Στο μέλλον η υπέρβαση της κρίσης (Πριν, 19/9/2009)

Έκρηξη της ανεργίας προβλέπει ο ΟΟΣΑ

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε πριν λίγες μέρες από την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς που για πρώτη φορά κατά την μεταπολεμική περίοδο κατέστησε ορατό το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης και συστημικής κατάρρευσης των σημαντικότερων κέντρων ισχύος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Έκτοτε, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρώπη, η κατάσταση εμφανίζει σαφείς αν και οριακές βελτιώσεις με το ΑΕΠ, τη βιομηχανική παραγωγή και τις παραγγελίες να κινούνται σε ανοδική τροχιά σε σημείο τέτοιο ώστε να είναι ορατό, στο τέλος του 2010, το κλείσιμο της κρίσης που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2007 με την μορφή της πιστωτικής ασφυξίας. Και μετά τι; είναι το ερώτημα που απαιτεί άμεσα απάντηση μια και τα προφανή, όπως για παράδειγμα, ένας κύκλος ρωμαλέας μεγέθυνσης του ΑΕΠ μετά την κρίση, έχουν πάψει εδώ και καιρό να θεωρούνται δεδομένα.

Ο ΟΟΣΑ την προηγούμενη εβδομάδα με ανακοίνωση του προειδοποίησε πως η πιστωτική κρίση μετουσιώνεται σε κρίση απασχόλησης προδικάζοντας για φέτος και το 2010 έκρηξη της ανεργίας, που ενδέχεται να φθάσει και το 10% στα 30 κράτη μέλη του, πλήττοντας 57 εκ. εργαζόμενους. Να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η ανεργία κινούταν στο 8,5% κι όσο για το 2010 πίσω από τον μέσο όρο του 10% κρύβονται σημαντικότατες αποκλίσεις. Στη Γερμανία και Γαλλία για παράδειγμα η ανεργία προβλέπεται να φθάσει το 11,8% και 11,3%. Στη δε Ελλάδα πολύ υψηλότερα μια και η ανεργία ξεκινούσε από πολύ υψηλότερο σημείο αφετηρίας κι έτσι ας μην εκπλαγούμε αν τη δούμε να σκαρφαλώνει στα ισπανικά επίπεδα του 18%. Πίσω από τον μηχανισμό της χρονοκαθυστέρησης που πυροδοτεί την εκτίναξη της ανεργίας κατά το ξεφούσκωμα της κρίσης κρύβονται δύο διαφορετικές διαδικασίες. Κατ’ αρχήν η καταστροφή κεφαλαίου που έστω και σιωπηρά συντελείται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς στις μέρες μας απ’ ότι συντελείται στις περισσότερο ομαλές και γραμμικές περιόδους συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, με τη μορφή κλεισίματος επιχειρήσεων και εξαγορών – συγχωνεύσεων, μειώνει τις θέσεις εργασίας και προκαλεί ανεργία. Η δεύτερη αιτία που είναι σε διαλεκτική αλληλεξάρτηση με την πρώτη σχετίζεται με τις καινοτομίες που εισάγονται στην παραγωγική διαδικασία, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, από τα τμήματα εκείνα του κεφαλαίου που έχουν τους πόρους ώστε να αντιμετωπίζουν την κρίση ως ευκαιρία κι όχι ως καταστροφή. Οι καινοτομίες αυτές όμως έχουν ως ακρογωνιαίο λίθο τους την εξοικονόμηση θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτό το νέο «αναπτυξιακό τοπίο» που θα προκύψει τελικά μετά την έξοδο από την κρίση να χρειάζεται λιγότερα εργατικά χέρια. Κάτι που έχει συμβεί κατ’ εξακολούθηση απ’ όταν ξέσπασε η κρίση του 1970.

Από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, σε όλες τις περιόδους ανόδου και καθόδου της οικονομίας, το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό προϊόν μειωνόταν σταθερά, αντανακλώντας έτσι την εδραίωση της θέσης του κεφαλαίου και την υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας στον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

 

Η δημοσιονομική κρίση αποτέλεσμα και μέσο ξεπεράσματος της γενικότερης κρίσης

 

Η ανεργία που προβλέπει ο ΟΟΣΑ δεν είναι το μοναδικό μελανό σημάδι που θα αφήσει πίσω της η οικονομική κρίση. Το σημαντικότερο είναι ότι το τέλος της κρίσης επ’ ουδενί δεν πρόκειται να σημάνει την επιστροφή ακόμη και σε εκείνους τους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ οι οποίοι παρατηρούνταν μέχρι το 2007. Στην πραγματικότητα η τρέχουσα κρίση των υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων λήγει όπως ακριβώς και η κρίση των μετοχών του ίντερνετ το 2000: χωρίς να ακολουθήσει μια περίοδο βίαιης και μαζικής εκκαθάρισης ανεπαρκών αξιοποιούμενων κεφαλαίων, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή αποδοτικότητα, με αποτέλεσμα να μην δοθεί ποτέ μια ισχυρή ώθηση στα πιο σύγχρονα και κερδοφόρα τμήματα του κεφαλαίου που θα έβαζε σε κίνηση ένα νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο κίνδυνος εργατικών εξεγέρσεων, οι αστικές τάξεις όλου του κόσμου έκλεισαν όπως – όπως το κενό που δημιουργήθηκε, δημιουργώντας όμως τους όρους για μια νέα κρίση. Η πλημμυρίδα ρευστού άλλωστε δεν αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας μόνο το 2009 και το 2000, αλλά κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου που άνοιξε από το 1970 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά η οικονομική κρίση, καθηλώνοντας έκτοτε τους ρυθμούς μεγέθυνσης και κάνοντας την εμφάνιση των κρίσεων στην χρηματοπιστωτική σφαίρα ένα γεγονός που επαναλαμβάνεται μονότονα σχεδόν, κάθε δεκαετία. Κατά συνέπεια η τρέχουσα κρίση άμεσο αποτέλεσμα της κρίσης του 2000 αλλά κυρίως του ’70, σε λίγα χρόνια θα ξαναγεννηθεί υπό τη μορφή μιας νέας κρίσης. Άστοχη λοιπόν οποιαδήποτε συζήτηση για υπέρβασή της.

Η επόμενη μέρα καθίσταται περισσότερο αβέβαιη στον βαθμό που τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν αυτή τη διετία περιορίζουν ασφυκτικά τα μέσα δράσης του αστικού κράτους προς όφελος του κεφαλαίου. Η εκτίναξη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, με πιο ακραία παραδείγματα το χρέος της Ιαπωνίας που έχει αγγίξει το 180% και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που έχει φθάσει το 12%, είναι το τίμημα που πληρώνει το κράτος για τις προσπάθειες που κατέβαλλε όλο αυτό το διάστημα ώστε να διασωθεί ο καπιταλισμός (βλέπε τα 780 δισ. δολ. που δόθηκαν στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση του Ομπάμα και τα 28 δισ. ευρώ στην Ελλάδα). Η δημοσιονομική κρίση κατά συνέπεια, δεν είναι αποτέλεσμα σπατάλης ή κακοδιαχείρισης όπως αφελώς λέγεται, αλλά πλευρά και αποτέλεσμα της γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης και ταυτόχρονα μέσο υπέρβασής της. Προοπτική επομένως ξεπεράσματος της δημοσιονομικής κρίσης όσο διαρκεί η βαθύτερη καπιταλιστική κρίση δε διαφαίνεται.

Στην Ελλάδα ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση συνέπεσε με την καθοδική πορεία του κύκλου του ελληνικού καπιταλισμού, επιταχύνοντας την ύφεση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ την τελευταία εικοσαετία. Είχαμε συγκεκριμένα: 1991: 3,1%, 1992: 0,7%, 1993: -1,6%, 1994: 2%, 1995: 2,1%, 1996: 2,4%, 1997: 3,6%, 1998: 3,4%, 1999: 3,4%, 2000: 4,5%, 2001: 4,2%, 2002: 3,4%, 2003: 5,6%, 2004: 4,9%, 2005: 2,9%, 2006: 4,5%, 2007: 4%, 2008: 2,9%, κι όσο για το τρέχον και το επόμενο έτος οι προβλέψεις δίνουν -1% και 0,1% αντίστοιχα. Ο τελευταίος λοιπόν ανοδικός κύκλος που ξεκίνησε το 1994 φαίνεται πεντακάθαρα ότι κορυφώνεται μια χρονιά πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενώ το 2004 για πρώτη φορά και το 2006 οριστικά ξεκινά η καθοδική πορεία που ολοκληρώνεται φέτος με τη μετατροπή των ρυθμών μεγέθυνσης σε αρνητικούς. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Τράπεζα της Ελλάδας την εβδομάδα που πέρασε για την μείωση των εισπράξεων από τον τουρισμό κατά 15% και των εξαγωγών κατά 20% το πρώτο οκτάμηνο του έτους, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, όπως επίσης κι η έκρηξη των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια όλης της προαναφερθείσας περιόδου και για ακόμη περισσότερο χρόνο, ενσωματώνοντας δηλαδή τις δεκαετίες ’70 και ’80 όταν οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ ακολουθούν γενικά μια κυκλική διαδρομή, με την άνοδο και την κάθοδο να εναλλάσσονται, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ ακολουθεί μια σταθερά καθοδική τροχιά. Σε αδρές γραμμές από το 1978 έως το 1983 το μερίδιο της εργασίας κινούταν μεταξύ 70% και 75%. Από το 1984 μέχρι το 1990 μειώθηκε στο 65% – 70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 62%, προς όφελος φυσικά του μεριδίου των κερδών που καλύπτει κάθε φορά το κενό που αφήνουν πίσω τους οι εργατικοί μισθοί. Το αποτέλεσμα επομένως κάθε κρίσης είναι οι δυνάμεις της εργασίας να δέχονται ένα περαιτέρω πλήγμα καθώς ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, όπως με σαφήνεια μετριέται από τη σχέση μισθών – κερδών, στρέφεται υπέρ του κεφαλαίου. Δεν περνάει απαρατήρητο επίσης το γεγονός ότι αυτή η γενική τάση αύξησης της εκμετάλλευσης δεν ανατράπηκε από την εναλλαγή στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με τις πράξεις κυρίως και τις παραλείψεις τους κι οι δύο πόλοι του δικομματισμού υπηρέτησαν πιστά τη ρεβάνς που πήρε το κεφάλαιο βαθαίνοντας τη στρατηγική ήττα των δυνάμεων της εργασίας βοηθώντας στην εδραίωση της ηγεμονίας του.

Η θέση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι στην πραγματικότητα ακόμη χειρότερη, απ’ αυτή που φαίνεται στη διανομή. Γιατί, συνυπολογίζοντας και την αναδιανομή εισέρχονται στην εξέταση δύο επιπλέον μεταβολές. Η πρώτη αφορά την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους και η δεύτερη μεταβολή που διαχρονικά σηματοδοτεί την επιδείνωση της θέσης τους σχετίζεται με την υποβάθμιση του κοινωνικού μισθού, στο βαθμό που μια σειρά δημόσιες κατ’ όνομα υπηρεσίες, υγειονομικής περίθαλψης για παράδειγμα, παύουν να παρέχονται δωρεάν.

Άμεσο αποτέλεσμα της πόλωσης που καταγράφεται στην πρωταρχική διανομή του εισοδήματος και του ελάχιστα ευεργετικού ρόλου της αναδιανομής είναι τα πρωτεία που κατέχει η Ελλάδα στην εισοδηματική ανισότητα με το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων να είναι 6 φορές μεγαλύτερο του εισοδήματος του 20% των λιγότερο εύπορων. Μεγαλύτερη πόλωση και αδικία στην ΕΕ των 25 παρατηρείται μόνο στην Πορτογαλία, τη Ρουμανία και τη Λετονία!

Το παζλ των δημόσιων οικονομικών συμπληρώνεται από δύο ακόμη πλευρές που πρέπει να προστεθούν στη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών βαρών για τους εργαζόμενους. Πρόκειται για την μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο και την γενναία, εκρηκτική αύξηση των χρηματοδοτήσεων πάλι προς το κεφάλαιο. Αυτές οι τέσσερις πλευρές ορίζουν επακριβώς το σύγχρονο δημοσιονομικό πρόβλημα στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς αν κι όχι με την ίδια ένταση. Υποδηλώνουν ταυτόχρονα ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας είναι ευθεία συνάρτηση του βάθους της κρίσης και του ενεργού ρόλου που αναλαμβάνει το κράτος για την υπέρβασή της προς όφελος του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαία η χρονική σύμπτωση της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζομένων με τα αλλεπάλληλα φορολογικά μέτρα του τελευταίου χρόνου, με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 6% όπως παραδέχθηκε κι ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπαθανασίου, την εβδομάδα που πέρασε και τη χορήγηση των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες. Από τα παραπάνω φαίνεται επίσης ότι καμιά φορολογική αφαίμαξη, όσο βάρβαρη κι αν είναι, δεν μπορεί να κλείσει τα αβυσσαλέα κενά που αφήνουν πίσω τους οι χορηγίες προς το κεφάλαιο κι η επίσημη φοροαπαλλαγή του.

Αύξηση των μισθών, μείωση των κερδών

ΟΙ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΥΦΕΣΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης κι επίσης του σοκ που προκάλεσαν οι πρωθυπουργικές δηλώσεις για πάγωμα των μισθών, οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη εβδομάδα για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό συγκέντρωσαν την κριτική της κυβέρνησης. Βασικό επιχείρημα της «οικονομικής ορθοδοξίας» ήταν πως η οικονομία δεν αντέχει αυξήσεις κι ακόμη κι αυτές οι οριακές αυξήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα την ύφεση μια και θα μειώσουν τα κέρδη, αποτρέποντας την πραγματοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.

Η πραγματικότητα είναι πως οι αυξήσεις στους μισθούς δεν σημαίνουν μείωση των επενδύσεων.

Κατ’ αρχήν αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό ενδέχεται να μη σημαίνουν ούτε καν αύξηση της τάξης των 25 λεπτών του ευρώ ημερησίως. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2009, όπως αναφέρονται στο Οικονομικό Δελτίο της Άλφα Μπανκ του μηνός Ιουλίου, είναι ότι θα κινηθεί στο 1,2%. Ο εναρμονισμένος δε πανευρωπαϊκός, λόγω του ότι πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν εμφανίσει αποπληθωρισμό, αρνητική δηλαδή εξέλιξη του δείκτη τιμών, θα είναι ακόμη μικρότερος για το έτος, μεταξύ 0,1% και 0,7%, σύμφωνα με προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που διατυπώθηκαν τον Μάρτη. Κατά συνέπεια οι «αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό» ενδέχεται να σημαίνουν κι αυξήσεις της τάξης του 0,9%! Δηλαδή, ψίχουλα!

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι υπάρχει δυνατότητα αύξησης των πάγιων επενδύσεων, όπως φαίνεται από τη σημαντική μείωσή τους τα τελευταία χρόνια, παρότι το μερίδιο των κερδών στο εισόδημα, όπως προείπαμε, αυξάνεται σταθερά. Ειδικότερα, με βάση στοιχεία που δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ και προέρχονται από την ΕΕ, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου από 23% του ΑΕΠ που ήταν το 2003, για φέτος και το 2010 προβλέπεται να μειωθούν στο 15%! Ο όγκος δε των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου μειώθηκε για πρώτη φορά το 2008 – κατά το ξέσπασμα δηλαδή της κρίσης, αφήνοντας ανοιχτό έτσι το ενδεχόμενο η μείωσή τους να συντέλεσε στην εμβάθυνση της κρίσης – ενώ η μείωση που αναμένεται να καταγράψουν την τριετία 2008-2010 θα είναι μεγαλύτερη της τριετίας 1992-1994, όταν και πάλι είχε παρατηρηθεί μείωση των επενδύσεων. Οι καθαρές δε επενδύσεις, από 14% που ήταν το 2002, το 2010 αναμένεται να φθάσουν το 7,5%! Ο κίνδυνος λοιπόν τον οποίο επικαλείται η ΝΔ έχει ήδη συντελεστεί, όχι όμως ως αποτέλεσμα της αύξησης των εργατικών μισθών, αλλά της βούλησης της αστικής τάξης να αποθησαυρίσει τα κέρδη. Επομένως ακόμη και μια γενναία αύξηση των μισθών κι όχι αυτή που εξήγγειλε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που θα διασφαλίζει τον εργατικό μισθό από τον πραγματικό πληθωρισμό που ειδικά για τους εργαζόμενους είναι πολλαπλάσιος του επίσημου, η οποία όμως θα μειώνει τα κέρδη αντιστρέφοντας έτσι την χρόνια τάση μείωσης του μεριδίου των μισθών μπορεί να αφήσει άθικτες τις επενδύσεις, να μην δυναμιτίσει δηλαδή τη μελλοντική δυνατότητα επέκτασης του προϊόντος. Μόνο που για να γίνει αυτό, αν κάτι απαιτείται είναι ένα αγωνιστικό πρόγραμμα ταξικών διεκδικήσεων που σε βάθος χρόνου θα ανατρέψει την επίσημη πολιτική μισθών. Όχι μόνο αυτή που υπόσχεται ο Καραμανλής ο Δεύτερος αλλά κι αυτή που προσφέρει ως το μικρότερο κακό ο Παπανδρέου ο Τρίτος.

ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΑΣΟΚ

Αντιφάσεις και κενά

ΑΘΙΚΤΟΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΝΔ

Οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό και έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης μπορεί να ακούστηκαν ως φιλολαϊκές συγκρινόμενες με την οικονομική χούντα που εξήγγειλε ο Καραμανλής, επ ουδενί ωστόσο δεν συνιστούν ανατροπή της γενικότερης, διαχρονικής τάσης μείωσης του μεριδίου των μισθών στο σύνολο των προϊόντος. Χώρια, που σε μια σειρά σημεία προαναγγέλλουν τη συνέχιση και θωράκιση της σημερινής πολιτικής. Κάτι που γίνεται πιο εμφανές στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, όπου δεν προαναγγέλλεται καμιά επιστροφή ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης (ΟΤΕ, Ολυμπιακή, Λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, κ.α.) στο δημόσιο. Ειδικότερα:

Η εξαγγελία του Γ. Παπανδρέου για μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μη διαμενόμενα κέρδη των επιχειρήσεων, ως μέτρο ενθάρρυνσης των παραγωγικών επενδύσεων, ανεξαρτήτως των κινήτρων της δεν παύει να μειώνει ακόμη παραπέρα τη φορολογία των επιχειρήσεων, διευκολύνοντας τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, εις βάρος των δημοσίων εσόδων. Δεδομένου μάλιστα ότι άλλα φιλοεπιχειρηματικά φορολογικά μέτρα, όπως η μείωση των συντελεστών φορολόγησης που είχε εξαγγείλει ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004 δεν πρόκειται να καταργηθούν, γίνεται αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ, με μοναδική εξαίρεση τους φόρους ακίνητης περιουσίας δεν πρόκειται να θίξει το ισχύον πλαίσιο.

Δεύτερο, επαναφέροντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την πρόταση που είχε κάνει από το Λαύριο το 2004, για «γενναίο πρόγραμμα επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών των νέων για 4 χρόνια», ασχέτως του γεγονότος ότι από τότε μεσολάβησε μια εξέγερση στη Γαλλία εναντίον αυτού ακριβώς του μέτρου, ετοιμάζεται να δημιουργήσει νέες αδικίες και αντιθέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα κι ευρύτερα την αγορά εργασίας. Μεγάλος ωφελημένος σε κάθε περίπτωση θα είναι η εργοδοσία που θα δει τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις να μειώνονται δραματικά. Το μέτρο αυτό πιθανά θα περιληφθεί στο νέο ασφαλιστικό που υποσχέθηκε να φέρει το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται επίσης κι η βασική σύνταξη. Μέτρο, που αποτελεί προϋπόθεση για την τριχοτόμηση του ασφαλιστικού συστήματος, κατά τις υποδείξεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Τη δική της σημασία έχει επίσης η υπαναχώρηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ σ’ ότι αφορά την εξαγγελία του πέρυσι, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για το αντιασφαλιστικό, ότι θα αποσύρει το νόμο της… επάρατης. Από τη Θεσσαλονίκη τίποτε σχετικό δεν επανέλαβε, παρότι εξήγγειλε την ακύρωση άλλων νόμων, όπως για το χωροταξικό.

Τρίτο, εξαγγέλλοντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, έστω και «μετά από κοινωνικό διάλογο», στην πράξη ολοκληρώνει ότι αφήνει στη μέση η ΝΔ, δημιουργώντας νέα πεδία δράσης για το κεφάλαιο σε κλάδους και υπηρεσίες που προστατεύονταν μέχρι πρόσφατα από παρωχημένες συντεχνιακές ρυθμίσεις.

Κατά τέταρτο πολλά μέτρα έχουν εν πολλοίς δημαγωγικό χαρακτήρα. Πως για παράδειγμα «θα παγώσουν οι δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που πλήττονται από την κρίση» όταν για κάτι τέτοιο απαιτείται να εισέλθει στα άδυτα των αδύτων του ιδιωτικού τομέα; Πως θα τις υποχρεώσει; Πως επίσης θα «αυστηροποιήσει» το πλαίσιο δράσης των εξωχώριων εταιρειών, όταν ο έλεγχός τους έχει αποδειχθεί ανέφικτος ακόμη και για ισχυρά κράτη, όπως το γερμανικό;

Με βάση τα παραπάνω, η μοναδική δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, είναι η ανάπτυξη ανεξάρτητων, ταξικών, εργατικών αγώνων. Η ισχυροποίηση δε του μετωπικού σχήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις προσεχείς εκλογές θα συμβάλλει τα μέγιστα σε αυτή την κατεύθυνση στο βαθμό που θα αναβαθμίσει σε πολιτικό επίπεδο τις ανατρεπτικές, επαναστατικές τάσεις.

Μια κρίση που αλλάζει το πρόσωπο του καπιταλισμού (Τετράδια, Άνοιξη-Καλοκαίρι 09)

Ενώπιον μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης δομικού χαρακτήρα, που θα αλλάξει δραματικά την μορφή του σύγχρονου καπιταλισμού βρίσκονται όλες οι χώρες του πλανήτη από την άνοιξη του 2007. Εδώ και δύο χρόνια, αφού οι πρώτες προβλέψεις που προδίκαζαν μια πρόσκαιρη καθοδική πορεία κυκλικού χαρακτήρα διαψεύστηκαν, η μια αρνητική πρόβλεψη είναι χειρότερη από την άλλη.

Τα τελευταία ζοφερά στοιχεία προήλθαν από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και δημοσιεύτηκαν στις 30 Μαρτίου[1] προβλέποντας ότι το ΑΕΠ των ανεπτυγμένων χωρών για το τρέχον έτος θα συρρικνωθεί κατά 4,3% – γεγονός χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο – ενώ το 2010 θα υπάρξει στασιμότητα. Ούτε καν δηλαδή οριακή άνοδος του ΑΕΠ δεν αναμένεται. Πολύ πιο σοβαρά θα πληγούν δε οι χώρες με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, που τα προηγούμενα χρόνια επωφελήθηκαν τα μέγιστα από την μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται η δεύτερη σε μέγεθος οικονομία του κόσμου, η Ιαπωνία, που τον Φεβρουάριο είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται κατά 49%, αλλά και η Γερμανία που προβλέψεις από την τράπεζα Commerzbank θέλουν το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται κατά 7%! Με βάση προβλέψεις του ΟΟΣΑ πάλι, που στους κόλπους περιλαμβάνει του 30 χώρες, τον επόμενο χρόνο, το 2010, προβλέπεται επίσης εκρηκτική άνοδος της ανεργίας που από 6% κατά μέσο όρο το 2008 θα φτάσει το 10%. Τουλάχιστον 1 στους 10 εργαζόμενους στις ανεπτυγμένες χώρες θα χάσει τη δουλειά του, κι αυτό «πρακτικά χωρίς καμία εξαίρεση», δήλωσε εκπρόσωπος του οργανισμού που έκανε λόγο για «25 περίπου εκ. άτομα, μακράν η μεγαλύτερη και πιο ταχεία αύξηση της ανεργίας στον ΟΟΣΑ κατά την μεταπολεμική περίοδο».

Πλάι στην διόγκωση γνωστών και χρόνιων προβλημάτων, όπως η ανεργία, στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης κάνουν την απειλητική εμφάνισή τους κι άλλα που περιορίζουν ασφυκτικά το πλαίσιο άσκησης αντικυκλικής πολιτικής, όπως είναι ο αποπληθωρισμός που αποτέλεσε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την Ιαπωνία αφότου διέβη τον Ρουβικώνα της ύφεσης. Έτσι, η πτώση του επιπέδου τιμών σε ετήσια βάση κατά 0,1% στην Ισπανία τον Μάρτιο έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, στο βαθμό που το φαινόμενο ενδέχεται να προσλάβει απειλητικές και γενικευμένες διαστάσεις. Οι κίνδυνοι υπογραμμίζονται και από την πτώση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη κατά τον Μάρτιο στο 0,6%, σε ετήσια βάση, επίπεδο ρεκόρ από το 1996 όταν ξεκίνησε να μετριέται ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη διαδραματίζουν τα μηδενικά επιτόκια που είναι ήδη γεγονός στις ΗΠΑ και την Αγγλία (0-0,25% και 0,5% αντίστοιχα). Στη δε ευρωζώνη, μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την Πέμπτη 2 Μαρτίου που ήταν η έκτη σχετική απόφαση από τον Οκτώβρη του 2008 όταν το επιτόκιο του ευρώ βρισκόταν στο 4,25% να μειώσει το επιτόκιο στο 1,25% – επίπεδο ρεκόρ από τη δημιουργία του ευρώ – και τη διαφαινόμενη ως βέβαιη απόφαση περαιτέρω μείωσης τον Ιούνιο τουλάχιστον στο 1%, θεωρείται θέμα χρόνου το πέρασμα στη ζώνη των μηδενικών ονομαστικών επιτοκίων.

Το ενδεχόμενο εμφάνισης αποπληθωρισμού δεν αποτελεί τεχνικό θέμα, όσο κι αν οι συνέπειές του στο επίπεδο ζωής των εργαζομένων δεν είναι τόσο άμεσες. Αλλά, υπογραμμίζει τους αυξημένους κινδύνους που εμφανίζονται ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστεί η κρίση, όπως η πτώση των επιτοκίων, να μετατραπούν σε μπούμερανγκ.

Για να επισημανθεί ο ανεξίτηλος τρόπος με τον οποίο η τρέχουσα κρίση θα σημαδέψει τις μελλοντικές εξελίξεις και την ταξική πάλη είναι χρήσιμο να σταθούμε στα συμπεράσματα από μια συγκριτική μελέτη[2] των συνεπειών ορισμένων πρόσφατων κρίσεων. Προς διάψευση λοιπόν της υποτίμησης των συνεπειών, επισημαίνεται γενικά ότι η επόμενη μέρα των οικονομικών κρίσεων σφραγίζεται από τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, τη παρατεταμένη χρονικά και βαθιά κατάρρευση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Οι τιμές των κατοικιών έτσι κατέγραψαν πτώση της τάξης του 35% η οποία κράτησε 6 ολόκληρα χρόνια, ενώ η πτώση των τιμών των μετοχών κυμάνθηκε γύρω στο 55% και διήρκεσε 3,5 χρόνια. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η σοβαρή μείωση της παραγωγής και του επιπέδου απασχόλησης. Η ανεργία αυξάνεται κατά μέσο όρο κατά 7% διαρκώντας 5 χρόνια. Οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικά δε χώρες εμφανίζουν μεγαλύτερη δυστοκία να μειώσουν την ανεργία. Η παραγωγή για μια περίοδο 2 ετών πέφτει από το ανώτερο σημείο της κατά 9%. Συνέπεια αυτών είναι η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 9% η οποία διαρκεί σχεδόν 2 χρόνια. Τρίτο, η πραγματική αξία του δημόσιου χρέους οδηγείται σε έκρηξη καθώς αυξάνει κατά 86%! Η σημαντικότερη μάλιστα αιτία αυτής της ανόδου δεν είναι οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναπλήρωση του κεφαλαίου των τραπεζών που έχει διαβρωθεί λόγω των «κακών δανείων» ή τη διάσωσή τους, αλλά η κατάρρευση των φορολογικών εσόδων και οι φιλόδοξες κρατικές χρηματοδοτήσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας. Το πιο ανησυχητικό δε απ’ όλα είναι το γεγονός ότι η τρέχουσα κρίση μέχρι στιγμής – ακόμη δηλαδή κι αν αύριο ανακάμψει η οικονομία κάτι που είναι αδύνατο – είναι πολύ πιο βαθιά, δομικού χαρακτήρα, από τις 18 τραπεζικές κρίσεις που σημάδεψαν την μεταπολεμική εποχή κι ειδικότερα τις 5 μεγάλες (Ισπανία 1977, Νορβηγία 1987, Φινλανδία 1991, Σουηδία 1991 και Ιαπωνία 1992) μαζί με ορισμένες ακόμη που παρατηρήθηκαν σε αναδυόμενες καπιταλιστικές αγορές (ασιατική κρίση 1997 – 1998: Χονγκ Κονγκ, Ινδονησία, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη), Κολομβία 1998 και Αργεντινή 2001. Είναι αυτές ακριβώς οι κρίσεις που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για το εν λόγω επιστημονικό άρθρο. Καθόλου τυχαίο έτσι δεν είναι το γεγονός ότι στην Ισλανδία και την Αυστρία η πτώση των τιμών των μετοχών την τελευταία διετία είναι κατά πολύ ανώτερη του παραπάνω μέσου όρου. Φαίνεται επομένως ότι πρόκειται για μια διαδικασία η οποία θα εξελιχθεί σε βάθος χρόνου, με ασυνήθιστα δραματικές συνέπειες στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Το μέτρο που ενστικτωδώς υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου για να μετριάσουν τις συνέπειες της κρίσης αφορούσε αρχικά χρηματοδοτικά προγράμματα – μαμούθ με στόχο την αναπλήρωση κεφαλαίου όσων τραπεζών είχαν εκτεθεί σε «τοξικά ομόλογα» της αμερικανικής αγοράς κτηματικής πίστης. Στήθηκε έτσι ένας χορός δισεκατομμυρίων πραγματική πρόκληση για τους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους που έβλεπαν επί χρόνια κάθε αίτημά τους για αυξήσεις να απορρίπτεται με την επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο[3] και μένοντας μόνο σε Ευρώπη και ΗΠΑ οι Ηνωμένες Πολιτείες ξόδεψαν 195,1 δισ. ευρώ (Citigroup 46.522 εκ. ευρώ, Bank of America 34.891, AIG 31.014, Wells Fargo 19.384, JP Morgan Chase 19.384, Fannie Mae 11.785, Freddie Mac 10.700, Morgan Stanley 7.753, Goldman Sachs 7.753 και PNC Financial Services 5.876), η Αγγλία 44 δισ. (Royal Bank of Scotland 21.775 εκ. ευρώ, HBOS 12.509, Lloyds 5.982 και Northern Rock 3.698), η Ολλανδία 16,3 δισ. (ING 10.000 εκ. ευρώ, Fortis 4.000 και Aegon 2.326), η Δανία 503 εκ. (Roskilde Bank), το Βέλγιο 12,2 δισ. (KBC 5.500 εκ. ευρώ, Fortis 4.700 και Dexia 2.000), η Γαλλία 8,2 δισ. (Credit Agricole 3.000 εκ. ευρώ, BNP Paribas 2.550, Societe Generale 1.700 και Dexia 1.000), η Ελβετία 3,9 δισ. (UBS) και η Γερμανία 27 δισ. ευρώ (Commerzbank 18.200 εκ. ευρώ, Bayerische Landesbank 14.800, West LB 5.000 και ΙKB 2.300)!

Οι πακτωλοί χρημάτων που απελευθερώθηκαν εν μία νυκτί με την επίκληση του στόχου αποτροπής του κινδύνου μιας συστημικής κατάρρευσης, όπως αυτής που προκλήθηκε το 1930 κι απειλήθηκε στις 15 Σεπτέμβρη 2008 με τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, έδειξαν ότι η χρόνια λιτότητα και η πολιτική μείωσης των μισθών που ακολουθήθηκε στην Ευρώπη όλα τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης δεν ήταν μονόδρομος. Χρήματα με τα οποία θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική πολιτική υπήρχαν! Εφικτή επίσης αποδεικνύεται πως είναι ακόμη και τώρα μια πολιτική ανακούφισης των εργαζομένων από τις συνέπειες της κρίσης. Για παράδειγμα, γιατί όλα αυτά τα δισ. να μην είχαν δοθεί για να εξαγορασθούν από το κράτος τα σπίτια που έβγαιναν στον πλειστηριασμό στις ΗΠΑ κι όλο αυτό το απόθεμα κατοικιών στη συνέχεια να αποτελούσε κρατική περιουσία που να δινόταν σε χαμηλόμισθους και ανέργους στο πλαίσιο μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής στήριξης της εργατικής κατοικίας; Με αυτό τον τρόπο μάλιστα θα σωζόντουσαν κι οι τράπεζες που θα εισέπρατταν από το κράτος τα ληξιπρόθεσμα δάνεια, ενώ δεν θα έβγαιναν στο δρόμο τουλάχιστον 2,5 εκ. νοικοκυριά, όπως συνέβη στις ΗΠΑ αποχαιρετώντας μια για πάντα το όνειρο απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας κι οδηγώντας το κοινωνικό ζήτημα σε νέα όξυνση…

Σε μια κατεύθυνση διαμετρικά αντίθετη τέτοιων μέτρων που θα ανακούφιζαν τους εργαζόμενους, αυτό που συντελείται σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους μήνες επάνω στην κινούμενη άμμο της κρίσης είναι μια προσπάθεια μεταφοράς όλου του κόστους για την επίλυσή της στις πλάτες των εργαζομένων. Από την Ελλάδα και τις ΗΠΑ μέχρι την Ασία, αστικές κυβερνήσεις και κεφάλαιο επιχειρούν να θωρακίσουν τα κέρδη, μειώνοντας τους μισθούς και καταργώντας ιστορικές κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν παρατηρούνται δύο εξελίξεις.

Η πρώτη έχει ως επίκεντρο το αστικό κράτος και αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης.

Οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις για την επιδότηση του κεφαλαίου και τη διάσωση των τραπεζών, όπως συνέβη και στην Ελλάδα με τα 28 δισ. που έδωσε η κυβέρνηση της ΝΔ στους τραπεζίτες, δημιουργούν τους όρους ώστε η χρόνια δημοσιονομική κρίση να οδηγηθεί σε παροξυσμό. Έτσι αν η δημοσιονομική κρίση του κράτους έλκυε μέχρι τώρα την καταγωγή της από την δομική κρίση του 1970 – μετάσταση και υποτροπή της οποίας είναι και η τρέχουσα κρίση – τους έξι τελευταίους μήνες δημιουργούνται οι όροι για μια νέα έκρηξη της. Το εύφλεκτο υλικό της θα αποτελείται από τα πακέτα διάσωσης που χορηγούν οι κυβερνήσεις προς το κεφάλαιο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στην Ελλάδα για παράδειγμα, όπου υφίστανται και μια χρόνια δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων δυσκολιών της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στο χώρο των δημόσιων οικονομικών έκανε την εμφάνισή της πρώτη φορά η κρίση πριν εκδηλωθεί στο χώρο του παραγωγικού κεφαλαίου. Η ευκολία δε με την οποία η κυβέρνηση «στοχοποίησε» τους δημόσιους υπάλληλους και τους συνταξιούχους με την μηδενική εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομίας Γ. Παπαθανασίου δείχνει τον στρατηγικό ρόλο που αποκτά το κράτος για την υπέρβαση της κρίσης και ταυτόχρονα την κατεύθυνση από την οποία θα αντληθούν οι αναγκαίοι πόροι γι αυτή την υπέρβαση.

Στις ΗΠΑ ο ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα να διαθέσει 500 δισ. δολ. για τη διάσωση των τραπεζών τον Μάρτιο, μέσω της δημιουργίας κοινών επιχειρηματικών σχημάτων του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα επικρίθηκε σφοδρά ακόμη κι από οικονομολόγους που εντάσσονται στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, όπως για παράδειγμα ο οικονομολόγος Τζόζεφ Στίκλιτς[4] που έγραψε σχετικά: «Αυτό που κάνει η κυβέρνηση Ομπάμα είναι πολύ χειρότερο από εθνικοποίηση. Είναι ένα κακέκτυπο καπιταλισμού, η ιδιωτικοποίηση των κερδών και η κοινωνικοποίηση των ζημιών. Είναι μια “σύμπραξη” στην οποία ο ένας συνέταιρος κλέβει τον άλλο. Και τέτοιες συμπράξεις – με τον ιδιωτικό τομέα να έχει τον έλεγχο – έχουν ανορθολογικά κίνητρα, ακόμη χειρότερα κι από εκείνα που μας οδήγησαν στην καταστροφή. Ήδη υποφέρουμε από μια κρίση εμπιστοσύνης. Όταν γίνει εμφανές το υψηλό κόστος του κυβερνητικού σχεδίου, η εμπιστοσύνη θα διαβρωθεί περαιτέρω. Σε εκείνο το σημείο, το έργο της νεκρανάστασης της οικονομίας θα είναι ακόμη πιο επώδυνο»!

Η ευκολία με την οποία όμως οι αστικές κυβερνήσεις ανακοινώνουν το ένα πακέτο χρηματοδοτικής ενίσχυσης μετά το άλλο δεν οξύνει μόνο το κοινωνικό ζήτημα στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, στο βαθμό που τέτοιες λύσεις ενισχύουν τη θέση της αστικής τάξης εις βάρος των δυνάμεων της εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και νέου τύπου ανισορροπίες σε διεθνές επίπεδο. Πρωταγωνιστές είναι το δίδυμο Ομπάμα – Μπράουν που ηγούνται παγκοσμίως του ράλι αφειδώλευτης χρηματοδότησης του κεφαλαίου. Για να μπορέσουν όμως να χρηματοδοτήσουν αυτά τα ανοίγματα έχουν επιδοθεί σε μια παράλληλη κούρσα «μέτρων διευκόλυνσης», όπως διακριτικά αποκαλείται η εκτύπωση χρήματος από τις κεντρικές τους τράπεζες. Έτσι τους τελευταίους μήνες και με απώτερο σκοπό να αγοράσουν τα ομόλογα που εκδίδουν οι ίδιες οι κυβερνήσεις[5] οι ΗΠΑ έχουν εκτυπώσει δολάρια αξίας μεγαλύτερης του 1 τρισ. δολ. και η Αγγλία βρετανικές λίρες που υπερβαίνουν τα 75 δισ. (107,3 δισ. δολ.)! Ως αποτέλεσμα στην αγορά των επιτοκίων τα στοιχήματα για σοβαρή άνοδο του πληθωρισμού στις ΗΠΑ και την Αγγλία κατά το προσεχές μέλλον έχουν πάρει φωτιά, ενώ όσοι έχουν ήδη συμφέροντα επάνω στο δολάριο έχουν πάρει τ’ όπλο τους. Και πρώτη απ’ όλους η κυβέρνηση της Κίνας που διατηρεί τα μεγαλύτερα δολαριακά αποθέματα εκτός ΗΠΑ, αξίας ανώτερης του 1 τρισ. δολαρίων. Η αντίδραση επομένως του κινέζου πρωθυπουργού στην πλημμυρίδα ρευστού του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος στις παραμονές της συνεδρίασης του G20 έφτασε να ζητήσει να πάψει το δολάριο να έχει την θέση που διατηρεί σήμερα στις διεθνείς συναλλαγές και τα νομισματικά αποθέματα ήταν πέρα για πέρα δικαιολογημένη κι ως κίνητρο είχε τη διαφύλαξη της αξίας αυτών των αποθεμάτων. Μαζί με την Κίνα αντέδρασε κι η Γερμανία μέσω του υπουργού Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος προειδοποίησε[6] ότι «τα νέα χρηματοδοτούμενα από χρέη προγράμματα υποστήριξης της οικονομίας θα συνθλίψουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς, θα καταστρέψουν την αξία των νομισμάτων και θα θέσουν τις βάσεις για την επόμενη κρίση». Παρατηρήσεις εύστοχες, όσο κι αν διατυπώνονται για να δικαιολογήσουν μια σφιχτή δημοσιονομική πολιτική, μηδενικών ελλειμμάτων.

Η τεράστια ζήτηση ρευστού από τις ΗΠΑ και την Αγγλία δυσχεραίνει παράλληλα αφάνταστα και τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων των υπόλοιπων χωρών του κόσμου στο βαθμό που οι όροι υπό τους οποίους ζητάει χρήμα το αμερικανικό δημόσιο είναι κατά πολύ ευνοϊκότεροι αυτών που ζητούν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για παράδειγμα. Επίσης η βεβαιότητα που προσφέρει το αμερικανικό δημόσιο, ακόμη και τώρα, που η εκτύπωση νέου χρήματος γεννάει με μαθηματική βεβαιότητα πληθωρισμό, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν που προσφέρει κάθε άλλο κράτος. Κατ’ επέκταση και η κοινωνικά επώδυνη[7] εκτίναξη του επιτοκίου με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, μπορεί μεταξύ άλλων να θεωρηθεί κι αποτέλεσμα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης που στην έναρξη της είχε την απότομη αύξησης της ζήτησης ρευστού από τις ιμπεριαλιστικές χώρες για να σώσουν τις τράπεζές τους. Πολύ πιο ακριβά ωστόσο πλήρωσαν την αμερικανική πολιτική άλλες χώρες που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των συνθηκών αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο ΔΝΤ. «Τα νομίσματα βυθίζονται από το Μεξικό μέχρι την Μαλαισία καθώς δανειστές κι επενδυτές αποσύρουν τα χρήματά τους για να τα παρκάρουν στα ομόλογα του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών. Το Πακιστάν, η Ισλανδία, η Τουρκία και το Ελ Σαλβαδόρ με αρκετές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη ζητήσει τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να πληρώσουν τους διεθνείς πιστωτές τους»[8].

          Μια επιπλέον παράπλευρη συνέπεια του άτυπου πλειοδοτικού διαγωνισμού που έχει στηθεί στη Δύση για την εύρεση ρευστού είναι η χρηματοδοτική ξηρασία που πλήττει το Νότο και ειδικότερα τις υπανάπτυκτες χώρες. «Στην πραγματικότητα όλες οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα», δήλωνε πρόσφατα[9] στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επισημαίνοντας ακόμη πως «αυτό είναι το τρίτο κύμα της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η ροή ιδιωτικού κεφαλαίου στις αναδυόμενες αγορές έχει στεγνώσει». Με βάση εκτιμήσεις του διεθνούς μισητού ιμπεριαλιστικού οργανισμού οι ροές κεφαλαίου προς τις αποκαλούμενες αναδυόμενες αγορές από 928 δισ. δολ. το 2007, μειώθηκαν στα 466 τον προηγούμενο χρόνο και φέτος εκτιμάται ότι θα πέσουν στα 165 δισ. δολ. Καθόλου τυχαία επομένως δεν είναι η προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας ότι φέτος οι άνθρωποι που ζουν με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα θ’ αυξηθούν κατά 50 εκ.!

          Τα μέτρα διάσωσης που εφαρμόζουν επομένως οι ΗΠΑ οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς βελτιώνουν τη θέση τους, εις βάρος άλλων χωρών που καταποντίζονται.

          Στο εσωτερικό τώρα των χωρών, εδώ και λίγους μήνες βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστια επιχείρηση καθαρής μείωσης των εργατικών μισθών και βίαιης ανατροπής των εργασιακών σχέσεων. Αστική τάξη και κράτος το επιτυγχάνουν θέτοντας στους εργαζόμενους το δίλημμα απολύσεις ή μοίρασμα της εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων (που με εκπληκτική ομοιομορφία εφαρμόζονται από την κοιτίδα της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Ντιτρόιτ, μέχρι την Αγγλία και τα εργοστάσια της Βοιωτίας) είναι να πάψουν πλέον τα όρια μεταξύ εργαζομένων και ανέργων να είναι τόσο ευδιάκριτα, ενώ τα μόνα σαφώς οριοθετημένα θα είναι τα κέρδη του κεφαλαίου που θα μείνουν στο απυρόβλητο, καθώς το κόστος της κρίσης θα μεταφέρεται ακέραιο στους εργαζόμενους. Αυτή ακριβώς είναι και η δεύτερη εξέλιξη, που σε συγκερασμό με τον Κεϋνσιανισμό για τους πλουσίους σκιαγραφεί τις κυρίαρχες πολιτικές για την υπέρβαση της κρίσης από την μεριά του κεφαλαίου.

Η επιμονή του κεφαλαίου να αναζητά την υπέρβαση της κρίσης στο χώρο της παραγωγής, εκεί που δημιουργούνται οι νέες αξίες επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η κρίση δεν είναι κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν είναι κρίση ρευστότητας, ούτε κρίση εμπιστοσύνης, όσο κι αν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές εμφανίζεται ως τέτοια. Πριν απ’ όλα είναι κρίση πτώσης του ποσοστού κέρδους, όπως ορίστηκε από τον Κ. Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, που φέρνει στην επιφάνεια την σύγκρουση των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις και τον βαθιά οπισθοδρομικό χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, καθώς όρος επιβίωσής τους είναι ο ακρωτηριασμός των σύγχρονων, κοσμογονικών δυνατοτήτων που γεννάει η εποχή μας, επιτρέποντας την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους δεσμά[10].

Τέλος, σημείο αισιοδοξίας που μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η τρέχουσα κρίση μπορεί να σηματοδοτήσει την αντεπίθεση των δυνάμεων της εργασίας και των πολιτικών εκείνων δυνάμεων που αναφέρονται στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας είναι ο μαχητικός κοινωνικός ριζοσπαστισμός που γεννιέται: από την εξέγερση του Δεκέμβρη στην Ελλάδα μέχρι τις ομηρίες διευθυντικών στελεχών από οργισμένους εργάτες στη Γαλλία.


[1] Financial Times, 31 Μαρτίου 2009.

[2] Reinhart Carmen M., Kenneth S. Rogoff, «The aftermath of financial crises», Paper prepared for presentation at the American Economic Association meeting in San Francisco, 3 Ιανουαρίου 2009.

[3] El Pais, 15 Mαρτίου 2009.

[4] New York Times, Obama’s ersatz capitalism, 2 Απρίλη 2009.

[5] Wall Street Journal, A dangerous lure: inflation curbs debt, 30 Μαρτίου 2009.

[6] Spiegel Online, A summit at the abyss – Can the G 20 save the world?, 30 Μαρτίου 2009.

[7] «Το επιπλέον ετήσιο κόστος για τους τόκους από τον μέχρι στιγμής δανεισμό λόγω της ανόδου της διαφοράς των ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με τα γερμανικά ξεπερνούν τα 900 εκ. ευρώ. Ακόμη και σε σχέση με την Ιταλία, με την οποία δανειζόμασταν περίπου στα ίδια επίπεδα μέχρι πριν λίγους μήνες, θα επιβαρυνθούμε περίπου 520 εκ. ευρώ παραπάνω για τα ίδια ποσά δανεισμού… Με τα 520 εκ. ευρώ που πληρώνουμε επιπλέον σε σχέση με την Ιταλία θα μπορούσε να αυξηθεί το επίδομα ανεργίας από το 55% του βασικού μισθού που είναι σήμερα στο 70%… και να ενισχυθεί με επιπλέον 160 εκ. ευρώ το Ταμείο κατά της Φτώχειας για δράσεις ανακούφισης συμπολιτών μας με ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα», Ενημερωτικό σημείωμα από τον τομέα Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, 1 Απριλίου 2009.

[8] International Herald Tribune, Averting a catastrophe in the developing world, 6 Μαρτίου 2009.

[9] International Herald Tribune, Crisis sends dollars flowing back to U.S., 9 Μαρτίου 2009.

[10] «Η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων σε κάποιο σημείο της ιστορίας κάθε τρόπου παραγωγής εξακολουθεί να είναι η αντικειμενική βάση στην οποία οφείλουν να εδράζονται οι προσπάθειες για την υπέρβαση του συστήματος» (Θανάσης Μανιάτης, Κρίση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας; Περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο: Για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, Αθήνα 2009).

Η οικονομική κρίση είναι εδώ (Πριν, 6 Ιούλη 2008)

Ισπανία, Αγγλία, Δανία και Ιρλανδία μετά τις ΗΠΑ

ΠΛΗΤΤΕΤΑΙ Η ΕΕ

Ελαφρά ασυνήθιστος ήταν ο τίτλος της ισπανικής Ελ Παΐς σε ένα πρόσφατο αφιέρωμά της στην ισπανική γλώσσα: «Στα ισπανικά λέγεται κρίση», έγραφε. Και αμέσως μετά παρέθετε τις λέξεις που κατά κόρον χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την οικονομική συγκυρία κι οι οποίοι δεν διαφέρουν καθόλου από τις υπεκφυγές που ακούμε συχνά και στην Ελλάδα όπως «δυσπραγία», «αβεβαιότητα», «καθόλου ευχάριστες εξελίξεις» (βλ. δηλώσεις Γ. Αλογοσκούφη την Τρίτη μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής) κ.ο.κ. Το ίδιο ωστόσο μπορεί να ειπωθεί με ένα εξ ίσου κατηγορηματικό τρόπο και για μια σειρά άλλες γλώσσες όπως τα αγγλικά, αφορώντας όχι μόνο τις ΗΠΑ αλλά εξ ίσου σοβαρά την Αγγλία και την Ιρλανδία, τα πορτογαλικά, τα δανικά και τα ισλανδικά – μέχρι στιγμής πάντα.

Στην Ισπανία, η βουτιά του κατασκευαστικού τομέα που είδε το προϊόν του να μειώνεται μέσα σε ένα χρόνο κατά 30% έχει παρασύρει, σε συγκερασμό με την επιδείνωση των όρων δανειοδότησης, τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Ιουνίου, «τουριστικές επιχειρήσεις, αλυσίδες σούπερ μάρκετ και καταστήματα μόδας έχουν σημειώσει μια απότομη πτώση. Στο βιομηχανικό τομέα οι μεταποιητικές επιχειρήσεις των οποίων η τύχη συνδέεται με την κατασκευαστική δραστηριότητα έχουν βιώσει μια απότομη πτώση των πωλήσεών τους κατά τους προηγούμενους 12 μήνες».

Στις ΗΠΑ τα σημάδια της κρίσης είναι ορατά από παντού λες κι η φρενήρη πτώση των αμερικανικών επιτοκίων από 5,25% που ήταν τον Σεπτέμβρη στο 2% που έφθασαν να μη συνέβη ποτέ. Οι πωλήσεις αυτοκινήτων, που δίνουν τον ρυθμό των λιανικών πωλήσεων, μειώθηκαν τον Μάη σχεδόν κατά 11%. Οι τιμές των κατοικιών, αντιπροσωπεύοντας την έλλειψη ζήτησης κι όχι την αναγκαία διόρθωσή τους από τα επίπεδα φούσκας, μειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο κατά 14%. Η δε ανεργία θερίζει με τον Ιούνιο να είναι ο έκτος συνεχόμενος μήνας που παρατηρείται μείωση των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει εκτιναχθεί στο 5,5%. Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα καθώς ακόμη κι αυτοί που δουλεύουν (καλύτερα, απασχολούνται) στο απέραντο βασίλειο της ελαστικής εργασίας βλέπουν τους φακέλους της μισθοδοσίας να είναι όλο και πιο λεπτοί, καθώς οι εργοδότες τους μειώνουν συνεχώς τις ώρες απασχόλησης.

Στην Αγγλία, όπου η χρεοκοπία της τράπεζας Νόρθερν Ροκ τον Σεπτέμβριο του 2007 επεσήμανε για πρώτη φορά τη σοβαρότητα της κατάστασης, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί φέτος κατά 1,3% (το χαμηλότερο ποσοστό από το 1992) από 3,6% πέρυσι κι ο πληθωρισμός να ξεπεράσει το 4%, παρότι τα επιτόκια βρίσκονται στο 5% – επίπεδο ρεκόρ μεταξύ των επτά πλουσιότερων χωρών του πλανήτη.

Στη Δανία η κατάσταση είναι πιο σοβαρή καθώς οι εξελίξεις εκεί με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται επί δύο συνεχόμενα τρίμηνα είναι τόσο αρνητικές που ανταποκρίνονται και στον τεχνικό–τυπικό ορισμό της ύφεσης. Το ίδιο επίσης αναμένεται να συμβεί σε Ιρλανδία και Πορτογαλία όπου το πρώτο τρίμηνο πράγματι μειώθηκε το προϊόν, ενώ αναμένεται να μειωθεί και στο δεύτερο. Η οριακή (καθότι μικρότερη της μονάδας) μείωση του ΑΕΠ σε αυτές τις χώρες φαντάζει ειδυλλιακή ωστόσο για την Ισλανδία των 315.000 κατοίκων (ασήμαντη αν δεν ήταν τόσο πολύτιμη όσο τα καναρίνια στις στοές των ορυχείων) που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 4%!

Χρονικά παρατεταμένη, παγκόσμια και τόσο βαθιά ώστε να αποτελεί σημείο τομής αποδεικνύεται η οικονομική κρίση που εμφανίστηκε πέρυσι τον Αύγουστο αποτελώντας μετάσταση και μετεξέλιξη της δομικής κρίσης που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ανήμπορες οι κρατικές πολιτικές σε ΗΠΑ και ΕΕ να την αντιμετωπίσουν.

 

Η άνοδος του επιτοκίου του ευρώ θα οδηγήσει στην επιτάχυνση του πληθωρισμού κι όχι την τιθάσευσή του

 

Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η κρίση, όπως ορίζεται η απότομη διακοπή της οικονομικής επέκτασης, όπως ξέσπασε πέρυσι τον Αύγουστο με αφορμή την πιστωτική ασφυξία έχει αποκτήσει πλανητική διάσταση και ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια.

Αρχικά, το φθινόπωρο του 2007 όλοι έδειχναν ως ημερομηνία λήξης της κρίσης το πρώτο δεκαήμερο του 2008, όταν θα δημοσιεύονταν τα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών και θα έβγαιναν στη φόρα οι επισφάλειες που κρατούνταν τότε ως επτασφράγιστο μυστικό για να μην εξανεμιστεί η πιστοληπτική τους αξιοπιστία και οδηγηθούν στη χρεοκοπία. Το πρώτο δεκαήμερο του 2007 ωστόσο πέρασε, μαζί και το πρώτο τρίμηνο, όπως και το πρώτο εξάμηνο του 2008 και δεν υπάρχει τίποτε που να προμηνύει ακόμη κι αυτή την επιστροφή στο παρελθόν. Παρότι μάλιστα οι αποκαλύψεις για τα ανοίγματα ξεπέρασαν και την πιο γενναιόδωρη πρόβλεψη, φθάνοντας το ασύλληπτο ποσό των 387 δισ. δολαρίων, μειώνοντας έτσι αισθητά τις πιθανότητες να περάσουν σε επόμενες χρήσεις τα ανοίγματα. Αποτέλεσμα μάλιστα ήταν να αποδυναμωθεί η κεφαλαιακή βάση τραπεζικών κολοσσών και να αποκτήσουν πρόσβαση στο μετοχικό τους κεφάλαιο κρατικά επενδυτικά ταμεία από την Ασία και τη Μέση Ανατολή (όπως συνέβη πολύ πρόσφατα με τη βρετανική  Μπάρκλευ’ς που οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της στο εξής θα έχουν έδρα το Κατάρ) σε μια πρωτοφανή έκταση. Παρόλα αυτά το κατρακύλισμα δεν σταμάτησε. Όλο το προηγούμενο εξάμηνο μετοχές – σύμβολα του  καπιταλισμού υποβαθμίστηκαν με κάθε επισημότητα (όπως της Τζένεραλ Μότορς και της Σίτιμπανκ) είτε απαξιώθηκαν από την αγορά (όπως της Ζίμενς  και της Γιούνελεβερ) συμπαρασύροντας μαζί τους τα διεθνή χρηματιστήρια.

Ο απολογισμός του εξαμήνου ήταν δραματικός. Ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Ντάου Τζόουνς έπεσε κατά 14%, ο βρετανικός χρηματιστηριακός δείκτης κατά 13%, στη Γερμανία 20%, στη Γαλλία 21% και συνολικά ο πανευρωπαϊκός Ντάου Τζόουνς κατά 25%. Ο δε ευρωπαϊκός πάλι δείκτης FTSE – 300 κατέγραψε στο εξάμηνο απώλειες της τάξης του 21%, που είναι οι μεγαλύτερες από την ίδρυσή του, το 1986. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια πλήρωσαν πολύ πιο βαρύ φόρο αίματος σε σχέση με τις ΗΠΑ κατ’ αναλογία του αναπάντεχα μεγαλύτερου κόστους που πλήρωσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σε σχέση με τις αμερικανικές από το σκάσιμο της φούσκας της αμερικανικής αγοράς ακινήτων. Δείχνοντας πρακτικά μαθήματα μετακίλησης και όχι απλά διασποράς κινδύνων (και απάτης) από τα 387 δισ. δολάρια που προαναφέραμε τα 200 τα φορτώθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και μόνο τα 166 από τα υπόλοιπα οι αμερικανικές! Φαίνεται έτσι ότι με την μέθοδο της τιτλοποίησης δεν εφαρμόστηκε απλά και μόνο η παλιά (μηδενικού αθροίσματος) τραπεζική πρακτική που αναλύει ο Μπλαζάκ στα Χαμένα Όνειρα: «Οι Κουαντέ εις περίπτωση ανάγκης εβεβαίουν δια τον κύριο Γκαρνεράκ ότι ο κύριος Γκαρνεράκ εβεβαίου δια τους κυρίους Κουαντέ. Πρόκειται για μια ακριβή εφαρμογή εν τη πράξει της γνωστής λαϊκής παροιμίας: Δως μου το ραβέντι να σου δώσω τη σιναμική». Στην περίπτωση όμως των δανείων των φτωχών δεν έγινε μια αμοιβαία ανταλλαγή «ισοδυνάμων» καθαρτικών μεταξύ των τραπεζών που δάνειζε η μια την άλλη με εγγύηση τα εν λόγω δάνεια, μια και απ’ ότι φάνηκε οι αμερικανικές τράπεζες τα ξεφορτώθηκαν γρήγορα από πάνω τους αποθέτοντάς τα στους ανταγωνιστές τους μέχρι που λύγισαν από το βάρος τους.

Επιστρέφοντας στα αποτελέσματα των χρηματιστηρίων κατά το πρώτο εξάμηνο (κι ανιχνεύοντας από τη διακύμανσή τους την ευρωστία της αιχμής του δόρατος κάθε εθνικού κεφαλαίου) και κινούμενοι ανατολικότερα της Ευρώπης, διαπιστώνεται η ίδια δραματική κατάσταση: Στην Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα όπως και στην Ιαπωνία ο δείκτης του χρηματιστηρίου είχε απώλειες  12%, στο Χονγκ – Κονγκ όπως και τη Νέα Ζηλανδία 21%, στην Αυστραλία 18%, στην Ινδία 34% και στην Κίνα 48%! Όπως ήταν αναμενόμενο, εξαίρεση αυτού του κανόνα (στον οποίο υπάκουσαν φυσικά και τα νοτιοαμερικανικά χρηματιστήρια) αποτέλεσαν οι χώρες που κατά κύριο λόγο εξάγουν βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα όπως ο Καναδάς (+5%), η Βραζιλία (+2%) και η Ρωσία (+1%), χωρίς φυσικά τα κέρδη τους να αντισταθμίζουν τις σοβαρές απώλειες που καταγράφηκαν στις αγορές του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.

Παρατεταμένη λοιπόν χρονικά (οκτώ μήνες για να θυμηθούμε κράτησε στις ΗΠΑ η ύφεση το 2001), πλανητική και επίσης βαθιά. Η αποτίμηση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, της κεντρικής τράπεζας όλων των κεντρικών τραπεζών – όπως συχνά αποκαλείται, που εδρεύει στην Βασιλεία της Ελβετίας, όπως περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της που δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου ξάφνιασε ευχάριστα όσους περίμεναν τι συνήθεις άχρωμες και πολύσημες διατυπώσεις: «Η τρέχουσα αναστάτωση στων αγορών στα σημαντικότερα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα είναι χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο. Με σημαντικό τον κίνδυνο της ύφεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με έναν απότομα αυξανόμενο πληθωρισμό σε πολλές χώρες εγείρονται φόβοι ότι η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να βρίσκεται σε ένα είδος σημείου καμπής. Αυτοί οι φόβοι δεν είναι αβάσιμοι», συνεχίζει χρησιμοποιώντας πολλές φορές τον όρο «σημείο τομής». Τον ίδιο όρο, «σημείο καμπής», χρησιμοποίησε και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πριν λίγες μέρες για να τονίσει το βάθος της κρίσης ενώ και ο διεθνής Τύπος βρίθει από ανάλογες εκτιμήσεις.

«Είναι μια ύφεση σε αργή κίνηση», τόνιζε στην Ινερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στις 3 Ιουλίου ο επικεφαλής οικονομολόγος των Λέχμαν Μπράδερς. «Σε μια κανονική ύφεση τα πράγματα καταρρέουν και εξασθενούν ώστε δεν έχεις να πας πουθενά αλλού παρά προς τα πάνω. Αλλά εδώ δεν έχουμε τα κλασσικά δύο ή τρία αρνητικά τρίμηνα. Αντίθετα περιμένουμε δύο χρόνια μεγέθυνσης κάτω του κανονικού – μια μεγέθυνση που δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Είναι ένα είδος χρόνιας παρά απότομης οδύνης». Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγε επίσης ανάλυση του αμερικανικού περιοδικού Νιούζγουικ πριν τρεις εβδομάδες με τον γριφώδη και έμπλεο αισιοδοξίας τίτλο «γιατί είναι χειρότερα απ’ όσο νομίζετε»… Ο αμερικάνος αρθρογράφος υποστήριζε ότι ακόμη κι αυτή η γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια ύψους 100 δισ. δολαρίων που ανακοίνωσε πρόσφατα ο Μπους δεν πρόκειται να έχει κανένα αποτέλεσμα καθώς δεν αντιμετωπίζεται στη ρίζα της η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν αυτές οι ανατιμήσεις να διοχετεύονται στην οικονομία οδηγώντας σε άνοδο τις τιμές, ενώ η ρευστότητα που παρέχει η κεντρική τράπεζα καταλήγει να κλείνει τα ανοίγματα των εμπορικών τραπεζών και όχι στους καταναλωτές! Έτσι η κεντρική τράπεζα προσφέρει τα μέσα που διαθέτει στην κατεύθυνση διάσωσης των κλυδωνιζόμενων τραπεζών κι όχι των δανειοληπτών που εξακολουθούν να χάνουν μαζικά τα σπίτια τους  και τις δουλειές τους.

Λάδι στη φωτιά της κρίσης ρίχνει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η απόφασή της την Πέμπτη να αυξήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά ένα τέταρτο της μονάδας (μια απόφαση που είναι πιο κοντά στην ημερήσια διαταγή για άνοδο του κόστους χρήματος ως απάντηση στην κρίση, σε σχέση με τη στάση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας) φθάνοντας το στο 4,25% συνιστά μια πολλαπλά επιζήμια πολιτική. Κατ’ αρχήν παρότι λήφθηκε με αποκλειστικό και μόνο κριτήριο την καταπολέμηση του πληθωρισμού που έφθασε στο 4%, όταν επίσημος στόχος της είναι να μην υπερβαίνει το 2% (κι αυτό χωρίς ποτέ να εξηγηθεί με πειστικό τρόπο γιατί συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα) στην πράξη θα οδηγήσει σε άνοδό του. Η ενίσχυση του επιτοκίου του ευρώ είναι αναμενόμενο ότι θα οδηγήσει στην ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του έναντι του αμερικανικού νομίσματος, όπως συμβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια κι όπως συνέβη επίσης στις αρχές της εβδομάδας, εν αναμονή των ανακοινώσεων της Φρανκφούρτης, όταν την Τρίτη το ευρώ έφθασε μέχρι τα 1,5827 δολάρια έναντι 1,5732 την προηγούμενη μέρα. Η πτώση του δολαρίου όμως οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου, καθώς έτσι οι χώρες παραγωγοί επιχειρούν να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους από την εξασθένιση του δολαρίου, «του αληθινού αγίου πνεύματος» όπως χαρακτήριζε το αμερικανικό νόμισμα ο Σελίν στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

Ο εφιάλτης του πληθωρισμού έτσι επιστρέφει, εν πλήρη γνώση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς επιλέγει να αφήσει στο απυρόβλητο τις πραγματικές αιτίες που πυροδοτούν την άνοδό του (χρηματιστηριακή κερδοσκοπία και τιμολογιακή ασυδοσία του κεφαλαίου που ελλείψει κρατικών περιορισμών φθάνει να ανακοινώνει εν μία νυκτί γενικές αυξήσεις ακόμη και της τάξης του 20% όπως έκανε για παράδειγμα η χημική Ντάου κ.λπ.) και αντί αυτών να δυσχεράνει τους όρους χρηματοδότησης της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Έτσι όμως κατ’ αρχήν τιμωρείται επί ποινή εξαφανίσεως η παραγωγική δραστηριότητα στο βαθμό που η χρηματοδότηση καθίσταται εξαιρετικά ακριβή και εν τέλει απαγορευτική. Επίσης πραγματοποιείται μια τεράστια μεταφορά πόρων από την κοινωνία στο τραπεζικό κεφάλαιο που στα καλά καθούμενα θα απαιτήσει επιπλέον τόκους από τα εκατομμύρια δανειοληπτών σε όλη τη ζώνη του ευρώ οι οποίοι είχαν δανειστεί με κυμαινόμενο επιτόκιο την εποχή που το επιτόκιο του ευρώ ήταν για παράδειγμα στο 2%, συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2005.

Φαίνεται έτσι ότι για μια ακόμη φορά, μετά τις ενέσεις ρευστού του περασμένου Δεκέμβρη όταν στη διατραπεζική προσφερόταν δωρεάν ρευστό  στις εμπορικές τράπεζες οι οποίες εξακολουθούσαν και το έδιναν στην κατανάλωση με τους συμβατικούς όρους κερδίζοντας τα μέγιστα, μεγάλος κερδισμένος από την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που θα καρπωθεί τα μεγαλύτερα οφέλη από την άνοδο του επιτοκίου του ευρώ.

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΒΑΣΗ

Στόχος το πάγωμα των μισθών

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΟΣΑ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Τόσο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όσο και οι αμερικάνος ομόλογός του δεν παρέλειψε κατά τη δημόσια τοποθέτησή του να τονίσει την ανάγκη συγκράτησης των μισθών σε επίπεδα κάτω του πληθωρισμού. Αυτό που για την ακρίβεια διαφαίνεται, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή δόση δημοσιογραφικής ή πολιτικής υπερβολής, είναι ότι οι μισθοί και για την ακρίβεια το πάγωμά τους αποτελεί το σημαντικότερο μέλημα των διαμορφωτών πολιτικής.

Σε αυτό το στόχο άλλωστε συντείνει και η ασφυξία που προκαλούν στην παραγωγή. Υπό συνθήκες έλλειψης ρευστού και ανυπαρξίας διαθεσίμων ποιος καπιταλιστής θα ενδώσει σε ένα αίτημα μισθολογικής αύξησης, ακόμη κι αν διατυπωθεί υπό τόσο απαγορευτικούς ταξικούς συσχετισμούς; Η διογκούμενη ανεργία (που στο επίπεδο των 30 ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του ΟΟΣΑ αναμένεται να φθάσει το 6% το 2009, δηλαδή 34,8 εκ. από 5,6% φέτος) εξασφαλίζει την καθήλωση των μισθών σε τέτοια επίπεδα που αφήνουν το κεφάλαιο να γεύεται μόνο του τα οφέλη από τις αυξημένες τιμές. Ενστικτώδη του αντίδραση που αναδεικνύεται σε ξεχωριστής σημασίας στο πλαίσιο των μέτρων που λαβαίνει για να υπερβεί την πτώση του ποσοστού κέρδους – τελική αιτία της σημερινής κρίσης.

Μαζί με την άνοδο των τιμών και τη διευκόλυνση των όρων αξιοποίησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προκρίνεται η ανάγκη περαιτέρω φιλελευθεροποίησης του εμπορίου. Την κατάργηση των τεχνικών φραγμών και των τελωνειακών δασμών που στέκονται εμπόδιο στην ανεμπόδιστη εφαρμογή του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο θα ζητήσουν οι ηγέτες των επτά πλουσιότερων χωρών κατά τη σύνοδό τους στην Ιαπωνία τις επόμενες μέρες. Σε ένα κρεσέντο υποκρισίας θα εμφανίσουν ως αιτία της ανόδου των τιμών και του πληθωρισμού την ανεπιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στη Ντόχα και τα πρόσφατα μέτρα περιορισμού των εξαγωγών που έλαβαν οι χώρες που παράγουν μαζικά τρόφιμα για τη διεθνή αγορά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι αιτία της σημερινής απορύθμισης της αγοράς που ακροβατεί στο χείλος της κατάρρευσης είναι η έκρηξη της εμπορευματικής παραγωγής, αυτής που συντελείται δηλαδή με σκοπό το κέρδος και όχι την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Τι άλλο δηλώνει η αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών στο 32,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ από 21% που ήταν το 1980, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παρά την άκρατη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και της παραγωγής;

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΚΟΛΟΝΑ

ΕΛΛΑΔΑ

Ύφεση και εκκαθάριση

του κεφαλαίου

ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Όπως συνέβη τη δεκαετία του ’70 που η κρίση αξιοποιήθηκε από το κεφάλαιο για μια επίθεση χωρίς προηγούμενο στα εργατικά δικαιώματα έτσι και σήμερα το κεφάλαιο επιχειρεί να πραγματοποιήσει μια τομή στην εκμετάλλευση επικαλούμενο την κρίση που οι νόμοι λειτουργίας του προκαλούν. Έτσι στην Ελλάδα τα καμπανάκια κινδύνου που άναψε το ΙΟΒΕ την εβδομάδα που πέρασε υποδεικνύοντας την επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, συνόδευσαν οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας, Γ. Αλογοσκούφη, μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής ότι «θα συνεχίσουμε την πολιτική των μεταρρυθμίσεων ώστε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά και να προετοιμάσουμε την ελληνική οικονομία για να είναι έτοιμη με το που θα αρχίσει η διεθνής ανάκαμψη»! Επίσης η δήλωσή του μετά τη συνάντηση με τον ευρωπαίο επίτροπο Χ. Αλμούνια ότι «έχει πολύ μεγάλη σημασία σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε σήμερα να διατηρήσουμε την κατεύθυνσή μας», εννοώντας την απαρέγκλιτη εφαρμογή του αντιλαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με τις μεταρρυθμίσεις δε, δεν εννοούν τίποτε άλλο από ιδιωτικοποιήσεις που θα κάνουν απρόσιτες στους εργαζόμενους πολλές κοινωνικές υπηρεσίες, μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, παροχές στο κεφάλαιο, νέους φόρους και ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό σύστημα που θα απογειώσουν την εκμετάλλευση. Το μίγμα που έχει εφαρμοστεί απαρέγκλιτα τα τελευταία χρόνια οδηγώντας στη σημερινή κρίση και την εργαζόμενη πλειοψηφία στη φτώχεια και τη μαζική ανεργία. Αυτό το μίγμα θα εφαρμοστεί με εντατικότερο ρυθμό κι από τον Οκτώβρη, αν απαιτηθεί, όπως φημολογείται, η αναθεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού ώστε να λαβαίνει υπ’ όψη του τα νέα δεδομένα.

Τα κροκοδείλια δάκρυα περίσσεψαν επίσης με αφορμή την καταβαράθρωση του δείκτη του ελληνικού χρηματιστηρίου που μέσα στο πρώτο εξάμηνο έχασε περισσότερο από το ένα τρίτο της αξίας του (2.000 μονάδες), ως αποτέλεσμα της φυγής των ξένων κεφαλαίων (ύψους 20 δισ.) που είχαν εισρεύσει μαζικά τα προηγούμενα χρόνια. Παρόλα αυτά, κι ας είναι κοινός τόπος ότι ελάχιστα οφέλη έδρεψαν οι εργαζόμενοι στην αφρόκρεμα του ελληνικού κεφαλαίου από την πλημμυρίδα ρευστού που οδήγησε το δείκτη στο ιστορικό υψηλό της περιόδου που σημειώθηκε στις 31 Οκτώβρη 2007, φθάνοντας τις 5.334 μονάδες, εξιλαστήριο θύμα για τις μαύρες μέρες που προμηνύονται θα είναι πρώτα και κύρια οι θέσεις εργασίας και φυσικά και οι εργασιακές σχέσεις.

Οι απολύσεις θα έρθουν στην ημερήσια διάταξη ως άμεσο αποτέλεσμα των διαδικασιών εκκαθάρισης και αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που θα οξύνει η τεχνητή ύφεση που προκαλεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την άνοδο του κόστους χρηματοδότησης.

Η πανθομολογούμενη αλήθεια είναι ότι η σημερινή συγκυρία, στο βαθμό που η εργατική και λαϊκή συνείδηση καλείται να προσαρμοστεί σε μια διαρκώς και επί τα χείρω μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, προσφέρει μια σπάνια δυνατότητα στην επαναστατική Αριστερά και το εργατικό κίνημα να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους. Οι πρόσφατοι ξεσηκωμοί που έγιναν σε πολλές χώρες για το ψωμί και η ανατροπή της κυβέρνησης της Αϊτής οδήγησαν το ΔΝΤ να τονίσει τους κινδύνους που γεννιούνται για την πολιτική σταθερότητα, συστήνοντας να σφίξουν τα λουριά. Το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ υπογραμμίζει ότι «επιπρόσθετα στους οικονομικούς κινδύνους, το σενάριο ξεχειλίζει από πολιτική αβεβαιότητα. Πως θα αντιδράσουν οι εκλογείς όταν η οικονομία έρθει τα πάνω κάτω και οι τιμές εκραγούν; …Ορισμένοι πολιτικοί θα επωφεληθούν, κυρίως αυτοί που υποστηρίζουν ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλούς τρόπους, όπως υψηλότεροι μισθοί και συντάξεις και χαμηλότερες ενεργειακές τιμές για τους χαμηλόμισθους». Θα μπορέσει η επαναστατική Αριστερά να ανταποκριθεί σε αυτή τη δυνατότητα ανοίγοντας το δρόμο για τις μεγάλες ανατροπές που απαιτούν οι καιροί μας;

«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…

Αναζητώντας φάρμακα για την κρίση (Πριν, 27/1/2008)

Πτώση των τιμών των μετοχών

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΡΙΣΗΣ

Έτριξε η γη κάτω από τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου την περασμένη Δευτέρα. Από την Ευρώπη μέχρι την Ασία, εξαιρουμένων των Ηνωμένων Πολιτειών που για καλή τους τύχη είχαν αργία εκείνη την ημέρα για να τιμήσουν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, η βουτιά που κατέγραψαν ήταν πρωτοφανή στο συγχρονισμό αλλά και το βάθος της για ολόκληρη την τελευταία δεκαετία. Έτσι οι αντιπροσωπευτικότεροι χρηματιστηριακοί δείκτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ινδίας έπεσαν κατά 7%, της Σιγκαπούρης και του Λονδίνου κατά 6%, του Χονγκ Κονγκ κατά 5%, του Τόκιο κατά 4%, κοκ.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά μόνο τις τιμές των μετοχών και τις τεράστιες απώλειες που καταγράφουν ακόμη κι όταν συνυπολογίσουμε τις απρόβλεπτες ανόδους που ενίοτε ακολουθούν, αγοράζοντας στη φθήνια ότι με πάταγο κατέρρευσε την προηγούμενη μέρα. Το πρόβλημα πλέον είναι ότι η κρίση έχει περάσει και στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας, ειδικότερα αυτής των ΗΠΑ που δίνει τον παγκόσμιο ρυθμό. Έτσι, πολυεθνικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα των οποίων ο ισολογισμός στο παρελθόν ξεπερνούσε το ΑΕΠ δεκάδων χωρών βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Η Μπανκ οφ Αμέρικα, για παράδειγμα, είδε τα κέρδη της το τελευταίο τρίμηνο του 2007 να μειώνονται κατά 95%, φθάνοντας τα 268 εκ. δολ. από 5,26 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Η Μέριλ Λιντς, ακόμη χειρότερα, είδε σχεδόν ακέραια τα κέρδη του 2006 να μετατρέπονται σε ζημιές: Από 7,5 δισ. δολάρια κέρδη το 2006, το χρόνο που μας πέρασε κατέγραψε ζημιές ύψους 7,8 δισ. Ανάλογη κατάσταση, αν και όχι τόσο δραματική, ισχύει για τις περισσότερες αμερικανικές τράπεζες, καθώς όλες σχεδόν περιέλαβαν στο χαρτοφυλάκιό τους στεγαστικά δάνεια. Την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στις ΗΠΑ επιβεβαιώνει η πτώση των κερδών των αμερικάνικων εισηγμένων επιχειρήσεων το τελευταίο τετράμηνο του 2007 κατά περίπου 10%, η μείωση της απασχόλησης, ως αποτέλεσμα των χρεοκοπιών και των απολύσεων, η συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών ως αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, η πτώση της αξίας των κατοικιών που διαλύει βίαια την αυταπάτη πλουτισμού που δημιουργούσε η συνεχής άνοδος της τιμής τους ως αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων και πιο εμφατικά οι πανικόβλητες πολιτικές παρεμβάσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας, όπως το πακέτο κινήτρων – μαμούθ που ανακοίνωσε ο Μπους την προηγούμενη Παρασκευή και η εσπευσμένη και απροσδόκητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων την προηγούμενη Δευτέρα.

Από τις πιο βίαιες των μεταπολεμικών χρόνων θα είναι η κρίση που ξέσπασε στον αμερικανικό καπιταλισμό, σύμφωνα με πολλούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα επηρεάσει σημαντικά τις περισσότερες χώρες του κόσμου που εξάγουν στις ΗΠΑ

Ημίμετρα η μείωση των επιτοκίων και το πακέτο κινήτρων ύψους 150 δισ. δολαρίων

 

Ένα από τα πιο πρωτότυπα γεγονότα του περυσινού Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός ήταν μία συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σε μια …σκοτεινή αίθουσα, όπου οι συνομιλητές έπρεπε να ανταλλάξουν απόψεις κυριολεκτικά στα τυφλά. Η σκέψη αυτή αποδείχτηκε αν μη τι άλλο προφητική, γιατί και τώρα ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες μηδενικής ορατότητας (που αποδεικνύει πόσος άχρηστος είναι ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος στοιχείων που μαζεύουν τα λογιστήρια και οι στατιστικές υπηρεσίες) καλούνται να πάρουν αποφάσεις για το μέλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η τρέχουσα κρίση να αγγίζουν όλο σχεδόν το φάσμα των δυνατών αποκρίσεων. Αυτό το κλίμα αβεβαιότητας αναπαρήγαγαν οι γερμανικοί Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη Δευτέρα όταν σχολιάζοντας το πακέτο κινήτρων του Μπους έγραφαν: «Αλλά το πρόβλημα είναι πως κανένας δεν ξέρει αν ακόμη κι αυτό θα είναι αρκετό. Υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος παντού ότι η οικονομική κρίση έχει μόλις ξεκινήσει και κάθε τι θα εξελιχθεί πολύ χειρότερα».

Αναφερόμενοι λοιπόν στα σημαντικότερα ερωτήματα ξεχωρίζουμε πρώτο, τη χρονική διάρκεια και το βάθος της κρίσης* δεύτερο, το γεωγραφικό βεληνεκές της* και τρίτο τα μέτρα που κρίνονται αποτελεσματικότερα, απ’ όσα είναι διαθέσιμα, για την αντιμετώπισή της.

Η αμερικάνικη οικονομία με βάση τις επίσημες στατιστικές από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διέρχεται μια ύφεση κάθε έξι χρόνια, με αποτέλεσμα να έχουμε μέχρι τώρα 10 τέτοιες διαταραχές της ομαλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου οι οποίες διαρκούν από 8 έως 16 μήνες. Σημαντικότερη δε εξ αυτών ήταν ομολογουμένως η κρίση που ξέσπασε το Νοέμβριο του 1973 για να λήξει τυπικά τον Μάρτιο του 1975 αλλά στην πραγματικότητα ποτέ, μια και το αραβικό εμπάργκο στο πετρέλαιο μπορεί να τερματίστηκε κανένα όμως από τα κρισιμότερα στοιχεία που δείχνουν την ευρωστία της κεφαλαιακής συσσώρευσης δεν άγγιξε ξανά τις επιδόσεις των λεγόμενων χρυσών χρόνων της δεκαετίας του ’60. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η τρέχουσα διαταραχή να ξεπεράσει σε βάθος τις συνηθισμένες κυκλικές διακυμάνσεις και να αποδειχτεί εξ ίσου βαθιά με αυτήν του 1973. Δε λείπουν αναλυτές (όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον Ποστ της Δευτέρας) που προμηνύουν κρίση ανάλογη της Μεγάλης Κρίσης του 1930, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια παρατεταμένη ύφεση ανάλογης εκείνης που έπληξε την Ιαπωνία ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του ’90 και την Ευρώπη την ίδια περίοδο σε μικρότερο όμως βαθμό και ακόμη μικρότερη χρονική διάρκεια.

Η διχογνωμία για το βάθος της κρίσης επιτείνεται από την πλήρη άγνοια που επικρατεί σε ότι αφορά τις πραγματικές ζημιές από τα στεγαστικά δάνεια χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς το κλείσιμο της χρονιάς ναι μεν έφερε στην επιφάνεια πολύ μεγαλύτερες μαύρες τρύπες απ’ ότι αρχικά διατείνονταν οι τραπεζίτες, ομολογείται όμως τώρα ότι δεν αποκλείεται οι ζημιές να είναι ακόμη πιο μεγάλες. Δηλαδή, υπό το φόβο της κατάρρευσης να παρέπεμψαν στο μέλλον οι τράπεζες την διαγραφή χρεών που δεν πρόκειται να εισπραχθούν, υπονομεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ευρωστία και των επόμενων λογιστικών καταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι οι συνολικές διαγραφές χρεών ύψους 100 δισ. δολ. που ανακοινώθηκαν από τη Γουόλ Στριτ ενδέχεται να αποδειχθούν η κορυφή του παγόβουνου!

Η ξεχωριστή σημασία της τρέχουσας κρίσης υπογραμμίστηκε και από τον ξεπεσμένο κερδοσκόπο και νυν ανιδιοτελή φιλάνθρωπο και προστάτη πασών των στρατηγικών μειονοτήτων της ταραγμένης Βαλκανικής, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος μιλώντας στο Νταβός την προηγούμενη εβδομάδα τόνισε: «η τρέχουσα κρίση σηματοδοτεί το τέλος μια εποχής πιστωτικής επέκτασης που στηριζόταν στο δολάριο ως διεθνές νόμισμα αποθεματοποίησης. Οι περιοδικές κρίσεις ήταν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας ανόδου και πτώσης. Η τρέχουσα κρίση είναι η αποκορύφωση μιας πληθωρικής ανόδου που έχει διαρκέσει για περισσότερα από 60 χρόνια».

Δεν είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια συνηθισμένη, κυκλική διαταραχή!

Ιδιαίτερη συζήτηση διεξάγεται και για τη χωρική έκταση που θα προσλάβει η κρίση, υπό το φως της σχετικά πιο υγιούς κατάστασης που βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία αλλά κυρίως της ραγδαίας ανόδου του ειδικού βάρους της Κίνας, της Ινδίας και άλλων περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών που αδιαμφισβήτητα έχουν οδηγήσει σε συρρίκνωση το ειδικό βάρος του αμερικανικού ΑΕΠ στο παγκόσμιο. «Ο κόσμος έχει γίνει λιγότερο εξαρτημένος από την ευημερία των ΗΠΑ» δήλωσε προ ημερών αναπαράγοντας αυτό το κλίμα ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από το ελβετικό θέρετρο. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι το πρότυπο ανάπτυξης που υιοθετούν όλες οι αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες στηρίζονται στην προώθηση των εξαγωγών. Ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου τους δηλαδή προέρχεται από τις εξαγωγές. Ενδεικτικά, οι εξαγωγές ολόκληρης της Ασίας, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, αντιπροσώπευαν το 2007 το 55% του ΑΕΠ τους, όταν το 2001 μόλις το 40%. Η εξάρτησή των περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών από τις εξαγωγές (και η τρωτότητά τους επομένως από μια ενδεχόμενη ύφεση στα ιμπεριαλιστικά κέντρα) βεβαιώνεται και από δυο ακόμη παραδείγματα: Η Σλοβακία, υπόδειγμα οργανικής ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό (και άσχετα από το γεγονός ότι η μαζική εγκατάσταση πολυεθνικών αυτοκινητοβιομηχανιών στο έδαφος της την έχει καταδικάσει σε μια βιομηχανική «μονοκαλλιέργεια» πολύ πιο ετεροβαρή κι από αυτές που ήκμασαν επί αποικιοκρατίας) οφείλει το 70% του ΑΕΠ της στις εξαγωγές! Το Μεξικό το 23%, κοκ. Από την άλλη μεριά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ βεβαιώνει τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αμερικάνοι καταναλωτές (δαπανώντας 9,5 τρισ. δολ. ετησίως, έξη δηλαδή φορές περισσότερα απ’ ότι οι πολλαπλάσιοι κινέζοι και ινδοί καταναλωτές μαζί) στην απορρόφηση της παγκόσμιας παραγωγής. Στον αντίποδα των ογκούμενων στο πέρασμα του χρόνου αμερικανικών καταναλωτικών δαπανών, που τώρα ανέρχονται στο 70% της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας, βρίσκονται οι συρρικνούμενες ως ποσοστό (και όχι ως απόλυτη αξία) καταναλωτικές δαπάνες στον υπόλοιπο κόσμο – μια συρρίκνωση που αποτελεί την άλλη όψη της υπερτροφικής ανάπτυξης των εξαγωγών. Στην Κίνα για παράδειγμα οι καταναλωτικές δαπάνες ανέρχονται στο 35% της οικονομικής δραστηριότητας όταν το 1990 ανέρχονταν στο 46%!

Φαίνεται από τα παραπάνω πως αν και το ΑΕΠ των ΗΠΑ παύει να έχει την εξέχουσα θέση που είχε στο παρελθόν, η σημασία της οικονομίας τους δεν έχει περιθωριοποιηθεί αλλά διαδραματίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι στο παρελθόν λόγω των ανισομετριών πάνω στις οποίες επανασχεδιάστηκε την τελευταία εικοσαετία το παγκόσμιο σύστημα. Απομακρυνόμενοι μάλιστα από την οικονομία, η στρατιωτικοπολιτική τους ισχύ επιτείνει το συγκριτικό πλεονέκτημα που χαρίζει αυτή τη στιγμή στη Ουάσινγκτον η εμβέλεια του δολαρίου, η τεράστια εσωτερική αγορά και ο έλεγχος που ασκεί στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Απέχουμε πολύ κατά συνέπεια από εκείνη την κατάσταση όπου μια ύφεση στην αμερικανική αγορά θα αποτελεί εσωτερική της υπόθεση.

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν την κρίση οι αμερικανικές αρχές ήταν δύο. Το πρώτο ήταν ένα πακέτο κινήτρων κολοσσιαίου ύψους 150 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Οι εκταμιεύσεις αυτές που εγκρίθηκαν και από τα δύο κόμματα θα πάρουν τη μορφή φορολογικών επιστροφών (ύψους 800 δολαρίων για τα μονομελή νοικοκυριά και 1.600 για τους παντρεμένους) και κινήτρων σε επιχειρήσεις για την υλοποίηση επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού. Το δεύτερο ήταν η γενναία και απροειδοποίητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 0,75% που τα οδήγησε στο 3,5%. Να σημειωθεί ότι η προηγούμενη φορά που σημειώθηκαν τα επιτόκια τόσο απότομα (και όχι κατά 0,25% ή 0,50% όπως συνηθίζεται) ήταν τον Οκτώβριο του 1984 ενώ εκτός προαναγγελθείσας συνεδρίασης την προηγούμενη φορά που είχαν μειωθεί ήταν την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001.

Κι αυτές όμως οι αντιδράσεις παρότι ξάφνιασαν τους πάντες με την αποφασιστικότητά τους, με ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά παρομοιάστηκαν από τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την επομένη, κι έδειξαν να αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα το πρόβλημα όπως φάνηκε με την ανάκαμψη των μετοχών τις επόμενες μέρες δεν έτυχαν κοινής αποδοχής! Ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς από την κατάλευκη και πένθιμη μ’ όλα αυτά Ελβετία χρησιμοποίησε μια ρήση του Κέινς και παρομοίασε την αποτελεσματικότητα των παραπάνω μέτρων με την αποτελεσματικότητα που έχει η ώθηση ενός αντικειμένου με ένα κομμάτι σκοινιού… Κορυφαίο στέλεχος της Μόργκαν Στάνλευ είπε ότι η απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας αποτελεί έναν «επικίνδυνο, απερίσκεπτο και ανεύθυνο τρόπο διοίκησης της παγκόσμιας οικονομίας». Ο Σόρος την έκρινε καθυστερημένη και από τη Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωναν ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν μια διαμετρικά αντίθετη πολιτική, υψηλών επιτοκίων για το ευρώ, κρίνοντας ότι προτεραιότητα για την Ευρώπη αποτελεί η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και όχι η αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της παροχής φθηνού χρήματος.

Οι τράπεζες μοναδικοί ωφελημένοι 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΝΕΕΣ ΦΟΥΣΚΕΣ!

 

Οι άμεσα ωφελημένοι από την μείωση των επιτοκίων που ανακοίνωσε η αμερικανική κεντρική τράπεζα την προηγούμενη Δευτέρα και από τη νέα μείωση που θα ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα είναι οι τράπεζες και κανένας άλλος. Οι τράπεζες ήταν επίσης και οι μοναδικοί ωφελημένοι από όλα τα μέτρα παροχής ρευστού που έχουν εφαρμοστεί τους τελευταίους μήνες σε ΗΠΑ και Ευρώπη ώστε να μην ξανασυμβεί χρεοκοπία ανάλογη της βρετανικής Νόρθερν Ροκ.

Με αυτό τον τρόπο όμως, παρότι αποτρέπεται ένα έμφραγμα στην πιο κεντρική αρτηρία που ρυθμίζει την κυκλοφορία ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται αλλά παρατείνεται δημιουργώντας από τώρα τους όρους για μια νέα φούσκα, όπως ακριβώς η πολιτική φθηνού χρήματος που ακολούθησε ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Γκρίνσπαν, όταν έσκαγε η φούσκα της νέας οικονομίας προετοίμασε τους όρους για τη φούσκα των ακινήτων.

Η αλήθεια είναι ότι η δημιουργία πιστώσεων (πολύ περισσότερο στο έδαφος μείωσης των πραγματικών μισθών όπως συμβαίνει όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες) μπορεί να δώσει μια σημαντική ώθηση στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να διευκολύνει την υπέρβαση πρόσκαιρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαμολύνοντας τις απότομες εναλλαγές των κύκλων. Δεν μπορεί όμως να συμβάλλει στην υπέρβαση της χρόνιας κρίσης που διέρχεται. Κι εδώ εναποτίθεται επί χρόνια τώρα στην ανεξέλεγκτη παροχέτευση πιστώσεων προς τα νοικοκυριά κυρίως, αλλά επίσης το κράτος και τις επιχειρήσεις, το καθήκον υπέρβασης των ασφυκτικών, καταστροφικών ορίων που θέτει το κεφάλαιο στην πασιφανή και ασύλληπτη δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Υπό αυτή την έννοια, η «πιστωτική ασφυξία» που έκανε την εμφάνισή της τον περασμένο καλοκαίρι, απειλώντας την ευστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν η στιγμή της κρίσης αλλά μάλλον η στιγμή της αλήθειας  για ένα βαθιά στρεβλό μοντέλο κεφαλαιακής συσσώρευσης που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα την πίστη. Αυτό φαίνεται αν δούμε το ύψος των πιστώσεων που παράγονται για κάθε δολάριο μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Παρότι από το 1950 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 παρέμεναν σταθερές γύρω στο 1,5 δολάρια, οι επιθετικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης που υιοθετούνται στο πλαίσιο της κρίσης του ’70 και παράλληλα με την ανάδυση του νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οδηγούν τη δεκαετία του ’90 τις πιστώσεις που παράγονται ανά 1 δολάριο ΑΕΠ, στα 3 δολάρια και τη χρονιά που μας πέρασε, το 2007, στα 4,5!

Μια πολιτική συνεχούς μείωσης των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα (που θα δείχνει ότι έλαβε τα δέοντα μαθήματα από την καταστροφική ιαπωνική εμπειρία που επέμενε  να κρατά υψηλά τα επιτόκια ενώ η οικονομία βούλιαζε) μπορεί να καταφέρει να διαχειριστεί την κρίση, μεταθέτοντας την επίλυσή της για το μέλλον, όπως έγινε και το 2001, δεν πρόκειται όμως να την αντιμετωπίσει.

ΒΙΑΙΕΣ ΛΥΣΕΙΣ 

Θυσία τα εργατικά δικαιώματα

ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΠΡΟΣ

 

Το πακέτο κινήτρων του Μπους θύμισε σε πολλούς το αναφωνητό του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη θέση, «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί». Εν μέρει δίκαια καθώς μια τόσο γενναία πολιτική στήριξης της ενεργού ζήτησης παραπέμπει στις καλύτερες παραδόσεις του κεϋνσιανισμού. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός πως ομάδα στόχος δεν είναι το πιο φτωχό τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού που θα κατανάλωνε την ίδια μέρα την επιταγή, μια και αυτοί δεν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις. Το περιβόητο πακέτο κινήτρων επομένως αποτελεί μια πιο διευρυμένη εκδοχή του μοντέλου «Κεϋνσιανισμού για πλουσίους» που εφαρμόζεται με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες χορηγώντας αφειδώς κρατικές ενισχύσεις στο κεφάλαιο και την αστική τάξη. Δεδομένου όμως ότι καμιά κρίση δεν είχε ως αιτία την ανεπαρκή κατανάλωση της εργατικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων (μια και τα κέρδη ή η υπεραξία καλύπτει κάλλιστα το κενό στη ζήτηση που αφήνει πίσω του ο συρρικνούμενος μισθός) ακόμη και αυτό το μέσο γρήγορα θα αποδειχθεί ανεπαρκές!

Τότε για μια ακόμη φορά τα βέλη θα στραφούν στους εργαζόμενους. Το επίπεδο των αμοιβών, το μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή η κοινωνική ασφάλιση και επίσης οι ώρες εργασίας και η έντασή της θα γίνουν αντικείμενο νέας οξύτερης επίθεσης. Όταν καταρρέουν ή κλυδωνίζονται επιχειρήσεις σύμβολα του καπιταλισμού που άντεξαν στο πέρασμα αιώνων είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι θα βάλουν ένα όριο στην επιθετικότητά τους.

Μαζί με τη βαθύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων που θα μεγεθύνει την αποσπώμενη υπεραξία ωριμάζει στην αστική τάξη και μια πολιτική πιο βίαιης εκκαθάρισης της αγοράς από προβληματικά τμήματα του κεφαλαίου που θα δώσει τον απαραίτητο ζωτικό χώρο να αναπτυχθούν τα υγιή τμήματά του. Αν απορρίπτεται στις ΗΠΑ είναι γιατί κανείς δεν ξέρει μήπως η ελεγχόμενη καύση των ξερόχορτων πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς. Όσο όμως οι άλλες λύσεις δείχνουν τα όρια τους τόσο τέτοιου τύπου επιλογές θα εμφανίζονται όλο και πιο φυσιολογικές ή αναπότρεπτες.

Οι Ευρωπαίοι, εν παρόδω, από ακριβώς αυτή την άγρια νεφιλελεύθερη θέση αρνούνται να πάρουν αντικυκλικά μέτρα και να συντονιστούν με τους Αμερικάνους. Κρατώντας τα επιτόκια του ευρώ υψηλά δεν δίνουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού όπως διατείνονται αλλά στην αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς και στην επίταση των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο νέο πλαίσιο, που δημιούργησε η ενοποίησή της. Η πολιτική του ακριβού χρήματος και της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων είναι η κατ’ εξοχήν αντιδραστική και νεοφιλελεύθερη πολιτική επιβίωσης των δυνατότερων, όσο κι αν η πρόσφατη πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν συνοδεύτηκε από μια χαλαρή πολιτική διαχείρισης που θα διευκόλυνε την επέκταση των επιχειρήσεων.

Όλοι οι παραπάνω τρόποι δείχνουν ότι προϋπόθεση για την υπέρβαση της κρίσης είναι ο βίαιος ακρωτηριασμός των απεριόριστων δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος-παραγωγός του κοινωνικού πλούτου. Η συρρίκνωση ωστόσο των δικαιωμάτων του και το «κάψιμο των ξερόχορτων» δεν αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα αλλά επιβάλλονται από έναν κοινωνικό τρόπο παραγωγής που δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών και σε αυτή τη διαδικασία η παραγωγή αξιών χρήσης και η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών είναι ένα αθέλητο παραπροϊόν αν όχι αναγκαίο κακό. Αυτή ακριβώς η βαθιά και αξεπέραστη αντίφαση, ανάμεσα στις εκρηκτικές δυνατότητες της εποχής μας και τον οπισθοδρομικό πλέον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως αποκαλύπτεται σε περιόδους κρίσης είναι που καθιστά αναγκαία την επαναστατική ανατροπή του και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, ιδιοκτησίας και διοίκησης της κοινωνίας.

Αρέσει σε %d bloggers: