Η Ισπανία σε αρένα πολιτικής κρίσης

Σε χαριστική βολή για την κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ εξελίχθηκε η συζήτηση στην ισπανική βουλή για το νέο κρατικό προϋπολογισμό την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου.

Σε χαριστική βολή για την κυβέρνηση μειοψηφίας του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ εξελίχθηκε η συζήτηση στην ισπανική βουλή για το νέο κρατικό προϋπολογισμό την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο εύθραυστος κυβερνητικός συνασπισμός διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη και ο νέος προϋπολογισμός καταψηφίστηκε με 191 ψήφους, έναντι 158 και 1 αποχής. Η αδυναμία  του ισπανού πρωθυπουργού να περάσει ένα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις στη μεγαλύτερη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου, με την κήρυξη πρόωρων εκλογών στις 28 Απριλίου.

Οι πρόωρες εκλογές στην Ισπανία, τερματίζουν το βίο μίας από τις ελάχιστες εναπομείνασες κεντροαριστερές κυβερνήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επ’ ουδενί ωστόσο δεν πρόκειται να τερματίσουν την πολιτική κρίση που μαίνεται στην Ισπανία μετά την οικονομική κρίση του 2010 – 2011. Η πολιτική κρίση έφτασε στο απόγειό της με τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 και 2016, όταν τα αποτελέσματα (με τη δύναμη των άλλοτε κραταιών κομμάτων της Δεξιάς και των σοσιαλιστών να έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό) αδυνατούσαν να οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση πλειοψηφίας. Η κυβέρνηση που κατάφερε να σχηματίσει ο Πέδρο Σάντσεθ στηρίχτηκε στις ψήφους βουλευτών από την Καταλονία και τη Χώρα των Βάσκων, έναντι υποσχέσεων φυσικά. Η απώλεια αυτών των ψήφων στην κοινοβουλευτική συνεδρίαση της Τετάρτης είναι που άφησε μετέωρη την κυβέρνηση.

Η ίδια η συζήτηση στη Βουλή ελάχιστα ασχολήθηκε με τον προϋπολογισμό. Πρόκειται άλλωστε για μια διαδικασία  που έχει χάσει κάθε πραγματικό περιεχόμενο από τη στιγμή που για τα πιο σημαντικά μεγέθη αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κι όχι τα εθνικά κοινοβούλια, στο πλαίσιο των διαδικασιών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Το θέμα ωστόσο που κυριάρχησε στην ισπανική Βουλή αφορούσε στην ανεξαρτησία της Καταλονίας και στη σχέση των αυτόνομων περιοχών με τη Μαδρίτη.

Αναλαμβάνοντας ο Σάντσεθ τα καθήκοντά του είχε υποσχεθεί τερματισμό της κρίσης με την επανέναρξη πολιτικού διαλόγου ανάμεσα σε Μαδρίτη και Βαρκελώνη. Αξιοποιώντας μάλιστα το γεγονός ότι την ίδια περίοδο ανέλαβε τα καθήκοντα του κι ο νέος πρόεδρος της Καταλονίας, Κιμ Τόρα, αφού ο προηγούμενος ο Κάρλες  Πουιγκντεμόντ, αναγκάστηκε να διαφύγει στο εξωτερικό για να γλιτώσει τη σύλληψη, η συνάντηση των δύο ηγετών συνοδεύτηκε από μια πλειοδοσία υποσχέσεων για μια νέα αρχή, στον αντίποδα της επίδειξης αδιαλλαξίας του προηγούμενου πρωθυπουργού της Ισπανίας, του ηγέτη του δεξιού Λαϊκού Κόμματος Μαριάνο Ραχόι που χρεώθηκε ένα ρεσιτάλ βίας εναντίον των Καταλανών.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτών των διαδικασιών και προσδοκιών, το αίτημα της Βαρκελώνης ήταν να διεξαχθεί ένα νέο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας με την έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης. Με άλλα λόγια, να μην επαναληφθεί ότι συνέβη το 2017, όταν το δημοψήφισμα που προκήρυξε η Καταλανική Βουλή  χαρακτηρίστηκε αντισυνταγματικό και παρότι το 92% μιας περιορισμένης είναι η αλήθεια συμμετοχής που δεν ξεπέρασε το 43% (2,3 εκ. σε ένα σύνολο 5,3 εκ.) ψήφισε υπέρ της ανεξαρτησίας, το μοναδικό αποτέλεσμα που είχε ήταν η Μαδρίτη να κάνει ακόμη πιο ασφυκτικό τον κλοιό της γύρω από την Βαρκελώνη. Η απάντηση του ισπανού πρωθυπουργού ήταν η αναμενόμενη, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί ότι όλα αυτά τα χρόνια απλώς κέρδιζε χρόνο, διατηρώντας εν ζωή μια ετερόκλητη κυβέρνηση με απειροελάχιστη ημερομηνία λήξης: όχι!  Ο Σάντσεθ από την άλλη χαρακτήρισε πολιτικό εκβιασμό το αίτημα των Καταλανών και άλλων βουλευτών, που αντίκειται στο Σύνταγμα. Αυτή ήταν και η αιτία της καταψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού.

Ακροδεξιά στροφή της ισπανικής Δεξιάς

Ο Σάντσεθ μπορεί, σε τελική ανάλυση, να συνεχίζει την πολιτική του Ραχόι απαγορεύοντας στον λαό της Καταλονίας να αποφασίζει για την τύχη του – αν θέλει ή όχι να ανήκει στο ισπανικό κράτος -, δεν παύει ωστόσο να δέχεται την επίθεση της Δεξιάς. Μιας Δεξιάς μάλιστα που αν και ουδέποτε χαρακτηριζόταν για την μετριοπάθειά της (όπως για παράδειγμα η γειτονική Γαλλική Δεξιά) σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στράφηκε απότομα στην άκρα Δεξιά. Το κέντρο βάρους της μετακινήθηκε τάχιστα προς τα άκρα, ακολουθώντας την ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση στο πλαίσιο της οποίας από την Ουγγαρία και την Ιταλία μέχρι την Αυστρία η άκρα Δεξιά παντού αναδεικνύεται σε πρώτο κόμμα.

Στην Ισπανία ρόλο καταλύτη στην ακροδεξιά στροφή διαδραμάτισε το αντι-μεταναστευτικό κόμμα Vox, που στις εκλογές της Ανδαλουσίας τον Δεκέμβρη το 2018 κατάφερε για πρώτη φορά μετά την πτώση της χούντας του στρατηγού Φράνκο να αναδείξει φασίστες πολιτικούς σε τοπικό κοινοβούλιο.

Το Vox όσο γερά εδραιώνει το λόγο του στο παρελθόν, υμνώντας για παράδειγμα την ισπανική μοναρχία και τον ρωμαιοκαθολικισμό και υπερασπίζοντας τις ταυρομαχίες, άλλο τόσο γερά πατάει στις σημερινές αντιθέσεις και τις εκμεταλλεύεται αυξάνοντας την πολιτική και εκλογική του επιρροή. Για παράδειγμα ζητά από την Ισπανία να επανακτήσει τον έλεγχο του Γιβραλτάρ που βρίσκεται στο νότιο άκρο της Ισπανίας και από το 1773 βρίσκεται υπό βρετανική κυριαρχία. Απαιτεί την ανέγερση τοίχων γύρω από τους ισπανικούς θύλακες στη Βόρεια Αφρική της Θέουτα και τη Μελίλια ώστε να τερματιστούν οι εικόνες ντροπής που συνεχώς μεταδίδονται με απελπισμένους αφρικανούς μετανάστες να σκαρφαλώνουν στα πανύψηλα σύρματα επιχειρώντας να περάσουν στην Ισπανία και από κει στην Ευρώπη.

Ο βαθμός που αυτή η εικόνα στοιχειώνει τη συνείδηση των Ισπανών, αποτελώντας ντροπή, φάνηκε κι από την επιλογή του Στίβεν Λάνγκριτζ βρετανού σκηνοθέτη της Κάρμεν, που την απολαύσαμε πιο πρόσφατα το καλοκαίρι του 2018 στο Ηρώδειο, να τοποθετήσει την ηρωίδα – σύμβολο ελευθερίας μπροστά από αυτά τα πανύψηλα σύρματα που επάνω τους ανεβαίνουν σαν αράχνες μετανάστες επιχειρώντας να δραπετεύσουν από την κόλαση της Αφρικής…

Για τον 42χρονο ηγέτη του Vox ωστόσο, τον Σαντάγκο Αμπασκάλ, που ίδρυσε το κόμμα του μετά την αποχώρησή του από το Λαϊκό Κόμμα επικρίνοντάς το για διαφθορά με αφορμή τα σκάνδαλα  χρηματισμού που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, οι μετανάστες δεν είναι τίποτε άλλο απειλή. Κι ας μην υπάρχει καμία άλλη περιφέρεια από τις 17 συνολικά της Ισπανίας, που να στηρίζει την οικονομία της σε τέτοιο βαθμό στην  αδήλωτη συνήθως εργασία των μεταναστών. Τα σημαντικότερα πολιτικά κέρδη ωστόσο το ακροδεξιό ισπανικό κόμμα τα ενέγραψε πλειοδοτώντας σε επιθέσεις εναντίον των Καταλανών. Εν μέρει προβλέψιμα και δικαιολογημένα. Περιφέρειες του νότου όπως η Ανδαλουσία, το μόνο που προσφέρουν στην Ισπανία είναι το φολκλόρ και η γραφικότητα. Κατά τ’ άλλα είναι καθαροί λήπτες των δημοσίων ταμείων, σε ένα μοντέλο περιφερειακών εισροών – εκροών, που το βλέπουμε να επαναλαμβάνεται αυτούσιο και στην Ιταλία,  και θέλει τον εύπορο βορρά να χρηματοδοτεί τον χειμαζόμενο νότο. Οι φασίστες του νότου επομένως επιτίθενται στην Καταλονία για πολύ υλικούς λόγους, πέραν φυσικά του ένδοξου ισπανικού παρελθόντος, για το οποίο κανείς δεν αμφιβάλει…

Ο Αμπασκάλ ωστόσο δημιουργεί το προφίλ του, αντλώντας κυρίως υλικό από την πλούσια φασιστική παράδοση της χώρας του.

Το αποτύπωμα της σκληρής ισπανικής Δεξιάς έγινε ορατό δια γυμνού οφθαλμού στη μαζική συγκέντρωση της προηγούμενης Κυριακής στη Μαδρίτη που ως κεντρικό σύνθημα είχαν «Για μια ενωμένη Ισπανία εκλογές τώρα». Αφορμή για τη συγκέντρωση στάθηκε η πρόταση της κυβέρνησης να οριστεί εισηγητής για συνομιλίες μεταξύ των κομμάτων σχετικά με το θέμα της Καταλονίας, που αν και παρελκυστική ώστε να εξασφαλίσει την ψήφο στον προϋπολογισμό των Καταλανών αποτέλεσε για την Δεξιά …κόκκινο πανί. Χαρακτηρίστηκε ακόμη και προδοσία!  Στη συγκέντρωση της Μαδρίτης όχι μόνο ο Πάμπλο Κασάδο, ο νέος ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, αλλά τόσο ο φασίστας Σαντιάγκο Αμπασκάλ, όσο και ο ηγέτης του κόμματος Πολίτες (Ciudadanos) Αλμπέρτο Ριβέρα συμφώνησαν στην ανάγκη κατάργησης των βαθμών αυτονομίας που κατέκτησαν οι περιφέρειες της Ισπανίας μετά την πτώση του δικτάτορα Φράνκο και στην αλλαγή του χαρακτήρα του κράτους σε πιο συγκεντρωτική κατεύθυνση. Είναι επομένως εμφανές ότι μια άνοδος της Δεξιάς θα ρίξει λάδι στη φωτιά των εθνικισμών που ήδη διχάζουν και απειλούν την Ισπανία.

Πολιτικές δίκες με Καταλανούς στο εδώλιο

Λάδι στη φωτιά των αποσχιστικών κινημάτων και πιο άμεσα του καταλανικού ρίχνει ήδη η δίκη που ξεκίνησε την Τρίτη με κατηγορούμενους 12 πολιτικούς από την Καταλονία, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος του τότε κοινοβουλίου. Οι κατηγορίες που τους αποδίδονται είναι βαρύτατες και ξεκινούν από στάση, περιλαμβάνουν οικειοποίηση δημοσίων κονδυλίων και φτάνουν σε απείθεια κατά των αρχών. Ήδη 9 εξ αυτών έχουν μείνει στη φυλακή για πάνω από 1 χρόνο, ενώ η καταδίκη τους επισείει ποινή φυλάκισης από 10 έως και 25 χρόνια. Το γεγονός δε ότι καθήκοντα πολιτικής αγωγής έχει αιτηθεί και θα ασκήσει και το ακροδεξιό κόμμα Vox εγγυάται ότι η δίκη, που επί της ουσίας αφορά το δημοψήφισμα που διεξήχθη την 1η Οκτωβρίου 2017, θα οδηγήσει τις εντάσεις στο …κόκκινο.

Αφήνοντας κατά μέρους τις σκηνές αδιανόητης βίας που είδαμε να εκτυλίσσονται στους δρόμους της Βαρκελώνης από την ισπανική αστυνομία όταν την ημέρα του δημοψηφίσματος λειτουργούσε σαν στρατός επέμβασης και κατοχής, όπως οι Αμερικανοί στο Ιράκ, η ίδια η δίκη έχοντας αμιγώς πολιτικές, φρονηματικές αιτίες εκθέτει ανεπανόρθωτα την Ισπανία στη διεθνή κοινή γνώμη. Η αντίδραση της Μαδρίτης από τότε μέχρι σήμερα είναι εντελώς δυσανάλογη του «ερεθίσματος» που ήταν αμιγώς ειρηνικό και δημοκρατικό, χωρίς να συμπεριλαμβάνει καμιά χρήση ή απειλή χρήσης βίας. Όπως πολύ εύστοχα υπενθύμισε ο πρώην καταλανός πρόεδρος και διωκόμενος σήμερα Κάρλες Ποιγκντεμόντ σε άρθρο γνώμης στη βρετανική εφημερίδα Γκάρντιαν στις 12 Φεβρουαρίου, την ημέρα που ξεκίναγε η δίκη της ντροπής, ανάλογα δημοψηφίσματα διενήργησε η Σκωτία, το Κεμπέκ και η Νέα Καληδονία. Εξ ίσου πειστικά, κι αυτό μάλιστα ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχει κάθε πολίτης για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, ο πρώην πρόεδρος της Καταλονίας γράφει: «Η δίκη είναι ένα τεράστιο λάθος που κάνει ακόμη πιο δύσκολο ένα πολιτικό αποτέλεσμα. Η αντικατάσταση των πολιτικών λύσεων από τον ποινικό κώδικα και η προτεραιότητα στους δικαστές και τους πολιτικούς αντί στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια ήταν ένα από τα κολοσσιαία σφάλματα που διέπραξε η Ισπανία».

Πηγή: Εφημερίδα Νέα Σελίδα

Ο ΡΑΧΟΪ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΛΟΝΙΑ;

Νέες διαστάσεις στις επιθέσεις που συγκλόνισαν το καλοκαίρι την Καταλονία δίνει η αποκάλυψη της ισπανικής συντηρητικής εφημερίδας El Pais για τις σχέσεις του εγκεφάλου των επιθέσεων, ιμάμη Αμπντελμπακί  Ες Σατί με τις ισπανικές μυστικές υπηρεσίες.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Να θυμίσουμε ότι οι αιματηρές επιθέσεις που στοίχισαν τη ζωή συνολικά σε 14 άτομα σημειώθηκαν στο κέντρο της Βαρκελώνης και λίγες ώρες αργότερα στο θέρετρο Καμπρίλς την Πέμπτη 17 Αυγούστου, ενώ το επερχόμενο δημοψήφισμα βρισκόταν στο κέντρο των πολιτικών ζυμώσεων και εξελίξεων.

Η συσχέτιση των δύο αυτών θεμάτων (τρομοκρατική επίθεση και δημοψήφισμα) ήταν άμεση στον Τύπο εκείνων των ημερών. Η El Pais ενδεικτικά, που παραβίασε κάθε αρχή αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, έγραφε στις 18 Αυγούστου (εδώ το πλήρες άρθρο) ότι μετά την επίθεση του 2004 στη Μαδρίτη, όταν σκοτώθηκαν 193 άνθρωποι, «η Ισπανία έχει καταφέρει να αποφύγει την τρομοκρατική βία. Λόγω της αποτελεσματικότητας της αστυνομίας και του δικαστικού συστήματος, τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας, τις αποτελεσματικές μυστικές υπηρεσίες και τη συνεργασία της αστυνομίας σε διεθνές επίπεδο η Ισπανία έχει πετύχει να συγκρατήσει μια απειλή που η επίθεση της Πέμπτης μας θυμίζει ότι είναι ακόμη πολύ πραγματική».

Και για όποιον δεν αντιλήφθηκε το υπονοούμενο (ότι πιθανή ανεξαρτητοποίηση της Καταλονίας ισοδυναμεί με αύξηση του κινδύνου τρομοκρατικών επιθέσεων) συνέχιζε με τα εξής η εφημερίδα που μετατράπηκε σε τυφλό όργανο του Ραχόι και του φρανκικού παρακράτους, αναφερόμενη πάντα στις επιθέσεις του Αυγούστου:

«Μια επίθεση αυτού του μεγέθους θα έπρεπε να αποτελέσει κάλεσμα αφύπνισης για τους Καταλανούς πολιτικούς, περιλαμβανομένης της περιφερειακής κυβέρνησης, του κοινοβουλίου και των φιλο-ανεξαρτησιακών κινημάτων που έχουν μετατρέψει τη φαντασία της ανεξαρτησίας τα τελευταία χρόνια στο μοναδικό ζήτημα της πολιτικής ατζέντας της Καταλονίας. Είναι καιρός να ξεφορτωθούν τις δημοκρατικές ανοησίες, την κατάφωρη παραβίαση του νόμου, τα παιχνίδια, τις τακτικές και τον πολιτικό οπορτουνισμό… Η μάχη ενάντια στην τρομοκρατία απαιτεί πλήρη συνεργασία και μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια μεταξύ των διάφορων αρχών και των δυνάμεων ασφαλείας. Κι αυτού του είδους η συνεργασία μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν υπάρχει απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ των διάφορων επιπέδων κυβέρνησης και κρατικών οργάνων»! Όλα αυτά, που αποτελούσαν την επιτομή της πολιτικής εκμετάλλευσης ενός δραματικού γεγονότος, γράφονταν μια μέρα μετά την τυχαία υποτίθεται επίθεση…

Κι ερχόμαστε την Πέμπτη 17 Νοεμβρίου οπότε η ίδια εφημερίδα με ένα νέο δημοσίευμα (εδώ περισσότερα) αποκάλυψε πώς ο ιμάμης – εγκέφαλος των τρομοκρατών διατηρούσε δεσμούς με τις μυστικές υπηρεσίες της Ισπανίας! Να σημειωθεί μάλιστα ότι ο ίδιος σκοτώθηκε σε μια έκρηξη σπίτι του ενώ κατασκεύαζε εκρηκτικά – αυτή ήταν η επίσημη αιτιολογία την οποία ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να επιβεβαιώσει ούτε να διαψεύσει από κει που βρίσκεται. Επιπλέον, οι ισπανικές αρχές πληροφοριών αρνήθηκαν να απαντήσουν στο κατά πόσο ο γεννημένος στο Μαρόκο ιμάμης, που πιθανότατα στρατολογήθηκε στη φυλακή, αμειβόταν ή όχι από το βαθύ ισπανικό κράτος. Απάντηση που προκαλεί περισσότερα ερωτηματικά απ’ όσα λύνει δεδομένου ότι αν δεν πληρωνόταν από τις μυστικές υπηρεσίες θα το δήλωναν και δημόσια…

Η αποκάλυψη των άμεσων σχέσεων του ισπανικού κράτους με την ισλαμική τρομοκρατία φέρνει στην επιφάνεια τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις αξιοποιούν τους φονταμενταλιστές είτε ωθώντας τους στην ανάληψη τρομοκρατικής δράσης είτε αφήνοντας τους να ολοκληρώσουν τα σχέδια τους χωρίς να ενεργοποιήσουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς∙ λειτουργώντας δηλαδή σαν χρήσιμοι ηλίθιοι. Κι όλα αυτά προκειμένου τα κράτη να επιβάλλουν τις πολιτικές τους προτεραιότητες που ως κοινή συνισταμένη έχουν την περιστολή των δημοκρατικών ελευθεριών και την επιβολή ενός αστυνομικού κράτους, όπως το έχουμε δει να ξεπροβάλλει σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μετά από κάθε «τρομοκρατικό» χτύπημα: Στο Παρίσι το 2015, στις Βρυξέλλες, τη Νίκαια και το Βερολίνο το 2016 και στο Μάντσεστερ και τη Βαρκελώνη το 2017.

Πόσες από αυτές τις επιθέσεις έγιναν εν αγνοία των ευρωπαϊκών αρχών ασφαλείας όπως και πόσες επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν κατ’ εντολήν ή την ανοχή τους πιθανότατα δε θα μάθουμε ποτέ. Στις μέρες μας, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, αυτά τα κέντρα έχουν μονωθεί από κάθε κοινοβουλευτικό ή άλλο έλεγχο, με τη συναίνεση των κυβερνήσεων που όλο και περισσότερο μετατρέπονται σε άβουλους διαχειριστές, εκχωρώντας τον έλεγχο σε αυτές τις υπηρεσίες είτε στο Βερολίνο, είτε πολύ συχνότερα στα υπερατλαντικά κέντρα. Κι εδώ οι αποκαλύψεις των Σνόουντεν και Ασάντζ πρέπει να μας προβληματίσουν όλους. Αυτό που ωστόσο γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι το σχέδιο επιβολής ενός σύγχρονου ολοκληρωτισμού με δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό μανδύα προωθήθηκε παραπέρα, υλοποιήθηκε χωρίς ποτέ κανένας πρωθυπουργός ή πρόεδρος να το έχει εξαγγείλει στο προεκλογική του πρόγραμμα. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν δεν υπήρχαν οι «ισλαμιστές τρομοκράτες» έπρεπε να εφευρεθούν. Είτε για να γίνει πιο αυταρχική η νομοθεσία στο εσωτερικό των χωρών είτε για να δικαιολογηθούν στη λαϊκή συνείδηση οι επεκτατικοί, ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι στο εξωτερικό, όπως εν προκειμένω έκανε ο Αθνάρ συμμετέχοντας στην παντελώς  απονομιμοποιημένη στη λαϊκή συνείδηση «συμμορία των προθύμων» του Μπους.

Έτσι, οι δε κυβερνήσεις (του Ραχόι, του Ολάντ, της Μέρκελ και της Μέι) από θύτες και πρωταγωνιστές άδικων και ταξικών πολιτικών εμφανίστηκαν ως θύματα εξωτερικών και ασύμμετρων απειλών, που κλήθηκαν να λάβουν περιοριστικά μέτρα παρά, υποτίθεται, τη θέλησή τους.… Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιβλέπει και συντονίζει όλους αυτούς τους σκοτεινούς και αδιαπέραστους στον δημοκρατικό έλεγχο, εγκληματικούς και προβοκατόρικους μηχανισμούς συνεχίζει να εμφανίζεται ως λίκνο κι εγγυητής της δημοκρατίας, όταν εκ των πραγμάτων αναδεικνύεται σε νεκροθάφτη της!

Πηγή: Kommon

Επίδειξη δύναμης από τη Μαδρίτη εναντίον της Καταλονίας

Στην Βαρκελώνη θα είναι στραμμένα τα μάτια όλης της Ευρώπης αύριο, 11 Σεπτεμβρίου, καθώς ανέκαθεν οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν για να τιμηθεί η μέρα εθνικής ανεξαρτησίας τους ήταν βαρόμετρο του εθνικού φρονήματος των Καταλανών. Κι αυτή τη φορά η Μαδρίτη θέλει να ξέρει περισσότερο από κάθε άλλη επέτειο ποιες είναι οι διαθέσεις των Καταλανών.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι ότι τα νούμερα που δίνουν οι δημοσκοπήσεις εν όψει του δημοψηφίσματος δεν συμβαδίζουν με την αποφασιστικότητα και τη συνοχή που επιδεικνύει η πολιτική ηγεσία της Καταλονίας, υπό τον 54χρονο πρώην δημοσιογράφο Καρλς Πουιγκντεμόντ, να διεκδικήσει την απόσχισή της από την Ισπανία με κάθε κόστος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, ενώ η πλειοψηφία των Καταλανών, που έχουν όχι μόνο δική τους γλώσσα αλλά επίσης δική τους ιστορία και πολιτισμό, επιθυμεί το δημοψήφισμα, υπέρ της ανεξαρτητοποίησης τάσσεται ένα ποσοστό λίγο πάνω από 40%.

Η τοπική κυβέρνηση της Καταλονίας δε χάνει ευκαιρία να δείχνει το καθεστώς εκμετάλλευσης που έχει επιβάλλει η Μαδρίτη σε βάρος της Καταλονίας των 7,5 εκ. κατοίκων και των 17 εκ. ξένων τουριστών που είναι η πιο πλούσια περιοχή της Ισπανίας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το ισοζύγιο των δοσοληψιών μεταξύ Καταλονίας και κεντρικής κυβέρνησης ανέρχεται σε 9,8 δισ. ευρώ που ισοδυναμεί με το 5,02% του καταλανικού ΑΕΠ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η διαχείριση εκ μέρους της Βαρκελώνης αυτού του ποσού θα έκανε κατά 1.300 ευρώ πιο πλούσιο τον κάθε Καταλανό…

Το ενδιαφέρον της κυβέρνησης πηγάζει από την εξάντληση μέχρι στιγμής όλων των διαθέσιμων νομικών μέσων για να απαγορεύσει το δημοψήφισμα που έχει προγραμματιστεί για την Κυριακή 1 Οκτωβρίου. Ένα δημοψήφισμα που θα έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και με βάση νόμο που ψηφίστηκε το αποτέλεσμά του θα υλοποιηθεί εντός 2 ημερών! Η κυβέρνηση από τη μεριά της έχει δηλώσει ότι «δεν πρόκειται να διεξαχθεί κανένα δημοψήφισμα την 1η Οκτωβρίου», αφήνοντας ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο: από τα «συμβατικά», όπως να κατάσχει η αστυνομία τις κάλπες, να μην επιτρέψει να ανοίξουν τα εκλογικά τμήματα και να συλλάβει την καταλανική πολιτική ηγεσία, κατ’ εφαρμογή αλλεπάλληλων δικαστικών αποφάσεων που έχουν χαρακτηρίσει παράνομο το δημοψήφισμα αναγνωρίζοντας μόνο στην κεντρική κυβέρνηση το δικαίωμα για μια τέτοια απόφαση, μέχρι τα «πυρηνικά», δηλαδή ακύρωση του καθεστώτος περιορισμένης αυτονομίας που απολαμβάνει η Καταλονία μαζί με 16 άλλες τοπικές κυβερνήσεις, ανάληψη όλων των εξουσιών διοίκησής της από τη Μαδρίτη και αποστολή αστυνομικών δυνάμεων από την  πρωτεύουσα για να επιβάλλουν το νόμο. Ενδεχόμενο που είναι προφανές ότι θα οδηγούσε στα πρόθυρα του εμφυλίου, χωρίς να είναι ακόμη σίγουρο κατά πόσο ακόμη και τα πιο απλά μέτρα που είναι αποφασισμένη να εφαρμόσει η Μαδρίτη για να διαφυλάξει το καθεστώς που ιδρύθηκε το 1978 δε θα οδηγήσουν σε απρόβλεπτες συγκρούσεις και πρωτοφανείς καταστάσεις. Τουλάχιστον για τη Δυτική Ευρώπη.

Πηγή: εφημερίδα Πριν

Δοκιμάζεται η συνοχή της Ισπανίας (Επίκαιρα 24/6-30/6/2010)

Μοιραίες ενδέχεται να αποβούν για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των αυτόνομων περιοχών οι άγριες περικοπές που επιβάλλονται στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας κι οι δομικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας. Η αιτία βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας, που μπορεί να ισοδυναμεί με απλή επίπληξη μπροστά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, δεν παύει όμως να θέτει σε δοκιμασία την εθνική συνοχή και τις σχέσεις μεταξύ των 17 αυτόνομων περιοχών με την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη.

Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% κι ως προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος (όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, με μοναδική διαφορά, λόγω συντάγματος, ότι εδώ το διάταγμα είχε την υπογραφή του προέδρου της Δημοκρατίας) που προβλέπει την διευκόλυνση των απολύσεων μέσω της μείωσης των αποζημιώσεων. Αφορμή γι αυτά τα μέτρα αποτέλεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ισπανία στην εξεύρεση χρημάτων στις διεθνείς αγορές οδηγώντας στην άνοδο των επιτοκίων με τη διαφορά από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα να σκαρφαλώνει στις 2,33 ποσοστιαίες μονάδες και μια καθόλου αθώα υποβάθμιση της θέσης της εκ μέρους του οίκου αξιολόγησης Fitch στις 28 Μαΐου από την κορυφαία θέση ΑΑΑ στη θέση ΑΑ+. Οι προγραμματισμένες δε ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της που ανέρχονται σε 16 δισ. μέχρι το τέλος Ιουλίου, έδωσαν τροφή για επίμονες φήμες περί της προσφυγής της στον «μηχανισμό διάσωσης» ΕΕ – ΔΝΤ που ναι μεν διαψεύστηκαν επισήμως, καθόλου όμως πειστικά. Η επίσκεψη μάλιστα του επικεφαλής του μισητού οργανισμού Ντομινίκ Στρος Καν στην Μαδρίτη την προηγούμενη Παρασκευή επιβεβαίωσε και δεν διασκέδασε τις ανησυχίες.

Για να γίνει σαφής όμως ο μεροληπτικός, άδικος κι εν τέλει επικίνδυνος χαρακτήρας των μέτρων που εφαρμόζονται στην Ισπανία αξίζει να γίνει μια παρένθεση. Παρότι η χώρα του Θερβάντες έχει ενταχθεί προ πολλού στο μεσογειακό κλαμπ των υπό χρεοκοπία χωρών από την έρπουσα φημολογία και αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα της ευρωζώνης που πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω δηλαδή του 60% του ΑΕΠ, κι είναι χαμηλότερο ακόμη κι από αυτό της Γερμανίας. Στο τέλος του 2009 συγκεκριμένα ανερχόταν στο 53% όταν της Γερμανίας ήταν 73%! Κατά συνέπεια μια συνεχή προσπάθεια διασυρμού της Ισπανίας, που οδήγησε ακόμη και την Παγκόσμια Τράπεζα να την συμπεριλάβει με επίσημη ανακοίνωσή της στις πέντε πιο υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ – προκαλώντας την δικαιολογημένη οργή της Μαδρίτης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κι εξυπηρετεί μόνο πολιτικούς στόχους, όπως είναι η δικαιολόγηση αντιλαϊκών μέτρων. Για την ακρίβεια η Ισπανία είναι η 14η στη σειρά των πιο υπερχρεωμένων χωρών στην ΕΕ.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ισπανίας αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα της που στο τέλος του 2009 έφθασε το 11,2%. Κι εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι του δημόσιου τομέα, αλλά του… ιδιωτικού! Η Ισπανία μέχρι και το 2007 είχε πλεονασματικό κρατικό προϋπολογισμό με τα δημόσια έσοδα να υπερβαίνουν τις δαπάνες. Το Νοέμβρη του 2008 όμως, ανακοίνωσε γενναία και φιλόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας με αφορμή το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Να σημειωθεί πως η Ισπανία ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, όπου η εν λόγω αγορά είχε φθάσει σε επίπεδα κερδοσκοπίας εφάμιλλα των ΗΠΑ. Με βάση μια πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 9 Ιούνη, πολλούς μήνες δηλαδή μετά το σκάσιμο της φούσκας κι αφότου είχε αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα, υπήρχαν ακόμη 690.000 έτοιμα προς πώληση σπίτια σε όλη τη χώρα των 46 εκ. κατοίκων, ενώ αν περιληφθούν και τα ημιτελή φθάνουν το 1 εκ.! Τα μέτρα στήριξης της αγοράς ύψους 11 δισ. ευρώ ανακοινώθηκαν το Νοέμβριο του 2008 (όπως μας υπενθύμισε η Wall Street Journal στις 17 Ιούνη) με ονομαστικό στόχο την μείωση της ανεργίας που άγγιζε τότε το υψηλό ποσοστό του 13,4%, μέσω της δημιουργίας 300.000 νέων θέσεων εργασίας. Ενάμισι χρόνο μετά βλέπουμε τι έχει συμβεί: Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 50%, πλήττοντας πάνω από το 20% των εργαζομένων και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν μια μαύρη τρύπα πραγματικά πρωτοφανή. Η αιτία επομένως της απόκλισης δεν είναι η επούλωση του κοινωνικού ζητήματος, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό οξύνθηκε με τις λύσεις που επιλέγηκαν. Αιτία του προβλήματος είναι ο ιδιωτικός τομέας που απορρόφησε τη βροχή των δισεκατομμυρίων χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και παραμένοντας, επίσης, προβληματικός.

Ειδικότερα, η αιτία της αστάθειας της Ισπανίας επικεντρώνεται στον τραπεζικό της τομέα που δεν γεννά καμιά αισιοδοξία για τις σταθερές του βάσεις με αποτέλεσμα να βρίσκει κλειστές τις στρόφιγγες του διατραπεζικού δανεισμού και μόνο τον Μάιο να αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 85 δισ. ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο ποσό το οποίο έχει ποτέ τραβηχτεί από την ΕΚΤ. Παρότι οι εργαζόμενοι της Ισπανίας πλήρωσαν όπως φάνηκε για αυτή την «διευκόλυνση», δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι για να αντλήσει το ένα τέταρτο αυτού του ποσού η Ελλάδα, ως την πρώτη δόση του δανείου με το οποίο αναχρηματοδοτήθηκαν τα δάνεια που έληγαν στις 18 Μαΐου, …μάτωσε. Οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούν με κοινωνική διάλυση, οικονομική καταστροφή και εθνική κατοχή!

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ισπανίας είναι βαθιά διχασμένος φιλοξενώντας από την μια πλευρά, δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης και του κόσμου, την Banco Santander και την BBVA, ενώ από την άλλη φιλοξενεί κι έναν παράλληλο τραπεζικό τομέα (όπως ακριβώς συμβαίνει στην Γερμανία με τις κρατιδιακές τράπεζες) βαθιά προβληματικό, που συγκεντρώνει ωστόσο το 50% της τραπεζικής δραστηριότητας. Είναι οι περίφημες cajas de ahorros ή απλά cajas, όπως αποκαλούνται οι 45 τράπεζες καταθέσεων, κάτι σαν το δικό μας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο πριν διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με 14.000 εργαζομένους και 2.300 υποκαταστήματα σε όλη την Ισπανία το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η ταύτισή τους με τις αυτόνομες περιοχές που έχουν την έδρά τους. Μόνο η Καταλονία διέθετε 10 τέτοιες τράπεζες.

Το καθεστώς αυτό όμως τείνει προς εξαφάνιση. Η λύση που έδωσε η κυβέρνηση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης των μικρών αυτών τραπεζών ήταν οι συγχωνεύσεις και εξαγορές που άμεσα, μέχρι τις 30 Ιούνη οπότε λήγει το χρονικό περιθώριο των διαβουλεύσεων, θα οδηγήσουν τις 45 τράπεζες να γίνουν 22 και πολύ σύντομα 15, όπως τόνιζε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου, καθώς πολλές θα κλείσουν. Το πρόβλημα από την γιγάντωση του τραπεζικού τομέα δεν εξαντλείται στην αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 20%, παρά τη σημασία που έχει αυτή η εξέλιξη σε μια χώρα όπου η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ούτε στην ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο καθώς έσπευσε να καλύψει με ρευστό, ύψους 11 δισ. ευρώ, τις μαύρες τρύπες τους, σύμφωνα με την El Pais στις 16 Ιούνη, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει χρηματοδοτήσει την κατάργηση 2.800 θέσεων σχετικά σταθερής εργασίας! Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εξαφανίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης της τοπικής, περιφερειακής ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων που διέθεταν τα εν λόγω μικρά τραπεζικά ιδρύματα σε τοπικές προτεραιότητες, οι οποίες είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλυφθούν με αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με αποκλειστικό όφελος την μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το αποτέλεσμα θα είναι η όξυνση των περιφερειακών αντιθέσεων καθώς τα κεφάλαια θα παραμένουν στο κέντρο ενώ η περιφέρεια θα μαραζώνει κι έτσι το χάσμα μεταξύ τους – αιτία χρόνιων και αιματηρών εντάσεων στην Ισπανία – θα διευρύνεται.

Μια πλευρά αυτών των συγκρούσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών εξουσιών διαπέρασε το σιδερένιο τείχος της ενημέρωσης στις 26 Μαΐου, με αφορμή την «εξέγερση των δημάρχων», όπως γρήγορα χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση Θαπατέρο στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας επιχείρησε να απαγορεύσει στους 9.000 δημάρχους να προβαίνουν σε μακροχρόνιο δανεισμό για επενδύσεις στους δήμους τους, σε μια προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους και των κρατικών δαπανών. Το αποτέλεσμα μετά την «εξέγερση των δημάρχων» που ξεπέρασε τα πολιτικά στρατόπεδα αγκαλιάζοντας όλους τους κομματικούς χώρους, ήταν η κυβέρνηση να υποχωρήσει περιορίζοντας την χρονική ισχύ του διατάγματος σε ένα μόνο έτος, το 2011, που είναι χρονιά δημοτικών εκλογών. Να αναφερθεί πως κι αυτή η τεράστιας σημασίας μεταβολή, που στην ουσία θα αποστερούσε τα τοπικά κράτη από τη δυνατότητα δημιουργίας υποδομών και έργων τοπικού ενδιαφέροντος, επιβλήθηκε πάλι με βασιλικό διάταγμα, χωρίς δηλαδή να περάσει από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση του Θαπατέρο κατέφυγε σε αυτή την ολιγαρχικής έμπνευσης οδό γιατί ήταν σίγουρη πως το μέτρο θα απορριπτόταν από την Βουλή. Άλλωστε μια μόλις μετά, στις 27 Μαΐου, ο νόμος για τη λιτότητα με στόχο την μείωση του ελλείμματος στο 6% το 2011, πέρασε από τη Βουλή με τη διαφορά μόλις μιας ψήφου, συγκεντρώνοντας 169 ψήφους έναντι 168.

Σε αυτό το πλαίσιο η ψήφιση από το κοινοβούλιο της Καταλονίας στις 8 Ιούνη ενός νόμου που ανοίγει την πόρτα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την ανεξαρτησία της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Παρότι οι πιθανότητες υλοποίησης ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι εξαιρετικά ισχνές, λόγω του ότι απαιτείται η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης, γίνεται εμφανές ότι η πολιτική λιτότητας και άγριων περικοπών πλήττει την εθνική συνοχή οξύνοντας τις φυγόκεντρες τάσεις. Η ίδια δυναμική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας άλλωστε έβαλε φωτιά στις περιφερειακές αντιθέσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία και πιο πρόσφατα στο Βέλγιο, σε σημείο τέτοιο ώστε να απειλείται ευθέως η συνοχή αυτών των κρατών.