The Post – Απαγορευμένα μυστικά: Χόλιγουντ εναντίον Τραμπ, Σπίλμπεργκ εναντίον όλων

Μαθήματα πολιτικής εγρήγορσης και κοινωνικών αντανακλαστικών δίνει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τη νέα του ταινία, The Post: Απαγορευμένα Μυστικά.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η ταινία, που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η πιο πολιτική ταινία της σεζόν (εκμηδενίζοντας για παράδειγμα την μεταμοντέρνα Δουνκέρκη, του Κρίστοφερ Νόλαν, που για να μη θίξει τη Γερμανία αποφεύγει να δείξει αγκυλωτούς σταυρούς ακόμη και Ναζί στρατιώτες), επιστρέφει στο πρόσφατο παρελθόν, ανακαλώντας μια από τις κορυφαίες στιγμές της αμερικανικής δημοσιογραφίας, για να μιλήσει για το σήμερα.

Η ιστορία εξελίσσεται σε μια πολύβουη και πνιγμένη στις μικρότητες αίθουσα συντακτών και κορυφώνεται γύρω από το ερώτημα αν η Washington Post θα δημοσιεύσει ή όχι μια μυστική έκθεση που μοιράζονταν Πεντάγωνο, CIA και Λευκός Οίκος η οποία έλεγε τα ανείπωτα: Ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν εξ αρχής χαμένος και δινόταν για το κύρος της Αμερικής και μόνον! 60.000 νεκροί ως τότε για έναν πόλεμο που οι Αμερικάνοι δε θα κέρδιζαν ποτέ και συνεχιζόταν κατά 10% για να προστατευθεί το Νότιο Βιετνάμ, κατά 20% για ανάσχεση στον κομμουνισμό και κατά 70% για το κύρος των ΗΠΑ. Οι συνειρμοί με το σήμερα είναι παραπάνω από προφανείς αν στη θέση του Βιετνάμ βάλουμε το Αφγανιστάν, στη θέση του Νότιου Βιετνάμ τη Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν και στο κύρος των ΗΠΑ τα συμφέροντα των πετρελαϊκών εταιρειών ή ακόμη κι αν δε βάλουμε τίποτε κι αφήσουμε το κύρος των ΗΠΑ.

Η απόφαση για να δημοσιευθούν τα έγγραφα δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε προφανής, καθώς κάθε στιγμή εκκρεμούσε το ενδεχόμενο της φυλάκισης των δημοσιογράφων και της εκδότριας, της οικονομικής κατάρρευσης της εφημερίδας και όχι μόνο.

Κι εδώ ακριβώς είναι το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Τόσο η από …σύμπτωση εκδότρια  Κάθριν Γκαραμ, (η οποία κληρονομεί την εφημερίδα μετά την αυτοκτονία του συζύγου της) όσο και ο …επίμονος διευθυντής Μπεν Μπράντλι αστειεύονταν, έτρωγαν, έπιναν, έκαναν διακοπές στα εξοχικά και τις θαλαμηγούς υπουργών και …πάνω! «Δεν είναι εύκολο να λες όχι» ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία, όταν η εκδότρια και ο διευθυντής παλεύουν για να υπερβούν τον κακό τους εαυτό, κατηγορώντας ο ένας τον άλλον για τις σχέσεις του με την εξουσία! Οι άνθρωποι που επέφεραν το μεγαλύτερο πλήγμα στον Νίξον ως τότε (γιατί τον επόμενο χρόνο, το 1972, ακολούθησε το Watergate) απολάμβαναν τη φιλία, τις ανέσεις και το γόητρο που προσέφεραν τα σουαρέ και οι φιλοφρονήσεις με την πολιτική εξουσία. Με αντίτιμο φυσικά τη σιωπή τους…

Κι εδώ, ξανά, αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Σπίλμπεργκ. Όποιος περίμενε να θαυμάσει μια Μέριλ Στριπ, που να επαναλαμβάνει την ερμηνεία που έδωσε στη Σιδηρά Κυρία υποδυόμενη τη Μάργκαρετ Θάτσερ, (επιλέγοντας σκηνοθετική αδεία να παρακάμψει την πραγματικότητα) διαψεύδεται! Γιατί ο 72χρονος σκηνοθέτης δε θέλει μόνο να δείξει την ικανότητα των δημοσιογραφικών οργανισμών να παράγουν ειδήσεις και αποκαλύψεις, κάνοντας το έδαφος να …τρίζει. Σε ποιον δημοσιογράφο που έχει επισκεφθεί πιεστήριο δεν έχει περάσει από το μυαλό η ίδια αλληγορία, που ευφυώς χρησιμοποιεί ο Σπίλμπεργκ, τη στιγμή που παίρνουν μπρος οι τυπογραφικές μηχανές; Ο Σπίλμπεργκ δείχνει ότι και στο σήμερα τη διαφορά μπορούν να την κάνουν και άνθρωποι καθημερινοί, που ξεχειλίζουν από ταλαντεύσεις και δεν είναι σίγουροι για το επόμενο βήμα τους. Αυτοί που δεν περιμένεις! Ξεχάστε τους ορκισμένους, ατσάλινους χαρακτήρες που ανά πάσα στιγμή είναι διατεθειμένοι να τα ρισκάρουν όλα για όλα κι είναι γεννημένοι μόνο για τα μεγάλα. Διαφορετικά ειπωμένο, το μήνυμα του Σπίλμπεργκ είναι να κοιταχτούμε γύρω μας και αναζητήσουμε να βρούμε αυτούς πουν θα κάνουν τη διαφορά, περνώντας στην άλλη όχθη… Προς επίρρωση το γεγονός ότι το σενάριο υπογράφει επίσης μια πρωτοεμφανιζόμενη δημιουργός, η Χάνα Λιζ.

Παρότι η ταινία, που γυρίστηκε μέσα σε ένα χρόνο, δείχνει το δρόμο στους αμερικάνους εκδότες και δημοσιογράφους που δέχονται πρωτοφανείς εκβιασμούς, προσβολές, πιέσεις και αμφισβητήσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ και τον κύκλο του, όπως επίσης και στις γυναίκες για να διεκδικήσουν τη θέση που τους ανήκει, είναι εμφανές ότι το μήνυμά της ξεπερνάει κατά πολύ την αμερικανική βιομηχανία ενημέρωσης ή το κίνημα διαμαρτυριών εναντίον των σεξουαλικών παρενοχλήσεων…

Καθόλου απαρατήρητη τέλος δεν περνάει η αντίθεση γύρω από την οποία περιστρέφεται η ταινία: τη σύγκρουση μεταξύ τραπεζιτών από τη μια που προσφέρουν το ζεστό χρήμα, αποφασίζοντας για τον αριθμό των ρεπόρτερ,  και από την άλλη των δημοσιογράφων – εκδοτών. Απεχθείς και αυθαίρετοι όροι δανεισμού, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να γυρίζουν μπούμεραγκ για τον Τύπο, και η άποψη των δανειστών για την ίδια την ύλη της εφημερίδας φέρνουν στην επιφάνεια το θανάσιμο κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για το δικαίωμα της ενημέρωσης η διαρκώς επεκτεινόμενη χρηματοπιστωτική βιομηχανία…

Εδώ το τρέιλερ της ταινίας.

Πηγή: Kommon

Ουσάκ, σκηνοθεσία: Κυριάκος Κατζουράκης

ussak-factories«Ο ουτοπιστής φίλε είναι ο απόλυτος υλιστής», αναφέρεται προς το τέλος της νέας ταινίας του Κυριάκου Κατζουράκη, σε σενάριο του ίδιου και της Κάτιας Γέρου. Η ταινία εκτυλίσσεται μετά από 2 – 3 δεκαετίες, σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου κυριαρχούν μελανοχίτωνες, ξένοι επενδυτές και δημοσιογράφοι προσκολλούμενοι της εξουσίας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Είναι επίσης εκεί και μικροί θύλακες αντίστασης, που αγωνίζονται για την αξιοπρέπειά τους, διαμορφώνοντας τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και, το σημαντικότερο, τα δικά τους ιδανικά, δίνοντας τις δικές τους μάχες. Το σενάριο για την ταινία Ουσάκ (που είναι δρόμος του ρεμπέτικου) ξεκίνησε να γράφεται προ τριετίας. Άντεξε τις ψευδαισθήσεις που αθρόα δημιουργούσε εκείνη περίοδος για να έρθει τώρα και πάλι κόντρα στο περιρρέων κλίμα να επισημάνει κινδύνους που είναι ήδη υπαρκτοί και εκκολάπτονται δίπλα μας, μπροστά μας.

Για να καταφέρει ο Κυριάκος Κατζουράκης να ολοκληρώσει την ταινία ξεκίνησε να συγκεντρώνει χρήματα, με τα οποία θα καλύψει το αυξημένο κόστος της. Απευθύνεται σε όσους αγωνιούν για την επόμενη μέρα, σε όσους δεν θέλουν να γίνει η χώρα κρανίου τόπος από τους επενδυτές και τους καλεί να συμβάλλουν από το υστέρημά τους στις ανάγκες των γυρισμάτων. Οι καταθέσεις μπορούν να γίνονται στο λογαριασμό GR86 0171 7390 0067 3913 7942 248 της τράπεζας Πειραιώς. Όσοι συμβάλλουν (ανεξαρτήτως ποσού) κι επιθυμούν μπορούν να ενημερώνουν τον σκηνοθέτη (ussak@kyriakoskatzourakis.gr) ώστε το όνομά τους να αναφερθεί στους τίτλους της ταινίας.

Σημαντικό μέρος από τα γυρίσματα της ταινίας θα γίνει στο εργοστάσιο των Λιπασμάτων της Δραπετσώνας, που ο δήμος Κερατσινίου – Δραπετσώνας θέλει να μετατρέψει σε χώρο πράσινου και αναψυχής. Η επιλογή αυτή από το σκηνοθέτη είναι μια μικρή συμβολή στον αγώνα των κατοίκων της περιοχής για να διασωθεί ο χώρος από τους ιδιώτες.

Ο Κυριάκος Κατζουράκης έχει επίσης γυρίσει τις ταινίες: Ο δρόμος προς τη Δύση (2003), Γλυκιά μνήμη (2005) και Μικρές Εξεγέρσεις (2009).

Εδώ κι εδώ το teaser της νέας ταινίας.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν, την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου

«Το μεγάλο σορτάρισμα», μια εξαιρετική ανατομία της κρίσης

THE BIG SHORT
THE BIG SHORT

«Οι ανώτερες τάξεις αυτής της χώρας τη βίασαν. Γαμήσατε κόσμο. Χτίσατε ένα κάστρο για να γδέρνετε τον κοσμάκη» (Έισμαν, ρεπουμπλικανικής πολιτικής προέλευσης, εκ των πρωταγωνιστών του μεγάλου σορταρίσματος).
ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ
Από το 2007 ακόμη, όταν οι οικονομικές σελίδες του διεθνούς Τύπου ξεχείλιζαν από ρεπορτάζ για την αγορά υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων, υπήρχαν αναφορές σε κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου τα οποία έγκαιρα είχαν επενδύσει στην καταστροφή που θα ξέσπαγε και κέρδισαν μυθικά ποσά. Ωστόσο, αυτό που έμενε στον αναγνώστη ήταν πως ακόμη κι αυτή η εξαιρετικά ολιγομελής ομάδα απλώς έτυχε να κερδίσει. Σε μια χαοτική αγορά όπου τζογάρεται ακόμη κι η ατμοσφαιρική θερμοκρασία, με το μοναδικό ερώτημα να αφορά το αν και μέχρι ποιού ποσού θα βρεις αντισυμβαλλόμενο, οι κερδισμένοι της αγοράς ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης απλώς και μόνον έτυχε να βρεθούν στη σωστή θέση του στοιχήματος. Λάθος!
Η γοητεία της εξαιρετικής ταινίας «Το μεγάλο σορτάρισμα», που στηρίζεται στο ομώνυμο κι εξίσου καταπληκτικό βιβλίο (εκδ. Παπαδόπουλος) του Μάικλ Λιούις (το οποίο διαβάζεται μονομιάς), πηγάζει από την παραστατικότητα, την ακρίβεια, την εκτενή περιγραφή με την οποία δείχνει ότι οι μεγάλοι κερδισμένοι έγκαιρα διείδαν τη φούσκα και την υποκείμενη απάτη. Ο Γκρεγκ Λίπμαν, ο Μάικ Μπέρι, ο Στιβ Έισμαν, οι Τσάρλι Λέντλει και Τζέιμι Μάι κι ο Μπεν Χόκετ, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η αφήγηση κι οι οποίοι πιάνουν όλη τη γκάμα των επενδυτών, με μεγέθη που ξεκινούν από την Ντόιτσε Μπανκ και καταλήγουν σε επίπεδα γκαράζ μπάντας, δεν έβαλαν ένα τυχαίο στοίχημα, προσδοκώντας στην κατάρρευση μιας ορθολογικής κατά τ’ άλλα αγοράς. «Αν η αγορά λειτουργούσε έστω και λίγο ορθολογικά θα είχε καταρρεύσει πολύ νωρίτερα», παρατηρεί κάποια στιγμή ο συγγραφέας. (σελ. 250).
Αντίθετα, οι προαναφερθέντες είδαν το οφθαλμοφανές. Είχαν το “ταλέντο” να κοιτάξουν εκεί που οι άλλοι απαξιούσαν, στην ίδια την πραγματικότητα και τα απλά νούμερα. Και είχαν το χάρισμα, την οξυδέρκεια, τη διεισδυτική ματιά και τα τεχνικά εργαλεία να αντιληφθούν έγκαιρα πώς η αγορά κατοικίας τη δεκαετία του 2000 χτιζόταν στην …άμμο.
«Περισσότεροι από δέκα, λιγότεροι από είκοσι – πόνταραν απροκάλυπτα ενάντια σε ολόκληρη την αγορά subprime ενυπόθηκων δανείων, μια αγορά πολλών τρισεκατομμυρίων, και κατά προέκταση ενάντια στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτό καθαυτό το γεγονός ήταν αξιοσημείωτο: η καταστροφή ήταν προβλέψιμη, κι όμως μόνο μια χούφτα άνθρωποι το αντιλαμβάνονταν», γράφει το βιβλίο (σελ. 150).

Λογαριασμός ύψους 1 τρισ. δολ.

Έτσι, οδηγηθήκαμε σε μια καταστροφή που σύμφωνα με την αποτίμηση του ΔΝΤ ανήλθε στο 1 τρισεκατομμύριο δολάρια. Και μιλάμε μόνο για τα αμερικάνικης προέλευσης στοιχεία ενεργητικού της αγοράς ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης. Δεν συμπεριλαμβάνονται ούτε οι αλυσιδωτές αντιδράσεις (βλ. Ελλάδα) ούτε το κοινωνικό κόστος με τις εξώσεις, εντός των ΗΠΑ. Σε αυτό το λογαριασμό περιλαμβάνονται όμως τα 37,4 δισ. ευρώ που έχασε η UBS και τα 9 δισ. δολ. που έχασε η Morgan Stanley, από το τμήμα ενός διαπραγματευτή, στον οποίο «επιτράπηκε να παραιτηθεί τον Οκτώβριο του 2007 εισπράττοντας πολλά εκατομμύρια δολάρια».


Τι ήταν αυτό που είδαν οι πρωταγωνιστές του μεγάλου σορταρίσματος και το οποίο διέφυγε από όλες τις μεγάλες τράπεζες; Δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν πως η ρήτρα ενεργοποίησης του κυμαινόμενου επιτοκίου, μετά τη διετή περίοδο χάριτος, στα στεγαστικά δάνεια που χορηγούσαν αδιακρίτως σε δανειολήπτες με πολύ χαμηλά εισοδήματα (μεξικάνους μετανάστες, πόρνες, κ.λπ.) ισοδυναμούσε με ωρολογιακή βόμβα. «Αν η πρώτη πράξη της χορήγησης δανείων μειωμένης εξασφάλισης ήταν παράξενη, η δεύτερη πράξη ήταν τρομακτική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ένας ετήσιος τζίρος 30 δισ. δολαρίων θεωρούνταν εξαιρετικός για την αγορά των subprime δανείων. Το 2000 είχαν δοθεί subprime ενυπόθηκα δάνεια ύψους 130 δισ. δολ., και τα 55 από αυτά είχαν μετατραπεί σε ενυπόθηκα ομόλογα. Το 2005 τα subprime δάνεια θα έφταναν τα 625 δισ. δολάρια, με τα 507 από αυτά να διοχετεύονται σε ενυπόθηκα ομόλογα… Η αγορά των subprime δανείων ανθούσε παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια ανέβαιναν – πράγμα που ήταν τελείως παράλογο. Ακόμη πιο σκανδαλώδες ήταν το γεγονός ότι οι όροι των δανείων άλλαζαν με τρόπους που αύξαναν την πιθανότητα επισφάλειας. Το 1996 το 65% των subprime δανείων ήταν σταθερού επιτοκίου, πράγμα που σήμαινε ότι μπορεί ο τυπικός δανειολήπτης με χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα να πιανόταν κορόιδο, αλλά τουλάχιστον ήξερε με βεβαιότητα πόσα χρωστούσε κάθε μήνα μέχρι να ξεπληρώσει το δάνειο. Το 2005 το 75% των subprime δανείων ήταν κάποιας μορφής κυμαινόμενου επιτοκίου, συνήθως σταθερού για τα πρώτα δύο χρόνια» (σελ. 48). Σημαντικότερο δε ήταν πώς η έκρηξη της φούσκας μπορούσε να προσδιοριστεί χρονικά: το 2007!

Μακριά από μας…

Το δεύτερο που διέκριναν οι «μεγάλοι σορτάκηδες», αφορούσε το πακετάρισμα των προβληματικών δανείων σε συνθετικά ομόλογα, με τέτοιο τρόπο ώστε συνειδητά και προσχεδιασμένα ο τοξικός τους χαρακτήρας να αποκρύβεται. «Οι πρώτες εταιρείες του subprime κλάδου είχαν βουλιάξει εξ αιτίας του μικρού ποσοστού δανείων που είχαν κρατήσει στα βιβλία τους. Η αγορά θα μπορούσε να διδαχτεί κάτι απλό: μη χορηγείτε δάνεια σε ανθρώπους που δεν μπορούν να τα ξεπληρώσουν. Αντιθέτως διδάχτηκε κάτι περίπλοκο: μπορείτε να συνεχίσετε να χορηγείτε αυτά τα δάνεια, απλώς μην τα κρατάτε στα βιβλία σας. Χορηγήστε τα δάνεια, έπειτα πουλήστε τα στα τμήματα σταθερού εισοδήματος των μεγάλων τραπεζών επενδύσεων της Γουόλ Στριτ, που με τη σειρά τους θα τα κάνουν πακέτο, θα τα μετατρέψουν σε ομόλογα και θα τα πουλήσουν σε επενδυτές». (σελ. 49)
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε χάρη στην εθελοτυφλία των εταιρειών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας (εξαιρετικό το τρίκ του σκηνοθέτη που εμφανίζει την υπεύθυνη του οίκου να φοράει μεγάλα μαύρα γυαλιά) και τη μόχλευση που επέτρεπε στις επενδυτικές τράπεζες να δανείζουν όλο και μεγαλύτερα ποσά για τα χρήματα που είχαν στη διάθεσή τους. «Μόνο στα πέντε προηγούμενα χρόνια η μόχλευση της Bear Sterns είχε πάει από το 20:1 στο 40:1. Της Merrill Lynch είχε πάει από το 16:1 το 2001 στο 32:1 το 2007. Η Morgan Stanley και η Citigroup βρίσκονταν πλέον στο 33:1, η Goldman Sachs φάνταζε συντηρητική στο 25:1 – όμως η Goldman είχε το χάρισμα να κουκουλώνει τον πραγματικό βαθμό μόχλευσής της. Για να φαλιρίσει οποιαδήποτε από αυτές τις εταιρείες αρκούσε μια πολύ μικρή πτώση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού της». (σελ. 301).
Η αφήγηση τόσο του βιβλίου όσο και της ταινίας μπορεί να περιστρέφεται γύρω από 6 άτομα, από τα πλέον εμμονικά και εκκεντρικά που μπορεί να συναντήσει κανείς στη ζωή του όπως ο Μάικλ Μπέρι («ο νους του δεν είχε εύκρατη ζώνη: ή δινόταν αποκλειστικά σε ένα αντικείμενο ή δεν ενδιαφερόταν καθόλου γι’ αυτό», σελ. 62), ωστόσο οι δραματουργικές ανάγκες δεν παράγουν μελό. Ούτε καν στην ταινία όπου έξυπνες σκηνοθετικές παρεμβάσεις αναδεικνύουν συνεχώς τον κοινωνικό αντίκτυπο και τα σαθρά θεμέλια όλης της αγοράς. Με αυτό τον τρόπο, το κοινωνικό δράμα και το οικονομικό έγκλημα που διενεργήθηκε με επίκεντρο την αγορά κατοικίας δεν προσωποποιείται, δεν απλοποιείται, διευκολύνοντας την αναζήτηση εξιλαστήριων θυμάτων και απαλλάσσοντας τους θύτες από ηθικά διλήμματα.

Σύγκρουση συμφέροντος

Στο βιβλίο υπάρχει πλήθος αναφορών που δείχνει στον αναγνώστη τις μόνιμες εστίες αστάθειας. «Απ’ όλες τις συγκρούσεις συμφερόντων στο εσωτερικό  των εταιρειών διαπραγμάτευσης ομολόγων της Γουόλ Στριτ, αυτή ήταν εκείνη που προκάλεσε τη μεγαλύτερη καταστροφή και συζητήθηκε λιγότερο από κάθε άλλη: Όταν μια εταιρεία στοιχηματίζει σε μετοχές και ομόλογα για ίδιο λογαριασμό την ίδια στιγμή που διαμεσολαβεί στις συναλλαγές των πελατών της με αυτούς τους τίτλους, βρίσκεται υπό μεγάλη πίεση να χρησιμοποιήσει τους πελάτες της για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων». (σελ. 272).
Ή, σε άλλο σημείο (επιλέγοντας την πιο αθώα αντίφαση) αναφέρει: «Οι άνθρωποι της αμερικάνικης αγοράς μετοχών λαμβάνουν αποφάσεις στα στενά όρια της αμερικάνικης αγοράς μετοχών· οι άνθρωποι της ιαπωνικής αγοράς ομολόγων λαμβάνουν αποφάσεις στα στενά όρια της ιαπωνικής αγοράς ομολόγων· και ούτω καθεξής. “Υπάρχουν πράγματι άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επενδύουν σε ομόλογα ευρωπαϊκών εταιρειών μεσαίας κεφαλαιοποίησης από τον κλάδο υγείας” λέει ο Τσάρλι. “Δε νομίζω ότι το πρόβλημα εντοπίζεται μόνο στα χρηματοπιστωτικά. Νομίζω ότι η στενότητα ενδιαφερόντων είναι κοινό γνώρισμα της σύγχρονης πνευματικής ζωής. Δε γίνεται καμιά απόπειρα ολοκλήρωσης”. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές πληρώνουν πάρα πολλούς ανθρώπους εξαιρετικά καλά για τη στενή γνώση και εμπειρία τους, και ελάχιστους ανθρώπους – μη ικανοποιητικά – για να παρέχουν τη γενική, παγκόσμια εικόνα που είναι απαραίτητη για την κατανομή κεφαλαίων στις διάφορες αγορές» (σελ. 157)

Στο κενό έπεσαν οι προσπάθειες των πρωταγωνιστών να αποκαλύψουν την απάτη. Τόσο η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) όσο κι ο Τύπος (Wall Street Journal και New York Times) παρότι ενημερώθηκαν έγκαιρα αρνήθηκαν να ασχοληθούν με το θέμα

Το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου ωστόσο δεν είναι οι γενικεύσεις, αλλά η λεπτομερής περιγραφή των όσων συνέβησαν στην αμερικανική αγορά. Η εξιστόρησή τους μάλιστα δεν ακυρώνει μια θαυμάσια ισορροπία μεταξύ λογοτεχνίας και ρεπορτάζ από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Σε αυτό το πλαίσιο οι ελάχιστες γενικεύσεις που πραγματοποιεί έχουν ξεχωριστή βαρύτητα. Όπως για παράδειγμα η παρατήρησή για τη σχέση των χρηματιστηρίων με την πραγματική οικονομία, όταν ξεκαθαρίζει ότι από το 1980 και μετά «εξελίχθηκε από διαφορά ως προς το μέγεθος σε διαφορά ως προς τη φύση».
Το επίτευγμα του Μάικλ Λιούις τελειώνει με …χάπι εντ. «Και όλοι τους πλούτισαν», αναφέρει προς το τέλος του βιβλίου (σελ. 336). Ο λόγος γίνεται για τους διευθύνοντες συμβούλους των μεγάλων εταιρειών της Γουόλ Στριτ, που βρίσκονταν στη μεριά των χαμένων. «Όλοι τους, χωρίς καμιά εξαίρεση, είτε οδήγησαν τις εισηγμένες εταιρείες τους στη χρεοκοπία, είτε σώθηκαν από τη χρεοκοπία χάρη στην παρέμβαση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Και όλοι τους πλούτισαν»! Σε βάρος των αμερικανών φορολογούμενων.

Κράτος, ο μεγάλος πατερούλης

Η περιγραφή των όσων ακολούθησαν από το σκάσιμο της φούσκας σοκάρει: «Η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ προχώρησε στο σκανδαλώδες και άνευ προηγουμένου μέτρο να αγοράσει επισφαλή subprime ενυπόθηκα ομόλογα απευθείας από τις τράπεζες. Μέχρι τις αρχές του 2009 οι κίνδυνοι και οι ζημίες που σχετίζονταν με τις επισφαλείς επενδύσεις, αξίας άνω του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων, είχαν μεταβιβαστεί από τις μεγάλες εταιρείες της Γουόλ Στριτ στον αμερικανό φορολογούμενο… Αυτό το νέο καθεστώς –τζάμπα χρήμα για τους καπιταλιστές, ελεύθερες αγορές για όλους τους υπόλοιπους- σε συνδυασμό με το λίγο πολύ άμεσο ξαναγράψιμο της χρηματοπιστωτικής ιστορίας  εκνεύρισε κάθε λογής ανθρώπους… Οι ισχυρότεροι και πιο ακριβοπληρωμένοι άνθρωποι του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κλάδου είχαν περάσει στην ανυποληψία και χωρίς την κρατική παρέμβαση όλοι τους θα είχαν μείνει άνεργοι· κι όμως, αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι εκμεταλλεύονταν το κράτος για να πλουτίσουν» (σελ. 342-343).

ΥΓ. Μια από τις πολλές απορίες που δημιουργεί η προσεκτική ανάγνωση του βιβλίου σχετίζεται με τη Γερμανία. Το βιβλίο βρίθει αναφορών για την έκθεση των Γερμανών στα τοξικά ομόλογα. «Όποτε τον ρωτούσαμε ποιος αγόραζε αυτά τα σκατά» λέει ο Βίνι, «πάντα έλεγε: «Το Ντίσελντορφ»» (σελ. 103). Σε έναν άλλο διάλογο ο ίδιος πωλητής της Deutsche Bank, Γκρεκ Λίπμαν, που «εισέπραξε για τις υπηρεσίες του 47 εκ. δολάρια, αν και τα 24 εκ. ήταν σε δεσμευμένες μετοχές, τις οποίες δεν μπορούσε να ρευστοποιήσει παρά μόνο αν έμενε στη Deutsche Bank για μερικά ακόμη χρόνια» (σελ. 335) καθώς ένα τμήμα Ανθρώπινων Πόρων δε χάνει ποτέ τέτοιο κελεπούρι, ερωτάται: «μιλάμε για μια κατάσταση όπου κάποιος χάνει και κάποιος κερδίζει. Ποιός είναι στην άλλη πλευρά; Ποιος είναι ο ηλίθιος;». Και απαντάει: «Το Ντίσελντορφ. Κάτι βλάκες Γερμανοί. Παίρνουν στα σοβαρά τους οίκους αξιολόγησης. Πιστεύουν στους κανόνες» (σελ. 135). Παρόλα αυτά η Γερμανία κατάφερε να περάσει από τη βροχή και να μη βραχεί, αξιοποιώντας έναν άλλο νόμο της αγοράς που αναφέρεται στο βιβλίο: «όποιος έχει το χρυσό γράφει και τους κανόνες»! Έγκαιρα και κυρίως χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες βρήκε άλλους ηλίθιους, για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του στελέχους της Deutsche Bank, να τους φορτώσει την κρίση. Μήπως έχετε κάποιους υπόψη σας;

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην ιστοσελίδα Kommon.gr