Μια Πράσινη αγοραία Συμφωνία

Με μια πρώτη ματιά, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις πιο πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το κλίμα έδειχνε σωστά αντανακλαστικά και ικανότητα διαχείρισης κρίσιμων καταστάσεων, όπως η τρέχουσα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Τη συζήτηση για την κλιματική αλλαγή στα τέλη του 2019 συμπυκνώνει ο όρος «κρίση», που έχει υιοθετηθεί ακόμη κι από θεσμούς όπως το Ευρωκοινοβούλιο. Δεν πρόκειται για υπερβολή, μιας και συνάδει πλήρως με την παραδοχή της παντελούς αποτυχίας των στόχων μετριασμού της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας που έχουν τεθεί εδώ και δεκαετίες. Για παράδειγμα, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τη Σύνοδο για τη Γη του Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992 μέχρι σήμερα όχι απλώς δεν μειώθηκαν αλλά έχουν αυξηθεί κατά 60%! Η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα μέχρι και τη βιομηχανική επανάσταση παρέμενε σχετικά σταθερή στην ατμόσφαιρα για χιλιάδες χρόνια από 260 ως 280 ppm. Τον Μάιο του 1960 η συγκέντρωση έφτασε τα 320 ppm, τον Μάιο του 2013 ξεπέρασε το όριο των 400 για πρώτη φορά και το 2019 έφτασε τα 415,7 ppm. Ως αποτέλεσμα, η κλιματική αλλαγή έχει επιταχυνθεί. Από τα 20 πιο ζεστά έτη που έχουν καταγραφεί στην ιστορία, αφότου ξεκίνησαν οι μετρήσεις, τα 19 παρατηρήθηκαν μετά το 2000 και τα 5 πιο ζεστά καταγράφηκαν την τελευταία 5ετία! Τον Οκτώβριο του 2019 το επίπεδο των παγκόσμιων θαλασσών βρισκόταν στο υψηλότερο επίπεδο από το 1993 όταν ξεκίνησαν οι δορυφορικές μετρήσεις, μαζί και η θερμοκρασία τους.

Στη Συμφωνία του Παρισιού το 2015 συμφωνήθηκε να τεθεί ο στόχος συγκράτησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας ως το 2100 σε μια άνοδο 2 βαθμών Κελσίου ή ακόμη και 1,5 βαθμών, σε σχέση με τα επίπεδα πριν την βιομηχανική επανάσταση. Η αύξηση ωστόσο που έχει ήδη καταγραφεί ανέρχεται σε 1,1 βαθμούς.  Υλοποίηση του στόχου αύξησης σε 1,5 βαθμούς απαιτεί οι ρύποι διοξειδίου του άνθρακα να μειωθούν μέχρι το 2030 στο μισό, δηλαδή στα επίπεδα του 1979. Για τον πιο ρεαλιστικό στόχο της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς απαιτείται μείωση ως το 2030 των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά ένα τέταρτο…

Η αβυσσαλέα απόσταση των στόχων από την πραγματικότητα αποτυπώθηκε ανάγλυφα σε έκθεση του ΟΗΕ που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 26 Νοεμβρίου. Με βάση τις εκτιμήσεις των επιστημόνων του ΟΗΕ, ακόμη κι αν όλες οι χώρες του κόσμου υλοποιούσαν τους στόχους που έθεσαν για το κλίμα, η αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας μέχρι το 2100 θα ανερχόταν στους 3 βαθμούς! Σε αυτή την περίπτωση το Μαϊάμι και η Σανγκάη θα γίνουν ακατοίκητες πόλεις. Για να επιτευχθεί ο στόχος αύξησης σε 1,5 βαθμό μέχρι το 2030 θα πρέπει να εκπέμπονται 32 δισ. τόνοι διοξειδίου του άνθρακα λιγότεροι. Για να αυξηθεί κατά 2 βαθμούς πρέπει να μειωθούν οι εκπομπές κατά 15 δισ. τόνους, κοκ. Στην έκθεση των Ηνωμένων Εθνών αναδεικνύεται κι επικρίνεται η απόσταση λόγων και έργων μεταξύ ακόμη κι όσων πρωτοστατούν στις παγκόσμιες πρωτοβουλίες όπως η ΕΕ.

Η ΕΕ ωστόσο επιχείρησε να κάνει τη διαφορά. Με την «Πράσινη Συμφωνία» που έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου θέτει μια σειρά από πολύ φιλόδοξους στόχους για την μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο θερμοκηπίου. Απώτερος στόχος είναι η μετατροπή της ΕΕ μέχρι το 2030 σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία  ή ισοσκελισμένου ισοζυγίου εκπομπών και απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα. Τα μέτρα που λαμβάνονται θα διαπεράσουν όλη την έκταση της ευρωπαϊκής οικονομίας και των δομών της. Επιχειρείται ένα μεγαλόπνοο σχέδιο ξαναστησίματος της ευρωπαϊκής οικονομίας σε νέες βάσεις που δεν θα αφήσει άθικτη καμιά διαδικασία∙ οικονομική, πολιτική, ερευνητική, εκπαιδευτική, κοκ.! Σε αυτό το πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προτείνει τον προσεχή Μάρτιο τον πρώτο «νόμο για το κλίμα».

Κάπου εδώ σταματούν τα καλά νέα. Γιατί, όσο σαρωτικό κι αν είναι το σχέδιο που περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής τόσο εμμονικά προσηλωμένο αποδεικνύεται στην οικοδόμηση του με άξονα την αγορά. Κι ας είναι αυτή η λογική που απέτυχε από το 1992 μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα τα επιτεύγματα να υπολείπονται σημαντικά των στόχων… 

Για παράδειγμα, προβλέπεται η επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων σε δραστηριότητες που μέχρι σήμερα δεν συμπεριλαμβάνονταν, όπως οι εκπομπές από τα κτίρια που ευθύνονται για το 40% της ενέργειας που καταναλώνεται. Αυτό όμως πιθανότατα να σημάνει νέοι φόρους που μάλιστα θα επιβληθούν στους πιο φτωχούς που κατοικούν σε απαρχαιωμένα σπίτια, χωρίς μόνωση. Η επέκτασή του επίσης στις θαλάσσιες και ναυτικές μετακινήσεις και μεταφορές θα σημάνουν πιθανότατα αυξήσεις στα ναύλα και τα εισιτήρια. Την ίδια ώρα δεν ανακοινώνονται δημόσιες επενδύσεις σε μέσα μαζικής μεταφοράς ή στα τρένα. Καμία επίσης πρωτοβουλία δεν διαβάσαμε για την μείωση του στόλου των ΙΧ αυτοκινήτων, δεδομένου ότι οι πόλεις δε χρειάζονται καθαρότερα αυτοκίνητα αλλά λιγότερα. Μάρτυρας η αύξησή τους στην ΕΕ από 285 εκ. το 2014 σε πάνω από 308 εκ. το 2018. Αντίθετα, η Πράσινη Συμφωνία ξεχειλίζει νέων πρωτοβουλιών που εμπλέκουν ενεργά τον χρηματοπιστωτικό τομέα όπως η ανάπτυξη αγοράς «πράσινων ομολόγων» κι αναφορών στην ανάγκη διαφύλαξης των περιοχών Natura κι ας έχουν αποδειχθεί οι ΑΠΕ η μεγαλύτερη απειλή για την ύπαρξή τους…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Στα ύψη η παγκόσμια θερμοκρασία και η …κερδοσκοπία

Παραπάνω από ανησυχητικές είναι μια σειρά από πρόσφατες εξελίξεις που επιβεβαιώνουν όχι απλώς ότι η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή επιταχύνεται, αλλά επιπλέον κι ότι τα περισσότερα μέτρα που λαμβάνονται αποδεικνύονται εξαιρετικά ανεπαρκή αν όχι αδιάφορα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ας ξεχωρίσουμε, μεταξύ πολλών άλλων πρόσφατων, τον καύσωνα 30 βαθμών Κελσίου που έπληξε μέχρι και τα το πιο βόρεια άκρα της Αρκτικής καταφέρνοντας να λιώσουν 40 δισ. τόνοι πάγου από την Γροιλανδία. Οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές μιας και ξεκινούν από την άμεση άνοδο της θερμοκρασίας (ελλείψει του …φυσικού καταψύκτη) και φτάνουν στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και την απελευθέρωση μεθανίου στην ατμόσφαιρα που αυξάνει κι αυτό σημαντικά την θερμοκρασία του πλανήτη. Μια σειρά από τέτοια φαινόμενα οδήγησαν τους επιστήμονες της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική αλλαγή (IPCC) το 2018 να κάνουν γνωστό ότι ο στόχος για συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 1,5 βαθμούς πρέπει να θεωρείται πλέον ανέφικτος. Πιθανότερο είναι η θερμοκρασία να αυξηθεί κατά 3 βαθμούς! Είμαστε μάρτυρες επομένως μιας παταγώδους αποτυχίας!

Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο αξίζει να επανεξετάσουμε τα μέτρα που έχουν ήδη εφαρμοστεί, και τα οποία όταν εξαγγέλλονταν παρουσιάζονταν ως σωτηρία. Σημαντικότερο εξ αυτών είναι το χρηματιστήριο ρύπων, βάσει του οποίου το δικαίωμα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα τελεί υπό χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση, βαρύνοντας με την τιμή του τους ρυπαντές, όπως χαρακτηριστικά είναι οι εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν λιγνίτη, άνθρακα ή μαζούτ. Τα αποτελέσματα της εμπορευματοποίησης των ρύπων (που εισήγαγε την πιο καθαρή μορφή χρηματιστικοποίησης ακόμη και στους ρύπους) ήταν η κερδοσκοπία γύρω από το διοξείδιο του άνθρακα να καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και να αυξάνεται μαζί με την θερμοκρασία του πλανήτη.

Το πιο πρόσφατο κρούσμα καταγράφτηκε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Στις πολιτείες του Όρεγκον και της Καλιφόρνιας που αντέγραψαν το ευρωπαϊκό παράδειγμα κι έστησαν κι αυτές τα δικά τους χρηματιστήρια εκπομπών ρύπων. Την περίοδο λοιπόν που ο πλανήτης στο βόρειο και το νότιο ημισφαίριο κατέγραφε θερμοκρασίες ρεκόρ, ανάλογα ρεκόρ κατέγραφαν κι οι τιμές των ρύπων στο πλαίσιο του συστήματος LCFS (Low Carbon Fuel Standard). Συγκεκριμένα, στην Καλιφόρνια οι τιμές τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο διπλασιάστηκαν σε σχέση με τα επίπεδα προ διετίας, ενώ στο γειτονικό Όρεγκον οι τιμές τετραπλασιάστηκαν σε σχέση με τα προ διετίας επίπεδα! Η άνοδος των τιμών αποδίδεται στην αυστηροποίηση των κανόνων με την συμπερίληψη στους ρυπαντές κι άλλων βιομηχανιών που είναι υποχρεωμένες πλέον να αγοράζουν δικαιώματα για να συνεχίσουν να  εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα κι άλλα αέρια που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ενδεικτική περίπτωση είναι οι αεροπορικές εταιρείες που ευθύνονται για το 2% των παγκόσμιων ρύπων. Αν στην πλευρά των ωφελημένων είναι οι εταιρείες που προμηθεύουν εναλλακτικές μορφές ενέργειας, στην πλευρά των χαμένων είναι οι καταναλωτές που καλούνται να πληρώσουν όχι μόνο το κόστος της μετάβασης στο νέο ενεργειακό τοπίο αλλά επιπλέον και τα κέρδη μιας παρασιτικής βιομηχανίας που θησαυρίζει ακόμη κι από την επιδείνωση των συνθηκών της ζωής μας.

Εξ ίσου ατελέσφορες αποδεικνύονται οι προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής ακόμη και στην Ευρώπη, που επαίρεται για τις προσπάθειες που καταβάλλει, οι οποίες όμως παραμένουν εγκλωβισμένες στην εμπορευματοποίηση και την κερδοσκοπία. Οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα και στη γηραιά ήπειρο παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε, με όλες τις προβλέψεις να συντείνουν ότι ποτέ ξανά δεν πρόκειται να δούμε τις τιμές σε επίπεδο υποδεέστερα των 10 ευρώ ο τόνος όπως ήταν μεταξύ 2012 και 2018. Υψηλότερες τιμές στο χρηματιστήριο του διοξειδίου του άνθρακα σημαίνει όμως και υψηλότερες τιμές καταναλωτή για τους πάροχους ενέργειας από στερεά καύσιμα που έχουν ενεργοποιήσει σχετική ρήτρα στους λογαριασμούς της τελικής κατανάλωσης. Το χειρότερο ωστόσο είναι πώς ακόμη κι αυτή η αύξηση της τιμής δεν συνοδεύτηκε από μείωση των βλαβερών εκπομπών. Με βάση μελέτη του ICIS με τίτλο “Το αποτέλεσμα των αυξημένων τιμών του άνθρακα στους παραγωγούς ηλεκτρικού και τις βιομηχανίες” που εκδόθηκε στις 9 Μαΐου 2019, “η σημαντική αύξηση είχε πολύ μικρή επίδραση στα επίπεδα εκπομπών της Ευρώπης του 2018”. Μηδενικό ήταν επομένως το πολυαναμενόμενο αποτέλεσμα στις εκπομπές, την ίδια στιγμή που χιλιάδες νοικοκυριά στην Ευρώπη ξεπάγιαζαν αδυνατώντας να πληρώσουν τους υπέρογκους λογαριασμούς.

Από την άλλη, υπέρογκο αποδεικνύεται και το κόστος που συνοδεύει την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε χώρες όπως η Γερμανία. Σύμφωνα με τους Financial Times, το κόστος που μετακυλίστηκε στους φορολογούμενους και καταναλωτές ενέργειας μόνο τα προηγούμενα οκτώ χρόνια ανήλθε σε 165 δισ. ευρώ. Γι’ αυτό το λόγο η Γερμανία δεν συμφώνησε στα συμπεράσματα του συνεδρίου για την κλιματική αλλαγή που διεξήχθη το 2018 στη Βόννη, βάσει των οποίων 25 χώρες συμφώνησαν να διακόψουν την παραγωγή ενέργειας από άνθρακα μέχρι το 2030. Ο στόχος της Γερμανίας μέχρι εκείνο το έτος είναι να καλύπτει από ΑΠΕ το 65% των ενεργειακών της αναγκών. Ένα μήνα μάλιστα μετά το συνέδριο ο κυβερνητικός συνασπισμός της Γερμανίας μείωσε δραματικά του στόχους μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο θερμοκηπίου, ενώ ο ενεργειακός κολοσσός RWE θα κρατήσει μέχρι και το 2040 ενεργό προς εκμετάλλευση το ορυχείο άνθρακα του Χάμπαχ, παρά τις αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Τα κέρδη αυξάνουν την παγκόσμια θερμοκρασία

