Προβλέψεις για πρωτοφανή ύφεση ρεκόρ ύψους 35% στην Ελλάδα το 2020!

Είναι σχεδόν άγραφος νόμος. Κάθε πρόβλεψη που διατυπώνεται στην εκκίνηση μιας μεγάλης κρίσης, ακόμη κι αν είναι σοβαρή και αξιόπιστη διαψεύδεται. Αν δε, μιλάμε για διεθνείς οργανισμούς αυτό συμβαίνει πάντα μιας και οι προβλέψεις αποδεικνύονται υποδεέστερες όσων ακολουθούν. Το φιάσκο στην Ελλάδα το 2010 της τρόικας, δηλαδή ΔΝΤ , ΕΚΤ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής που όλοι μαζί απασχολούν χιλιάδες οικονομολόγους με αμοιβές τις οποίες θα ζήλευαν και τα golden boys, θα έπρεπε να διδασκόταν στα αμφιθέατρα επί δεκαετίες…  

Τι γίνεται όμως όταν αυτοί οι διεθνείς οργανισμοί αντί να λειτουργούν εφησυχαστικά, σημαίνουν συναγερμό;

Αυτό ακριβώς συνέβη με τον ΟΟΣΑ. Σε πολύ πρόσφατη δημοσίευσή του έκανε μια σοβαρή προσπάθεια να αξιολογήσει τις οικονομικές επιπτώσεις από τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας. Πρόκειται για έργο δύσκολο και περίπλοκο εξ αιτίας όχι μόνο του ότι δεν ξέρουμε πότε θα αντιμετωπιστεί  η πανδημία αλλά και του μοναδικού χαρακτήρα της σημερινής οικονομικής αναστάτωσης: Διακοπή της παραγωγής και κλείσιμο των εμπορικών καταστημάτων για να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού, άρα σε χειμερία νάρκη η προσφορά, που προκαλεί καθίζηση της κατανάλωσης, άρα σε κώμα κι η ζήτηση, με εξαίρεση τρόφιμα, φάρμακα και τις συνδρομές στο Netflix. Κι αυτά τα δύο σε ένα περιβάλλον καθοδικής πορείας που για την Ελλάδα είχε ξεκινήσει από το φθινόπωρο του 2019. Προς επίρρωση του γεγονότος ότι η ελληνική οικονομία όδευε για την εντατική πριν μας επισκεφθεί ο κορονοϊός, πρώτο η απώλεια 3.700 θέσεων εργασίας τον Δεκέμβριο του 2019, σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα Εργάνη (που τον έκανε χειρότερο μήνα της εξαετίας), δεύτερο η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής το Νοέμβριο του 2019 κατά 8,1% (η χειρότερη επίδοση από τον Μάρτιο του 2012), τρίτο η μείωση του ΑΕΠ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2019 σε όρους όγκου κατά 0,7% κι άλλα πολλά*. Πτώση των ρυθμών μεγέθυνσης παρατηρήθηκε και στο εξωτερικό, οφειλόμενη σε έναν βαθμό στη ρήξη των διεθνών αλυσίδων  αξίας, λόγω του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ Κίνας και σε έναν μεγαλύτερο βαθμό στην εξάντληση του κύκλου ανόδου. Τι μας κάνουν όλα αυτά;

Για την Ελλάδα 35% ύφεση για το 2020! Διαβάσατε πολύ καλά…

Ο διεθνής οργανισμός – στυλοβάτης του νεοφιλελευθερισμού, (ποιός ξεχνάει τις «εργαλειοθήκες φιλελευθεροποίησης» της ελληνικής οικονομίας;) εκτίμησε την επίπτωση που θα έχουν οι τελευταίες εξελίξεις σε όλους τους κλάδους των μεγάλων οικονομιών. Με δεδομένο ότι ο λογαριασμός που θα πληρώσει κάθε οικονομία θα είναι συνάρτηση του ειδικού βάρους εκείνων των κλάδων που επηρεάζονται περισσότερο από την κρίση. Ο πρώτος κρίκος αυτής της αλυσίδας είναι φυσικά ο τουρισμός. Κι ακολουθούν εμπόριο, εστίαση, κ.α. Πρόκειται για κλάδους που κατέχουν περίοπτη θέση στο σύγχρονο οικονομικό μοντέλο της Ελλάδας που αναδύθηκε μετά την πρόσφατη οικονομική κρίση. Στην άλλη άκρη του φάσματος είναι χώρες που διαθέτουν βιομηχανία και μονάδες έντασης κεφαλαίου. Αυτές θα επηρεαστούν λιγότερο από τα (αναγκαία) μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας και συνωστισμού.

Ως αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών ακολουθούν οι εκτιμήσεις για την πτώση του ΑΕΠ το 2020 σε 47 ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες: Στην μια άκρη, με τις μικρότερες απώλειες, στέκεται η Ιρλανδία που το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά 15% και στην άλλη άκρη στέκεται η Ελλάδα με μια πτώση του ΑΕΠ που αγγίζει το 35%! Ακολουθεί δε το Μεξικό, με 30%. Πιθανότατα αυτή η πτώση θα μετριαστεί ως αποτέλεσμα των μέτρων ανακούφισης που έχουν ήδη ανακοινωθεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη τα οποία, όσο κι αν είναι σταγόνα στον ωκεανό, όσο κι αν  δεν καταφέρνουν  να αποτρέψουν την επιδείνωση της θέσης των μισθωτών στην Ελλάδα, αποτρέπουν τα χειρότερα. Ενδέχεται όμως κι η ύφεση να μην κινηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα επειδή η μελέτη του ΟΟΣΑ στέκεται στις αρχικές επιπτώσεις και δεν προσμετρά τις μετέπειτα, το φαινόμενο της χιονοστιβάδας που πάντα ακολουθεί, ειδικά σε οικονομίες στερούμενες αντικυκλικών σταθεροποιητών, όπως η Ελλάδα.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης ώστε να εκτιμήσουμε την λαίλαπα που έρχεται ας αναλογιστούμε ότι απαιτήθηκαν εννέα ολόκληρα χρόνια μνημονιακής λιτότητας (2008-2016) για να μειωθεί το ΑΕΠ κατά 26%. Η δυστυχία που ήρθε στην Ελλάδα επί εννέα χρόνια (με αυτοκτονίες, ανεργία και μετανάστευση, όλα σε έκδοση ρεκόρ) θα έρθει τους επόμενους εννέα μήνες, με βάση τον διεθνή οργανισμό! Ακόμη και 30% να μειωθεί το ΑΕΠ της Ελλάδας (ως αποτέλεσμα των μέτρων) μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου αυτό θα ισοδυναμεί με μια ραγδαία εξαθλίωση των πιο φτωχών στρωμάτων της εργασίας, των αυτοαπασχολουμένων και  των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Αν η Κίνα εξήλθε νικήτρια από την κρίση του 2008 αυτό οφείλεται στα μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας της. Το ίδιο ισχύει και στις ΗΠΑ σε ένα μικρότερο βαθμό. Στο άλλο άκρο ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι στο εσωτερικό της υπήρχαν τεράστιες αποκλίσεις: Από την μια η Γερμανία και οι δορυφόροι της που εκμεταλλεύτηκαν την κρίση και μπορούν σήμερα να δανείζονται ακόμη και με αρνητικά επιτόκια κι από την άλλη οι χώρες του Νότου που εξήλθαν από την κρίση με ένα δημόσιο χρέος σημαντικά μεγαλύτερο των επιπέδων που βρισκόταν πριν τα μνημόνια. Η Ελλάδα αν και ακραία δεν είναι μοναδική περίπτωση που είδε το δημόσιο χρέος της να αυξάνεται από 115% του ΑΕΠ στο 180%, μετά τη «διάσωση»… Τα μέτρα επομένως που θα ληφθούν σήμερα είναι δυνατό να αποτρέψουν αυτό το εφιαλτικό σενάριο που προβλέπει ο ΟΟΣΑ. Κι αυτά τα μέτρα δεν μπορούν παρά να ξεκινούν από την αποζημίωση στο ακέραιο για κάθε εργαζόμενο, αυτοαπασχολούμενο ή μικρομεσαίο, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, ώστε να μη χάσουν ούτε ένα ευρώ από τα περυσινά εισοδήματά τους!

Μάλιστα, οι οικονομικές ενισχύσεις, υπό την μορφή ρευστού εδώ και τώρα, από το κράτος δεν είναι δυνατό να καταβληθούν μόνο στη βάση των δηλωμένων στη εφορία εισοδημάτων και δραστηριοτήτων. Αυτό αποτελεί υποκρισία, όταν ξέρουμε την έκταση της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας στις πόλεις και την ύπαιθρο. Οι φτωχοί και οι μετανάστες που με ευθύνη της εργοδοσίας αποκλείονταν από την κοινωνική ασφάλιση και δηλωμένη εργασία δεν μπορούν να αφεθούν ανοχύρωτοι στη θύελλα που έρχεται…

*Μια σημαντική αιτία πίσω από την απότομη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας το δεύτερο εξάμηνο του 2019 ήταν η (μεγαλύτερη της συνηθισμένης) περικοπή εκ μέρους της νέας κυβέρνησης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που, μεταξύ άλλων, ανέδειξε την ανικανότητα του ιδιωτικού τομέα να ηγηθεί των αναγκαίων επενδύσεων.

Τραπεζίτες: έφεραν την καταστροφή κι επιβραβεύτηκαν!

Η είδηση μπορεί να μη σχολιαζόταν τόσο έντονα αν φέτος δεν συμπληρώνονταν δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της μεγαλύτερης κρίσης που γνώρισε η μεταπολεμική εποχή, τουλάχιστον.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αλλά, δεν είναι λίγο οι πληγές να παραμένουν ακόμη ανοιχτές και τα μπόνους να φτάνουν στα ουράνια, δέκα χρόνια μετά τις 9 Αυγούστου 2007 όταν η γαλλική τράπεζα BNP Paribas απαγόρευε κάθε είδους πρόσβαση και διαχείριση στα επενδυτικά της κεφάλαια που σχετίζονταν με την αμερικανική αγορά ακινήτων και η ΕΚΤ έκανε ένεση ρευστότητας ύψους 94,8 δισ. στο τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης, για να ξεπεράσει την πιστωτική ασφυξία.

Την αφορμή έδωσαν οι αμοιβές δύο εκ των πλέον καλοπληρωμένων στελεχών της Γουόλ Στριτ, του Τζ. Ντάιμον και του Λ. Μπλάκφαιν, επικεφαλής των επενδυτικών τραπεζών JPMorgan Chase και Goldman Sachs, αντίστοιχα, που είδαν την αξία του χαρτοφυλακίου τους το 2016 να αυξάνεται κατά 314 εκ. δολ.! Η εκτόξευσή των αμοιβών τους κατά 150 εκ. δολ. για τον καθένα ήταν αποτέλεσμα του ράλι που καταγράφουν οι μετοχές μετά τις εκλογές της 9ης Νοεμβρίου. Ενδεικτικά, η τιμή της Goldman Sachs μόνο τις τελευταίες επτά εβδομάδες του 2016 αυξήθηκε κατά 24%, κι ενώ ακόμη ηχούσαν στα αφτιά των αμερικανών ψηφοφόρων οι άναρθρες κραυγές του ηγέτη των Ρεπουμπλικανών εναντίον του κατεστημένου της Γουόλ Στριτ, αποδεικνύοντας έτσι ότι οι επιθέσεις του Τραμπ ήταν προπέτασμα καπνού για να συγκαλυφθεί η συνεχιζόμενη ασυδοσία τους…

«Ο τρόπος που διαμορφώνονται τα πακέτα των αμοιβών παραμένει σε αδρές γραμμές ο ίδιος κι είναι εξαιρετικά αδιαφανής», τόνιζε στους Financial Times καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κεντ, δείχνοντας ότι τίποτε επί της ουσίας δεν έχει αλλάξει από το 2007.

Στο ίδιο λίγο πολύ συμπέρασμα κατέληξε και έρευνα που οργανώθηκε από το πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ και την εταιρεία παροχής νομικών υπηρεσιών, Labaton Sucharow. «Φοβόμαστε ότι η τραπεζική βιομηχανία δεν έχει πάρει το μάθημα» ήταν το συμπέρασμα της έρευνας που απευθύνθηκε σε τραπεζίτες της Νέας Υόρκης και του Σίτι. Εξ αυτών, το ένα τέταρτο δήλωσε ότι θα πραγματοποιούσε μια παράνομη συναλλαγή αν απόφερε κέρδη και ήξερε ότι δεν πρόκειται να συλληφθεί. Περισσότεροι από το ένα τρίτο των ερωτηθέντων δήλωσαν μάρτυρες ή ότι είχαν γνώση από πρώτο χέρι παρατυπιών, ενώ οι μισοί βρήκαν πιθανό οι ανταγωνιστές τους να έχουν διαπράξει κάτι ανήθικο ή παράνομο…

Το καθεστώς ατιμωρησίας που απολαμβάνει η ελίτ της τραπεζοκρατίας φαίνεται κι από την ανυπαρξία συνεπειών για τα στελέχη της, παρά την καταστροφή που προκάλεσαν πριν δέκα χρόνια. Αρκεί μια ματιά στη σταδιοδρομία των τραπεζικών στελεχών που το 2007 κρατούσαν τα πηδάλια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία πρωταγωνίστησαν στη «μεγάλη ύφεση»: όλοι τους φιγουράρουν στο Διοικητικό Συμβούλιο ή ακόμη και τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου σε κάποια άλλη τράπεζα. Σχεδόν κανείς δεν …ξέπεσε, με μοναδική εξαίρεση την Ισλανδία, όπου ασκήθηκαν διώξεις στους τραπεζίτες  και πολλοί απ’ αυτούς φυλακίστηκαν.

Ενδεικτική είναι η τύχη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Lehman Brothers που η κατάρρευσή της στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 σήμανε την κορύφωση της χρηματοοικονομικής κρίσης.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Lehman Ντικ Φουλντ την πιο σοβαρή επίπτωση των πράξεών του πρέπει να την ένιωσε μόλις λίγες ημέρες μετά την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας όταν στο γυμναστήριο έφαγε μία γροθιά από οργισμένο υπάλληλο. Κατά τ’ άλλα ο Φουλντ που είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο μισητός άνθρωπος στις ΗΠΑ και αποτέλεσε την επιτομή του κυνισμού συνεχίζει να προκαλεί κατηγορώντας ως υπεύθυνη την αμερικανική κυβέρνηση επειδή …ωθούσε τους Αμερικανούς να αγοράζουν σπίτια «θέλοντας έτσι να εκπληρώσουν τη δική τους εκδοχή του αμερικανικού ονείρου»… Ο Φουλντ το 2009 ίδρυσε μια εταιρεία συμβούλων που ειδικευόταν στις εξαγορές και συγχωνεύσεις (Matrix Advisors) ενώ το 2013 εμφανίστηκε μαζί με τη σύζυγό του ως βασικός επενδυτής με μια εταιρεία ανακύκλωσης χημικών (GlyEco). Ποιός είπε ότι οι τραπεζίτες δεν έχουν ευαισθησίες; Η οικονομική διευθύντρια της τράπεζας Έριν Κάλαν και ο διευθυντής λειτουργίας Τζόε Γκρέγκορυ φέρονται να ζουν από τα εκατομμύρια που εξοικονόμησαν τα χρόνια που η Lehman κατέρριπτε το ένα ρεκόρ κερδοφορίας μετά το άλλο. Ο επικεφαλής του τομέα επενδυτικής τραπεζικής Χιουτζ ΜακΓκι είναι επικεφαλής του ίδιου ακριβώς τομέα στην Barclays και θεωρείται ένας από τους καλύτερα αμειβόμενους τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ. Ο υπεύθυνος των μετοχών της Lehman Μπαρτ ΜακΝτέιντ εργάζεται στο ίδιο αντικείμενο στην River Branch Capital. Ο επικεφαλής της διεύθυνσης σταθερού εισοδήματος Μάικλ Γκέλμπαντ είναι διευθύνων σύμβουλος στην Millenium Management. O Ίαν Λόβιτ που διαδέχθηκε την οικονομική διευθύντρια Έριν Κάλαν συνέχισε τη σταδιοδρομία του στη Barclays (που πρέπει να λειτουργούσε κάπως σαν τον ΟΑΕΔ εκείνη την εποχή) για να περάσει μετά στην Marex Spectron όπου ανέλαβε ως επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής. Ο αντιπρόεδρος κι επικεφαλής του νομικού γραφείου της Lehman Τόμας Ρούσο προσλήφθηκε στη συνέχεια από τον ασφαλιστικό γίγαντα AIG ως επικεφαλής της νομικής υπηρεσίας και του τμήματος που ασχολείται με κυβερνητικές και ρυθμιστικές υποθέσεις. Τέλος, και μεταξύ πολλών άλλων περιπτώσεων στελεχών της Lehman που συνέχισαν την καριέρα τους χωρίς να καμία επίπτωση, να αναφέρουμε τον Λουίς ντε Γκουίντος, που από επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος της τράπεζας βρέθηκε υπουργός Οικονομικών της Ισπανίας κάνοντας μαθήματα χρηστής οικονομικής διαχείρισης.

Εν ολίγοις, κανείς δεν πήγε χαμένος με εξαίρεση μερικά εκατομμύρια εργαζομένων σε ΗΠΑ και Ευρώπη που έχασαν τις δουλειές τους και μερικά εκατομμύρια παραπάνω που έκτοτε αποχαιρέτισαν οριστικά και δια παντός τη σταθερή εργασία…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Μια οικονομική και πολιτική πρόταση διεξόδου της Ελλάδας από την κρίση

Δυόμιση χρόνια από την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στην εξουσία μπορούμε να κάνουμε έναν απολογισμό των πεπραγμένων του, ξέροντας μάλιστα ότι τα αντιλαϊκά μέτρα δεν έχουν τελειώσει.

  1. Το κόστος της υποταγής

Η τελευταία αξιολόγηση συνοδεύεται από 113 νέα αντιλαϊκά μέτρα. Μεταξύ αυτών η πώληση του 40% των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, η έκδοση υπουργικής απόφασης για τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές, η αλλαγή επί το δυσμενέστερο των όρων εξαγγελίας απεργίας, κοκ. Η κυβέρνηση μάλιστα δηλώνει πανέτοιμη να ψηφίσει το 90% των μέτρων μέχρι το τέλος του 2017 ώστε να επιταχύνει την έξοδο από τα Μνημόνια.

Τα 2,5 χρόνια που προηγήθηκαν, με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ και μεταξύ πολλών άλλων:

– Ιδιωτικοποιήθηκαν τα λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, 14 περιφερειακά αεροδρόμια, το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού, η ΔΕΣΦΑ.

– Η λιτότητα επεκτάθηκε μέχρι το 2060, καθώς ως τότε πρέπει να έχουμε πλεονάσματα ύψους 2% (ενώ μέχρι το 2021 ύψους 3,5%).

– Επιβλήθηκαν νέοι άμεσοι και έμμεσοι φόροι, μειώθηκαν παραπέρα οι συντάξεις, έκλεισαν χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

– Η ανεργία στην Ελλάδα συνέχισε να καταγράφει πανευρωπαϊκό ρεκόρ, ενώ οι νέες θέσεις εργασίας είναι στην πλειοψηφία τους μερικής απασχόλησης.

– Καταργήθηκε η απαγόρευση των εργοδοτών στην ανταπεργία, μέσω της χαλάρωσης του σχετικού νόμου.

– Το δημόσιο χρέος συνέχισε να είναι μη βιώσιμο, στο επίπεδο του 175% (από 115% του ΑΕΠ πριν μπούμε στα μνημόνια).

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να υποβαθμίσει την ζημιά που προκάλεσε στα λαϊκά συμφέροντα αναδεικνύοντας φιλολαϊκά μέτρα τα οποία θα εφαρμόσει, όπως: τα αντισταθμιστικά μέτρα που θα εφαρμόζονται κάθε χρονιά που θα ξεπερνιέται ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος, η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, κοκ.

Πρόκειται για μέτρα που χρυσώνουν το χάπι της λιτότητας και της υπερχρέωσης. Δεν αναιρούν τη λιτότητα.

Εν κατακλείδει η συνεισφορά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν καταστροφική γιατί ταύτισε την Αριστερά με την πολιτική της χρεοκρατίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις περικοπές.

  1. Χρονικό προαναγγελθείσας παράδοσης

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την παράδοση η οποία επισημοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2015, με την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου και της δανειακής σύμβασης ύψους έως 86 δισ. ευρώ, μπορούσε να προβλεφθεί πριν κερδίσει τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Ήταν το αποτέλεσμα της επικράτησης των πιο δεξιών και φιλο-ΕΕ δυνάμεων. Η ανάλυση αυτής της διαπάλης σήμερα μπορεί να αποτελέσει παρακαταθήκη για να εξαχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα ώστε ποτέ ξανά η Αριστερά να μην ξαναγίνει αιμοδότης της αστικής κυριαρχίας, αξιοποιώντας μια θεμελιώδη πλευρά της αστικής δημοκρατίας: την έλλειψη λογοδοσίας των εκλεγμένων αντιπροσώπων. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κάτι παραπάνω από ανεκτό, είναι κανόνας, οι προεκλογικοί «διαγωνισμοί ομορφιάς» να μετατρέπονται σε μετεκλογική μετάλλαξη και απογύμνωση. Ως συνέπεια ο Ολάντ εκλέχτηκε για να φορολογήσει τον μεγάλο πλούτο κι έγινε ο μεγαλύτερος διώκτης του 35ωρου. Κι ο Τσίπρας εκλέχτηκε με πρόγραμμα να ανατρέψει τα μνημόνια και τη λιτότητα κι έφτασε να επαινείται από τον Μοσκοβισί επειδή εφάρμοσε μέτρα που καμιά άλλη μνημονιακή κυβέρνηση δεν μπόρεσε να υιοθετήσει.

Ας επιστρέψουμε όμως στα όσα προηγήθηκαν της πρώτης εκλογικής επιτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ: στο ελπιδοφόρο και «ξέγνοιαστο» 2014 για να δούμε όχι μόνο πως προετοιμαζόταν η υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τις ευθύνες που έχει γι’ αυτή την υποταγή ακόμη κι ο Γ. Βαρουφάκης. Ο επικεφαλής του  DiEM25 παρότι δεν ψήφισε τη συμφωνία του Αυγούστου με τους δανειστές, κι αυτό είναι προς τιμή του, συνέβαλε στην έλευσή της τα μέγιστα. Να θυμηθούμε:

  • τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου που ανέφερε ότι η Ελλάδα θα ξεπληρώσει το χρέος της πλήρως και εγκαίρως,
  • την αναφορά του για υλοποίηση του 70% του μνημονίου,
  • την πληρωμή των δόσεων στο ΔΝΤ και τους πιστωτές όσο ήταν υπουργός, κοκ.

Κυρίως όμως να θυμηθούμε όσα προηγήθηκαν του 2015.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιτάχυνε την εκλογική του επιτυχία κατά δύο τρόπους: Ο πρώτος ήταν μέσω της κοινοβουλευτικοποίησης της πολιτικής αντιπαράθεσης και ο δεύτερος μέσω της άμβλυνσης των ριζοσπαστικών αιτημάτων του λαϊκού κινήματος.

Από το 2012 κιόλας το μήνυμα που εξέπεμπε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολύ σαφές: δε χρειάζεται να διαμαρτύρεστε και να απεργείτε για να απαλλαγούμε από τα μνημόνια. Αρκεί να μας ψηφίσετε! Σε αυτό το βωμό «πουλήθηκαν» οι πλατείες το 2012, κάμφθηκε το ρωμαλέο κίνημα της διετίας 2010-2011 και κυριάρχησε η ανάθεση χωρίς τη συμμετοχή των πιο μαχητικών τμημάτων της κοινωνίας στις εξελίξεις. Ως αποτέλεσμα τα μέτρα του Σαμαρά υλοποιήθηκαν με λιγότερες αντιδράσεις, σε σχέση με ό,τι γινόταν το 2010 και 2011, ενώ προετοιμάστηκε η παράδοση του 2015.

Παράλληλα με την απαξίωση των εργατικών και λαϊκών αγώνων ήλθε και ο ακρωτηριασμός των πιο μαχητικών διεκδικήσεων του κινήματος. Τα αιτήματα για παύση πληρωμών και διαγραφή του χρέους, για εθνικοποίηση των τραπεζών και για έξοδο από ευρώ και ΕΕ, χάνονταν σε ένα πέλαγος αμφισημιών και αοριστίας που άνοιγε το δρόμο στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να υποταχθεί πλήρως στα αιτήματα των πιστωτών, χωρίς να ανατραπεί από τη βάση. Οφείλουμε βέβαια να αναγνωρίσουμε πώς σε ό,τι αφορά την ΕΕ ο ΣΥΡΙΖΑ δε χρειάστηκε να καταβάλλει ξεχωριστή προσπάθεια να πείσει τα μέλη του για τη στάση του. Εξ αρχής είχε ταυτιστεί μαζί της, σε βαθμό ώστε ακόμη και η αριστερή αντιπολίτευση στο εσωτερικό του να παραιτηθεί από την προβολή του αιτήματος της αποχώρησης. Στο πλαίσιο αυτής της μετάλλαξης το αίτημα «καμιά θυσία για το ευρώ» μετατράπηκε σε «πάση θυσία στο ευρώ» και τον Ιούλιο του 2015 το μεγαλειώδες «Όχι» του δημοψηφίσματος μετατράπηκε σε «Ναι», σε μια πράξη παραχάραξης της λαϊκής βούλησης χωρίς προηγούμενο.

  1. Γιατί έξοδος από ευρώ και ΕΕ

Η αλήθεια είναι πώς όποτε βρίσκομαι στη Γερμανία κι εξηγώ για τη σημασία της εξόδου από ευρώ και ΕΕ επέρχεται μια αμηχανία. Η πρώτη αντίδραση είναι πώς αυτό το υποστηρίζει η Εναλλακτική και ο Χανς Βέρνερ Ζιν του Ifo. Δεν είναι παράδοξη μια τέτοια σύμπτωση απόψεων;

Κάθε άλλο! Ζιν, Εναλλακτική, Μέρκελ, Σόιμπλε και Σουλτς ερίζουν για την οδό που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο ώστε να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ. «Το 2050 καμία ευρωπαϊκή χώρα δε θα συγκαταλέγεται στις 8 πρώτες οικονομίες κατά μέγεθος», αναφέρει το «έγγραφο προβληματισμού για την τιθάσευση της παγκοσμιοποίησης», της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Γι’ αυτό θέλουν την ΕΕ: ως βάση στήριξης των ισχυρότερων πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων και των ηγεμονικών χωρών, δηλαδή της Γερμανίας.

Για μας, αντίθετα, η έξοδος από το ευρώ και η διάλυση της ΕΕ κάτω από αγώνες – που η ιστορία της ταξικής πάλης διδάσκει πώς δε θα είναι ανεπηρέαστοι από αστικούς ανταγωνισμούς – σηματοδοτεί ένα κορυφαίο πλήγμα στην αστική κυριαρχία. Η δε έξοδος από το ευρώ επιβάλλεται για πολύ συγκεκριμένους και υλικούς όρους. Συγκεκριμένα:

  • Για να υπάρξει μια νομισματική πολιτική (επιτόκια, συναλλαγματική ισοτιμία και ποσότητα χρήματος) προσαρμοσμένη στις ανάγκες οικονομικής επέκτασης και αντιμετώπισης της ανεργίας κι όχι μια νομισματική πολιτική ίδια για όλους, που αντιλαμβανόμαστε ότι είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Γερμανίας.
  • Για να γίνει κατορθωτή η εθνικοποίηση των τραπεζών, κ.α.

Εξ ίσου συγκεκριμένοι και υλικοί όροι επιβάλλουν  την έξοδο από την ΕΕ, που πολύ εύστοχα έχει χαρακτηριστεί σαν εργαστήρι υπερ-παγκοσμιοποίησης (Ντ. Ρόντρικ), υπό την έννοια ότι στην ΕΕ υλοποιούνται στο ακέραιο όλα τα μέτρα που σταδιακά και πειραματικά εφαρμόζονται στο πλαίσιο της NAFTA, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, κοκ. Η έξοδος λοιπόν από την ΕΕ επείγει:

  • Για να ασκηθεί βιομηχανική πολιτική, στο πλαίσιο ενός γενναίου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, που θα στρέψει πόρους σε κλάδους αιχμής (ναυπηγεία, γεωργία, κοκ).
  • Για να απαλλαγούμε από το ασφυκτικό πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής που επιβάλει το Σύμφωνο Σταθερότητας (Εαρινό εξάμηνο, υποβολή προϋπολογισμών προς έγκριση, κοκ).

Ευρύτερα, η έξοδος της Ελλάδας από ΕΕ και ευρώ θα επηρεάζει και θα τροφοδοτείται με τη σειρά της από παρόμοιους αγώνες σε άλλες χώρες της Ευρώπης και πρωτίστως στη Νότια Ευρώπη όπου βρίσκονται σε έξαρση όλες οι αντιθέσεις (κοινωνικές, εθνικές, περιφερειακές, κοκ.). Δε θα είναι ένας αγώνας περιχαρακωμένος στα εθνικά σύνορα της Ελλάδας.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν αποκλείεται η έξοδος της Ελλάδας από ευρώ – ΕΕ να συνδυαστεί με την συγκρότηση και ένταξή της σε άλλες περιφερειακές ενώσεις πχ της Νότιας Ευρώπης (όπου υπάρχει η μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική ομοιομορφία), των Βαλκανίων ή της Μεσογείου. Στόχος θα είναι η δημιουργία συνεργειών και η εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας. Όρος για την αποφυγή της εκ νέου θεσμοθέτησης παγιωμένων μηχανισμών ανισοτήτων και εξοντωτικών ανταγωνισμών, που χρόνο με το χρόνο θα οξύνονται, όπως πχ. συνέβη στην ΕΕ, θα είναι η δημιουργία αντίρροπων μηχανισμών αποζημίωσης εκείνων των μελών με οικονομίες χαμηλότερης παραγωγικότητας. Πχ της Αλβανίας ή της ΠΓΔΜ αν μιλάμε για τα Βαλκάνια και των χωρών του Μαγκρέμπ αν μιλάμε για μια Μεσογειακή Ένωση. Δηλαδή η δημιουργία μόνιμων μηχανισμών μεταβιβαστικών πληρωμών που θα αποζημιώνουν τις οικονομίες χαμηλότερης παραγωγικότητας όπως συνέβαινε στην ΕΕ κατά κόρον τη δεκαετία του ’80 (πχ Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα) και στη συνέχεια σε μικρότερο βαθμό (Πακέτο Ντελόρ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ, κοκ.) υπό τον όρο όμως ικανοποίησης αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων (συμμετοχή ιδιωτών που σήμαινε ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικοποίηση εργασιακών  σχέσεων, κοκ.).

  1. Οι όροι της εξόδου

Εξετάζοντας τις λεπτομέρειες της εξόδου από το ευρώ, το πρώτο ερώτημα που τίθεται σχετίζεται με την ισοτιμία. Την επομένη της αναγγελίας η ισοτιμία του νέου νομίσματος θα είναι 1-1 με το ευρώ για να ακολουθήσει μια υποτίμηση ακόμη και της τάξης του 30%-40%.

Η υποτίμηση αυτή είναι επιβεβλημένη επειδή αρχικά η σημερινή ισοτιμία του ευρώ δεν αντιστοιχεί στα θεμελιώδη μεγέθη της Ελλάδας. Επιβάλλεται από το ειδικό βάρος της Γερμανίας και εξυπηρετεί τις εξαγωγές της. Το ΔΝΤ πρόσφατα ανέφερε ότι μια δίκαιη ισοτιμία για ένα εθνικό νόμισμα της Γερμανίας θα ήταν αυξημένη ακόμη και κατά 30%. Αυτή όμως η μέση ισοτιμία που είναι χαμηλή για τη Γερμανία, είναι υψηλή για την Ελλάδα.

Στόχος της υποτίμησης θα είναι να αξιοποιηθεί στο έπακρο το παραγωγικό δυναμικό της Ελλάδας. Σήμερα με βάση αξιόπιστες έρευνες (πχ Τράπεζα Ελλάδας) ο βαθμός χρησιμοποίησης εργοστασιακού δυναμικού είναι από τους χαμηλότερους στην ΕΕ. Στο σύνολο των κλάδων φτάνει το 64%, στα καταναλωτικά αγαθά το 65% και στα κεφαλαιουχικά το 60%. Στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και δη στον μεταποιητικό τομέα, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη με το αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό να φτάνει το 51,3%. Πρακτικά η 1 στις 2 μηχανές βρίσκεται σε αδράνεια.

Το παραγωγικό κενό της Ελλάδας υπογραμμίζει χώρια των άλλων ότι το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα δεν είναι η έλλειψη επενδύσεων όπως κατά κόρον επαναλαμβάνεται αλλά η έλλειψη εκείνης της ζήτησης που θα απορροφούσε το προϊόν αν η παραγωγική δομή της Ελλάδας λειτουργούσε στο 100% ή σχεδόν στο 100%.

Στο παραπάνω πλαίσιο δεν είναι πιθανή η δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων, χώρια του γεγονότος ότι ένας πληθωρισμός ακόμη και της τάξης του 8% έχει δειχθεί ακόμη και σε έρευνες του ΔΝΤ δεν οδηγεί σε παραλυτικά φαινόμενα στην οικονομία. Στην Ελλάδα ωστόσο έχει δειχθεί ότι ο πληθωρισμός θα κινείται σε πλήρως ελεγχόμενα επίπεδα.

Δύο ερωτήματα που δημιουργούνται σχετικά με τις επιπτώσεις της εισαγωγής ενός νέου νομίσματος στις καθημερινές συναλλαγές αφορούν τα δάνεια σε ευρώ και τις καταθέσεις.

Σε ό,τι αφορά τις αποταμιεύσεις θα μετατραπούν αυτόματα στο νέο νόμισμα.

Σε ό,τι αφορά τα χρέη, η διπλή έξοδος είναι συνυφασμένη με την αθέτηση άμεσα εκείνων των πληρωμών που σχετίζονται με τους επίσημους πιστωτές της Ελλάδας και ειδικότερα τα δάνεια  που δόθηκαν στο πλαίσιο των 3 δανειακών συμβάσεων (2010, 2012 και 2015), τα οποία έχει αποδειχθεί ότι ήταν παράνομα και αντισυνταγματικά. Μιλούμε (με στοιχεία 30/9/2016) για το 69,5% ενός χρέους ύψους 315,4 δισ., δηλαδή για 217 δισ. Προϋπόθεση είναι η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων με βάση το διεθνές δίκαιο, που πρέπει να συνοδευθεί με μια διεθνής εκστρατεία που θα δείξει ότι η διάσωση της Ελλάδας στην πράξη ήταν διάσωση των γαλλογερμανικών τραπεζών (Deutsche Bank, Societe Generale, κοκ.). Σε αυτό το πλαίσιο ΕΚΤ και ΔΝΤ λειτούργησαν ως ασφαλιστικοί μηχανισμοί των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και πρέπει να αναλάβουν τη ζημιά μαζί με τις ιδιωτικές τράπεζες που επωφελήθηκαν.

Σε ό,τι αφορά τα ιδιωτικά χρέη προς τις τράπεζες (στεγαστικά νοικοκυριών, κίνησης επιχειρήσεων, κ.α.) αυτά με νόμο θα μετατραπούν στο νέο νόμισμα ώστε να μην υπάρχει υποχρέωση αποπληρωμής τους σε ευρώ.

Η μετάβαση στο νέο νόμισμα δεν μπορεί να γίνει άμεσα, δεδομένου ότι υπό κανονικές συνθήκες απαιτείται μια περίοδος 6 μηνών για την εκτύπωση της ποσότητας χαρτονομισμάτων και κερμάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Η μετάβαση μπορεί να διευκολυνθεί με τη χρήση υποσχετικών (IOU) και την ευρεία κυκλοφορία πλαστικού χρήματος, μέσω του οποίου μπορούν να γίνονται συμψηφισμοί, πληρωμές λογαριασμών, κοκ.

Όροι επιτυχίας της διπλής εξόδου είναι η εθνικοποίηση των τραπεζών που έχουν κατ’ επανάληψη ανακεφαλαιοποιηθεί με δημόσιο χρήμα, η επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η ανάκληση των ιδιωτικοποιήσεων ξεκινώντας από τις υποδομές (Λιμάνι Πειραιά που το αγόρασε η κινέζικη Cosco, 14 περιφερειακά αεροδρόμια που αγόρασε η γερμανική Fraport, σιδηροδρόμους που αγόρασε η ιταλική Ferrovie Dello Stato, ΟΤΕ που έχει αγοράσει η Ντόιστε Τέλεκομ, κ.α.). Παρεμπιπτόντως να αναφερθεί ότι όλες οι αγοράστριες εταιρείες είναι εξ ολοκλήρου ή μερικώς κρατικές.

  1. Οικοδομώντας το αναγκαίο μέτωπο

Ξέρουμε ωστόσο ότι υπάρχει μια κραυγαλέα και παραλυτική αντίφαση. Το αίτημα της διπλής εξόδου παρότι τίθεται επιτακτικά ως όρος εξόδου από την κρίση δε συγκεντρώνει την αποδοχή ακόμη και πρωτοπόρων τμημάτων του εργατικού κινήματος. Υπέρ της εξόδου από το ευρώ χαρακτηριστικά τάσσεται ένα ποσοστό γύρω στο 30% των ερωτηθέντων στις δημοσκοπήσεις. Ποσοστό, που από μια άλλη οπτική γωνία εμφανίζει μια κοινωνική (κι όχι τόσο πολιτική) ομοιογένεια και εξαιρετική αντοχή, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα δεν το υιοθετεί.

Τούτου δοθέντος, αν κάτι πρέπει να κρατήσουμε είναι πως ο καταστροφικός ρόλος του ευρώ και της ΕΕ παραμένει προς απόδειξη στην ελληνική κοινωνία. Χρειάζεται να καταβάλλουμε ακόμη σοβαρή προσπάθεια για να πείσουμε την κοινωνία ότι άνοδος της κοινωνικής ευημερίας από τη μια και παραμονή στην ΕΕ από την άλλη αποτελούν έννοιες αμοιβαία αλληλοαποκλειόμενες. Ή το ένα ή το άλλο. Με άλλα λόγια: Ή αξιοπρεπείς συντάξεις ή παραμονή στην ΕΕ!

Αυτή η κατάσταση επιβάλλει και στις πρωτοπόρες δυνάμεις να επικοινωνούν σε αγωνιστικά μέτωπα πάλης με εκείνες τις δυνάμεις που εξακολουθούν να θρέφουν αυταπάτες ή κρίνουν ότι δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι για σύγκρουση. Δεν μπορούμε, με άλλα λόγια, να θέτουμε ως προϋπόθεση το αίτημα της διπλής εξόδου για να διαμορφώσουμε αιτήματα αγώνα, να συγκροτήσουμε αγωνιστικές συλλογικότητες και να συμπορευτούμε με δυνάμεις που έχουν συμφέρον και πασχίζουν να ανατραπεί η επίθεση στον κλάδο τους. Το αίτημα της εξόδου από ευρώ – ΕΕ πρέπει να ενώνει κι όχι να διαχωρίζει τις δυνάμεις του αγώνα.

Οι πρωτοπόρες ιδέες ηττούνταν ή μετατρέπονταν σε καρικατούρες όποτε έμπαιναν σε καραντίνα.  Αντίθετα, νικούσαν όποτε επηρέαζαν και επηρεάζονταν, όποτε εκτίθονταν στη δημόσια κριτική και αντιπαράθεση κι είχαν την ικανότητα να προσαρμόζονται διατηρώντας και ανανεώνοντας το ανατρεπτικό – επαναστατικό τους πυρήνα.

Οι υπεύθυνοι ανάλυσης των δεδομένων της προεκλογικής εκστρατείας του Ομπάμα το 2012, που αξιοποίησαν στο έπακρο τις πληροφορίες τις οποίες επιστρέφουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δήλωναν ότι κάθε φορά η διαίσθησή τους αποδεικνυόταν άχρηστη και διαψευδόταν. Κι η πολιτική συμπεριφορά των πολιτών απρόβλεπτη. Νίκησαν δηλαδή όταν επεξεργάστηκαν, έλαβαν υπ’ όψη τους τα μηνύματα των πολιτών – δεκτών και προσάρμοσαν το πολιτικό τους μήνυμα.

Εμείς γιατί να φοβηθούμε την επικοινωνία με τον κόσμο του αγώνα και τη μετωπική δράση, με στόχο την ήττα και την ανατροπή αυτής της πολιτικής;

Βερολίνο, 9 2017

ΚΡΙΣΗ: Δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της καταιγίδας

Από το κραχ της Bear Sterns στο ντόμινο του χρέους

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Συνήθως, η σοβαρότητα μιας κρίσης, από αυτές που συμβαίνουν σχεδόν σταθερά κάθε 10 χρόνια – αποδεικνύοντας, κάθε φορά, ότι είναι η σοβαρότερη κρίση των τελευταίων 50 ετών, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του πρώην αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Πολ Βόλκερ –  εκτιμάται εξετάζοντας το βάθος των συνεπειών της στην οικονομία. Ελέγχοντας δηλαδή πόσο χαμηλά έστειλε το ΑΕΠ, την απασχόληση, τις τιμές των μετοχών κ.λπ. Η κρίση που ξέσπασε το 2008, είχε ως κορυφαία στιγμή την κατάρρευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου, έκανε όμως την εμφάνισή της ακριβώς πριν δέκα χρόνια με τους πρώτους τριγμούς στην αμερικανική αγορά ακινήτων και τις αλλεπάλληλες χρεοκοπίες, αρχής γενομένης τον Ιούνιο του 2007, επενδυτικών κεφαλαίων της τράπεζας Bear Sterns, της πέμπτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ, και έχει τον δικό της τρόπο να υπογραμμίζει τη σοβαρότητά της. Επιβάλλεται στην μακρά αλυσίδα των κρίσεων καθώς ακόμη και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, δεν έχει επέλθει η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση! Αρκεί μια ματιά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή της όπως και στις αιτίες της, όπου θεωρητικά στόχευαν οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν, για να φανεί ότι η κρίση ήρθε για να μείνει. Από μια άλλη οπτική γωνία, για να φανεί πόσο επικίνδυνα ανήμπορες είναι σήμερα οι μεγάλες οικονομίες να αντιμετωπίσουν μια πιθανή αναζωπύρωσή της.

Το πρώτο μέτρο που εφαρμόστηκε για να αντιμετωπιστεί η κρίση ήταν η ραγδαία μείωση των επιτοκίων, έτσι ώστε να διευκολυνθεί ο δανεισμός. Στο 4% ήταν τα ονομαστικά επιτόκια του ευρώ στις αρχές του 2008, για να μειωθούν σε 1 χρόνο στο 1% και τα τελευταία 2 χρόνια να αγκιστρωθούν στο 0%. Και στις ΗΠΑ παρατηρήθηκε η ίδια τάση: στο 5% ήταν τα επιτόκια του δολαρίου μέχρι και το 2007, όσο οι Αμερικάνοι επιδίδονταν στο προσοδοφόρο άθλημα της αγοραπωλησίας σπιτιών, για να γίνουν σχεδόν μηδενικά το 2009 όπου και περίμεναν μέχρι το 2015. Μόλις τους τελευταίους μήνες ξεπέρασαν το 1%. Επιστροφή των επιτοκίων στα προ κρίσης επίπεδα δεν προβλέπεται σύντομα…

Το δεύτερο μέτρο που υιοθετήθηκε ήταν η ενεργοποίηση των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες, ειδικά στις ΗΠΑ, έφτασαν στο σημείο να χορηγούν ακόμη και δάνεια στην ιδιωτική οικονομία, καλύπτοντας το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση της πίστης και το πάγωμα των πιστώσεων από τις ιδιωτικές τράπεζες. Ως αποτέλεσμα, ο ισολογισμός της κεντρικής τράπεζας από 870,261 δισ. δολ. στις 30 Ιουλίου 2007 να πενταπλασιαστεί μέχρι τις 3 Ιουλίου 2017, φθάνοντας τα 4,467 τρισ. δολ. Το ίδιο συνέβη και στην από δω μεριά του Ατλαντικού με τον ισολογισμό της ΕΚΤ: από 1,5 τρισ. ευρώ στις αρχές του 2007 αγγίζει σήμερα τα 4 τρισ. ευρώ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών δεν προβλέπεται σύντομα…

Το τρίτο μέτρο αφορούσε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα έτσι ώστε ποτέ ξανά να μην επικαλεστούν το ότι οι τράπεζες είναι «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» και να εκβιάζουν κατ’ αυτό τον τρόπο την διάσωση με χρήματα των φορολογουμένων. Η κρίση πυροδότησε έναν πρωτοφανή πυρετό εξαγορών και συγχωνεύσεων που μείωσε σημαντικά τον αριθμό των τραπεζών. Στις ΗΠΑ οι 7.294 τράπεζες στις 31 Δεκεμβρίου 2006, μειώθηκαν στις 5.083 έπειτα από 10 χρόνια, επέζησαν δηλαδή οι 2 από τις 3. Στην ευρωζώνη η εκκαθάριση ήταν εξ ίσου σαρωτική καθώς από 7.626 νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπήρχαν τον Ιανουάριο του 2007, τον Ιούνιο του 2017 λειτουργούσαν 5.805. Η πρόσφατη διάσωση των δύο ιταλικών τραπεζών έδειξε ότι αντίθετα με τις υποσχέσεις πολύ περισσότερο σήμερα οι τράπεζες παραμένουν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν»…

Τέλος, οι πολιτικές δρακόντειας λιτότητας που επιβλήθηκαν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο αφορμή και στόχο ταυτόχρονα είχαν την μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Λογικά λοιπόν θα ανέμενε κανείς ότι μια δεκαετία μετά το δημόσιο χρέος θα έχει μειωθεί ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Κι εδώ όμως ο ελέφαντας συνεχίζει να βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. Σε παγκόσμιο επίπεδο το συνολικό χρέος (κυβερνήσεων, νοικοκυριών και εταιρικό εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού τομέα) βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ καθώς αγγίζει το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ανέρχεται σε 215 τρισ. δολ. αυξημένο κατά 70 τρισ. δολ. μέσα σε μια δεκαετία! Στην ευρωζώνη το δημόσιο χρέος από 7,136 τρισ. ή 80% του ΑΕΠ το 2009, έφτασε τα 9,588 τρισ. ή 89% του ΑΕΠ το 2016. Αυξήθηκε αντί να μειωθεί, λόγω της λιτότητας που οδήγησε σε ύφεση και συρρίκνωση του ΑΕΠ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα του δημόσιου και συνολικού χρέους δεν προβλέπεται σύντομα…

Φαίνεται από τα παραπάνω ότι η επιστροφή των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε ΗΠΑ και Ευρώπη στα προ κρίσης επίπεδα δε σημαίνει ότι η κρίση αποτελεί παρελθόν. Οι επιδόσεις ποτέ δε θα είχαν φτάσει σε αυτά τα επίπεδα αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οικονομία είχε τερματιστεί κι είχαμε επιστρέψει στην κανονικότητα.

Απογειώθηκαν οι μετοχές, «πάγωσαν» μισθοί – συντάξεις

Δέκα χρόνια μετά το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην υποχρέωση των πολιτικών και νομισματικών αρχών να διατηρούν σε ισχύ εξαιρετικά μέτρα που ενεργοποιούνται μόνο κάτω από αντίξοες συνθήκες, ως ύστατη λύση και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Η κατάσταση περιπλέκεται επειδή ταυτόχρονα με την αδυναμία της καπιταλιστικής οικονομίας να λειτουργήσει χωρίς τη συνεχή μηχανική υποστήριξη των κεντρικών τραπεζών, τα χρηματιστήρια πλέουν σε πελάγη ανείπωτης ευτυχίας. Ούτε την πρώτη μεταπολεμική εποχή των «τριάντα ένδοξων χρόνων» δεν κατέγραφαν τέτοια ρεκόρ. Πολύ ενδεικτικά η εξέλιξη ορισμένων χρηματιστηριακών δεικτών: Από την 1η Ιουλίου 2007 μέχρι την 1η Ιουλίου 2017 ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Dow Jones από 13.895 μονάδες σκαρφάλωσε στις 21.553, ο επίσης αμερικανικός δείκτης υψηλής τεχνολογίας Nasdaq από 2.701 στις 6.270, ο γερμανικός DAX από 7.861 σε 12.641, ο ιαπωνικός Nikkei από 16.785 σε 20.099 και ο βρετανικός FTSE100 από 6.447 σε 7.413, κοκ.

Η έκρηξη των χρηματιστηριακών τιμών, όταν μισθοί, συντάξεις και κοινωνικές παροχές παραμένουν παγωμένα, όταν δεν μειώνονται για να επιτευχθεί η πολυπόθητη σταθεροποίηση, λύνει ένα «παράδοξο». Πού πάνε τα δισεκατομμύρια τα οποία διοχετεύονται από τις κεντρικές τράπεζες και έχουν μετατρέψει τους ισολογισμούς τους σε μπαλόνια… Εν ολίγοις, στις τσέπες των μεγαλομετόχων! Εκεί καταλήγει η πλημμυρίδα ρευστού που απελευθερώνουν ΕΚΤ και αμερικανική κεντρική τράπεζα, μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι όμως οι αντιθέσεις οξύνονται κι η αναγκαία διόρθωση (στο βαθμό που τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη ποτέ δεν πραγματώνονται) θα λάβει πιο βίαιο χαρακτήρα!

Από λύση γίνεται πρόβλημα η Κίνα

Το συνολικό χρέος της Κίνας κινείται σε δυσθεώρητα επίπεδα, συγκρίσιμα ωστόσο με αυτά της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Παρότι λοιπόν τον Μάιο του 2017 έφθασε το 304% του ΑΕΠ από μόνο του αυτό το μέγεθος δεν προκαλεί ανησυχία. Εφησυχασμό επίσης προκαλεί και το γεγονός ότι βρίσκεται σε εθνικά χέρια, που σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει από κερδοσκοπικές επιθέσεις κι ούτε εξαρτάται από τη στάση των οίκων αξιολόγησης.

Υπάρχει ωστόσο ένα χαρακτηριστικό που το έχει μετατρέψει σε ωρολογιακή βόμβα και είναι η ταχεία άνοδός του σε αυτά τα επίπεδα. Ενδεικτικά, μόλις το 2015 το συνολικό χρέος της Κίνας ανερχόταν στο 247% του ΑΕΠ, ενώ τις «ήσυχες μέρες» του 2005 στο 160% του ΑΕΠ.  Αυτό που συνέβη το συμπυκνώνει σε μια σύγκριση ο αμερικάνος μαρξιστής Ντέιβιντ Χάρβεϋ (στο βιβλίο του The ways of the world, 2016): το τσιμέντο που καταναλώθηκε στην Κίνα (6.651 εκ. τόνοι) μέσα σε 3 χρόνια (2011-2013) ήταν μιάμιση φορά περισσότερο από το τσιμέντο που κατανάλωσαν οι ΗΠΑ (4.405 εκ. τόνοι) στη διάρκεια ενός αιώνα (1900-1999)! Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αψηφώντας τις οδηγίες που υποδείκνυαν την αξιοποίηση της κρίσης για την εδραίωση νεοφιλελεύθερων αλλαγών, επανέλαβε την επιτυχημένη συνταγή που είχε εφαρμόσει ο Ναπολέων Γ’ στο Παρίσι το 1852 και ο Ρούζβελτ στις μεταπολεμικές ΗΠΑ το 1945: εφάρμοσε ένα ασύλληπτων διαστάσεων κατασκευαστικό πρόγραμμα που μεταμόρφωσε τη χώρα. Το τίμημα ωστόσο ήταν βαρύ κι ασύμμετρο, δεδομένου ότι η πιστωτική επέκταση μεταξύ 2009 και 2015 αύξανε κάθε χρόνο κατά 20% πολύ ψηλότερα από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Έτσι πλέον γεννιούνται ερωτηματικά για την αποπληρωμή του σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης διεθνοποίησης, δηλαδή αμερικανοποίησης, του κινέζικου τραπεζικού συστήματος, κατ’ εντολή του Τραμπ, ενώ όλοι ξέρουν ότι οι χρυσές εφεδρείες του 2008 πλέον δεν υφίστανται. Εξαντλήθηκαν κι αυτές χωρίς να αναμένεται η σύντομη επιστροφή του κινέζικου χρέους στα προ κρίσης επίπεδα…

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα στις 30 Ιουλίου 2017

Κρίση; Γιώργος Μεταξάς (Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2016)

metaxasΤο βιβλίο του Γιώργου Μεταξά με τίτλο Κρίση; (Εκδόσεις των συναδέλφων) επιχειρεί να ανασυνθέσει τις οικονομικές εξελίξεις των τελευταίων 10 ετών. Ξεκινάει από την κρίση των υποβαθμισμένων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων των ΗΠΑ το 2007 και φτάνει μέχρι τις μέρες μας και συγκεκριμένα την παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συνέχιση της πολιτικής λιτότητας στην Ελλάδα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δύο είναι κατά την άποψή μου, τα μεγάλα του προτερήματα, που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα πολλά παρόμοια βιβλία που κυκλοφορούν. Το πρώτο είναι ότι αφιερώνει έκταση για να εξηγήσει σύνθετες έννοιες και να τις κάνει προσιτές στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη: από έννοιες που σχετίζονται με τον τύπο της χρηματικής κυκλοφορίας στον Μαρξ μέχρι τα περίφημα εργαλεία της χρηματοοικονομικής μηχανικής που λειτούργησαν σαν θρυαλλίδα της κρίσης στις ΗΠΑ (πχ τα CDS). Περιγράφοντας δε αυτές τις περίφημες «χρηματοοικονομικές καινοτομίες» διερευνά και ανοίγει τη συζήτηση για σύγχρονα θέματα όπως η χρηματιστικοποίηση. Αναφέρει για παράδειγμα: «αυτή η πληθώρα χρηματιστικού κεφαλαίου δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο παρά τα όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ο επακόλουθος ίλιγγος των πιστώσεων  αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανένα θετικό εμπόδιο στη χρήση αυτού του κεφαλαίου που πλεονάζει, αλλά ένα εμπόδιο στους νόμους της αξιοποίησής του, το όριο που τίθεται στη δυνατότητα του κεφαλαίου να αξιοποιηθεί σαν κεφάλαιο». (σελ. 90)

Το δεύτερο προτέρημα του βιβλίου του Μεταξά είναι η πολιτική του στράτευση. «Η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την υπέρβαση της κρίσης είναι η κοινωνική επανάσταση», γράφει ο συγγραφέας από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο, που αναφέρεται στο νεοφιλελευθερισμό, στη σελίδα 35. Κι αυτή η τοποθέτηση διαπερνάει το βιβλίο μέχρι την τελευταία του σελίδα. Όταν για παράδειγμα στον επίλογο αναφέρει ο συγγραφέας: «Η κρίση αντιμετωπίστηκε κάθε άλλο παρά πρωτότυπα με αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, σύμφωνα με αυστηρά νεοφιλελεύθερα πρότυπα στην ΕΕ» (Σελ. 263).

Πιστεύοντας ακράδαντα ότι κάθε τέτοιο βιβλίο πρέπει να αποτελεί ευκαιρία για την Αριστερά ώστε να συζητάει τις προϋποθέσεις της ρήξης και τις διακυβεύσεις της επόμενης μέρας επιλέγω να παρακάμψω θέματα που ανοίγει ο συγγραφέας και σχετίζονται με τη Μαρξιστική θεωρία των κρίσεων και να σταθώ στα πολιτικά ζητήματα που τίθενται στο βιβλίο.

Κατά την άποψή μου, στο βιβλίο υπάρχει ένα μεγάλο κενό τόσο στην πολιτική όσο και στη θεωρητική του ανάλυση. Η έλλειψη αυτή αφορά το ρόλο της ΕΕ. Η ελληνική κρίση, μένει σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που δε βοηθάει την εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή σε κάθε της λεπτομέρεια, όσο μηχανισμοί και αποφάσεις καθοριστικής σημασίας δεν αναλύονται καν.

Αναφέρομαι για παράδειγμα, στο «Δημοσιονομικό Σύμφωνο», το «Σύμφωνο για το ευρώ συν» και το «πακέτο των 6 και 2 μεταρρυθμίσεων». Πρόκειται για ένα πλαίσιο που απαγορεύει τη δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων, επί ποινής χρηματικών προστίμων. Ο σεβασμός σε αυτές τις οδηγίες συνεπάγεται την εφαρμογή μιας πολιτικής αέναης λιτότητας, ανεξαρτήτως των προεκλογικών εξαγγελιών κάθε κόμματος. Κατά συνέπεια καμιά εξαγγελία ακύρωσης της λιτότητας δεν έχει πιθανότητα υλοποίησης εντός της ΕΕ.

Αναφέρομαι επίσης στον κανονισμό 472 με ημερομηνία 21 Μαΐου 2013, που αναφέρει κατά λέξη ότι «τα κράτη μέλη παραμένουν υπό εποπτεία  μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, τον ΕΜΧΣ, τον ΕΜΣ ή το ΕΤΧΣ». Δεδομένου τούτου του όρου δύο χρόνια πριν κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ μπορούσε να προεξοφληθεί πως ακόμη και το τέλος των χρηματοδοτικών προγραμμάτων δε θα συνέπιπτε με το τέλος της εποπτείας.

Αναφέρομαι τέλος, μεταξύ πολλών άλλων, στο πιο σημαντικό που είναι το είδος της λύσης αντιμετώπισης του χρέους που επιλέγηκε για την Ελλάδα δεδομένης της κορυφαίας σύγκρουσης συμφέροντος που γεννούσε το γεγονός ότι οι σχεδιαστές της αναδιάρθρωσης του 2012 της περίφημης επιλεκτικής χρεοκοπίας, (όπως η ΕΚΤ), ήταν ταυτόχρονα και δανειστές της Ελλάδας. Σύγκρουση που μέχρι και σήμερα καθιστά κάθε δυνατή λύση παγιδευμένη, ατελέσφορη κι εκ των προτέρων επιβλαβή για τα συμφέροντα των εργαζομένων κι όχι μόνο. Υπό αυτό το πρίσμα δε με βρίσκει σύμφωνο η εκτίμηση του συγγραφέα ότι «η ελληνική κρίση πρέπει να θεωρηθεί και οικονομική αποτυχία της ΕΕ». (σελ. 179) Η ελληνική κρίση είναι επιτυχία της ΕΕ δεδομένου ότι έσωσε τις γαλλογερμανικές τράπεζες τη στιγμή που κινδύνευαν, ενώ από την Ελλάδα ξεδίπλωσε ένα δεύτερο πιο ορμητικό κύκλο αμφισβήτησης του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας μετά τον κύκλο που άνοιξε επί ηπειρωτικού ευρωπαϊκού εδάφους ο Σρέντερ το 1997, με την Ατζέντα 2010.

Η σημασία της κατάδειξης αυτών των ορίων δε θα στόχευε στην αναζήτηση μιας λύσης της κρίσης στο πλαίσιο της αστικής κυριαρχίας, αλλά στο αδύνατο της αναζήτησης μιας λύσης εντός της. Θα ενδυνάμωνε την αντικαπιταλιστική κριτική γιατί θα της προσέδιδε ρεαλισμό.

Ο ρόλος της ΕΕ

Εν συντομία, όσο κατά την άποψή μου δεν αποκαλύπτεται αυτός ο καταστρεπτικός ρόλος της ΕΕ, τα συμφέροντα που περικλείει κι εκπροσωπεί, τόσο στενεύει ο ορίζοντας όσων έχουν συμφέρον από την ανατροπή της σημερινής κατάστασης, τόσο μένουν στο απυρόβλητο κόμματα και θεσμοί που πρέπει να χρεωθούν τη σημερινή εξαθλίωση. Κι έτσι ο κυρίαρχος λόγος που εμφανίζει την ΕΕ ως πηγή πλουτισμού και αναδιανομής μέσω των ΕΣΠΑ πχ θα μένει αναπάντητος κι εν τέλει ηγεμονικός.

Όσο πολύ και να ψάξουμε στην ιστορία των επαναστάσεων πιστεύω βαθιά ότι δεν πρόκειται να βρούμε επανάσταση (που να μην ήταν τυφλό και ανέλπιδο ξέσπασμα) η οποία να μην εκδηλώθηκε με τη βοήθεια αιτημάτων κρίκων, που την κατάλληλη στιγμή συγκινούσαν και κινητοποιούσαν τους καταπιεσμένους κι αναφέρομαι πάντα στις πλειοψηφίες. Αιτήματα οικονομικά, όπως το ψωμί, αλλά και πολιτικά, που αφορούσαν τη δημοκρατία μπόρεσαν κατ’ επανάληψη να λειτουργήσουν σαν πυροκροτητές, βοηθώντας εκείνους που είχαν συμφέρον να κινητοποιηθούν, να συνειδητοποιήσουν τα ασφυκτικά σε βαθμό απαγόρευσης όρια της αστικής δημοκρατίας. Κι επίσης την ανάγκη της υπέρβασής τους.

Σήμερα τέτοιο αίτημα είναι το αίτημα της εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, αιτήματα που ο συγγραφέας χαρακτηρίζει εθνικιστικά (σελ. 183) αναπαράγοντας μια κυρίαρχη φιλελεύθερη ιδεολογία που ταυτίζει τον κοσμοπολιτισμό της ΕΕ με τη διεθνοποίηση. Την ίδια άποψη είχε κι εξέφραζε δημόσια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόμη που ήταν στην αντιπολίτευση, κλείνοντας μάλιστα τη συζήτηση για την ΕΕ και το ευρώ κι ανοίγοντας διάπλατα έτσι το δρόμο για την μετέπειτα υποταγή της, όταν ανάμεσα στο δίλλημα «μνημόνια ή έξοδος από το ευρώ» επέλεξε μνημόνια. Ήταν μάλιστα ένα δίλλημα που ήταν ορατό ότι θα τεθεί χρόνια πριν πάρει την εξουσία. Είχε τεθεί στην Κύπρο το 2013, στην Ιρλανδία αλλά και στην Ελλάδα στις εκλογές του 2012. Παρόλα αυτά ποτέ δεν ετοιμάστηκε γι’ αυτό το ενδεχόμενο. Καθόλου τυχαία κατά τα γνώμη μου.

Το αίτημα της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης από την ΕΕ σήμερα δεν ισοδυναμεί με μια αντιδραστική επιστροφή στο μεταπολεμικό έθνος κράτος. Επιδιώκει να κόψει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει την εγχώρια αστική κυριαρχία με ένα κέντρο πολιτικών αποφάσεων που είναι απροσπέλαστο από την ταξική πάλη και καταφέρνει να ανατρέπει κατακτήσεις δεκαετιών χωρίς καν να γίνει γνωστό: μέσω της ενσωμάτωσης νόμων, οδηγιών και αποφάσεων της ΕΕ. Η ταύτιση της ΕΕ με το διεθνιστικό όραμα κάθε προοδευτικού ανθρώπου δεν ισοδυναμεί μόνο με διαστρέβλωση και στιγματισμό των διεθνιστικών οραμάτων αλλά και με απόκρυψη των όσων πραγματικά διακυβεύονται και κρίνονται στις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη.

Κι αυτά που κρίνονται δεν κινούνται μόνο επάνω σε έναν καθαρό κι εύκολα αναγνωρίσιμο άξονα της ταξικής πάλης, με μια καθαρή σύγκρουση αστικής κι εργατικής τάξης (που κι αυτή μάλιστα συσκοτίζεται όταν υποτιμάται η ευθύνη της ΕΕ στην υλοποίηση ενός πολύ επιλεκτικού «διεθνισμού», που χρησιμοποιεί τους ανατολικοευρωπαίους για να ρίξουν τους μισθούς των εργαζομένων στη Δυτική Ευρώπη). Κινείται επίσης και πάνω στο έδαφος των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Όσο η επαναστατική Αριστερά δεν πρωτοστατεί στην κατάδειξη του καθεστώτος περιορισμένης κυριαρχίας που έχουν εγκαθιδρύσει η Τρόικα και η ΕΕ, τόσο αυτό το έδαφος θα το οικειοποιείται η άκρα Δεξιά.

Ο λόγος δε της επαναστατικής Αριστεράς, θα είναι διακριτός στο βαθμό που δε θα αναζητά συμμαχία με την εθνική αστική τάξη όπως έκανε στο παρελθόν, ενώ θα παραμένει διεθνιστικός τονίζοντας τόσο τα κοινά συμφέροντα ελλήνων και ξένων εργατών όσο και την κοινότητα συμφερόντων με λαούς που η κοσμοπολίτικη ΕΕ βάζει στο στόχαστρο. Σε αυτό το πλαίσιο το αίτημα της ανεξαρτησίας πρέπει και μπορεί να χαρακτηρίσει την Αριστερά, κινητοποιώντας τους εργαζόμενους που θα κατανοούν ότι ο καθεστώς της χρεοκρατίας οξύνει τις διεθνείς ανισότητες δημιουργώντας κράτη χρεώστες (που αποδέχονται αυτό το ρόλο με ευθύνη της αστικής τους τάξης) και κράτη δανειστές (στο εσωτερικό των οποίων οι κοινωνικές αντιθέσεις εντείνονται). Προς επίρρωση πρόσφατα στοιχεία από τη στατιστική υπηρεσία της Γερμανίας που έδειξαν ότι 16 εκ. κάτοικοι ή το 20% του πληθυσμού είναι αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Η άμεση προοπτική παραπέρα επιδείνωσης της κοινωνικής θέσης όχι μόνο των μισθωτών, αλλά επίσης των μεσαίων στρωμάτων θα ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για μια νικηφόρα αντικαπιταλιστική στρατηγική. Σε αυτή την κατεύθυνση το βιβλίο του Γιώργου Μεταξά αποτελεί σοβαρή συμβολή.

Το άρθρο στηρίζεται στην εισήγηση μου κατά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοκαφέ Έναστρον, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.