Με δημοσιονομικό ολοκαύτωμα απειλεί το Τέταρτο Ράιχ (Επίκαιρα 27/5-2/6/2010)

Σε μια εκ βάθρων αναθεώρηση των όρων συγκρότησης και λειτουργίας της ευρωζώνης προχωράει το Βερολίνο όπως έγινε σαφές από τις προτάσεις που κατέθεσε ο εικονιζόμενος γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκαγκ Σόιμπλε την προηγούμενη εβδομάδα. Οι προτάσεις αυτές προβλέπουν την υιοθέτηση στο σύνταγμα κάθε κράτους μέλους της ευρωζώνης άρθρου που θα απαγορεύει την εμφάνιση δημοσιονομικού ελλείμματος, όπως ακριβώς έπραξε πέρυσι το Βερολίνο θεσπίζοντας ως ανώτατο όριο ανεκτού ελλείμματος το 0,35% του ΑΕΠ. Επίσης την αποδοχή ενός συστήματος αυστηρότατων κλιμακούμενων ποινών για όποιες χώρες εμφανίζουν ελλείμματα στον προϋπολογισμό τους. Οι κυρώσεις θα ξεκινούν από την αναστολή του δικαιώματος ψήφου για έναν χρόνο στα συμβούλια υπουργών εκείνων των χωρών που παρουσιάζουν κατ’ επανάληψη υψηλά ελλείμματα, θα περνούν στην επιβολή χρηματικών προστίμων και θα φθάνουν ακόμη και στην απομάκρυνση από την ευρωζώνη ή την ελεγχόμενη χρεοκοπία. Οι δεύτερες σκέψεις που ακολούθησαν τις δύο τελευταίες προτάσεις κι η μερική αναδίπλωση της Γερμανίας δεν αμφισβητούν, αλλά αντιθέτως υπογραμμίζουν την απόφασή της να προχωρήσει στην επιβολή των παραπάνω μέτρων, επιτρέποντας σε μερικούς την ανακούφιση ότι αποτράπηκαν τα χειρότερα. Στην πράξη ωστόσο η έξοδος από την ευρωζώνη, ακόμη κι αν δεν έχει θεσμοθετηθεί ως δυνατότητα θα αποτελεί όρο επιβίωσης για ένα κράτος που θα έχει υποστεί όλες τις προηγούμενες επώδυνες και οικονομικά καταστροφικές ταπεινώσεις.

Η επίσημη πρόταση των παραπάνω μέτρων από τον γερμανό υπουργό Οικονομικών στην Ομάδα Εργασίας που συνεδρίασε την προηγούμενη Παρασκευή στις Βρυξέλλες υπό την ευθύνη του προέδρου της ΕΕ, βέλγου Βαν Ρομπέι, έγινε δύο μέρες μετά την μονομερή και απροσδόκητη ανακοίνωση της γερμανίδας καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ ότι απαγορεύει ορισμένες ακραία κερδοσκοπικές πράξεις όπως η αγοραπωλησία «γυμνών» ασφαλίστρων κινδύνου (που δεν συνοδεύονται από την κατοχή των σχετικών τίτλων) για ομόλογα κρατών της ευρωζώνης και τις μετοχές δέκα κορυφαίων γερμανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως της Deutsche Bank, της Commerzbank και της Allianz. Η – πέρα για πέρα αναγκαία – επίδειξη πυγμής του Βερολίνου απέναντι στους κερδοσκόπους ωστόσο έχει πολλά τρωτά σημεία. Κατ’ αρχήν δεν συνιστά τον εφ’ όρου ζωής εξοστρακισμό τους από την ευρωζώνη, μια και η απόφαση της Μέρκελ θα ισχύει μέχρι τις 31 Μαρτίου του 2011. Έχει δηλαδή περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, όπως περιορισμένο χρονικό ορίζοντα είχε και μια αντίστοιχη απόφαση που έλαβαν οι αμερικανικές αρχές το 2008, στο απόγειο της κρίσης, για να ανασταλεί λίγους μήνες αργότερα και σήμερα να αποτελεί μνημείο υποχωρητικότητας των κυβερνήσεων απέναντι στις αγορές. Κατά συνέπεια η Γερμανία δεν πρωτοτύπησε. Αντίθετα μια σειρά άλλες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Γαλλία, η Αυστρία, η Ιταλία κι η Ισπανία έλαβαν πολύ πιο έγκαιρα μέτρα εναντίον των κερδοσκόπων τα οποία ισχύουν μέχρι και σήμερα. Τέλος, τα μέτρα έγιναν δεκτά ακόμη και με ειρωνικά χαμόγελα από τις αγορές επειδή όλοι ξέρουν ότι η Φρανκφούρτη διαδραματίζει περιθωριακό ρόλο στη συγκεκριμένη αγορά πολύ υψηλού κινδύνου. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού το 80% των σχετικών πράξεων συντελούνται στο Λονδίνο. Γι αυτό το λόγο κι οι Financial Times στην πρώτη τους σελίδα την προηγούμενη Παρασκευή μετέφεραν τα λόγια βρετανού κυβερνητικού αξιωματούχου που ήθελε να διατηρήσει την ανωνυμία του κι ο οποίος χαρακτήριζε την απόφαση της Μέρκελ, «φωτοβολίδα»!

Η χρονική σύμπτωση ωστόσο των δύο αποφάσεων δεν ήταν τυχαία. Ακόμη κι αν πάρουμε στα σοβαρά την επίδειξη δύναμης της Μέρκελ απέναντι στους κερδοσκόπους, η πρόθεσή της δεν ήταν απλώς να ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου, αλλά να αφαιρέσει από τις πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης άλλοθι και υπεκφυγές που τους διευκολύνουν να μην βάζουν το μαχαίρι στην πληγή των ελλειμμάτων, με τον τρόπο που απαιτεί το Βερολίνο, αναβάλλοντας την εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων! Αφετηριακό σημείο για την Γερμανία είναι ότι η αιτία της τρέχουσας κρίσης έγκειται στην ατολμία των κυβερνήσεων και τη ροπή τους για σπατάλες. Σχόλιο που δημοσιεύτηκε στην αγγλόφωνη ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Spiegel έθετε το θέμα όσο πιο ωμά γινόταν: «Τώρα είμαστε στο δεύτερο μέρος της κρίσης, που ξεδιπλώνεται στην Ευρώπη με τα κύματα του σοκ να ταξιδεύουν για μια ακόμη φορά σε όλο τον κόσμο. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιτέλους αναλαμβάνουν δράση. Αλλά αυτό που έχουν στο μυαλό τους, από το φόρο στις μετακινήσεις κεφαλαίων μέχρι τους περιορισμούς στα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνων, δεν έχουν καμιά σχέση με την τραπεζική κρίση, ούτε την κρίση του ευρώ. Είναι οι ίδιες οι κυβερνήσεις που ευθύνονται γι αυτή τη δεύτερη κρίση, δεν είναι ούτε οι τραπεζίτες, ούτε οι κερδοσκόποι. Αυτές απέτυχαν να τοποθετήσουν το κοινό νόμισμα σε μια στέρεη πολιτική και οικονομική βάση. Δεν μετέτρεψαν τη νομισματική ένωση σε μια πανίσχυρη οικονομική ένωση. Ανέχτηκαν τις απάτες της Ελλάδας και διατηρούν τα δικά τους τεράστια χρέη, που τώρα περιορίζουν τις δυνατότητές τους. Ένας τρόπος μόνο υπάρχει για έξοδο από την κρίση του ευρώ. Οι χώρες της ευρωζώνης πρέπει να επανακτήσουν την εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αλλά αυτό είναι δυνατόν μόνο αν εξυγιάνουν τους προϋπολογισμούς τους. Μόνο αν μειωθούν σημαντικά τα ελλείμματα οι – ρυθμισμένες – χρηματοπιστωτικές αγορές θα επανακτήσουν σταθερότητα. Μόνο υπό αυτές τις συνθήκες οι μεγάλες επενδυτές – τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία – θα αρχίσουν να αγοράζουν ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα. Αυτοί, κι όχι οι κερδοσκόποι εναντίον των οποίων η πολιτική τάξη κήρυξε πόλεμο, είναι οι μόνοι που στην πραγματικότητα κινούν τις αγορές».

Δεν υπάρχει πιο ανυπόστατη, μεροληπτική και ψευδής ανάγνωση της πραγματικότητας, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της πολιτικής, από την παραπάνω θέση, ότι για τα ελλείμματα ευθύνονται οι κυβερνήσεις. Το ομολογούν πλέον ακόμη και βαθιά συντηρητικοί αναλυτές όπως ο Σαμουέλ Μπριτάν των Financial Times, μαθητής του Μίλτον Φρίντμαν και θαυμαστής της Μάργκαρετ Θάτσερ. Έγραφε ενδεικτικά στη στήλη του την προηγούμενη Παρασκευή, πως ακόμη κι οι «αναλυτές του ΔΝΤ πιστεύουν πως το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής επιδείνωσης στις πιο προηγμένες χώρες δεν προέρχεται από τις ανεύθυνες κρατικές σπατάλες… αλλά είναι άμεσο αποτέλεσμα της ύφεσης».

Τούτου δοθέντος, ότι η ύφεση προκάλεσε τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό (κι όχι το αντίθετο ότι δηλαδή τα ελλείμματα ευθύνονται για την ύφεση), η συνταγή του Τέταρτου Ράιχ για μείωση των ελλειμμάτων ισοδυναμεί με λάδι στη φωτιά! Κατ’ αρχήν αποτελεί μια ριζική αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, εφάμιλλης σημασίας με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, που θα έπρεπε να περάσει από δημοψηφίσματα για να ενσωματωθεί στις αρχές λειτουργίας της ευρωζώνης. Η Γερμανία όμως, σε συνεννόηση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές ελίτ, επειδή ξέρει ότι αν αυτή η μεταρρύθμιση τεθεί υπό την έγκριση των λαών θα αποδοκιμαστεί με συντριπτικά ποσοστά κι όλη η Ευρώπη θα ξεσηκωθεί εναντίον των δημοσιονομικών πάντσερ καίγοντας τις γερμανικές σημαίες με το ίδιο πάθος που έκαιγε σύμβολα και σημαίες των χιτλερικών, θα επιχειρήσει να το επιβάλει χωρίς καν συζήτηση. Παρότι συνιστά ουσιώδη μεταβολή των όρων λειτουργίας της νομισματικής ενοποίησης.

Ο ουσιώδης χαρακτήρας σχετίζεται με το γεγονός ότι παραβιάζεται πλέον κατάφωρα η εθνική κυριαρχία. Για να το πούμε απλά: Αν ο κρατικός προϋπολογισμός της Ελλάδας πριν πει στην ελληνική Βουλή, έχει περάσει κι εγκριθεί από τη γερμανική βουλή και στη Βουλή έρθει η γερμανική βερσιόν – αυτό ακριβώς απαιτούν οι Γερμανοί, τότε το ελληνικό σύνταγμα θα έχει μετατραπεί σε κουρελόχαρτο. Οι βουλευτές θα είναι διακοσμητικά στοιχεία. Οι Γερμανοί θα έχουν καταστήσει το ελληνικό σύνταγμα σε κενό γράμμα, σε ένα πουκάμισο αδειανό, που θα αφορά μόνο σχολαστικούς φοιτητές της Νομικής. Τα δε κοινωνικά δικαιώματα των ελλήνων εργαζομένων παρανάλωμα! Δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι αν αποφασίζουν οι γερμανοί βουλευτές για τον ελληνικό προϋπολογισμό, δηλαδή για τις αυξήσεις που θα πάρουν οι συνταξιούχοι και τα κονδύλια που θα δοθούν για την υγεία και την παιδεία, τότε όλη η Ελλάδα θα μετατραπεί σ ένα απέραντο κοινωνικό Δίστομο.

Κι όχι μόνο η Ελλάδα. Τα μέτρα του Τέταρτου Ράιχ απειλούν την Ευρώπη με νέο όλεθρο γιατί η λογική που τα διέπει είναι ίδια με την λογική που διαπερνούσε τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης που πρότεινε ο αμερικανός πρόεδρος Χέρμπερτ Χούβερ τη δεκαετία του ’30 προκαλώντας την βαθύτερη κρίση όλων των εποχών και ουρές χιλιομέτρων στα συσσίτια ανέργων και  απόρων. Το αποτέλεσμά τους θα είναι εκτόξευση της ανεργίας σε δυσθεώρητα ποσοστά, πολύ άνω του 20%, βαθιά και χρόνια ύφεση, και το χειρότερο εκτόξευση του χρέους (που ακόμη και το ΔΝΤ προβλέπει ότι θα φτάσει το 149% το 2012!) όπως και του ελλείμματος που θα προκαλείται από την άλωση του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας από τις γερμανικές εισαγωγές. Μια ευκολία που δεν θα υπήρχε χωρίς το ευρώ, αν ήταν εφικτή η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Ένα φαύλος κύκλος, που ως σημείο εκκίνησης έχει την απαίτηση του Βερολίνου να μετατρέπει την οικονομία της Ελλάδας σε συντρίμμια και ταυτόχρονα το κόστος να μεταβιβάζεται για μια ακόμη φορά στους συνταξιούχους!

Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, κερδοσκόποι και ΔΝΤ σε πλήρη συγχρονισμό (Πριν, 2/5/2010)

Εικονική ήταν η έκρηξη των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων καθώς δεν σημειώθηκαν καν αγοραπωλησίες!

Τίποτε! Ούτε μία κίνηση της κυβέρνησης δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματική κι αντίστοιχη των αρχικών της δηλώσεων και ονομαστικών προθέσεων. Ας θυμηθούμε την απόφαση στη σύνοδο κορυφής των 16 στις 25 Μαρτίου που θα κατατρόπωνε τους κερδοσκόπους. Το περίφημο όπλο στο τραπέζι που θα τρόμαζε όσους μας επιβουλεύονται. Ας πάμε μετά στην εξαγγελία της προσφυγής στο ΔΝΤ από το Καστελόριζο που κι αυτή επίσης θα δημιουργούσε ένα τείχος προστασίας της Ελλάδας. Κι ως επιστέγασμα ας πάρουμε την δήλωση του Παπακωνσταντίνου από την Ουάσινγκτον ότι «οι κερδοσκόποι θα χάσουν και τα πουκάμισά τους». Το αποτέλεσμα ήταν η κυβέρνηση να χάσει ακόμη πιο πολύτιμο ρουχισμό. Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη για την αναποτελεσματικότητα των πρωτοβουλιών της και του χάσματος που χωρίζει τα λόγια και τα έργα της;

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η σφοδρότητα των κερδοσκοπικών επιθέσεων και το κλίμα πανικού που προκάλεσαν κατά την εβδομάδα που πέρασε ήταν αντιστρόφως ανάλογες του αληθινού τους αντίκτυπου. Στην πραγματικότητα δηλαδή ουδέποτε συνέβησαν! Ειδικότερα, η περίφημη άνοδος των σπρεντς την Πέμπτη κατά δέκα ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες (ή κατά 1.000 μονάδες βάσης για να σπέρνεται μεγαλύτερος πανικός) ήταν πομφόλυγα καθώς δεν συνέβη απλώς στη δευτερογενή αγορά όπου τα ομόλογα αλλάζουν χέρια μεταξύ τραπεζών και κερδοσκόπων οπότε οι τιμές που διαμορφώνονται δεν έχουν καν ενδεικτική σημασία για τις τιμές με τις οποίες θα απορροφούνταν  νέες εκδόσεις ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Την Τετάρτη συνέβη κάτι πολύ πιο ακραίο. Η εκτόξευση του επιτοκίου στις 10 μονάδες αφορούσε μία προσφορά η οποία δεν βρήκε καν αγοραστή, η οποία δηλαδή δεν κατέληξε σε αγοραπωλησία. Τα πρωτοσέλιδα και οι κραυγές πανικού κατά συνέπεια δεν δικαιολογούνταν με κανένα τρόπο. Ήταν σαν να βγαίνει κάποιος και να δηλώνει ότι αγοράζει την Εθνική Τράπεζα έναντι 1.000 ευρώ, στη συνέχεια να τον γράφουν όλοι εκεί που του αξίζει και στη μετά όμως όλοι να συζητούν ότι η τιμή της Εθνικής έπεσε στα 1.000 ευρώ.

Το παράδειγμα της Πέμπτης δεν ήταν το μοναδικό. Όλες αυτές τις μέρες που καλλιεργείται κλίμα τρόμου κανένα επιτόκιο δεν αφορούσε εκδόσεις του ελληνικού δημοσίου, αλλά πράξεις μεταπώλησης. Η φημολογία μάλιστα ήρθε να συγκαλύψει και να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την πρωτοφανή αυθαιρεσία της κυβέρνησης, που την καθιστά υπόλογη, να προσφύγει στον μηχανισμό χωρίς πρώτα να έχει δοκιμάσει τις αντοχές των ελληνικών ομολόγων στην ελεύθερη αγορά. Έτσι, οι κερδοσκοπικές επιθέσεις αποτέλεσαν βούτυρο στο ψωμί του ΠΑΣΟΚ και των ιμπεριαλιστικών κέντρων που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα, καλύτερα τους έλληνες εργαζόμενους, ως δοκιμαστικό σωλήνα του νέου εργασιακού Μεσαίωνα που απεργάζονται.

Γι αυτό το λόγο κι η κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε με την προσήκουσα σοβαρότητα τις πραγματικές προκλήσεις της προηγούμενης εβδομάδας, που μέχρι ενός βαθμού διαμόρφωσαν το ρευστό κλίμα. Αναφερόμαστε συγκεκριμένα σε δύο γεγονότα. Την υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων την Τρίτη από την Στάνταρ εντ Πουρ’ς κατά τρεις βαθμίδες, γεγονός όχι και τόσο συνηθισμένο, και τα καψώνια των Γερμανών.

Η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων είναι αποτέλεσμα δύο συνισταμένων: Της πραγματικής ανησυχίας που υπάρχει για το χρέος του «μεσογειακού κλαμπ» και κατά δεύτερο, της αλητείας στην οποία κατ’ επάγγελμα επιδίδονται οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικών κινδύνων. Την ίδια αυτή εβδομάδα που η… Προυτς και Προυτς (κατά Γ. Τράγκα) έστελνε στα Τάρταρα τα ελληνικά ομόλογα, η αμερικανική Γερουσία και σύσσωμος ο αγγλοσαξονικός Τύπος περνούσαν… γενεές δεκατέσσερις αυτές τις εταιρείες χαρακτηρίζοντας τις υπαίτιες της άγριας κερδοσκοπίας που εξέθρεψε τη φούσκα της αμερικανικής κτηματικής αγοράς. «Η έρευνα της Γερουσίας που ξεκίνησε το Νοέμβρη του 2008, βρήκε ότι η Στάνταρ εντ Πουρ’ς κι η Μούντις είχαν χρησιμοποιήσει ανακριβή μοντέλα αξιολόγησης από το 2004 μέχρι το 2007 που απέτυχαν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφέρονταν τα υψηλού κινδύνου κτηματικά δάνεια, επέτρεψαν τις ανταγωνιστικές πιέσεις να επηρεάζουν τις αξιολογήσεις τους και απέτυχαν να επαναδιατυπώσουν παλιότερες αξιολογήσεις τους μετά την βελτίωση των μοντέλων τους το 2006». Αυτά έγραφαν οι Νιου Γιορκ Τάιμς το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Την ίδια δε μέρα που υποβάθμιζαν τα ελληνικά ομόλογα, την Τρίτη 27 Απριλίου, ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, έγραφε για τα κατορθώματα τους τα εξής στη στήλη του, στην ίδια εφημερίδα: «Δεν πρόκειται για υπερβολή. Απ’ όσες ομολογίες υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων εκδόθηκαν το 2006 και αξιολογήθηκαν με ΑΑΑ το 93% – ναι το 93%! – έχει τώρα υποβαθμιστεί σε επίπεδο σκουπιδιού». Θα μπορούσε επομένως η κυβέρνηση αξιοποιώντας την ανυποληψία τους και την οργή που υπάρχει εναντίον τους να αμφισβητούσε την ανακοίνωσή τους, υπερασπιζόμενη τα ελληνικά ομόλογα – κάτι που έκανε ακόμη κι ο Όλι Ρεν λέγοντας «και ποια είναι η Στάνταρ εντ Πουρ’ς;»… Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ όμως που είχε κάθε έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει δημόσια την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία τους δεν το έπραξε, λες και τα στενά πολιτικά της συμφέροντα συμβάδιζαν με τα συμφέροντα όσων είχαν επενδύσει στη χρεοκοπία της Ελλάδας, τοποθετούμενοι στην αγορά των ασφαλίστρων κινδύνου!

Η υποβάθμιση των ελληνικών ομολόγων, πέρα από το ότι διευκολύνει την εφαρμογή των αντεργατικών μέτρων, συνιστά βαρύ πλήγμα στο ευρώ, καθώς αμφισβητείται η αξία των βουνών ομολόγων που έχει συγκεντρώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως ενέχυρο παρέχοντας ρευστότητα στις εμπορικές τράπεζες της ευρωζώνης την τελευταία διετία. Για αυτόν πιθανά το λόγο κι ο αρμόδιος επίτροπος της ΕΕ επιτέθηκε φραστικά εναντίον της αμερικανικής εταιρείας αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου.

Η υποβάθμιση ωστόσο του ελληνικού χρέους εκφράζει και βαθύτερες ανησυχίες για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως έδειξε κι η υποβάθμιση τις επόμενες μέρες της πιστοληπτικής ικανότητας της Πορτογαλίας κατά δύο μονάδες, που οδήγησε τα επιτόκια της Πορτογαλίας στο ιστορικό ρεκόρ του 6,9% (χωρίς ωστόσο η Λισσαβόνα να ζητήσει την συνδρομή του μηχανισμού ΕΕ – ΔΝΤ όπως έκανε η Αθήνα υπό τις ίδιες συνθήκες) και της Ισπανίας κατά μία. Οι εναγώνιες προσπάθειες που κατέβαλλαν και οι δύο χώρες της Ιβηρικής να διαβεβαιώσουν τις αγορές ότι δεν… είναι Ελλάδα, δεν στάθηκαν ικανές να πείσουν ότι το δημόσιο χρέος τους είναι ελέγξιμο. Οι ανησυχίες ήταν πολύ μεγαλύτερες στο βαθμό που αν τα μεγέθη της Πορτογαλίας είναι συγκρίσιμα με της Ελλάδας, δηλαδή αμελητέα, σε βαθμό για τη διάσωσή της να αρκούν… μόλις 40 δισ. ευρώ για την Ισπανία δεν ισχύει το ίδιο. Είναι η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης κι οι χρηματοοικονομικές της ανάγκες φτάνουν τα 350 δισ. ευρώ!

Και πάλι εδώ τίθεται το ερώτημα: Ποιο μέρος της ανησυχίας είναι πραγματικό και πιο υποκινείται από την κερδοσκοπία; Καμιά ερμηνεία δεν είναι αυθαίρετη. Αυτά που μετά βεβαιότητας όμως μπορούν να ειπωθούν είναι δύο. Κατ’ αρχήν ότι αν οι ΗΠΑ λόγω μεγεθών και δυνατότητας μεταφοράς της κρίσης στο εξωτερικό, μέσω του δολαρίου, μπόρεσαν να αφομοιώσουν με σχετικά ανώδυνο μέχρι στιγμής τουλάχιστον τρόπο στον κρατικό τους προϋπολογισμό τα δισ. δολάρια που ανέλαβαν για να σώσουν τις τράπεζες, δεν ισχύει το ίδιο και στην Ευρώπη. Τα εύθραυστα κράτη του ευρωπαϊκού νότου, που είδαν τις δομικές τους αδυναμίες να οδηγούνται σε παροξυσμό στο πλαίσιο της νομισματικής ενοποίησης, βλέπουν τώρα υπό το βάρος της κρίσης τα θεμέλιά τους να τρίζουν κατά πρωτοφανή τρόπο. Κατά δεύτερο, ακόμη κι αυτοί οι τριγμοί της τελευταίας εβδομάδας θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν η Γερμανία ακολουθούσε μια περισσότερο συνετή πολιτική. Η Γερμανία φταίει, με άλλα λόγια, και γι αυτό τον παροξυσμό της κρίσης δεδομένης της καθυστέρησής της να εκταμιεύσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη της Ελλάδας, αλλά και των σαθρών θεμελίων της απόφασης που επέβαλε το Βερολίνο στις 25 Μάρτη στους 16 της ευρωζώνης. Τόσο σαθρό, ώστε μόλις τώρα κατάλαβαν πως με την ρήτρα τριετούς αποπληρωμής που έθεσαν για να μη χάσουν τα λεφτά τους, τα χρήματα που χρειάζεται η Ελλάδα δεν είναι 45 δισ. ευρώ (30 δισ. από την ευρωζώνη και 15 από το ΔΝΤ) αλλά 135! Συγγνώμη λάθος σαν να είπαν πέσαμε 90 δισ. έξω, κι αυτό όχι από τα λόγια κάποιου άσχετου, αλλά του υπουργού Οικονομίας της Γερμανίας!

Τα πράγματα για τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου είναι ακόμη χειρότερα γιατί δεν αποκλείεται στο άμεσο μέλλον το Βερολίνο, λόγω της σαφούς βελτίωσης που εμφανίζουν όλα τα οικονομικά του μεγέθη, να επιβάλλει στην ΕΚΤ αύξηση των επιτοκίων του ευρώ, ώστε να προλάβει πιθανή άνοδο του πληθωρισμού! Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποτελέσει τη χαριστική βολή για τις κλυδωνιζόμενες οικονομίες του νότου, που θα βυθιστούν σε μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση.

Ίσως γι αυτό το λόγο οι γερμανοί τραπεζίτες να προκρίνουν το σενάριο της αναδιάρθρωσης ή αναδόμησης του δημόσιου χρέους της Ελλάδας – και όχι μόνο. Σενάριο που έρχεται να διασφαλίσει την είσπραξη των 27 δισ. που έχουν να λαβαίνουν οι Γερμανοί από τοποθετήσεις τους σε ελληνικά ομόλογα και δεν έχει καμία σχέση με το εργατικό, δημοκρατικό αίτημα της επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους. Η διαφορά γίνεται σαφής αν δούμε τις λεπτομέρειες. Το πιο σοβαρό σενάριο αναδιάρθρωσης που βγήκε στον Τύπο (από την Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν την Δευτέρα 26 Απρίλη) προβλέπει την αυτόματη μετατροπή των ομολόγων πενταετούς διάρκειας σε δεκαετή, με το ίδιο επιτόκιο, 6% κατ’ έτος, που είναι σημαντικό υψηλότερο του συνήθους δεκαετούς. Η αναδιάρθρωση με άλλα λόγια θα κάνει ακόμη πιο εξοντωτική για τους φορολογούμενους την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Οργή για τους τραπεζίτες (Περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ ΝΤΑΒΟΣ

ΣΕ ΡΟΛΟ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ 

Επισήμως, το θέμα που επιλέχτηκε να συζητηθεί στις φετινές εργασίες του Νταβός ήταν «Βελτιώνοντας την κατάσταση του κόσμου: Επανεξέταση, επανασχεδιασμός, ανοικοδόμηση». Ανεπισήμως, το θέμα περιγράφτηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal, αντανακλώντας το κλίμα των συζητήσεων, μια μέρα μετά την επίσημη λήξη των εργασιών: «Σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»!

Το κέντρο βάρους της φετινής συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απείχε σημαντικά από τον δυτικό κόσμο που αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης. Η σύνοδος του 2010 που διήρκεσε από τις 27 έως τις 31 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή 2.500 ατόμων, σφραγίσθηκε από τον περιορισμό του ειδικού βάρους των γνωστών και μη εξαιρετέων υπερανεπτυγμένων κρατών στην παγκόσμια οικονομία και την ανάδυση των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών, που καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο. Ορισμένα μεγέθη επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ομάδα των επτά πλουσιοτέρων κρατών, το περίφημο G7, το 1976 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ ισοδυναμούσε με 6,3 τρισ. δολ.) παρήγαγε το 61,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ο υπόλοιπος κόσμος το εναπομείναν 38,1%. Το 1990 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 21,8 τρισ. δολ.) το μερίδιο του G7 είχε αυξηθεί στο 66,2%. Το 2008 (όταν το ΑΕΠ του κόσμου ανερχόταν σε 60,6 τρισ. δολ.) η τάση ανόδου είχε αντιστραφεί πλήρως και στο G7 αντιστοιχούσε το 52,8%. Το μερίδιο δε των υπόλοιπων 13 χωρών που απαρτίζουν σήμερα το G20 από 24,3% που ήταν το 1990, το 2008 έφθασε το 34,6%. Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορούσαν να αγνοούνται; Η νέα αυτή πραγματικότητα που έδωσε την ώθηση γα την δημιουργία του G20 και τον παροπλισμό του G7 εκφράστηκε, αν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τουλάχιστον εμφανώς στη σύνοδο του φετινού φόρουμ του οποίου ηγείται ο Κλάους Σβαμπ. Για παράδειγμα τα μέλη των αντιπροσωπειών των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – (και συχνά περιγράφονται με το αρκτικόλεξο BRIC) υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2005, φθάνοντας τους 237 κι αποτελώντας το 10% των αντιπροσώπων.

Ενδεικτικό στοιχείο για το αυξανόμενο ενδιαφέρον με το οποίο γίνονται δεκτές οι διάφορες ομάδες αναπτυσσομένων χωρών είναι κι η θαυμαστή πορεία που καταγράφουν διάφορα αρκτικόλεξα όπως για παράδειγμα το BRITVIC, όπου μεταξύ της Βραζιλίας και της Ρωσίας από τη μια και της Ινδίας και της Κίνας από την άλλη παρεμβάλλονται οι χώρες Ταϊβάν, Βιετνάμ και Ινδονησία. Ή, το CIVETS που περιγράφει τις χώρες Κολομβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Αίγυπτο, Τουρκία και Νότα Αφρική.

Τα ομαδικά πυρά κατά των τραπεζιτών εξαπολύθηκαν πριν απ’ όλους από τον γάλλο πρόεδρο, που έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία από πολλούς εκπροσώπους χαρακτηρίστηκε προεκλογική κι ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους του φόρουμ αλλά στους γάλλους ψηφοφόρους που σε έξι σχεδόν εβδομάδες θα όδευαν για τις κάλπες των δημοτικών εκλογών. Λαϊκιστής με άλλα λόγια, χαρακτηρίστηκε ο Νικολά Σαρκοζύ, όπως συνηθίζεται σε όσους πολιτικούς, όχι μόνο της Αριστεράς όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν αλλά ακόμη και της πιο καθαρόαιμης Δεξιάς, αποκλίνουν από τον επίσημο λόγο, εκφράζοντας τις λαϊκές ανησυχίες. Ο γάλλος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να προαναγγείλει πως θα αξιοποιήσει την προεδρία του G20 που θα έχει το Παρίσι τον επόμενο χρόνο, το 2011, για να συγκροτήσει ένα νέο νομισματικό σύστημα. «Χρειαζόμαστε ένα νέο Μπρέτον Γουντς», ήταν τα λόγια του παραπέμποντας στην ιστορική διάσκεψη του Νιου Χαρμσάιρ το 1944 όταν τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής νομισματικής αρχιτεκτονικής. «Δεν μπορούμε να έχουμε από την μεριά μια πολυπολική τάξη κι από την άλλη ένα και μόνο αποθεματικό νόμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο» τόνισε, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Στην ομιλία του επίσης, αφού περιέγραψε την κρίση των τελευταίων ετών ως «κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης» ζήτησε τον διεθνή συντονισμό ώστε να εφαρμοστεί ένα ασφαλές κι αξιόπιστο πλαίσιο ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Πως μπορούμε σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τρεις φορές περισσότερα κεφάλαια για να καλύπτουν τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους και να μη ζητούμε το ίδιο από τις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες», αναρωτήθηκε.

Στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τράπεζες βρέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση που διχάζει τις ΗΠΑ κι όχι μόνο για την επαναφορά του νόμου Glass Steagall του 1932, με τον οποίο διαχωρίζονται οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, ώστε τα ρίσκα που αναλαμβάνουν οι τελευταίες να μην θέτουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός που επιχειρείται να επανέλθει σήμερα από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα καταργήθηκε το 1999 επί Μπιλ Κλίντον. Σφοδρότεροι δε επικριτές του είναι οι τραπεζίτες και τα ευρύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πέρυσι παρακάλαγαν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τον κρατικό κορβανά και να οικειοποιηθούν τα λεφτά των φορολογουμένων για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Και φέτος, προκαλούν εκ νέου με τα μυθικά μπόνους που διανέμουν στα πρωτοκλασάτα στελέχη τους. Για παράδειγμα, η ασφαλιστική εταιρεία American International Group (AIG) που την άνοιξη του 2008 έλαβε από το αμερικανικό κράτος 180 εκ. δολάρια για να σωθεί από την κατάρρευση, μόλις πριν λίγες εβδομάδες διένειμε στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προκάλεσαν την ουσιαστική της χρεοκοπία με τις άστοχες επενδύσεις στα υψηλού ρίσκου παράγωγα, μπόνους ύψους 100 εκ. μπόνους. Έτερο παράδειγμα, το μπόνους ύψους 16 εκ. δολ. που πήρε υπό τη μορφή μετοχών ο διευθυντής της JPMorgan η οποία μόλις την άνοιξη του 2008 έλαβε από το κράτος 25 δισ. δολ. για να μη χρεοκοπήσει. Πως μετά να μη φτάνει όχι ο Φιντέλ Κάστρο ή ο Ούγκο Τσάβες αλλά η Wall Street Journal, που αποτελεί βίβλο των αμερικανών τραπεζιτών, να λέει «σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»; Το ολότελα διαφορετικά κλίμα που έχει διαμορφωθεί απέναντι στους τραπεζίτες μετά την κρίση αποτυπώθηκε, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, από τον πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων όταν ρωτήθηκε κατά την έξοδό του από μια συζήτηση στο Νταβός κατά πόσο προτίθενται να συνεργαστούν οι τραπεζίτες για να συμφωνηθούν με ένα συναινετικό τρόπο οι όροι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. «Ποιος νοιάζεται; Δεν επαφίεται σ’ αυτούς. Αν έχουν κάποιες προτάσεις θα τις ακούσουμε», ήταν η απίστευτα περιφρονητική απάντησή του όπως μεταφέρθηκε από τους απεσταλμένους της International Herald Tribune τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου.

Παρόλα αυτά το «κόντυμα» των τραπεζιτών κι οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για να τεθεί ένα όριο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία τους δυστυχώς δεν συνάδει με κινήσεις στην ίδια την οικονομία που θα έδιναν ώθηση στον λεγόμενο παραγωγικό τομέα, σηματοδοτώντας μια αντιστροφή στον υδροκεφαλισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα τέθηκε με πειστικότατο τρόπο από τον πρόεδρο της Ισλανδίας, ο οποίος πρόσφατα είπε ένα περήφανο όχι στην Αγγλία και την Ιρλανδία, αρνούμενος να πληρώσει το ισλανδικό δημόσιο τις αποζημιώσεις που έδωσαν σε όσους πολίτες τους έχασαν από τη χρεοκοπία της ισλανδικής τράπεζας, Icebank. «Για τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ η Ισλανδία προσφέρει σημαντικά μαθήματα», ήταν τα λόγια του. «Αν ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνει υπερβολικά δυνατός θα απορροφήσει τα αναγκαία ταλέντα για να καταστεί ο παραγωγικός τομέας ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια αγορά. Ένας εκρηκτικά αναπτυσσόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη. Η Ισλανδία όμως δείχνει ότι μακροχρόνια επισείει κινδύνους».

Η τεράστια αξία των επισημάνσεων του ισλανδού προέδρου επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές που συντελέστηκαν στον χάρτη της αμερικανικής οικονομίας την τελευταία διετία και συνεχίζουν να συντελούνται στο έδαφος της κρίσης, που ως κοινή συνισταμένη έχουν την ακόμη εντονότερη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής στο εσωτερικό της χώρας. Με βάση ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις 4 Φεβρουαρίου η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ στην κλωστοϋφαντουργία, τις εκτυπώσεις, τα έπιπλα, τους κινητήρες αυτοκινήτων και τα πλαστικά μόνο το 2009 συρρικνώθηκε σε ένα χρόνο από 7% μέχρι 2%. Η παραγωγική οικονομία των ΗΠΑ δηλαδή βγαίνει από την κρίση πολύ πιο αδυνατισμένη και ασθενής! Μία απ’ τα ίδια επομένως, καθώς φαίνεται πως οι αιτίες που συνέβαλαν, αν δεν οδήγησαν στη σημερινή κρίση, αναπαράγονται!

Κοινός τόπος μεταξύ όλων σχεδόν των ομιλητών στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, όπως μεταφέρθηκαν οι τοποθετήσεις τους από τον διεθνή Τύπο, ήταν επίσης κι η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρότι μάλιστα είναι δεδομένο πως τα χειρότερα είναι πίσω. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν άνοδο του ΑΕΠ της τάξης του 3,9% για φέτος και 4,3% για το 2011. Για τις ΗΠΑ ειδικότερα προβλέπουν άνοδο 2,7% φέτος και 2,4% του χρόνου, ενώ για την ευρωζώνη 1% φέτος και 1,6% το 2011. Ο κίνδυνος ωστόσο για τις 16 χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούν το ενιαίο νόμισμα είναι να εισέλθουν στη νέα φάση χωρισμένες στα δύο: από την μια αυτές που θα βλέπουν το ΑΕΠ τους να αυξάνεται έστω και ράθυμα κι από την άλλη αυτές που θα βουλιάζουν στην κρίση για ένα με δύο χρόνια ακόμη (βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.α.) με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες και στην οικονομία. Ειρήσθω εν παρόδω, δεν περνάει απαρατήρητο ότι η Ευρώπη που μέσα από την κρίση έβλεπε την δυνατότητα βελτίωσης της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εξέρχεται πιο βαριά τραυματισμένη από τις συμπληγάδες της, με τον νέο πολυ-πολικό κόσμο να αποδεικνύεται πολύ πιο αφιλόξενος για τις διεθνείς της φιλοδοξίες. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία, επιβεβαιώνει την υποβάθμισή της η οποία μάλιστα συμπίπτει με τη επικύρωση και την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τον διορισμό προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις της. Επανερχόμενοι στο διεθνές πλαίσιο των ζοφερών προβλέψεων, οι σημαντικότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του Νταβός συμφώνησαν πως τα δημοσιονομικά μέτρα, με τα οποία το κράτος στήριξε τον δοκιμαζόμενο ιδιωτικό τομέα, δεν πρέπει να διακοπούν υπό το φως των θετικών εξελίξεων γιατί τότε αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης ή βύθισης. Την άποψη αυτή υποστήριξε δημόσια κι ο γάλλος διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, παροτρύνοντας τα κράτη μέλη του να συνεχίσουν να έχουν το χέρι στην τσέπη. Ο αναντικατάστατος ρόλος των κρατικών μέτρων στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας (με βαρύτατες προφανώς συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά) επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του ιδιωτικού δανεισμού που όλες τις τελευταίες δεκαετίες στήριζε την χειμαζόμενη – λόγω παρατεταμένης λιτότητας – ιδιωτική κατανάλωση. Μέχρι το 2007 για παράδειγμα τα κτηματικά δάνεια ανέρχονταν στο 73% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και στο 81% του ΑΕΠ στην Αγγλία, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός στις επιχειρήσεις ισοδυναμούσε με το 46% του ΑΕΠ στην Αγγλία και το 36% στις ΗΠΑ. Στη βάση των παραπάνω «θα πρέπει να περιμένουμε πολλά χρόνια μείωσης του χρέους σε συγκεκριμένους τομείς ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κι αυτή η διαδικασία θα ασκήσει ένα αξιοσημείωτο εμπόδιο στην αύξηση του ΑΕΠ», αναφερόταν σε έκθεση διεθνούς οικονομικού ινστιτούτου που μετέφερε η βρετανική Guardian Weekly στις 22 Ιανουαρίου. Ταυτόχρονα άπαντες επίσης συμφωνούν πως δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική μηδενικών επιτοκίων καθώς έχει αρχίσει να δημιουργεί νέου τύπου φούσκες στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου καταλήγει το «τσάμπα χρήμα». Ενδεικτικά αναφέρθηκε πως οι διεθνείς ροές κεφαλαίου από 435 δισ. δολ. το 2009 αναμένεται φέτος να φθάσουν τα 722 και το 2011 να ξεπεράσουν τα 800 δισ. – πραγματική πλημμυρίδα ρευστού που αναστατώνει τις εθνικές οικονομίες οδηγώντας χώρες όπως η Βραζιλία να επιβάλουν φόρο στις βραχυπρόθεσμες κεφαλαίου, διώχνοντας έτσι τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Μια άνοδο των επιτοκίων όμως από την ΕΚΤ ή τη FED θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των απαισιόδοξων προβλέψεων, που γίνονται ακόμη ζοφερότερες από την εκτίναξη της ανεργίας στο 10% σε χώρες όπως η Αμερική για παράδειγμα, τίθεται υπό αίρεση ακόμη κι η διαπίστωση του Λόρενς Σάμερς, επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, ότι είμαστε στο μέσον μιας περιόδου «στατιστικής ανάκαμψης και ανθρώπινης ύφεσης»…

Υποκρισία τα μέτρα ρύθμισης των αγορών από ΗΠΑ και ΕΕ (Μετροπόλιταν, 28/6/2009)

Κενά περιεχομένου είναι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από τον Μπαράκ Ομπάμα και τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, με μια μέρα διαφορά, για να πάψει η αδιαφάνεια και ο αχαλίνωτος τζόγος στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η αδικαιολόγητη έκρηξη της τιμής του πετρελαίου και των τροφίμων αποδεικνύουν ότι η κερδοσκοπία ζει και βασιλεύει…

 Η «εκδίκηση των κερδοσκόπων» θα μπορούσαν να τιτλοφορούνται οι προτάσεις που ανακοινώθηκαν από Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες για τη ρύθμιση της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τα μέτρα ελέγχου των αγορών αναμένονταν εδώ και καιρό, απ’ όταν για την ακρίβεια η έκρηξη της κρίσης έφερε στην επιφάνεια έναν παράλληλο ή σκιώδη όπως χαρακτηρίστηκε τραπεζικό τομέα, που στο πλαίσιο του τουλάχιστον στις ΗΠΑ συντελούταν το ήμισυ των τραπεζικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας του Ομπάμπα, Τίμοθυ Γκάιθνερ, και στην ακτίνα δράσής του ίσχυαν οι νόμοι της άγριας Δύσης: ελάχιστες υποχρεώσεις, ακόμη λιγότερες εγγυήσεις και καμιά διαφάνεια. Η τάξη λοιπόν σε αυτό τον τομέα αποτέλεσε κοινό τόπο για τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς ως ένα στοιχειώδες μέτρο άμυνας που θα αποτρέψει την επανάληψη ανάλογων κρίσεων όπως αυτή που συνέβηκε στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων κτηματικών δανείων παρασύροντας στη συνέχεια στην άβυσσο τραπεζικούς κολοσσούς, μεταποιητικές επιχειρήσεις, ακόμη και κράτη όπως την Ισλανδία κι εσχάτως τη Λετονία.

Προς απογοήτευση των πάντων την Τετάρτη 17 Ιούνη η κυβέρνηση Ομπάμα έδωσε στη δημοσιότητα μια Λευκή Βίβλο 88 σελίδων που επαναλάμβανε 53 φορές τη λέξη «σταθερότητα» χωρίς να κάνει το παραμικρό για να τη διασφαλίσει. Ειδικότερα προβλέπει: Πρώτο, την εναπόθεση σε μια σειρά από όργανα εποπτείας (είτε νέα είτε παλιά με διευρυμένες όμως αρμοδιότητες) του έργου ελέγχου. Δεύτερο, την παραπομπή σε μια υπηρεσία προστασίας καταναλωτή(;!) του ελέγχου στους κανόνες της στεγαστικής πίστης – λες και είναι δυνατό εκεί που έχει αποτύχει το κράτος να επιβάλλει την τάξη να το καταφέρουν ανίσχυρες, διακοσμητικές επιτροπές. Τρίτο, την υποχρέωση των τραπεζών να παρακρατούν το 5% τουλάχιστον των δανείων που χορηγούν έτσι ώστε να έχουν μια στοιχειώδη ευθύνη για τα δάνεια που προσφέρουν και να μη δανειοδοτούν άνευ όρων κι ασύστολα έχοντας τη σιγουριά ότι αυτά τα δάνεια θα μεταβιβαστούν στη συνέχεια σε κάποιον άλλο, όπως ακριβώς συνέβαινε μέχρι σήμερα, δημιουργώντας ένα ντόμινο επισφαλειών και μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Εξ ίσου κενές περιεχομένου ήταν κι οι προτάσεις που έγιναν δεκτές στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις 18 και 19 Ιούνη που ως κοινό παρανομαστή είχαν – κι εδώ – την εποπτεία και τίποτε παραπάνω. Οι ηγέτες των 26 μάλιστα έκαναν και μια σειρά από απαράδεκτες υποχωρήσεις στον Γκόρντον Μπράουν που γνώμονα για τη στάση του είχε τα συμφέροντα και περισσότερο την ασυδοσία του Σίτι κι όχι τη χαλιναγώγηση του.

Τα σχόλια του Τύπου είναι αποκαλυπτικά για το πώς ο Ομπάμα κατάφερε να απογοητεύσει – και σε αυτό τον τομέα – όσους πίστευαν ότι η κυβέρνηση του θα έπαιρνε πιο ριζοσπαστικά μέτρα απέναντι σ’ αυτούς που προκάλεσαν την κρίση: Σύμφωνα με σημείωμα της σύνταξης των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 18 Ιούνη «οι προτάσεις της κυβέρνησης θα απογοητεύσουν αυτούς που ήλπιζαν σε ένα ποιο τακτοποιημένο σύστημα ρύθμισης». Την ίδια μέρα η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ από την πρώτη κιόλας σελίδα έγραφε με έκδηλη χαρά ότι «στη Γουόλ Στριτ υπήρξε ανακούφιση που τα μέτρα δεν ήταν πιο Δρακόντεια», ενώ κι οι Νιου Γιορκ Τάιμς τόνιζαν πως «το σχέδιο του προέδρου προέρχεται από πολλούς συμβιβασμούς με τα στελέχη του κλάδου και βουλευτές και δεν είναι τόσο θαρραλέο όσο περίμεναν».

Τα μέτρα των ΗΠΑ και της ΕΕ είναι ανεπαρκή γιατί κατ’ αρχήν για μια σειρά από επιχειρηματικές δραστηριότητες που αποδείχθηκαν πέτρα του σκανδάλου δεν λαμβάνουν κανένα μέτρο. Τρανό παράδειγμα είναι οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που επί χρόνια έβαζαν την ανώτερη δυνατή βαθμολογία στα τοξικά ομόλογα επιτρέποντας τους να εισέρχονται και στα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια, αλλά υποτιμούν τα κρατικά ομόλογα της Ελλάδας ακόμη και της Αγγλίας λες και είναι στην πραγματικότητα πιθανό να χρεοκοπήσει το ελληνικό ή το αγγλικό δημόσιο. Στην πράξη βάζουν τους φορολογούμενους να πληρώνουν επιπλέον τόκους οι οποίοι συχνά καταλήγουν σε πιστωτικούς οργανισμούς που συνδέονται οργανικά με τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και πάντα η κερδοφορία τους είναι συνάρτηση της ώθησης που θα δώσουν σε ανάλογα καινοτομικά κατά κόσμο (κερδοσκοπικά επί της ουσίας) προϊόντα. Η σκανδαλώδης σύγκρουση συμφέροντος που υπάρχει στη δραστηριότητά τους φάνηκε επίσης με την κατάρρευση της Enron το 2001 όταν κι οι τρεις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η Moody’s, η Standard & Poor’s κι η Fitch, μόλις πέντε ημέρες πριν την κατάρρευση του κολοσσού και με διαφορά λίγων ωρών η μια από την άλλη, προφανώς εντελώς τυχαία, υποβάθμισαν την αξιολόγησή της. Μέχρι την προηγούμενη μέρα δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας για την εταιρεία! Το αμερικανικό περιοδικό Τάιμ στις 30 Μάρτη έγραφε ότι το 44% των εσόδων της Moody’s το 2006 προερχόταν από την αξιολόγηση σε δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και μόνο το 32% από εταιρικά ομόλογα. Παρόλα αυτά δεν λαμβάνεται κανένα ουσιαστικό μέτρο γι αυτές τις εταιρείες, ούτε στη μια ούτε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού.

Στην Ευρώπη μάλιστα είναι τόση μεγάλη η ατολμία που στο κείμενο των προτάσεων δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στα παράγωγα, τα οποία ακόμη κι ο χρηματιστής, γνωστός ως Μίδας, Γουόρεν Μπάφετ τα έχει χαρακτηρίσει «χρηματοοικονομικά προϊόντα μαζικής καταστροφής» κατ’ αναλογία των όπλων μαζικής καταστροφής που αναζητά ανά την υφήλιο η Ουάσινγκτον. Στις δε ΗΠΑ διαιωνίζεται το καθεστώς οργανικής σύζευξης των επενδυτικών με τις κλασσικές τράπεζες το οποίο εγκαινιάστηκε το 1999 (με την κατάργηση του νόμου Γκλας Στίγκαλ ο οποίος επιβλήθηκε μετά την κρίση του 1929!) επιτρέποντας έτσι την επιμόλυνση όλου του συστήματος από την κερδοσκοπία των επενδυτικών τραπεζών. Στην πράξη δε επιτρέποντας τη χρησιμοποίηση των αποταμιεύσεων των ανυποψίαστων καταθετών ως εγγύηση των κερδοσκοπικών ανοιγμάτων των επενδυτικών τραπεζών…

Το πόσο επιδερμικά, αναντίστοιχα των στόχων που ονομαστικά καλούνται να εξυπηρετήσουν, είναι τα προτεινόμενα μέτρα φάνηκε από τις προτάσεις που κατέθεσε ο Τζορτζ Σόρος επί του θέματος, με άρθρό του στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 17 Ιούνη. Παρότι ο Σόρος, επαγγελματίας κερδοσκόπος, τάσσεται εξ αρχής εναντίον της υπερβολικής ρύθμισης, στη συνέχεια θεωρεί αναγκαία τα εξής μέτρα: Πρώτο, την επιβολή ενός ποσοστού 10% αντί του «συμβολικού», όπως το χαρακτηρίζει 5% διακράτησης δανείων από την τράπεζα που τα χορηγεί. Δεύτερο, αναγνωρίζοντας ότι είναι αδύνατος ο διαχωρισμός της επενδυτικής από την εμπορική τραπεζική προτείνει τη δημιουργία ενός εσωτερικού τείχους προστασίας που θα διακρίνει την μια από την άλλη. Τρίτο, προτείνει την πλήρη παύση της διαπραγμάτευσης ορισμένων παραγώγων όπως είναι τα συμβόλαια ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου (credit default swaps) με το εξής συντριπτικό επιχείρημα: «είναι σαν να αγοράζεις την ασφάλεια ζωής κάποιου τον οποίο να έχεις δικαίωμα να τον σκοτώσεις. Πρόκειται για εργαλεία καταστροφής που πρέπει να απαγορευθούν»!

Η ανάγκη αυτή δεν προκύπτει έναντι κάποιων μελλοντικών, υποθετικών κινδύνων. Η άμεση σημασία χαλιναγώγησης της άγριας κερδοσκοπίας που συντελείται στο χώρο της πλασματικής οικονομίας υπογραμμίζεται κάθε στιγμή από τις δραματικές συνέπειες που έχουν στη ζωή των ανθρώπων οι αδικαιολόγητες ανατιμήσεις, άμεσο αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστότητας που κατακλύζει τα χρηματιστήρια εμπορευμάτων ωθώντας σε άνοδο τα μελλοντικά συμβόλαια. Φαίνεται για παράδειγμα με το πετρέλαιο που σε τέσσερις μήνες η τιμή του έχει υπερδιπλασιαστεί φθάνοντας από τα 34 δολάρια στα 73 παρότι η ζήτηση μειώνεται κι η προσφορά αυξάνεται! Φαίνεται πολύ πιο δραματικά με τη ραγδαία αύξηση όσων υποσιτίζονται που, με βάση ανακοινώσεις της αρμόδιας επιτροπής του ΟΗΕ την Παρασκευή 19 Ιούνη, ξεπέρασαν το 1 δισ. αντιπροσωπεύοντας το ένα έκτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Η αιτία της «σιωπηρής κρίσης πείνας», όπως τη χαρακτήρισε η υπεύθυνη του ΟΗΕ δεν βρίσκεται στην έλλειψη δημητριακών καθώς η παραγωγής τους έχει αυξηθεί από το 2006 αλλά στην αύξηση της τιμής κατά 26% σ’ αυτή την περίοδο, λόγω ακριβώς της κερδοσκοπίας.

Όσο Ευρωπαίοι κι Αμερικάνοι αρνούνται να λάβουν μέτρα περιορισμού της κερδοσκοπίας τόσο θα ξανακάνει την εμφάνισή της προετοιμάζοντας τους όρους για την επόμενη κρίση. Για να πουν και τότε ότι δεν ήξεραν…

Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ υπηρέτης κερδοσκόπων (Πριν, 19/12/2009)

Το διεθνές τίμημα για την υπέρβαση της κρίσης

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΟΣ

Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα! Όσο κι αν η είσοδος της Ελλάδας στην μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου με ένα βεβαρημένο παρελθόν υψηλού δημόσιου χρέους και ελλείμματος, ταυτόχρονα με μια αποδιαρθρωμένη παραγωγική βάση να την οδήγησε μια ώρα αρχύτερα στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, το πρόβλημα λίγο ή πολύ απαντάται σε όλο τον κόσμο. Δημιουργήθηκε δε, όταν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης η απάντηση που δόθηκε στην απειλή της οικονομικής κατάρρευσης περιελάμβανε τον πιο αχαλίνωτο κεϋνσιανισμό στο σκέλος που αφορά το κεφάλαιο, με αφειδώλευτες ενέσεις ρευστότητας και κάθε είδους επιδοτήσεις ή άτοκες δανειοδοτήσεις, ακόμη και δωρεές. Κατά συνέπεια η αύξηση του χρέους και του ελλείμματος, σε τόσο επικίνδυνα επίπεδα, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας πολιτικής κοινωνικών παροχών ή γενναίων μισθολογικών αυξήσεων. Είναι το αποτέλεσμα μιας σαφέστατα ταξικής οικονομικής πολιτικής.

Προς επίρρωση τα συμπεράσματα του διεθνούς Τύπου και διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Ανέφεραν συγκεκριμένα οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοέμβρη σε ανάλυση με τον εύγλωττο τίτλο, «Οι φορολογούμενοι αντιμέτωποι με μια γενιά θυσιών»: «Το αποτέλεσμα των δημοσιονομικών πακέτων στήριξης και στις 20 σχεδόν μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε τόσο μεγάλα ύψη ώστε να μην υπάρχουν πολεμοφόδια για να διεξαχθεί ένας άλλος οικονομικός πόλεμος και τέλος ένας λογαριασμός για να καθαρίσει όλη αυτή η βρώμα που οι φορολογούμενοι θα τον νιώθουν στο πετσί τους για ολόκληρη την επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι τα ελλείμματα των ανεπτυγμένων χωρών κυμαίνονταν γύρω στο 1,7% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένονται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος αναμένεται να εκραγεί από ένα μέσο επίπεδο για όλες τις ανεπτυγμένες χώρες της τάξης του 78% το 2007, στο 118% το 2014»! Το δημόσιο χρέος τους έτσι προβλέπεται να είναι μεγαλύτερο ακόμη κι από της Ελλάδας που προβλέπεται να φθάσει το 114%.

Υπάρχουν κι άλλες συγκρίσεις που μπορούν να γίνουν προκειμένου το δημοσιονομικό πρόβλημα του ελληνικού καπιταλισμού να τεθεί στις πραγματικές, διεθνείς του βάσεις: Από το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που αναμένεται να φθάσει το 12,5% του ΑΕΠ το τρέχον οικονομικό έτος, μέχρι το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας που έχει ξεφύγει πολύ πάνω από το 180% ενώ ταυτόχρονα το δημοσιονομικό της έλλειμμα, πηγή τροφοδοσίας του χρέους κυμαίνεται πάνω από 10% του ΑΕΠ. Καθόλου τυχαία κάθε μια από τις δύο αυτές χώρες θα προσφέρει φέτος και τον επόμενο χρόνο στον ιδιωτικό τομέα για να αντιμετωπιστεί η κρίση το 4% σχεδόν του ΑΕΠ της!

Ποιος ευθύνεται λοιπόν για την εκτίναξη του δημόσιου χρέους και των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού;

Στη μια συντηρητική αναθεώρηση της πολιτικής της μετά την άλλη προχωρά η κυβέρνηση μετά την κατάθεση του προϋπολογισμού, φθάνοντας δια στόματος του πρωθυπουργού να εξαγγείλει από το Ζάππειο πως «στους επόμενους τρεις μήνες θα πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήραμε δεκαετίες ολόκληρες». Δηλαδή αποφάσεις που θα εκτινάξουν την ανεργία και θα αυξήσουν τη φτώχεια.

«Ό,τι θέλουν οι αγορές» δεσμεύεται να υλοποιήσει το ΠΑΣΟΚ, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο

Το ΠΑΣΟΚ ωστόσο στην Ελλάδα και όλες οι αστικές κυβερνήσεις στον υπόλοιπο κόσμο αποφεύγοντας μια πραγματιστική, ψυχρή εξέταση του δημοσιονομικού προβλήματος συσκοτίζουν τις σύγχρονες αιτίες δημιουργίας του. Κι αντίθετα επιδίδονται σε μια ακατάσχετη κινδυνολογία που ως απώτερο ζητούμενο έχει να φορτώσει στις πλάτες των εργαζομένων το κόστος επίλυσης της δημοσιονομικής κρίσης.

Τα μέτρα έτσι που εξήγγειλε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την προηγούμενη εβδομάδα με διάφορες αφορμές (από την ομιλία του πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου στο Ζάππειο τη Δευτέρα, μέχρι την κεκλεισμένων των θυρών ομιλία του υπουργού Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, στο Σίτι του Λονδίνου την Τετάρτη και τις δηλώσεις του στο υπουργείο της πλατείας Συντάγματος προχθές το μεσημέρι) συνιστούν μια εκ βάθρων και άγρια συντηρητική αναθεώρηση της ίδιας της δικής της πολιτικής. Όχι αυτής που εξήγγειλε προεκλογικά, αλλά ακόμη κι εκείνης που αποτύπωσε στον κρατικό προϋπολογισμό που ξεκίνησε ήδη να συζητιέται στη Βουλή. Θα συμβεί έτσι το εξής γελοίο, ακράδαντο τεκμήριο ανυποληψίας των επίσημων πολιτικών δεσμεύσεων: Την ώρα που θα συζητιέται ο κρατικός προϋπολογισμός στη Βουλή θα ανατρέπεται από την ίδια την κυβέρνηση! Τα νέα μέτρα της κυβέρνησης – που όποιος τολμούσε να τα προδικάσει την προεκλογική περίοδο θα θεωρούταν τερατολόγος – αφορούν: Μείωση ή και πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της μείωσης των επιδομάτων κατά 10% που σημαίνει μείωση των συνολικών αποδοχών κατά 4%, όπως εξήγησε ο αρμόδιος υπουργός στους τραπεζίτες του Λονδίνου. Πάγωμα των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα (με εξαίρεση τους τομείς υγείας, παιδείας και καταστολής) με 1 πρόσληψη ανά 5 συνταξιοδοτήσεις. Μείωση των συμβάσεων εργασίας στο δημόσιο κατά ένα τρίτο. Ιδιωτικοποιήσεις συνολικής αξίας 2,5 δισ. για το 2010 στις οποίες μεταξύ άλλων θα συμπεριλαμβάνονται η Αγροτική Τράπεζα και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Επιχειρηματική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω της εισαγωγής της στο χρηματιστήριο. Μείωση των δημόσιων λειτουργικών δαπανών κατά 10% και των καταναλωτικών δαπανών κατά 25%. Κατάργηση των φοροαπαλλαγών και αύξηση των αντικειμενικών αξιών (που θα πυροδοτήσουν αυξήσεις στις πραγματικές τιμές και νέους φόρους) και των (έμμεσων) ειδικών φόρων κατανάλωσης σε ποτά, τσιγάρα και καύσιμα. Επιτάχυνση της κατάθεσης στη Βουλή του φορολογικού νομοσχεδίου μέχρι τον Μάρτιο. Περιορισμός των συνταγογραφούμενων φαρμάκων και των νοσοκομειακών παροχών υπό την επίκληση της καταπολέμησης της διαφθοράς. Δραματική μείωση της λίστας επαγγελμάτων που εντάσσονται στη λίστα των Βαρέων και Ανθυγιεινών μέσω του νέου αντιασφαλιστικού νόμου. Άνοιγμα των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων, κλπ.

Τι θα σημάνουν όλα αυτά; Φτώχεια, μείωση της απασχόλησης κι αύξηση της ανεργίας, υποβάθμιση των υπηρεσιών που παρέχει το κράτος στους εργαζόμενους ενώ για τους αστούς ειδικότερα προβλέπεται βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών με τη δημιουργία των one stop shop και την μείωση των ημερών που απαιτούνται για την ίδρυση μιας επιχείρησης, λιτότητα, μεγαλύτερα φορολογικά βάρη για τους εργαζόμενους κι επιδείνωση της σχέσης έμμεσων προς άμεσους φόρους με την αύξηση των πρώτων, υποβάθμιση των παρεχόμενων ασφαλιστικών υπηρεσιών και περαιτέρω αύξηση των δαπανών που θα καταβάλλουν οι οικογένειες των εργαζομένων στην παρασιτική ιδιωτική υγεία, περισσότερα χρόνια εργασίας για τη συνταξιοδότηση, χτύπημα στα μεσαία στρώματα που επωφελούνται από το κορδόνι προστασίας των κλειστών επαγγελμάτων κι άλωσή τους από μονοπωλιακές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, κ.λπ! Αυτά είναι τα έργα του ΠΑΣΟΚ τις πρώτες 70 ημέρες διακυβέρνησης. Κι είναι μόνο η αρχή. Γιατί είναι απόλυτα σίγουρο πως και το αντιασφαλιστικό και το φορολογικό νομοσχέδιο στο τέλος θα κρύβουν δυσάρεστες εκπλήξεις για τους εργαζόμενους, που τις κρατούν κρυφές από τώρα για να μην δουν τον κόσμο να τους βρίζει και να τους γυρίζει την πλάτη!

Η δήλωση άλλωστε του πρωθυπουργού από το Ζάππειο πως «μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, θα πάρουμε εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήραμε δεκαετίες ολόκληρες», αποτελεί προανάκρουσμα για μια ατελείωτη σειρά αντιλαϊκών αποφάσεων που θα λάβει το ΠΑΣΟΚ μέχρι την άνοιξη, εκμεταλλευόμενο το μούδιασμα στις συνειδήσεις των εργαζομένων που έπεται κάθε κυβερνητικής αλλαγής κι ανταμείβοντας την αστική τάξη για το χρίσμα που του προσέφερε άνευ όρων και επιφυλάξεων όλο τον προηγούμενο χρόνο. Ας φανταστούμε αντίθετα, για να ερμηνεύσουμε έστω κι εκ των υστέρων τις εξελίξεις του τελευταίου εξαμήνου, τι θα συνέβαινε αν επιχειρούσε η ΝΔ να εφαρμόσει αυτά τα μέτρα. Ποια θα ήταν η στάση του Τύπου, της ΓΣΣΕ, κλπ.

Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη, διαβλέποντας τον ορατό κίνδυνο που δημιουργείται να μετατραπεί ο Γιωργάκης σε Μητσοτάκη κι ο Παπακωνσταντίνου σε Μάνο οχυρώνεται πίσω από τους κερδοσκόπους και τις απειλές κάθε απατεώνα. Στην πραγματικότητα όμως η πολιτική που ακολουθεί ακόμη κι αν συνέχιζε να έχει σε προτεραιότητα την άμβλυνση των δημοσιονομικών ανισορροπιών κι όχι την επίλυση του οξύτατου κοινωνικού ζητήματος – που αποκτά κατεπείγοντα χαρακτήρα λόγω της παρατεταμένης λιτότητας, δεν αποτελεί μονόδρομο. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, κάλλιστα θα μπορούσε να αύξανε τους φόρους που πληρώνουν οι επιχειρήσεις και τότε πραγματικά θα γέμιζαν τα δημόσια ταμεία με ζεστό χρήμα. Το επιχείρημα που επικαλείται, πως τότε θα έφευγαν οι επενδυτές για να πάνε σε χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό περιβάλλον, είναι έωλο και προσχηματικό όχι γιατί δεν υφίσταται μειοδοτικός διαγωνισμός γύρω από τη φορολογία των επιχειρήσεων, αλλά γιατί σ’ αυτό τον διαγωνισμό τα πρωτεία τα κρατά η Ελλάδα! Φαίνεται από τη λίστα με τους συντελεστές φορολογίας κερδών του ΟΟΣΑ όπου η Ελλάδα το 2009 φορολογούσε με 25%, ενώ όλες σχεδόν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης φορολογούσαν με υψηλότερους συντελεστές. Για παράδειγμα: Ολλανδία: 25,5%, Φινλανδία: 26%, Σουηδία: 26,3%, Πορτογαλία 26,5%, Ιταλία: 27,5%, Αγγλία: 28%, Ισπανία: 30%, Γερμανία: 30,2%, Βέλγιο: 34% και Γαλλία: 34,4%. Επομένως το κράτος μπορεί να φορολογήσει το κεφάλαιο αλλά δεν το κάνει όχι για να μην φύγουν οι διεθνείς επενδύσεις (κι ας ονοματίσουν κάποτε ποιες είναι αυτές) αλλά για να μην δυσαρεστηθούν οι αστοί της Ελλάδας, που είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι από την μείωση των φορολογικών συντελεστών του κεφαλαίου που ξεκίνησαν επί ΠΑΣΟΚ κι ολοκληρώθηκαν επί Καραμανλή με την μείωση από το 35% στο 25%.

Το ΠΑΣΟΚ είχε κι άλλη επιλογή κι είναι η μοναδική που θα μπορούσε να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα ριζικά αν και σε βάθος χρόνου. Ο εκρηκτικός δε χαρακτήρας που αποκτά στην παρούσα συγκυρία το δημοσιονομικό πρόβλημα σε συγκερασμό με την εξελισσόμενη, αυθόρμητη και τυφλή, αναδιάρθρωση που συνοδεύει κάθε κρίση διευκόλυναν την εφαρμογή των αναγκαίων τομών. Να επιχειρούσε δηλαδή την αναδιάρθρωση του νοσηρού παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, ενισχύοντας δραστηριότητες παραγωγής νέων αξιών σε βάρος των υπηρεσιών (ισχυρό σημείο πώλησης του ελληνικού καπιταλισμού από ιδρύσεώς του) που αποδείχτηκαν βασιλικές οδοί για το πέρασμα της κρίσης, αυξάνοντας συνεχώς την ευθραυστότητα των παραγωγικών δομών του. Δειλό και καθόλου πειστικό φλερτ με μια τέτοια σκέψη αποτέλεσε το σχέδιο για την «πράσινη ανάπτυξη». Ο σοσιαλδημοκρατικός του χαρακτήρας υπογραμμιζόταν από την ιεράρχηση της μεγέθυνσης της πίτας που θα καθιστούσε περιττές τις βίαιες αναδιαρθρώσεις. Βυθίστηκε όμως πριν κάνει το παρθενικό του ταξίδι κι αποκαλυφθούν οι εσωτερικές του αντιφάσεις (καθώς το πεδίο δοκιμής του ήταν για μια ακόμη φορά οι υπηρεσίες) όταν το ΠΑΣΟΚ σήκωσε τη νεοφιλελεύθερη σκυτάλη, αναλαμβάνοντας να υλοποιήσει επώδυνα μέτρα που έμειναν στα χαρτιά για δεκαετίες.

Ρόλο ενορχηστρωτή στην αντιλαϊκή λαίλαπα που έρχεται έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιβεβαιώνοντας τον εγγενώς αντιδραστικό της ρόλο και με πρόσχημα τις ευθύνες της για τη διαφύλαξη της σταθερότητας του ευρώ, η ΕΕ έρχεται με την τρομοκρατία των ελλειμμάτων και του χρέους να αποκλείσει την εφαρμογή μιας πολιτικής ανάπαυλας κι ενός διαλείμματος στη λιτότητα, όπου συνέτειναν οι προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, πριν καν εφαρμοστούν. Και στη θέση αυτών των πολιτικών, να επιβάλλει μια άνευ προηγουμένου λιτότητα, ανάγοντας την Ελλάδα σε πείραμα ταχείας ανάνηψης για όλη την επικράτεια της ευρωζώνης και της ΕΕ, με ένα και μοναδικό ζητούμενο: την ικανότητα του κάθε αστικού κράτους να μπορέσει να εξοπλιστεί εκ νέου για να ξαναδώσει τον οικονομικό πόλεμο αν χρειαστεί, όπως έγραφαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. Να διορθώσει δηλαδή τις δημοσιονομικές ανισορροπίες του ώστε στην επόμενη κρίση να μπορέσει να στηρίξει ξανά το κεφάλαιο από τους κλυδωνισμούς. Αναντικατάστατο ρόλο, όπως αποδείχτηκε, στην επιβολή αυτής της πολιτικής έπαιξαν θεσμοί όπως η ανεξαρτητοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδας από το αστικό κράτος που θεσμοθετήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η πρωτοβουλία για παράδειγμα του διοικητή της κεντρικής τράπεζας, Γ. Προβόπουλου, να «παραπέμψει» την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με αφορμή το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τη ρύθμιση των οφειλών των επιχειρήσεων, επειδή θίγει τα συμφέροντα των τραπεζών, αποτελεί μνημείο του ρόλου θεματοφύλακα της λιτότητας που έχει αναλάβει το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα. Δείχνει ταυτόχρονα πως η ανεξαρτητοποίησή της από το αστικό κράτος ουσιαστικά σήμαινε την θωράκισή της από την πολιτική και τις φιλολαϊκές διακυμάνσεις που μπορεί να έχει – ακόμη και για τη δημιουργία εντυπώσεων.

Κερδοσκοπικά παιχνίδια με έδρα τη Νέα Υόρκη 

ΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΟΥΣΑΝ ΜΕ «ΑΑΑ» ΤΑ ΤΟΞΙΚΑ ΟΜΟΛΟΓΑ

Στην αιχμή του δόρατος της επίθεσης που εξαπολύθηκε εναντίον της Ελλάδας βρέθηκαν οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Πρόκειται για 3 αμερικανικές εταιρείες (Standars & Poor’s, Moody’s και Fitch) που αν ο καπιταλισμός λειτουργούσε με βάση τα εγχειρίδια έπρεπε να είχαν κλείσει και τα στελέχη τους να είχαν μπει στη φυλακή για απάτη. Έχοντας την ευθύνη να αξιολογούν όσους εκδίδουν ομόλογα, από κράτη μέχρι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με το ξέσπασμα της κρίσης βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα και πολλοί, όπως για παράδειγμα η Άγκελα Μέρκελ κι ο Νικολά Σαρκοζύ, τις είχαν χαρακτηρίσει υπαίτιες της οικονομικής κρίσης, εξαπολύοντας μύδρους εναντίον τους.

Οι ευθύνες των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, των «3 μεγάλων» όπως λέγονται, ήταν εγκληματικές γιατί είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των τοξικών ομολόγων και το «καθάρισμά» τους. Εκμεταλλευόμενες το ρόλο τους, έδιναν την ανώτερη βαθμολογία, ακόμη και το ΑΑΑ, στα τιτλοποιημένα ομόλογα που κυκλοφορούσαν στη διατραπεζική αγορά με αποτέλεσμα να εισέρχονται ακόμη και στα πιο συντηρητικά, σιγουρατζίδικα χαρτοφυλάκια, από ανυποψίαστους επενδυτές. Κι ήταν πολλοί αυτοί, με πρώτους απ’ όλους τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία. Ως αποτέλεσμα σήμερα οι «3 μεγάλες» βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν καταιγισμό μηνύσεων στις ΗΠΑ (Καλιφόρνια, Οχάιο, Κολοράδο, Ινδιάνα, κ.α.) από ασφαλιστικά ταμεία που τις κατηγορούν για συνειδητή και προσχεδιασμένη εξαπάτηση. Αρκεί, για παράδειγμα, να αναφέρουμε πως κι οι 3 αυτές εταιρείες που τώρα τους «ξινίζουν» τα ομόλογα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Αγγλίας, υποβαθμίζοντάς τα συνεχώς, αξιολογούσαν με την ανώτερη δυνατή βαθμολογία όλες τις εταιρείες που πέρυσι το φθινόπωρο «βάρεσαν κανόνι»: Λίμαν Μπράδερς, Μέριλ Λιντς, Μπέαρ Στερνς και AIG. Ακόμη και μια μέρα πριν τους έδιναν τα 3Α, συμβολίζοντας την απάτη, την αρπαχτή και πάνω απ’ όλα την αποτυχία τους.

Ειδικότερα για την Ελλάδα, αυτό που θεωρείται από πολλούς βέβαιο είναι ότι οι ιδιαίτερα προσοδοφόρες συνεχείς υποβαθμίσεις, μια και οδηγούν σε αύξηση των επιτοκίων κι επιπλέον αφαίμαξη των φορολογουμένων, κρύβουν και μια επιπλέον σκοπιμότητα. Οι 3 αμερικανικές αυτές εταιρείες «τιμωρούν» το ελληνικό δημόσιο για την απροθυμία του να συνεχίζει να «αγοράζει χρέος» μέσω των αμερικανικών τραπεζών και την απόφαση του να διαφοροποιήσει τις πηγές δανειοδότησής του, εκβιάζοντας έτσι για την επιστροφή του στην αμερικανική αγορά. Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η επιμονή τους να ανακοινώνουν αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις την ίδια ώρα που η κυβέρνηση εξαγγέλλει μέτρα λιτότητας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις δικές τους οδηγίες.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Χρόνια παραγωγική καθίζηση

ΖΟΦΕΡΟ ΤΟΠΙΟ

Οι επιμέρους αντιθέσεις στις στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού ή αστικού κράτους και ΕΕ, δεν κρύβουν μια κοινή ανησυχία που υπάρχει για το ζοφερό τοπίο που διαμορφώνεται σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο για την επόμενη μέρα της κρίσης. Τα στοιχεία όλα ειδικότερα συντείνουν πως η (τυπική) έξοδος από την κρίση θα σημάνει μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση μηδενικών σχεδόν ρυθμών μεγέθυνσης, αυξανόμενης αν όχι καλπάζουσας ανεργίας, περιορισμένης ζήτησης και χιλιάδων λουκέτων, παρά τις γενναιόδωρες κρατικές ενισχύσεις. Τα συμπτώματα αυτά είναι ήδη εμφανή στις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης που τα δύο προηγούμενα τρίμηνα εξήλθαν κι επισήμως της κρίσης, όπως και στις ΗΠΑ.

«Παρά μια καλοδεχούμενη επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης η παγκόσμια οικονομία απέχει πολύ ακόμη από το να επιστρέψει στην “κανονική” δραστηριότητα», έγραφε ο βρετανικός Εκόνομιστ σε αφιέρωμά του για την παγκόσμια οικονομία στο πρώτο τεύχος του Οκτώβρη. «Η ανεργία εξακολουθεί να αυξάνεται και το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού δυναμικού παραμένει αχρησιμοποίητο. Πολλά από τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται η τωρινή μεγέθυνση είναι πρόσκαιρα και αβέβαια. Σε όλο τον κόσμο οι δαπάνες ωθούνται από την κυβερνητική γενναιοδωρία. Τεράστια χρηματοδοτικά και νομισματικά πακέτα μπαλώνουν τις ζημιές στα ισοζύγια των νοικοκυριών και των τραπεζών αλλά τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν. Στην Αμερική και τις άλλες πρώην οικονομίες-φούσκες τα χρέη των νοικοκυριών είναι ανησυχητικά ψηλά και οι τράπεζες πρέπει να στηρίξουν τα κεφάλαιά τους. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτικές δαπάνες θα είναι χαμηλότερες και το κόστος του κεφαλαίου υψηλότερο σε σχέση με πριν την κρίση. Η παγκόσμια οικονομία μπορεί να δει ορισμένα τρίμηνα ορατής μεγέθυνσης αλλά δεν θα επιστρέψει ποτέ στο σημείο που ήταν πριν ξεσπάσει η κρίση»!

Αυτή η πρόβλεψη οδηγεί ακόμη πιο χαμηλά την καθοδική σπείρα που ξεκίνησε την επομένη της κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Έκτοτε κάθε κρισιακή έκρηξη (1987, 1991, 2000 και τώρα) οδηγεί ακόμη πιο χαμηλά ρυθμούς μεγέθυνσης, περιθώρια κέρδους, παραγωγικότητα και βιοτικό επίπεδο, ενώ οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση την ανεργία, το δημόσιο χρέος και την εκμετάλλευση. Η τωρινή κρίση λόγω του απροσδόκητα βίαιου χαρακτήρα της απειλεί να προσδώσει ακόμη πιο καταστροφικό και την κοινωνία και τις παραγωγικές δυνάμεις χαρακτήρα σε αυτή την ολέθρια τάση.

Οι αστικές τάξεις ξέρουν επομένως ότι τα δύσκολα είναι μπροστά τους. Πίσω από τα βιτριολικά σχόλια γερμανών οικονομικών παραγόντων πως «η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει η επόμενη Λίμαν Μπράδερς», κρύβεται η πίεση του κεφαλαίου να συμμαζευτούν με κάθε κόστος τα δημοσιονομικά ανοίγματα ώστε το κράτος να μπορεί να δώσει με επάρκεια την μάχη για την επαναφορά της «έρημης χώρας» που αφήνει πίσω της η οικονομική κρίση. Σε αυτή την κατεύθυνση δύο είναι οι κατηγορίες μέτρων που θα ληφθούν. Η πρώτη αφορά μέτρα λιτότητας για την μείωση των ελλειμμάτων κι είναι ατελέσφορη εξ αρχής στον βαθμό που οι πραγματικές αιτίες δημοσιονομικής ανισορροπίας θα μένουν στο απυρόβλητο. Το κοινωνικό κόστος ωστόσο θα είναι τεράστιο!

Η δεύτερη κατηγορία μέτρων που θα κρίνει την οριστική έξοδο από την κρίση αφορά μέτρα εμβάθυνσης της εκμετάλλευσης, όπως αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις στην κατεύθυνση της ελαστικοποίησης κι επίσης μέτρα ακόμη και ονομαστικής μείωσης των μισθών και των ημερομισθίων ανάλογα αυτών που εφαρμόσθηκαν στην Λετονία και την Ιρλανδία. Εν κατακλείδι ένα αντιδραστικό σχέδιο μακράς πνοής που θα οδηγήσει τη φτώχεια και τη βαρβαρότητα σε πρωτοφανή επίπεδα για ολόκληρη την μεταπολεμική γενιά.