Λουίς ντε Γκίντος: Ποιός μιλάει… (Επίκαιρα, 8-14 Ιανουαρίου 2015)

guidos lehman 2Κανονικά, θα έπρεπε να σαπίζει στη φυλακή. Καταδικασμένος πολλές φορές σε ισόβια κάθειρξη, με δημευμένη την προσωπική του περιουσία κι ενίοτε περιφερόμενος από πόλη σε πόλη εκτεθειμένος στη δημόσια αποδοκιμασία και ύβρη μόνο και μόνο για να αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή, ο ισπανός υπουργός Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος όφειλε να λογοδοτήσει και φυσικά να τιμωρηθεί αυστηρότατα για την μεγαλύτερη χρεοκοπία των μεταπολεμικών δεκαετιών, την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς το 2008, που λειτούργησε σαν θρυαλλίδα προκαλώντας την μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων 100 χρόνων.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αξίζει να ανατρέξουμε στο βιογραφικό του δεύτερου ισχυρότερου πολιτικού της Ισπανίας, όπου φαίνονται με μια γρήγορη ματιά τα κατά συρροή εγκλήματα του, απλώς και μόνο για να αξιολογήσουμε και την σοβαρότητά του, ως οικονομολόγου και πολιτικού. Κι επομένως πόσο σοβαρά πρέπει να λαβαίνουμε τα λόγια του. Η σταδιοδρομία του μεγαλύτερου οικονομικού δολοφόνου που ανέδειξε η Ισπανία ξεκίνησε επί θητείας του δεξιού πρωθυπουργού Χοσέ Μαρία Αθνάρ (1996-2004) καθώς την συγκεκριμένη οκταετία υπηρέτησε στις πιο νευραλγικές θέσεις: γενικός διευθυντής Οικονομικής Πολιτικής, στη διοίκηση της κρατικής εταιρείας σιδηροδρόμων, στο Ινστιτούτο Επίσημων Πιστώσεων, στην δημόσια εταιρεία κρατικών βιομηχανικών μετοχών και τέλος, από το 2002 ως το 2004, υπουργός Οικονομίας. Είναι η εποχή που δημιουργήθηκε η φούσκα ακινήτων στην Ισπανία, η οποία το 2012 αποτέλεσε την ειδική μορφή με την οποία εμφανίστηκε στην μεγαλύτερη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Στο διάγραμμα που παραθέτουμε φαίνεται πεντακάθαρα πως ο υπέρμετρος και αλόγιστος τραπεζικός δανεισμός που οδήγησε στην υπερεπέκταση του κατασκευαστικού τομέα δεν συνέβη επί κυβέρνησης Θαπατέρο (Απρίλιος 2004 – Δεκέμβριος 2011), όσο κι αν στα χρόνια του αυξήθηκε σημαντικά…

Τραπεζικός δανεισμός στην Ισπανία για κτηματικά δάνεια σε νοικοκυριά

Πίνακας

Ενδεικτική των ευθυνών της κυβέρνησης Αθνάρ είναι η δήλωση του υπουργού Οικονομικών του, του Λουίς ντε Γκίντος, με την οποία είχε απορρίψει, κατηγορηματικά μάλιστα, ότι υφίσταται φαινόμενο φούσκας στην αγορά ακινήτων. Η δήλωση του (εδώ το σχετικό δημοσίευμα) στην μεγάλης κυκλοφορίας σεβιλιάνικη εφημερίδα ABC στις 2 Νοεμβρίου 2003 («Δεν υπάρχει φούσκα των ακινήτων, αλλά μια πορεία αύξησης των τιμών που θα οδηγήσει σε συγκράτηση των ενοικίων των κατοικιών και πιο διαφανείς διαδικασίες σχεδιασμού») αξίζει να μείνει στην ιστορία για πολλούς λόγους: Κατ’ αρχάς για την προσπάθεια εφησυχασμού κι εν τέλει εξαπάτησης καταναλωτών και επενδυτών, από τη στιγμή που η εκτόξευση των τιμών δεν στηριζόταν σε κανένα θεμελιώδες μέγεθος της ισπανικής οικονομίας. Είναι δυνατό να έβλεπαν τη στρέβλωση άπαντες μπροστά τους, πλην του αρμόδιου υπουργού; Κατά δεύτερο, για την ενοχή της κυβέρνησης Αθνάρ στην φούσκα που δημιουργούταν στον κατασκευαστικό τομέα κι οδήγησε τις περιφερειακές τράπεζες να διπλασιάσουν τα υποκαταστήματά τους (από 13.650 το 1990 σε 25.035 το 2008), υποκινώντας την ζήτηση δανείων. Τέλος, για την αβάσταχτη ελαφρότητα των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, βάσει των οποίων η αγορά μπορεί να προσαρμόζεται και να αυτορυθμίζεται διαθέτοντας την απαραίτητη ευελιξία να αποσοβεί κρίσεις. Μέχρι που ήρθε η σκληρή πραγματικότητα…

Μέχρι τότε όμως ο φανατικός οπαδός της νεοφιλελεύθερης αυστριακής σχολής Λουίς ντε Γκίντος δεν πήγε χαμένος παρότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις κρατικοδίαιτες θέσεις και την ασφάλεια που παρέχουν οι παχυλές αμοιβές του τρισκατάρατου, κατά τ’ άλλα, δημοσίου. Αμέσως έπιασε δουλειά στην ελεγκτική εταιρεία PriceWaterhouseCoopers και την επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers, ως υπεύθυνος για την Ισπανία και την Πορτογαλία! Την τράπεζα που με την κατάρρευσή της, στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, πυροδότησε μια κρίση που ακόμη ταλανίζει πολλές οικονομίες και εκατομμύρια εργαζόμενους. Στη δε Ισπανία η κατάρρευση της Lehman Brothers στοίχισε 2,6 δις. ευρώ. Η έρευνα που έγινε στη συνέχεια αποκάλυψε τις ακραίες απάτες που χρησιμοποιούσε συστηματικά η Lehman Brothers, σχεδόν πάντα με την βοήθεια κορυφαίων ελεγκτικών εταιρειών που υπέγραφαν τους ισολογισμούς της διαβεβαιώνοντας ότι όλα δουλεύουν ρολόι. Επίσης, με την βοήθεια προχωρημένων χρηματοπιστωτικών εργαλείων που έκρυβαν την έκθεση της τράπεζας σε κτηματικά δάνεια στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων, όπου κι εκεί η φούσκα κατέρριπτε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Σε αυτό το σκανδαλωδώς νοσηρό οικονομικό περιβάλλον διέπρεψε το άστρο του Λουίς ντε Γκίντος, δεδομένης της εμπειρίας, μεταξύ άλλων, στις φούσκες των ακινήτων… Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, 3 σε 1!

Εκλεκτός της Μέρκελ

Ωστόσο, αντί να τον αλείψουν με πίσσα και πούπουλα και να τον περιφέρουν στους δρόμους, το (μόνο κατά το ήμισυ δυστυχώς, αλήστου μνήμης) δίδυμο Μερκοζύ επιστράτευσε τον Λουίς ντε Γκίντος το Νοέμβριο του 2011 στο πανευρωπαϊκό πραξικόπημα που διοργάνωσε για να επιβάλει τα συμφέροντα της τραπεζοκρατίας στην Ισπανία. Με μια πρωτοφανούς αντιδημοκρατικότητας παρέμβαση επέβαλαν στην Ελλάδα τον δοτό πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο, παύοντας τον εκλεγμένο Γ. Παπανδρέου, στην Ιταλία τον Μάριο Μόντι, παύοντας τον εκλεγμένο Σ. Μπερλουσκόνι, και στην Ισπανία διόρισαν τον επόμενο μήνα, τον Δεκέμβριο του 2011, υπουργό Οικονομικών τον Λουίς ντε Γκίντος. Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών η προϋπηρεσία τους σε τράπεζες, δύο εξ αυτών οι πλέον κακόφημες: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Goldman Sachs και Lehman Brothers! Η σημασία του διορισμού του Γκίντος στο υπουργείο Οικονομικών αποκαλύφθηκε έξι μήνες αργότερα όταν και η Ισπανία υπέβαλε αίτημα στην ΕΕ για χρηματοδότησή της, με 100 εκ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που κατευθύνθηκαν στην διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών, όπως λίγο – πολύ συνέβη ένα χρόνο πριν στην Ιρλανδία κι ένα χρόνο αργότερα στην Κύπρο, δικαιολογώντας την κριτική που ακολούθησε τον διορισμό του ότι έμοιαζε με τον διορισμό του Αλ Καπόνε ως αστυνομικού διοικητή του Σικάγου. Η σημασία της επιλογής του φάνηκε πολύ σύντομα. Όταν για την ακρίβεια το μοντέλο «διάσωσης» των χρεοκοπημένων ισπανικών τραπεζών έφερε το αποτύπωμα της αμερικάνικης συνταγής «υπερβολικά μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» («too big to fail»). Η τράπεζα Bankia που κρίθηκε αναγκαίο να διασωθεί, αντιπροσωπεύοντας συστημικό κίνδυνο, είχε ήδη απορροφήσει μέσα σε ενάμιση χρόνο 7 άλλες χρεοκοπημένες τράπεζες, που συνολικά διέθεταν στα χαρτοφυλάκια τους 37 δισ. ευρώ τοξικά περιουσιακά στοιχεία. Σε ερώτηση δημοσιογράφων αν πρόκειται να αναζητηθούν ευθύνες για μια τέτοιας έκτασης επιχειρηματική αποτυχία ο Λουίς ντε Γκίντος τερμάτισε κάθε σχετική συζήτηση δηλώνοντας ότι «δεν έχει διαπιστωθεί καμία ευθύνη». Κι αυτό όχι μόνο για να σώσει το τομάρι του, αλλά επειδή οι διοικήσεις σε όλες σχεδόν τις τράπεζες προέρχονταν από το κυβερνών, δεξιό Λαϊκό Κόμμα.

Εν ολίγοις ο Λουίς ντε Γκίντος συμβολίζει ό,τι χειρότερο εμφανίστηκε στην οικονομία τα τελευταία χρόνια: από την δημιουργία της φούσκας και την τραπεζική ασυδοσία μέχρι τις καταστροφικές για την κοινωνία λύσεις που προκρίθηκαν από το ευρω-ιερατείο. Είναι η προσωποποίηση των δεινών τόσο στη φάση της ανάπτυξης όσο και στη φάση της κρίσης.

Δεδομένων λοιπόν των βαρύτατων ευθυνών του, θέλει απύθμενο θράσος να κουνάει το δάχτυλο του, υποδεικνύοντας στους Έλληνες ψηφοφόρους τι να ψηφίσουν στις προσεχείς εκλογές, όπως έκανε στις 30 Δεκεμβρίου λέγοντας ότι η Ελλάδα μπόρεσε να πληρώσει τους γιατρούς και τους συνταξιούχους της χάρη στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη κι επίσης όταν πάνε οι Έλληνες στην κάλπη δεν πρέπει να ξεχάσουν ότι οφείλουν χάρη στην Ευρώπη…

Αλλά είπαμε: Το κακό ξεκινάει από τη στιγμή που κυκλοφορεί ελεύθερος και δεν σαπίζει στη φυλακή, όπου έπρεπε να είχε οδηγηθεί εδώ και καιρό!

Πέντε χρόνια μετά: Από τις φούσκες και την κρίση στο χείλος του γκρεμού (Επίκαιρα 12-18.9.2013)

Lehman BrothersΟι περίοδοι κρίσης, όπως ορίζεται η απότομη διακοπή της διαδικασίας συσσώρευσης, πρέπει με βάση τα εγχειρίδια να αποτελούν τα διαλείμματα. Δηλαδή, τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που ο σχηματισμός πλούτου διακόπτεται στιγμιαία πριν επανέλθει στην κανονική του τροχιά. Πλέον όμως, η τάση είναι αυτές οι περίοδοι να αποτελούν σχεδόν την κανονικότητα. Μάρτυρας οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία πέντε ακριβώς χρόνια μετά την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς, στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2008, όταν το σκάσιμο της φούσκας των υποβαθμισμένων δανείων στην αμερικάνικη κτηματική αγορά πυροδότησε την σοβαρότερη κρίση μετά το μεγάλο κραχ του 1929. Μόλις μισή δεκαετία μετά την κρίση του 2008, οι ανισορροπίες που έχουν συγκεντρωθεί στην παγκόσμια οικονομία είναι εξ ίσου εκρηκτικές λες και κανείς από τους πρωταγωνιστές της δεν διδάχθηκε το παραμικρό ή, καλύτερα, λες και η τάση προς τον υπερδανεισμό, την κερδοσκοπία και τις φούσκες να αποτελεί εγγενές και αναπόσπαστο στοιχείο της σύγχρονης οικονομίας.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Όμως, στο βαθμό που η συστηματική διάβρωση των δεικτών υγείας των σύγχρονων οικονομιών συνοδεύεται από θετικούς ακόμη και αυξανόμενους ρυθμούς μεγέθυνσης, κάθε σχετικός προβληματισμός εξαφανίζεται ή υπερκαλύπτεται από την πλαστή εικόνα ευημερίας. Αντιπροσωπευτικό αυτής της τάσης, για παράδειγμα, ήταν το σημείωμα της σύνταξης των Financial Times στις 7 Σεπτεμβρίου, με τίτλο «Η εμπιστοσύνη επιστρέφει στον πλούσιο κόσμο» όπου υποδεχόταν με ενθουσιασμό τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για άνοδο του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης των οικονομιών των επτά πλουσιότερων χωρών του κόσμου στο 2,5% «που σηματοδοτεί την ισχυρότερη άνοδο που ακολουθεί την πρώτη ανάκαμψη μετά τον καταποντισμό του 2008-2009».

Πάρτι με δανεικά στις ΗΠΑ

Η πραγματικότητα ωστόσο αποδεικνύεται πολύ πιο αντιφατική. Ρεπορτάζ της Wall Street Journal την προηγούμενη Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου για την αμερικάνικη οικονομία υπογράμμιζε την ορμητική επιστροφή του χρέους. Συγκεκριμένα, το εταιρικό χρέος υπό την μορφή ομολόγων φτάνει τα 6 τρις. δολ., ποσό που είναι κατά 59% μεγαλύτερο από το 2007. Η υπερδιόγκωση του δανεισμού φαίνεται κι από την αύξηση της μόχλευσης (όπως αποκαλείται ο βαθμός χρησιμοποίησης δανειακών κεφαλαίων προς ίδια) κατά 6% σε σχέση με το 2008 και κατά 20% σε σχέση με το 2010, σύμφωνα με υπολογισμούς της J.P. Morgan. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύουν σε ομόλογα – σκουπίδια, πολύ υψηλού ρίσκου ανερχόταν τον Ιούλιο του 2013 σε 285 δις. δολ. όταν στο τέλος του 2008 ανερχόταν μόλις σε 92 δις. δολ. Κόκκινο συναγερμό έχουν σημάνει επίσης και τα φοιτητικά δάνεια που κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε θρυαλλίδα που θα πυροδοτήσει τη νέα κρίση, καθώς το ύψος τους έχει φτάσει τα 1,2 τρισ. δολ. κι είναι κατά 71% μεγαλύτερο από το προ πενταετίας επίπεδο. Το τμήμα δε των δανείων που η πληρωμή τους έχει καθυστερήσει για πάνω από 90 μέρες, ισούται με το ένα τρίτο, όταν το 2007 ισούταν σχεδόν με το ένα τέταρτο (24%). Εντύπωση τέλος προκαλεί κι η επιμονή με την οποία συνεχίζουν να εμφανίζονται μέθοδοι «δημιουργικής λογιστικής» που αγγίζουν τα όρια της απάτης, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση των ίδιων και των ίδιων περιουσιακών στοιχείων ως υποθηκών ξανά και ξανά. «Γενικά οι υπεύθυνοι της ρύθμισης επιδιώκουν να περιορίσουν τον αριθμό των φορών που ένα χρεόγραφο μπορεί να περάσει σε ένα νέο αντισυμβαλλόμενο, με σκοπό να περιορίσουν την μετάδοση στην περίπτωση που μια εταιρεία καταρρεύσει κι επίσης να διαβεβαιώσουν ότι οι επενδυτές και οι αντικριστές γνωρίζουν επακριβώς σε ποιόν κίνδυνο είναι εκτεθειμένοι», ανέφεραν σε άρθρο τους οι Financial Times στις 6 Σεπτέμβρη, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής πως το ζητούμενο δεν είναι κάθε περιουσιακό στοιχείο να χρησιμοποιείται 1 και μόνο φορά ως εγγύηση όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά όσο το δυνατό λιγότερες… Έτσι, στο ίδιο άρθρο στέλεχος του ΔΝΤ ενημέρωνε πως αν πριν την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδες κατά μέσο όρο κάθε περιουσιακό στοιχείο χρησιμοποιούταν 3 φορές, στο τέλος του 2012 ο μέσος όρος είχε πέσει 2,2 φορές. Τέτοια πρόοδος…

Επενδυτική άπνοια στη Γερμανία

Και στην από δω μεριά του Ατλαντικού τα μηνύματα δεν είναι καθόλου πιο αισιόδοξα. Η εικόνα μάλιστα είναι πολύ πιο ανησυχητική από τις γενικά ζοφερές προοπτικές της ευρωζώνης στις οποίες αναφέρθηκε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι την περασμένη εβδομάδα. Η ανησυχία πηγάζει από τα σαθρά θεμέλια στα οποία στηρίζονται ακόμη κι οι πιο καλές επιδόσεις, όπως για παράδειγμα της Γερμανίας, οι οποίες για λόγους στατιστικούς συγκαλύπτονται από τους μέσους όρους. Ειδικότερα, αυτό που αποκαλύπτεται με το πέρασμα το χρόνου είναι ότι η Γερμανία επιλέγει συνειδητά να στηρίζει τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα στο χαμηλό εργατικό κόστος κι όχι στις επενδύσεις όπως δείχνει η σταθερή μείωση των συνολικών ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου από 24% του ΑΕΠ το 1991 στο 18%. Πρόσφατη δε μελέτη του ΟΟΣΑ για την Γερμανία τόνιζε πως οι επενδύσεις στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης είναι από το 2001 σταθερά υποδεέστερες των επενδύσεων κεφαλαίου των υπόλοιπων χωρών που ανήκουν στο κλαμπ του G7. Ανησυχία για την ποιότητα και τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής μεγέθυνσης στην Γερμανία πηγάζει κι από τις κακές εκπαιδευτικές επιδόσεις της. Σε χώρες όπως ο Καναδάς, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Ισπανία, η Πολωνία, οι ΗΠΑ και η Αγγλία ο αριθμός των πτυχιούχων είναι 10% μεγαλύτερος. Η Γερμανία επίσης μοιράζεται το θλιβερό ρεκόρ με τις ΗΠΑ να είναι οι μοναδικές χώρες στις οποίες μεταξύ των νέων 25-34 ετών οι πτυχιούχοι είναι ως ποσοστό ίδιοι ή λιγότεροι σε σχέση με την προηγούμενη γενιά. Από την μια γενιά στην άλλη δηλαδή δεν καταγράφηκε καμία αύξηση στον αριθμό των πτυχιούχων. Πρόκειται για εξελίξεις που καθιστούν βέβαιο ότι δεν πρόκειται στο ορατό μέλλον να ξαναδούμε ακόμη και τους ρυθμούς μεγέθυνσης που είδαμε στο παρελθόν. Σύμφωνα με τους Financial Times στις 4 Σεπτέμβρη, ως αποτέλεσμα των παραπάνω, «η αύξηση της παραγωγικότητας στη Γερμανία ήταν μικρή σε σχέση με τους υπόλοιπους ανταγωνιστές της. Η αύξηση στο ΑΕΠ ανά εργάσιμη ώρα είναι 25% χαμηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Με αυτά τα στοιχεία για την παραγωγικότητα δεν προκαλεί έκπληξη που οι γερμανικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μόνο μέσω της μείωσης των σχετικών μισθών και της μεταφοράς της παραγωγής ανατολικά».

Νομισματική αναταραχή στην Ινδία

Και στην Ανατολή βέβαια δεν αισθάνονται τόσο καλά όπως δήλωνε, με μια δεύτερη ανάγνωση ομολογουμένως, κι ο τίτλος του εντιτόριαλ των Financial Times («Η εμπιστοσύνη επιστρέφει στον πλούσιο κόσμο»). Η αιτία βρίσκεται στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στην πρόθεση της ομοσπονδιακής τράπεζας να αρχίσει σιγά – σιγά να μειώνει τα χρήματα που ρίχνει στην αγορά μέσω του προγράμματος επαναγοράς ομολόγων τα οποία μέχρι τώρα ανέρχονται σε 85 δις. δολ. μηνιαία. Επί χρόνια όμως αυτός ο πακτωλός εισέρεε στην περιφέρεια οδηγώντας σε ανατίμηση τα εθνικά της νομίσματα. Τα δισεκατομμύρια της Ουάσινγκτον επίσης (που δεν έφεραν τον παραμικρό θετικό αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία εντός των ΗΠΑ) συνέβαλαν σημαντικά στους αλματώδεις ρυθμούς μεγέθυνσης που κατέγραφαν χώρες όπως η Βραζιλία κι η Νότια Αφρική. Πρελούδιο των τριγμών που υπάρχει κίνδυνος να επέλθουν όταν σταματήσει η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα να τυπώνει χρήμα (γιατί ουσιαστικά περί αυτού πρόκειται) αποτελεί η νομισματική αναταραχή που συγκλονίζει την Ινδία με την μορφή της υποτίμησης της ρουπίας κατά 20% έναντι του δολαρίου, μόνο τους τελευταίους δύο μήνες. Αποτέλεσμα αυτών των τριγμών θεωρείται η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης από 8-10% που ήταν επί χρόνια στο 5% για φέτος και του χρόνου. Νομισματικές υποτιμήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πολλές ακόμη χώρες που ωφελήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από τα προγράμματα νομισματικής χαλάρωσης των ΗΠΑ όπως η Τουρκία, η Κολομβία, η Νότια Αφρική, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουκρανία κ.α.

Εν κατακλείδι τόσο στον ανεπτυγμένο όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, πέντε χρόνια μετά την σοβαρότερη κρίση των τελευταίων 80 χρόνων τίποτε δεν προδικάζει ότι τα θεμέλια της σύγχρονης οικονομίας είναι λιγότερο σαθρά κι ότι η επόμενη μέρα δεν κρύβει εκπλήξεις.

Πλημμύρισε στους δρόμους η οργή κατά των τραπεζών (Επίκαιρα, 6-12/5/2010)

Στις περισσότερες μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ ο φετινός εορτασμός της Πρωτομαγιάς είχε ως αίτημα την ακύρωση του ρατσιστικού, αντι-προσφυγικού νόμου που ψηφίσθηκε στην πολιτεία της Αριζόνας. Περισσότεροι από 50.000 διαδηλωτές στο Λος Άτζελες κι από 20.000 στο Σικάγο και το Ντάλας, για να αναφέρουμε 3 μόνο από τις 70 πόλεις όπου εορτάστηκε η Πρωτομαγιά, απαίτησαν από τον ίδιο τον Ομπάμα να παρέμβει κηρύσσοντας αντι-συνταγματικό το σχετικό νόμο.

Στο Μανχάταν όμως ο παλμός χτυπούσε αλλού…

Περισσότεροι από 10.000 διαδηλωτές, κατόπιν έκκλησης του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου των ΗΠΑ της AFL-CIO, κατέκλυσαν το κέντρο της πόλης φωνάζοντας συνθήματα εναντίον των τραπεζών. Λίγη ώρα δε πριν, κατά τρόπο ασυνήθιστο για τις ΗΠΑ και υπό την πλήρη ανοχή της αστυνομίας, εκατοντάδες διαδηλωτές κατέλαβαν τις εισόδους των πολυτελών γραφείων χρηματοπιστωτικών ομίλων όπως η JP Morgan. Ο γνωστός ταύρος, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Γουόλ Στριτ και Μπρόουντ, αυτή τη φορά δεν παρέπεμπε στη ρώμη των χρηματιστηριακών αγορών, αλλά ήταν το ραντεβού των διαδηλωτών και το σημείο από το οποίο μίλησε ο ηγέτης του εργατικού συνδικάτου, Ρίτσαρντ Τούμκα. «Η ζωή μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιβίωσή μας. Κι όλοι μας πληρώνουμε το τίμημα για εκείνους που η απληστία τους δεν είχε όρια. Περισσότερες από 8,5 εκατ. χαμένες θέσεις εργασίας – αυτό είναι το τίμημα της απληστίας, αυτό είναι το πραγματικό κόστος των μπόνους των τραπεζιτών, των ιδιωτικών τζετ και του κάθε λογής κόλπου όπως αυτού που προκάλεσε τα προβλήματα στην Goldman Sachs την προηγούμενη εβδομάδα».

Οι οξείς χαρακτηρισμοί του εργατικού ηγέτη δεν ακούστηκαν τόσο ανοίκεια στα αυτιά των συγκεντρωμένων, ούτε της πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ. Η οργή κατά των τραπεζιτών ενάμισι χρόνο μετά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 2008, όταν η κρίση έφθασε στο αποκορύφωμά της, συνεχίζεται αμείωτη και γνωρίζει νέα ρεκόρ λόγω της ακόλουθης παράδοξης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί: Οι τράπεζες, χάρη των αφειδώλευτων κρατικών χρηματοδοτήσεων ύψους 800 δισ. δολ., τελικά σώθηκαν, με αδιάψευστο μάρτυρα τα κέρδη που ανακοίνωσε η Goldman Sachs για το πρώτο τρίμηνο του 2010 τα οποία έφθασαν το εξωφρενικό ποσό των 3,46 δισ. δολ., την ίδια στιγμή που η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ξεπερνώντας για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες το 10%! Την ίδια στιγμή οι επίσημες αποκαλύψεις για τα όργια του τραπεζικού τραστ συνεχίζονται αμείωτες και παρόλα αυτά η πολιτική ηγεσία κάνει τη μια υπαναχώρηση μετά την άλλη στην προσπάθειά της να ρυθμίσει την ασύδοτη, κι όχι απλώς ανεξέλεγκτη, χρηματοπιστωτική αγορά.

Το κατ’ εξοχήν πεδίο όπου διαδραματίζονται οι σοβαρότερες και πιο αποκαλυπτικές συγκρούσεις γύρω από τα έργα και τις ημέρες των τραπεζών είναι εδώ και λίγες εβδομάδες τα κοινοβουλευτικά σώματα των ΗΠΑ, κι ειδικότερα η Γερουσία κι οι επιτροπές της όπου διεξάγονται παράλληλα δύο μαραθώνιες συζητήσεις. Η πρώτη αφορά την ψήφιση ενός νόμου που θα διασπά τους γιγαντιαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους διαχωρίζοντας το τμήμα της λιανικής από την επενδυτική τραπεζική. Στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης βρίσκονται όλοι εκείνοι οι όμιλοι που αποδείχθηκαν «υπερβολικά μεγάλοι για να χρεοκοπήσουν», υπό την έννοια ότι μια πιθανή κατάρρευσή τους θα έθετε σε κίνδυνο όλη την οικονομία των ΗΠΑ. Έτσι προκρίθηκε η επιχορήγησή τους από το κράτος, δηλαδή τους αμερικανούς φορολογούμενους που οδήγησε το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 12,7% του ΑΕΠ. Περιττό να ειπωθεί ότι μακρύ χέρι του σκιώδους τραπεζικού τομέα που φέρει τεράστιο μερίδιο ευθύνης για το ξέσπασμα της κρίσης, είναι οι Ρεπουμπλικάνοι οι οποίοι μπλοκάρουν συνεχώς την ψήφιση του νόμου στη Γερουσία, αξιοποιώντας το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί δεν έχουν τις 60 ψήφους που απαιτούνται. Αυτή είναι η πρώτη νομοθετική μάχη που διεξάγεται.

Η δεύτερη, πολύ πιο εντυπωσιακή, μάχη διεξάγεται σε μια ανακριτική επιτροπή του Κογκρέσου, όπου πρώην και νυν στελέχη του κολοσσού της Goldman Sachs εξετάζονται για να αποκαλυφθεί η ανάμιξή τους σε μια περίπτωση κραυγαλέας εξαπάτησης του επενδυτικού κοινού. Ειδικότερα αφορούσε την συμμετοχή της τράπεζας σε ένα επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου ονόματι Abacus που πόνταρε στη χρεοκοπία άλλων προϊόντων της κτηματικής αγοράς που είχε η ίδια τράπεζα ήδη εκδώσει! Κάτι που για… εντελώς ανεξήγητους και πάνω απ’ όλα τυχαίους λόγους τελικά συνέβη, ζημιώνοντας τους πελάτες της κατά 1 δισ. δολ. κι αυξάνοντας τα κέρδη της τράπεζας κατά 15 – 20 εκ. δολ. Στη συνέχεια, όταν έπρεπε για την ακρίβεια να πληρώσει κι η ολλανδική τράπεζα ABN Amro 841 εκ. δολ. για το στοίχημα που είχε χάσει, τα κέρδη της Goldman Sachs εκτοξεύτηκαν! «Έχετε ευθύνη να αποκαλύψετε στον πελάτη ότι χειρίζεστε ένα αντίθετο συμφέρον από το δικό του;», ρώτησε ένας δημοκρατικός Γερουσιαστής το στέλεχος της Goldman Sachs που είχε την ευθύνη για τα κτηματικά δάνεια. Κι η απάντησή του, μνημείο του εγγενούς χαρακτήρα που έχει η σύγκρουση συμφέροντος, ήταν: «Δεν αποτελεί ευθύνη ενός διαμορφωτή της αγοράς»!

Εξ ίσου σοβαρές ευθύνες με τους χρηματοπιστωτικούς κολοσσούς για την κατάρρευση της αγοράς κτηματικών δανείων του 2007 μοιράζονται και οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, που βάλλονται πανταχόθεν – με εξαίρεση φυσικά την Ελλάδα, όπου κανένας κυβερνητικός δεν τολμάει να φέρει στην επιφάνεια τα όργια στα οποία έχουν επιδοθεί οι εταιρείες Standard & Poor’s, Moody’s και Fitch λες και φοβάται πως η Ελλάδα χάσει την… εύνοιά τους. Η δημόσια κατακραυγή εναντίον των «τριών μεγάλων» όπως συχνά αποκαλούνται πηγάζει από τις αυθαίρετες αξιολογήσεις τους με την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία επενδυτικών προϊόντων που στη συνέχεια κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Το 93% των δομημένων προϊόντων που είχαν βαθμολογήσει με ΑΑΑ το 2006, αποκάλυψε ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν από τη στήλη του στους New York Times την προηγούμενη εβδομάδα, σήμερα έχουν υποβαθμιστεί στην κατηγορία των σκουπιδιών! Αυτή είναι η σοβαρότητα των οίκων αξιολόγησης που κρεμόμαστε από τα χείλη τους…

Παρόλα αυτά θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό ένα σχήμα που θα είχε από την μια τους κακούς κερδοσκόπους κι από την άλλη την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα η οποία πασχίζει δήθεν να βάλει τάξη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι αυτό γιατί οι ευθύνες του Λευκού Οίκου για το πάρτι που συνεχίζεται στη Γουόλ Στριτ είναι τεράστιες. Όπως δε συνέβη και με την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, που η οργή της Δεξιάς από την ψήφισή του δεν έκρυψε την απογοήτευση όσων είχαν πιστέψει τις προεκλογικές του εξαγγελίες για καθολική υγειονομική κάλυψη, έτσι και με την αναμενόμενη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η Αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος νιώθει ακόμη μια φορά… απογοητευμένη. Μάρτυρας όχι μόνο το συνδικάτο της AFL–CIO που διαδήλωνε ενάντια στις τράπεζες αλλά ακόμη και διανοούμενοι όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος σε πρόσφατη ομιλία του με αφορμή μια ακόμη βράβευση του, περιέγραψε με τα ακόλουθα λόγια την… πύρινη σχέση του αμερικανού προέδρου με τη Γουόλ Στριτ: «Η χρηματοπιστωτική βιομηχανία προτίμησε τον Ομπάμα από τον Μακ Κέιν. Περίμεναν να ανταμειφθούν και ανταμείφθηκαν. Τότε ο Ομπάμα άρχισε να επικρίνει τους άπληστους τραπεζίτες και πρότεινε μέτρα ρύθμισης. Η τιμωρία γι’ αυτό ήταν ταχύτατη. Έστρεψαν το χρήμα τους στους Ρεπουμπλικάνους. Έτσι ο Ομπάμα είπε στους τραπεζίτες, “εντάξει παιδιά” και διαβεβαίωσε τον επιχειρηματικό κόσμο: “Εγώ, όπως κι οι περισσότεροι Αμερικάνοι, δεν εχθρευόμαστε την επιτυχία των ανθρώπων ή τον πλούτο. Είναι μέρος του συστήματος της ελεύθερης αγοράς”. Οι άνθρωποι το είδαν αυτό και δυσφόρησαν», ήταν τα λόγια του Τσόμσκι.

Οπότε, αν και την επόμενη Πρωτομαγιά κι αφού μάλιστα θα έχει ψηφισθεί ο επίμαχος νόμος για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η AFL-CIO διαδηλώνει πάλι μεταξύ Γουόλ Στριτ και Μπρόουντ, ας μην παραξενευτούμε…

Στο μέλλον η υπέρβαση της κρίσης (Πριν, 19/9/2009)

Έκρηξη της ανεργίας προβλέπει ο ΟΟΣΑ

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε πριν λίγες μέρες από την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς που για πρώτη φορά κατά την μεταπολεμική περίοδο κατέστησε ορατό το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης και συστημικής κατάρρευσης των σημαντικότερων κέντρων ισχύος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Έκτοτε, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρώπη, η κατάσταση εμφανίζει σαφείς αν και οριακές βελτιώσεις με το ΑΕΠ, τη βιομηχανική παραγωγή και τις παραγγελίες να κινούνται σε ανοδική τροχιά σε σημείο τέτοιο ώστε να είναι ορατό, στο τέλος του 2010, το κλείσιμο της κρίσης που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2007 με την μορφή της πιστωτικής ασφυξίας. Και μετά τι; είναι το ερώτημα που απαιτεί άμεσα απάντηση μια και τα προφανή, όπως για παράδειγμα, ένας κύκλος ρωμαλέας μεγέθυνσης του ΑΕΠ μετά την κρίση, έχουν πάψει εδώ και καιρό να θεωρούνται δεδομένα.

Ο ΟΟΣΑ την προηγούμενη εβδομάδα με ανακοίνωση του προειδοποίησε πως η πιστωτική κρίση μετουσιώνεται σε κρίση απασχόλησης προδικάζοντας για φέτος και το 2010 έκρηξη της ανεργίας, που ενδέχεται να φθάσει και το 10% στα 30 κράτη μέλη του, πλήττοντας 57 εκ. εργαζόμενους. Να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η ανεργία κινούταν στο 8,5% κι όσο για το 2010 πίσω από τον μέσο όρο του 10% κρύβονται σημαντικότατες αποκλίσεις. Στη Γερμανία και Γαλλία για παράδειγμα η ανεργία προβλέπεται να φθάσει το 11,8% και 11,3%. Στη δε Ελλάδα πολύ υψηλότερα μια και η ανεργία ξεκινούσε από πολύ υψηλότερο σημείο αφετηρίας κι έτσι ας μην εκπλαγούμε αν τη δούμε να σκαρφαλώνει στα ισπανικά επίπεδα του 18%. Πίσω από τον μηχανισμό της χρονοκαθυστέρησης που πυροδοτεί την εκτίναξη της ανεργίας κατά το ξεφούσκωμα της κρίσης κρύβονται δύο διαφορετικές διαδικασίες. Κατ’ αρχήν η καταστροφή κεφαλαίου που έστω και σιωπηρά συντελείται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς στις μέρες μας απ’ ότι συντελείται στις περισσότερο ομαλές και γραμμικές περιόδους συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, με τη μορφή κλεισίματος επιχειρήσεων και εξαγορών – συγχωνεύσεων, μειώνει τις θέσεις εργασίας και προκαλεί ανεργία. Η δεύτερη αιτία που είναι σε διαλεκτική αλληλεξάρτηση με την πρώτη σχετίζεται με τις καινοτομίες που εισάγονται στην παραγωγική διαδικασία, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, από τα τμήματα εκείνα του κεφαλαίου που έχουν τους πόρους ώστε να αντιμετωπίζουν την κρίση ως ευκαιρία κι όχι ως καταστροφή. Οι καινοτομίες αυτές όμως έχουν ως ακρογωνιαίο λίθο τους την εξοικονόμηση θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτό το νέο «αναπτυξιακό τοπίο» που θα προκύψει τελικά μετά την έξοδο από την κρίση να χρειάζεται λιγότερα εργατικά χέρια. Κάτι που έχει συμβεί κατ’ εξακολούθηση απ’ όταν ξέσπασε η κρίση του 1970.

Από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, σε όλες τις περιόδους ανόδου και καθόδου της οικονομίας, το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό προϊόν μειωνόταν σταθερά, αντανακλώντας έτσι την εδραίωση της θέσης του κεφαλαίου και την υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας στον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

 

Η δημοσιονομική κρίση αποτέλεσμα και μέσο ξεπεράσματος της γενικότερης κρίσης

 

Η ανεργία που προβλέπει ο ΟΟΣΑ δεν είναι το μοναδικό μελανό σημάδι που θα αφήσει πίσω της η οικονομική κρίση. Το σημαντικότερο είναι ότι το τέλος της κρίσης επ’ ουδενί δεν πρόκειται να σημάνει την επιστροφή ακόμη και σε εκείνους τους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ οι οποίοι παρατηρούνταν μέχρι το 2007. Στην πραγματικότητα η τρέχουσα κρίση των υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων λήγει όπως ακριβώς και η κρίση των μετοχών του ίντερνετ το 2000: χωρίς να ακολουθήσει μια περίοδο βίαιης και μαζικής εκκαθάρισης ανεπαρκών αξιοποιούμενων κεφαλαίων, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή αποδοτικότητα, με αποτέλεσμα να μην δοθεί ποτέ μια ισχυρή ώθηση στα πιο σύγχρονα και κερδοφόρα τμήματα του κεφαλαίου που θα έβαζε σε κίνηση ένα νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο κίνδυνος εργατικών εξεγέρσεων, οι αστικές τάξεις όλου του κόσμου έκλεισαν όπως – όπως το κενό που δημιουργήθηκε, δημιουργώντας όμως τους όρους για μια νέα κρίση. Η πλημμυρίδα ρευστού άλλωστε δεν αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας μόνο το 2009 και το 2000, αλλά κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου που άνοιξε από το 1970 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά η οικονομική κρίση, καθηλώνοντας έκτοτε τους ρυθμούς μεγέθυνσης και κάνοντας την εμφάνιση των κρίσεων στην χρηματοπιστωτική σφαίρα ένα γεγονός που επαναλαμβάνεται μονότονα σχεδόν, κάθε δεκαετία. Κατά συνέπεια η τρέχουσα κρίση άμεσο αποτέλεσμα της κρίσης του 2000 αλλά κυρίως του ’70, σε λίγα χρόνια θα ξαναγεννηθεί υπό τη μορφή μιας νέας κρίσης. Άστοχη λοιπόν οποιαδήποτε συζήτηση για υπέρβασή της.

Η επόμενη μέρα καθίσταται περισσότερο αβέβαιη στον βαθμό που τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν αυτή τη διετία περιορίζουν ασφυκτικά τα μέσα δράσης του αστικού κράτους προς όφελος του κεφαλαίου. Η εκτίναξη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, με πιο ακραία παραδείγματα το χρέος της Ιαπωνίας που έχει αγγίξει το 180% και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που έχει φθάσει το 12%, είναι το τίμημα που πληρώνει το κράτος για τις προσπάθειες που κατέβαλλε όλο αυτό το διάστημα ώστε να διασωθεί ο καπιταλισμός (βλέπε τα 780 δισ. δολ. που δόθηκαν στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση του Ομπάμα και τα 28 δισ. ευρώ στην Ελλάδα). Η δημοσιονομική κρίση κατά συνέπεια, δεν είναι αποτέλεσμα σπατάλης ή κακοδιαχείρισης όπως αφελώς λέγεται, αλλά πλευρά και αποτέλεσμα της γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης και ταυτόχρονα μέσο υπέρβασής της. Προοπτική επομένως ξεπεράσματος της δημοσιονομικής κρίσης όσο διαρκεί η βαθύτερη καπιταλιστική κρίση δε διαφαίνεται.

Στην Ελλάδα ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση συνέπεσε με την καθοδική πορεία του κύκλου του ελληνικού καπιταλισμού, επιταχύνοντας την ύφεση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ την τελευταία εικοσαετία. Είχαμε συγκεκριμένα: 1991: 3,1%, 1992: 0,7%, 1993: -1,6%, 1994: 2%, 1995: 2,1%, 1996: 2,4%, 1997: 3,6%, 1998: 3,4%, 1999: 3,4%, 2000: 4,5%, 2001: 4,2%, 2002: 3,4%, 2003: 5,6%, 2004: 4,9%, 2005: 2,9%, 2006: 4,5%, 2007: 4%, 2008: 2,9%, κι όσο για το τρέχον και το επόμενο έτος οι προβλέψεις δίνουν -1% και 0,1% αντίστοιχα. Ο τελευταίος λοιπόν ανοδικός κύκλος που ξεκίνησε το 1994 φαίνεται πεντακάθαρα ότι κορυφώνεται μια χρονιά πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενώ το 2004 για πρώτη φορά και το 2006 οριστικά ξεκινά η καθοδική πορεία που ολοκληρώνεται φέτος με τη μετατροπή των ρυθμών μεγέθυνσης σε αρνητικούς. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Τράπεζα της Ελλάδας την εβδομάδα που πέρασε για την μείωση των εισπράξεων από τον τουρισμό κατά 15% και των εξαγωγών κατά 20% το πρώτο οκτάμηνο του έτους, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, όπως επίσης κι η έκρηξη των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια όλης της προαναφερθείσας περιόδου και για ακόμη περισσότερο χρόνο, ενσωματώνοντας δηλαδή τις δεκαετίες ’70 και ’80 όταν οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ ακολουθούν γενικά μια κυκλική διαδρομή, με την άνοδο και την κάθοδο να εναλλάσσονται, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ ακολουθεί μια σταθερά καθοδική τροχιά. Σε αδρές γραμμές από το 1978 έως το 1983 το μερίδιο της εργασίας κινούταν μεταξύ 70% και 75%. Από το 1984 μέχρι το 1990 μειώθηκε στο 65% – 70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 62%, προς όφελος φυσικά του μεριδίου των κερδών που καλύπτει κάθε φορά το κενό που αφήνουν πίσω τους οι εργατικοί μισθοί. Το αποτέλεσμα επομένως κάθε κρίσης είναι οι δυνάμεις της εργασίας να δέχονται ένα περαιτέρω πλήγμα καθώς ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, όπως με σαφήνεια μετριέται από τη σχέση μισθών – κερδών, στρέφεται υπέρ του κεφαλαίου. Δεν περνάει απαρατήρητο επίσης το γεγονός ότι αυτή η γενική τάση αύξησης της εκμετάλλευσης δεν ανατράπηκε από την εναλλαγή στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με τις πράξεις κυρίως και τις παραλείψεις τους κι οι δύο πόλοι του δικομματισμού υπηρέτησαν πιστά τη ρεβάνς που πήρε το κεφάλαιο βαθαίνοντας τη στρατηγική ήττα των δυνάμεων της εργασίας βοηθώντας στην εδραίωση της ηγεμονίας του.

Η θέση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι στην πραγματικότητα ακόμη χειρότερη, απ’ αυτή που φαίνεται στη διανομή. Γιατί, συνυπολογίζοντας και την αναδιανομή εισέρχονται στην εξέταση δύο επιπλέον μεταβολές. Η πρώτη αφορά την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους και η δεύτερη μεταβολή που διαχρονικά σηματοδοτεί την επιδείνωση της θέσης τους σχετίζεται με την υποβάθμιση του κοινωνικού μισθού, στο βαθμό που μια σειρά δημόσιες κατ’ όνομα υπηρεσίες, υγειονομικής περίθαλψης για παράδειγμα, παύουν να παρέχονται δωρεάν.

Άμεσο αποτέλεσμα της πόλωσης που καταγράφεται στην πρωταρχική διανομή του εισοδήματος και του ελάχιστα ευεργετικού ρόλου της αναδιανομής είναι τα πρωτεία που κατέχει η Ελλάδα στην εισοδηματική ανισότητα με το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων να είναι 6 φορές μεγαλύτερο του εισοδήματος του 20% των λιγότερο εύπορων. Μεγαλύτερη πόλωση και αδικία στην ΕΕ των 25 παρατηρείται μόνο στην Πορτογαλία, τη Ρουμανία και τη Λετονία!

Το παζλ των δημόσιων οικονομικών συμπληρώνεται από δύο ακόμη πλευρές που πρέπει να προστεθούν στη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών βαρών για τους εργαζόμενους. Πρόκειται για την μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο και την γενναία, εκρηκτική αύξηση των χρηματοδοτήσεων πάλι προς το κεφάλαιο. Αυτές οι τέσσερις πλευρές ορίζουν επακριβώς το σύγχρονο δημοσιονομικό πρόβλημα στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς αν κι όχι με την ίδια ένταση. Υποδηλώνουν ταυτόχρονα ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας είναι ευθεία συνάρτηση του βάθους της κρίσης και του ενεργού ρόλου που αναλαμβάνει το κράτος για την υπέρβασή της προς όφελος του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαία η χρονική σύμπτωση της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζομένων με τα αλλεπάλληλα φορολογικά μέτρα του τελευταίου χρόνου, με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 6% όπως παραδέχθηκε κι ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπαθανασίου, την εβδομάδα που πέρασε και τη χορήγηση των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες. Από τα παραπάνω φαίνεται επίσης ότι καμιά φορολογική αφαίμαξη, όσο βάρβαρη κι αν είναι, δεν μπορεί να κλείσει τα αβυσσαλέα κενά που αφήνουν πίσω τους οι χορηγίες προς το κεφάλαιο κι η επίσημη φοροαπαλλαγή του.

Αύξηση των μισθών, μείωση των κερδών

ΟΙ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΥΦΕΣΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης κι επίσης του σοκ που προκάλεσαν οι πρωθυπουργικές δηλώσεις για πάγωμα των μισθών, οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη εβδομάδα για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό συγκέντρωσαν την κριτική της κυβέρνησης. Βασικό επιχείρημα της «οικονομικής ορθοδοξίας» ήταν πως η οικονομία δεν αντέχει αυξήσεις κι ακόμη κι αυτές οι οριακές αυξήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα την ύφεση μια και θα μειώσουν τα κέρδη, αποτρέποντας την πραγματοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.

Η πραγματικότητα είναι πως οι αυξήσεις στους μισθούς δεν σημαίνουν μείωση των επενδύσεων.

Κατ’ αρχήν αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό ενδέχεται να μη σημαίνουν ούτε καν αύξηση της τάξης των 25 λεπτών του ευρώ ημερησίως. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2009, όπως αναφέρονται στο Οικονομικό Δελτίο της Άλφα Μπανκ του μηνός Ιουλίου, είναι ότι θα κινηθεί στο 1,2%. Ο εναρμονισμένος δε πανευρωπαϊκός, λόγω του ότι πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν εμφανίσει αποπληθωρισμό, αρνητική δηλαδή εξέλιξη του δείκτη τιμών, θα είναι ακόμη μικρότερος για το έτος, μεταξύ 0,1% και 0,7%, σύμφωνα με προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που διατυπώθηκαν τον Μάρτη. Κατά συνέπεια οι «αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό» ενδέχεται να σημαίνουν κι αυξήσεις της τάξης του 0,9%! Δηλαδή, ψίχουλα!

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι υπάρχει δυνατότητα αύξησης των πάγιων επενδύσεων, όπως φαίνεται από τη σημαντική μείωσή τους τα τελευταία χρόνια, παρότι το μερίδιο των κερδών στο εισόδημα, όπως προείπαμε, αυξάνεται σταθερά. Ειδικότερα, με βάση στοιχεία που δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ και προέρχονται από την ΕΕ, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου από 23% του ΑΕΠ που ήταν το 2003, για φέτος και το 2010 προβλέπεται να μειωθούν στο 15%! Ο όγκος δε των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου μειώθηκε για πρώτη φορά το 2008 – κατά το ξέσπασμα δηλαδή της κρίσης, αφήνοντας ανοιχτό έτσι το ενδεχόμενο η μείωσή τους να συντέλεσε στην εμβάθυνση της κρίσης – ενώ η μείωση που αναμένεται να καταγράψουν την τριετία 2008-2010 θα είναι μεγαλύτερη της τριετίας 1992-1994, όταν και πάλι είχε παρατηρηθεί μείωση των επενδύσεων. Οι καθαρές δε επενδύσεις, από 14% που ήταν το 2002, το 2010 αναμένεται να φθάσουν το 7,5%! Ο κίνδυνος λοιπόν τον οποίο επικαλείται η ΝΔ έχει ήδη συντελεστεί, όχι όμως ως αποτέλεσμα της αύξησης των εργατικών μισθών, αλλά της βούλησης της αστικής τάξης να αποθησαυρίσει τα κέρδη. Επομένως ακόμη και μια γενναία αύξηση των μισθών κι όχι αυτή που εξήγγειλε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που θα διασφαλίζει τον εργατικό μισθό από τον πραγματικό πληθωρισμό που ειδικά για τους εργαζόμενους είναι πολλαπλάσιος του επίσημου, η οποία όμως θα μειώνει τα κέρδη αντιστρέφοντας έτσι την χρόνια τάση μείωσης του μεριδίου των μισθών μπορεί να αφήσει άθικτες τις επενδύσεις, να μην δυναμιτίσει δηλαδή τη μελλοντική δυνατότητα επέκτασης του προϊόντος. Μόνο που για να γίνει αυτό, αν κάτι απαιτείται είναι ένα αγωνιστικό πρόγραμμα ταξικών διεκδικήσεων που σε βάθος χρόνου θα ανατρέψει την επίσημη πολιτική μισθών. Όχι μόνο αυτή που υπόσχεται ο Καραμανλής ο Δεύτερος αλλά κι αυτή που προσφέρει ως το μικρότερο κακό ο Παπανδρέου ο Τρίτος.

ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΑΣΟΚ

Αντιφάσεις και κενά

ΑΘΙΚΤΟΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΝΔ

Οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό και έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης μπορεί να ακούστηκαν ως φιλολαϊκές συγκρινόμενες με την οικονομική χούντα που εξήγγειλε ο Καραμανλής, επ ουδενί ωστόσο δεν συνιστούν ανατροπή της γενικότερης, διαχρονικής τάσης μείωσης του μεριδίου των μισθών στο σύνολο των προϊόντος. Χώρια, που σε μια σειρά σημεία προαναγγέλλουν τη συνέχιση και θωράκιση της σημερινής πολιτικής. Κάτι που γίνεται πιο εμφανές στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, όπου δεν προαναγγέλλεται καμιά επιστροφή ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης (ΟΤΕ, Ολυμπιακή, Λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, κ.α.) στο δημόσιο. Ειδικότερα:

Η εξαγγελία του Γ. Παπανδρέου για μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μη διαμενόμενα κέρδη των επιχειρήσεων, ως μέτρο ενθάρρυνσης των παραγωγικών επενδύσεων, ανεξαρτήτως των κινήτρων της δεν παύει να μειώνει ακόμη παραπέρα τη φορολογία των επιχειρήσεων, διευκολύνοντας τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, εις βάρος των δημοσίων εσόδων. Δεδομένου μάλιστα ότι άλλα φιλοεπιχειρηματικά φορολογικά μέτρα, όπως η μείωση των συντελεστών φορολόγησης που είχε εξαγγείλει ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004 δεν πρόκειται να καταργηθούν, γίνεται αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ, με μοναδική εξαίρεση τους φόρους ακίνητης περιουσίας δεν πρόκειται να θίξει το ισχύον πλαίσιο.

Δεύτερο, επαναφέροντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την πρόταση που είχε κάνει από το Λαύριο το 2004, για «γενναίο πρόγραμμα επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών των νέων για 4 χρόνια», ασχέτως του γεγονότος ότι από τότε μεσολάβησε μια εξέγερση στη Γαλλία εναντίον αυτού ακριβώς του μέτρου, ετοιμάζεται να δημιουργήσει νέες αδικίες και αντιθέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα κι ευρύτερα την αγορά εργασίας. Μεγάλος ωφελημένος σε κάθε περίπτωση θα είναι η εργοδοσία που θα δει τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις να μειώνονται δραματικά. Το μέτρο αυτό πιθανά θα περιληφθεί στο νέο ασφαλιστικό που υποσχέθηκε να φέρει το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται επίσης κι η βασική σύνταξη. Μέτρο, που αποτελεί προϋπόθεση για την τριχοτόμηση του ασφαλιστικού συστήματος, κατά τις υποδείξεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Τη δική της σημασία έχει επίσης η υπαναχώρηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ σ’ ότι αφορά την εξαγγελία του πέρυσι, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για το αντιασφαλιστικό, ότι θα αποσύρει το νόμο της… επάρατης. Από τη Θεσσαλονίκη τίποτε σχετικό δεν επανέλαβε, παρότι εξήγγειλε την ακύρωση άλλων νόμων, όπως για το χωροταξικό.

Τρίτο, εξαγγέλλοντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, έστω και «μετά από κοινωνικό διάλογο», στην πράξη ολοκληρώνει ότι αφήνει στη μέση η ΝΔ, δημιουργώντας νέα πεδία δράσης για το κεφάλαιο σε κλάδους και υπηρεσίες που προστατεύονταν μέχρι πρόσφατα από παρωχημένες συντεχνιακές ρυθμίσεις.

Κατά τέταρτο πολλά μέτρα έχουν εν πολλοίς δημαγωγικό χαρακτήρα. Πως για παράδειγμα «θα παγώσουν οι δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που πλήττονται από την κρίση» όταν για κάτι τέτοιο απαιτείται να εισέλθει στα άδυτα των αδύτων του ιδιωτικού τομέα; Πως θα τις υποχρεώσει; Πως επίσης θα «αυστηροποιήσει» το πλαίσιο δράσης των εξωχώριων εταιρειών, όταν ο έλεγχός τους έχει αποδειχθεί ανέφικτος ακόμη και για ισχυρά κράτη, όπως το γερμανικό;

Με βάση τα παραπάνω, η μοναδική δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, είναι η ανάπτυξη ανεξάρτητων, ταξικών, εργατικών αγώνων. Η ισχυροποίηση δε του μετωπικού σχήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις προσεχείς εκλογές θα συμβάλλει τα μέγιστα σε αυτή την κατεύθυνση στο βαθμό που θα αναβαθμίσει σε πολιτικό επίπεδο τις ανατρεπτικές, επαναστατικές τάσεις.

Το φάντασμα της Αργεντινής (Πριν, 21/2/2009)

Οικονομικοί τρομοκράτες Προβόπουλος – Αλμούνια

ΣΥΝΤΑΓΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Πρόωρο και άδοξο τέλος είχε η προσπάθεια του Κ. Καραμανλή να χαλαρώσει την άγρια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της προηγούμενης πενταετίας, όπως επιχειρήθηκε με την απομάκρυνση του Γ. Αλογοσκούφη από το υπουργείο Οικονομίας στον πρόσφατο ανασχηματισμό και την ανάκληση ορισμένων ακραία αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων. Την αναδίπλωση αυτής της πολιτικής και την επικείμενη εφαρμογή βάρβαρων αντεργατικών μέτρων προανήγγειλαν την εβδομάδα που πέρασε οι συστάσεις που απηύθυνε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας για την οικονομική πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί (προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Μαξίμου) και δυο μέρες μετά οι δηλώσεις του κοινοτικού επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια με αφορμή την κατάθεση του Επικαιροποιημένου Προγράμματος Σταθερότητας. Δύο ήταν τα κοινά σημεία των τοποθετήσεών τους. Το πρώτο αφορούσε την ανάγκη εφαρμογής ενός σταθεροποιητικού κατά τα λεγόμενά τους προγράμματος που στην πραγματικότητα θα είναι πρόγραμμα παρατεταμένης και βάρβαρης λιτότητας που θα μετατρέψει την Ελλάδα σε Ρωσία των αρχών της δεκαετίας του ’90. Το δεύτερο σημείο στο οποίο συμφωνούν είναι ότι δεν υφίσταται περιθώριο άσκησης επεκτατικής πολιτικής που θα λειτουργήσει αντικυκλικά στηρίζοντας τη ζήτηση και τα εισοδήματα, χωρίς να υπονοείται τίποτε περισσότερο από την πολιτική που εφαρμόζουν όλες μα όλες οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες κι οι ΗΠΑ με μοναδική εξαίρεση αυτές που βαρύνονται με υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. «Η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο χορήγησης αναπτυξιακών κινήτρων, δεδομένου του πολύ υψηλού χρέους της και τη ανισορροπίας του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών», ήταν τα λόγια του ισπανού επιτρόπου. Καρμπόν ήταν και οι δηλώσεις του Γ. Προβόπουλου: «Δεν υπάρχουν περιθώρια για παραδοσιακού τύπου δημοσιονομική ώθηση, λόγω του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος, του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική είναι αναγκαία όχι μόνο για να τηρηθούν οι κανόνες του αναθεωρημένου και ευέλικτου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά και για να βελτιωθούν οι όροι εξωτερικού δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα». Οι παραπάνω οδηγίες αν ανέκαθεν προοικονομούσαν φτώχεια και εξαθλίωση σήμερα εγκυμονούν έναν επιπλέον κίνδυνο: την εξώθηση της κρίσης στα έσχατα όρια της, δηλαδή στο οικονομικό κραχ και τη χρεοκοπία. Οι συνταγές του Αλμούνια και του Προβόπουλου κινούνται στην διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που βρίσκονται (προσωρινά έστω) οι πολιτικές που εν χορώ εφαρμόζουν όλες οι καπιταλιστικές χώρες, με απώτερο σκοπό να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης και να αμβλύνουν τις συνέπειες της. Οι κήρυκες της δημοσιονομικής πειθαρχίας αντίθετα, ιεραρχώντας τη δογματική προσήλωση και την εμμονή του στη δημοσιονομική σταθερότητα λειτουργούν σαν οικονομικοί τρομοκράτες απειλώντας να τινάξουν την οικονομία στον αέρα, καθώς το δικό τους μίγμα πολιτικής είναι το πλέον ακατάλληλο. Κι αν μέχρι πέρυσι απλώς αύξανε τη φτώχεια και τους φτωχούς τώρα απειλεί να οδηγήσει τον ελληνικό καπιταλισμό στη χρεοκοπία και τους εργαζόμενους στην εξαθλίωση.

 Ιδεοληψία και δογματική εμμονή στα κριτήρια της δημοσιονομικής σταθερότητας βρίσκεται πίσω από τις προτάσεις Προβόπουλου και Αλμούνια για μείωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τυχόν προσπάθεια υλοποίησης αυτών των μέτρων, που ισοδυναμούν με λάδι στη φωτιά της κρίσης, δεν θα σημάνει μόνο την εξαθλίωση των εργαζομένων αλλά συνολική χρεοκοπία.

 

Αδειάζουν τα ταμεία οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο για να αντιμετωπίσουν την κρίση

Για να φανεί πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι οι βαρυσήμαντες κατά τ’ άλλα συστάσεις της ΕΕ και της Τράπεζας της Ελλάδας (που θα μείνουν στην ιστορία σαν υπόδειγμα παλιοκαιρίτικης εμμονής και ανικανότητας προσαρμογής) αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον υπόλοιπο κόσμο όπου εδώ και μήνες πραγματικά βρέχει… δισεκατομμύρια. Εν αρχή είναι οι ΗΠΑ κι όχι τυχαία. Καθώς εκεί βρίσκεται το επίκεντρο της κρίσης όπου ξεδιπλώθηκε για πρώτη φορά με το σκάσιμο της φούσκας της αγοράς των ακινήτων, στις ΗΠΑ εφαρμόστηκαν τα πρώτα μέτρα για την διαχείριση και την αναχαίτισή της. Οπότε, όποιος θέλει να ελέγξει τι ενδείκνυται, τι αποδίδει και τι όχι, εκεί θα πρέπει να στρέψει το ενδιαφέρον του. Στις ΗΠΑ λοιπόν το πρώτο πακέτο στήριξης των τραπεζών το πολυσυζητημένο πακέτο Πόλσον, όπως έλεγαν τον υπουργό Οικονομικών του Μπους, ύψους 700 δισ. δολ. έπεσε κυριολεκτικά στο κενό καθώς γρήγορα αποδείχτηκε σταγόνα νερού σε μια βιβλικών διαστάσεων πυρκαγιά. Η αναποτελεσματικότητα του δεν αποθάρρυνε την κυβέρνηση Ομπάμα να ξαναβάλει το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει τις τράπεζες. Έτσι, ο νέος υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε στις 10 Φεβρουαρίου ένα νέο πακέτο διάσωσης των τραπεζών με την επωνυμία Χρηματοοικονομικό Σχέδιο Σταθερότητας, ύψους 2 τρισ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η νέα αμερικανική ηγεσία άλλαξε όχημα. Το πακέτο Ομπάμα που εγκρίθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τα δύο αμερικανικά νομοθετικά σώματα συνιστά τομή στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης γιατί για πρώτη φορά δοκιμάζονται πολιτικές που συνιστούν καθαρό και ανόθευτο κεϋνσιανισμό. Προβλέπονται πολιτικές που έχουν ξεσηκωθεί ατόφιες από το πιο καλά δοκιμασμένο και μοναδικό εγχειρίδιο χρήσης για περιόδους κρίσης. Το πακέτο Ομπάμα ύψους 789,2 δισ. δολ. χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος που ισοδυναμεί με το 38% των δαπανών του αφορά φορολογικές απαλλαγές που δεν κατευθύνονται στους υπερπλούσιους όπως συνέβαινε κάθε χρόνο την οκταετία του Μπους, αλλά στα πιο χαμηλά εισοδήματα, χωρίς ωστόσο να ξεχνάμε ότι ο μέσος φορολούμενος στις ΗΠΑ είναι πολύ πιο πλούσιος από τον μέσο κάτοικο της χώρας. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει χαμηλόμισθος και γενικότερα εργαζόμενος που να μη δει το βδομαδιάτικό του να αυξάνεται κατά 7, 12 ακόμη και 14 δολάρια. Ένα δεύτερο τμήμα του πακέτου, που ισοδυναμεί κι αυτό με το 38% της αξίας του θα στραφεί στην υγεία, την παιδεία, τους άστεγους και τους ανέργους κι ένα τρίτο ίσο με το εναπομείναν 26% θα στραφεί στον εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων υποδομών, στην ενθάρρυνση της επιστημονικής ιατρικής έρευνας και σε κίνητρα στην πράσινη βιομηχανία. Όσο κι αν τα παραπάνω στήριξης της ενεργού ζήτησης σηματοδοτούν την σχετική τροποποίηση της εφαρμοζόμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής δεν συνιστούν την ανατροπή της ή, πολύ περισσότερο, αλλαγή οικονομικού παραδείγματος καθώς πρώτο, είναι μέτρα περιορισμένης χρονικής διάρκειας και δεύτερο αφήνουν ανέγγιχτους τους όρους διανομής του παραγόμενου προϊόντος ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Πλαίσιο που καθορίζει με τον αλάνθαστο τρόπο το περιεχόμενο κάθε οικονομικής πολιτικής. Άλλες φορές μάλιστα το πακέτο διάσωσης συνοδεύεται από την επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα οι απολύσεις 20.000 δημοσίων υπαλλήλων στην άλλοτε χρυσή πολιτεία της Καλιφόρνιας, που λικνίζεται κι αυτή στα βήματα του τάνγκο βρισκόμενη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Επίσης η απόλυση 14.000 μόνιμων μισθωτών από την Τζένεραλ Μότορς, που αποτελεί μάλιστα όρο για την κρατική χρηματοδότησή της, και η επακόλουθη αντικατάστασή τους από προσωρινό προσωπικό, χαμηλών μισθολογικών απαιτήσεων και υψηλής εκμετάλλευσης, ρεϊγκανικών προδιαγραφών. Οι αθρόες χρηματοδοτήσεις δεν αποτελούν αμερικανική ιδιαιτερότητα, όσο κι αν οι Αμερικάνοι είναι που είδαν πρώτοι το χάρο της συστημικής κατάρρευσης με τα μάτια τους τον Σεπτέμβριο αφήνοντας να χρεοκοπήσει η Λίμαν Μπράδερς. Έκτοτε προσέχουν, όπως κι άλλες αστικές τάξεις. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 12,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2008, ανακοίνωσε πακέτο διάσωσης ύψους 425 δισ. γεν. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού τα πράγματα αποδείχθηκαν πολύ χειρότερα, προς διάψευση των ελπίδων ότι η κρίση θα περιοριστεί στις ΗΠΑ, βελτιώνοντας εξ αντανακλάσεως της θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Προς επίρρωση η συρρίκνωση του ΑΕΠ των 16 χωρών της ευρωζώνης το τέταρτο τρίμηνο του 2008 κατά 1,5%, όταν στις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 1% και η αποκάλυψη του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ότι για πολύ καιρό ήταν απαγορευμένη η χρήση της λέξης ύφεση στα κοινοτικά έγγραφα από την Κομισιόν και τον πρόεδρό της, Μ. Μπαρόζο. Η βρετανική κυβέρνηση, που προς έκπληξη και των πιο απαισιόδοξων έχει χαρακτηρίσει την τρέχουσα κρίση την σοβαρότερη των τελευταίων εκατό χρόνων, δηλαδή βαθύτερη κι απ’ αυτήν του ’29-’30 ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα αγοράς τοξικών ομολόγων, ύψους 75 δισ. δολ. Στη γειτονική Ιρλανδία η κυβέρνηση αφού κρατικοποίησε τις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή κυβέρνηση που απέκτησε ντε φάκτο τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. Στη Γαλλία η δεξιά κυβέρνηση προσέφερε 6 δισ. ευρώ υπό τη μορφή χαμηλότοκων δανείων στις αυτοκινητοβιομηχανίες της με τον όρο να μην κλείσουν εργοστάσια και να μην απολύσουν εργάτες. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι που έχει μεγαλύτερο δημόσιο χρέος από το ελληνικό και εφάμιλλο έλλειμμα έγραψε στα παλιότερα των υποδημάτων της τις κοινοτικές υστερίες και ανακοίνωσε πακέτο διάσωσης ύψους 2 δισ. ευρώ που θα κατευθυνθεί στην ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία και την κατανάλωση, επιδοτώντας με 3.000 ευρώ κάθε καταναλωτή που αποσύρει αυτοκίνητο δεκαετίας κι αγοράζει νέο που εκπέμπει χαμηλότερους ρύπους. Η κυβέρνηση της Μέρκελ στη Γερμανία τέλος ψήφισε το υψηλότερο σε αξία πακέτο στήριξης της οικονομίας στην μεταπολεμική ιστορία, ύψους 50 δισ. ευρώ που είναι το δεύτερο από την έναρξη της κρίσης. Θα κατευθυνθεί δε σε δημόσιες επενδύσεις, επιστροφές φόρου και επιδοτήσεις για την απόσυρση παλιάς τεχνολογίας αυτοκινήτων. Επίδειξη επίσης προσαρμοστικής ικανότητας ήταν και η ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης στο τέλος της εβδομάδας που πέρασε ότι προτίθεται να στηρίξει κλυδωνιζόμενα κράτη, έστω και μέσω της παροχής κεφαλαίων στο ΔΝΤ για να μη καταρρεύσουν. Παρότι η ανακοίνωση έγινε υπό το φόβο των οικονομικών τριγμών που ενδέχεται να νιώσει η Αυστρία καθώς οι τράπεζες της έχουν χορηγήσει δάνεια στην ανατολική Ευρώπη που ξεπερνούν το 80% του ΑΕΠ της (!) αποτελεί αναίρεση της άτεγκτης στάσης που ακολουθούσε μέχρι πρόσφατα και πολύ περισσότερο αυτής που υποδεικνύει να ακολουθήσουν οι χώρες με μεγάλο έλλειμμα. Τα πακέτα στήριξης που ανακοινώνουν τα καπιταλιστικά κράτη όσο κι αν αποτελούν μια βαθιά ρεαλιστική αντιμετώπιση της κρίσης, βρίθουν αντιφάσεων. Τα παραπάνω μέτρα, τουλάχιστον στην αμερικανική πιο προωθημένη μορφή τους, αποσκοπούν στην στήριξη της κατανάλωσης έτσι ώστε τα ρήγματα της κρίσης να μπαζωθούν όπως – όπως με μια νέα πλημμυρίδα ρευστού, όπως ακριβώς έγινε και το 2000 με τη φούσκα της «νέας οικονομίας» και των μετοχών του ίντερνετ. Παράλληλα φυσικά αυξάνουν το εργατικό εισόδημα (έστω κι αν τα δεκαδόλαρα πάνε στα δυσθεώρητα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών) χωρίς ταυτόχρονα να μειώνονται τα κέρδη των επιχειρήσεων αλλά τα κρατικά έσοδα. Από την άλλη, η χρηματοδότηση της πράσινης βιομηχανίας (που εμφανίζεται ως αντίδοτο στην κρίση και στην ημεδαπή από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης) μόνο ως παράπλευρο όφελος στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργαζομένων και την επίλυση της χρόνιας περιβαλλοντικής κρίσης. Ζητούμενό τους είναι τα υπερυψηλά, μονοπωλιακά ποσοστά κέρδους που συνοδεύουν κάθε νέα επένδυση και διαφοροποιημένη γραμμή παραγωγής μέχρι που ο κορεσμός του κλάδου με το πέρασμα του χρόνου και την έλευση νέων καπιταλιστών που θα προσέλθουν μαγνητισμένοι από αυτά τα άνω του μέσου ποσοστά κέρδους, να τα «κανονικοποιήσουν» οδηγώντας ξανά σε ένα μεταγενέστερο κύκλο σε πτώση το ποσοστό κέρδους. Παράπλευρη απώλεια των παραπάνω μέτρων είναι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, μια νέα όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης. Η ενασχόληση με τα δημόσια οικονομικά παύει να είναι δουλειά του κάθε Αλμούνια από τη στιγμή που η αναλλοίωτη οικονομική πολιτική προδιαγράφει ότι η επαναφορά τους στον ορθό δρόμο θα γίνει εις βάρος των εργαζομένων. Έστω κι αν δεν είναι αυτοί που γεύτηκαν την μερίδα του λέοντος. Μια δεύτερη συνέπεια είναι το αυξημένο κόστος που θα καταβάλλουν τα μικρότερα κράτη για να βρουν δανεικά όσο διάστημα η αγορά θα κατακλύζεται από την υπερπροσφορά αμερικανικών ομολόγων (τίτλους αστρονομικού ύψους 2,5 τρισ. δολ. θα εκδώσουν όλη τη χρονιά), που εξ ορισμού αξιολογούνται με την υψηλότερη βαθμολογία, και επίσης ομολόγων που εκδίδουν εταιρείες του ιδιωτικού τομέα οι οποίες προσπαθούν να αποφύγουν την κινούμενη άμμο των χρηματιστηρίων. Υπό αυτή την έννοια η άνοδος των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, ακόμη και τρεις ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα όπως συνέβη την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, δεν αντανακλά μόνο τις δομικές αδυναμίες του ελληνικού καπιταλισμού. Μεταξύ πολλών άλλων, είναι και πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης ή, διαφορετικά ειδωμένο, ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Σ’ αυτό το βωμό οι φορολογούμενοι της Ελλάδας θα καταβάλλουν το τρέχον έτος 1 δισ. επιπλέον για τα νέα δάνεια του ελληνικού δημοσίου.

Αντιφάσεις των πακέτων διάσωσης

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Οι πιο ηχηρές επιφυλάξεις για τα πακέτα διάσωσης ωστόσο διατυπώθηκαν υπό τη μορφή αποτίμησης της τύχης που είχαν ανάλογες κρατικές πρωτοβουλίες στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της χαμένης λεγόμενης δεκαετίας η οποία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αφορμή κι εκεί το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Από το 1991 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 σε ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που δεν έχει όμοιο στη σύγχρονη ιστορία η Ιαπωνία δαπάνησε 6,3 τρισ. δολ., καταφέρνοντας να δημιουργήσει το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών – ισοδύναμο με το 180% του ΑΕΠ της που ανέρχεται σε 5,5 τρισ. δολ. – και το μόνο που πέτυχε ήταν να αποφύγει μια συστημική κατάρρευση τύπου ’29–’30. Ποτέ δε βγήκε από την κρίση, όπως φάνηκε και τώρα που πριν καν ανεβάσει πυρετό η αμερικανική οικονομία αυτή έπαθε πνευμονία. Παίρνοντας υπ’ όψη μας ότι η αμερικανική οικονομία είναι διπλάσια περίπου της ιαπωνικής και το σημαντικότερο πως ο παγκόσμιος χαρακτήρας της σημερινής κρίσης δεν δίνει τη δυνατότητα σε κάποια χώρα να αποτελέσει σανίδα σωτηρίας για την έξοδο των άλλων όπως ανέκαθεν συνέβαινε με τις προηγούμενες κρίσεις (Σουηδίας, Ιαπωνίας, Μεξικού, Αργεντινής, Βραζιλίας, Νοτιοανατοικής Ασίας, Ρωσίας, κλπ) μπορούμε να φανταστούμε πόσες δεκάδες ακόμη πακέτα Πόλσον, Γκάιτνερ και Ομπάμα μπορεί να απαιτηθούν χωρίς κάποιο ορατό αποτέλεσμα. Η σημαντικότερη ωστόσο αιτία για την αναποτελεσματικότητα των πακέτων διάσωσης είναι ότι (χωρίς να παραγνωρίζουμε πως συνοδεύονται από μέτρα απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και ιδιωτικοποιήσεων που απογειώνουν την εκμετάλλευση και το ποσοστό κέρδους – κι εδώ πάλι η Ιαπωνία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα) αυτά τα ίδια στέκονται στην κυκλοφορία, διευκολύνοντας τις περισσότερες φορές την πραγμοποίηση της υπεραξίας, χωρίς όμως να ανατρέπουν τους όρους εκμετάλλευσης προς όφελος του κεφαλαίου. Όρος εκ των ων ουκ άνευ όμως για την ανάταξη του ποσοστού κέρδους και την υπέρβαση της κρίσης είναι η επιμήκυνση του απλήρωτου χρόνου εργασίας. Όσο τα φυσικά και ιστορικά εμπόδια, υπό την μορφή των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, δεν επιτρέπουν στο κεφάλαιο να εμπεδώσει στην παραγωγή το βαθμό εκμετάλλευσης που προσιδιάζει στην αυξημένη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, τόσο η κρίση θα είναι παρούσα και θα εμφανίζεται κάθε φορά με τα… ρούχα κάποιου άλλου: των νέων τεχνολογιών, των ακινήτων, των πιστωτικών σε λίγα χρόνια, κλπ. 

 ΒΙΑΙΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Ζητούν άγρια μέτρα λιτότητας

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

Οι βαθύτερες αντινομίες που χαρακτηρίζουν κάθε μέτρο του κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν αναιρούν το γεγονός ότι πολλές φορές η εφαρμογή του αποτελεί μονόδρομο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τα πακέτα διάσωσης. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την μακροχρόνια αποτελεσματικότητά τους, κανείς όμως δεν μπορεί να βρει και κάποιο καλύτερο μέτρο άμεσης απόδοσης που η υιοθέτησή του να μην γεννάει αντιδράσεις, παρά μόνο σε γραφικούς θεματοφύλακες της μονεταριστικής ορθοδοξίας. Προκαλεί έκπληξη για παράδειγμα ότι η Αγγλία πήρε απόφαση να «κόψει», κατά το κοινόν λεγόμενο, νέο χρήμα για να τροφοδοτεί την αγορά. Σε μια νέα επίδειξη πραγματισμού και θέλοντας να αποφύγει τα τοκογλυφικά επιτόκια των δανειστών καταφεύγει σε μεθόδους που είχαν απαγορευτεί από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μοναδική εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα αποτελεί η ελληνική κυβέρνηση που δια του πρωθυπουργού έσπευσε να υποσχεθεί την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων και μέρος της ελληνικής αστικής τάξης που αν αφεθούν ελεύθεροι θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια τον ελληνικό καπιταλισμό στη χρεοκοπία και θα δούμε μπροστά στα μάτια μας να επαναλαμβάνεται το φαινόμενο της Αργεντινής. Η χώρα όμως του Μπόρχες και του Κορτάσαρ είχε το ελαφρυντικό πως οι ασυνάρτητες οικονομικές πολιτικές ήταν το αναγκαίο κακό μιας νομισματικής πολιτικής που επιβαλλόταν από την αμερικανική κεντρική τράπεζα, ελέω δολαριοποίησης της αργεντίνικης οικονομίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με μια σειρά χώρες της ανατολικής Ευρώπης που είχαν συνδέσει το νόμισμά τους με το ευρώ. Στην Ελλάδα όμως, εν μέσω κρίσης, ο Γ. Προβόπουλος ιεραρχεί ως πρωτεύοντας στόχο πολιτικής «τον άμεσο περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ για φέτος και την περαιτέρω μείωσή του περίπου κατά 1% του ΑΕΠ ετησίως την επόμενη τριετία, ώστε να μηδενιστεί το 2012. Η μείωση αυτή είναι εφικτή», τόνιζε μάλιστα στην ομιλία του τη Δευτέρα κατά την παρουσίαση της έκθεσης για τη νομισματική πολιτική 2008 – 2009. Κι ως δεύτερο στόχο έθετε «την ουσιαστική μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από την τιμή αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ (60%) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. εντός 10 ετών». Κατά την ομιλία του υπονόησε ακόμη και την ανάγκη αναθεώρησης της συλλογικής σύμβασης εργασίας καθώς για φέτος προβλέπει αυξήσεις 6% με προβλεπόμενο πληθωρισμό 1,8%! Μια ματιά να ρίξει κανείς στους υπέρμετρους στόχους που έθετε προεκλογικά η ΝΔ για το «νοικοκύρεμα» των δημόσιων οικονομικών (10 δισ. έλεγαν ότι θα εξοικονομήσουν από την κρατική σπατάλη) και την αποτυχία τους να τους πραγματοποιήσουν φαίνεται ανάγλυφα ότι ακόμη και η προσέγγιση των στόχων του Προβόπουλου θα σημάνει πρωτοφανούς αγριότητας μέτρα: απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, κάθετη μείωση των συντάξεων κι όχι απλά συγκρατημένες αυξήσεις ή πάγωμά τους όπως είχαμε μέχρι σήμερα, διακοπή χρηματοδοτήσεων σε υγεία, παιδεία, κλπ. Χώρια φυσικά που σε ότι αφορά τα πλέον ουσιώδη και δομικά χαρακτηριστικά, για παράδειγμα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που το 2008 αυξήθηκε κατά 8% φθάνοντας στο 14,5% του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα της αύξησης του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου το οποίο κινείται γύρω στο 19% του ΑΕΠ από το 2002, τα μέτρα του Γ. Προβόπουλου δεν θα επιφέρουν την παραμικρή βελτίωση. Αντίθετα θα βουλιάξουν τον ελληνικό καπιταλισμό κι ακόμη πιο βαθιά τους εργαζόμενους όπως συνέβη την τριετίας του Μητσοτάκη όταν επελέγη η πολιτική της βίαιης εκκαθάρισης ως διέξοδο από την κρίση. Σήμερα όμως μια τέτοια συσταλτική πολιτική (που δεν επιλέγεται από καμιά αστική τάξη) θα σημάνει την απότομη υποβάθμιση της θέσης ενός καπιταλιστικού σχηματισμού στον διεθνή ανταγωνισμό.

Αρέσει σε %d bloggers: