεια νίκη, με το νομοσχέδιο να γίνεται νόμος με την διαφορά μόλις μιας ψήφου! Ποιος το διακινδύνευε λοιπόν τώρα; Ειρήσθω εν παρόδω δεν περνούν απαρατήρητες οι ομοιότητες που εμφανίζει η πολιτική ζωή της Ισπανίας ως προς αυτή της Γερμανίας, με την αστάθεια να αποτελεί το τίμημα που πληρώνουν κι οι δύο κυβερνήσεις για την σκληρή ταξική πολιτική που εφαρμόζουν στο όνομα της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στο Τέταρτο Ράιχ μάλιστα οι τριγμοί δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην αστική τάξη για το αύριο καθώς η κυβέρνηση συμμαχίας μεταξύ συντηρητικών και φιλο-επιχειρηματικών Ελεύθερων Δημοκρατών (με τους οποίους συναντήθηκε και η Ντόρα την προηγούμενη εβδομάδα) είναι μόλις οκτώ μηνών και μάλιστα αποτελούσε το βέλτιστο σενάριο για την Μέρκελ ώστε να εφαρμοστούν όλα τα αντιλαϊκά μέτρα χωρίς τους ενδοιασμούς των σοσιαλδημοκρατών. Παρόλα αυτά η αμφισβήτηση κι η λαϊκή αποδοκιμασία είναι το πολιτικό κόστος αυτής της πολιτικής είτε στο μεσογειακό νότο είτε στον ευρωπαϊκό βορρά.

Στην περίπτωση της Ελλάδας οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες είναι εξ ίσου σοβαροί και σχετίζονται στην καλύτερη περίπτωση με τους κλυδωνισμούς που θα προκύψουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων χρεοκοπιών και χρόνιας ύφεσης. Ήδη πιστωτικές επιστολές που εκδίδουν ακόμη και οι μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες δεν γίνονται δεκτές στην διεθνή αγορά. Τράπεζες και κρατικοί φορείς του εξωτερικού απορρίπτουν ως αναξιόπιστες τις πιστωτικές επιστολές που κομίζουν γιγαντιαίες ελληνικές πολυεθνικές επιχειρήσεις για να διεκδικήσουν τη συμμετοχή τους σε δουλειές. Επομένως ας μην απορούν ούτε να εξανίστανται κυβερνητικοί και κοινοτικοί για την υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από την Μούντι’ς όταν οι μεν την προετοίμασαν με την υιοθέτηση του μνημονίου κι οι δε την ενθαρρύνουν ανακοινώνοντας μια μέρα μετά την αποτίμηση της αξίας των ελληνικών ομολόγων που ενεχυριάζονται στην ΕΚΤ στο 95% της τιμής τους. Ξέρουν άλλωστε κι οι δύο σε ποιους θα μεταβιβαστεί κι αυτός ο λογαριασμός…

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ: Όρος επίλυσης της κρίσης (Πριν, 16/5/2010)

Το θέμα της εξόδου, της εκδίωξης ακριβέστερα της Ελλάδας από το ευρώ τέθηκε πρώτη φορά από τον γερμανικό συντηρητικό Τύπο, όταν οι συζητήσεις για το περιεχόμενο και τους όρους του «πακέτου διάσωσης» βρίσκονταν στο αποκορύφωμα. Τέθηκε δε από τη σκοπιά των πιο κοντόφθαλμων συμφερόντων του γερμανικού ιμπεριαλισμού, τα οποία ένιωθαν να απειλούνται από την κρίση δανεισμού του ελληνικού κράτους. Στη συνέχεια το θέμα τέθηκε από τον αγγλοσαξονικό Τύπο, κι ιδιαίτερα από πραγματιστές αναλυτές, όπως ο Πολ Κρούγκμαν κι ο Νουριέλ Ρουμπίνι, οι οποίοι θεωρούν όχι απλά θέμα χρόνου την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, αλλά και θέμα επιβίωσης τόσο της Ελλάδας όσο και των ισχυρότερων χωρών της ευρωζώνης, όπως της Γερμανίας. Ο δε βραβευμένος με Νόμπελ Τζόζεφ Στίγκλιτς στο νέο του βιβλίο με τίτλο Ελεύθερη πτώση, πάει ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας την πιθανότητα εξαφάνισης του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, ως αποτέλεσμα της εξώθησης στα άκρα των αντιφάσεων που συνυπήρχαν με την δημιουργία του και προσλαμβάνουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα στο αναδυόμενο περιβάλλον της παρατεταμένης ύφεσης.

Η διαφαινόμενη επιδείνωση της κρίσης (με τον οίκο Στάνταρντ’ς εντ Πουρ’ς να προβλέπει ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας θα επανέλθει στο επίπεδο του 2009 το 2017!) θα θέτει το ζήτημα της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, ξανά και ξανά, σε ένα πλαίσιο ωστόσο οικονομικής πολιτικής εντελώς εχθρικό προς τα λαϊκά συμφέροντα. Με μια σοβαρή υποτίμηση του νέου νομίσματος, με αύξηση του χρέους αντιστρόφως ανάλογη της υποτίμησης, καθίζηση μισθών, εκτίναξη των τιμών, κ.λπ.

Στον αντίποδα των παραπάνω, το αίτημα της εξόδου από το ευρώ και την ΟΝΕ, και στη συνέχεια από την ιμπεριαλιστική ΕΕ, τίθεται ως αναγκαίο συμπλήρωμα και προϋπόθεση μιας σειράς μέτρων, αντικαπιταλιστικού περιεχομένου, που θα επιλύσουν την τρέχουσα κρίση προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων, με πρώτο απ’ όλα την παύση πληρωμών του χρέους. Κι εδώ η παύση πληρωμών ή και η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους ως στόχος του λαϊκού κινήματος, παρά τις φαινομενικές ομοιότητες δεν παρουσιάζει κανένα κοινό σημείο με το στόχο της αναδιάρθρωσης του χρέους το οποίο συζητιέται στα ιμπεριαλιστικά επιτελεία κι εσχάτως στο υπουργείο Οικονομικών, αν κρίνουμε από την συνεργασία με την πολυεθνική Λαζάρ που ειδικεύεται σ’ αυτή τη δραστηριότητα.

Αν βασική μέριμνα της αναδιάρθρωσης θα είναι η διασφάλιση των σημαντικότερων συμφερόντων του ιμπεριαλισμού, δηλαδή των ξένων τραπεζών από τον διακανονισμό, η παύση πληρωμών θα γίνει παρά κι ενάντια στη βούληση και τα συμφέροντα των διεθνών και εγχώριων πιστωτών. Η σύγκρουση με τις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες θα οξύνει σε τέτοιο βαθμό τις σχέσεις με τον ιμπεριαλισμό που η έξοδος από την ευρωζώνη θα είναι «φυσικό» αποτέλεσμα, ενώ η σύγκρουση με τους έλληνες τραπεζίτες θα θέσει άμεσα το αίτημα της εθνικοποίησης των τραπεζών. Και πάλι για να τελεσφορήσουν τα παραπάνω και να μην μετατραπούν σε καρικατούρα, καθοριστική σημασία θα έχει η εφαρμογή επιπλέον συμπληρωματικών μέτρων όπως ο έλεγχος στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου για να αποτραπούν προσπάθειες «στεγνώματος» και πιστωτικής ασφυξίας της εγχώριας αγοράς.

Ο συνεκτικός χαρακτήρας αυτών των πολυεπίπεδων μέτρων, που αποτελούν όρο εκ των ων ουκ άνευ για να μην πληρώσουν την κρίση οι εργαζόμενοι ακόμη και για να ξεπεραστεί με οριστικό τρόπο, θα επισφραγίζει και θα βαθαίνει την αντικαπιταλιστική τους κατεύθυνση, την κίνησή τους σε διαμετρικά αντίθετη τροχιά ακόμη και από συμφέροντα που θα ευνοούνταν από τη νομισματική ανεξαρτησία και μια αντίστοιχη υποτίμηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους – συμφέροντα που παραμένουν όχι απλώς μειοψηφικά, αλλά περιθωριακά στο σύνολο της αστικής τάξης, όπως άλλωστε έχει φανεί.

Σε αυτό το πλαίσιο το αίτημα εξόδου από το ευρώ εκφράζει τα λαϊκά συμφέροντα κι ευνοεί την ανάπτυξη της πάλης.