Κοινωνική πολιτική και αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός

Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται η κοινωνική πολιτική όπως αλλάζει στο πλαίσιο του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού

Το κείμενο που ακολουθεί είναι εισήγηση στην δημόσια παρουσίαση του βιβλίου «Κοινωνική πολιτική, αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός και πανδημίας». Επιστημονική επιμέλεια: Απόστολος Καψάλης, Βαγγέλης Κουμαριανός και Νίκος Κουραχάνης (εκδόσεις Τόπος).

του Λεωνίδα Βατικιώτη

Τρεις κατά τη γνώμη μου είναι οι λόγοι που οδηγούν σε μία επιστημονική και δημόσια – πολιτική συζήτηση γύρω από την κοινωνική πολιτική μετά την πανδημία. Είναι τρεις λόγοι αλληλοσυμπληρούμενοι μεν αλλά διακριτοί.

Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με τις αυταπάτες που δημιουργεί κάθε κρίση. Θυμάμαι από την πρώτη κιόλας περίοδο που ξέσπασε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, μέχρι και τον Μάρτιο του 2020 όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την πρωτοφανή κρίση της πανδημίας, πηχυαίους τίτλους να προβλέπουν το τέλος του νεοφιλελευθερισμού και την αναβίωση του κεϋνσιανσιμού, του ισχυρού κράτους.

Το δομικό σφάλμα ανάλογων προβλέψεων έγκειται σε μια απλοϊκή ανάγνωση του νεοφιλελευθερισμού που ταυτίζεται με την μείωση των δημοσίων δαπανών. Έγκειται επίσης και σε μια άκρως επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας που παραβλέπει όχι μόνο την ακολουθούμενη πολιτική από τα κόμματα εξουσίας ή τις οδηγίες της ΕΕ, αλλά παραβλέπει επίσης και την γενικότερη δυναμική του καιρού μας. Την ευρύτερη αντιδραστικοποίηση, με άλλα λόγια, που δεν επιτρέπει αυταπάτες.

Η αλήθεια είναι ότι ανάλογες ερμηνείες, που βαφτίζουν το κρέας ψάρι, καταφέρνουν και επιβιώνουν στον χρόνο. Ανάλογες θεωρίες για παράδειγμα προβλήθηκαν με αφορμή το πρόγραμμα του Μπάιντεν, πέρυσι, με τη γνωστή κατάληξη: να διαψευστούν για πολλοστή φορά.

Στα καθ’ ημάς εξ ίσου πομπώδεις διακηρύξεις διαβάσαμε με αφορμή το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που επικεντρώνονταν στα ποσά και αδιαφορούσαν για τους όρους. Μέχρι που και αυτές οι χρηματοδοτήσεις αποδείχθηκαν μνημόνια.

Αυτή η γενικευμένη σύγχυση οδηγεί κατά τη γνώμη μου στον δεύτερο λόγο που ανοίγει τη συζήτηση για την κοινωνική πολιτική. Το ζητούμενο είναι να περιγραφεί το πρόσημο και η κατεύθυνσή της. Να αναλυθεί σε επίπεδο νόμων, μέτρων, πολιτικών και των αποτελεσμάτων τους, με τελικό ζητούμενο να αποτυπωθούν οι ποσοτικές και ποιοτικές μεταμορφώσεις της και να απαντηθεί ένα θεμελιώδες ερώτημα: γίνεται πιο προοδευτική ή πιο αντιδραστική; Εξυπηρετεί την κοινωνία και τους εργαζόμενους, κάνοντας τις απαραίτητες επικαιροποιήσεις, ή το κεφάλαιο και το κράτος, επικαλείται την ανάγκη των προσαρμογών για να βελτιώσουν τη θέση τους εναντίον των μισθωτών;

Σε αυτό το πεδίο το βιβλίο που επιμελήθηκαν οι Καψάλης, Κουμαριανός και Κουραχάνης, καταφέρνουν μια ουσιαστική συμβολή. Οι αναλύσεις είναι λεπτομερείς και σε βάθος: Από τις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό, μέχρι τα μέτρα που ελήφθησαν για την υγεία και το πτωχευτικό δίκαιο ή τους μετανάστες. Το βιβλίο επιτυγχάνει ένα σκανάρισμα πολύ υψηλής ανάλυσης της κοινωνικής πολιτικής και διαλύει μύθους και εντυπώσεις.

Αντιγράφω εντελώς ενδεικτικά: Από το άρθρο των Καψάλη – Κουζή: «Οι εξελίξεις στην εργασία κατά την περίοδο της πανδημίας αποτελούν τη συνέχεια μιας διαδρομής νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, που εκκινεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, εντείνεται με τις πολιτικές διαχείρισης της κρίσης χρέους και ακολουθεί τις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις σε συνδυασμό με εκείνες που απορρέουν από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ. Το νέο στοιχείο που τις διακρίνει είναι η παρουσία του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού» (σελ. 203).

Επίσης, από το άρθρο των Σπυροπούλου – Παρσάνογλου – Τριμικλινιώτη – Τσιάνου για το προσφυγικό, μια αναφορά που παραπέμπει ευθέως σε όσα γίνονται στην Ουκρανία κι όσα λέει ο υπουργός Ν. Μηταράκης. Γράφουν οι συγγραφείς: «Στη Βρετανία για παράδειγμα τα ζητήματα που παρατηρούμε σήμερα και η παραφιλολογία περί “ψευδοπροσφύγων” υπήρχε στις ακροδεξιές φυλλάδες και τα υπερσυντηρητικά ταμπλόιντ (πχ η εφημερίδα Σαν)» σελ. 341.

Ο τρίτος λόγος που νομιμοποιεί την σχετική πραγμάτευση και τον συνακόλουθο δημόσιο διάλογο είναι η ανάγκη να ανοίξει η συζήτηση. Να πάψουμε να αρκούμαστε στα γνωστά και τετριμμένα.  

Αναφέρει για παράδειγμα ο Κώστας Δημουλάς: «Κατά την τρέχουσα πανδημία έγιναν ρήξεις και τομές που δεν μπορούν να ερμηνευτούν με τα παραδοσιακά εργαλεία ανάλυσης της κοινωνικής πολιτικής, αποδίδοντας για παράδειγμα τις δομικές και θεσμικές αλλαγές σε απλές μετατοπίσεις των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν τα μεταπολεμικά καθεστώτα ευημερίας» (σελ. 109). Ο Μπιλ Τζόρνταν διερευνώντας πώς το σοσιαλδημοκρατικό κράτος έφτασε να παρέχει τα θεμέλια για το νέο απολυταρχισμό αναγνωρίζει πώς επί του παρόντος «δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο θεωρητικό πλαίσιο μέσω του οποίου μπορούμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα» (σελ. 56).

Οι επιμελητές του τόμου από την άλλη υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα «εκδοχή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου δεν συνιστά μια πρωτόγνωρη αλλαγή, αλλά τη συνέχιση και την όξυνση των παραδοσιακών χαρακτηριστικών της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης (σελ. 33)».

Αναφέρω αυτά τα αποσπάσματα για να υπογραμμίσω ότι είμαστε μάρτυρες συγκλονιστικών αλλαγών που απαιτούν βαθύτερη διερεύνηση και τολμηρές προσεγγίσεις. Τα μέχρι σήμερα εργαλεία δεν μας αρκούν! Η πανδημία επιτάχυνε δομικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία: από τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της μέχρι την διεθνοποίησή της και την βαθύτερη πρόσδεσή της στον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.

Για να τα αναλύσουμε όλα αυτά χρειαζόμαστε έναν σύγχρονο εργατικό, αριστερό διαφωτισμό που θα έχει ανοιχτά τα αυτιά του και θα επικοινωνεί με τους εκμεταλλευόμενους, που παράγουν τον κοινωνικό πλούτο.

Το κεφάλαιο για παράδειγμα των Παπανικολόπουλου – Κατσορίδα για τις πέντε φάσεις της συνδικαλιστικής δράσης από το 2020 μέχρι σήμερα (σελ. 212) είναι όχι μόνο διαφωτιστικό αλλά και διδακτικό σε ό,τι αφορά τη σχέση πολιτικής και αγώνων.

Ξέρουμε από την άλλη, όλοι πώς τίποτε δεν γεννιέται από το κενό, όπως κι ότι η επίκληση στην ανάγκη θεωρητικής πρωτοτυπίας σχεδόν πάντα έρχεται να συγκαλύψει και να δικαιολογήσει συντηρητικές μεταλλάξεις και πολιτικές αναδιπλώσεις. Ή τον θεωρητικό αναχωρητισμό, όπως κάνει το μεταμοντέρνο ρεύμα.

Το βιβλίο για το οποίο συζητάμε σήμερα, είναι μια νότα αισιοδοξίας στην κατεύθυνση πρωτότυπης έρευνας και θεωρητικής αναζήτησης. Συμβάλει στις αναζητήσεις, βαθαίνει τη γνώση μας για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τα περιεχόμενα του βιβλίου κι εδώ το πρώτο κεφάλαιο.

Ακολουθούν οι τοποθετήσεις της δημόσιας παρουσίασης:

Διπλά αδικημένοι ο εργαζόμενοι στην Ελλάδα (Επίκαιρα 15-21/7/2010)

Μύθοι και αλήθειες για τους υπαίτιους της κρίσης

Πλήθος από ανακρίβειες και αστήριχτους ισχυρισμούς διατυπώθηκαν στην εκδήλωση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών που πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 5 Ιουλίου. Θέμα της ήταν «το μνημόνιο οικονομικής πολιτικής και οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας».

Με βάση την εισηγητική ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα, γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ, η τρέχουσα οικονομική κρίση «οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αλόγιστη επέκταση και δυσλειτουργία του κράτους. Ένα και μόνο στατιστικό στοιχείο είναι αρκετό για να δείξει τι ακριβώς συνέβη», τόνισε. «Από το 1999 μέχρι το 2008 ο μέσος μισθός στο δημόσιο αυξήθηκε 107,3% στην Ελλάδα έναντι 35,3% στην ευρωζώνη». Ακούγοντας κανείς τα παραπάνω, που συμπληρώνονται και υποστηρίζονται από μια λαϊκίστικου χαρακτήρα φιλολογία για την ύπαρξη ενός υπερτροφικού κράτους στην Ελλάδα, πιστεύει ότι ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας έχει πραγματικά προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις εις βάρος του ιδιωτικού. Η αλήθεια ωστόσο είναι εντελώς διαφορετική και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι «αντι-κρατιστές» νεοφιλελεύθεροι στην Ελλάδα ουδέποτε μπαίνουν στον κόπο να τεκμηριώσουν με συνολικά μεγέθη τους ισχυρισμούς τους κι όχι με επιμέρους κι αποσπασματικά στοιχεία τα οποία προσφέρονται για εύκολες εντυπώσεις όχι όμως για τεκμηρίωση.

Στον αντίποδα λοιπόν των παραπάνω δοξασιών η Ελλάδα έχει έναν από τους μικρότερους δημόσιους τομείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν πάρουμε ως κριτήριο τους απασχολούμενους σε αυτόν. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1 που παραθέτουμε, στον δημόσιο τομέα 19 ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών το 2002 απασχολούταν κατά μέσο όρο το 15,9% του εργατικού δυναμικού. Στην δε ΕΕ των 17 το 16,4%. Στην Ελλάδα αντίθετα στον δημόσιο τομέα απασχολούταν μόλις το 11,4% του εργατικού δυναμικού, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και απ’ αυτό της Αγγλίας όπου ο οδοστρωτήρας της Θάτσερ ισοπέδωσε κάθε δημόσια υπηρεσία προς όφελος του ιδιωτικού συμφέροντος. Κατά συνέπεια ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα μπορεί να διακρίνεται για την γραφειοκρατία και την αναποτελεσματικότητα ή την διαφθορά του (η οποία θέλει όμως… δύο, δηλαδή και τον ιδιώτη από την άλλη) δεν διακρίνεται πάντως για το μέγεθός του, με βάση τους απασχολούμενους, κριτήριο που αποτελεί και το πιο ενδεικτικό μιας και σχετίζεται άμεσα με το κόστος μισθοδοσίας του, που επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Κράτος         Εργαζόμενοι στο δημόσιο ως ποσοστό του συνόλου

Σουηδία        30

Δανία           29

Φινλανδία     22,4

Γαλλία          21,2

Αγγλία                   17,8

Πορτογαλία 17

Βέλγιο          16,8

Λουξεμβούργο 14,9

Τσεχία                   14,8

ΗΠΑ             14,7

Ιταλία                    14,4

Ισπανία        13

Αυστρία       12,2

Πολωνία       12,1

Ελλάδα        11,4

Ιρλανδία       11

Ολλανδία      10,7

Γερμανία       10,2

Ιαπωνία        8,1

ΕΕ                16,4

Σύνολο         15,9

Πηγή: OECD, Economic Outlook, 2003. Παρατίθεται στο κείμενο εργασίας: The size and performance of public sector activities in Europe. Heinz Handler, Bertrand Koebel, Philip Reiss, Margit Schratzenstaller.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΩΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΟΥ ΑΕΠ

Η νεοφιλελεύθερη δοξασία περί υπερτροφικού δημοσίου καταρρίπτεται επίσης από στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούν τις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων ως ποσοστό του ΑΕΠ. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 οι αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων το 1988 απορροφούσαν το 12,08% του ΑΕΠ, ενώ στην Ελλάδα το 11,1%. Ακόμη και μ’ αυτό το κριτήριο κατά συνέπεια δεν ευσταθεί η ενοχοποίηση του δημόσιου τομέα για τα ελλείμματα.

Οι επιθέσεις στον δημόσιο τομέα που ασκούνται από τους υπέρμαχους του μνημονίου στο επίκεντρό τους έχουν την κοινωνική πολιτική που ασκείται από το κράτος κι η οποία είναι το μεγάλο θύμα της μακρόχρονης λιτότητας που εισάγει το μνημόνιο. Αυτό ωστόσο που παραλείπεται να αναφερθεί είναι η δραματική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κοινωνικές παροχές στην Ελλάδα, που κι αυτές πλέον απειλούνται με καρατόμηση. Αρκεί να πάρουμε υπ’ όψη μας τους 4.500 γιατρούς που λείπουν, τους 20.000 νοσηλευτές κι εργαζόμενους στα παραϊατρικά επαγγέλματα και άλλους 20.000 δάσκαλους και καθηγητές που λείπουν, με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις! Είναι χαρακτηριστική η σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, που παρατίθεται στον Πίνακα 3 κι αφορά τις δεκαετίες του ’90 και του ’80 παρότι μάλιστα τότε ήταν που στην πραγματικότητα ιδρύθηκε στην Ελλάδα το κοινωνικό κράτος. Εκεί φαίνεται πεντακάθαρα ότι ελάχιστοι, σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, δημόσιοι πόροι καταλήγουν στην κοινωνική προστασία, την υγεία και στους ανέργους. Και πάλι η Ελλάδα, με κριτήριο τα ποσά που δίνει για κοινωνική προστασία αποδεικνύεται πιο νεοφιλελεύθερη ακόμη και από την κοιτίδα του Θατσερισμού, την Αγγλία. Επομένως η ενοχοποίηση του κοινωνικού κράτους για τα δημόσια ελλείμματα από τους υπέρμαχους του μνημονίου είναι ανυπόστατη και αυθαίρετη.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

ΜΕΡΙΔΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ ΣΤΟ ΑΕΠ

                   Κοινωνική προστασία        Υγεία                      Ανεργία

’80     ’90           ’80         ’90               ’80     ’90

Αυστρία                 –        21,1             –        5,7               –        1,4

Βέλγιο                    20      18,6             6%     6,6               4,5     4

Τσεχία                             –        12,6             –        6,2               –        0,3

Γερμανία                14,7   18,3             6,1     7,5               1,7     2,8

Δανία                     21,2   24,2             7,6     6,9               5,5     6

Ισπανία                  12,9   15,1             4,5     5,4               2,7     3,1

Φινλανδία               16,2   24,2             5,5     6,2               2,1     4,8

Γαλλία                    18,1   21,3             6,3     7,2               2,9     3,1

Ελλάδα                 11,6   16,6            4,8     4,7              0,6     0,8

Ιρλανδία                13,3   13,8             5,8     5,2               4,6     3,9

Ιταλία                    15,3   18,9             5,6     5,9               –        –

Λουξεμβούργο        17,8   16,9             5,4     5,7               1,3     0,8

Ολλανδία               22,3   20,5             5,6     6,2               3,9     4

Πολωνία                 –        19,2             –        4,6               –        1,8

Πορτογαλία            9,2     12                3,4     4,7               0,7     1,5

Σουηδία                 22      26,4             8,1     7,2               2,4     4,5

Αγγλία                             15,2   19,4             5        5,6               2,1     1,3

ΕΕ 15                     16,1   19,3             5,7     6,6               1,9     2,5

Πηγή: Όπως Πίνακα 1.

Οι ευθύνες για την δημοσιονομική κρίση στην πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθούν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που υποδεικνύει το ΙΟΒΕ: στον ιδιωτικό τομέα!

Γενικά μιλώντας, η τρέχουσα κρίση όπως ξέσπασε το 2008 δεν είχε ως επίκεντρό της κάποιες οικονομίες με ισχυρό κρατικό τομέα και γενναίες κοινωνικές παροχές, όπως για παράδειγμα οι Σκανδιναβικές. Ούτε ξέσπασε σε κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που χαίρουν κρατικής προστασίας ή απολαμβάνουν θεσμοθετημένων ποσοστών κέρδους, που χαρακτηρίζονται από το ΙΟΒΕ, τεκμήριο καθυστέρησης. Η κρίση ξέσπασε στην Μέκκα του πιο αχαλίνωτου καπιταλισμού, τις ΗΠΑ και την Αγγλία και σε εκείνο τον κλάδο που αποτελεί την σημαντικότερη βιομηχανία, το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν, ενώ βρίσκεται σε σχέσεις ασύλληπτης διαπλοκής με την πολιτική εξουσία καθώς οι υπουργοί Οικονομικών των ΗΠΑ για παράδειγμα, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, προέρχονται από τις κορυφαίες επιχειρήσεις του: το χρηματοπιστωτικό τομέα.

Στην Ελλάδα δε, είναι απορίας άξιο γιατί τα στελέχη του ΙΟΒΕ θεωρούν τόσο προφανή την προικοδότηση του πλήρως ιδιωτικοποιημένου τραπεζικού τομέα με 28 δισ. ευρώ από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και με 10 δισ. επιπλέον από το μνημόνιο της ντροπής, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας! Αν για τις δημόσιες συγκοινωνίες ή την Ολυμπιακή η ανάγκη κρατικής επιδότησής τους αποτελούσε τεκμήριο αποτυχίας της κρατικής ιδιοκτησίας γιατί δεν ισχύει το ίδιο και για τις τράπεζες; Γιατί δηλαδή δεν αποτελεί τεκμήριο αποτυχίας του ιδιωτικού τομέα; Πολύ περισσότερο αν θυμηθούμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν, όταν οι τράπεζες ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τη δεκαετία του ’80 για παράδειγμα και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, ουδέποτε είχαν κινδυνεύσει από κερδοσκοπικούς τυχοδιωκτισμούς κι ουδέποτε είχαν απειληθεί τόσο σοβαρά…

Ειδικότερα μιλώντας για την δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα, η βασικότερη αιτία της δεν πρέπει να αναζητηθεί στις κοινωνικές παροχές που από αναιμικές οδεύουν για πλήρη κατάργηση, αλλά στην θεσμοθετημένη, επίσημη φοροαπαλλαγή των ανωνύμων εταιρειών. Με βάση στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, Eurostat, που εκδόθηκαν με ημερομηνία 28 Ιούνη 2010, ο εταιρικός φόρος στην Ελλάδα ανέρχεται στο 24%, όταν στην ευρωζώνη των 16 είναι κατά μέσο όρο, υψηλότερος του ελληνικού και φθάνει το 25,7%. Οι περισσότερες δε δυτικοευρωπαϊκές χώρες έχουν πολύ υψηλότερο φορολογικό συντελεστή για τις ανώνυμες εταιρείες από τον ελληνικό. Για παράδειγμα, Σουηδία και Φινλανδία: 26%, Αγγλία και Νορβηγία: 28%, Γερμανία: 29,8%, Ιταλία: 31,4%, Γαλλία: 34%, κοκ.

Άλλοι δε τομείς της ελληνικής οικονομίας, που χαρακτηρίστηκαν ως «φωτεινό παράδειγμα» από εισηγητή στην εκδήλωση του ΙΟΒΕ, όπως η ναυτιλία στην πραγματικότητα δεν πληρώνουν κανένα φόρο. Το πλαίσιο λειτουργίας τους καθορίζεται από ένα αποικιακό καθεστώς 57 επίσημων φοροαπαλλαγών που καθιστά την Ελλάδα στην πραγματικότητα φορολογικό παράδεισο για τους εφοπλιστές. Ποιο είναι επομένως το όφελος για τα δημόσια οικονομικά από το «φωτεινό παράδειγμα» των εφοπλιστών; Γιατί δεν θεωρείται υποχρέωσή τους η συμβολή στα δημόσια οικονομικά;

Το κενό που αφήνουν στα δημόσια έσοδα οι ανώνυμες εταιρείες κι οι εφοπλιστές (μαζί μ’ αυτούς φυσικά η εκκλησία και οι τράπεζες) καλύπτουν οι εργαζόμενοι που πληρώνουν ένα από τους υψηλότερους ΦΠΑ σε όλη την ΕΕ. Πρόκειται για τον πιο άδικο φόρο, όπως όλοι οι έμμεσοι, καθώς πληρώνεται από τον καταναλωτή ανεξαρτήτως του εισοδήματος του, καταργώντας στην πράξη τη αναλογικότητα που εξασφαλίζει τον προοδευτικό χαρακτήρα κάθε φορολογικού συστήματος. Έτσι, ενώ ο μέσος ΦΠΑ στην ΕΕ των 27 είναι 20,2% στην Ελλάδα φθάνει το 23%! Στις άλλες δε μεσογειακές χώρες, που έχουν συγγενή οικονομική δομή με αυτή της Ελλάδας, όπως η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ο ΦΠΑ ανέρχεται σε 20% για τις δύο πρώτες και 18% για την τρίτη. Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα είναι διπλά αδικημένοι γιατί πέρα από ΦΠΑ πληρώνουν πολλά περισσότερα σε σχέση με τους Ευρωπαίους και στους φόρους που αναλογούν στην εργασία: 37% είναι ο σχετικός φόρος που αναλογεί στην εργασία στην Ελλάδα, 34,4% ήταν στην ευρωζώνη των 16 το 2008.

Τέλος σε ό,τι αφορά τους μισθούς που θεωρούνται υψηλοί αρκεί να αναφέρουμε ότι με βάση στοιχεία που περιέχονται στην Έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΣΥΕ και αφορούν το δεύτερο τρίμηνο του 2008 το 25% των μισθωτών αμείβεται με καθαρές αποδοχές που δεν ξεπερνούν τα 750 ευρώ μηνιαίως. Ενώ, ένα 30% επιπλέον με αποδοχές από 750 έως 1.000 ευρώ. Το 55% των εργαζομένων δηλαδή ζει με 1.000 ευρώ μηνιαίως! Το εισόδημα αυτό μάλιστα με πραγματικούς όρους βαίνει σταθερό μειούμενο στο σύνολο του κοινωνικού πλούτου. Με βάση στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στην ετήσια έκθεση του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ του 2009 το μερίδιο της εργασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ χάνει διαρκώς έδαφος στο πέρασμα του χρόνου. Ενώ μεταξύ 1978-1983 κυμαινόταν μεταξύ 70-75%, την περίοδο 1984-1990 έφθασε το 65-70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα μειώθηκε στο 62%.

Σε ότι αφορά τους συνταξιούχους το 61% ζει με λιγότερα από 600 ευρώ, χωρίς μάλιστα να υπολογίζονται οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ! Την ίδια ώρα που 1,1 εκ. εργαζόμενοι ή το 25% δουλεύουν ανασφάλιστοι, η εισφοροδιαφυγή ετησίως φτάνει τα 8 δις. και οι ανείσπρακτες οφειλές τα 7,5 δις. ευρώ, με βάση το ίδιο το υπουργείο Εργασίας!

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ επομένως ας μην αναζητά στο ασφαλιστικό σύστημα την πηγή του δημοσιονομικού ελλείμματος. Οι βασικότερες αιτίες είναι η θεσμοθετημένη φοροδιαφυγή και η κατοχυρωμένη φοροαπαλλαγή. Από αυτά τα προνόμια πρέπει κατά συνέπεια να ξεκινήσει η «εσωτερική υποτίμηση» που επαγγέλλονται το ΔΝΤ και το ΙΟΒΕ κι όχι από τους μισθούς και τις συντάξεις…

 Τραγικά επίκαιρος ο Στίγκλιτζ

«Το πρόβλημα με τα σφάλματα του ΔΝΤ είναι ότι πιθανότατα θα έχουν μεγάλη διάρκεια. Το ΔΝΤ συχνά μιλούσε ωσάν αυτό που χρειαζόταν η οικονομία να ήταν ένα δυνατό καθαρτικό. Να πονέσει, και όσο βαθύτερος ο πόνος τόσο μεγαλύτερη η επακόλουθη οικονομική μεγέθυνση. Σύμφωνα με τη θεωρία του ΔΝΤ, λοιπόν, μια χώρα που ενδιαφέρεται για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της-ας πούμε σε είκοσι χρόνια από σήμερα-, θα έπρεπε να σφίξει τα δόντια και να δεχτεί μια βαθιά κάμψη. Οι άνθρωποι σήμερα θα υπέφεραν, αλλά τουλάχιστον τα παιδιά τους θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Δυστυχώς τα στοιχεία δε στηρίζουν τη θεωρία του ΔΝΤ. Μια οικονομία που διέρχεται βαθιά ύφεση μπορεί να αναπτύσσεται ταχύτερα καθώς ανακάμπτει, αλλά ποτέ δεν αναπληρώνει τον χαμένο χρόνο. Όσο πιο βαθιά είναι η σημερινή ύφεση τόσο χαμηλότερο θα είναι και το πιθανό εισόδημα, ακόμη και σε είκοσι χρόνια από τώρα. Δεν ισχύει, όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ, ότι σε είκοσι χρόνια οι άνθρωποι θα είναι σε καλύτερη κατάσταση. Οι επιπτώσεις μιας ύφεσης είναι μακροχρόνιες. Υπάρχει μια σοβαρή συνέπεια: Όσο πιο βαθιά είναι η κρίση σήμερα, όχι μόνο τόσο πιο χαμηλή θα είναι η συνολική παραγωγή σήμερα, αλλά και τόσο χαμηλότερη ενδέχεται να είναι για πολλά χρόνια».

Τζόζεφ Στίγκλιτζ, Η μεγάλη αυταπάτη, εκδ. Α. Α. Λιβάνη

Το παραπάνω απόσπασμα αφιερώνεται σε όσους χαρακτηρίζουν «διαβατήριο για τη σωτηρία της Ελλάδας» την προσφυγή στο ΔΝΤ κι επίσης «προϋπόθεση για μια νέα αναπτυξιακή πορεία στηριγμένη σε υγιείς βάσεις»…

Λ.Β.

Αρέσει σε %d bloggers: