100 χρόνια, υπό το πρίσμα του ΚΚΕ

 

Γιατί ο Περισσός «αποκαθηλώνει» τον Χαρίλαο Φλωράκη 

Αναδρομή σε ένα ταραγμένο αιώνα αποτελεί η Διακήρυξη του ΚΚΕ για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή του. (Εδώ το πλήρες κείμενο) Μέσα από τις 20 σελίδες του ντοκουμέντου περνούν οι πιο λαμπρές αλλά και οι πιο σκοτεινές μέρες μια εποχής που γνώρισε πρωτόγνωρες (σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη εκατονταετηρίδα) και θαυμαστές αλλαγές υπό το πρίσμα φυσικά ενός κόμματος που άφησε το αποτύπωμά του.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δεν ήταν δηλαδή ένας απόμακρος παρατηρητής ή έστω ουδέτερος σχολιαστής αυτής της πορείας, αλλά πολλές φορές πρωταγωνίστησε στην ροή της ιστορίας, συμβάλλοντας με τις οργανωμένες δυνάμεις και πιο συχνά με τις ιδέες του καθοριστικά στη σημερινή της μορφή.

Το καινούργιο που έφερε στη δημόσια συζήτηση η Διακήρυξη του ΚΚΕ αφορούσε τις κυβερνήσεις Τζανετάκη και Ζολώτα. Με το γάντι μεν, αλλά ψυχρά και χωρίς αναισθητικό ο Περισσός ανοίγει μια συζήτηση ταμπού και ρίχνει στο πυρ το εξώτερον για πρώτη φορά τις δύο βραχύβιες κυβερνήσεις συνεργασίας των ετών 1989-1990.

Αρχικά, για την ίδια τη δεκαετία του ’80 το ΚΚΕ εκτιμά ότι «δεν ήταν ιδεολογικά και πολιτικά κατάλληλα προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει την ορμητική πολιτική συγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος ως ΠΑΣΟΚ που λειτούργησε ως ο άλλος πόλος του δικομματικού αστικού πολιτικού συστήματος».

Στη συνέχεια η Διακήρυξη, ξαφνιάζοντας εχθρούς και φίλους που υποστήριξαν με πάθος τις δύο κορυφαίες πολιτικές επιλογές του κόμματος, αναφέρει τα εξής για τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, με τη συγκρότηση του οποίου ταυτίστηκε ο Χαρίλαος Φλωράκης τα τελευταία χρόνια του ενεργού πολιτικού του βίου: «Η επιλογή της ίδρυσής του και η λαθεμένη συμμετοχή του στο σχηματισμό των αστικών κυβερνήσεων Τζανετάκη (ΝΔ και Συνασπισμός) και Ζολώτα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Συνασπισμός) εξέφραζαν την ενίσχυση του οπορτουνιστικού ρεύματος και ταυτόχρονα ενίσχυαν παραπέρα αυτό το ρεύμα στην καθοδήγηση και στις γραμμές του ΚΚΕ».

Η απερίφραστη αποδοκιμασία των κυβερνήσεων Τζανετάκη και Ζολώτα που προκάλεσαν την μεγαλύτερη δοκιμασία και ρήξη στις γραμμές του ΚΚΕ όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, όσο κι αν εκπλήσσει καθώς συμβαίνει για πρώτη φορά με τόσο επίσημο και δημόσιο τρόπο, έρχεται σε ομαλή συνέχεια της τωρινής πολιτικής γραμμής του ΚΚΕ και της συλλήβδην απορριπτικής στάσης που υιοθετεί απέναντι σε κάθε πιθανότητα συμμετοχής του σε κυβέρνηση, όπως τονίζεται στην προτελευταία σελίδα της Διακήρυξης: «Αντιπαλεύουμε κάθε μορφή μεταρρυθμιστικού πολιτικού κυβερνητικού στόχου στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού, συμμετοχής του κόμματος σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού».

Ερωτηματικά, αντιφάσεις και κενά

Ωστόσο, αν ακόμη και η καταγραφή των γεγονότων του παρελθόντος προϋποθέτει μέθοδο, κι αν όχι μέθοδο τουλάχιστον κάποια βασικά κριτήρια επιλογής και παράλειψης γεγονότων, πολύ περισσότερο η αξιολόγηση και αποτίμηση της πορείας ενός αιώνα, ρητά ή άρρητα περιλαμβάνει τα δικά της κριτήρια. Δεν είναι ούτε ουδέτερη, ούτε απαλλαγμένη από ιδεολογικά φίλτρα που αν μην τι άλλο εξυπηρετούν μια συνεκτική ερμηνεία του παρελθόντος η οποία θα δικαιώνει το σήμερα και το αύριο. Έτσι, το παρελθόν έρχεται να δικαιολογήσει την σύγχρονη πολιτική συμμαχιών και κορυφαίες πολιτικές επιλογές. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει αντιφάσεις, που ορισμένες φορές γίνονται κραυγαλέες.

Για παράδειγμα, αναφέρει η Διακήρυξη σε ό,τι αφορά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία: «Το ΚΚΕ ανέδειξε ως σημείο οπορτουνιστικής στροφής του ΚΚΣΕ το 20ο συνέδριο του (1956), όπου υπήρξε αρνητική αποτίμηση της προηγούμενης περιόδου της σοσιαλιστικής οικοδόμησης… Σε επόμενα συνέδρια (όπως το 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ) προχώρησε σε ανοιχτή υιοθέτηση οπορτουνιστικών θέσεων και μέτρων».

Ενώ λοιπόν υιοθετείται με σαφήνεια μια ανάγνωση για την εξέλιξη της Σοβιετικής Ένωσης που είχαμε συνηθίσει να τη διαβάζουμε μόνο σε εγχειρίδια του μαρξιστικού λενινιστικού (μ-λ) πολιτικού ρεύματος, βάσει του οποίου η ήττα ξεκίνησε επί ηγεσίας Χρουτσώφ με την αποκαθήλωση του Στάλιν, από τη δεύτερη κιόλας σελίδα η Διακήρυξη θεωρεί σημείο υπεροχής του ΚΚΕ το γεγονός ότι «κράτησε ψηλά τη σημαία του σοσιαλισμού – κομμουνισμού, ακόμη και όταν κορυφωνόταν η αντεπαναστατική ανατροπή στη Σοβιετική Ένωση, σε άλλες χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης». Να υποθέσουμε ότι ήταν μια διαδικασία ήττας που ξεκίνησε το 1956 και ολοκληρώθηκε το 1991; Μα αυτή η περίοδος ταυτίζεται σχεδόν με τη διάρκεια ζωής των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης που χαρακτηρίστηκαν «υπαρκτός σοσιαλισμός», ενώ ισούται σχεδόν με τα μισά χρόνια που κυμάτιζε η σοβιετική σημαία στο Κρεμλίνο. Δεν είναι πολύ μεγάλη χρονική περίοδος για να χαρακτηριστεί μεταβατική για τα μέτρα του 20ου αιώνα;

Στην ίδια, τη δεύτερη σελίδα το ΚΚΕ επαίρεται επειδή «συγκρούστηκε με τον αντικομουνισμό, τον εγχώριο και διεθνή οπορτουνισμό που πρόβαλλε την “περεστρόικα”, το όχημα της αντεπανάστασης, ως πρόοδο, ως σοσιαλιστική ανανέωση». Μα σύσσωμη η πολιτική ηγεσία του ΚΚΕ τη δεκαετία του 1980 και τα πρώτα ακόμη χρόνια της δεκαετίας του 1990 δεν είχε χαιρετήσει τις αλλαγές στη Σοβιετική Ένωση ως επαναστατική τομή; Υπέρ αυτής της άποψης είχε ταχθεί και η Αλέκα Παπαρήγα δημόσια ως γενική γραμματέας του ΚΚΕ και σημαίνοντα στελέχη της σημερινής του ηγεσίας…

Η αποτίμηση του 20ου αιώνα υπό το πρίσμα του ΚΚΕ, όπως αποτυπώνεται στη Διακήρυξη για τα 100 χρόνια από τη συγκρότησή του, βρίθει από συγγραφικές, λεκτικές ακροβασίες κι ευκολίες στις οποίες καταφεύγουν οι συγγραφείς, από κοινού με την επίρριψη των ευθυνών στους …ξένους (πχ στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς), για να νομιμοποιήσουν τη σημερινή του πολιτική του γραμμή. Υποτιμώντας για παράδειγμα την πάλη του ΕΑΜ (προς όφελος του ΔΣΕ) ή μη γράφοντας ούτε λέξη για τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό που γέννησε η πρώτη μνημονιακή περίοδος 2010-2011, που ακολούθησε τη δημοσιονομική κρίση. Ούτε αυτή η κρίση βρίσκει χώρο στη Διακήρυξη του ΚΚΕ.

Συνολικά, η Διακήρυξη διαπνέεται από μια ικανοποίηση κι ένα αίσθημα επιβεβαίωσης για τα όσα επιτεύχθηκαν αυτό τον αιώνα παρότι η υπόθεση του κομμουνισμού δέχθηκε πλήγματα! Παρότι πέρασαν πόλεμοι, δικτατορίες και περίοδοι ευημερίας, παρότι πλέον ολοκληρώθηκε και η μεγαλύτερη οικονομική κρίση του καπιταλισμού τη μεταπολεμική περίοδο, χωρίς ωστόσο το ΚΚΕ να απειλήσει με πραγματικούς όρους την αστική εξουσία, φέρνοντας πιο κοντά στην υλοποίηση τα οράματά του!

Κατά την άποψή μας πάντα, όσοι συγκεντρώθηκαν για να ιδρύσουν το ΚΚΕ πριν 100 χρόνια κάπως διαφορετικά πρέπει να φαντάζονταν ότι θα τιμούνταν σήμερα η απόφασή τους…

Ηρωικές στιγμές και διώξεις

Η στενή σχέση του ΚΚΕ με τα «συναρπαστικά χρόνια» του 20ου αιώνα, όπως τα χαρακτηρίζει ο Έρικ Χομπσμπάουμ, αποκαλύπτονται από την ίδια τη χρονολογία γέννησής του. «Η επαναστατική θύελλα που ξεσήκωσε η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση επίσπευσε την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚΕ) στις 17 Νοέμβρη 1918 στον Πειραιά», αναφέρει το ντοκουμέντο. Και συνεχίζει:  «Για πρώτη φορά τέθηκε σε επιστημονική βάση το ζήτημα η εργατική τάξη να παλέψει για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας υπέρ της κομμουνιστικής. Τα πρώτα χρόνια ήταν μια πορεία δύσκολης, σταδιακής ωρίμανσης με κομβικά σημεία τη μετονομασία του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ (3ο Έκτακτο Συνέδριο, 26 Νοέμβρη – 3 Δεκέμβρη 1924), τον καθορισμό του “Ριζοσπάστη” σε  οργάνου της ΚΕ (1 Αυγούστου 1921), την ίδρυση της ΟΚΝΕ (τέλη Δεκέμβρη 1922) και της Εργατικής Βοήθειας (28 Νοέμβρη – 5 Δεκέμβρη, 1924)».

Στις επόμενες σελίδες η Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του μακροβιότερου κόμματος της Ελλάδας στέκεται στην ηρωική στάση που κράτησε τη δεκαετία του ’30. «Όλα τα μεγάλα βήματα, όχι μόνο για τη συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, αλλά κυρίως για την εδραίωση του ταξικού προσανατολισμού του εργατικού κινήματος, είναι δεμένα με την ιστορική προσφορά του ΚΚΕ… Κορυφαίοι αγώνες αυτής της περιόδου ήταν οι απεργίες και τα συλλαλητήρια του ηρωικού Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη».

Τη δεκαετία του 1940 το ΚΚΕ βλέπει τη δύναμη του να οδηγείται από το ζενίθ («στην περίοδο της κατοχής, το ΚΚΕ… έδωσε την τιτάνια μάχη κατά της πείνας και της επιστράτευσης, σε αντίθεση με τα αστικά κόμματα και τους ηγέτες τους που έφυγαν στο εξωτερικό») στο ναδίρ. Η αποτίμηση που φιλοξενείται στην Διακήρυξη αποδίδει την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στα καπιταλιστικά κράτη της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ. «Δίχως τη στρατιωτική οικονομική, και πολιτική ενίσχυση των τελευταίων, η αστική τάξη στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να νικήσει», αναγράφεται χαρακτηριστικά, κι ελάχιστα πειστικά ομολογουμένως, μιας και η αντίδραση της Αγγλίας και των Αμερικανών στο ενδεχόμενο όξυνσης της εσωτερικής πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης θα έπρεπε να θεωρείται αναμενόμενη και προβλέψιμη. Από πότε όμως μπορεί να θεωρείται πλήρης μια ερμηνεία που αποδίδει στις ξένες δυνάμεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο των εξελίξεων, χωρίς να εξηγεί γιατί για παράδειγμα ο ΔΣΕ δεν βρήκε στο λαό τη στήριξη που είχε το ΕΑΜ; Μπορούσε να νικήσει; είναι με άλλα λόγια το ερώτημα που ακόμη δεν έχει βρει μια πειστική απάντηση…

Από την αναδρομή στα επόμενα «μολυβένια χρόνια», όταν δεκάδες χιλιάδες κομμουνιστές εκτελέστηκαν, φυλακίσθηκαν, εξορίσθηκαν στα ξερονήσια ή οδηγήθηκαν στην προσφυγιά ξεχωρίζει η διαχωριστική γραμμή που χαράσσει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ από μια «πορεία παρεκκλίσεων», όπως τις χαρακτηρίζει. «Βασικοί σταθμοί ήταν: Οι αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του 1956 – που επί της ουσίας καταδίκαζε την επιλογή της ένοπλης πάλης 1946-1949 και οδηγούσε στο συμβιβασμό της πάλης του ΚΚΕ με την αστική τάξη – καθώς και οι αποφάσεις της 8ης Ολομέλειας του 1958, με κορυφαίο θεμελιακό λάθος την απόφαση για τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων του στην Ελλάδα και το πέρασμα των μελών του κόμματος στην ΕΔΑ», η οποία στην επόμενη παράγραφο χαρακτηρίζεται ως σοσιαλδημοκρατική δύναμη.

Από τα χρόνια της μεταπολίτευσης η Διακήρυξη του ΚΚΕ ξεχωρίζει «την άμεση ετοιμότητα να κατακτήσει την ντε φάκτο νομιμοποίησή του με την επιστροφή στην Ελλάδα του Α’ Γραμματέα της ΚΕ Χ. Φλωράκη και άλλων μελών της ΚΕ. Η αποδοχή της νομιμοποίησης του ΚΚΕ από την πλευρά της κυβέρνησης “εθνικής ενότητας” αποτέλεσε αναπόφευκτη εξέλιξη». Ωστόσο το ΚΚΕ κατηγορήθηκε τότε ότι στη νομιμοποίησή του, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, συνέβαλε και η περίφημη δήλωση προς τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 1974 όπου αναφερόταν κατά λέξη ότι «αι αρχαί του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις την βία κατάληψη της εξουσίας ή την ανατροπήν του Ελευθέρου Δημοκρατικού Πολιτεύματος». Γι’ αυτή τη δήλωση, με την οποία είχε διαφωνήσει το γραφείο του ΚΣ της ΚΝΕ, δεν υπάρχει καμιά αναφορά στη Διακήρυξη.

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Να …σέβεστε το ΚΚΕ!

«Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας , οφείλει να το σέβεται για την ιστορία του, τους κοινωνικούς και δημοκρατικούς αγώνες του, για τη σαφήνεια του λόγου του, για το ρεαλισμό του», έγραφε την Τετάρτη  5 Απριλίου η στήλη «Η άποψη» της Εφημερίδας των Συντακτών, που εκφράζει πάντα τη γραμμή της εφημερίδας. (Εδώ ολόκληρο το άρθρο).

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Και συνέχιζε: «Χαρακτηριστικό δείγμα ρεαλισμού του ΚΚΕ είναι όσα είπε ο γενικός γραμματέας, Δημήτρης Κουτσούμπας, παρουσιάζοντας την εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής στο 20ο συνέδριο του κόμματος, για το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από το ευρώ».

Για να μην αφήσουμε μάλιστα σε άλλους την μεταφορά της άποψης του ΚΚΕ, αξίζει να την παραθέσουμε αυτούσια. Έχει δε ως εξής:

«Αναμφίβολα οι εκτιμήσεις αυτές του ΚΚΕ όσο τραγικές κι αν ακούγονται δε συνιστούν κινδυνολογία. Είναι μια ωμή, ρεαλιστική αποτίμηση των επιπτώσεων μιας ενδεχόμενης εξέλιξης την οποία όλες οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους και να προετοιμάζονται», τονίζει η εφημερίδα των Συντακτών, που έχει εν τω μεταξύ παραθέσει κι ένα εφιαλτικό σενάριο από την εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ βάσει του οποίου «μια ανεξέλεγκτη χρεοκοπία θα οδηγήσει πιθανή έλλειψη τροφίμων, φαρμάκων, κ.α.»

Οι διατυπώσεις της ΚΕ του ΚΚΕ δεν στερούνται απλώς ρεαλισμού, αλλά είναι αποκυήματα ευρωλάγνας φαντασίας. Αρκεί μια ματιά αρχικά σε εμπεριστατωμένες αναλύσεις μαρξιστών οικονομολόγων, που έχουν επί χρόνια εργαστεί πάνω στο σενάριο της εξόδου από το ευρώ. Οι σημαντικότερες από αυτές βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ.

Η πιο πρόσφατη μελέτη είναι των μαρξιστών οικονομολόγων Κ. Λαπαβίτσα και Θ. Μαριόλη που διεξήχθη στο πλαίσιο του δικτύου Erensep. Εδώ το πλήρες κείμενό της.

Το γεγονός ότι το ΚΚΕ αναμασάει ασχολίαστα ό,τι μεταδίδεται στα δελτία των 8, περί ανεξέλεγκτης υποτίμησης του νέου νομίσματος και επακόλουθης ραγδαίας πτώσης της αγοραστικής δύναμης φαίνεται κι από μια πρόσφατη μελέτη της Bank of America που εκτίμησε τις πιθανές επιπτώσεις μιας επιστροφής στα εθνικά νομίσματα για τις χώρες της ευρωζώνης. Εδώ το άρθρο της γερμανικής εφημερίδας Welt.

Βάσει των δικών της εκτιμήσεων η μεγαλύτερη υποτίμηση θα συνέβαινε σε Ελλάδα και Ισπανία και θα ήταν της τάξης του 7,5%, για να ακολουθήσει το εθνικό νόμισμα της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας με 5%, 3% και 1%, αντίστοιχα. Στην άλλη άκρη της κλίμακας, το εθνικό νόμισμα της Γερμανίας θα ανατιμούταν κατά 15%. Μεταβολή που θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στις γερμανικές εξαγωγές. Πρόκειται για τάση που αν αποκωδικοποιούταν (ώστε να φανεί η ντε φάκτο ανατίμηση που προκαλείται στην Ελλάδα και η υποτίμηση στη Γερμανία) θα αναδείκνυε τις στρεβλώσεις τις οποίες προκαλεί το «ενιαίο νόμισμα», επισείοντας τεράστιο κοινωνικό κόστος. Το σημαντικότερο; Πώς το ευρώ είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό μέσο συναλλαγών…

Το ΚΚΕ επιλέγει ωστόσο να αναπαράγει τη γραμμή της αστικής τάξης, δηλαδή διασυρμού του σχεδίου εξόδου από το ευρώ, ενδύοντας την με κομμουνιστικά άμφια, όπως κάνει για παράδειγμα όταν παραπέμπει την απαλλαγή από το ευρώ στο επαναστατικό επέκεινα. Αφήνει εν τω μεταξύ αναπάντητο το ερώτημα πώς θα φτάσουμε ως εκεί. Ή, πως εργαζόμενοι οι οποίοι συνειδητοποιούν τον αρνητικό ρόλο του ευρώ (γι’ αυτό και στις δημοσκοπήσεις εμφανίζεται ένα 25%-30% να τάσσεται σταθερά κατά του ευρώ) θα οδηγηθούν στην πάλη ενάντια στον καπιταλισμό, που περιλαμβάνει και την πάλη ενάντια στην ΕΕ… Ερώτημα που όσο δεν απαντιέται από την επαναστατική Αριστερά θα απαντιέται από την άκρα Δεξιά, στο πλαίσιο μιας εθνικιστικής ρητορείας!

Το ΚΚΕ διαστρεβλώνει μάλιστα την πραγματικότητα, όταν αποδίδει σε τμήματα του κεφαλαίου το σχέδιο επιστροφής στη δραχμή. Τη στιγμή που το κεφάλαιο, μέσω ΣΕΒ, Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών και κάθε άλλης θεσμικής του εκπροσώπησης, χώρια τον Τύπο και τα κόμματα, έχει ταχθεί αναφανδόν υπέρ του ευρώ. Μάλιστα έχει απαγορεύσει τη συζήτηση για το εθνικό νόμισμα!

Ο Περισσός αναπαράγοντας αντι-επιστημονικές αναλύσεις, που βρίσκουν σημεία επαφής με το ιστορικό αναφυλαξίας απέναντι σε κάθε λαϊκό σκίρτημα που δεν ελέγχει οργανωτικά και το δικαιώνουν, στην πράξη υπηρετεί τη γραμμή του κεφαλαίου που έχει διαμορφώσει ζώνες υπεράνω ιδεολογικής αντιπαράθεσης και πολιτικής κριτικής…

Γι αυτό και Μέσα Ενημέρωσης που ακολουθούν πιστά την κυβέρνηση δηλώνουν δημόσια «να σέβεστε το ΚΚΕ»…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο kommon

Έξοδος από το ευρώ και τη λιτότητα (Πριν, 26/7/2015)

ν1Δυσφήμιση της ρήξης με τους δανειστές

ΡΕΛΑΝΣ ΑΛ. ΤΣΙΠΡΑ

Στην αντεπίθεση πέρασε η κυβέρνηση προσπαθώντας να νομιμοποιήσει την υποταγή της στις πιέσεις των πιστωτών, εμφανίζοντας την συμφωνία που υπέγραψε στις 13 Ιουλίου ως την μοναδική συμφέρουσα επιλογή για τα λαϊκά συμφέροντα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Σε αυτή την κατεύθυνση ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας επιχείρησε να δυσφημίσει και να συκοφαντήσει την υπαρκτή δυνατότητα της ρήξης ταυτίζοντάς την με το σχέδιο του γερμανού υπουργού Οικονομικών Β. Σόιμπλε, όπως είχε κατατεθεί στις 10 Ιουλίου 2015. Την Τρίτη συγκεκριμένα, επιτέθηκε στον Π. Λαφαζάνη και τον Γ. Βαρουφάκη κατηγορώντάς τους ότι αναζήτησαν ένα αριστερό σχέδιο στο σχέδιο Σόιμπλε, για πρόθεση αρπαγής του νομισματικού αποθέματος από την Τράπεζα της Ελλάδας και για σχέδιο απόδοσης μέρους της σύνταξης σε υποσχετικές (IOU).

Το φάντασμα των υποσχετικών δε ήταν παρά το προπέτασμα καπνού για να κρύψει ο Αλ. Τσίπρας την μείωση που θα δουν στις συντάξεις τους 2,6 εκ. συνταξιούχοι λόγω της αύξησης της ονομαστικής εισφοράς ασθένειας στο 6% από 4% στις κύριες και από 0% στις επικουρικές συντάξεις, ενώ η πραγματική μείωση θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Η μείωση αν και θα επιβληθεί αναδρομικά, θα φανεί στις συντάξεις τον Σεπτέμβριο, οπότε και θα έχει οριστικοποιηθεί το νέο ασφαλιστικό, που θα ανακοινωθεί είτε αρχές Αυγούστου πριν δηλαδή τη νέα συμφωνία και στο πλαίσιο των προκαταρκτικών δράσεων όπως ορίζει με σαφήνεια η συμφωνία της 12ης Ιουλίου, ή μετά την υπογραφή της στο πλαίσιο του νέου μνημονίου που θα συνοδεύσει τη νέα δανειακή συμφωνία ύψους 82-86 δισ. ευρώ. Για τους συνταξιούχους επομένως, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο Αλ. Τσίπρας που πήρε επάξια τη σκυτάλη από τους προκατόχους του επιβάλλοντας μια νέα μείωση στις συντάξεις, η οποία μάλιστα πλήττει και τους χαμηλοσυνταξιούχους. Όχι οι υποσχετικές.

Σε ό,τι αφορά τα νομισματικά αποθέματα ύψους 22 δισ. ευρώ που αποκάλυψε ο Π. Λαφαζάνης ότι διαθέτει η Τράπεζα της Ελλάδας για περίπτωση έκτακτης ανάγκης, δεν υπήρξε καμία διάψευση εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας. Επομένως αυτό το απόθεμα υφίσταται και κάλλιστα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες νομισματικής κυκλοφορίας σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ. Άμεσα, το ερώτημα που γεννιέται είναι γιατί αυτό το απόθεμα δεν αξιοποιήθηκε, δηλαδή δε ρίχτηκε στην αγορά έτσι ώστε να αποτραπούν τα όρια στις τραπεζικές αναλήψεις κι η κυβέρνηση να ξεφύγει από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που αρνιόταν πεισματικά να απελευθερώσει ρευστότητα μέσω του έκτακτου μηχανισμού (ELA), κρατώντας τον σε πολύ πιο χαμηλά επίπεδα από το 2012, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε κι έτσι πίεζε την κυβέρνηση να υποκύψει στα τελεσίγραφα… Επομένως οι κατηγορίες περί ριφιφί στην κεντρική τράπεζα προς την Αριστερή Πλατφόρμα επιχείρησαν να καλύψουν την απροθυμία της κυβέρνησης να αξιοποιήσει υπαρκτές δυνατότητες ακύρωσης των εκβιασμών των πιστωτών.

Η έξοδος από το ευρώ όπως την προτείνει ο Σόιμπλε πιο πολλά κοινά στοιχεία έχει με την γραμμή Μέρκελ και Τσίπρα που καταλήγουν «πάση θυσία στο ευρώ», παρά με τη ριζοσπαστική γραμμή εξόδου από το ευρώ, που αντιμετωπίζει τη νομισματική ανεξαρτησία ως αναγκαίο μέσο για την ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας και τον τερματισμό των νεοαποικιακών πολιτικών.

Η έκδοση υποσχετικών που προτείνει ο Σόιμπλε άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποπληρωμή του χρέους

Προς άγρα εντυπώσεων και μόνο ήταν, επίσης, η προσπάθεια του Αλ. Τσίπρα να ταυτίσει τον Π. Λαφαζάνη και μέσω αυτού κάθε εναλλακτικής αριστερής ρήξης απέναντι στους πιστωτές, με τον Γ. Βαρουφάκη, καθώς ο πρώην υπουργός Οικονομικών μπορεί να μην υπέγραψε την εξευτελιστική συμφωνία της 13ης Ιουλίου (που φέρει ημερομηνία 12 Ιουλίου), αναλαμβάνει ωστόσο ακέραια την ευθύνη για σειρά ενεργειών που οδήγησαν στην τελική υποταγή στους πιστωτές: Από τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου στο πλαίσιο της Ευρωομάδας όπου υπήρχε η σαφής δέσμευση για αποπληρωμή «πλήρως και εγκαίρως» όλων των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων της Ελλάδας – δήλωση που ισοδυναμεί με αναγνώριση του χρέους, μέχρι την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων προς τους δανειστές το τελευταίο πεντάμηνο που οδήγησε ακόμη και στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία επιχειρήθηκε να δεσμευθούν τα ρευστά διαθέσιμα εκατοντάδων οργανισμών του δημοσίου, για να πληρωθεί το ΔΝΤ.

Το πλέον αναληθές και προβοκατόρικο ωστόσο επιχείρημα αφορά την ταύτιση του σχεδίου του Σόιμπλε για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, με τη ριζοσπαστική πρόταση ρήξης που περιλαμβάνει την έξοδο από το ευρώ, ως μέσο προφανώς για την ανατροπή της λιτότητας κι όχι ως αυτοσκοπό.

Το σχέδιο του Σόιμπλε δεν αποτελεί αυτή τη στιγμή την κυρίαρχη γραμμή του γερμανικού ιμπεριαλισμού που εκπροσωπείται από την πιο (επιφανειακά) συναινετική και μετριοπαθή γραμμή της Μέρκελ. Εκφράζει ωστόσο μια πιο επιθετική γραμμή διαχείρισης της κρίσης που προκρίνει τη φυγή προς τα εμπρός με την δημιουργία γύρω από τη Γερμανία μιας πειθαρχημένης ομοσπονδίας του ευρώ. Είναι ένα σχέδιο που εκ των πραγμάτων κατακερματίζει την ΕΕ και τη ευρωζώνη που ξέρουμε κι έχει περιέλθει σε γνώση της κυβέρνησης μέσω των συνομιλητών του γερμανού υπουργού Οικονομικών. Ο ίδιος μάλιστα στις συζητήσεις του δεν έχει διστάσει να κατηγορήσει την Μέρκελ για έλλειψη οράματος, χαρακτηρίζοντάς την απαξιωτικά γραμματέα νεολαίας επαρχιακής οργάνωσης του κομμουνιστικού κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας…

Το σημαντικότερο ωστόσο, για να κατανοήσουμε τα σχέδια που καταστρώνονται, είναι ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια το ευρωπαϊκό κεφάλαιο κι ειδικότερα το ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό, προετοιμάστηκε ώστε μια πιθανή έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ να μην έχει σοβαρές συνέπειες για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, όπως θα είχε αν συνέβαινε το 2009. Φαίνεται χαρακτηριστικά στο διάγραμμα που παραθέτουμε απ’ όπου φαίνεται ότι η έκθεση των γερμανικών, γαλλικών, ιταλικών, ισπανικών και ολλανδικών τραπεζών στην Ελλάδα από 144,1 δισ. δολ. το 2009 έχει μειωθεί κατά 87,5%(!) σε 17,99 δισ. δολ. Ουσιαστικά έχουν αποκόψει την Ελλάδα από τις ενοποιημένες αγορές κεφαλαίου, προκρίνοντας προφανώς άλλες μορφές ενσωμάτωσης της στον καπιταλισμό, μικρότερου κινδύνου.

ν2Η πρόταση του Σόιμπλε όπως κατατέθηκε γραπτά κι όπως έχει διατυπωθεί πιο αναλυτικά δημόσια από ακραίους νεοφιλελεύθερους Γερμανούς (όπως ο Χανς Βέρνερ Ζιν επικεφαλής του γερμανικού οικονομικού Ινστιτούτου Ifo) στην πλήρη της ανάπτυξη περιλαμβάνει τα εξής: Πρώτο, προσωρινή έξοδο από την ευρωζώνη κι όχι μόνιμη αποβολή, δεύτερο παραμονή στην ΕΕ, τρίτο αποπληρωμή του χρέους και τέταρτο έκδοση υποσχετικών για εσωτερικές πληρωμές. Είναι ένα σύνολο προτάσεων που παρά την φαινομενική τους ομοιότητα με τη ριζοσπαστική πρόταση εξόδου από το ευρώ, βαθαίνουν και διαιωνίζουν και δεν ακυρώνουν τις συνέπειες από την παραμονή στη ευρωζώνη.

Συγκεκριμένα, η κατά Σόιμπλε έξοδος από την ευρωζώνη δεν ισοδυναμεί με πλήρη ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας, δηλαδή με την ελευθερία της Ελλάδας να επιβάλλει όποια συναλλαγματική ισοτιμία επιθυμεί στο νέο της νόμισμα (διατηρώντας ακόμη και το δικαίωμα των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων) και να καθορίζει ελεύθερα την ποσότητα χρήματος που θα κυκλοφορεί και τα βασικά επιτόκια. Για να αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, που θα αμφισβητούσε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Γερμανίας στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με άλλα κεφάλαια, έχει προταθεί η επαναφορά του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών που προετοίμασε την εισαγωγή του ευρώ. Πρόκειται για έναν περιθώριο διακυμάνσεων, ενδεικτικού εύρους ±2,5%, που έχει επιτυχημένα χαρακτηριστεί «φίδι μέσα στο τούνελ». Η πειθάρχηση της νομισματικής πολιτικής θα επιτυγχάνεται μέσα από την προσδοκία της επιστροφής στο ευρώ, καθώς κάθε προσπάθεια υποτίμησης άνω του επιτρεπτού ορίου θα σημαίνει την ακύρωση του σχεδίου επανένταξης.

Ο σημαντικότερος ωστόσο μηχανισμός πειθάρχησης θα είναι ο δημοσιονομικός και θα υλοποιείται μέσω της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όρος που αναφέρεται ρητά στις προτάσεις του Σόιμπλε. Σε αυτό το πλαίσιο η λιτότητα θα είναι δεδομένη και θα υλοποιείται μέσω των προβλέψεων του Δημοσιονομικού Συμφώνου: Εαρινό εξάμηνο, ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και πολλά ακόμη μέτρα θα αποδειχθούν πολύ σύντομα εξ ίσου αποτελεσματικά στον αποκλεισμό κάθε ίχνους αναδιανεμητικής πολιτικής για τις 9 χώρες της ΕΕ που δεν ανήκουν στην ευρωζώνη, με τους εκβιασμούς της ΕΚΤ.

Το βασικότερο μέλημα ωστόσο της σκληρής γερμανικής γραμμής αφορά την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους κι αυτό το στόχο έρχεται να εξυπηρετήσει η πρόταση έκδοσης υποσχετικών. Τα υποκατάστατα χρήματος εμφανίζονται ως μονόδρομος λόγω μιας διπλής πίεσης: της προτεραιότητας που έχει η εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών από την μια, με αποτέλεσμα τα ευρώ να πηγαίνουν πρώτα και κύρια στο ΔΝΤ, την ΕΚΤ και για πληρωμή των τόκων, και από την άλλη, της ασφυκτικά περιορισμένης νομισματικής βάσης, με αποτέλεσμα να μην αρκεί για την κάλυψη των εσωτερικών αναγκών στις καθημερινές συναλλαγές. Επομένως, οι υποσχετικές του Σόιμπλε συνδέονται άρρηκτα με την αποπληρωμή του χρέους και τη διευκολύνουν. Ακόμη κι όταν επικαλούνται μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που και πάλι δεν θα περιλαμβάνει μονομερείς ενέργειες, αλλά όπως έγινε το 2012 κι αυτή η αναδιάρθρωση του χρέους θα σχεδιαστεί και θα υλοποιηθεί από τους πιστωτές.

Από την άλλη, σχέδια έκδοσης υποσχετικών που κατατέθηκαν ως λύση ανάγκης για να διευκολυνθούν οι συναλλαγές μέχρι να εκδοθεί το καινούργιο νόμισμα δεν μπορούν να ταυτίζονται με την πρόταση Σόιμπλε, τζογάροντας στη φαινομενική τους ομοιότητα, γιατί εξυπηρετούν ένα σχέδιο ρήξης, κι όχι διασφάλισης της σημερινής καταστρεπτικής πολιτικής. Διατρέχοντας εξ αρχής αυτά τα σχέδια τον κίνδυνο διασυρμού τους, λόγω της ομοιότητάς τους με ομόηχες προτάσεις που κατατέθηκαν όχι μόνο από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών αλλά και από τις Βρυξέλλες, δεν μπορούν να διασφαλίσουν ότι η βραχυπρόθεσμη περίοδος της κυκλοφορίας τους δεν θα εξελιχθεί σε χάος, δημιουργώντας ένα νομισματικό απαρτχάιντ, μικρής έστω διάρκειας, μεταξύ όσων θα έχουν ευρώ και θα συνεχίσουν να πραγματοποιούν συναλλαγές με αυτά από την μια κι όσων θα περιμένουν τα μαγικά χαρτάκια του μισθού ή της σύνταξής τους, επιχειρώντας στη συνέχεια να ικανοποιήσουν με τη βοήθειά τους τις καταναλωτικές ανάγκες τους.

Μια ρεαλιστική λύση για να ξεπεραστεί το πρόβλημα των μέσων συναλλαγής μέχρι να εκδοθεί το νέο νόμισμα θα ήταν η έκδοση καρτών για όλους τους πολίτες από το υπουργείο Οικονομικών, στη βάση του ΑΦΜ, που θα ακολουθούταν από μια φαστ τρακ διαδικασία υποκατάστασης των συναλλαγών με ρευστό σε συναλλαγές με την βοήθεια ηλεκτρονικού χρήματος.

Η έξοδος επομένως από το ευρώ όπως την υπερασπίζεται ο Σόιμπλε κι άλλα τμήματα του ευρωπαϊκού κεφαλαίου που προκρίνουν την επιτάχυνση των διαδικασιών αναμόρφωσης της ευρωζώνης στη βάση των νέων δεδομένων  που δημιούργησε η κρίση χρέους, κόβοντας και πετώντας με λίγα λόγια τα ξερά κλαδιά, πιο πολλά κοινά στοιχεία έχει με την γραμμή Μέρκελ και Τσίπρα που καταλήγουν «πάση θυσία στο ευρώ», παρά με τη ριζοσπαστική γραμμή εξόδου από το ευρώ, που αντιμετωπίζει τη νομισματική ανεξαρτησία ως αναγκαίο μέσο για την ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας και τον τερματισμό των νεοαποικιακών πολιτικών.

Όρκοι πίστης στο ευρώ από ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ

ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Η επικράτηση της «ήπιας» γραμμής της Μέρκελ, σε ό,τι αφορά την θέση της Ελλάδας στο ευρώ, δεν σημαίνει ότι η απειλή αποσύρεται από το τραπέζι. Ήδη, από την Παρασκευή αυξάνονται οι πιέσεις για ένα νέο τρίτο, πακέτο μέτρων που θα ψηφισθεί τις επόμενες μέρες ώστε να δοθεί το νέο δάνειο – γέφυρα για να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες του επόμενου διαστήματος, υπό την ίδια γνωστή απειλή. Το δεύτερο δάνειο – γέφυρα θα χρειαστεί σε εκείνη την περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις δεν πρόκειται να ολοκληρωθούν εντός του Αυγούστου, οπότε δε θα έχει εκταμιευθεί το δάνειο,  και θα πρέπει «πλήρως και εγκαίρως» να πληρωθούν τα χρέη. Οι δανειακές υποχρεώσεις που πρέπει να πληρωθούν τον Αύγουστο αφορούν 188 εκ. ευρώ στο ΔΝΤ 3,4 δισ. και στην ΕΚΤ, ενώ τον Σεπτέμβρη πρέπει να πληρωθούν 1,56 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ.

Η έξοδος από το ευρώ θα επανέρχεται ξανά και ξανά ως απειλή, νομιμοποιώντας τους χειρότερους εκβιασμούς κι εξασφαλίζοντας τις πιο εξευτελιστικές υποχωρήσεις από τη μεριά της κυβέρνησης (όπως για παράδειγμα την πρόσκληση στο ΔΝΤ να συμμετέχει στο νέο δάνειο ή την επάνοδο της τρόικας στην Αθήνα, σε επαυξημένη έκδοση, υπό τη μορφή κουαρτέτου), όσο στο πλαίσιο της Αριστεράς θα συνεχίσει να είναι μια απαγορευμένη συζήτηση, που νομιμοποιεί τις αστικές θέσεις των ηγεσιών. Κι εδώ οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ είναι τεράστιες και ιστορικές. Εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες το κάθε κόμμα (την δογματική και ανιστόρητη ευρωλαγνεία ο ΣΥΡΙΖΑ και την μετάθεση στο απώτερο μέλλον κάθε άμεσου αιτήματος που μπορεί να βελτιώσει την θέση των εργαζομένων και να προκαλέσει ρήξεις στην αστική κυριαρχία σήμερα το ΚΚΕ) και τα δύο κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς δίνουν όρκο πίστης στο ευρώ και καταγγέλλουν τη δραχμή επιδιώκοντας συμμαχίες με τα πιο συντηρητικά και κυρίως μικροαστικά τμήματα της κοινωνίας, που συνεχίζουν να θεωρούν το ενιαίο νόμισμα ως όχημα κοινωνικής ανόδου. Κυρίως όμως ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ δίνοντας όρκους αιώνιας πίστη στο ευρώ, κλείνουν το μάτι στην αστική τάξη που όχι απλά τάσσεται με το κοινό νόμισμα, αλλά έχει αναγορεύσει την υπεράσπισή του σε κόκκινη γραμμή που χωρίζει εχθρούς και φίλους…

ΠΡΩΤΟ ΔΑΝΕΙΟ ΓΕΦΥΡΑ: Όπως ήρθαν τα 7,16 δισ. ευρώ, έτσι έφυγαν

ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ!

Τη Δευτέρα 20 Ιουλίου απελευθερώθηκε το πρώτο δάνειο – γέφυρα προς την Ελλάδα, ύψους 7,16 δισ. ευρώ, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (EFSM). Όλο όμως σχεδόν το ποσό επιστράφηκε στους πιστωτές! Ειδικότερα, 3,5 δισ. ευρώ δόθηκαν στην ΕΚΤ για την αποπληρωμή ομολόγων, 2 δισ. για την εξόφληση δόσεων προς το ΔΝΤ που εκκρεμούσαν από τον Ιούνιο και 900 εκ. ευρώ για τόκους του μηνός Ιουλίου. Στην Ελλάδα αν κάτι έμεινε το πρώτο πακέτο αντιλαϊκών μέτρων που ψηφίστηκε στις 15 και 22 Ιουλίου! Με άλλα λόγια, για να μας βοηθήσουν να πληρώσουμε τους πιστωτές δεχθήκαμε: να ακριβύνουν χιλιάδες προϊόντα που πλέον θα επιβαρύνονται με ΦΠΑ 23%, να τους χαρίσουμε τη στατιστική υπηρεσία που θα γεμίσει με …Γεωργίου, να υιοθετήσουμε έναν κώδικα πολιτικής δικονομίας που μόλις τον Δεκέμβρη του 2014 είχαν απορρίψει όλοι οι δικηγόροι της Ελλάδας και να ενσωματώσουμε την οδηγία «για την εξυγίανση», υποτίθεται, των τραπεζών που επί της ουσίας ακυρώνει τη δυνατότητα του δημοσίου να ασκήσει τα πλειοψηφικά του δικαιώματα στις συστημικές τράπεζες. Κι ο νόμος μάλιστα ψηφίσθηκε ενώ πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι συστημικές τράπεζες δεν πρόκειται να σωθούν ούτε με τα 25 δις. που θα λάβουν  για ανακεφαλαιοποίηση συν τα 7,7 δισ. για «μαξιλάρι ρευστού» από το νέο δάνειο. Τροχιοδεικτικές βολές ενδέχεται να αποδειχθούν τόσο η άρον – άρον πώληση τραπεζικών θυγατρικών στο εξωτερικό, όπως έκανε η Άλφαμπανκ με τα υποκαταστήματά της στη Βουλγαρία τα οποία πούλησε στην Γιούρομπανκ έναντι 1 ευρώ, όπως κι η φημολογούμενη πώληση των καταστημάτων στην Κύπρο, όσο και δηλώσεις γερμανών αξιωματούχων, όπως του εκπροσώπου της Γερμανίας στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ, που σε συνέντευξή του έθεσε το ερώτημα «κατά πόσο οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμες». Η απάντηση κατά το πιθανότερο σενάριο θα δοθεί το φθινόπωρο, όταν θα δημοσιευθούν τα αποτελέσματα των τεστ αντοχής που σύντομα θα ξεκινήσει η ΕΚΤ.

Πολύ πιο σύντομα ωστόσο θα δοθεί και στη δημοσιότητα το νέο Μνημόνιο, που θα συνοδεύσει την δανειακή. Παραμένοντας ακόμη ανοιχτό κατά πόσο τα επώδυνα μέτρα για την κατάργηση των πρόωρων συντάξεων και την υπερφορολόγηση των αγροτών (τα οποία με βάση το κείμενο της 12ης Ιουλίου έπρεπε ήδη να είχαν ψηφιστεί) θα ψηφισθούν τελικά αρχές Αυγούστου, πριν δηλαδή τη νέα συμφωνία ή αν θα συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν, το σίγουρο είναι πως το νέο Μνημόνιο θα περιλαμβάνει νέα αντιλαϊκά μέτρα. Θα είναι μια επώδυνη συμφωνία που θα τσακίσει για μια ακόμη φορά το λαϊκό εισόδημα, σε όφελος του κεφαλαίου.

Οι πιστωτές κρατώντας στα χέρια τους την δέσμευση του Τσίπρα ό,τι θα συμφωνήσει να υπογράψουν ό,τι κι αν του δώσουν διαμορφώνουν καθημερινά ένα κλίμα αισιοδοξίας, προσπαθώντας να πείσουν την κοινωνία πως τα δύσκολα είναι πίσω μας, στην «εποχή των αμφιβολιών». Εκεί αποσκοπούν οι (αδιανόητοι πριν λίγο καιρό) διθύραμβοι στο πρόσωπο του Τσίπρα από τις σημαντικότερες γερμανικές, αμερικανικές κι ελληνικές εφημερίδες μέχρι και την Αυριανή. Κι ο εκλογικός σχεδιασμός της κυβέρνησης τους πιστωτές εξυπηρετεί πριν απ’ όλα, μια και ο χρόνος που προκρίνεται θα είναι μετά την υπογραφή της νέας συμφωνίας και πριν αρχίσουν τα νέα αντιλαϊκά μέτρα να έχουν επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάει όμως το Μαξίμου πως αντίστοιχα βαθυστόχαστα σενάρια έκανε και το ΠΑΣΟΚ κι η ΝΔ, μέχρι που τα σάρωσε η λαϊκή αγανάκτηση…

Συζήτηση για την κυβέρνηση της Αριστεράς (περ. Μαρξιστική Σκέψη, τ.9)

ms9cover350Ο κίνδυνος σήμερα αφορά τη συντριβή των εργατικών κατακτήσεων και επιστροφή σε έναν σύγχρονο Μεσαίωνα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

ΕΡ.: Τον Ιούνιο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε οριακά να αναδειχτεί πρώτο κόμμα, σήμερα όμως είναι διάχυτη η εντύπωση ότι θα υπερισχύσει στις επόμενες εκλογές και θα κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για τον απλό κόσμο που πλήττεται από την κρίση αυτό αποτελεί μια ελπίδα και ένα βήμα εμπρός. Ποιοι όμως είναι οι όροι ώστε αυτό το βήμα να μη μείνει μετέωρο και να οδηγήσει σε ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές;

ΑΠ.: Η υλοποίηση ουσιαστικών ριζοσπαστικών αλλαγών θα εξαρτηθεί από τα βήματα που θα επιτευχθούν στον πυρήνα της Πολιτικής που είναι η οργάνωση του λαού σε αυτοτελή όργανα (ανταγωνιστικά με το κράτος και την αστική πολιτική) και η αναγέννηση του εργατικού κινήματος.

Η ιστορική εμπειρία προσφέρει πλούσια εμπειρία. Μετά την μετάλλαξη της αστικής τάξης σε αντιδραστική –στο τέλος της μεγάλης ύφεσης του 1873-95– η Αριστερά, το οργανωμένο εργατικό κίνημα και η απειλή κινήματος απέσπασαν μέτρα που βελτίωσαν αποφασιστικά τις συνθήκες ζωής. Η νίκη τους επισφραγίστηκε με 25%-36% αυξήσεις στους μισθούς σε Γαλλία, Μ. Βρετανία, Γερμανία, μείωση των ωρών εργασίας σε αυτές τις χώρες και στις ΗΠΑ, ψήφιση νόμων (χωρίς προηγούμενο) που διευκόλυναν τη δράση του συνδικαλιστικού κινήματος, μείωναν το χρόνο εργασίας, εξασφάλιζαν σύνταξη, εβδομαδιαία αργία, υγιεινή και ασφάλεια, κ.ά.

Στην εξέλιξη της κρίσης δημιουργήθηκαν επαναστατικά σοσιαλδημοκρατικά –τότε– εργατικά κόμματα και παράλληλα συνδικαλιστικές οργανώσεις, συνεταιρισμοί, σωματεία αλληλεγγύης. Πραγματοποιήθηκαν ιστορικές διαδηλώσεις, ματωβαμένες απεργίες ενώ στους κύκλους των πρωτοποριών επικρατούσε η πεποίθηση πως η επανάσταση ήταν προ των πυλών.

Η Αριστερά, ενωμένη με το σκοπό της, την κοινωνία της εργατικής χειραφέτησης και την επανάσταση, εμπνέει και εμπνέεται από το εργατικό κίνημα, αλληλεπιδρά στην εσωτερική δυναμική του, αλλάζει τους συσχετισμούς δίχως εντούτοις να φτάνει την επανάσταση. Αυτή όμως η εσωτερική δυναμική του κινήματος, ο καινούργιος συσχετισμός δυνάμεων, σε συνδυασμό με τις τολμηρές, καινοτόμες αλλαγές στην πολιτική και θεωρία της Αριστεράς, τους επαναστατικούς εργατικούς, συνδικαλιστικούς αγώνες, αυτές οι τάσεις στην αλληλοδιαπλοκή τους, οδηγούν τις εξελίξεις στο εργατικό κίνημα. Αυτή η δυναμική, με πρωτεύουσα την επαγγελία και πράξη της κοινωνικής απελευθέρωσης, είναι το υπουργείο των υπουργείων, ο εργατικός νομοθέτης που αναγκάζει στην αποτύπωση σε νόμους υπέρ των κολασμένων της γης.

Η δεύτερη ιστορική περίοδος που αποσπώνται ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές συμπίπτει με την έξοδο από την κρίση του 1929, το 1945 και μετά. Η κρίση του 1929 βρίσκει την Αριστερά και το εργατικό κίνημα να σφραγίζονται από την αίγλη της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης και ταυτόχρονα από τα όρια του πρώιμου εκφυλισμού της και περιθωριοποίησης των προλεταριακών στοιχείων ήδη στη δεκαετία του ’20, καθώς και της ήττας της γερμανικής και ουγγαρέζικης επανάστασης. Η Αριστερά αυτή την περίοδο αντί των τολμηρών και καινοτόμων προσεγγίσεων «κουρνιάζει στο προϋπάρχον», καθηλώνεται και απομονώνεται στη λογική του «σοσιαλφασισμού». Σε συνδυασμό με την ιστορικής σημασίας ήττα της αμερικανικής εργατικής τάξης το 1922-25, το κίνημα, παρά τις ηρωικές του εξάρσεις, αδυνατεί να αναχαιτίσει την επερχόμενη λαίλαπα του φασισμού που τρέφεται από την κρίση και αποτελεί αστική πολιτική εξόδου από αυτήν. Τα κομμουνιστικά κόμματα υποχωρούν και μόνο μετά τη «μισή στροφή» του 1935-37, την πολιτική των αντιφασιστικών μετώπων, ανακτούν το εργατικό κίνημα και η Αριστερά τη δυναμική τους, η οποία όμως συμπυκνώνεται και περιορίζεται στους πολιτικούς στόχους «αναγέννηση της αστικής δημοκρατίας, περιορισμός των μονοπωλίων, εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή δημοκρατία» που καθορίστηκαν στο ιστορικής σημασίας 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ωστόσο, η δυναμική του αντιφασιστικού κινήματος και το κύρος των αγωνιζόμενων, η ανατροφοδότηση της εσωτερικής «ανεξέλεγκτης» δυναμικής του από την αίγλη της πρόσφατης τότε νικηφόρας Οκτωβριανής Επανάστασης, προσδίδει το δικό της περιεχόμενο στη «λαϊκή δημοκρατία». Ξεπερνά επομένως στην πράξη τους περιορισμένους στόχους των κομμουνιστικών κομμάτων, που έχουν ανεβασμένο κύρος. Και τελικά δημιουργείται ένας τέτοιος μεταπολεμικός πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, που αναγκάζει την αστική τάξη να διαχειρισθεί πολιτικά το οικονομικό ζήτημα με τη θέσπιση του κράτους πρόνοιας. Οι κοινωνικές παροχές του 1947-85, έγιναν εφικτές στη βάση των αλμάτων που κατέγραψε η παραγωγικότητα της εργασίας, και στην ουσία ήταν κατακτήσεις του κινήματος που υπήρχε και κυρίως του κινήματος που μπορούσε να υπάρξει, της δυναμικής που φώλιαζε εντός του. Αυτές οι κατακτήσεις αρχίζουν να ξηλώνονται από το τέλος της δεκαετίας του ’80.

Με βάση την ιστορική εμπειρία μπορούμε συμπερασματικά να υποστηρίξουμε πως όπου οι εργατικοί αγώνες ξεπερνούν τον επετειακό, θεσμικό τους χαρακτήρα, μόνο τότε η αστική τάξη αναγκάζεται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες παραχωρήσεις (διαρκώς διαφιλονικούμενες), οι οποίες όχι μόνο δεν σταματούν την ταξική πάλη, αλλά αντίθετα τη βαθαίνουν και δημιουργούν ρήγματα. Προϊόν αυτών των ρηγμάτων είναι οι ουσιαστικές ριζοσπαστικές αλλαγές που μπορούν να κατακτηθούν σήμερα.

ΕΡ.: Ας επιμείνουμε λίγο στο ζήτημα των όρων. Ένα πρώτο θέμα είναι ότι για να σχηματιστεί η κυβέρνηση της Αριστεράς θα χρειαστεί λογικά τη στήριξη και κάποιων άλλων δυνάμεων εκτός του ΣΥΡΙΖΑ. Ποιες μπορεί να είναι αυτές, με δεδομένη την άρνηση του ΚΚΕ;

ΑΠ.: Η απάντηση έχει δοθεί με καθαρό τρόπο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι αλλεπάλληλες αναφορές στην (διαταξική, πανεθνικής αναφοράς) «κυβέρνηση σωτηρίας», οι επίσημες επαφές κορυφής με τους Ανεξάρτητους Έλληνες και η απροθυμία να αποκλειστεί μια κυβέρνηση συνεργασίας με την ΔΗΜΑΡ περιγράφουν από τώρα τη σύνθεση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως όμως προδιαγράφουν μια δυναμική συνέχειας κι όχι ρήξης που αποκλείει εκ των προτέρων τις ήττες της αστικής πολιτικής που είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο, διαψεύδοντας έτσι τις προσδοκίες των ψηφοφόρων και οπαδών του κόμματος. Η εκλογική καθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι το τίμημα αυτών των επιλογών.

ΕΡ.: Υπάρχει βέβαια το καίριο ζήτημα των κοινωνικών όρων επιτυχίας μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι μίνιμουμ αναγκαίοι μετασχηματισμοί ώστε να μην καταλήξει σε απλή κυβερνητική εναλλαγή; Αναφερόμαστε σε όλα τα πεδία, οικονομία, κράτος, νομοθεσία, κοινωνία. Και πάντα με δεδομένο ότι η κοινωνική αποδιάρθρωση επιδεινώνεται δραματικά, επομένως δεν αρκούν κάποιες οριακές αλλαγές…

ΑΠ.: Το πρώτα μέτρα που θα έπρεπε να εφαρμόσει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αναφέρονται στο κοινωνικό ζήτημα και θα χρειαστεί να στραφούν σε δύο κατευθύνσεις: Πρώτο, την ενίσχυση της δημόσιας σφαίρας με εθνικοποιήσεις στους τομείς της πίστης, παιδείας, υγείας, κοινωνικής ασφάλισης, μέσων μαζικής μεταφοράς, υποδομών (ενέργεια, νερό, λιμάνια, αεροδρόμια κ.ά.) και άλλων στρατηγικής σημασίας κλάδων, και δεύτερο, τη γενναία στήριξη των λαϊκών εισοδημάτων με χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα ανεργίας κ.ά. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής προέχει η ανάγκη μιας γενναίας φορολογικής μεταρρύθμισης με αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου, δραστική μείωση της έμμεσης φορολογίας κ.λπ. Πρόκειται για μέτρα που βρίσκονται στον αντίποδα της σύγχρονης αστικής στρατηγικής και ακυρώνουν τα Μνημόνια στην πράξη. Η μονομερής καταγγελία τους ωστόσο όπως και των δανειακών συμβάσεων, με μια απλή ψηφοφορία στη Βουλή, οφείλει να αποτελεί την πρώτη πράξη μιας πολιτικής που διατείνεται ότι αμφισβητεί την πολιτική της λιτότητας.

Σε πολιτικό επίπεδο ξεχωρίζουν μέτρα διεύρυνσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων (χωρίς ωστόσο ποτέ να παραβλέπεται ο περιορισμένος χαρακτήρας που έχουν οι σχετικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο της μη αντιστρεπτής αυταρχικής μετάλλαξης της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας), εξόδου της χώρας από το ΝΑΤΟ, κλπ.

ΕΡ.: Η πολιτική των μνημονίων είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αφού χωρίς την ανατροπή της δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αναδιαπραγμάτευση, παύση πληρωμών, μέσα ή έξω από το ευρώ, μονομερείς ή μη ενέργειες, έχουν γίνει καθημερινές έννοιες. Ωστόσο, η συζήτηση διεξάγεται συχνά από μια στατική αφετηρία. Ας επιχειρήσουμε μια διαφορετική τοποθέτηση: πότε, σε ποιες συνθήκες, με ποιους όρους μπορεί να συμβεί το ένα και πότε θα γίνει απαραίτητο το άλλο;

ΑΠ.: Κανένα από τα παραπάνω μέτρα οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να υλοποιηθεί αν δεν προηγηθούν δύο άλλοι όροι: Πρώτον, παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους. Η μονομερής διακοπή πληρωμών του δημόσιου χρέους και ο λογιστικός του έλεγχος στη συνέχεια που θα θωρακίσει την άρνηση πληρωμών, θα παράσχει τους αναγκαίους πόρους για την άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής. Ο δεύτερος όρος είναι η ανάκτηση του ελέγχου στη νομισματική πολιτική. Όσο ο έλεγχος της ροής χρήματος βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τόσο θα απειλείται με στραγγαλισμό κάθε προσπάθεια άσκησης φιλολαϊκής πολιτικής, που θα κινείται στον αντίποδα της σύγχρονης οικονομικής ορθοδοξίας (λιτότητα, ιδιωτικοποιήσεις, εκχώρηση κρατικής κυριαρχίας στο Τέταρτο Ράιχ).

Παραπέρα, όσο θα βαθαίνει η ρήξη με το κεφάλαιο θα προβάλλει ως αναγκαιότητα η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) γιατί στη σημερινή συγκυρία συμπυκνώνει το σύνολο σχεδόν των αντιθέσεων και διαχωρίζει την αστική από την προλεταριακή στρατηγική. Η αποδέσμευση από την ΕΕ θα ξαναδώσει στη χώρα τα αναγκαία εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομική, βιομηχανική, εμπορική) που έχουν εκχωρηθεί στα κέντρα της ΕΕ, στο πλαίσιο π.χ. του Δημοσιονομικού Συμφώνου ή της ελεύθερης αγοράς.

ΕΡ.: Σήμερα επίσης γίνεται αρκετή συζήτηση για «Σχέδια Β», παραγωγική ανασυγκρότηση, κ.λπ. Έχει η ως τώρα συζήτηση στην Αριστερά αποσαφηνίσει αυτά τα ζητήματα και ποιες είναι, κατά τη γνώμη σας, οι πιο σημαντικές εκκρεμότητες;

ΑΠ.: Το κενό στην αναγκαία επιστημονική διερεύνηση και τεκμηρίωση των παραπάνω εννοιών είναι πασιφανές και συνιστά εμπόδιο. Μεγαλύτερο ωστόσο εμπόδιο αποτελεί η ελλιπής επιστημονική διερεύνηση του χαρακτήρα της τρέχουσας κρίσης και του σημερινού σταδίου ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού, η σε βάθος ανάλυση των ομοιοτήτων και διαφορών της σημερινής με τις προηγούμενες κρίσεις.

Εν γένει, οι κρίσεις είναι ίδιες αφού αποτελούν ξέσπασμα των εσωτερικών αντιθέσεων του καπιταλισμού. Οι κρίσεις ωστόσο διαφέρουν ουσιαστικά και ποιοτικά μεταξύ τους, καθώς αντανακλούν και επιδρούν στο «δυναμικό ιστορικό τρόπο» ανάπτυξης του ίδιου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος ως γνωστόν δεν έχει τη μορφή μιας απλής εξελικτικής ποσοτικής διαδικασίας. Εξελίσσεται με βαθμίδες, με τομές και άλματα, με φάσεις και στάδια, με σχέσεις ασυνέχειας, μέσα στην εκμεταλλευτική συνέχειά του, έως τη μεγάλη ασυνέχεια του οριστικού κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού του.

Η κρίση που είναι σήμερα σε εξέλιξη συνιστά συνέχεια και ποιοτική αναβάθμιση των ιστορικών αδιεξόδων του καπιταλισμού, συνέχεια, τομή και κορύφωση της προηγούμενης κρίσης των αρχών του 1970. Η βάση των διαφορών της σημερινής με τις προηγούμενες κρίσεις είναι η νέα ποιότητα και ένταση στην αντίθεση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις. Γενικά πάλι, αυτή καθαυτή η ποιοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (π.χ. ηλεκτρισμός, ψηφιακές τεχνολογίες) αλλάζει τον τρόπο και ρυθμό επικοινωνίας και μετακίνησης των ανθρώπων, μεταβάλλει την ταχύτητα μεταφοράς των κεφαλαίων, αλλάζει τη γεωστρατηγική σημασία χωρών, τη ζωή, τη διαχείριση του χρόνου, τους όρους και την οργάνωση της εργασίας.

Ο καπιταλισμός στις προηγούμενες κρίσεις μπόρεσε και αφομοίωσε τις αντίστοιχες παραγωγικές δυνάμεις που η ίδια η αστική τάξη επαναστατικοποιούσε, στη βάση της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας. Κατάφερνε, με λίγα λόγια, και αποκαθιστούσε, με βίαιο τρόπο, την ανισορροπία ανάμεσα στις «επαναστατικοποιημένες» παραγωγικές δυνάμεις και τις περιοριστικές, αντιδραστικές και εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις. Οι ταξικοί συσχετισμοί και η δυναμική τους επέτρεψαν –όπως οι εξελίξεις επαληθεύουν– ώστε οι καπιταλιστές, πρόσκαιρα και σε ένα βαθμό, να μπορούν να εξουδετερώνουν τις αντιθέσεις ανάμεσα στην επιστημονική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό κάθε επιχείρησης από τη μια, και την αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολό της από την άλλη.

Αυτή η πρόσκαιρη και ως ένα βαθμό εξουδετέρωση, συντελέστηκε με την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, με την εξοικονόμηση και την ταχύτερη περιστροφή του σταθερού κεφαλαίου, με τη βίαιη συμπίεση των τιμών των πρώτων υλών και τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών της καπιταλιστικής περιφέρειας, με την εξαγωγή κεφαλαίου και τις επενδύσεις (συνήθως σε βιομηχανίες έντασης εργασίας) για την υπερεκμετάλλευση των φτηνών εργατικών χεριών σε ανάλογες περιοχές του κόσμου (Κίνα, Μεξικό κλπ.). Με την αναγκαστική τελικά προσφυγή σε καταστροφές και πολέμους, την ισοπέδωση ολόκληρων τομέων οικονομίας και χωρών, ώστε οι καπιταλιστές που επιβιώνουν να ξαναρχίζουν κατά το δοκούν τον κύκλο της παραγωγής.

Τα σύγχρονα τεχνολογικά και επιστημονικά άλματα στη δυναμική τους εξέλιξη, σε συνδυασμό με τις ποιοτικές μεταβολές στις παραγωγικές (και πολιτικές) σχέσεις, περιέχουν εντός τους την τάση να προκαλούν νέες βαθύτερες αναστατώσεις και κρίσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, νέους όρους για βαθύτερους κλονισμούς της αστικής κυριαρχίας, να διαμορφώνουν προϋποθέσεις για «νέους γύρους» εργατικής αμφισβήτησης.

Η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στην τωρινή κρίση και τις προηγούμενες έγκειται ακριβώς στο ότι στην ουσία ο καπιταλισμός δεν χωρά στον εαυτό του, δεν μπορεί να εσωτερικεύσει, χωρίς σοβαρές διαταραχές, τις παραγωγικές δυνάμεις που ο ίδιος επαναστατικοποιεί και γι’ αυτό τις διαστρέφει και τις ακρωτηριάζει. Ακόμη π.χ. και από την άποψη της εκμετάλλευσης της εργασίας, η έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας έχει «παράδοξες» επιδράσεις. Απ’ τη μια αυξάνει την εκμετάλλευση. Απ’ την άλλη διαμορφώνει προϋποθέσεις βαθύτερης διαταραχής της. Απ’ τη μια αυξάνει το ποσοστό της σχετικής υπεραξίας, απ’ την άλλη μακροπρόθεσμα προκαλεί κρίση στη δυναμική της. Το τμήμα της υπεραξίας που επενδύεται κάθε φορά σε νέα μέσα παραγωγής (και αναπτύσσει την παραγωγικότητα της εργασίας) τείνει να είναι όλο και μεγαλύτερο απ’ το τμήμα που επενδύεται σε ζωντανή εργασία, η οποία αποτελεί τη μοναδική πηγή υπεραξίας. Επομένως αυξάνεται το επενδυόμενο σταθερό κεφάλαιο ανά εργάτη. Εντείνεται δηλαδή η τάση παραπέρα μείωσης της ποσότητας της ζωντανής εργασίας σε σχέση με την ποσότητα του σταθερού κεφαλαίου που αυτή βάζει σε κίνηση. Άρα, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας λιγότερο απ’ τους ρυθμούς της δικής της αύξησης. Έτσι, μακροπρόθεσμα, η αύξηση της παραγωγικότητας προκαλεί κρίση στους ρυθμούς αύξησης, στη «δυναμική» της σχετικής υπεραξίας. Κατά προέκταση διαμορφώνει συνθήκες κρίσης στην αύξηση του ποσοστού και τελικά στη μάζα της υπεραξίας και γενικότερα των κερδών.

Ακριβώς γι’ αυτό οι διαχειριστές του καπιταλισμού επιτίθενται μανιωδώς στα εργατικά δικαιώματα (μισθούς κ.λπ.) για να αντιμετωπίσουν αυτή την τάση. Ακριβώς γι’ αυτό η επίθεση που δέχεται σήμερα στην Ελλάδα η εργατική τάξη είναι «ασύμμετρη» και στρατηγικής σημασίας.

ΕΡ.: Από τις εκλογές του 2012 το ΚΚΕ επιμένει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα διέφερε ουσιαστικά σε τίποτα από μια κυβέρνηση της ΝΔ και θα ήταν εξίσου επικίνδυνη για τους εργαζόμενους, απορρίπτοντας κάθε κοινή δράση με τις άλλες αριστερές δυνάμεις. Πώς κρίνετε τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ; Υπάρχουν κάποια πραγματικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ελπίδα πως μπορεί να αλλάξει, και αν όχι πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί;

ΑΠ.: Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση του λαού οδηγεί σε τέτοια απόγνωση ώστε άμεσα και προσωρινά μια κάποια βελτίωση ή ελπίδα για βελτίωση να λειτουργεί ως σανίδα σωτηρίας. Με αποτέλεσμα η διαπάλη –άμεσα και προσωρινά– να κινδυνεύει να περιοριστεί κυρίως ανάμεσα στις πολιτικές για ένα κάπως «μικρο-βελτιωμένο» καπιταλισμό.

Το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις θέσεις για το 19ο συνέδριο, αντικαθιστά τη μετωπική του πολιτική με ένα συνδυασμό που συντίθεται από ένα κοινωνικό μέτωπο-κίνημα, τη Λαϊκή Συμμαχία (εργατική τάξη, μισοπρολετάριοι, φτωχοί αυτοαπασχολούμενοι και αγρότες) και τον πολιτικό εκφραστή αυτής της συμμαχίας που είναι, κατά το ΚΚΕ, αποκλειστικά το ίδιο το ΚΚΕ.

Η πολιτική του αυτή δυσκολεύει το εργατικό κίνημα άμεσα στο να αναπτυχθεί με μια δυναμική νικηφόρας αναμέτρησης με την αστική πολιτική. Η πολιτική του είναι προϊόν άρνησης των διδαγμάτων της ιστορίας. Ωστόσο συσπειρώνει ένα αξιόλογο μάχιμο κομμάτι από τη νεολαία και την εργατική τάξη.

Σήμερα, ευχής έργο θα ήταν το ΚΚΕ να έθετε σε προτεραιότητα την ανάγκη ήττας της αστικής πολιτικής και με αυτήν την ιεράρχηση να επέλεγε γραμμή και συμμαχίες στο κίνημα.

ΕΡ.: Ενώ φυσικά δεν συμφωνούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το ίδιο με της ΝΔ, θα υπάρξει ο κίνδυνος να κάνει υπερβολικούς συμβιβασμούς και/ή να έχει παρόμοια τύχη με την κυβέρνηση του Αλιέντε. Πολύ περισσότερο όταν είναι βέβαιο ότι θα ασκηθούν αφόρητες πιέσεις από τη μεριά του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τι μας διδάσκει το παρελθόν σχετικά με αυτούς τους κινδύνους;

ΑΠ.: Πως τίποτα δεν μπορεί να ισορροπήσει στη μέση. Η ιδιότυπη σημερινή κυβέρνηση που αποτελείται από μια υπερσυντηρητική δεξιά, μια ξεφτισμένη σοσιαλδημοκρατία και μια ψευδώνυμη Αριστερά φθείρεται. Το πρόβλημα περιπλέκεται καθώς η δημιουργία ενός επιπλέον αστικού κόμματος – πυλώνα που θα κινείται «εντός των μνημονίων και σε μια ηπιότερη έκδοσή τους» δεν μπορεί να περπατήσει εξ αιτίας του βάθους και της έκτασης της πολιτικής φθοράς αυτών των δυνάμεων.

Ανάλογα και με την αντίδραση του λαϊκού παράγοντα η κατάσταση μπορεί σύντομα να βρεθεί εκτός ελέγχου.

Η ρευστή αυτή κατάσταση καλλιεργεί την ταλάντευση των οργανώσεων της Αριστεράς ανάμεσα στον αναγκαίο ποιοτικό διαχωρισμό τους απ’ τις αστικές παραδόσεις και πολιτικές και στον εγκλωβισμό τους, με διάφορες παραλλαγές, στην «ακραία αριστερή» πτέρυγα του παλιού εξαρτημένου κινήματος.

Αυτή η τάση του ποιοτικού διαχωρισμού από την αστική πολιτική, και οι τέτοιου είδους τάσεις αντιστροφής στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων είχαν εμφανιστεί σ’ όλες τις οριακές στιγμές της ταξικής πάλης, στους αδύνατους κρίκους του καπιταλιστικού συστήματος στα προηγούμενα στάδιά του. Απ’ αυτές τις αντιστροφές, με την πρωτοπόρα συλλογική δράση και προσωπική στράτευση των επαναστατών, ξεπήδησε η συγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, η Κομμούνα, η θεωρητική και πολιτική νίκη του μαρξισμού, η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, μια σειρά αντιιμπεριαλιστικές, αντιαποικιακές επαναστάσεις που σημάδεψαν τον προηγούμενο αιώνα. Φαίνεται πως και τώρα διαμορφώνονται μακροπρόθεσμα οι προϋποθέσεις για μια ιστορική περίοδο όπου θα επικρατεί μια γενικευμένη, παρατεταμένη, όσο και αντιφατική-παλινδρομική επαναστατική κατάσταση, που θα συγκλονίζει τα βασικά πεδία των ταξικών σχέσεων παραγωγής. Πρόκειται για την προοπτική μιας ιστορικής αντιστροφής, που θα σημαδεύεται από τα επιτακτικά αιτήματα για «να φάει ψωμί ο εργάτης» αλλά και την αναγκαιότητα για τις ελευθερίες που απαιτεί ο σύγχρονος κοινωνικός πολιτισμός. Αναγκαιότητα που μπορεί να μετασχηματιστεί σε διεκδικούμενο αίτημα της εργατικής τάξης με ανάλογη συλλογική πράξη και προσωπική στράτευση. Αυτή η γενικότερη μακροπρόθεσμη δυναμική της νέας κατάστασης που ωριμάζει αποτελεί βασική πλευρά και για ένα νηφάλιο υπολογισμό του σημερινού συσχετισμού των δυνάμεων και τον καθορισμό των στόχων που βάζουν μπροστά τους τα επαναστατικά εγχειρήματα της εποχής μας. Στο πλαίσιο αυτό η Αριστερά και ειδικά οι επαναστατικές της δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να επανατοποθετήσουν σε νέες αφετηρίες μια διπλή αλληλένδετη προσπάθεια. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί μια πιο συγκεκριμένη συλλογική πολιτική αποσαφήνιση του άμεσου προγράμματος από το μεροκάματο, τα δημόσια αγαθά ως τα μεγάλα ζητήματα της ανατροπής και της «άλλης κοινωνίας» στο νέο αιώνα.

ΕΡ.: Στο ίδιο θέμα της κυβέρνησης της Αριστεράς διατυπώνονται κριτικές και από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, βασικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θα σημειώσουμε εδώ μερικές. Μια πρώτη είναι ότι η προοπτική ανόδου στην κυβέρνηση συνοδεύεται από μια διαρκή μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ προς πιο δεξιές θέσεις και θεσμικές προσαρμογές στα πλαίσια του συστήματος. Αυτό θα αποξενώσει τους εργαζόμενους, οδηγώντας σε ένα συνολικό συμβιβασμό με το κατεστημένο.

ΑΠ.: Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες αντικαπιταλιστικές συλλογικότητες διεκδικεί μια εργατική παρέμβαση για την ανατροπή της επίθεσης στους εργαζόμενους και την προοπτική για αντικαπιταλιστική ανατροπή μέχρι τέλους. Το ρεύμα αυτό εκφράζεται και σε διεθνές επίπεδο με τις ιδιομορφίες φυσικά της κάθε χώρας και έχει να επιδείξει βαθιές ιστορικές ρίζες συμβολής στο επαναστατικό κίνημα. Το πλέον αξιοσημείωτο είναι πως παρά τις αντιφάσεις που εμφανίζει λόγω ανωριμότητας, εμφανίζει μια αντοχή με δυνατότητα ανόδου. Άρα μπορεί να παίξει, υπό προϋποθέσεις, καταλυτικό ρόλο στις επερχόμενες εξελίξεις και προωθητικό ρόλο για τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Αυτά τα συμφέροντα, υποστηρίζει ότι θα υπηρετήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο η συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει να πείσει τα κέντρα αποφάσεων του κεφαλαίου δημιουργεί σημαντικά ερωτηματικά για την πρόθεσή του να συγκρουστεί. Ξεχωρίζουν σε αυτή την προσπάθεια: η συνάντηση του Αλ. Τσίπρα με τον Σιμόν Πέρες, πρόεδρο του κράτους τρομοκράτη του Ισραήλ, η επίσκεψη αντιπροσωπείας του ΣΥΡΙΖΑ στους γκαουλάιτερ της Task Force –της ομάδας δράσης για την Ελλάδα που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση– και του Αλ. Τσίπρα στον μισητό ιμπεριαλιστικό οργανισμό ΔΝΤ. Πρόκειται για επιλογές που δεν δηλώνουν διάθεση ρήξης με το κατεστημένο, τουλάχιστον…

ΕΡ.: Μια δεύτερη αντίρρηση είναι ότι όπου επιχειρήθηκε να ανατραπεί κοινοβουλευτικά ο καπιταλισμός ή έστω να εμποδιστεί έτσι ο φασισμός, τα σχετικά εγχειρήματα απέτυχαν. Κλασικά παραδείγματα η Χιλή του Αλιέντε και το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία. Υπάρχει, βέβαια, και η πρόσφατη εμπειρία της Βενεζουέλας, όπου ριζοσπαστικές αλλαγές στηρίχτηκαν και κοινοβουλευτικά. Πώς μπορεί να δούμε τη σχέση «κοινοβουλευτικού» και «εξωκοινοβουλευτικού», ή πιο γενικά, τη σχέση μεταρρύθμισης και επανάστασης στην εποχή μας;

ΑΠ.: Ανέκαθεν, αλλά πολύ περισσότερο σήμερα λόγω της «σκλήρυνσης» της αστικής δημοκρατίας, ο εξωκοινοβουλευτικός αγώνας είχε την απόλυτη προτεραιότητα. Το αξιοθαύμαστο παράδειγμα της Βενεζουέλας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τις εξεγέρσεις που προηγήθηκαν της ανάληψης της εξουσίας από τον Τσάβες και την τεράστια λαϊκή κινητοποίηση που ο ίδιος ενθάρρυνε τα 14 χρόνια που έμεινε στην εξουσία για να θωρακίσει την εξουσία του από τις ιμπεριαλιστικές απειλές. Το στοίχημα της Βενεζουέλας ωστόσο παραμένει ανοιχτό τόσο σε μια αντικαπιταλιστική εξέλιξη όσο και σε μια υποχώρηση και αναίρεση των κατακτήσεων που κληροδότησε η εποχή Τσάβες. Το επόμενο διάστημα μένει να δούμε αν τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις –που κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού ή με την άνεση του χορτάτου ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα που η πείνα έχει αποκτήσει διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης– θα διαδεχθεί το αναγκαίο επαναστατικό άλμα. Όρος εκ των ων ουκ άνευ για να εξασφαλιστούν και να βαθύνουν οι μεταρρυθμίσεις.

ΕΡ.: Μια τρίτη αντίρρηση αφορά την αναγκαιότητα του εργατικού ελέγχου και της έναρξης μιας και προγραμματικά αποτυπωμένης διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό. Υποστηρίζεται ότι χωρίς αυτό, ακόμη και η πιο ριζοσπαστική εκδοχή της αριστερής διακυβέρνησης, με έξοδο από το ευρώ, κ.λπ., θα οδηγηθεί μοιραία σε αδιέξοδο. Πόσο μάλλον η παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ…

ΑΠ.: Οπωσδήποτε η πορεία των ταξικών αναμετρήσεων θα κριθεί στους χώρους εργασίας. Από το κατά πόσο το κεφάλαιο θα καταγράψει ήττες στα εργοστάσια και τους μεγάλους χώρους εργασίας του ιδιωτικού τομέα εκεί όπου σήμερα το κεφάλαιο έχει επιβάλλει τη μεγαλύτερη δικτατορία, απαγορεύοντας το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ακόμη και της απεργίας. Για να αποκτήσουν τον έλεγχό τους οι παραγωγοί απαιτείται προγραμματική στόχευση – κάτι που εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμη και στην επαναστατική Αριστερά, λόγω κυρίως της ταξικής της σύνθεσης.

ΕΡ.: Είναι σαφές ότι οι δυνατότητες προώθησης ριζικών μετασχηματισμών θα εξαρτηθούν πολύ και από τη διεθνή κατάσταση. Για την ώρα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή, όμως οι συνθήκες αλλάζουν. Μπορεί να γνωρίσουμε σύντομα μια ορμητική άνοδο των κινημάτων, όπως εκείνη στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων το 1935; Τι προοπτικές και κίνδυνοι θα υπάρξουν τότε; Πώς βλέπετε γενικότερα το ρόλο των κινημάτων, με βάση τις εμπειρίες των τελευταίων ετών;

ΑΠ.: Η αστική πολιτική παντοδυναμία που σημαδεύει τη σημερινή εποχή των νέων επαναστατικών προκλήσεων αμφισβητείται από ένα πολυδαίδαλο ρεύμα πολιτικής διεκδίκησης που αποτελείται από διαφιλονικούμενες ριζοσπαστικές διαφοροποιήσεις απέναντι στη μέχρι πρότινος συντριπτική αστική πολιτική-πολιτιστική υπεροχή σε βάρος του εργατικού κινήματος.

Το ρεύμα αυτό διαμορφώνεται κυρίως με βάση την επιδείνωση της κατάστασης της εργατικής τάξης, των μεσαίων πληττόμενων στρωμάτων, της εργαζόμενης και σπουδάζουσας νεολαίας, τις γενικότερες πολιτικές εμπειρίες και αντιφάσεις τους. Πρόκειται για ένα εν δυνάμει ανατρεπτικό ρεύμα που αδυνατεί ακόμη να αναχαιτίζει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστική κατεύθυνση. Είναι ένα ρεύμα που τείνει να διαχωρίζεται αλλά και να επανασυνδέεται πολύπλευρα με την κυρίαρχη αστική πολιτική. Πρόκειται για ένα ρεύμα που στο κίνημα εμφανίζεται με συνέχειες και κυρίως ασυνέχειες ακριβώς γιατί λείπει η εργατική επαναστατική πρωτοπορία που θα δίνει συνέχεια, αποφασιστικότητα και βάθος στο εμφανιζόμενο κίνημα.

Εκεί όμως είναι η μήτρα γένεσης της «αυθόρμητης τάσης» συντονισμού σωματείων εντός κάθε κλάδου και γενικότερα. Της θετικής ευήκοης στάσης στην κριτική του καπιταλισμού. Της ευήκοης στάσης απέναντι στη σύγχρονη «ξύλινη» γλώσσα των μαρξιστικών όρων και της σύγχρονης επαναστατικής πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο ωριμάζει μια ανώτερη αναμέτρηση στην ιστορία των ταξικών αγώνων, ανοιχτή σε πολλαπλές και απρόβλεπτες παραλλαγές, αλλεπάλληλα αγωνιστικά επεισόδια και κοινωνικές εκρήξεις, βίαιες καπιταλιστικές επιθέσεις και ενδιάμεσες ανακωχές, που θα περιστρέφονται αμείλικτα γύρω από δύο βασικά, αντίθετα και ασυμφιλίωτα ενδεχόμενα: Είτε τελικά μια νέα εργατική επανάσταση προς τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα που θα ξεπερνάει και θα ολοκληρώνει όλες τις μέχρι τώρα επαναστάσεις, είτε μια, αδύνατον να υπολογισθεί σήμερα, καταστροφική πορεία της ανθρωπότητας και του κοινωνικού ανθρώπου που θα οδηγεί σε ένα Μεσαίωνα. Με αυτή την προοπτική βρίσκεται αντιμέτωπο το κομμουνιστικό κίνημα, το οποίο είναι υποχρεωμένο να επαναπροσδιορίσει ποια πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης επαναστατικής κομμουνιστικής στρατηγικής, αλλά και το πώς θα συνδεθεί με την αντικαπιταλιστική τακτική.

Αναζητούμε επομένως τις απαντήσεις για το «τι να κάνουμε» της εποχής μας, σε μια «νέα κατάσταση», όπου λόγω της κρίσης, των νέων βαθύτερων κλονισμών που επιφέρει στη νέα εποχή η αντίθεση ανάμεσα στις σύγχρονες παραγωγικές σχέσεις και παραγωγικές δυνάμεις, του κινήματος που εμφανίζεται στις ΗΠΑ, στον Αραβικό κόσμο και στην Ευρώπη, οι κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί της προηγούμενης περιόδου κλονίζονται αντικειμενικά. Το κίνημα εμφανίζεται με τη μορφή της πλημμυρίδας και της άμπωτης και παρόλο που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την ικανότητα του καπιταλισμού να ανασυγκροτείται σε αντιδραστική κατεύθυνση, παρόλο που δεν επιφέρει ουσιαστικές νίκες, εντούτοις έχει βελτιώσει σε ένα βαθμό την κατάσταση προς όφελος της εργατικής πολιτικής. Η κατάσταση αυτή εμφανίζει ταυτόχρονα νέες δυσκολίες εξ αιτίας ακριβώς της προωθούμενης κανιβαλικής πολιτικής αλλά και των ανεπαρκών βημάτων που γίνονται στη δημιουργία κομμουνιστικών κομμάτων, αντικαπιταλιστικών μετώπων, στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Επιβάλλει και απαιτεί μια ανώτερη συλλογική και προσωπική στράτευση ώστε στους ερχόμενους αναπόφευκτους κοινωνικούς και πολιτικούς σπασμούς της ταξικής πάλης, που θα σφραγίζονται από επαναστατικά γεγονότα, η απάντηση να δοθεί τελικά προς όφελος των εργατικών συμφερόντων. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η σημερινή φάση μπορεί να μετατραπεί στην αυγή μιας νέας περιόδου στην οποία οι πολιτικοί συσχετισμοί θα αλλάζουν προς όφελος της εργατικής πολιτικής του νέου αιώνα. Θα καταφέρει η αστική πολιτική και ιδεολογία να διατηρήσει την κλονιζόμενη καθολική ηγεμονία, θα επιβάλει η αστική τάξη με τη γενικευμένη επίθεση μια «επιστροφή» σε μια νέα, πολύ πιο σκληρή, βάρβαρη και εκμεταλλευτική «κανονικότητα», σε ένα Μεσαίωνα της εποχής της πληροφορικής, ή η εργατική πολιτική τελικά θα αποσπάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα επιβάλλει την ηγεμονία της; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια, ίσως και μήνες, από όλους εμάς, από όλες τις αριστερές, επαναστατικές και κομμουνιστικές πρωτοπορίες, από το ευρύτερο αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο και τελικά από την ίδια την αντικειμενικά αντιφατική, αντικαπιταλιστική δράση της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων. Απ’ αυτό που συχνά ονομάζουμε «εργατικό και λαϊκό κίνημα». Σε ανάλογα –όχι ίδια– σταυροδρόμια η Αριστερά και το εργατικό κίνημα βρέθηκαν στην κρίση του 1873-95 και σε εκείνη του 1929–45.

Αν σε αυτή τη διαδρομή θα αναγεννιέται το εργατικό κίνημα και θα αναδύεται στρατηγικά ανασυγκροτημένη η Αριστερά, αν σε αυτήν τη διαδρομή ως μέτρο της κίνησης των κάτω θα είναι κυρίως οι επιμέρους νίκες τότε η μεγάλη επερχόμενη αναμέτρηση θα συνοδευτεί από το αντίστοιχο απελευθερωτικό άλμα της ανθρωπότητας στο νέο αιώνα.

ΕΡ.: Προφανώς, οι οικονομικές εξελίξεις θα βαρύνουν επίσης πολύ στην πορεία των γεγονότων. Πρόσφατα αναλυτές όπως ο Σαμίρ Αμίν, ο Άλεξ Καλίνικος κ.ά. έχουν μιλήσει για επερχόμενη αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη. Τι θα συμβεί σε μια καταστροφική επιδείνωση, όπως π.χ. η κατάρρευση της Ιταλίας και/ή της Ισπανίας; Ποια θα είναι τότε η τύχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πώς μπορούμε να παρέμβουμε στις εξελίξεις και τους μεγάλους διαφαινόμενους κινδύνους, ενόψει και της απειλητικής ανόδου του φασισμού;

ΑΠ.: Ο κίνδυνος σήμερα δεν αφορά μια πιθανή αποσταθεροποίηση στην ευρωζώνη, αλλά τη διαφαινόμενη (και στην Ελλάδα υπαρκτή αλλά όχι ολοκληρωμένη) συντριβή των εργατικών κατακτήσεων και επιστροφή σε έναν σύγχρονο Μεσαίωνα. Αυτό είναι το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υλοποιείται μέσω συντριπτικών πληγμάτων, όπως αυτό που έγινε στην Κύπρο κι όσων πιθανά θα γίνουν σύντομα σε Ιταλία και Ισπανία. Πιθανές μεταμορφώσεις ακόμη και με την έξοδο χωρών δεν αποκλείονται. Η βασικότερη ωστόσο μετάλλαξη αφορά τους ταξικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό κάθε κράτους που ανατρέπονται βίαια σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας και κυρίως σε βάρος των τεράστιων δυνατοτήτων που έχει η σύγχρονη, μορφωμένη εργατική τάξη.

Ο φασισμός που υπηρετεί το κεφάλαιο και στηρίζεται έμπρακτα απ’ αυτό έρχεται να ακυρώσει τις απελευθερωτικές δυνατότητες της εποχής. Βρίσκει έδαφος ωστόσο κι αναπτύσσεται λόγω της στρατηγικής υστέρησης και της ήττας των απελευθερωτικών ιδεών. Υπ’ αυτή την έννοια η πιο αποτελεσματική απάντηση στον φασισμό είναι η δημιουργία μιας σύγχρονης επαναστατικής, κομμουνιστικής και οραματικής Αριστεράς.

(Το δικό τους σημαντικό μερίδιο σε αυτή τη συμβολή είχαν οι προβληματισμοί και οι υποδείξεις του Αλέκου Αναγνωστάκη).

Αρέσει σε %d bloggers: