Στα ύψη η παγκόσμια θερμοκρασία και η …κερδοσκοπία

Παραπάνω από ανησυχητικές είναι μια σειρά από πρόσφατες εξελίξεις που επιβεβαιώνουν όχι απλώς ότι η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή επιταχύνεται, αλλά επιπλέον κι ότι τα περισσότερα μέτρα που λαμβάνονται αποδεικνύονται εξαιρετικά ανεπαρκή αν όχι αδιάφορα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ας ξεχωρίσουμε, μεταξύ πολλών άλλων πρόσφατων, τον καύσωνα 30 βαθμών Κελσίου που έπληξε μέχρι και τα το πιο βόρεια άκρα της Αρκτικής καταφέρνοντας να λιώσουν 40 δισ. τόνοι πάγου από την Γροιλανδία. Οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές μιας και ξεκινούν από την άμεση άνοδο της θερμοκρασίας (ελλείψει του …φυσικού καταψύκτη) και φτάνουν στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και την απελευθέρωση μεθανίου στην ατμόσφαιρα που αυξάνει κι αυτό σημαντικά την θερμοκρασία του πλανήτη. Μια σειρά από τέτοια φαινόμενα οδήγησαν τους επιστήμονες της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική αλλαγή (IPCC) το 2018 να κάνουν γνωστό ότι ο στόχος για συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 1,5 βαθμούς πρέπει να θεωρείται πλέον ανέφικτος. Πιθανότερο είναι η θερμοκρασία να αυξηθεί κατά 3 βαθμούς! Είμαστε μάρτυρες επομένως μιας παταγώδους αποτυχίας!

Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο αξίζει να επανεξετάσουμε τα μέτρα που έχουν ήδη εφαρμοστεί, και τα οποία όταν εξαγγέλλονταν παρουσιάζονταν ως σωτηρία. Σημαντικότερο εξ αυτών είναι το χρηματιστήριο ρύπων, βάσει του οποίου το δικαίωμα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα τελεί υπό χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση, βαρύνοντας με την τιμή του τους ρυπαντές, όπως χαρακτηριστικά είναι οι εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν λιγνίτη, άνθρακα ή μαζούτ. Τα αποτελέσματα της εμπορευματοποίησης των ρύπων (που εισήγαγε την πιο καθαρή μορφή χρηματιστικοποίησης ακόμη και στους ρύπους) ήταν η κερδοσκοπία γύρω από το διοξείδιο του άνθρακα να καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και να αυξάνεται μαζί με την θερμοκρασία του πλανήτη.

Το πιο πρόσφατο κρούσμα καταγράφτηκε στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Στις πολιτείες του Όρεγκον και της Καλιφόρνιας που αντέγραψαν το ευρωπαϊκό παράδειγμα κι έστησαν κι αυτές τα δικά τους χρηματιστήρια εκπομπών ρύπων. Την περίοδο λοιπόν που ο πλανήτης στο βόρειο και το νότιο ημισφαίριο κατέγραφε θερμοκρασίες ρεκόρ, ανάλογα ρεκόρ κατέγραφαν κι οι τιμές των ρύπων στο πλαίσιο του συστήματος LCFS (Low Carbon Fuel Standard). Συγκεκριμένα, στην Καλιφόρνια οι τιμές τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο διπλασιάστηκαν σε σχέση με τα επίπεδα προ διετίας, ενώ στο γειτονικό Όρεγκον οι τιμές τετραπλασιάστηκαν σε σχέση με τα προ διετίας επίπεδα! Η άνοδος των τιμών αποδίδεται στην αυστηροποίηση των κανόνων με την συμπερίληψη στους ρυπαντές κι άλλων βιομηχανιών που είναι υποχρεωμένες πλέον να αγοράζουν δικαιώματα για να συνεχίσουν να  εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα κι άλλα αέρια που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Ενδεικτική περίπτωση είναι οι αεροπορικές εταιρείες που ευθύνονται για το 2% των παγκόσμιων ρύπων. Αν στην πλευρά των ωφελημένων είναι οι εταιρείες που προμηθεύουν εναλλακτικές μορφές ενέργειας, στην πλευρά των χαμένων είναι οι καταναλωτές που καλούνται να πληρώσουν όχι μόνο το κόστος της μετάβασης στο νέο ενεργειακό τοπίο αλλά επιπλέον και τα κέρδη μιας παρασιτικής βιομηχανίας που θησαυρίζει ακόμη κι από την επιδείνωση των συνθηκών της ζωής μας.

Εξ ίσου ατελέσφορες αποδεικνύονται οι προσπάθειες αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής ακόμη και στην Ευρώπη, που επαίρεται για τις προσπάθειες που καταβάλλει, οι οποίες όμως παραμένουν εγκλωβισμένες στην εμπορευματοποίηση και την κερδοσκοπία. Οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα και στη γηραιά ήπειρο παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε, με όλες τις προβλέψεις να συντείνουν ότι ποτέ ξανά δεν πρόκειται να δούμε τις τιμές σε επίπεδο υποδεέστερα των 10 ευρώ ο τόνος όπως ήταν μεταξύ 2012 και 2018. Υψηλότερες τιμές στο χρηματιστήριο του διοξειδίου του άνθρακα σημαίνει όμως και υψηλότερες τιμές καταναλωτή για τους πάροχους ενέργειας από στερεά καύσιμα που έχουν ενεργοποιήσει σχετική ρήτρα στους λογαριασμούς της τελικής κατανάλωσης. Το χειρότερο ωστόσο είναι πώς ακόμη κι αυτή η αύξηση της τιμής δεν συνοδεύτηκε από μείωση των βλαβερών εκπομπών. Με βάση μελέτη του ICIS με τίτλο “Το αποτέλεσμα των αυξημένων τιμών του άνθρακα στους παραγωγούς ηλεκτρικού και τις βιομηχανίες” που εκδόθηκε στις 9 Μαΐου 2019, “η σημαντική αύξηση είχε πολύ μικρή επίδραση στα επίπεδα εκπομπών της Ευρώπης του 2018”. Μηδενικό ήταν επομένως το πολυαναμενόμενο αποτέλεσμα στις εκπομπές, την ίδια στιγμή που χιλιάδες νοικοκυριά στην Ευρώπη ξεπάγιαζαν αδυνατώντας να πληρώσουν τους υπέρογκους λογαριασμούς.

Από την άλλη, υπέρογκο αποδεικνύεται και το κόστος που συνοδεύει την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε χώρες όπως η Γερμανία. Σύμφωνα με τους Financial Times, το κόστος που μετακυλίστηκε στους φορολογούμενους και καταναλωτές ενέργειας μόνο τα προηγούμενα οκτώ χρόνια ανήλθε σε 165 δισ. ευρώ. Γι’ αυτό το λόγο η Γερμανία δεν συμφώνησε στα συμπεράσματα του συνεδρίου για την κλιματική αλλαγή που διεξήχθη το 2018 στη Βόννη, βάσει των οποίων 25 χώρες συμφώνησαν να διακόψουν την παραγωγή ενέργειας από άνθρακα μέχρι το 2030. Ο στόχος της Γερμανίας μέχρι εκείνο το έτος είναι να καλύπτει από ΑΠΕ το 65% των ενεργειακών της αναγκών. Ένα μήνα μάλιστα μετά το συνέδριο ο κυβερνητικός συνασπισμός της Γερμανίας μείωσε δραματικά του στόχους μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο θερμοκηπίου, ενώ ο ενεργειακός κολοσσός RWE θα κρατήσει μέχρι και το 2040 ενεργό προς εκμετάλλευση το ορυχείο άνθρακα του Χάμπαχ, παρά τις αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Τα κέρδη αυξάνουν την παγκόσμια θερμοκρασία

Η απροθυμία των μεγάλων τραπεζών να υπογράψουν το κείμενο αρχών για μια υπεύθυνη τραπεζική που συνέταξε ο ΟΗΕ ήταν η κορυφή του παγόβουνου των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από την αλλαγή του κλίματος. Το γεγονός ότι μόνο τρεις μεγάλες τράπεζες (Citigroup, Mitsubishi και Commercial Bank of China) δέχτηκαν να δεσμευτούν ότι οι επενδύσεις που θα χρηματοδοτούν στο εξής θα λαβαίνουν υπ’ όψη τους τους στόχους του ΟΗΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής κι άλλα μείζονος σημασίας ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος έφερε στην επιφάνεια τα τεράστια συμφέροντα που οδηγούν τον πλανήτη σε υπερθέρμανση. Και στην πράξη, υπονομεύουν κάθε δραστικό μέτρο για την μείωση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Γιατί, η υπογραφή του πρωτοκόλλου των Ηνωμένων Εθνών σημαίνει αποχή από επενδυτικά σχέδια που, μεταξύ πολλών άλλων, περιλαμβάνουν εξορύξεις ορυκτών καυσίμων…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι μεγάλες τράπεζες υπεραμύνθηκαν της στάσης τους δηλώνοντας, όπως έκανε για παράδειγμα η Goldman Sachs, ότι ακολουθούν και δεσμεύονται από τους δικούς τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης. Όλοι δε, μπορούμε να φανταστούμε ότι η αρμόδια διεύθυνση για την παρακολούθησή τους θα είναι το τμήμα δημόσιων σχέσεων και επικοινωνίας…

Στη σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019, απογοητευτική κι αναντίστοιχη των περιστάσεων ήταν πρώτα απ’ όλα η στάση των μεγάλων κρατών που φέρουν την σοβαρότερη ευθύνη για τη ρύπανση του πλανήτη: Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα και Ινδία. Η συμβολή τους στις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου ήταν για το 2017, 15%, 28% και 6%, από κοινού εκπέμπουν το 49% όλων των επικίνδυνων ρύπων! Η άρνησή τους να δεσμευτούν για αποτελεσματικά μέτρα στο πλαίσιο όσων έχει ήδη αποφασίσει το Διακυβερνητικό Πάνελ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) για τον περιορισμό της ανόδου της θερμοκρασίας κατά 2 βαθμούς ή ιδανικά κατά 1,5 βαθμό Κελσίου, όπως και η Συμφωνία του Παρισιού το 2015, καθιστούν αδύνατη την υλοποίηση του παραπάνω στόχου, που έχει χαρακτηριστεί ως ελάχιστος απαραίτητος για να μη βρεθούμε μπροστά σε μη αντιστρεπτές καταστάσεις. Πρόκειται για σενάρια που δεν αφορούν το μακρινό μέλλον. Έρευνα για τους ωκεανούς που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου, μόλις δηλαδή δύο μέρες μετά τη σύνοδο του ΟΗΕ, υπογραμμίζει τους κινδύνους που γεννιούνται για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν στα παράλια λόγω της τήξης των πάγων και της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Το κενό που αφήνουν πίσω τους οι μεγάλοι ρυπαντές επιχειρούν να καλύψουν τα υπόλοιπα κράτη, που έχουν κληθεί μέχρι το 2020 να καταθέσουν πιο επιθετικά σχέδια μείωσης των εκπομπών. Ήδη 70 κράτη (από 23 που είχαν συμφωνήσει πριν την πρόσφατη σύνοδο του ΟΗΕ) έχουν δηλώσει το ενδιαφέρον τους να συμμετέχουν σε αυτή την υπερ-προσπάθεια, που ωστόσο είναι καταδικασμένη να αποτύχει για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι η συμβολή και των 70 αυτών κρατών στα επικίνδυνα αέρια ανέρχεται μόλις στο 6,8% των παγκόσμιων εκπομπών. Η συμμετοχή στην σχετική λίστα κατά βάση ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών που το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ τους προέρχεται από τις υπηρεσίες κι όχι την μεταποίηση σημαίνει πώς τα περιθώρια μείωσης είναι μικρά, πέραν του ότι είναι οικονομικά ανώδυνα. Κυρίως όμως είναι αδύνατο να καλύψουν το κενό που προκαλεί η απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, χαρακτηριστικά.

Η δέσμευση πολλών κρατών για επιθετικότερους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων, που θα επισημοποιηθούν στη σχετική σύνοδο που θα διεξαχθεί τον Δεκέμβριο στη Χιλή, αν δεν είναι υποκριτική, είναι με βεβαιότητα αντιφατική. Κορυφαίο παράδειγμα είναι η Γερμανία. Η Άνγκελα Μέρκελ τράβηξε για μια ακόμη φορά πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας ανακοινώνοντας, μαζί με το νοτιοκορεάτη πρόεδρο Μουν Τζάε-ιν και τον βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, τον διπλασιασμό των χρηματοδοτήσεων προς το Πράσινο Ταμείο για το Κλίμα που βοηθάει τις αναπτυσσόμενες χώρες να μειώσουν τις εκπομπές, να προσαρμοστούν στις επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας, κ.α. Η Γερμανία όμως είναι υπόλογη για το σκάνδαλο απόκρυψης των εκπομπών των αυτοκινήτων Volkswagen. Αν δε υπήρχε ο εμπορικό ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας ποτέ δεν θα μαθαίναμε για το λογισμικό που ήταν φορτωμένα τα αυτοκίνητα της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας με στόχο να ξεγελούν τα μηχανήματα μέτρησης των αερίων και να ρυπαίνουν  την ατμόσφαιρα ενώ υπόσχονταν στους καταναλωτές χαμηλούς ρύπους!

Ενδεικτικό παράδειγμα επίσης είναι κι η Ελλάδα. Ο έλληνας πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης κατέθεσε το ενδιαφέρον της Ελλάδας να πρωταγωνιστήσει στην κούρσα μείωσης των εκπομπών αερίων, ανακοινώνοντας την κατάργηση της λιγνιτικής παραγωγής μέχρι το 2028. Ταυτόχρονα όμως με την ολοκλήρωση των διαδικασιών παραχώρησης των οικοπέδων, όπως επισημοποιήθηκε με την κατάθεση στη Βουλή των σχετικών συμβάσεων από το υπουργείο Ενέργειας, η δυτική Ελλάδα, από την Κέρκυρα και την Ήπειρο μέχρι νοτιοδυτικά της Κρήτης θα γεμίσει γεωτρύπανα. Αν όλα πάνε κατ’ ευχήν για την κυβέρνηση και τις πετρελαϊκές εταιρείες (ExxonMobil, Total, Repsol, Energean, Ελληνικά Πετρέλαια, κ.α.) χιλιάδες βαρέλια πετρελαίου θα εξορύσσονται καθημερινά για τα επόμενα τουλάχιστον 30 χρόνια. Ακόμη κι αν συμφωνεί κάποιος με την ανάγκη των εξορύξεων ο ένας (πέρα για πέρα αμφιλεγόμενος) στόχος του περάσματος στην μετα-λιγνιτική εποχή δεν αντιβαίνει με τα σχέδια μετατροπής της Ελλάδας σε πετρελαιοπαραγωγική χώρα;

Πηγή: Νέα Σελίδα

Φως στο ιρλανδικό χρέος έριξε ο λογιστικός έλεγχος (Επίκαιρα, 22/9/2011)

Μια σημαντική στιγμή στην πάλη των λαών ενάντια στην πληρωμή του δημόσιου χρέους ήταν η Πέμπτη 15 Σεπτέμβρη, όταν δόθηκε στη δημοσιότητα το πόρισμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που συστάθηκε στην Ιρλανδία. Η επιτροπή αποτελούταν από τρεις ανεξάρτητους καθηγητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που διδάσκουν στο πανεπιστήμιο του Λίμερικ. Το έργο τους δε, υποστηρίχθηκε από το βρετανικό συνδικάτο UNITE, που αποτελεί την μεγαλύτερη συνδικαλιστική ένωση της Μεγάλης Βρετανίας, και τις οργανώσεις Afri (Action from Ireland) και επίσης Debt and Development Coalition. Και με τις δύο αυτές οργανώσεις συνεργάζεται στενά η Πρωτοβουλία για τη Συγκρότηση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που έχει συγκροτηθεί στην Ελλάδα από τον Μάρτιο.

«Η Ιρλανδία λειτουργεί σαν ρουλέτα για τους μεγαλύτερους χαρτοπαίχτες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος λόγω της απότομης αύξησης του όγκου συναλλαγών του δημόσιου χρέους στη δευτερογενή αγορά», ανέφερε ανακοίνωση του βρετανικού συνδικάτου, που εκδόθηκε με αφορμή το πόρισμα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, η οποία συστάθηκε με πρωτοβουλία των «κάτω», χωρίς δηλαδή εξουσιοδότηση από τις ιρλανδικές αρχές ή πρόσβαση σε επίσημα στοιχεία. Και συνέχιζε με τα εξής: «Το ιρλανδικό δημόσιο χρέος ανέβηκε από λιγότερα από 20 δις. ευρώ στα τέλη του ’80 σε λιγότερα από 40 δις. ευρώ το 2007. Από τότε ξεπέρασε τα 91 δις. ευρώ. Το πρόγραμμα λιτότητας της κυβέρνησης που έχει οδηγήσει σε εκρηκτική ανεργία, στην επιστροφή στην μετανάστευση και στην απελπισία τη χώρα έχει απλώς αποτύχει να σταματήσει την ανεξέλεγκτη πορεία που ξεκίνησε τον Σεπτέμβρη του 2008 όταν η
τότε κυβέρνηση ξέγραψε το μέλλον μιας γενιάς για να διαφυλάξει τα συμφέροντα του διεθνούς πλούτου», καταλήγει η ανακοίνωση του βρετανικού συνδικάτου.

Το πόρισμα για το χρέος

Το πόρισμα της ιρλανδικής Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, που αποκαλύπτοντας την σύνθεση του δημόσιου χρέους ξεσκεπάζει τις τράπεζες ως βασικό υπαίτιο για την εκτόξευσή του, αποτελεί μέχρι στιγμής την πιο πειστική και αδιαμφισβήτητη απάντηση στις κατηγορίες της ιρλανδικής κυβέρνησης που δια στόματος του πρώην υπουργού Οικονομικών δήλωσε κι αυτή …«μαζί τα φάγαμε» («We all partied» στα ιρλανδικά).

Αξίζει να μεταφέρουμε ένα εκτενές απόσπασμα από το τελευταίο κεφάλαιο του πορίσματος, που περιλαμβάνει την περίληψη και τα συμπεράσματα του. Ξεχωρίζει η διαπίστωση για την εκθετική αύξηση της κερδοσκοπίας που συνοδεύει την αύξηση του χρέους. Αναφέρεται κατά λέξη: «Το προφίλ των επενδυτών στο ιρλανδικό δημόσιο χρέος έχει αλλάξει σημαντικά από το 2008, όταν τέθηκαν σε εφαρμογή οι ιρλανδικές εγγυήσεις προς τις τράπεζες. Πριν την κρίση, το ιρλανδικό χρέος θεωρούταν από τις αγορές ως στοιχείο χαμηλής απόδοσης και χαμηλού κινδύνου κι έβρισκε συνήθως θέση στις
καταχωρήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων. Η κρίση έχει αλλάξει το χαρακτήρα του ιρλανδικού δημόσιου χρέους κι έχει οδηγήσει στη δημιουργία μιας σειράς πιστωτικών εργαλείων που επηρεάζουν τον πιστωτικό κίνδυνο του ιρλανδικού δημοσίου. Τα τρία προηγούμενα χρόνια το μέγεθος των συναλλαγών στο ιρλανδικό δημόσιο χρέος και τα σχετικά εργαλεία ήταν χωρίς προηγούμενο τόσο σε όρους όγκου όσο και σε σχέση με το είδος των συναλλαγών.

»Σε όλη τη διάρκεια του 2009 υπήρχε αυξημένη κατοχή του ιρλανδικού δημόσιου χρέους από θεσμικούς καθώς οι πρωτοβουλίες μείωσης του ελλείμματος και “ποσοτικής χαλάρωσης” αναμένονταν να επηρεάσουν θετικά την ικανότητα του ιρλανδικού δημοσίου να αποπληρώσει το χρέος. Από τα μέσα του 2010 οι παραπάνω θεσμικοί άρχισαν να μειώνουν τις θέσεις τους στο ιρλανδικό δημόσιο χρέος καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε την αγορά ιρλανδικού χρέους, ανεξαρτήτως ημερομηνίας λήξης.

»Το δεύτερο τρίμηνο του 2010 ήταν μια περίοδος κατά την οποία οι συναλλαγές επί του ιρλανδικού δημόσιου χρέους άλλαξαν. Σημειώθηκε μια αύξηση στις κερδοσκοπικές συναλλαγές από αντισταθμιστικά κεφάλαια όπως Groveland Capital, Matrick Group και Corriente Advisors LLC, με βάση δημοσιεύματα του Τύπου… Πολλές από αυτές τις συναλλαγές σε CDS (Credit Default Swaps – συμβόλαια πιστωτικού κινδύνου) στοιχημάτιζαν πως η Ιρλανδία και άλλες περιφερειακές χώρες θα χρεοκοπήσουν ή θα προβούν σε αναδιάρθρωση του χρέους τους. Η μεταστροφή στην άποψη για το ιρλανδικό χρέος φαίνεται από την δραστηριότητα των πωλητών CDS που ξεκίνησαν να δανείζονται ιρλανδικό δημόσιο χρέος εν είδει αντιστάθμισης την οποία θα έπρεπε να αποπληρώσουν
αν συνέβαινε η χρεοκοπία».

Πρόβλημα της ευρωζώνης 

Στα συμπεράσματα του πορίσματος της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου τονίζεται επίσης ότι το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί ένα ιδιαίτερο ιρλανδικό πρόβλημα, καθώς σε όλη την ευρωζώνη την τελευταία τριετία, όσο δηλαδή διαρκεί η κρίση, το χρέος εκτινάχθηκε. Από σχεδόν 66% του ΑΕΠ το 2008, ξεπερνάει πλέον το 86% του ΑΕΠ.

Στο ίδιο κεφάλαιο επικρίνεται και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε σχέση με την στάση σιωπής που έχει επιλέξει να κρατά, συσκοτίζοντας συχνά την πραγματικότητα. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Ο όρος “δημιουργική ασάφεια” εισήχθηκε στο κοινό λεξιλόγιο από τον Χένρι Κίσιντζερ για να περιγράψει την σκόπιμη χρήση μιας ασαφούς γλώσσας κατά τη διαπραγμάτευση ενός ευαίσθητου θέματος. Χρησιμοποιείται επίσης για να περιγραφεί η πολιτική της ΕΚΤ σε ό,τι αφορά την δημόσια πληροφόρηση για τις επιχειρήσεις διάσωσης των τραπεζών… Η ιδέα είναι πως όταν δεν γίνεται σαφές σε ποιόν ακριβώς βαθμό θα υποστηριχθούν οι τράπεζες, τότε μειώνεται ο ηθικός κίνδυνος για το σύστημα. Έχοντας δεχθεί κριτική ως συνώνυμο της παραποίησης, η δημιουργική ασάφεια μετά βεβαιότητας απάδει της διαφάνειας. Μόλις το 2010, η ΕΚΤ επανέλαβε την ανάγκη μυστικότητας. Σε ένα κείμενο γνώμης που δημοσιεύτηκε
τον Ιανουάριο του 2011 επί μιας προτεινόμενης οδηγίας αναφέρεται: “πληροφορίες για τον δανεισμό των κεντρικών τραπεζών ή άλλες διευκολύνσεις ρευστότητας που παρέχονται σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης της παροχής έκτακτης ρευστότητας (του γνωστού μας ELA)
πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικές για να υπάρχει σταθερότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ως σύνολο και να διατηρείται σε περίοδο κρίσης η
δημόσια εμπιστοσύνη”».

Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει το καμπανάκι κινδύνου που χτυπάει η ιρλανδική ΕΛΕ σε ό,τι αφορά τις χρηματοδοτήσεις προς τις εμπορικές τράπεζες από την κεντρική τράπεζα μέσω του ELA. Ο κίνδυνος έγκειται στην μη αποπληρωμή των ποσών που παρέχει το κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα, ώστε να μη ξεμείνουν από ρευστό οι εμπορικές τράπεζες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι ζημιές θα περάσουν στον ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας, καθιστώντας άμεση ανάγκη την αναπλήρωση του κεφαλαίου της, ενδεχομένως από το δημόσιο με αποτέλεσμα να αυξηθεί το δημόσιο χρέος. Τουλάχιστον στην Ιρλανδία
αυτό συνέβη. Γιατί άραγε να μην συμβεί το ίδιο και στην Ελλάδα, δεδομένου ότι τις τελευταίες εβδομάδες οι στρόφιγγες του ELA έχουν ανοίξει για τα καλά,
παραμένοντας ωστόσο το όνομα των παραληπτών επτασφράγιστο μυστικό;

Το απεχθές χρέος

Τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου στην Ιρλανδία, παρότι ολοκληρώθηκε χωρίς τις αναγκαίες εκείνες πληροφορίες που θα μπορούσε να δώσει ο κρατικός μηχανισμός και οι  δικαστικές αρχές, δίνουν επιπλέον επιχειρήματα σε όσους πιστεύουν ότι τουλάχιστον μεγάλο μέρος του δημόσιου χρέους είναι παράνομο και απεχθές και δεν πρέπει να πληρωθεί. Το εύρημά τους μάλιστα, ότι μεγάλο μέρος του χρέους βρίσκεται στα χέρια επαγγελματιών κερδοσκόπων, διευρύνει τα όρια της κριτικής απέναντι στη νομιμότητα του δημόσιου χρέους οπλίζοντας όσους αντιπαλεύουν την πληρωμή του με νέα επιχειρήματα. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων του πορίσματος αποτελεί, χώρια των άλλων, και ένα μάθημα δημοκρατίας καθώς θέτει στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου την σύνθεση και την προέλευση του χρέους, με τρόπο μάλιστα ιδιαίτερα φιλικό ακόμη και στους μη ειδικούς. Ο χώρος που αφιέρωσαν οι συγγραφείς του κειμένου για να εξηγούν στους πολίτες πως λειτουργεί η αγορά ομολόγων αποτελεί μάθημα για όλους όσους ασχολούνται με τα κοινά. Πρώτα και κύρια προς όσους επιδιώκουν θέματα όπως το δημόσιο χρέος να παραμένουν εγκλωβισμένα στους χειρισμούς ειδικών, συχνά ανεξέλεγκτων, που λειτουργούν χωρίς καμιά νομιμοποίηση. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα.

Τα όργια δε που αποκαλύφθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στην στατιστική υπηρεσία, όπου μεγέθη όπως το δημοσιονομικό έλλειμμα παραποιούνταν καθ’ υπόδειξη των Βρυξελλών ώστε να φανεί δικαιολογημένη η πολιτική των άγριων περικοπών, καθιστούν ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη το αίτημα να ανοίξουν τα βιβλία του δημόσιου χρέους και των δημόσιων οικονομικών στην κοινωνία.

Φαύλος κύκλος λιτότητας και κερδοσκοπίας (Επίκαιρα 11 Αυγούστου 2011)

Είναι να απορεί κανείς αν οι κερδοσκόποι ή οι κυβερνήσεις – ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού – φέρουν την μεγαλύτερη ευθύνη για το χάος που έχει επικρατήσει τις τελευταίες μέρες στις αγορές με την κατακρήμνιση των τιμών των μετοχών. Μόνο την προηγούμενη εβδομάδα οι ρευστοποιήσεις ξεπέρασαν τα 2,5 τρισ. δολ. με τα χρηματιστήρια σε Ευρώπη και ΗΠΑ να καταγράφουν ρεκόρ απωλειών για τα τελευταία έτη. Ειδικότερα, η προηγούμενη Πέμπτη αποδείχθηκε η χειρότερη μέρα για τον αμερικανικό βιομηχανικό δείκτη Dow Jones (που έχασε 500 μονάδες) από τον Δεκέμβρη του 2008 όταν η σκόνη από την κατάρρευση της Lehman Brothers πλανιόταν ακόμη απειλητικά στον αέρα, ενώ ο ευρωπαϊκός δείκτης Stoxx Europe 600, χάνοντας 8,65 μονάδες κατέγραψε τις μεγαλύτερες απώλειές του από τις 7 Μάη του 2010 όταν η αβεβαιότητα για την Ελλάδα παρέλυσε τις αγορές.

Η απορία για το ποιός φέρει το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης μεταξύ κυβερνήσεων και αγορών δεν είναι τυχαία. Γιατί οι κερδοσκόποι, όσο κι αν μας εκπλήσσουν κάθε φορά με το θράσος τους – όπως συνέβη για παράδειγμα με την απόφαση της Standard & Poor’s να υποβαθμίσει τις ΗΠΑ – δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά τη δουλειά τους: αυτοεκπληρούμενες προφητείες που αποδίδουν τα μέγιστα και κυρίως αφαιμάζουν τα δημόσια οικονομικά. Η υποβάθμιση των ΗΠΑ από την ανώτερη δυνατή βαθμολογία ΑΑΑ στην αμέσως χαμηλότερη ΑΑ+ (πάλι καλά…) μαζί με το Βέλγιο και τη Νέα Ζηλανδία θα κοστίσει στους αμερικάνους φορολογούμενους 100 δισ. δολ. που θα πρέπει να καταβάλλουν για επιπλέον τόκους.

Οι κυβερνήσεις όμως τι κάνουν; Με τα πιο απλά λόγια, στρώνουν το χαλί στους κερδοσκόπους, γι αυτούς δουλεύουν στην πράξη κι ας φρίττουν με τις αντιδράσεις τους κι ας είναι τα πρώτα θύματα των όλο και πιο λυσσωδών επιθέσεών τους που θυμίζουν αγέλες πεινασμένων καρχαριών! Με τις αποφάσεις τους οι κυβερνήσεις δημιουργούν τους όρους για να έλθει μια ώρα αρχύτερα η εποχή των «μειωμένων προσδοκιών» την οποία προεξοφλεί η ελεύθερη πτώση των τιμών των μετοχών, με την γνωστή υπερβολή στην οποία μας έχουν συνηθίσει κι η οποία αποτελεί δεύτερη φύση τους!

Κηδεία αντί για γάμος στις ΗΠΑ

Η προηγούμενη Πέμπτη 4 Αυγούστου, που την επομένη περιγράφηκε σαν «μαύρη Πέμπτη», θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν μέρα γιορτής, αφού η αγωνία για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κηρύξουν στάση πληρωμών τερματιζόταν. Η συμφωνία ωστόσο μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων για το επιτρεπόμενο ύψος του αμερικανικού δημοσίου χρέους – γιατί περί αυτού επρόκειτο – είχε και μια αθέατη πλευρά, απείρως μεγαλύτερη σε διαστάσεις της φωτεινής: τη δικομματική δέσμευση για τεράστιες περικοπές στον αμερικανικό κρατικό προϋπολογισμό. Ειδικότερα, για την επόμενη δεκαετία προβλέπεται να γίνουν περικοπές ύψους 917 δισ. δολ., ως αντάλλαγμα για την αύξηση της οροφής του χρέους κατά 900 δισ. δολ., κι επίσης μια 12μελή επιτροπή που θα στελεχώνεται κατά τα ήμισυ από εκπροσώπους και των δύο κομμάτων επιφορτίστηκε να προβεί μέχρι τις 23 Δεκέμβρη σε επιπλέον περικοπές ύψους 1,5 τρισ. δολ. Η πλευρά του Ομπάμα απέφυγε να θιγούν άμεσα τα προγράμματα περίθαλψης των πιο φτωχών Αμερικανών (Medicare και Medicaid), όπως ακριβώς οι Ρεπουμπλικάνοι επέβαλαν να μη αμφισβητηθούν οι σκανδαλώδεις φοροαπαλλαγές των πλουσίων, παρόλα αυτά η τελική συμφωνία σηματοδοτεί μια σημαντική νίκη των «ιεράκων των ελλειμμάτων» στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όπως εύστοχα περιγράφονται από προοδευτικούς οικονομολόγους οι υπέρμαχοι των περικοπών, κι η οποία θα επιφέρει σοβαρές απώλειες στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών στις εκλογές που θα γίνουν τον επόμενο χρόνο.

Η είδηση της συμφωνίας για το ύψος του δημόσιου χρέους έθεσε σε δεύτερη μοίρα μια άλλη είδηση για την αμερικανική οικονομία εξ ίσου ζοφερή με τις συνέπειες της συμφωνίας στις κρατικές δαπάνες: Την αποκάλυψη από τις στατιστικές αρχές των ΗΠΑ πως οι πραγματικές επιδόσεις της αμερικανικής οικονομίας το τελευταίο διάστημα ήταν σημαντικά υποδεέστερες αυτών που είχαν ανακοινωθεί. Συμπερασματικά, καταλήγουν πως η ύφεση του 2008 ήταν πολύ βαθύτερη απ’ όσο θεωρήθηκε ενώ η παραγωγή που βρίσκεται στα επίπεδα του 2005 δεν έχει ανακτήσει ακόμη τα προγενέστερα επίπεδα. «Η Αμερική βρίσκεται επί έξι χρόνια σε μια χαμένη δεκαετία», όπως τονίζει ο τελευταίος Economist υπογραμμίζοντας το φόβο για επανάληψη του ιαπωνικού σεναρίου όπου την ύφεση του ’90 ακολούθησε μια χαμένη δεκαετία και μια ακόμη «σχεδόν χαμένη» δεκαετία.

Διπλή ύφεση

Από κοινού αυτές οι δύο εξελίξεις – ραγδαίες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και αναιμικότερες επιδόσεις της οικονομίας – επανέφεραν τους φόβους ότι βρισκόμαστε στο μέσο μιας διπλής ύφεσης κι όχι στην επίπονη αρχή μιας βασανιστικής και χρονοβόρας πορείας εξόδου από την κρίση. Εδώ πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες για την κατακρήμνιση των τιμών των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια. Γιατί, τι αισιοδοξία και ποιά κέρδη να προεξοφλήσουν τα χρηματιστηριακά ταμπλώ όταν για το άμεσο μέλλον προδικάζεται συρρίκνωση των δημοσίων δαπανών κατά 2% και μια αντίστοιχα θεαματική μείωση των ιδιωτικών ως αποτέλεσμα μεταξύ άλλων της σταθερής πτώσης της απασχόλησης στο σύνολο του πληθυσμού όταν από 63% τον Ιούνιο του 2007 μειώθηκε στο 59,4% τον Ιούνιο του 2009 και στο 58,2% τον Ιούνιο του 2011…

Οι κυβερνητικές ευθύνες στο επίπεδο της προετοιμασίας της ύφεσης όσο κι αν ερμηνεύουν δεν αθωώνουν τον ιδιωτικό τομέα που επιλέγει τον αποθησαυρισμό των κερδών του αντί να αναλάβει το κόστος της επανεπένδυσης. Την απάντηση στο ερώτημα «που πάνε τελικά όλα αυτά τα χρήματα που φεύγουν από τα χρηματιστήρια» την έδωσε η International Herald Tribune του προηγούμενου Σαββατοκύριακου, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα μια άλλη πλευρά της ύφεσης: την συγκέντρωση τεράστιων αποθεματικών στη μορφή των καταθέσεων. «Πολλές εταιρείες απέχουν από την επένδυση σε νέα παραγωγική δυναμικότητα και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ενώ συγκεντρώνουν ρευστό για την περίπτωση που θα υπάρξει ένας νέος πανικός. Οι τράπεζες δε, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, είναι προσεκτικές στη χορήγηση νέων δανείων, περιορίζοντας τα διαθέσιμα τόσο προς τις επιχειρήσεις όσο και προς τους καταναλωτές. Και τελικά και οι ιδιώτες περιορίζουν τις δαπάνες τους. Η καταναλωτική δαπάνη στις ΗΠΑ τον Ιούνη μειώθηκε για πρώτη φορά σχεδόν σε δύο χρόνια, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν πριν λίγες μέρες. Στο αποκορύφωμα της αβεβαιότητας για το κατά πόσο θα αυξηθεί το ανώτατο ύψος του χρέους και με το ενδεχόμενο μιας χρεοκοπίας στο τραπέζι, στα τέλη Ιούλη, οι επενδυτές απέσυραν περισσότερα από 100 δις. δολ. από τις αγορές κεφαλαίων τοποθετώντας τα περισσότερα από αυτά στις τράπεζες».

Ακόμη και στο μέσο μιας διπλής ύφεσης λοιπόν, «λεφτά υπάρχουν» είναι το συμπέρασμα…

Έμειναν τα χαμόγελα στην ΕΕ

Στην από δω όχθη του Ατλαντικού τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα – εκ παραδόσεως.

Οι κερδοσκοπικές επιθέσεις που δέχτηκαν η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες αναγκάστηκαν να πουλήσουν 10ετή ομόλογα με επιτόκια ύψους 6,5% και 6,3% που συνιστούν ρεκόρ 14ετίας παραπέμποντας στην προ-ευρώ εποχή, επιβεβαίωσαν με τον πιο αδιάσειστο τρόπο ότι οι αποφάσεις της 21ης Ιουλίου ήταν λάδι στη φωτιά της κερδοσκοπίας. Όχι απλώς δεν έλυσαν το πρόβλημα, αλλά συνέβαλαν στην αναζωπύρωση και την επέκτασή του, όπως συμβαίνει άλλωστε με κάθε απόφαση της ΕΕ, που αντί να αποτελεί ανάχωμα οδηγεί στην εξάπλωση της κρίσης σε νέες χώρες. Ούτε επίτηδες να το έκαναν. Κατά συνέπεια οι εκκλήσεις των Μέρκελ, Σαρκοζύ και …Παπανδρέου να ψηφιστούν από τα εθνικά κοινοβούλια και να εφαρμοστούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα οι σχετικές αποφάσεις μόνο γέλιο μπορούν να προκαλούν.

Η αντίφαση βρίσκεται στο αβυσσαλέο κενό μεταξύ της έκτασης του κινδύνου και των διαθέσιμων πόρων. Η εμμονή συγκεκριμένα της Γερμανίας να μην αυξηθούν τα διαθέσιμα κονδύλια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και να παραμείνουν στα 440 δισ. ευρώ (που είναι μόλις 298 αν αφαιρέσουμε 109 Ελλάδας, 17,7 της Ιρλανδίας και 26 της Πορτογαλίας) άφησε αναπάντητα τα ερωτηματικά για το τι μπορεί να συμβεί αν η κρίση τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες επεκταθεί στην Ισπανία και πολύ περισσότερο την Ιταλία, το δημόσιο χρέος της οποίας φθάνει τα 1,8 τρισ. ευρώ εκ των οποίων τα 700 δισ. βρίσκονται στο εξωτερικό κι είναι κατά γενική ομολογία «πολύ μεγάλη για να σωθεί». Κακά τα ψέματα, μηχανισμοί που θα απέτρεπαν μια ενδεχόμενη κατάρρευση τύπου Lehman Brothers να παρασύρει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο στην δίνη μιας βαθιάς και βίαιης κρίσης δεν υφίστανται. Αυτό είναι το συμπέρασμα.

Εδώ μάλιστα αθώοι του αίματος δεν υπάρχουν. Πολλά δημοσιεύματα έφεραν τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ να τοποθετείται στην αντίπερα όχθη από την Γερμανία που με κάθε τρόπο απέκλεισε το ενδεχόμενο αύξησης των διαθέσιμων κονδυλίων, φθάνοντας στο σημείο να επιτεθεί προσωπικά εναντίον κι αυτού ακόμη του Μανουέλ Μπαρόζο που ζήτησε έστω κι εκ των υστέρων την αλλαγή της σχετικής απόφασης. Οι ευθύνες του Τρισέ όμως δεν είναι μικρότερες κι ας πρωτοστάτησε στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που προβλέπει την επέκταση της αγοράς ομολόγων (που έχει διακοπεί από τον Μάρτη) ακόμη και στην Ισπανία και την Ιταλία. Γιατί, ενώ ο Τρισέ είχε αυτή την απόφαση στα χέρια του (και στην οποία δεν συναίνεσε ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας) δεν την ενεργοποίησε προκειμένου να εκβιαστεί η Ιταλία και να αναλάβει νέες δεσμεύσεις λιτότητας, όπως έκανε το απόγευμα της Παρασκευής ο πρωθυπουργός της Σίλβιο Μπερλουσκόνι που εξήγγειλε ότι θα ισοσκελίσει τον κρατικό προϋπολογισμό έναν χρόνο νωρίτερα, το 2012 αντί του 2013, που είχε αρχικά δηλώσει. Ο Τρισέ δηλαδή παρότι διέθετε τα σωστικά μέσα άφηνε την Ιταλία να πνίγεται! Και μόνο την Κυριακή το απόγευμα, έγινε σαφές ότι θα υπάρξει παρέμβαση από τη μεριά της ΕΚΤ με την κοινή δήλωση Μέρκελ – Σαρκοζύ.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως η κερδοσκοπία αποθρασύνθηκε γιατί πολύ σωστά κατάλαβε ότι η ΕΚΤ και οι ισχυρές κυβερνήσεις της ΕΕ τη χρησιμοποιούν για να επιβάλλουν τη λιτότητα, όσο κι αν την αποδοκιμάζουν ή υπόσχονται να λάβουν μέτρα εναντίον της. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η λιτότητα και οι περικοπές προεξοφλούν τη συρρίκνωση των δημοσίων δαπανών και του διαθέσιμου εισοδήματος με αποτέλεσμα να ψαλιδίζονται και οι προοπτικές του ιδιωτικού τομέα για δημιουργία κέρδους. Ενδεικτικά, οι προοπτικές μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ιταλία, με βάση εκτιμήσεις του ΔΝΤ, προβλέπονται μέχρι το 2016 ετησίως 1,3%. Ευρύτερα η ευρωζώνη αφού είδε την οικονομία της να επεκτείνεται το πρώτο τρίμηνο σε ετήσια βάση κατά 3%, η μεγέθυνση του δεύτερου τριμήνου αναμένεται να μην υπερβεί το 1% κι όσο για το τρίτο τρίμηνο οι προοπτικές είναι ακόμη πιο μελανές. Βιομηχανική παραγωγή δηλαδή και ΑΕΠ βρίσκονται σε συρρίκνωση. Καταλυτικό μάλιστα ρόλο σε αυτή την εξέλιξη είχε η απόφαση της ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια του ευρώ δύο φορές από τον Απρίλιο του 2011. Ο καταστρεπτικός χαρακτήρας αυτής της απόφασης υπογραμμίζεται επίσης αν δούμε ότι στο σύνολό τους όλες οι υπόλοιπες οικονομίες ή κρατούν τα επιτόκια παρέμβασής τους σταθερά (οι ΗΠΑ κοντά στο μηδέν, η Αγγλία στο 0,5%) ή τα μειώνουν (όπως έκανε για παράδειγμα η Τουρκία που τα μείωσε κατά μία ποσοστιαία μονάδα). Η ΕΚΤ αντίθετα τα αυξάνει θυσιάζοντας στο βωμό της συγκράτησης του πληθωρισμού χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Αυτό που αναδεικνύεται όμως πολύ πιο εμφαντικά είναι μια δογματική, θρησκευτική προσήλωση στον νεοφιλελευθερισμό που αποδεδειγμένα δεν αποδίδει. Καθώς πλέον είναι ηλίου φαεινότερο ότι η πολιτική των περικοπών κοινωνικών δαπανών, των ιδιωτικοποιήσεων και της απορύθμισης της εργασίας που έχουν δοκιμαστεί στον ένα ή τον άλλο βαθμό σχεδόν σε όλες τις χώρες της ΕΕ όχι μόνο οδηγούν σε κοινωνική γενοκτονία συρρικνώνοντας το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και των μεσαίων στρωμάτων, αλλά επιπλέον εκθέτουν τις οικονομίες στις κερδοσκοπικές πιέσεις. Ένας φαύλος κύκλος βάρβαρης λιτότητας και αποχαλίνωσης της κερδοσκοπίας είναι κατ’ αυτό τον τρόπο το μέλλον που μας επιφυλάσσουν.

Το ψωμί… ψωμάκι ελέω κερδοσκοπίας (Επίκαιρα, 19/8-25/8/2010)

Ράλι πραγματοποιούν οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων εδώ και λίγες εβδομάδες στα εξειδικευμένα χρηματιστήρια του Σικάγου και του Λονδίνου. Αποτέλεσμα αυτού του αγώνα ταχύτητας είναι οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής, όπως σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι και άλλα να έχουν φθάσει στα ύψη. Η τιμή του σιταριού, για παράδειγμα, ενώ ήταν γύρω στα 135 ευρώ ο τόνος από τον Ιανουάριο μέχρι και το πρώτο πεντάμηνο του έτους πλέον σκαρφάλωσε στα 236 ευρώ. Η τιμή του κριθαριού από 2.475 ρούβλια ο τόνος που ήταν στις αρχές του χρόνου – κι ακόμη χαμηλότερα κατά τη διάρκεια του – έφθασε τα 4.250, κοκ.

Η άνοδος της τιμής αποδόθηκε από πολλούς στις ζημιές που υπέστη η ρωσική παραγωγή λόγω της ασυνήθιστης ανόδου της θερμοκρασίας, των πρωτοφανών σε έκταση πυρκαγιών που ακολούθησαν και της απόφασης του πρωθυπουργού Βλαντίμιρ Πούτιν να απαγορεύσει τις εξαγωγές σιτηρών από τις 15 Αυγούστου μέχρι και το τέλος του χρόνου. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι η ρωσική παραγωγή θα κυμανθεί από 70 έως 75 εκ. τόνους, όταν η περυσινή σοδειά είχε αγγίξει τα 100 εκ. τόνους. Χαμηλότερα θα κινηθεί επίσης κι η παραγωγή της Ουκρανίας, που κι αυτή σκέφτεται να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές, καθώς οι τελευταίες εκτιμήσεις μειώνουν την ετήσια παραγωγή από 48 εκ. τόνους πέρυσι σε 40 εκ. φέτος. Η απόφαση του Κρεμλίνου χαρακτηρίστηκε σωτήρια για την εγχώρια ζήτηση καθώς διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη σταριού κι οι τιμές θα παραμείνουν χαμηλές εντός της Ρωσίας. Στο εξωτερικό όμως επέφερε αναστάτωση καθώς μια σειρά χώρες έπρεπε να μεριμνήσουν για τον ομαλό ανεφοδιασμό τους, με τις περισσότερες απ’ αυτές να βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και την Ασία. Ειδικότερα η Αίγυπτος, που αγοράζοντας πέρυσι 6 εκ. τόνους αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ρωσικών σιτηρών, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράν, η Λιβύη, το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Υεμένη και το Ιράκ.

Παρόλα αυτά η άνοδος της τιμής των σιτηρών και των βασικών ειδών διατροφής δεν προήλθε από την ξηρασία ή την απόφαση της Μόσχας και τον σκεπτικισμό του Κιέβου. Το ράλι τιμών το επέβαλαν μια σειρά άλλοι λόγοι που συγκαλύφθηκαν στη συνέχεια από την απόφαση της Μόσχας.

Η άνοδος της τιμής κατ’ αρχήν προηγήθηκε των ανακοινώσεων του Πούτιν. Οι τιμές του σταριού όπως και του κριθαριού ξεκίνησαν να αυξάνονται από τις αρχές Ιούλη, όταν οι φωτιές δεν υπήρχαν ούτε στους χειρότερους εφιάλτες των Ρώσων.

Δεύτερο, υφίσταται μια γενικευμένη άνοδος στις τιμές των βασικών εμπορευμάτων που δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές των δημητριακών τα οποία παράγονται στη Ρωσία. Ράλι, για παράδειγμα, καταγράφει η τιμή του χρυσού με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης μηνός Δεκεμβρίου να φθάσουν στις 8 Αυγούστου στα 1.205 δολάρια. Επίπεδο τιμής που βρίσκεται πολύ κοντά στο ρεκόρ των 1.260 δολ. ανά ουγκιά που είχε σημειωθεί στο τέλος Ιουνίου. Εξ’ ίσου φρενήρη άνοδο καταγράφει και η τιμή του κακάο που τους τελευταίους μήνες έχει αυξηθεί κατά 150% ωθώντας βιομηχανίες τροφίμων που παράγουν σοκολάτες να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων τους ή να μειώσουν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιούν. Η άνοδος των τιμών των σιτηρών επομένως αποτελεί σύμπτωμα μιας ευρύτερης τάσης.

Τρίτο, το κενό που δημιουργήθηκε από την διακοπή των ρωσικών εξαγωγών καλύφθηκε πάραυτα από άλλους παραγωγούς, με πρώτους απ’ όλους τους Αμερικανούς. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό αποτελεί μια ευκαιρία για μας κι ότι πρόκειται να την εκμεταλλευτούμε», δήλωσε στους Financial Times στις 13 Αυγούστου ο υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ, αναφερόμενος στην διακοπή των ρωσικών εξαγωγών. Σχεδόν όλες οι χώρες επίσης διατηρούν ένα απόθεμα. «Η Αίγυπτος έχει αρκετό απόθεμα σταριού για να παράγει επιδοτούμενο ψωμί για τους τέσσερις επόμενους μήνες δήλωνε στη βρετανική εφημερίδα στις 12 Αυγούστου αξιωματούχος του αιγυπτιακού υπουργείου Εμπορίου. Κατά συνέπεια δεν δημιουργήθηκε κάποια έλλειψη, ένα κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, που έστω και προσωρινά να προκάλεσε την εκτόξευση των τιμών.

Τέταρτο, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, η απόφαση του Πούτιν δεν ήταν και τόσο… αθώα. Δεν ελήφθη δηλαδή με κριτήριο τα συμφέροντα του ρωσικού λαού και τις ανάγκες κάλυψης της ρωσικής αγοράς, αλλά των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εμπορία σιτηρών! «Μεγάλες, πολυεθνικές εταιρείες εμπορίας δημητριακών που λειτουργούν στη Ρωσία επιδίδονταν σε υπόγεια επιρροή (λόμπι) με στόχο την απαγόρευση που θα αποτελούσε το μέσο για να αξιώσουν τη νομική εξαίρεση από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης που είχαν συναφθεί πριν την ξηρασία, όταν οι τιμές ήταν πολύ χαμηλότερες. Μια ρωσική θυγατρική της Glencore, της ελβετικής εταιρίας εμπορίας βασικών προϊόντων που διατηρεί στενές σχέσεις με τη ρωσική κυβέρνηση, επιδόθηκε σε υπόγεια επιρροή για την απαγόρευση όσο η έκταση της ξηρασίας γινόταν εμφανής», ανέφερε σε ρεπορτάζ της η International Herald Tribune στις 6 Αυγούστου. Τις λεπτομέρειες του «κόλπου» τις αποσαφήνιζαν οι Financial Times στις 4 Αυγούστου από την πρώτη τους κιόλας σελίδα: «Στελέχη της Glencore, της μεγαλύτερης εταιρείας εμπορίας βασικών προϊόντων κάλεσαν χθες τη Μόσχα να επιβάλλει απαγόρευση πωλήσεων σε δημητριακά που θα επιτρέψει σε εταιρείες να διαπραγματευτούν εκ νέου τα συμβόλαιά τους. Αν η Μόσχα επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών, όπως έκανε για μια σύντομη περίοδο κατά τη διάρκεια της κρίσης τροφίμων του 2007-2008, τότε εμπορικοί οίκοι όπως η Glencore θα μπορούσαν να επικαλεστούν ανωτέρα βία, όρος που τους επιτρέπει να ακυρώσουν συμφωνίες λόγω αιτιών που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους»!

Κατά συνέπεια πράγματι υπάρχει σχέση μεταξύ ανόδου των τιμών στα σιτηρά και απόφασης απαγόρευσης των ρωσικών εξαγωγών – όχι όμως αυτή που λέγεται, ότι η απαγόρευση οδήγησε στην άνοδο των τιμών, αλλά η εντελώς αντίθετη: Η προγενέστερη άνοδος τιμών προκάλεσε την απαγόρευση!

Η πρωτοβουλία της ρωσικής κυβέρνησης έφερε ξανά στην επιφάνεια τον καταστρεπτικό ρόλο που ασκούν στην διαμόρφωση των τιμών κι επίσης την παραγωγή και εμπορία των βασικών ειδών διατροφής κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που μεσολαβούν μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Πρόκειται μάλιστα συχνά για τις ίδιους αυτούς τραπεζικούς κολοσσούς που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην κρίση της αμερικανικής αγοράς ακινήτων, όπως για παράδειγμα η Goldman Sachs, που μόλις πρόσφατα τιμωρήθηκε από τις αμερικανικές αρχές για τις αμφιλεγόμενες δραστηριότητές της. Η Goldman Sachs λοιπόν, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεσή της, την οποία επικαλείται η βρετανική εβδομαδιαία εφημερίδα Guardian στις 23 Ιουλίου, κατά το 2009 κέρδισε 1 δισ. δολ. από στοιχήματα στην αγορά τροφίμων. «Επενδυτικές τράπεζες όπως η Goldman Sachs επιτυγχάνουν τεράστια κέρδη στοιχηματίζοντας στην τιμή καθημερινών τροφίμων. Από αυτά τα επικίνδυνα στοιχήματα κανείς δεν επωφελείται με μοναδική εξαίρεση του τυχοδιώκτες του Σίτι. Οι καταναλωτές υποφέρουν καθώς υποκινείται ο πληθωρισμός – λόγω του απρόβλεπτου κόστους στο πετρέλαιο και τις πρώτες ύλες – και οι πιο φτωχοί του κόσμου υποφέρουν επειδή το κόστος των βασικών τροφίμων γίνεται αβάσταχτο», τονίζει σε ανακοίνωσή της Μη Κυβερνητική Οργάνωση την οποία παρουσιάζει η βρετανική εφημερίδα στην πρώτη της σελίδα.

Πίσω ωστόσο από την άνοδο των τιμών των βασικών εμπορευμάτων κρύβεται η ανησυχία που αρχίζει να συσσωρεύεται για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Οι φόβοι συγκεκριμένα για διπλή ύφεση της αμερικανικής οικονομίας, η αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων οικονομικής μεγέθυνσης στη ζώνη του ευρώ και την Αγγλία, η επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης στην Κίνα και άλλα στρέφουν τους επενδυτές – που αξιοποιούν το απαράδεκτο καθεστώς χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης των βασικών ειδών διατροφής – να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους εκεί. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί και το 2007 – 2008 όταν η κρίση στην αγορά τροφίμων που οδήγησε σε έκρηξη τις τιμές του ρυζιού και του σταριού προκαλώντας λαϊκές εξεγέρσεις από την Αϊτή και το Μεξικό μέχρι την Αίγυπτο, ήταν το προμήνυμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε.

Σε αυτό το περιβάλλον – όπου η περίσσια κεφαλαίων διοχετεύεται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο κι ωθώντας ταυτόχρονα τις τιμές στα ουράνια – δεν λείπουν οι εκ του πονηρού συστάσεις για απελευθέρωση της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Με βάση το σκεπτικό εταιρειών όπως η αμερικανική Monsanto και η γερμανική Basf η άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα της έλλειψης τροφίμων. Άρα, συνεχίζουν οι παραπάνω εταιρείες και πολλοί «ανεξάρτητοι» ερευνητές και αναλυτές που γίνονται όλο και περισσότεροι με το πέρασμα του χρόνου, υπάρχει ανάγκη διεύρυνσης της παραγωγής ώστε να ξεπεραστεί η ανεπάρκεια, να πέσουν οι τιμές και να μην φτάσουμε ξανά σε καταστάσεις όπως του 2007 – 2008 όταν λόγω της (πολύ μεγαλύτερης από τη σημερινή) ανόδου των τιμών για πρώτη φορά οι χρόνια υποσιτισμένοι ξεπέρασαν το 1 δισ.

Αυτό που παραβλέπουν οι υπέρμαχοι των τροφίμων – Φρανκεστάιν είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες κάθε άλλο παρά έλλειψη τροφίμων παρατηρείται. Με βάση εκτιμήσεις του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) του ΟΗΕ ενώ το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 2,4 φορές (από 2,5 δισ. το 1950 σε 6 δισ. το 2000) η παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε κατά 2,6 φορές. Η παραγωγή τροφίμων δηλαδή αυξήθηκε ταχύτερα από τον πληθυσμό.

Το πρόβλημα επομένως δεν υφίσταται στην προσφορά αλλά στην διανομή – κατά πόσο δηλαδή αυτά τα τρόφιμα κατανέμονται με δημοκρατικούς όρους, σε όσους τα έχουν ανάγκη – κι εσχάτως στην άγρια κερδοσκοπία που εξελίσσεται, με αποτέλεσμα το πρόβλημα της διανομής να έχει γίνει πολύ πιο ακανθώδες, προσλαμβάνοντας εκρηκτικές διαστάσεις.