Η απροθυμία των μεγάλων τραπεζών να υπογράψουν το κείμενο αρχών για μια υπεύθυνη τραπεζική που συνέταξε ο ΟΗΕ ήταν η κορυφή του παγόβουνου των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από την αλλαγή του κλίματος. Το γεγονός ότι μόνο τρεις μεγάλες τράπεζες (Citigroup, Mitsubishi και Commercial Bank of China) δέχτηκαν να δεσμευτούν ότι οι επενδύσεις που θα χρηματοδοτούν στο εξής θα λαβαίνουν υπ’ όψη τους τους στόχους του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής κι άλλα μείζονος σημασίας ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος έφερε στην επιφάνεια τα τεράστια συμφέροντα που οδηγούν τον πλανήτη σε υπερθέρμανση. Και στην πράξη, υπονομεύουν κάθε δραστικό μέτρο για την μείωση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Γιατί, η υπογραφή του πρωτοκόλλου των Ηνωμένων Εθνών σημαίνει αποχή από επενδυτικά σχέδια που, μεταξύ πολλών άλλων, περιλαμβάνουν εξορύξεις ορυκτών καυσίμων…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι μεγάλες τράπεζες υπεραμύνθηκαν της στάσης τους δηλώνοντας, όπως έκανε για παράδειγμα η Goldman Sachs, ότι ακολουθούν και δεσμεύονται από τους δικούς τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης. Όλοι δε, μπορούμε να φανταστούμε ότι η αρμόδια διεύθυνση για την παρακολούθησή τους θα είναι το τμήμα δημόσιων σχέσεων και επικοινωνίας…

Στη σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019, απογοητευτική κι αναντίστοιχη των περιστάσεων ήταν πρώτα απ’ όλα η στάση των μεγάλων κρατών που φέρουν την σοβαρότερη ευθύνη για τη ρύπανση του πλανήτη: Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα και Ινδία. Η συμβολή τους στις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου ήταν για το 2017, 15%, 28% και 6%, από κοινού εκπέμπουν το 49% όλων των επικίνδυνων ρύπων! Η άρνησή τους να δεσμευτούν για αποτελεσματικά μέτρα στο πλαίσιο όσων έχει ήδη αποφασίσει το Διακυβερνητικό Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) για τον περιορισμό της ανόδου της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς ή ιδανικά κατά 1,5 βαθμό Κελσίου, όπως και η Συμφωνία του Παρισιού το 2015, καθιστούν αδύνατη την υλοποίηση του παραπάνω στόχου, που έχει χαρακτηριστεί ως ελάχιστος απαραίτητος για να μη βρεθούμε μπροστά σε μη αντιστρεπτές καταστάσεις. Πρόκειται για σενάρια που δεν αφορούν το μακρινό μέλλον. Έρευνα για τους ωκεανούς που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου, μόλις δηλαδή δύο μέρες μετά τη σύνοδο του ΟΗΕ, υπογραμμίζει τους κινδύνους που γεννιούνται για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν στα παράλια λόγω της τήξης των πάγων και της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Το κενό που αφήνουν πίσω τους οι μεγάλοι ρυπαντές επιχειρούν να καλύψουν τα υπόλοιπα κράτη, που έχουν κληθεί μέχρι το 2020 να καταθέσουν πιο επιθετικά σχέδια μείωσης των εκπομπών. Ήδη 70 κράτη (από 23 που είχαν συμφωνήσει πριν την πρόσφατη σύνοδο του ΟΗΕ) έχουν δηλώσει το ενδιαφέρον τους να συμμετέχουν σε αυτή την υπερ-προσπάθεια, που ωστόσο είναι καταδικασμένη να αποτύχει για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η συμβολή και των 70 αυτών κρατών στα επικίνδυνα αέρια ανέρχεται μόλις στο 6,8% των παγκόσμιων εκπομπών. Η συμμετοχή στην σχετική λίστα κατά βάση ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών που το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ τους προέρχεται από τις υπηρεσίες κι όχι την μεταποίηση σημαίνει πώς τα περιθώρια μείωσης είναι μικρά, πέραν του ότι είναι οικονομικά ανώδυνα. Κυρίως όμως είναι αδύνατο να καλύψουν το κενό που προκαλεί η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, χαρακτηριστικά.

Η δέσμευση πολλών κρατών για επιθετικότερους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων, που θα επισημοποιηθούν στη σχετική σύνοδο που θα διεξαχθεί τον Δεκέμβριο στη Χιλή, αν δεν είναι υποκριτική, είναι με βεβαιότητα αντιφατική. Κορυφαίο παράδειγμα είναι η Γερμανία. Η Άνγκελα Μέρκελ τράβηξε για μια ακόμη φορά πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας ανακοινώνοντας, μαζί με το νοτιοκορεάτη πρόεδρο Μουν Τζάε-ιν και τον βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, τον διπλασιασμό των χρηματοδοτήσεων προς το Πράσινο Ταμείο για το Κλίμα που βοηθάει τις αναπτυσσόμενες χώρες να μειώσουν τις εκπομπές, να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας, κ.α. Η Γερμανία όμως είναι υπόλογη για το σκάνδαλο απόκρυψης των εκπομπών των αυτοκινήτων Volkswagen. Αν δε υπήρχε ο εμπορικό ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας ποτέ δεν θα μαθαίναμε για το λογισμικό που ήταν φορτωμένα τα αυτοκίνητα της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας με στόχο να ξεγελούν τα μηχανήματα μέτρησης των αερίων και να ρυπαίνουν  την ατμόσφαιρα ενώ υπόσχονταν στους καταναλωτές χαμηλούς ρύπους!

Ενδεικτικό παράδειγμα επίσης είναι κι η Ελλάδα. Ο έλληνας πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης κατέθεσε το ενδιαφέρον της Ελλάδας να πρωταγωνιστήσει στην κούρσα μείωσης των εκπομπών αερίων, ανακοινώνοντας την κατάργηση της λιγνιτικής παραγωγής μέχρι το 2028. Ταυτόχρονα όμως με την ολοκλήρωση των διαδικασιών παραχώρησης των οικοπέδων, όπως επισημοποιήθηκε με την κατάθεση στη Βουλή των σχετικών συμβάσεων από το υπουργείο Ενέργειας, η δυτική Ελλάδα, από την Κέρκυρα και την Ήπειρο μέχρι νοτιοδυτικά της Κρήτης θα γεμίσει γεωτρύπανα. Αν όλα πάνε κατ’ ευχήν για την κυβέρνηση και τις πετρελαϊκές εταιρείες (ExxonMobil, Total, Repsol, Energean, Ελληνικά Πετρέλαια, κ.α.) χιλιάδες βαρέλια πετρελαίου θα εξορύσσονται καθημερινά για τα επόμενα τουλάχιστον 30 χρόνια. Ακόμη κι αν συμφωνεί κάποιος με την ανάγκη των εξορύξεων ο ένας (πέρα για πέρα αμφιλεγόμενος) στόχος του περάσματος στην μετα-λιγνιτική εποχή δεν αντιβαίνει με τα σχέδια μετατροπής της Ελλάδας σε πετρελαιοπαραγωγική χώρα;

Πηγή: Νέα Σελίδα

Ο τυφώνας Χάρβεϊ παρασέρνει τον Τραμπ

450.000 αναζήτησαν βοήθεια

300.000 έμειναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα

30.000 τοποθετήθηκαν σε προσωρινά καταφύγια

3.500 διασώθηκαν

30 νεκροί εξ αιτίας της καταιγίδας

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Όλα ήταν άρτια σκηνοθετημένα: Ανήμερα του  Δεκαπενταύγουστου ο Ντόναλντ Τραμπ έχοντας εκ δεξιών του τον υπουργό Οικονομικών κι εξ ευωνύμων την υπουργό Μεταφορών ξεκίνησε τη συνέντευξη Τύπου ξεδιπλώνοντας μια εκτύπωση ίση με το ύψος του που ήταν γεμάτη πράσινα, μπλε, κόκκινα, κίτρινα και διάφανα τετράγωνα, ρόμβους και κύκλους κάθε μεγέθους. Έτσι ήθελε να δείξει το δαιδαλώδες, γραφειοκρατικό καθεστώς που επιβλήθηκε επί προεδρίας Ομπάμα για την κατασκευή των δημόσιων υποδομών. Η πρώτη εντύπωση ήταν καταιγιστική: Τι φταίει για την απαρχαίωση του υποδειγματικού κάποτε οδικού δικτύου; Μα, οι υπερβολικές ρυθμίσεις! (Κι όχι φυσικά οι περικοπές των σχετικών δαπανών που κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση των πολέμων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ). Στο στόχαστρο του αμερικανού προέδρου ειδικότερα βρέθηκαν περιορισμοί που λάβαιναν υπ’ όψη τους την κλιματική αλλαγή. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, επέβαλλαν να υπολογίζεται η άνοδος της στάθμης της θάλασσας για να μην εξαφανίζονται οι δρόμοι και οι γέφυρες μετά από μια πλημμύρα.

Η πολιτική αδιαφορίας του Τραμπ απέναντι στους κινδύνους της υπερθέρμανσης ήταν από τότε εγκληματική, ακόμη δηλαδή κι αν υποθέσουμε ότι δεν γνώριζε τίποτε για τον τυφώνα Χάρβεϊ, που έπληξε το Χιούστον και το νοτιοανατολικό Τέξας, καθώς υπήρχε πληθώρα στοιχείων που έδειχνε ότι η κλιματική αλλαγή είναι παρούσα κι όχι ένα υποθετικό, καταστροφολογικό σενάριο για το απώτερο μέλλον. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια όλου του 2017, για πρώτη φορά στην ιστορία η θερμοκρασία στην επιφάνεια της θάλασσας του Κόλπου του Μεξικού δεν έπεσε ούτε μια μέρα κάτω από 23 βαθμούς Κελσίου, διαμορφώνοντας έτσι ιδανικές συνθήκες για την αύξηση της υγρασίας που αυξάνει περαιτέρω την ατμοσφαιρική θερμοκρασία ευνοώντας τη δημιουργία τυφώνων. Κι αν όλα αυτά είναι περίπλοκα για το μυαλό του Τραμπ υπάρχουν πρόσφατα στοιχεία που βεβαιώνουν ότι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποτελούν τη νέα μας κανονικότητα: Από το 2010 έχουν καταγραφεί στις ΗΠΑ 20 τυφώνες, εκ των οποίων οι 7 από το 2016, μέσα δηλαδή στον ενάμιση τελευταίο χρόνο! Οι λιγότερο σοβαρές πλημμύρες στις παραλιακές πόλεις των ΗΠΑ τα τελευταία 20 χρόνια έχουν αυξηθεί κατά 150% και τα τελευταία 5 χρόνια κατά 30%!

Είμαστε μάρτυρες επομένως μιας ιστορικής βαρύτητας αλλαγής των κλιματολογικών συνθηκών με δραματικές επιπτώσεις στην οικονομική ζωή που πλήττει όλη την κοινωνική κλίμακα αν και με διαφορετικό τρόπο. Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο Χιούστον, που είναι ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά λιμάνια και η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ με πληθυσμό στη μητροπολιτική πόλη 6,9 εκ. άτομα ξεπέρασαν σύμφωνα με προκαταρκτική εκτίμηση της Moody’s τα 75 δισ. ευρώ. Εξ αυτών τα 25 δισ. αφορούν επιχειρήσεις και χαμένη οικονομική δυναμικότητα. Πετρελαϊκοί κολοσσοί, για παράδειγμα, όπως η Exxon Mobil και η Royal Dutch Shell αναγκάστηκαν να διακόψουν τη δραστηριότητά τους, ακυρώνοντας την εξόρυξη του 24% της παραγωγής του Κόλπου, για να μη βρεθούν προ δυσάρεστων απροόπτων όπως έγινε το 2005 με τον τυφώνα Κατρίνα (που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως η σημαντικότερη οικονομική καταστροφή, καθώς το κόστος της ξεπέρασε τα 160 δισ. δολ.). Ο τυφώνας Χάρβεϊ που θεωρείται ο χειρότερος των τελευταίων 50 ετών έπληξε πάνω από το 20% της παραγωγικής δυναμικότητας των  αμερικανικών διυλιστηρίων που ισοδυναμεί με 4 εκ. βαρέλια ημερησίως. Το κύμα ανόδου στις τιμές καταναλωτή, ακόμη και κατά 20% με αποτέλεσμα να φτάσουν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο ετών, ανακόπηκε με έναν καταιγισμό συμφωνιών μεταφοράς πετρελαίου στη λονδρέζικη ναυλαγορά που αφορούσε ευρωπαϊκά δεξαμενόπλοια . «Ευρωπαϊκός στολίσκος από δεξαμενόπλοια ετοιμάζεται να καταπλεύσει προς τις ΗΠΑ στον απόηχο της τροπικής καταιγίδας Χάρβεϊ», έγραφαν οι Financial Times στις 30 Αυγούστου. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθούν στα ουράνια τα ναύλα που από 3.500 δολ. την ημέρα σε μια εβδομάδα εξαπλασιάστηκαν φτάνοντας τα 20.000! Μάννα εξ ουρανού επομένως για ορισμένους οι φυσικές καταστροφές…

Η βάση της οικονομικής πυραμίδας ωστόσο, δηλαδή τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, μετρούν μόνο ζημιές από τον τυφώνα Χάρβεϊ. Η ασύμμετρη υποβάθμιση στην κοινωνική θέση των πιο φτωχών νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων που προκαλεί κάθε φυσική καταστροφή ήρθε στην επιφάνεια πρόσφατα από έρευνα του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνιας και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Στο επίκεντρό της ήταν οι αποζημιώσεις μετά την καταιγίδα Σάντυ του 2012, που προκάλεσε ζημιές ύψους 70 δισ. δολ. Βάσει ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στις 29 Αυγούστου στην εφημερίδα Wall Street Journal, που μένει εχθρική απέναντι στην αγορά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, το 50% όσων είχαν κάλυψη σε ιδιωτικές ασφαλιστικές και υπέστησαν ζημιές δεν πήρε ούτε ένα δολάριο για αποζημίωση, ενώ με βάση την ίδια έρευνα το 31% αποζημιώθηκε για ένα μόνο μέρος των ζημιών που υπέστη. Επομένως οι 8 στους 10, εξ όσων μπορούσαν και πλήρωναν, εξήλθαν φτωχότεροι. Κι υπάρχουν φυσικά κοινωνικές κατηγορίες που στερούνταν ακόμη κι αυτής της δυνατότητας…

Η οφειλόμενη στον άνθρωπο κλιματική αλλαγή των τελευταίων χρόνων, που προεξοφλεί νέους Κατρίνα, Σάντυ και Χάρβεϊ επιβάλλει μια ριζική αλλαγή προσανατολισμού στην οικονομική πολιτική σε δύο κατευθύνσεις. Αρχικά, στην επίταση των προσπαθειών για ανάσχεση της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη. Πιο άμεσα, για γενναίες κρατικές δαπάνες αγοράς υλικών ή παροχής υπηρεσιών που ως στόχο θα έχουν οι φτωχοί να μη γίνονται φτωχότεροι μετά από κάθε καταιγίδα. Στόχοι που είναι φυσικά ασύμβατοι με την πολιτική λιτότητας και περικοπών.

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Οι πολιτικές ευθύνες πίσω από τον τυφώνα Χάρβεϊ

Με το άχαρο έργο της ανεύρεσης των νεκρών, το οποίο αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τη λίστα των απωλειών που μέχρι στιγμή ανέρχονται στους 33, είναι επιφορτισμένα τα συνεργεία διάσωσης στο Χιούστον όσο η στάθμη των νερών αρχίζει να υποχωρεί.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ο κατάλογος ωστόσο με τις ζημιές τώρα αρχίζει να συγκροτείται και μέρα με την ημέρα μεγαλώνει καθώς πέρα από το Χιούστον, που είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ, καταιγίδες και πλημμύρες έχουν ήδη πλήξει κι αναμένεται να πλήξουν περαιτέρω πολλές γύρω περιοχές. Μεταξύ αυτών και το Τέξας, όπου χτυπάει η καρδιά της αμερικανικής πετρελαιοβιομηχανίας και βρέθηκε αντιμέτωπο με τη χειρότερη καταιγίδα των τελευταίων 50 ετών. Ενδεικτικά, η διακοπή της δραστηριότητας των 15 διυλιστηρίων της περιοχής, που αντιπροσωπεύουν το 21%, της συνολικής δραστηριότητας διύλισης στις ΗΠΑ, θεωρείται σίγουρο ότι θα δώσει περαιτέρω ώθηση στις τιμές των καυσίμων.

Έφτασε ωστόσο και η ώρα της απόδοσης ευθυνών, η στιγμή  που ένα τουλάχιστον χέρι, θέλει – δε θέλει, πρέπει να απλωθεί για να πάρει το λογαριασμό. Στην περίπτωσή μας αυτοί που πρέπει να πληρώσουν είναι …τρεις!

Άνοδος της θερμοκρασίας

Ο πρώτος και σημαντικότερος υπαίτιος του τυφώνα Χάρβεϊ είναι η κλιματική αλλαγή. Η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη, την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να θεωρεί ανύπαρκτη, μόνο και μόνο για να προστατέψει τα συμφέροντα της αμερικανικής εξορυκτικής βιομηχανίας, και δη των πετρελαιάδων, που θίγονται άμεσα με κάθε μέτρο περιορισμού ή μείωσης των εκπομπών ρύπων που συμβάλλουν στην άνοδο της θερμοκρασίας. Γι’ αυτό το λόγο απέσυρε τις ΗΠΑ ακόμη κι απ’ αυτή τη συμφωνία του Παρισιού, που ξεχείλιζε αμφισημιών, ενώ απουσίαζαν δεσμευτικοί στόχοι, αυστηρά προσδιορισμένοι χρονικά.

Στην περίπτωση του Χάρβεϊ, και δεκάδων άλλων τυφώνων που πλήττουν τον Κόλπο του Μεξικού η κρίσιμο μεταβολή αφορά την άνοδο της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας. Από 1,5 ως 4 βαθμούς Κελσίου έχει αυξηθεί σε σχέση με τον μέσο όρο των ετών 1961-1990 η θερμοκρασία οδηγώντας σε άνοδο και την ατμοσφαιρική θερμοκρασία που με τη σειρά της επιτείνει τα καιρικά φαινόμενα, με αποτέλεσμα να γίνονται όλο και πιο βίαια και καταστροφικά. Η πυκνότητα της νεροποντής που έπληξε το Χιούστον μέσα σε 38 ώρες ήταν τέτοια που ισοδυναμούσε με βροχή 10 μηνών.

Οι ανθρώπινες – πολιτικές ευθύνες πίσω από τον τυφώνα Χάρβεϊ, που συγκαταλέγεται στις 3 πιο δαπανηρές φυσικές καταστροφές στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ, σχετίζονται με τις συνεχείς περικοπές κοινωνικών δαπανών. Μόλις πριν λίγους μήνες ο Τραμπ ανακοίνωσε την μείωση των δαπανών της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εκτάκτων Καταστάσεων (FEMA) κατά 1 δις. δολ. ή 11% του συνόλου των δαπανών της. Οι περικοπές μάλιστα θα έπλητταν τη χρηματοδότηση τροφής και καταλυμάτων άμεσης ανάγκης. Το αιτιολογικό της κυβέρνησης ήταν πώς χρειαζόταν αυτά τα κονδύλια για να χρηματοδοτήσει τις απελάσεις και την οικοδόμηση του τείχους με το Μεξικό. Επίσης, θύμα των περικοπών του Τραμπ ήταν και η ακτοφυλακή που ειδικά στο Τέξας έσωσε δεκάδες άτομα από την πλημμύρα.

Περικοπές δαπανών

Στις 28 Αυγούστου ωστόσο, όταν στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ρωτήθηκε κατά πόσο θα επιμείνει στην μείωση των κονδυλίων της FEMA, απάντησε «όχι», ανακαλώντας την πρόταση περικοπών. Παρόλα αυτά, η ακύρωση του σχεδίου περικοπών, σε ένα περιβάλλον εκθετικής αύξησης των ακραίων καιρικών φαινομένων που μετατρέπει τη FEMA σε ασπίδα προστασίας των φτωχών, μόνο ανακούφιση δεν προκαλεί. Είναι κοινή πεποίθηση πώς κάθε χρόνο ολοένα και μεγαλύτερα κονδύλια πρέπει να κατευθύνονται στην αντιμετώπιση και διαχείριση φυσικών καταστροφών.

Η καταστροφή που έπληξε ωστόσο το Χιούστον, που είναι η πρωτεύουσα της αμερικανικής βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου, ουδέποτε θα είχε προσλάβει τόσο καταστροφικές διαστάσεις αν το Χιούστον δεν είχε εξελιχθεί σε Άγρια Δύση της αμερικανικής οικιστικής ανάπτυξης. Σε ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Washington Post  στις 29 Αυγούστου αναδεικνύεται μια άγνωστη πλευρά της τέταρτης μεγαλύτερης πόλης των ΗΠΑ, η οποία αποκαλείται κι ως «η πόλη που δε γνωρίζει όρια». Το Χιούστον κέρδισε αυτό το χαρακτηρισμό εξ αιτίας της ανυπαρξίας κανόνων στη χρήση γης, που έγιναν αποδεκτοί μάλιστα από τους κατοίκους του με τρία δημοψηφίσματα, εκ των οποίων το τελευταίο διεξήχθη το 1993.

«Η ανάπτυξη που στην πραγματικότητα είναι ανεξέλεγκτη, ακόμη και στις περιοχές που είναι επιρρεπείς στις πλημμύρες, έχει μειώσει την ήδη μειωμένη φυσική ικανότητα της γης να απορροφά νερό, σύμφωνα με περιβαλλοντολόγους και ειδικούς στη χρήση γης και τις φυσικές καταστροφές. Το δε σύστημα αποχέτευσης της πόλης – ένα δίκτυο από δεξαμενές, βάλτους, κι ως έσχατη ανάγκη δρόμους που κρατούν και στραγγίζουν το νερό – δε σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει τις συνεχείς καταιγίδες που είναι όλο και πιο συχνές», αναφέρει η αμερικανική εφημερίδα.

Δοθέντων όλων των παραπάνω, στα οποία πρέπει να προστεθούν οι πολύ πιο καταστροφικές σε ανθρώπινες ζωές πλημμύρες που συνέβησαν ταυτόχρονα στην Ασία (Ινδία, Νεπάλ και Μπαγκλαντές), φαίνεται ότι είμαστε μάρτυρες μιας καθόλου ήπιας και ομαλής κλιματικής αλλαγής που θα έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στα πιο χαμηλά εισοδηματικά στρώματα και τα δημόσια οικονομικά. «Οι φορολογούμενοι θα κληθούν να πληρώσουν το μερίδιο του λέοντος από το λογαριασμό των 50 δισ. δολ. της καταιγίδας Χάρβεϊ», ήταν ο τίτλος των Financial Times στις 30 Αυγούστου. Οι αμερικανοί εργαζόμενοι επομένως δε θα έχουν να πληρώσουν μόνο για τις χρεοκοπημένες τράπεζες και τους επεκτατικούς πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ, που διεξάγονται με πρόσχημα την τρομοκρατία, αλλά στο εξής θα πρέπει να βάζουν το χέρι στην τσέπη και για τις πλημμύρες.

Πολύ μεγάλος δεν είναι ο λογαριασμός για να μην επιστραφεί σε αυτούς που άμεσα ευθύνονται;

Πηγή: Kommon