Σε 2 μέρες το Ισραήλ βομβάρδισε 3 κράτη!

Ξεπέρασε ακόμη και τον χειρότερο εαυτό του το Ισραήλ καταφέρνοντας εντός 48 ωρών να βομβαρδίσει τρία διαφορετικά κράτη της Μέσης Ανατολής: τον Λίβανο, το Ιράκ και τη Συρία!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στον Λίβανο στόχος των ισραηλινών επιθέσεων που υλοποιήθηκαν με τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών ήταν το κέντρο Τύπου της Χεζμπολάχ, στα νότια προάστια της Βηρυτού, και εγκαταστάσεις της μαρξιστικής οργάνωσης Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση στην Κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου. Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν την αντίδραση ακόμη και του προέδρου της χώρας, Μισέλ Αούν, ο οποίος χαρακτήρισε τις επιθέσεις ως «κήρυξη πολέμου». Η ισραηλινή επίθεση έρχεται ως συνέχεια της ανέγερσης από το Ισραήλ το 2018 τείχους στα σύνορα των δύο χωρών, κι αποτελεί ωμή παραβίαση της απόφασης του ΟΗΕ υπ. αρ. 1701 με την οποία τερματίστηκε η εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο το 2006. Είναι δε η πρώτη φορά που βομβαρδίζεται η χώρα από το 2006, με αποτέλεσμα ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, να υποσχεθεί απάντηση στους εισβολείς:  «Λέω στον ισραηλινό στρατό που βρίσκεται στα σύνορα ότι από απόψε να μείνουν άγρυπνοι φρουροί. Σε μία, δύο, τρεις, τέσσερις ημέρες να μας περιμένετε»! Κατά πόσο φυσικά αυτές οι απειλές θα γίνουν πράξη είναι άγνωστο….

Οι πρόσφατες ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράκ, με την πιο πρόσφατη να έχει ως στόχο στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Μονάδων Λαϊκής Κινητοποίησης, ήταν οι πρώτες μετά το 1981, όταν η ισραηλινή αεροπορία βομβάρδισε πυρηνικό αντιδραστήρα υπό κατασκευή ώστε να εξασφαλίσει πώς το Ισραήλ θα είναι η μία και μοναδική πυρηνική δύναμη στην Μέση Ανατολή. Οι επιθέσεις στο Ιράκ οδήγησαν την ιρακινή πολιτική ηγεσία να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση των 5.000 αμερικανών στρατιωτών που εδρεύουν στο Ιράκ από το 2014 όταν επέστρεψαν, μετά την απόσυρσή τους το 2011, με το πρόσχημα αντιμετώπισης του ISIS. Στην κηδεία των νεκρών Ιρακινών κάηκαν αμερικανικές σημαίες, ενώ τα συνθήματα που κυριαρχούσαν ήταν «θάνατος στις ΗΠΑ» και «θάνατος στο Ισραήλ». Η επίθεση στο Ιράκ προκάλεσε ερωτηματικά και αγανάκτηση και για το ρόλο της Σαουδικής Αραβίας, μιας ο μοναδικός τρόπος για να φτάσουν στο Ιράκ τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη ήταν μέσω Τουρκίας ή Σαουδικής Αραβίας. Κι η Τουρκία αποκλείεται να βοήθησε το Ισραήλ…

Ο βομβαρδισμός της Συρίας από το Ισραήλ, δυστυχώς, δεν αποτελεί είδηση, καθώς συστηματικά τα τελευταία χρόνια η ισραηλινή αεροπορία επιτίθεται στη Συρία υποστηρίζοντας ότι στόχο της είναι ιρανικές δυνάμεις και με αυτόν τον τρόπο αποτρέπει τα σχέδια προώθησης του Ιράν προς τα ισραηλινά σύνορα. Για το Ισραήλ η ιρανική απειλή έχει εξελιχθεί σε μια ιδανική αφορμή για να επεκτείνει την ακτίνα δράσης του σε όλη την Μέση Ανατολή, χωρίς να υπάρχει καμία αντίδραση! Ας σκεφτούμε τι διεθνείς αντιδράσεις θα είχαν ξεσηκωθεί αν το Ιράν ή το Ιράκ βομβάρδιζε μέσα σε 2 ημέρες 3 διαφορετικές χώρες… Θα είχε εξασφαλίσει τις πιο σκληρές οικονομικές κυρώσεις για πολλούς αιώνες. Και τώρα ακόμη και για να μάθουμε τα νέα …κατορθώματα του Ισραήλ πρέπει να ψάξουμε στα μονόστηλα του διεθνούς Τύπου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ισραηλινός εξτρεμισμός απειλεί να τινάξει όλη την Μέση Ανατολή, από την μια άκρη ως την άλλη, στον αέρα! Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι προσπάθειες των ΗΠΑ να αποσείσουν από πάνω τους τις ευθύνες για τις ισραηλινές επιθέσεις, φοβούμενες ένα κύμα επιθέσεων εναντίον των Αμερικανών στρατιωτών ως απάντηση στους πολύνεκρους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών ανακοίνωση του αμερικανικού πενταγώνου τη Δευτέρα 26 Αυγούστου ανέφερε ότι «υποστηρίζουμε την ιρακινή κυριαρχία κι έχουμε κατ’ επανάληψη αποδοκιμάσει πιθανές δράσεις από εξωτερικούς παράγοντες που υποκινούν τη βία στο Ιράκ»… Για το Ισραήλ φυσικά κουβέντα, παρότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν άφησε καμμιά αμφιβολία για τον αυτουργό των βομβαρδισμών όταν δήλωνε, αμέσως μετά το πέρας τους ότι «κάθε χώρα που επιτρέπει να χρησιμοποιείται το έδαφος της για επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ θα αντιμετωπίζει τις συνέπειες και επαναλαμβάνω η χώρα θα αντιμετωπίζει τις συνέπειες»!

Το χειρότερο ωστόσο όχι μόνο για τους λαούς της Μέσης Ανατολής αλλά επίσης για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο είναι ότι οι ισραηλινές επιθέσεις εντάσσονται πλήρως και συμπληρώνουν το δόγμα του Λευκού Οίκου περί άσκησης «μέγιστης πίεσης» στο Ιράν. Οι ΗΠΑ επομένως οπλίζουν το Ισραήλ, τόσο με την μεταφορική όσο και με την κυριολεκτική έννοια του όρου.

Από την άλλη, το Ισραήλ διαμορφώνει τετελεσμένα κι επιχειρεί να επηρεάσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μόνο σύμπτωση δεν ήταν για παράδειγμα η χρονική συγκυρία που επέλεξε το Ισραήλ να βομβαρδίσει Λίβανο, Ιράκ και Συρία, καθώς εκείνες τις ημέρες κορυφώνονταν οι υπόγειες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, με τον Τραμπ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο απ’ ευθείας συνάντησής του με τον ιρανό ομόλογό του Χασάν Ρουχανί. Η πιθανότητα αποκλείστηκε όταν ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Μοχάμεντ Τζαβάντ Ζαρίφ, που χαίρει μεγάλης αναγνώρισης στη διεθνή διπλωματία, δήλωσε πώς ο δρόμος των διαπραγματεύσεων περνάει μέσα από την επιστροφή των ΗΠΑ στη διεθνή συμφωνία, από την οποία αποχώρησε τον Μάιο του 2018. Το Ισραήλ προκάλεσε το Ιράν, ευελπιστώντας  να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο, για να εξαλείψει οποιαδήποτε πιθανότητα επαναπροσέγγισης. Πλάι δε σε όλα αυτά είναι κι η προσωπική ατζέντα του Νετανιάχου που ξέρει ότι ο πιο σύντομος δρόμος για μα τερματίσει πρώτος στις πρόωρες εκλογές που προκάλεσε ώστε να τη γλιτώσει από τις διώξεις για σκάνδαλα είναι η όξυνση, ακόμη κι ένας πόλεμος…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Ο Λίβανος ξανά στο μάτι του κυκλώνα

 

«Όπως υποστήριξε ο Χαρίρι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ουάσινγκτον», έγραφε το πάντα καλά ενημερωμένο περιοδικό Foreign Affairs στις 3 Αυγούστου 2017 με αφορμή την επίσκεψη του λιβανέζου πρωθυπουργού στην αμερικανική πρωτεύουσα, «κύρια προτεραιότητα του Λιβάνου μεσοπρόθεσμα, είναι η διατήρηση της επισφαλούς πολιτικής σταθερότητας που η χώρα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει από το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου στη γειτονική Συρία».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αυτή ακριβώς η σταθερότητα διακυβεύεται πλέον καθαρά μετά την επεισοδιακή παραίτηση του λιβανέζου πρωθυπουργού, που ανακοινώθηκε επί σαουδαραβικού εδάφους στις 4 Νοεμβρίου. Η παραίτηση ωστόσο μόνο οικειοθελής δεν ήταν! Ούτε και η δήλωση που διάβασε ο Σαάντ Χαρίρι γράφτηκε από τον ίδιο, καθώς κατά γενική ομολογία ακόμη και δυτικών Μέσων, η γλώσσα που χρησιμοποίησε εναντίον του Ιράν ήταν εντελώς ξένη για τον λιβανέζο πρωθυπουργό, ο οποίος μαζί με τη λιβανέζικη διατηρεί και σαουδαραβική υπηκοότητα. Κάλλιστα επομένως το Ριάντ μπορεί να του απαγγείλει κατηγορίες και να διατάξει την προφυλάκισή του όσο βρίσκεται εντός των συνόρων του, όπως άλλωστε έκανε ο ντε φάκτο βασιλιάς της χώρας 32χρονος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, με δεκάδες υπουργούς, πρίγκηπες και καναλάρχες. Κι αν η εκκαθάριση των ανακτορικών αντιπάλων του αποσκοπούσε στη διασφάλιση της εξουσίας του, η εξαγωγή πολιτικής αστάθειας στη χώρα των Κέδρων, μέσω της απαγωγής ενός εκλεγμένου προέδρου, υπηρετεί τα επεκτατικά του σχέδια. Και συγκεκριμένα έναν πόλεμο με το Ιράν! Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που ο σαουδάραβας ηγέτης μετέρχεται τέτοιων μεθόδων. Υπό κράτηση βρίσκεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο πρόεδρος της Υεμένης, στελέχη της συριακής αντιπολίτευσης, κ.α.

Αλήθεια, εν είδει παρενθέσεως, πόσες φορές θα είχε συνεδριάσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ; Πόσα πολεμικά πλοία των ΗΠΑ θα είχαν μετακινηθεί στον Περσικό; Και πόσες εκτοξεύσεις πυραύλων θα είχαν ήδη πυροδοτηθεί αν αυτή την απαγωγή την είχε υλοποιήσει το Ιράν;

Ο Λίβανος αποτελεί την πιο ζωντανή απόδειξη της δυνατότητας ασφαλούς και αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών. Ο απόλυτος σεβασμός στα συμφωνηθέντα μεταξύ των δύο βασικών δογμάτων του Ισλαμισμού δεν έχει εξασφαλίσει μόνο την ειρήνη στον πολύπαθο Λίβανο, αλλά δείχνει ότι ο καλλιεργούμενος από τον Ουαχαμπίτικο οίκο των Σαούντ «πόλεμος των πολιτισμών» εντός του Ισλάμ (που αν και υποδιαίρεση έρχεται να υποστηρίξει ακριβώς τα ίδια εμπρηστικά σχέδια με τον πρωτότυπο «πόλεμο των πολιτισμών» του Χάντιγκτον) είναι πολιτική επινόηση, μοχλός υποδαύλισης πολιτικών διαιρέσεων και αιματηρών εμφυλίων. Γι’ αυτό και ο Λίβανος πρέπει να πάψει να είναι όαση στην κόλαση της Μέσης Ανατολής!

Κι επειδή αυτή την πολιτική ο ίδιος ο Χαρίρι δεν πειθόταν να την υλοποιήσει από μόνος του πιθανότατα του επιβλήθηκε υπό τη μορφή απειλής. Ο κατασκευασμένος χαρακτήρας της πολιτικής κρίσης που εμφανίστηκε στο Λίβανο και της ευρύτερης αναστάτωσης τους τελευταίους μήνες αποκαλύπτεται αν λάβουμε υπ’ όψη μας δύο καθόλου τυχαίες χρονικές συμπτώσεις. Η πρώτη σχετίζεται με την επίσκεψη του Τραμπ στη Σαουδική Αραβία τον Μάιο που φαίνεται ότι άναψε το πράσινο φως στον 32χρονο ηγέτη της όχι μόνο για το εμπάργκο στο Κατάρ σε λιγότερο από ένα μήνα αλλά και για τις εκκαθαρίσεις εντός των Σαούντ. Ο δεύτερος κάθε άλλα παρά καθησυχαστικός συγχρονισμός σχετίζεται με την απόφαση του Τραμπ να μην επιβεβαιώσει στο Κογκρέσο τη συμμόρφωση του Ιράν ως προς τους όρους της συμφωνίας του 2015, με το αστείο σκεπτικό ότι η Τεχεράνη υλοποιεί το γράμμα μεν, αλλά όχι το πνεύμα της συμφωνίας… Κίνηση που ανοίγει το δρόμο για την ακύρωση της συμφωνίας και την επιβολή νέου εμπάργκο στο Ιράν…

Ωστόσο, η σταθερότητα στο Λίβανο οφείλεται στην τεράστια πολιτική επιρροή της σιίτικης αντιστασιακής οργάνωσης Χεζμπολάχ, που μπορεί για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να αποτελεί τρομοκρατική οργάνωση στον ίδιο το Λίβανο όμως και στη Μέση Ανατολή διαθέτει τεράστιο κύρος. Το επιβεβαίωσε με τον πόλεμο των 33 ημερών το 2006, όταν συνέτριψε τον ισραηλινό στρατό, και το απογείωσε πολεμώντας εναντίον του αδρά χρηματοδοτούμενο από τα σουνίτικα καθεστώτα και τις δυτικές κυβερνήσεις Ισλαμικού Κράτους στα εδάφη της Συρίας, αλλά και του ίδιου του Λιβάνου. Επιδέχεται πολλαπλών συμπερασμάτων το γεγονός ότι στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την επίσκεψη του Χαρίρι στην Ουάσινγκτον κι ενώ ο Τραμπ κατήγγειλε την Χεζμπολάχ, παρότι αποτελεί εκλογική επιλογή ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος του λιβανέζικου πληθυσμού και συμμετέχει στην κυβέρνηση, την ίδια μέρα η σιίτικη οργάνωση έφερνε σε πέρας μια αποστολή που απέρριψε ο Λιβανέζικος στρατός, ο οποίος χρηματοδοτείται γενναιόδωρα από τις ΗΠΑ: να ξεριζώσει και τα τελευταία υπολείμματα των τζιχαντιστών από τα όρη του βορειοανατολικού Λιβάνου!

Δοθέντος λοιπόν όχι μόνο του τεράστιου γοήτρου που έχει η Χεζμπολάχ, εντός κι εκτός του μικροσκοπικού Λιβάνου, αλλά και του ετοιμοπόλεμου της, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον ούτε η Σαουδική Αραβία, ούτε το Ισραήλ είναι διατεθειμένοι να αναμετρηθούν μαζί της, όσο κι αν η μία χώρα προσεύχεται κάθε βράδυ στο δικό της θεό να ξεκινήσει πόλεμο η άλλη. Άμεσος κίνδυνος επομένως εισβολής ή νέου εμφυλίου στο Λίβανο δεν υφίσταται επειδή η υπεροπλία της Χεζμπολάχ αποκλείει εξ αρχής κάθε ενδεχόμενο νίκης του αντίπαλου στρατοπέδου.

Η Μέση Ανατολή ωστόσο με την παραίτηση του Χαρίρι και την πρόσφατη πρωτοβουλία του Μακρόν να τον φιλοξενήσει στη Γαλλία, παρατείνοντας έτσι την απουσία του από το Λίβανο, γίνεται πιο απρόβλεπτη και η προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου πολύ πιο αιματηρού κι εκτεταμένου απ’ όσους έχουμε ήδη γνωρίσει στην περιοχή έρχεται πιο κοντά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Αλί Φαγιάντ (Χεζμπολάχ): Ήττα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή

Φως στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, από τη σκοπιά των δυνάμεων που αντιστέκονται στην αμερικανοκρατία και το σιωνισμό, έριξε ο Αλί Φαγιάντ, μάχιμος διανοούμενος και στέλεχος της Χεζμπολάχ, μιλώντας την Τετάρτη 5 Απριλίου στην αίθουσα του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών της Παντείου στην Πλάκα. Θέμα της διάλεξής του ήταν «Θρησκεία και πολιτική στις διαμάχες Συρίας και Ιράκ».

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Κατά την άποψη του Αλί Φαγιάντ, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή πρέπει να ειδωθούν υπό το φως έξι πραγματικοτήτων.

Πρώτη απ’ όλες είναι η υποχώρηση που σημειώνουν τα αμερικανικά σχέδια στην περιοχή, μετά την αποτυχία του Ισραήλ στο Λίβανο και των ίδιων των ΗΠΑ στο Ιράκ. Ταυτόχρονα η εποχή του Τραμπ, παρότι είναι βέβαιο ότι θα αυξήσει τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως.

Το δεύτερο γεγονός, σύμφωνα με τον λιβανέζο βουλευτή που διακρίνεται για την ικανότητα του να αναλύει τις εξελίξεις στην περιοχή, σχετίζεται με την αποτυχία της «αραβικής άνοιξης», καθώς η προσπάθεια εκδημοκρατισμού του αραβικού κόσμου κατέληξε σε χάος και ταραχές.

Σχετική με την αποτυχία της «αραβικής άνοιξης» είναι κι η αμφισβήτηση της ικανότητας των αραβικών κρατών να επιτελέσουν παραδοσιακές λειτουργίες. Το τρίτο δεδομένο επομένως αφορά στην κρίση νομιμοποίησης των αραβικών κρατών.

Μεταβατική περίοδος

Η τέταρτη πραγματικότητα σχετίζεται με τις πολεμικές διενέξεις και την παρατεταμένη αστάθεια, που επιτείνεται όσο η οδός των ειρηνικών μεταρρυθμίσεων παραμένει κλειστή. Το αποτέλεσμα είναι η Μέση Ανατολή να ζει μια μεταβατική περίοδος, η οποία είναι ασαφές πού θα καταλήξει.

Η πέμπτη δυναμική αφορά τη θρησκευτική παράμετρο. Εδώ υπάρχουν τρία ξεχωριστά ρεύματα. Ειδικότερα, για τον πανεπιστημιακό και συγγραφέα Αλί Φαγιάντ, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που πατρονάρονται ανοιχτά από την Τουρκία μετά την ανατροπή του Μόρσι και τις εσωτερικές έριδες διέρχονται κρίση. Το σαλαφίτικο ρεύμα με εκπρόσωπο το Daesh, που στηρίζεται ποικιλοτρόπως από τη Σαουδική Αραβία, είναι θέμα χρόνου να ηττηθεί στρατιωτικά, δημιουργώντας τότε τεράστια προβλήματα ασφάλειας στην Ευρώπη και τις άλλες χώρες στις οποίες θα επιστρέψουν οι μαχητές του. Τέλος, υπάρχει και το ισλαμικό ρεύμα της αντίστασης, με κορυφαία εκπρόσωπο τη Χεζμπολάχ που αντιπαλεύει τόσο το Daesh όσο και το Ισραήλ. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η μετριοπάθεια, η πολιτική του δράση και οι συμμαχίες που ξεπερνούν τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Εξέχουσα θέση του στην ατζέντα του έχει το Παλαιστινιακό. Σε ό,τι αφορά τη Συρία η Χεζμπολάχ αντιπαλεύει τόσο τα σχέδια διχοτόμησης όσο και το Daesh.

Τέλος, η έκτη παράμετρος που βοηθάει να αποκωδικοποιήσουμε τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνδέεται με το ψυχροπολεμικό κλίμα που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Ο Αλί Φαγιάντ, συγγραφέας του βιβλίου που κυκλοφορεί στα ελληνικά Εύθραυστα κράτη: το διακύβευμα της σταθερότητας στο Λίβανο και τον αραβικό κόσμο (εκδ. MADISA, Κέντρο Μελέτης και Αντιπληροφόρησης για τη Μέση Ανατολή) θύμισε ότι ανέκαθεν η Ουάσινγκτον θεωρούσε πως η οικοδόμηση της «Νέας Μέσης Ανατολής», κατά την προσφιλή της ορολογία, αποτελούσε προοίμιο για την οικοδόμηση ενός νέου διεθνούς συστήματος.

Δεν είναι θρησκευτική η διαμάχη!

Για τον Αλί Φαγιάντ, δύο είναι τα αντιτιθέμενα μπλοκ που έχουν διαμορφωθεί, παρά τις εσωτερικές τους αντιθέσεις, στη Μέση Ανατολή: Στη μια πλευρά βρίσκονται ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία, Ισραήλ και Τουρκία. Στην άλλη Ρωσία, Ιράν, Συρία, Χεζμπολάχ και σε κάποιο βαθμό Ιράκ και Κίνα. Για τον Αλί Φαγιάντ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Λιβάνου, η Συριακή κρίση προκλήθηκε από τις ΗΠΑ με στόχο να διακόψουν τον διάδρομο που δημιουργήθηκε από το Ιράν μέχρι τη Μεσόγειο όταν η ανατροπή του Σουνίτικου Μπάαθ στο Ιράκ έφερε στην εξουσία το πλειοψηφικό ρεύμα των Σιιτών. ΗΠΑ και Ισραήλ δεν μπορούσαν να συμβιώσουν με μια τέτοια προοπτική. Δημιούργησαν λοιπόν την κρίση για να αποκτήσουν εκ νέου τον έλεγχο των συνόρων Ιράκ – Συρίας.

Ο Αλί Φαγιάντ επιχειρώντας να συμπυκνώσει τις προκλήσεις για τις δύο χώρες επισήμανε ότι για το Ιράκ το στοίχημα είναι ένα εθνικό σχέδιο κρατικής συγκρότησης που θα κλείσει το δρόμο στις έξωθεν παρεμβάσεις. Για τη Συρία το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι η αποτροπή της Λιβανοποίησης και της διχοτόμησης.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Λιβανέζος αγωνιστής για να ανασκευάσει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι κατά βάθος πρόκειται για μια διαμάχη μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών. «Πρόκειται για μια πολιτική, γεωπολιτική και στρατηγική διαμάχη, που εξελίσσεται σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών που ενδέχεται να διαρκέσουν ακόμη και μια δεκαετία. Οι συνέπειες δε, δεν πρόκειται να περιοριστούν στη Μέση Ανατολή», ήταν τα λόγια του…

Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση για το ρόλο των Κούρδων, ο Αλί Φαγιάντ επέκρινε την καταπίεση και την καταστολή που υφίστανται με αποτέλεσμα να αναζητούν στήριξη από το εξωτερικό και τόνισε ότι οι Αμερικάνοι εκμεταλλεύονται τους Κούρδους ελλείψει επιχειρησιακής ικανότητας, ενώ οι Κούρδοι από τη μεριά τους συνεργάζονται με τους Αμερικάνους ελπίζοντας να τους βοηθήσουν στην πραγμάτωση των εθνικών τους σχεδίων. «Ας μην εκπλαγούμε αν δούμε στο τέλος τους Αμερικάνους να εγκαταλείπουν τους Κούρδους», είπε ο Α. Φαγιάντ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon

Συρία: Απασφαλίζοντας μια γεωπολιτική χειροβομβίδα (Nexus, Ιούλιος 2013)

syria-fightΕξέγερση, εμφύλιος, εισβολή ή περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων;

Στην Ευρώπη, ο «αιώνας των επαναστάσεων», σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ, ξεκίνησε το 1917 με το τέλος του τσαρικού καθεστώτος στη Ρωσία και τη νίκη των Μπολσεβίκων. Τελείωσε δε, το 1989, όταν τα καθεστώτα που συγκρότησαν το ανατολικό μπλοκ κατέρρεαν ένα – ένα, υπό την μορφή του ντόμινο. Οι θυελλώδεις αλλαγές που συντελέστηκαν δεν άφησαν το αποτύπωμά τους μόνο στις ιδεολογικές και τις πολιτικές αναζητήσεις και συντεταγμένες, αλλά και στα σύνορα.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη 

Στην Μέση Ανατολή ο 20ος αιώνας ξεκίνησε, συμβατικά επίσης, το 1916 κι ενώ ήταν σε εξέλιξη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με την υπογραφή της συμφωνίας Σάικς – Πικό, βάσει της οποίας η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία μοίρασαν την Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας στη Γαλλία «αναλογούσε» ο Λίβανος κι η παραλιακή ζώνη της Συρίας με την ηπειρωτική περιοχή φυσικά που εκτεινόταν στο εσωτερικό. Στην Αγγλία, μεταξύ άλλων, αναλογούσε το Ιράκ και η Παλαιστίνη. Από την λεία δεν μπορούσε να μείνει έξω η Ρωσία, τουλάχιστον στα σχέδια. Γιατί η είσοδος του «νέου αιώνα» έναν χρόνο αργότερα στην Ευρώπη, δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο να αποσυρθεί η Μόσχα από το μοίρασμα του τότε κόσμου αλλά και να αποκαλυφθεί η συγκεκριμένη συμφωνία, που προφανώς γινόταν ερήμην των λαών. Το «τέλος» του 20ου αιώνα στην Μέση Ανατολή, προς απογοήτευση των αισιόδοξων της ιστορίας, έχει ως πρωταγωνιστές πάλι τις ίδιες δυνάμεις: Την Αγγλία και τη Γαλλία που πρωταγωνίστησαν στις πυρετώδεις διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Μάιο, με επίκεντρο το εμπάργκο όπλων στους αντικαθεστωτικούς αντάρτες της Συρίας.

Η θέση του Φρανσουά Ολάντ και του Ντέιβιντ Κάμερον ήταν κατηγορηματική: Να αρθεί το εμπάργκο και να μπορούν στο εξής με κάθε νόμιμο τρόπο να εξοπλίζουν τους αντάρτες στο εσωτερικό της Συρίας. Οι σοβαρές αντιδράσεις που σημειώθηκαν (από την Αυστρία μεταξύ άλλων χωρών, με το επιχείρημα ότι έτσι θα κλιμακωθεί η σύγκρουση) παρακάμφθηκαν από τις παραδοσιακές αποικιακές δυνάμεις της Ευρώπης με το επιχείρημα ότι ακόμη κι αν δεν εξασφάλιζαν την τροποποίηση της υπάρχουσας απαγόρευσης, θα έθεταν βέτο στη συνέχιση του εμπάργκο κι έτσι κάλλιστα θα άνοιγε ο δρόμος για την μεταφορά οπλισμού στις στρατιωτικές δυνάμεις που μάχονταν το καθεστώς του Άσαντ. Το αποτέλεσμα ήταν να αρθεί το ευρωπαϊκό εμπάργκο όπλων προς τους Σύρους αντάρτες και πολύ σύντομα, στις 13 Ιουνίου, να ακολουθήσουν κι οι ΗΠΑ τους Ευρωπαίους επικαλούμενες την χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς του  Άσαντ εναντίον αθώων πολιτών. Πρόκειται για μια κατηγορία που ουδέποτε αποδείχθηκε κι αποτελεί πρόκληση αν σκεφτούμε ότι δέκα χρόνια μετά την καταστροφική εισβολή στο Ιράκ η Ουάσινγκτον καλύπτει πίσω από τις ίδιες δικαιολογίες την επεκτατική, παρεμβατική της πολιτική. Τώρα μάλιστα ο Ομπάμα, που φαίνεται να ακολουθεί τα ίχνη του Μπους, δεν έχει καν μαζί του την αμερικάνικη κοινή γνώμη που (με μια πλειοψηφία 6 στους 10 στο πλαίσιο δημοσκόπησης των New York Times / CBS News που δημοσιεύτηκε στις 6 Ιουνίου) τάχθηκε ενάντια στο ενδεχόμενο ανάληψης από τη χώρα τους ηγετικού ρόλου μεταξύ άλλων κρατών στην επίλυση συγκρούσεων.

Στο εσωτερικό της ΕΕ, η αντιπαράθεση με πρωταγωνιστές την Γαλλία και την Αγγλία, ήρθε να οξύνει τα ερωτήματα που εγείρονται για τον χαρακτήρα της ένοπλης αντιπαράθεσης και της συνεχιζόμενης αιματοχυσίας στην Συρία, που την τελευταία διετία έχει προκαλέσει περισσότερους από 93.000 νεκρούς, ενώ έχει οδηγήσει στον ξεριζωμό περισσότερους από 1,5 εκ. Σύρους, σε ένα πληθυσμό 22,5 εκ. Το ερώτημα συγκεκριμένα σχετίζεται με το χαρακτήρα της σύγκρουσης, τουλάχιστον μέχρι τώρα: Πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση συνέχεια της αραβικής Άνοιξης που στις απαρχές της ταρακούνησε τις φιλο-αμερικανικές αραβικές κυβερνήσεις κι η οποία στρέφεται ενάντια σε ένα τυραννικό καθεστώς; Είναι ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων που σε γενικές γραμμές έχει τη σουνίτικη καταπιεσμένη πλειοψηφία στην οποία ανήκουν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού να στρέφεται εναντίον των Αλεβιτών, απ’ όπου προέρχεται κι η οικογένεια Άσαντ, οι οποίοι αποτελούν παρακλάδι των Σιιτών; Ή, εν τέλει η Συρία έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο μαχών όπου ξένες δυνάμεις επιχειρούν να επιβεβαιώσουν την γεωπολιτική και οικονομική επιρροή τους;

Αραβική Άνοιξη

Το έναυσμα για την αμφισβήτηση του καθεστώτος του Άσαντ δόθηκε από την αραβική Άνοιξη, που ξεκίνησε από τις χώρες του Μαγκρέμπ και συγκεκριμένα την Τυνησία, όταν μέσα στην απόγνωσή του αυτοπυρπολήθηκε ένας πτυχιούχος πλανόδιος μικροπωλητής, για να επεκταθεί γρήγορα στην Μέση Ανατολή. Επί έναν σχεδόν χρόνο μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις χιλιάδων Σύρων πολιτών, όπου η επί δεκαετίες υπό διωγμό και απαγορευμένη Αριστερά διαδραμάτιζε ένα σημαντικό ρόλο, αντιμετωπίζονταν από το καθεστώς του Άσαντ με μια απίστευτη σκληρότητα, ακόμη και με τανκς, προκαλώντας τον θάνατο χιλιάδων πολιτών. Τα αιτήματα των διαδηλωτών, ειδικά όσο πέρναγε ο καιρός και κάθε διαδήλωση συνοδευόταν από δολοφονίες, μαζικές συλλήψεις και φρικτά βασανιστήρια στρέφονταν κυρίως κατά της απολυταρχίας κι ως κυρίαρχο είχαν να καταργηθεί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που ισχύει εδώ και 48 ολόκληρα χρόνια, επιτρέποντας στο καθεστώς να έχει αναστείλει την ισχύ θεμελιωδών δημοκρατικών ελευθεριών.

Αυτή η «καθαρή» μορφή σύγκρουσης (αν μπορεί να υπάρχει στην πολιτική κάτι τέτοιο…) άρχισε να θολώνει από την εποχή που η αντίσταση στο εσωτερικό της Συρίας έπαψε να είναι ειρηνική και παθητική και άρχισε να εξοπλίζεται, σημειώνοντας μάλιστα μέχρι και τον Μάιο μια σταθερή προέλαση. Ο ένοπλος χαρακτήρας της αντίστασης στη Συρία, άλλαξε άρδην τις ισορροπίες στο εσωτερικό της, καθώς η ανάγκη εξοπλισμού της επέτρεψε σε όλες τις περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις να επιδοθούν σε μια κούρσα με επίδικο πίσω από τον εξοπλισμό των ανταρτών την διεύρυνση της δικής τους επιρροής.

Η δύναμη που ξεχώρισε ήταν το Κατάρ, ενδεχομένως γιατί ήταν κι η παρθενική του εμφάνιση σε ένα τέτοιο ρόλο, που μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει να τον διεκδικούν υπερδυνάμεις όπως Ρωσία, ΗΠΑ, κλπ. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το μικροσκοπικό αυτό κρατίδιο του Κόλπου παρενέβη δραστήρια στον αραβικό κόσμο, επιχειρώντας να μεταπλάσει την τεράστια οικονομική ισχύ που του παρέχει η τρίτη θέση στην λίστα των χωρών του κόσμου με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα αερίου σε διπλωματική επιρροή. Είχε υποστηρίξει εμφανώς για παράδειγμα και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου και το ισλαμικό κόμμα Αλ Νάχντα της Τυνησίας. Ωστόσο η περίπτωση της Συρίας ξεχωρίζει γιατί η παρέμβασή του ξεπέρασε αυτήν πολλών άλλων, μεγάλων χωρών. Ήταν τέτοιος ο ζήλος τον οποίο επέδειξε η πετρομοναρχία του Κατάρ για να αναδείξει την αντιπολίτευση σε διεθνές επίπεδο ώστε της άνοιξε ακόμη και πρεσβεία στα περίχωρα της Ντόχας. Μπορεί να μην έχουν την δυνατότητα να ανανεώνουν διαβατήρια ή να εξυπηρετούν στοιχειωδώς τους Σύρους του Κατάρ, παρόλα αυτά πρεσβεία διαθέτουν μετά μάλιστα από έναν μαραθώνιο πιέσεων στην Αραβική Ένωση (που απαρτίζεται από 22 μέλη) με στόχο να δώσει έδρα στην συριακή αντιπολίτευση. Στην ίδια την Συρία, με βάση δημοσιεύματα ευρωπαϊκών εφημερίδων, το Κατάρ έχει χρηματοδοτήσει τις αντάρτικες ομάδες με ποσά που αγγίζουν ακόμη και τα 3 δισ. δολάρια. Ο ηγέτης του Κατάρ 61χρονος σεΐχης Χαμάντ, που βρίσκεται στην εξουσία από το 1995 κι αφού πρώτα εκθρόνισε τον πατέρα του χρηματοδοτούσε με 50.000 δολάρια τον μήνα για ένα χρόνο κάθε λιποτάκτη του συριακού στρατού, με βάση πρωτοσέλιδο δημοσίευμα των Financial Times στις 17 Μαΐου, ενώ ο μισθός που έδωσε στους αντάρτες του Αλέπο τον Σεπτέμβριο του 2012 ήταν 150 ευρώ. Το Κατάρ επίσης, αναγνωρίστηκε κι ως ο πρωταγωνιστής στις αποστολές πολεμοφοδίων, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης που ανακοίνωσε ότι μόνο μεταξύ Απριλίου και Μαρτίου 2012 έχει στείλει περισσότερες από 70 πτήσεις με πολεμικό υλικό, που έφθαναν στους αντάρτες μέσω της γειτονικής Τουρκίας.

Η τόσο τυπικά αραβική «πλημμυρίδα» υποστήριξης τμημάτων των ανταρτών από τα σουνίτικα καθεστώτα της Αραβίας ήταν που ενεργοποίησε τους συναγερμούς στην Δυτική Ευρώπη, εντείνοντας την ανησυχία μήπως οι δικές τους προσβάσεις στο πλαίσιο των ανταρτών τελικά περιθωριοποιηθούν. «Η βρετανική και γαλλική κίνηση δικαιολογείται για έναν ακόμη λόγο» έγραφαν σε εντιτόριαλ τους οι Financial Times στις 27 Μαΐου, σχολιάζοντας την πρότασή τους για κατάργηση του ευρωπαϊκού εμπάργκο στην αποστολή οπλισμού προς την συριακή αντιπολίτευση: «Θα ενδυναμώσει τους συντηρητικούς αντάρτες που μάχονται το καθεστώς του Άσαντ, στους οποίους ηγείται ο στρατηγός Σελίμ Ιντρίς, επικεφαλής του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Για μια χρονική περίοδο, μεγάλο μέρος του οπλισμού από το Κατάρ και την Σαουδική Αραβία κατευθύνθηκε στα χέρια στρατιωτικών μονάδων στη Συρία, που περιλαμβάνουν τζιχαντιστές, χωρίς ο στρατηγός Ιντρίς να έχει έλεγχο για το ποιός παραλαμβάνει τι. Μια προμήθεια όπλων απ’ ευθείας στον ίδιο από την Γαλλία και την Αγγλία μπορεί να ενδυναμώσει τη θέση του εντός της αντιπολίτευσης». Επομένως τα βρετανικά και γαλλικά όπλα στρέφονται κατά πρώτο λόγο εναντίον των Σαουδαράβων και Καταριανών και δευτερευόντως εναντίον του Άσαντ.

Διπλωματικές παρεμβάσεις στην αντιπολίτευση

Η προσπάθεια των Δυτικών να παρέμβουν στο πλαίσιο των ανταρτών δεν εξαντλήθηκε στον ανταγωνισμό με το Κατάρ για το ποιός θα προσφέρει περισσότερα όπλα. Εξ ίσου εργώδη προσπάθεια κατέβαλαν οι Δυτικοί προκειμένου να αλλάξουν, προς όφελος τους και σε βάρος των ισλαμικών οργανώσεων και των αράβων φονταμενταλιστών, και τους πολιτικούς συσχετισμούς, στο πλαίσιο της Συριακής Εθνικής Συμμαχίας, που συγκεντρώνει στους κόλπους της όλες τις πτέρυγες των πολέμιων του καθεστώτος του Άσαντ: Από ακραίους ισλαμιστές μέχρι την μαρξιστική Αριστερά. Η αντιπαράθεση για τον πολιτικό έλεγχο του κογκρέσου της αντιπολίτευσης κορυφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη τις τελευταίες μέρες του Μαΐου, όταν οι δυτικοί με την βοήθεια του πάντα πιστού Ριάντ επιχείρησαν να περιθωριοποιήσουν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, που έχουν επί της ουσίας τον πολιτικό έλεγχο του σώματος. Έγραφε χαρακτηριστικά ο βρετανικός Economist την 1η Ιουνίου 2013, μεταφέροντας πολύ παραστατικά τον διπλωματικό πόλεμο που ήταν σε εξέλιξη: «Αγγλία, Γαλλία, Σαουδική Αραβία και Αμερική οι κύριοι υποστηρικτές της συμμαχίας που αποτελείται από 63 μέλη είχαν ζητήσει να διευρυνθεί, καθώς ηγεμονευόταν από το μπλοκ των Αδελφών Μουσουλμάνων και μια στενή τους συμμαχική δύναμη της οποίας ηγείται ένας επιχειρηματίας, ο Μουσταφά Σαμπάγκ, που αμφότεροι υποστηρίζονται από το Κατάρ. Αλλά μια πρόταση να δοθούν 20 επιπλέον θέσεις σε ένα φιλελεύθερο μπλοκ του οποίου ηγείται ο Μισέλ Κίλο, ένας βετεράνος διαφωνών χριστιανός κατέληξε σε σύγκρουση και τελικά επήλθε συμφωνία μόνο για 8 θέσεις. Δυτικοί διπλωμάτες υποστήριζαν ότι η διεύρυνση θα χάριζε στην συμμαχία περισσότερη αξιοπιστία». Με το τελευταίο προφανώς δεν εννοείται τίποτε άλλο παρά το χρίσμα της Δύσης. Αυτό δηλαδή που οι δυτικοί διπλωμάτες εννοούσαν ήταν πως χωρίς την διεύρυνση, που θα περιορίσει την επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων …μην περιμένετε την υποστήριξη της Δύσης.

Αντικείμενο, τυπικά, της συνόδου που διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν η αντιπροσώπευση της Συμμαχίας στη σύνοδο υψηλού επιπέδου που προετοιμαζόταν να διεξαχθεί στην Γενεύη. Ειδικότερα αυτό που έπρεπε να αποφασιστεί ήταν κατά πόσο θα παραστεί η αντιπολίτευση στη σύνοδο της Γενεύης από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι εκεί θα ήταν και η κυβέρνηση του Άσαντ. Προς διάψευση ελπίδων και σχεδίων ότι αντικείμενο της συνόδου θα ήταν η επόμενη μέρα του καθεστώτος του Άσαντ, αυτό που γινόταν σαφές όσο πλησίαζαν οι μέρες ήταν πως η επόμενη μέρα θα περιλαμβάνει τον Άσαντ, που ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά επιβεβαίωσε την θέση του σε αυτή την μικρογραφία παγκόσμιου πολέμου που διεξάγεται στην Συρία, με απρόβλεπτο ως προς το παρόν τέλος. Η «μεγάλη επιστροφή» του Άσαντ, που είχε ως αποτέλεσμα να ακυρωθεί τελικά η προγραμματισμένη σύνοδος από τη στιγμή που η σπαρασσόμενη αντιπολίτευση αρνήθηκε να πάρει μέρος αντιδρώντας έτσι στην παρουσία της κυβέρνησης του Άσαντ, ήταν αποτέλεσμα τριών κυρίως εξελίξεων.

Παρέμβαση της Μόσχας

Αρχικά της αθρόας υποστήριξης που παρείχε στην Δαμασκό η Μόσχα, μέσω της αποστολής σύγχρονων αντι-αεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-300. Η Ρωσία, παρακάμπτοντας τις ηχηρές διαφωνίες Δυτικοευρωπαίων, Αμερικάνων και Ισραηλινών δεν όπλισε μόνο τον συριακό στρατό με ένα αποτελεσματικότατο όπλο, που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο αμυντικό. Έδειξε ταυτόχρονα την αποφασιστικότητά της να απλώσει μια ομπρέλα προστασίας πάνω από το συριακό καθεστώς, όπως επιβεβαίωσαν στη συνέχεια κι οι συζητήσεις για την πώληση τουλάχιστον 10 μαχητικών αεροσκαφών MiG-29 M/M2, με απώτερο στόχο να μη χάσει το πιο φιλικό της καθεστώς στη Μέση Ανατολή, που μεταξύ άλλων της παρέχει και την ναυτική βάση στο λιμάνι της Ταρσούς που είναι κι η τελευταία βάση που έχει απομείνει στη Ρωσία, εκτός των εδαφών της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.

Ένας δεύτερος παράγοντας που λειτούργησε καθοριστικά (και τίποτε παραπάνω) ώστε η ζυγαριά να γείρει υπέρ της Δαμασκού στην μάχη με τους αντάρτες τον Ιούνιο του 2013 ήταν η ενεργός εμπλοκή της λιβανέζικης αντιστασιακής οργάνωσης Χεζμπολάχ, στο πλευρό του κυβερνητικού στρατού της Συρίας. Η σκληρή μάχη που έδωσε σώμα με σώμα στην πόλη Κουσαΐρ, μόλις λίγα χιλιόμετρα βόρεια από τα λιβανέζικα σύνορα αποδείχθηκε στρατηγικής σημασίας όχι μόνο γιατί οδήγησε για πρώτη φορά τους αντάρτες σε μια σημαντική ήττα, που αποτέλεσε σημείο καμπής του πολέμου, αλλά επίσης επειδή ακύρωσε ένα σχέδιο διαμελισμού της Συρίας, ενώ ακόμη έκοψε και τις γραμμές εφοδιασμού τους. Η Χεζμπολάχ, που οδήγησε σε ατιμωτική ήττα τον ισραηλινό στρατό στον Λίβανο κατά τη διάρκεια του πολέμου των 33 ημερών το καλοκαίρι του 2006, τώρα πιστώνεται κι άλλη μια νίκη στο πλευρό του συριακού στρατού, που είχε ωστόσο ένα τεράστιο κόστος σε τρία μέτωπα. Χάνοντας δεκάδες άνδρες που σκοτώθηκαν στη Συρία, διακινδυνεύοντας ένα νέο εμφύλιο πόλεμο στον Λίβανο (όπως φάνηκε από τις περιορισμένες ανταλλαγές πυρών και τη ρίψη οβίδων στις νότιες γειτονιές της Βηρυτού που είναι το άνδρο της) και, τέλος, το κόστος που κατέλαβε αναφέρεται και στη ρήξη που επήλθε στους δεσμούς της με τον αραβικό ριζοσπαστισμό, από τη στιγμή που στρατεύτηκε δίπλα από το τυραννικό καθεστώς του Άσαντ. Παρόλα αυτά, η επιλογή της Χεζμπολάχ ήταν η καλύτερη δυνατή. Η παρέμβασή της στο πλευρό του Άσαντ απέτρεψε, ως προς το παρόν, το Ισραήλ από το να καταγράψει μια κρίσιμη νίκη. Οι αιτίες δε γι’ αυτή την συμπόρευση δευτερευόντως (κι εάν…) πρέπει να αναζητηθούν στους θρησκευτικούς δεσμούς που συνδέουν την σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ με το καθεστώς του Άσαντ. Καθαρά πολιτικοί ήταν οι λόγοι που οδήγησαν την αντίσταση του Λιβάνου να γίνει η αιχμή του δόρατος του Άσαντ, διασφαλίζοντας έτσι την δική της επιβίωση.

Ο κλοιός γύρω από την Χεζμπολάχ άρχισε να σφίγγει από τον Μάιο με αφορμή μια (ακόμη) πρόταση που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Αγγλία για να ενταχθεί στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Ως αφορμή γι’ αυτό το αίτημα χρησιμοποιήθηκε η αιματηρή τρομοκρατική επίθεση που σημειώθηκε στην Βάρνα της Βουλγαρίας τον Ιούλιο του 2012 εναντίον Εβραίων τουριστών. Η εμπλοκή της Χεζμπολάχ ουδέποτε αποδείχθηκε. Επίσης, η νέα κυβέρνηση της Βουλγαρίας που αποτελείται από σοσιαλιστές, διαφοροποιήθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από την προσπάθεια της προηγούμενης δεξιάς κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον πρώην μπράβο σε νυχτερινά μαγαζιά Μπόικο Μπορίσοφ να ενοχοποιήσει την λιβανέζικη αντιστασιακή οργάνωση. «Η Βουλγαρία δήλωσε την Τετάρτη ότι διέθετε μόνο μια ένδειξη πως η λιβανέζικη στρατιωτική οργάνωση Χεζμπολάχ μπορεί να βρισκόταν πίσω από την θανατηφόρα έκρηξη βόμβας τον προηγούμενο Ιούλιο κι ότι αυτό από μόνο του δεν δικαιολογούσε οποιαδήποτε απόφαση της ΕΕ να την εντάξει στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις» ανέφερε η International Herald Tribune στις 6 Ιουνίου. Συνέχιζε δε υπογραμμίζοντας τις αποστάσεις της τωρινής κυβέρνησης με την προηγούμενη, που ήταν τυφλό όργανο των Αμερικανών, όπως είχε φανεί κι από την απόφαση του Μπορίσοφ να τινάξει στον αέρα τα σχέδια των Ρώσων για τους αγωγούς: «Η νέα κυβέρνηση των σοσιαλιστών έκανε πίσω από τις κατηγορίες που είχε διατυπώσει η προηγούμενη κεντροδεξιά κυβέρνηση ότι η Χεζμπολάχ διεξήγαγε την επίθεση που προκάλεσε τον θάνατο πέντε Ισραηλινών και του βούλγαρου οδηγού τους». Η πίεση της Αγγλίας αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό λόγω πολύ πιθανά του ντόμινο που θα ξεκίναγε στον ίδιο τον πολύπαθο Λίβανο, όπου η Χεζμπολάχ συγκεντρώνει ένα διόλου ευκαταφρόνητο εκλογικό ποσοστό και συμμετέχει στην κυβέρνηση. Θέτοντας εκτός νόμου η ΕΕ την οργάνωση θα είναι θέμα χρόνου η πτώση της κυβέρνησης και η επανεμφάνιση των οικείων κακών στη χώρα των κέδρων, δηλαδή ενός νέου εμφύλιου πολέμου.

Την σοβαρότερη και πιο άμεση απειλή ωστόσο για την Χεζμπολάχ (και πλήθος μαχητικών παλαιστινιακών οργανώσεων όπως η Χαμάς που χρησιμοποιούν την Δαμασκό ως έδρα τους) αντιπροσωπεύει η πτώση του καθεστώτος του Άσαντ στη Συρία. Σε συγκερασμό δε με ένα παραπάνω από βέβαιο ενδεχόμενο κυριαρχίας στην μετα-Άσαντ εποχή οργανώσεων και κέντρων φιλικών προς την Δύση και το Ισραήλ, τότε οι δυνάμεις της αντίστασης θα βρίσκονταν σε ένα κλοιό θανάτου. Κι αυτός ο κίνδυνος δεν είναι καθόλου θεωρητικός. Στην Λιβύη για παράδειγμα, όπου η άγρια δολοφονία του Αμερικάνου πρέσβη τον Σεπτέμβρη του 2012 έφερε στην επιφάνεια μια κατάσταση διόλου αρεστή στους Αμερικάνους που έχει επιβληθεί μετά την δολοφονία του Καντάφι, παρόλα αυτά η εκπαίδευση της αστυνομίας περνάει στο ΝΑΤΟ. Οι Αμερικάνοι δηλαδή έχουν το «προνόμιο» να παρεμβαίνουν όταν κι όποτε αποφασίζουν, ακόμη και σε μια χώρα όπου το δικό τους σχέδιο για την επόμενη μέρα τινάχτηκε στον αέρα. «Προνόμιο» που προφανώς δεν διέθεταν επί Καντάφι…

Στη Συρία ωστόσο δεν απολαμβάνουν αυτή τη δυνατότητα παρότι το καθεστώς του Άσαντ δεν ήταν εχθρικό απέναντι στις ΗΠΑ, όπως πχ το Ιράν. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 συνεργάστηκε αρμονικά με τους Αμερικανούς και δεν αρνήθηκε να παραδώσει παλαιστίνιους καταζητούμενους. Παρόλα αυτά τόσο οι ΗΠΑ όσο κι ο μόνιμος ταραχοποιός της Μέσης Ανατολής, το Ισραήλ, που έχει τις υψηλότερες κατά κεφαλήν πολεμικές δαπάνες στον δυτικό κόσμο, ποτέ δεν συνεργάστηκαν πλήρως με το καθεστώς του Άσαντ. Γι’ αυτό τον λόγο αντιμετώπισαν την ένοπλη εξέγερση που ξεκίνησε στον απόηχο της αραβικής άνοιξης σαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να παρέμβουν στην κατεύθυνση επιβολής μιας φιλικής τους κυβέρνησης πρακτόρων και συνεργατών. Ή, εναλλακτικά, να διασπάσουν την Συρία, όπως έκαναν με την Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ. Εκεί αποσκοπούσαν για παράδειγμα οι βομβαρδισμοί του Ισραήλ στα περίχωρα της συριακής πρωτεύουσας στις 6 Μαΐου, χωρίς μάλιστα να είναι κι η πρώτη φορά.

Χέρι βοήθειας από την Χεζμπολάχ

Στη βάση όλων αυτών των εξελίξεων, δεν υπήρχε κανένα χρονικό περιθώριο για την Χεζμπολάχ αν ήθελε να μην βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα που ως κοινό γνώρισμα θα είχαν μια εκ βάθρων ανατροπή των συσχετισμών στην Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό κι αποφάσισε να πολεμήσει στην πόλη Κουσαΐρ. Δεν ήταν όμως η Χεζμπολάχ που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων εις βάρος των ανταρτών.

Η κλεψύδρα είχε γυρίσει ανάποδα από τη στιγμή που η σπίθα της αραβικής άνοιξης έσβησε ή καλύτερα συνετρίβη στις μυλόπετρες των γεωπολιτικών αντιθέσεων. Όταν συγκεκριμένα το κύμα της οργής ενάντια στον Άσαντ έχασε την αρχική δυναμική και την αυτοτέλειά του και κηδεμονεύτηκε από τις πετρομοναρχίες που προφανώς μες στην ανιδιοτέλειά τους θεωρούν το αγαθό της δημοκρατίας τόσο πολύτιμο ώστε προτιμούν να το χαρίζουν στους άλλους, στα γειτονικά κράτη, παρά στους λαούς τους… Κι αυτός είναι ο τρίτος παράγοντας που επέβαλε την αναπάντεχη επιστροφή του Άσαντ, όταν όλοι τον θεωρούσαν πολιτικά νεκρό. Ένα αντάρτικο που υποστηρίζεται από την ισραηλινή αεροπορία και τα αμέτρητα πετροδολάρια διεφθαρμένων και γραφικών σεΐχηδων που το μοναδικό όραμα το οποίο έχει να προσφέρει είναι σκηνές κανιβαλισμού και ατελείωτη θρησκευτική βία, όπως αυτή που μαίνεται στο γειτονικό Ιράκ μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, τι κοινωνική αποδοχή να συναντήσει και ποια διεθνή ερείσματα να βρει στους λαούς άλλων χωρών;

Εν κατακλείδει ο πόλεμος στην Συρία, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ήταν και συνέχεια της αραβικής άνοιξης και εμφύλιος και εισβολή ξένων δυνάμεων και ένας περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων. Η τύχη του δε κρίθηκε από τη στιγμή που η σκυτάλη έφυγε από τα χέρια των πρωταγωνιστών της αραβικής Άνοιξης για να καταλήξει, μετά από πολλά, σε οργανώσεις χρηματοδοτούμενες από τα πιο σκοταδιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και τον ιμπεριαλισμό. Η επαπειλούμενη σοβαρή εμπλοκή των ΗΠΑ, που δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη νίκη της Χεζμπολάχ, με μια μορφή ανάμειξης άγνωστη όσο γράφονται αυτές οι γραμμές (παραμένοντας δηλαδή ανοιχτό αν θα προκρίνουν την ανακήρυξη ζωνών απαγόρευσης πτήσεων ή μόνο την εκπαίδευση από την CIA και τον εξοπλισμό των ανταρτών) θα σημάνει απότομη κλιμάκωση του πολέμου και νέα ποτάμια αίματος. Στο στρατόπεδο δε των αντιπάλων του Άσαντ, ισοδυναμεί με την οριστική και αμετάκλητη ηγεμονία των πιο επιθετικών κύκλων που εκφράζουν τα συμφέροντα της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Συνεχείς προκλήσεις Ισραήλ κατά του Λιβάνου (Επίκαιρα 12-18/8/2010)

Κακός οιωνός για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήταν το πολεμικό επεισόδιο που ξέσπασε στα σύνορα του Λιβάνου με το Ισραήλ την Τρίτη 3 Αυγούστου οδηγώντας στο θάνατο έναν ισραηλινό αντισυνταγματάρχη κι από τη μεριά του Λιβάνου δύο στρατιώτες κι ένα δημοσιογράφο. Η φονική ανταλλαγή πυρών που ξέσπασε με ευθύνη του Ισραήλ αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά αλυσίδα ανησυχητικών εξελίξεων που συμβαίνουν τις τελευταίες λίγες εβδομάδες τα οποία υπογραμμίζουν ότι μια νέα ανάφλεξη είναι προ των πυλών της Μέσης Ανατολής.

Το πυρ που διέταξαν οι λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις, με αφορμή την παραβίαση των συνόρων τους κατά την προσπάθεια των ισραηλινών να κόψουν κάποια δένδρα που περιόριζαν το οπτικό πεδίο στις κάμερες παρακολούθησης, αποτέλεσε κατ’ αρχήν έκπληξη. Όχι γιατί μια τέτοια απόφαση ήταν αδικαιολόγητη. Οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ, που ερωτήθηκαν, απάντησαν στο Ισραήλ να περιμένει και να μην προχωρήσει στην κοπή των δένδρων που είχε ζητήσει σε ένα κατεχόμενο κομμάτι γης, το οποίο έχει αποσπάσει με τη βία από τον Λίβανο, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων του ΟΗΕ. Ενώ, πριν εκτοξευθούν τα θανατηφόρα πυρά είχαν γίνει προειδοποιητικές βολές και οι σχετικές προειδοποιήσεις. Τα πυρά των λιβανέζων στρατιωτών επομένως ήταν δικαιολογημένα και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η πολιτική ηγεσία επικρότησε τη στάση του στρατού. Πολύ ενδεικτικά ο πρόεδρος της χώρας, Μισέλ Σουλεϊμάν δήλωσε ότι έδωσε οδηγίες στους αξιωματικούς «να αντιμετωπίσουν κάθε παραβίαση των εδαφών του Λιβάνου ή εναντίον του λαού και του στρατού μας χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα και με οποιαδήποτε θυσίες χρειασθούν». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός, Σάαντ Χαρίρι, που προχώρησε σε διεθνείς επαφές, σύμφωνα με την Wall Street Journal της επομένης, εξετάζοντας «τρόπους αντιμετώπισης της ισραηλινής επιθετικότητας».

Η έκπληξη προερχόταν από το γεγονός ότι για πρώτη φορά η υπόθεση της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του Λιβάνου γινόταν υπόθεση του εθνικού στρατού του! Από την αντίσταση ενάντια στην ισραηλινή κατοχή του νοτίου τμήματος της χώρας που έληξε νικηφόρα το 2000 με την ταπεινωτική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατοχής, λόγω του τεράστιου κόστους που κατέβαλε, μέχρι τον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006, η διαφύλαξη των συνόρων του Λιβάνου ανέκαθεν ήταν υπόθεση των σιιτών της Χεζμπολάχ και των συμμάχων της. Στον πόλεμο του 2006 ο εθνικός στρατός δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα!

Τώρα όμως οι όροι αντιστράφηκαν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε κατά την προγραμματισμένη και επετειακή (με αφορμή την λήξη του πρόσφατου πολέμου) ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο στα σύνορα, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, σεΐχης Χασάν Νασράλα να δηλώσει ότι «η αντίσταση προστατεύει το στρατό κι ο στρατός την αντίσταση». Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ δήλωσε επίσης ότι «οι άνδρες μας βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης κατά μήκος των συνόρων αλλά είχαν διαταχθεί να δείξουν αυτοσυγκράτηση».

Μια πρώτη ερμηνεία για την προθυμία που έδειξε η πολιτική ελίτ του Λιβάνου να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν σχετίζεται με τον κίνδυνο που εκπροσωπεί η Χεζμπολάχ. Το συμπέρασμα από τον πόλεμο του 2006 και την αντίσταση στην κατοχή του νοτίου Λιβάνου είναι ότι η χώρα δεν πρόκειται να μείνει απροστάτευτη. Η Χεζμπολάχ κι άλλες ένοπλες σιτικές οργανώσεις έχουν τον εξοπλισμό και την εμπειρία να αποκρούσουν μια ισραηλινή επίθεση. Το αντίτιμο που πλήρωσε όμως το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ήταν η απογείωση του κύρους της σιιτικής οργάνωσης, που έπαψε να αποτελεί μια θρησκευτική σέχτα κι αίφνης μετατράπηκε σε δύναμη που εγγυάται την εδαφική κυριαρχία και την ενότητα της χώρας. Για να μην δει για άλλη μια φορά τα κύρος του να καταβυθίζεται επομένως προς όφελος της Χεζμπολάχ, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου ανέλαβε να σηκώσει αυτή τη φορά το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Τα ίδια τα διακυβεύματα πλέουν έχουν γίνει πολύ περισσότερα. Έως πρόσφατα το Ισραήλ, που χαρακτηρίζεται εχθρικό κράτος στο σύνταγμα του Λιβάνου, έχει αποσπάσει με τη βία πολλές εκτάσεις από το Λίβανο κατά μήκος των κοινών τους συνόρων, τις οποίες επιχειρεί να ενσωματώσει στα δικά του γεωγραφικά σύνορα. Η επιθετικότητά του όμως πλέον ξεφεύγει από τα γήινα όρια κι επεκτείνεται στα χωρικά ύδατα. Αφορμή αποτέλεσε η ανακάλυψη ανοιχτά του Ισραήλ και του Λιβάνου ενός γιγαντιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου (Λεβιάθαν το χαρακτήριζαν οι Financial Times σε δημοσίευμά τους στις 17 – 18 Ιούλη) που περιλαμβάνει 16 τρισ. κυβικά πόδια αερίου. Η θαλάσσια περιοχή όπου βρίσκεται το κοίτασμα είναι αντίκρυ τόσο του Ισραήλ όσο και του Λιβάνου, όπως βεβαιώνεται από μια απλή ματιά που μπορεί να ρίξει κανείς στους χάρτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Παρόλα αυτά το Ισραήλ κατά παράβαση κάθε διεθνούς πρακτικής και νομιμότητας τοποθέτησε μια σειρά από σημαδούρες κατά μήκος δύο μιλίων, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, ορίζοντας έτσι μονομερώς τα χωρικά ύδατα του. Στόχος του φυσικά ήταν μόνο και μόνο να αποκλείσει κάθε πιθανή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων από το Λίβανο. Δείχνοντας τις προθέσεις του Ισραήλ, ο υπουργός Υποδομών της χώρας, Ουζί Λαντάου, δήλωσε στα μέσα Αυγούστου ότι το εβραϊκό κράτος «δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική δύναμη» για να υπερασπίσει τα κοιτάσματα αερίου.

Η προκλητικότητα του Ισραήλ έχει εξοργίσει τον πολιτικό κόσμο του Λιβάνου που βλέπει τον κίνδυνο να χάσει μέσα από τα χέρια του μια μοναδική στην ιστορία ευκαιρία για να ανορθώσει τα υπό κατάρρευση δημόσια οικονομικά του (με χρέος ύψους 50 δισ. δολ. που αγγίζει το 150% του ΑΕΠ) και να εξασφαλίσει την ενεργειακή του αυτονομία. Η δήλωση σε αυτό το πλαίσιο, από τη Συρία μάλιστα, του σιίτη προέδρου της λιβανέζικης Βουλής, ότι «ο στρατός ο λαός και η αντίσταση του Λιβάνου είναι έτοιμοι να αναχαιτίσουν κάθε προσπάθεια κλοπής των φυσικών τους πόρων» κάθε άλλο παρά τυχαία ή μεμονωμένη ήταν. Αντανακλούσε την αυξημένη ένταση που υπάρχει στις σχέσεις των δύο χωρών, με ευθύνη φυσικά του Ισραήλ.

Στην βάση όλων των παραπάνω το πολεμικό επεισόδιο της προηγούμενης Τρίτης έφερε στην επιφάνεια την υφιστάμενη όξυνση. Το Ισραήλ δε, το προκάλεσε θέλοντας έτσι κατά πάσα πιθανότητα να ελέγξει τα αντανακλαστικά των γειτόνων του και να δει κατά πόσο η διάθεση του πολιτικού κόσμου να διεκδικήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα περιορίζεται μόνο σε δηλώσεις, όπως συνηθίζεται στη Μέση Ανατολή. Ήταν ένας έλεγχος αντιδράσεων που θύμιζε, τηρουμένων όλων των αναλογιών, τον έλεγχο που έκανε η Γεωργία στα αντανακλαστικά της Ρωσίας με την επέμβαση στη νότια Οσετία, με δραματικά αποτελέσματα.

Επιπλέον, η επιθετικότητα του Ισραήλ κατά του Λιβάνου μπορεί να ενταχθεί στα μέτρα προετοιμασίας και επίσπευσης της ειλημμένης απόφασης βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Το εβραϊκό κράτος δεν αποκλείεται να προκαλέσει ένα νέο πόλεμο με το Λίβανο και τη Χεζμπολάχ προκειμένου να εξουδετερώσει το οπλοστάσιό τους, αποκλείοντας έτσι πιθανά μέτρα εκδίκησης και αντιπερισπασμού σε περίπτωση επίθεσης στο Ιράν. Ήδη άλλωστε το ξήλωμα του κατασκοπευτικού του δικτύου στη χώρα των Κέδρων, με αφορμή τις αλλεπάλληλες συλλήψεις λιβανέζων αξιωματούχων που δούλευαν για λογαριασμό του εβραϊκού κράτους, η τελευταία από τις οποίες συνέβη μόλις λίγες μέρες πριν το αιματηρό επεισόδιο, αδυνατίζει τις θέσεις του Ισραήλ στη γειτονική χώρα κι αυξάνει την οργή του.

Η αυξημένη ανησυχία που υπάρχει στη Μέση Ανατολή για ένα νέο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου οδήγησε την προτελευταία μέρα του Ιούλη τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, και τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Αμπντάλα, στη Βηρυτό όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του Λιβάνου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκτονώσουν την κλιμακούμενη ένταση. Ωστόσο, η δήλωση του σύρου προέδρου λίγες μέρες μετά ότι «αυξάνονται οι πιθανότητες ενός πολέμου στην περιοχή» και κατά βάθος οι συνεχείς προκλήσεις του Ισραήλ, λιγοστεύουν τις πιθανότητες εκτόνωσης της κρίσης.